Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΠΕΛΑΓΙΑ (4 ΜΑΪΟΥ)



“Η αγία Πελαγία ήταν από την Ταρσό, κατά τούς χρόνους του βασιλιά Διοκλητιανού. Άκουσε για την πίστη του Χριστού και ζήτησε να μάθει τι είναι αυτή. Τότε είδε σε όνειρο τον Επίσκοπο της περιοχής της να την βαπτίζει. Έφυγε λοιπόν από τη μητέρα της, τάχα ότι πηγαίνει στην παραμάνα της, ενώ πήγε προς τον Επίσκοπο. Αυτός φωτίστηκε από τον Θεό, την δέχτηκε και την βάπτισε. Έμαθε τι συνέβη ο υιός του βασιλιά που την ήθελε γυναίκα του, κι έγινε τόσο έξαλλος από τον έρωτα που τον διακατείχε, ώστε αυτοκτόνησε. Ο Διοκλητιανός τότε έστειλε και του έφεραν την παρθένο κόρη, κι επειδή δεν μπόρεσε να την μεταπείσει από την πίστη του Χριστού, πύρωσε έναν χάλκινο ταύρο και έβαλε μέσα την αγία. Εκεί η αγία δέχτηκε το τέλος της και το στεφάνι της ομολογίας της”.

Δεν είναι τυχαία η αγία μάρτυς Πελαγία. Ήταν πλούσια και όμορφη κόρη που θα γινόταν βασίλισσα, καθώς την ήθελε γυναίκα του ο γιος του βασιλιά Διοκλητιανού. Κι όμως! Χωρίς να έχει κάποια ιδιαίτερη σχέση από την οικογένειά της με τη χριστιανική πίστη, όχι μόνο γίνεται χριστιανή, αλλά δίνει και τη ζωή της για τον Χριστό. Πώς; Καλώντας την ο Κύριος μέσω ενός ονείρου, το οποίο τελικά γίνεται ο δρόμος της για την ένταξή της στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, διά του αγίου βαπτίσματος. Πρόκειται για τις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις ονείρων που η προέλευση δεν είναι φυσική ή δαιμονική, αλλά εκ Θεού. Και πώς είμαστε βέβαιοι για τη θεϊκότητα του ονείρου; Ήταν ο Επίσκοπος που με φωτισμό Θεού αναγνώρισε την κλήση με αυτόν τον τρόπο του Κυρίου. Διαφορετικά, γνωρίζουμε από τους αγίους μας ότι τα όνειρα στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελούν μέσα παραπλάνησής μας, γι᾽ αυτό και πρέπει να μη δίνουμε σημασία και βάση σ᾽ αυτά. Κατά τη ρήση του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος μάλιστα ῾όποιος πιστεύει στα όνειρα είναι παντελώς άπειρος και άσοφος᾽.

Την αιτία της κλήσης του Κυρίου στην παρθένο κόρη περιγράφει επανειλημμένως ο άγιος υμνογράφος της Εκκλησίας μας: η αγία, έστω και σε άγνοια ευρισκόμενη, εκ βρέφους διψούσε για την αλήθεια. Κι από τότε, κατά πρόγνωση μάλιστα Θεού, είχε αναθέσει τον εαυτό της στον Δημιουργό. ῾Ανέθεσες, σεμνή, από βρέφος κατά πρόγνωση Θεού τον εαυτό σου στον Κτίστη σου᾽(῾Εκ βρέφους προγνωστικώς τω Κτίστη σου ανατεθείσα, σεμνή᾽) (ωδή α´). Κι όποιος διψάει για την αλήθεια, όποιος αναζητεί την αλήθεια, ανήκει, κατά τον λόγο του ίδιου του Κυρίου, σε Εκείνον. ῾Πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής᾽ (Ιωάν. 18, 37). Η αγία Πελαγία λοιπόν και πριν από το βάπτισμά της ήταν χριστιανή. Κι ο πόθος της για τον Κύριο φούντωσε, αφότου ένιωσε την κλήση Του και έγινε μέλος Του διά του βαπτίσματος. ῾Βρήκες, μάρτυς, αυτόν που σε οδήγησε στην πίστη, και με ευφροσύνη και χαρά έτρεξες γρήγορα στον ποθούμενο Κύριο, οπότε αξιώθηκες θαυμαστών θεωριών. Σαν κοπέλα δε έτρεξες πίσω από τον Νυμφίο σου᾽(῾Ευρούσα, μάρτυς, τον μυσταγωγούντα, μετ᾽ευφροσύνης και χαράς τω ποθουμένω θάττον προσέδραμες, και ξένων κατηξίωσαι θεωριών, αξιάγαστε. Ως νεάνις οπίσω δε του νυμφίου σου έδραμες᾽) (στιχηρό εσπερινού). Το πλείστο των τροπαρίων της ακολουθίας της αγίας αναφέρονται σ᾽ αυτήν την  θερμή αγάπη της προς τον Κύριο, που της έδωσε βεβαίως και τη δύναμη να περιφρονήσει όλα τα ωραία του βίου τούτου και να θυσιάσει και την ίδια της τη ζωή. Για παράδειγμα: ῾Πυρώθηκες από τον πόθο του Χριστού και έτσι εισήλθες με ανδρείο φρόνημα στο σφοδρά καμμένο χαλκούργημα᾽(῾Τω πόθω του Χριστού την ψυχήν πυρουμένη, υπήλθες ανδρικώς τω σφοδρώς εκκαέντι χαλκουργήματι᾽) (κάθισμα όρθρου). ῾Ο πόθος για τις ουράνιες ομορφιές αμαύρωσε τους επίγειους πόθους, αθληφόρε. Κι απέκτησες φτερά για τον Χριστό, φωνάζοντας και λέγοντας: Δόξα στη δύναμή Σου, Κύριε᾽ (῾Ο πόθος των ουρανίων ωραιοτήτων, τους επί γης ημαύρωσε πόθους, αθληφόρε. Επτερώθης Χριστώ, βοώσα και λέγουσα: Δόξα τη δυνάμει σου, Κύριε᾽) (ωδή δ´).

Ο άγιος υμνογράφος σημειώνει και κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό: η αγία με το μαρτύριό της, που αποδείκνυε περίτρανα την αγάπη της για τον Χριστό, έγινε και αληθινή θεολόγος. Κατά τους αγίους μας, ως γνωστόν, θεολόγος δεν είναι εκείνος που έχει πάρει ένα πτυχίο μίας θεολογικής Σχολής ούτε καν εκείνος που η γλώσσα του κινείται με ευκολία στις θεολογικές διδασκαλίες. Θεολόγος αληθινός είναι εκείνος που η ζωή του φανερώνει την παρουσία του Θεού, που η ζωή του είναι μία διαρκής προσευχή. ῾Ει αληθώς προσεύχη, θεολόγος ει, και ει θεολόγος ει, αληθώς προσεύχη᾽. Η αλήθεια της πίστης κατεξοχήν φανερώνεται την ώρα του μαρτυρίου. Εκεί δεν μπορεί κανείς να κοροϊδέψει: είναι η ώρα της κρίσης της ίδιας της ζωής. Η αγία Πελαγία λοιπόν ως μάρτυς Κυρίου θεολογούσε τη δύναμη Εκείνου την ώρα του μαρτυρίου της. Κι αυτή η χαρισματική ώρα της ήταν εκείνη που καλούσε τον κόσμο στο να πιστέψει στον Κύριο. ῾Σαν αληθινότατη μάρτυς του Χριστού, πανεύφημε, θεολόγησες την δύναμή Του, διδάσκοντας όλους με φρόνηση Θεού, και έλκυσες τους λαούς προς την αληθινή πίστη᾽(῾Ως μάρτυς, ως λίαν αψευδής Χριστού, πανεύφημε, την τούτου δύναμιν εθεολόγησας, άπαντας θεοφρόνως εκδιδάσκουσα, και προς ευσέβειαν λαούς είλκυσας᾽) (ωδή η´). 

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)



Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τόν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις᾽ (Πρ. ᾽Απ. 6, 3)

α. Μία θεωρούμενη παράδοξη ἀπάντηση, ἰδίως γιά τά σημερινά δεδομένα, εἶναι ἡ ἀπάντηση τῶν ἀποστόλων μπροστά στό κοινωνικό πρόβλημα πού παρουσιάστηκε στήν πρώτη κοινότητα τῶν ῾Ιεροσολύμων: μπροστά στόν γογγυσμό τῶν ἑλληνοφώνων πιστῶν κατά τῶν ἑβραιοφώνων ὅτι παραθεωροῦνταν στήν διανομή τῶν τροφίμων οἱ ἑλληνόφωνες χῆρες, οἱ ἀπόστολοι ἀρνοῦνται νά ἀσχοληθοῦν οἱ ἴδιοι μέ τό πρόβλημα. ῾Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τόν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις᾽ (Δέν εἶναι σωστό ἐμεῖς νά ἀφήσουμε τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί νά ἀσχολούμαστε μέ διανομές τροφίμων). Παραπέμπουν γιά τήν λύση του στόν ἴδιο τόν λαό, λέγοντας νά ἐκλέξει ὁ λαός αὐτός ἄνδρες μέ Πνεῦμα Θεοῦ καί σοφία, ὥστε αὐτοί νά ἀναλάβουν τήν συγκεκριμένη διακονία τῆς διανομῆς. Καί πράγματι, ὁ λαός συμφωνώντας μέ τήν πρόταση ἐκλέγει ἑπτά ἄνδρες, τούς ἑπτά διακόνους τῆς πρώτης ᾽Εκκλησίας μέ πρῶτον τόν ἅγιο Στέφανο, τούς ὁποίους χειροτονοῦν οἱ ἀπόστολοι γιά τόν σκοπό αὐτόν. Τό πρόβλημα ἐπιλύεται καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ συνεχίζει νά διαδίδεται, μέ ἀποτέλεσμα τήν διαρκή αὔξηση τῶν πιστῶν τῆς ᾽Εκκλησίας.

β. 1. ῾Η φαινομενική ἄρνηση τῶν ἀποστόλων νά ἀσχοληθοῦν οἱ ἴδιοι μέ τήν προκειμένη ἐνώπιόν τους ἀδικία στήν διανομή τῶν τροφίμων δέν εἶναι στήν οὐσία ἄρνηση. Οἱ ἀπόστολοι μόλις μαθαίνουν γιά τό πρόβλημα πού εἶχε παρουσιαστεῖ, ἀμέσως ἀνταποκρίνονται: κινητοποιοῦνται γιά νά δώσουν λύση. Διότι αὐτοί εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας: οἱ ποιμένες πού κατεστάθησαν ἀπό τόν Κύριο γιά νά ὁδηγοῦν τό ποίμνιο ῾εἰς νομάς σωτηρίους᾽, συνεπῶς κάθε τι πού ἀπασχολεῖ τό ποίμνιο ἔχει ἀντίκτυπο σέ ἐκείνους. Καί πῶς εἶναι δυνατόν νά μή θεωροῦν τό πρόβλημα δικό τους, ὅταν οἱ ἴδιοι κατά τήν ἀποκάλυψη τοῦ Κυρίου κήρυσσαν ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κατεξοχήν μάλιστα οἱ πιστοί, εἴμαστε μεταξύ μας ἕνα καί ὁ καθένας ἑπομένως (πρέπει νά) βλέπει τόν ἄλλον ὡς τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό; ῾Ο Κύριος ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη δέν εἶχε πεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος παραμένει μέσα στά πλαίσια τῆς δημιουργίας του ὅταν ἔχει ὡς προσανατολισμό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο ὡς τόν ἑαυτό του; Τό ῾ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν᾽ ἦταν ἡ κανονιστική ἀρχή ζωῆς τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Συνεπῶς ἦταν αὐτονόητο γι᾽ αὐτούς, θέμα πράγματι ζωῆς καί θανάτου, ἡ ἄμεση ἀνταπόκρισή τους στόν γογγυσμό κάποιων ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν.

2. Γι᾽ αὐτό καί ἡ λύση πού προτείνουν ἔχει ἀπολύτως ἐκκλησιαστικά κριτήρια. ῎Ισως ὁρισμένοι σημερινοί χριστιανοί νά σπεύδουν νά τούς κρίνουν ἀρνητικά, ὅτι τάχα δηλαδή δέν ἀσχολήθηκαν οἱ ἴδιοι, ἀλλά ἡ κρίση τους αὐτή ὀφείλεται στά ἐλαττωματικά τους πνευματικά αἰσθητήρια. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι στήν ἐποχή μας, καί μάλιστα σήμερα μέ τήν οἰκονομική κρίση πού ἔχει παρουσιαστεῖ, πολλοί θεωροῦν ὅτι ἡ διακονία τῶν τραπεζῶν, ἡ κοινωνική προσφορά δηλαδή,  εἶναι αὐτή πού ἔχει τήν προτεραιότητα. Προφανῶς κατ᾽ αὐτούς ὁ ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζεται κυρίως ὡς ὑλική ὑπόσταση. Καί σ᾽ αὐτήν τήν παγίδα ἔχουν πέσει ἀρκετοί, ἀκόμη καί ἐκκλησιαστικοί παράγοντες. ᾽Αλλά τοῦτο εἶναι λανθασμένο. Οἱ ἀπόστολοι μᾶς καθοδηγοῦν. Κινοῦνται εἴπαμε μέ ἐκκλησιαστικά κριτήρια, κατά τά ὁποῖα ἀφενός ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικό ὄν μέ αἰώνια προοπτική, ῾δι᾽ ὅν Χριστός ἀπέθανε᾽, ἀφετέρου ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ καθένας δέ εἶναι ἀλλήλων μέλος. Συνεπῶς ἡ λύση πού δίνουν στό πρόβλημα φανερώνει τήν ἱεράρχηση πού πρέπει νά γίνεται πάντοτε: βεβαίως μᾶς ἐνδιαφέρει ὁ συνάνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ καί κρυμμένη παρουσία Χριστοῦ καί δική μας, ὁ συνάνθρωπος ὅμως αὐτός δέν ἔχει μόνο ὑλικές ἀνάγκες, ἀλλά πρωτίστως πνευματικές. ῾Οὐκ ἐπ᾽ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλά ἐπί παντί ρήματι ἐκπορευομένῳ διά στόματος Θεοῦ᾽. Καί ὁ καθένας ἀπό τήν ἄλλη πρέπει νά λειτουργεῖ μέ βάση τήν διακονία πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τοῦ καθόρισε χάριν αὐτοῦ τοῦ συνανθρώπου.
Οἱ ἀπόστολοι λοιπόν κλήθηκαν ἀπό τόν Κύριο νά εἶναι οἱ μάρτυρες τῆς ζωῆς καί τῆς ᾽Αναστάσεώς Του, συνεπῶς ἱεραρχώντας τά πράγματα οἱ ἴδιοι δίνονται στό ἔργο αὐτό: ῾ἡμεῖς δέ τῇ προσευχῇ καί τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν᾽,  ἐνῶ ἀναθέτουν σέ ἄλλα μέλη τήν διακονία τῶν τραπεζῶν. Δέν εἶναι ὅλοι γιά ὅλα, ἀλλά ῾ἕκαστος ἐφ᾽ ᾧ ἐτάχθη ἐκεῖ μενέτω᾽. Τυχόν ἐνασχόληση τῶν ἀποστόλων καί μέ τό κήρυγμα καί μέ τήν διακονία τῶν τραπεζῶν θά ἀπεκάλυπτε ἕναν μεγάλο ἐγωϊσμό αὐτῶν καί μία ἀλαζονική στάση τους, ἀφοῦ θά ἔδειχνε ὅτι μόνον αὐτοί εἶναι ἱκανοί γιά ὅλα. ῾Η ταπείνωσή τους λοιπόν εἶναι προφανής: ἐμπιστεύονται σέ ἄλλους τό σπουδαῖο καί ἀναγκαῖο ἔργο τῆς κοινωνικῆς προσφορᾶς, γιά νά μείνουν οἱ ἴδιοι σταθεροί στήν κλήση τους ἀπό τόν Κύριο. ῾Η ἱεράρχηση τῶν πραγμάτων εἴπαμε καί παραπάνω συνιστᾶ αὐτό πού σφραγίζει τό ἔργο τῆς ᾽Εκκλησίας. ῞Ο,τι ὁ Κύριος πρότεινε: ῾ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα (ὅλα τά ἀνθρώπινα δηλαδή) προστεθήσεται ὑμῖν᾽, αὐτό συνεχίζει ἀδιάκοπα νά κάνει καί ἡ ᾽Εκκλησία Του ὡς συνέχεια Αὐτοῦ.

3. ῾Η προτεραιότητα τῶν ἀποστόλων γιά τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πρέπει νά ἐξηγηθεῖ περισσότερο. ῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ εἴτε ὡς προσφορά τῆς Θείας Κοινωνίας (προσευχή) εἴτε ὡς ἐξαγγελία στόν λαό τοῦ Θεοῦ (κήρυγμα) συνιστᾶ προσφορά τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο Χριστός εἶναι τό ἔλλειμμα στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός, ὅπου μαρτυρεῖται καί γίνεται ἀποδεκτός, δίνει τήν ἀληθινή ζωή πού τρέφει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Χωρίς Χριστό ἡ ματαιότητα ἀποτελεῖ τό γνώρισμα τῶν ἀνθρώπων, εἴτε αὐτοί ἀποτελοῦν τούς ῾κερδισμένους᾽ τῆς ζωῆς μέ τήν δόξα τους καί τά χρήματά τους καί τίς ἀπολαύσεις τους, εἴτε τούς ῾χαμένους᾽ μέ τήν καταφρόνια τους, τήν φτώχεια τους, τίς στερήσεις τους. ᾽Αποδοχή λοιπόν τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ σημαίνει ἀποδοχή τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ὁ ῾Οποῖος καθοδηγεῖ ἔτσι τά βήματα τῶν ἀνθρώπων μέσα στό μυστικό σῶμα Του, τήν ᾽Εκκλησία, γιά νά ὑπάρξει ἡ πλήρης συσσωμάτωσή τους μέ Αὐτόν καί ἡ δυνατότητα συνεπῶς ὑπέρβασης τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου. Οἱ ἀπόστολοι λοιπόν διακονοῦσαν αὐτό τό ἔργο τῆς ἑνώσεως μέ τόν Σωτήρα Χριστό καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἔκαναν ὅ,τι πιό σημαντικό ὑπῆρχε ἐπί γῆς. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος λίγο ἀργότερα θά φτάσει σέ παρόμοιο προβληματισμό νά πεῖ ὅτι τό νά βαπτίζει τούς ἀνθρώπους, πλήν ἐλαχίστων, δέν εἶναι τό ἔργο γιά τό ὁποῖο κλήθηκε ἀπό τόν Κύριο. Τό κήρυγμα τοῦ ἐσταυρωμένου καί ἀναστημένου Χριστοῦ εἶναι ἡ διακονία του καί αὐτό συνιστᾶ τήν ὀφειλή του στά ἔθνη.
Τό κήρυγμα λοιπόν τῶν ἀποστόλων ὡς μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ εἶχε τήν προτεραιότητα γι᾽ αὐτούς ἀκόμη καί ἔναντι τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων, γιατί χωρίς νά ὑποβαθμίζονται αὐτά ὀξύτερα ἦταν (καί εἶναι) τά πνευματικά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου – σέ ὅ,τι κυρίως ἀναφέρεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν λόγο αὐτόν τῶν ἀποστόλων ὁ ἄνθρωπος καλεῖτο σέ μετάνοια, συνεπῶς σέ εὕρεση τοῦ Θεοῦ, δι᾽ Αὐτοῦ δέ σέ εὕρεση τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ γύρω του φυσικοῦ περιβάλλοντος. Κατά συνέπεια φωτιζόταν αὐτός καί ἀπεγκλωβίζετο ἀπό τήν ἀνισορροπία τῆς ζωῆς του, ἀπό ὅ,τι δηλαδή τόν εἶχε ρίξει ὁ πονηρός καί ὁ πεσμένος στήν ἁμαρτία κόσμος μέ τήν γοητεία πού ἀσκεῖ πάντοτε μέσω τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν. Μέ ῾λυμένο᾽ ἔτσι τό βασικό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό  του, δέν δημιουργοῦνται συνθῆκες ὑπέρβασης καί τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων του; ῎Ανθρωπος πού τά ἔχει βρεῖ μέ τόν ἑαυτό του, καθώς λέμε, ὅπου καί ὅπως κι ἄν ζεῖ, δέν θά ἐπιβιώσει καί δέν θά ἀντέξει; ῾Η ἐμπειρία αὐτό δέν μᾶς διδάσκει; Διότι βλέπουμε συχνά ἀνθρώπους πού λόγω τῆς πνευματικῆς τους σύγχυσης μπορεῖ νά τά ἔχουν κοσμικά καί ἀνθρωπίνως ὅλα, ζοῦν ὅμως μέσα σέ μία κόλαση. Καί ἀπό τήν ἄλλη ἄνθρωποι πού δέν ἔχουν τίποτε, ἐπειδή ὅμως ἔχουν βρεῖ τόν Θεό καί ἔχουν εἰρηνεύσει μέ τόν ἑαυτό τους, χαίρονται καί εἶναι μακάριοι ἀκόμη καί μέσα στήν ἀπόλυτη ἔνδειά τους.

γ. ῎Αν οἱ ἀπόστολοι ἱεράρχησαν σωστά τά πράγματα καί μᾶς δίδαξαν παρομοίως νά κινούμαστε κι ἐμεῖς, ἦταν γιατί ἦσαν ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό. ῾Η διάκριση πού εἶχαν ἦταν καρπός τῆς φωτισμένης ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ καρδιᾶς τους. Κι ἔτσι γίνονται οἱ καθοδηγητές μας. Σέ κάθε πρόβλημα πού ἀναφύεται στήν ζωή μας δέν πρέπει νά λησμονοῦμε τό πρώτιστο: τήν σχέση μας μέ τόν Χριστό καί τήν προσπάθειά μας νά βρισκόμαστε πάνω στόν λόγο Του. Ἡ προτεραιότητα αὐτή θά βλέπουμε ἄμεσα ὅτι θά μᾶς φωτίζει καί γιά τήν λύση τοῦ ὅποιου προβλήματος. ῎Ισως τελικά νά μήν ὑπάρχουν ἄλλα οὐσιαστικά προβλήματα πέρα ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας καί τήν ζωντανή ἤ μή πίστη μας.  

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ



῾᾽Ιωσήφ ὁ ἀπό ᾽Αριμαθαίας...τολμήσας εἰσῆλθε πρός Πιλᾶτον καί ᾐτήσατο τό σῶμα τοῦ ᾽Ιησοῦ᾽ (Μάρκ. 15, 43)

᾽Από τά πρόσωπα πού κυριαρχοῦν στό εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων εἶναι ὁ ᾽Ιωσήφ ὁ ἀπό ᾽Αριμαθαίας, ὁ ὁποῖος προβάλλεται μέ τό κυριαρχικό γνώρισμά του, τῆς τόλμης, μέ τήν ὁποία κατώρθωσε γιά τήν ἐποχή ἐκείνη τό ἀκατόρθωτο: νά πάει στόν Πιλᾶτο καί νά ζητήσει καί νά ἀποκτήσει τό νεκρό σῶμα τοῦ ᾽Ιησοῦ, τό ὁποῖο βεβαίως στή συνέχεια μέ τή βοήθεια καί ἄλλων τό ἐκήδευσε. Συνιστᾶ δέ ἰδίως γιά τή σημερινή ἐποχή ἡ τόλμη του αὐτή κατεξοχήν παράδειγμα καί πρότυπο, ἀφοῦ αὐτό πού διαπιστώνουμε συνήθως, δυστυχῶς στούς περισσοτέρους μας ἤ ἔστω σ᾽ ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ μας, εἶναι ἡ ἀτολμία καί ἡ δειλία, καρποί, ἀπ᾽ ὅ,τι θά φανεῖ καί στή συνέχεια, τῆς ἐλλείψεως τῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή ζωή μας. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἔλλειψη τόλμης ἀποκαλύπτει τήν ὀλιγοπιστία ἤ καί τήν ἀπιστία ἀκόμη πολλῶν ἀπό ἐμᾶς τούς Χριστιανούς καί συνεπῶς ἡ κατάσταση αὐτή καθιστᾶ περισσότερο ἀπό ἀναγκαία τήν ἀναφορά μας στήν τόλμη τοῦ ἁγίου ᾽Ιωσήφ.

Καί κατά πρῶτον: τί εἶναι τόλμη;
Θά μπορούσαμε νά τήν ὁρίσουμε ὡς τήν ψυχική ἐκείνη δύναμη καί διάθεση, πού κινεῖ τόν ἄνθρωπο ἔτσι ὥστε νά ὑπερνικᾶ τά στηρίγματα καί τίς ἀσφάλειές του, μέχρι μάλιστα τοῦ σημείου πού νά ἀψηφᾶ καί τήν ἴδια του τή ζωή. Βεβαίως, τήν ψυχική αὐτή δύναμη τήν βλέπουμε πολύ συχνά σέ διαφόρους τύπους ἀνθρώπων καί σέ πολλά ἐπίπεδα ζωῆς, ὅπως τό ἐθνικό, τό ἐπαγγελματικό, τό κοινωνικό, ἀλλά ἐμᾶς ἐδῶ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐκείνη ἡ τόλμη πού σχετίζεται μέ τόν Θεό καί συνεπῶς μέ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Μιλᾶμε λοιπόν γιά τήν τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ, πού πηγάζει ἀπό τήν πίστη του στόν ᾽Ι. Χριστό καί τήν προσδοκία τῆς Βασιλείας Του, σάν τοῦ ᾽Ιωσήφ ῾ὅς ἦν προσδεχόμενος καί αὐτός τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ᾽ (Μάρκ. 15, 43). Ὁ χριστιανός δηλαδή ἐξαρτώντας τήν ὕπαρξή του ὄχι ἀπό τή ῾σιγουριά᾽ τῶν αἰσθήσεων καί τῆς ὑλικῆς κτίσεως, ἀλλά ἀπό τόν μή αἰσθητό καί μή μετρητό, ἄρα καί μή προσφέροντα καί ῾ἀσφάλεια᾽, κατά τά κριτήρια τοῦ κοσμικοῦ ἀνθρώπου, Θεό φανερώνει ὅτι χαρακτηριστικό τῆς ζωῆς του (πρέπει νά) εἶναι ἡ τόλμη καί ἡ ἀνδρεία καί ἡ γενναιότητα.

Τί εἶναι λοιπόν ἐκεῖνο πού τόν κάνει νά ἔχει αὐτήν τήν τόλμη καί νά τήν διακηρύσσει ὡς ἀπαραίτητο στοιχεῖο ὅλων τῶν ἀνθρώπων; Ὅπως τό ἐπισημάναμε ἤδη ἀπό τήν ἀρχή: ἡ παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος στήν ψυχή του, πού τόν κάνει ὄχι ἁπλῶς νά στηρίζεται στόν Θεό, ἀλλά καί νά εἶναι ἕτοιμος καί ὁλόκληρο τόν ἑαυτό του νά προσφέρει θυσία σ᾽ Αὐτόν. Διότι βεβαίως τό ἅγιον Πνεῦμα ὡς παντοδύναμος Θεός χορηγεῖ τόλμη καί δύναμη στόν ἄνθρωπο καί συνεπῶς τόν ἀπομακρύνει ἀπό τή δουλεία τῆς δειλίας. ῾Οὐ γάρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ᾽ (Β´ Τιμ. 1,7) τονίζει ὁ ἀπ. Παῦλος.
Καί πράγματι ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας εἶναι μία ἐπιβεβαίωση τῆς παραπάνω ἀλήθειας. ῎Ας θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τούς ἀποστόλους πρίν καί μετά τήν Πεντηκοστή. Πρίν τήν Πεντηκοστή ζοῦν φοβισμένοι καί κλεισμένοι στά σπίτια τους ῾διά τόν φόβον τῶν ᾽Ιουδαίων᾽, κάτι πού προβάλλει ἀκόμη πιό ἔντονα τήν γενναιότητα καί τήν τόλμη τοῦ ᾽Ιωσήφ, ὅπως ἀκόμη βεβαίως καί τῶν μυροφόρων γυναικῶν. Μετά ὅμως τήν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μεταμορφώνονται σέ θαρραλέους κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, ἐπιβεβαιώνοντας τή μαρτυρία τους γιά τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου μέ τό μαρτύριό τους. ῾Οὐ δυνάμεθα ἡμεῖς ἅ εἴδομεν καί ἠκούσαμεν μή λαλεῖν᾽ (Πρ. ᾽Απ. 4, 20). Τοῦτο ὅμως γίνεται, γιατί ἐνδύθηκαν ῾τήν ἐξ ὕψους δύναμιν᾽ (Λουκ. 24, 49) καί ὄχι γιατί στηρίχτηκαν στίς δικές τους δυνάμεις. Τό ἴδιο βλέπουμε καί στήν περίοδο τῶν διωγμῶν, στήν ἐποχή τῶν Πατέρων, ἀλλά καί σέ κάθε ἐποχή, ὅπου ὑπάρχουν συνεπεῖς στήν πίστη τους Χριστιανοί, κληρικοί καί λαϊκοί. ῎Ετσι ὁ Χριστιανός εἶναι τολμηρός ἄνθρωπος, πού διαπνέεται ἀπό γενναιότητα καί ἀνδρεῖο φρόνημα.

Ποιό ὅμως τό πεδίο στό ὁποῖο ἐκφράζεται ἡ τόλμη αὐτή; Πῶς φανερώνεται συγκεκριμένα;
1. Καταρχάς στό ἴδιο τό γεγονός τῆς πίστεως. Γιά νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά φτάσει στό σημεῖο τῆς ῾γεύσεως᾽ τοῦ Θεοῦ, τῆς αἰσθητῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος μέσα του, θά χρειαστεῖ κι ὁ ἴδιος ν᾽ ἀνταποκριθεῖ στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ νά Τόν ἀκολουθήσει. Διότι στή χριστιανική πίστη προηγεῖται τό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, πού καλεῖ τόν ἄνθρωπο πρός τόν ᾽Ι. Χριστό κι ἀκολουθεῖ ἡ ἀποδοχή Του. ῾Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽ (᾽Ιωάν. 6, 44). Ἡ ἀποδοχή τῆς κλήσεως αὐτῆς φαίνεται ὅτι εἶναι ἕνα ῾πήδημα στό κενό᾽, ἀφοῦ, ὅπως παρατηρήσαμε καί παραπάνω, ὁ ἄνθρωπος δέν στηρίζεται στήν ἀσφάλεια τῶν αἰσθήσεών του, ἀλλά μόνο στήν κλήση τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό τολμηρό ῾πήδημα᾽ ὅμως εἶναι γιά τόν ἄνθρωπο πού τό κάνει καί ἡ μεγαλύτερη ἔκπληξη: πέφτει στή θέρμη τῆς ἀγκαλιᾶς τοῦ Θεοῦ. ῎Ετσι ἡ τόλμη τῆς πίστεως φέρνει καί τή μεγαλύτερη δυνατή ἀσφάλεια πού ὑπάρχει στόν κόσμο: τήν ἀσφάλεια τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ. ῾Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ᾽ ἡμῶν;᾽ (Ρωμ. 8, 31).

2. ῎Επειτα ἡ τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ φανερώνεται στή βίωση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τῆς πορείας δηλαδή πρός αὔξηση τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό καί τήν ἀπόκτηση περισσοτέρου ἁγίου Πνεύματος. Καί τοῦτο γιατί στήν πορεία του αὐτή ἐναντιώνονται σ᾽ αὐτόν τά πάθη του, οἱ πονηρές πνευματικές δυνάμεις, τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου. ῾Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρός αἷμα καί σάρκα᾽, μαρτυρεῖ ὁ ἀπ. Παῦλος, ῾ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις᾽ (᾽Εφεσ. 6, 12). ῎Ετσι χωρίς τόλμη δέν μπορεῖ νά διεξαχθεῖ αὐτός ὁ πνευματικός ἀγώνας, ὁ ὁποῖος συνίσταται στήν ἀντίσταση ἀπό τόν πιστό τῶν ἐπιθέσεων τοῦ διαβόλου καί στό ἄνοιγμα τῆς ὑπάρξεώς του στόν Θεό. Στόν ἀγώνα βεβαίως αὐτό συμμετέχει καί ἡ ἴδια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, καθώς καί ὁ ἀγαθός κόσμος τῶν ἀγγέλων. Διότι μόνος του ὁ Χριστιανός δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε γιά τή σωτηρία του. ῾Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν᾽ (᾽Ιωάν. 15,5). Εἶναι ἀπαραίτητη ὅμως κι ἡ δική του συμμετοχή. Μάλιστα μᾶς ἀναφέρουν οἱ πνευματικοί μας Πατέρες ὅτι ὅταν ὁ διάβολος δεῖ τήν ψυχή νά πολεμᾶ ἐναντίον του μέ τόλμη, ἀπομακρύνεται ἀπό αὐτήν, ἐνῶ ὅταν τήν δεῖ νά δειλιάζει, ἤδη ὁ δρόμος γιά τήν ἅλωσή της εἶναι ἀνοικτός. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικά τά λόγια τοῦ πατέρα τοῦ μοναχισμοῦ ἁγίου ᾽Αντωνίου, ὅπως μᾶς τά παραθέτει ὁ ἅγιος ᾽Αθανάσιος στή βιογραφία του: ῾῎Αν παραμένει γιά πολύ ἡ ψυχή στό φόβο, τότε εἶναι παρόντες ἐκεῖ οἱ ἐχθροί. Διότι οἱ δαίμονες δέν βγάζουν ἀπό τούς ἀνθρώπους τό φόβο...Μᾶλλον, ὅταν δοῦν ἀνθρώπους πού φοβοῦνται, αὐξάνουν τίς φαντασίες, ὥστε νά τούς τρομοκρατοῦν περισσότερο. Καί μετά, ὅταν πιά τούς κατακτήσουν, παίζουν μαζί τους λέγοντας: - Γονατίστε τώρα νά μᾶς προσκυνήσετε... ῎Ας μήν ἀπατώμαστε (λοιπόν) μέ τόν τρόπο αὐτό οὔτε νά φαινώμαστε δειλοί... ᾽Απεναντίας νά νιώθουμε θαρραλέοι καί πάντοτε χαρούμενοι, σάν νά ἔχουμε σωθεῖ. Νά σκεφτώμαστε ὅτι ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας᾽.

3. ᾽Επίσης ἡ τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ φανερώνεται ἀκόμη καί στίς ἴδιες τίς πτώσεις του. Ὁ Χριστιανός πού ἀγωνίζεται στό δρόμο τῆς πνευματικῆς του προκοπῆς, εἶναι πολύ πιθανό ὅτι θά ἔχει καί στιγμές ἀδυναμίας καί πτώσεως. Μή ξεχνᾶμε ὅτι ὁ ἅγιος στήν πίστη μας δέν εἶναι ὁ ἀναμάρτητος, ἀλλ᾽ ὁ ἀγωνιστής καί μάλιστα στόν δρόμο τῆς μετάνοιας. Σ᾽ αὐτές τίς στιγμές λοιπόν ἀπαιτεῖται τόλμη γιά νά ξανασταθεῖ στά πόδια του καί νά μήν ἀπελπιστεῖ. Νά μπορεῖ νά στρέψει τό βλέμμα του στόν Οὐρανό, ἐπικαλούμενος τή χάρη τοῦ Θεοῦ γιά μετάνοια. Σάν τόν νεαρό μοναχό τοῦ Γεροντικοῦ, πού ἀπελπισμένος ἀπό κάποιες πτώσεις του ὁδηγήθηκε στό κελλί ἑνός μεγάλου καί διακριτικοῦ Γέροντα. Κι ὅταν τοῦ ἀνακοίνωσε τήν πτώση στήν ἁμαρτία του, ἐκεῖνος μέ χαρακτηριστική ἁπλότητα τοῦ εἶπε νά σηκωθεῖ. – Μά ξανάπεσα, ψιθύρισε καί πάλι ὁ νεαρός μοναχός. – Καί πάλι νά σηκωθεῖς, τόν παρότρυνε ὁ Γέροντας. Κι αὐτό νά κάνεις, νά βάζεις δηλαδή πάντα ἀρχή μετανοίας, μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς σου. Μόνον νά εὔχεσαι ὁ θάνατος νά σέ εὕρει στή μετάνοια καί ὄχι στήν πτώση. ῞Ωστε τόλμη ἀπαιτεῖται καί στή μετάνοια, γιά νά μπορῶ νά ἐλπίζω στήν ἄπειρη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπό ὅλες τίς πτώσεις καί ἁμαρτίες μου.

4. Μά τόλμη χρειάζεται τέλος καί γιά τήν ὁμολογία καί τή μαρτυρία μας ὡς Χριστιανῶν. Εἰδικά στήν ἐποχή μας πού τό κακό ἔχει ἀποθρασυνθεῖ καί παρουσιάζεται ὡς τό φυσιολογικό καί τό κανονικό, ἀπαιτεῖται τόλμη γιά νά εἶναι κανείς συνεπής χριστιανός καί νά δίνει μαρτυρία τῆς πίστεώς του αὐτῆς. Κι ἡ μαρτυρία αὐτή εἶναι καί λόγων, μά κυρίως πρέπει νά εἶναι ζωῆς. Εἶναι ἀνάγκη νά συνειδητοποιήσουμε οἱ Χριστιανοί ὅτι ἡ χλιαρότητα στήν πίστη εἶναι ἡ χειρότερη κατάσταση καί γιά ἐμᾶς, ἀλλά καί γιά τούς ἀνθρώπους πού βρίσκονται γύρω μας. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς ὅτι εἶναι προτιμότερο νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος στρατευμένος ἄθεος παρά ἀδιάφορος, ἀφοῦ ὑπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα στόν πρῶτο νά μεταστραφεῖ ἀπό ὅ,τι στόν δεύτερο. ῾῎Οφειλες νά εἶσαι ψυχρός ἤ θερμός᾽, μᾶς λέει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στήν ᾽Αποκάλυψη τοῦ ᾽Ιωάννη. ῾᾽Αλλ᾽ ἐπειδή εἶσαι χλιαρός, καί οὔτε ζεστός οὔτε ψυχρός, θά σέ ἐμέσω ἀπό τό στόμα μου᾽ (3, 15-16).



ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΚΑΙ ΜΑΥΡΑ (3 ΜΑΪΟΥ)



«Ο άγιος Τιμόθεος που ανήκε στους κληρικούς, ήταν δάσκαλος των ιερών λόγων, καταγόταν από την κώμη των Πεναπέων, και μόλις είχε έλθει σε γάμου κοινωνία με την Μαύρα. Δεν είχαν περάσει ούτε είκοσι ημέρες από το γάμο του, και κατηγορήθηκε ότι ήταν χριστιανός, οπότε οδηγείται προς τον ηγεμόνα της Θηβαΐδος Αρριανό. Όταν πρόσταξε αυτός να του φέρει τα βιβλία που διαβάζει στους χριστιανούς, δεν το έκανε βεβαίως, αντείπε μάλιστα στον Ηγεμόνα ότι θεωρεί τα βιβλία σαν παιδιά του, από τα οποία αντλεί στήριγμα, ότι αυτά φρουρούνται από τους Αγγέλους, επειδή η δύναμη των γραμμένων σ᾽αυτά τους καλεί σε βοήθεια, κι ότι ασφαλώς κανείς δεν παραδίδει μόνος του τα παιδιά του σε θάνατο. Γι᾽ αυτόν τον λόγο πέρασαν στα αυτιά του σίδερα πυρωμένα, από τα οποία οι κόρες των οφθαλμών ξεράθηκαν και έπεσαν. Έπειτα δένουν τους αστραγάλους του σε τροχό, περνάνε χαλινάρι στο στόμα του και το κρεμάνε στο κεφάλι του, αφού του πρόσδεσαν στον τράχηλό του και μία πέτρα.
Καθώς όμως δεν υποχωρούσε με όλα αυτά, ήλπισε ο Ηγεμόνας ότι θα εξαπατήσει τη γυναίκα του Μαύρα, την οποία προσπάθησε να πείσει με κολακείες, ώστε να την οδηγήσει σε λατρεία των ειδώλων. Αυτή βεβαίως δεν τον άκουσε, κι αφού πείστηκε μάλλον στις παραινέσεις του αγίου, ομολόγησε ενώπιον του Ηγεμόνα ότι είναι χριστιανή. Της έκοψαν λοιπόν τις τρίχες της κεφαλής, τις απέκοψαν και τα δάκτυλα και την έριξαν μέσα σε βραστό νερό. Έμεινε όμως άφλεκτη μέσα σ᾽αυτό, τόσο που ο Ηγεμόνας υπενόησε  ότι το νερό στο οποίο ρίχτηκε δεν ήταν θερμό αλλά ψυχρό. Γι᾽ αυτό  προστάζει να ραντιστεί στο χέρι με το νερό. Όταν λοιπόν η αγία πήρε νερό με το χέρι της από τον λέβητα και το έριξε πάνω στο δικό του χέρι, αμέσως έσκασε το δέρμα του Ηγεμόνα. Μετά από αυτό λοιπόν σταυρώνει και τους δύο, τον Τιμόθεο και την Μαύρα, κι αφού παρέμειναν εννέα ημέρες πάνω στο ξύλο, προέτρεπαν και συμβούλευαν ο ένας τον άλλον διαδοχικά να υπομένουν με καρτερία τα βασανιστήρια και να μην υποχωρήσουν, και έτσι παρέδωσαν τα πνεύματά τους στον Κύριο.
Συνέβη δε σαν σε έκσταση να έλθει ο διάβολος στην αγία μάρτυρα, όταν ήταν ακόμη στον σταυρό, και να της προσφέρει ποτήριο γεμάτο από μέλι και γάλα, προτρέποντάς την να το πιει. Αυτή όμως τον απώθησε με προσευχή. Και πάλι συνέβη να την οδηγήσει σε ποτάμι που έρρεε τους ίδιους χυμούς, το μέλι δηλαδή και το γάλα, και την προέτρεπε να πιει. Αυτή τότε είπε: ᾽Δεν πίνω από αυτά, αλλά απο το ποτήριο που με κέρασε ο Χριστός᾽. Και έτσι ο διάβολος απήλθε ηττημένος από αυτήν. Ήλθε τότε άγγελος του Θεού και φάνηκε να οδηγεί την αγία στον ουρανό, κρατώντας την από το χέρι, και της έδειξε θρόνο και λευκή στολή και στεφάνι και της είπε: ῾Αυτά ετοιμάστηκαν για σένα᾽. Έπειτα την οδήγησε σε υψηλότερο μέρος και πάλι της έδειξε άλλο θρόνο και ωραιότατη στολή και στεφάνι, λέγοντάς της πάλι: ῾Αυτά κληρώθηκαν για τον άνδρα σου. Η διαφορά του τόπου σού δείχνει ότι ο άνδρας σου έγινε μάλλον για σένα πρόξενος της σωτηρίας᾽. Τελείται δε η σύναξή τους στο αγιότατο μαρτυρείο τους, που βρίσκεται πέραν στις Ιουστινιανές».

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος αξιοποιεί για μία ακόμη φορά τα ονόματα των αγίων, προκειμένου να χαρακτηρίσει με αυτά το ποιόν της αγιότητάς τους. ῾Τίμησαν τον Θεό και μαύρισαν την πλάνη – σημειώνει – ο Τιμόθεος βεβαίως και η ένδοξη Μαύρα᾽(῾Τιμήσαντες Θεόν απημαύρωσαν πλάνην, Τιμόθεος σαφώς και η ένδοξος Μαύρα᾽) (κάθισμα όρθρου). Επανειλημμένως χρησιμοποιεί τα σχήματα του λόγου, κατεξοχήν την αντίθεση μεταξύ του φωτός και του σκότους, για να δείξει ότι παρ᾽όλον ότι Μαύρα ονομάζεται η αγία, είναι γεμάτη από το φως του Θεού. ῾Με αστράπτουσα μορφή, σεμνή Μαύρα παμμακάριστη, και με το φως της χάρης που είχες μαύρισες τις όψεις του φοβερού τύραννου᾽(῾Μορφή αστραπτούση, ω σεμνή Μαύρα παμμακάριστε, και τω φωτί της σης χάριτος, όψεις ημαύρωσας του δεινού τυράννου᾽) (στιχηρό εσπερινού). ῾Απέρριψες τη σκοτεινή κακή γνώμη, θεομακάριστε, και έγινες φως με το μαρτύριο᾽ (῾Την ζοφώδη κακόνοιαν απορριψαμένη, φως εχρημάτισας διά του μαρτυρίου, θεομακάριστε᾽) (ωδή ε´).

Το φως του Θεού με το οποίο ήταν γεμάτοι οι άγιοι υπήρξε αποτέλεσμα του πνευματικού τους αγώνα. Ο άγιος υμνογράφος τονίζει ότι αν αξιώθηκαν ῾οι μεγαλομάρτυρες του Χριστού᾽(ωδή δ´) να μετάσχουν στη δόξα και το φως Εκείνου ήταν γιατί τήρησαν τις εντολές και τους νόμους Του και έγιναν στο τέλος κοινωνοί και των παθημάτων Του. ῾Αξιωθήκατε να δείτε την δόξα Αυτού που άδειασε τον εαυτό Του από αγάπη για εμάς, πανεύφημοι. Διότι φυλάξατε τους νόμους Του και γίνατε κοινωνοί των παθημάτων Του᾽ (῾Ιδείν την δόξαν κατηξιώθητε του εαυτόν κενώσαντος δι᾽ οίκτον, πανεύφημοι. Τους αυτού γαρ νόμους εφυλάξατε και κοινωνοί των τούτου παθημάτων γεγόνατε᾽) (ωδή θ´). Η κοινωνία των παθημάτων του Κυρίου από το ιερό ζεύγος, με αποκορύφωση τον σταυρό τους, είναι κάτι στο οποίο επιμένει ο υμνογράφος. Όχι μία και δύο, αλλά πολλές φορές προβάλλει τον εξεικονισμό του πάθους του Κυρίου από τους μάρτυρες. ῾Σας κρέμασαν πάνω στο ξύλο του σταυρού, πανεύφημοι, για πολλές ημέρες και εξεικονίσατε έτσι το σεπτό πάθος Εκείνου που έπαθε με τη θέλησή Του᾽(῾Επί ξύλου ταθέντες σταυρού, πανεύφημοι, επί πλείστας ημέρας εξεικονίσατε πάθος το σεπτόν του παθόντος βουλήματι᾽) (ωδή η´). Και ποια η αιτία της τήρησης του νόμου του Κυρίου και του με σταυρό μαρτυρίου τους; Όχι άλλο από εκείνο που συνιστά, όπως γνωρίζουμε, το κίνητρο κάθε αγίου: την θερμή αγάπη προς τον Θεό. ῾Συνδέσατε τις ψυχές σας τελείως με την αγάπη του Χριστού᾽(῾Τη αγάπη τέλεον του Χριστού ψυχάς συνεδήσατε᾽) (ωδή ς´). ῾Πυρπολείτο η ψυχή σου από ένθεο πόθο, μάρτυς᾽(῾Ενθέω πόθω την ψυχήν πυρπολούμενος, μάρτυς᾽) (ωδή γ´). ῾Έφερες στην καρδιά σου σαν φωτιά την αγάπη του Χριστού᾽(῾Πυρ εγκάρδιον την αγάπην φέρουσα Χριστού᾽) (ωδή ζ´).

Ο άγιος Ιωσήφ προβάλλει το ιερό ζεύγος ως πρότυπο συζυγίας. Μολονότι δεν μακροχρόνισε η επίγεια σχέση τους, απέκτησε βάθος αιώνιο, γιατί την στήριξαν στον ζυγό του Κυρίου. Για τον άγιο υμνογράφο η άριστη συζυγία είναι αυτή που προϋποθέτει την άρση του ζυγού του Κυρίου. Μόνον όταν το ζευγάρι, ο άνδρας και η γυναίκα, θέσουν ως θεμέλιο της σχέσης και της ζωής τους τον Χριστό, μπορούμε να πούμε ότι έχουμε σωστή και αρμονική συζυγία, πράγματι άριστη συζυγία. ῾Συνδεδεμένοι σαφώς με άριστη συζυγία, σηκώσατε μαζί τον ελαφρότατο ζυγό του Κυρίου στους αυχένες σας, και έτσι ενωθήκατε με το πλήθος των μαρτύρων᾽. (῾Συζυγία αρίστη σαφώς συνδούμενοι, τον ζυγόν του Κυρίου τον ελαφρότατον ήρατε ομού επαυχένιον, μάρτυρες, και ταις των μαρτύρων συνήφθητε αγέλαις᾽) (ωδή η´). Αν δεν υπάρχει ο Χριστός στη συζυγία, τότε έχουν μπει τα θεμέλια της διάλυσης, ήδη απαρχής της κοινής ζωής. Διότι τι θα κρατήσει την ενότητα του ζεύγους μέσα σε τόσα προβλήματα και τόσους πειρασμούς ιδίως της σημερινής εποχής; Χωρίς Χριστό εκείνο που κυριαρχεί δεν είναι η αγάπη, αλλά ο εγωισμός. Και όπως λέει ένα λαϊκό άσμα, ῾όπου ο εγωισμός, εκεί κι ο χωρισμός᾽. Οι άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα συνιστούν παράδειγμα ενότητας και συζυγίας. Μακάρι όλοι οι έγγαμοι κι όλοι που συνάπτουν σχέση με το άλλο φύλο να τους είχαν ως πρότυπο και κανόνα ζωής. Η ζωή τους ίσως γινόταν από εδώ ένα κομμάτι Παραδείσου.

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (2 ΜΑΪΟΥ)



«Ο άγιος Αθανάσιος έζησε αγγελικό βίο επί της γης. Τους άθλους του για την ορθόδοξη πίστη και τους αγώνες του κατά των κακοδόξων και τις συχνές άδικες εξορίες και ψεύτικες συκοφαντίες που υπέφερε, έχουν εκθέσει άλλες γραφές διεξοδικότερα όπως και ο Θεολόγος Γρηγόριος. Γι᾽αυτό κι επειδή δεν μπορούμε να διηγηθούμε αυτά που έχουν ειπωθεί από πολλούς πολλές φορές, θα πούμε σύντομα λίγα πράγματα προς υπενθύμιση.
Ο Αθανάσιος, ο επώνυμος της αθανασίας, είχε πατρίδα του την Αίγυπτο, ενώ οι γονείς του διακρίνονταν για τον πλούτο τους και την αρετή τους. Όταν ακόμη τον ανέτρεφαν και ήταν μικρό παιδάκι που έπαιζε μαζί με άλλα παιδιά, πήγε σε κάποια ακτή της θάλασσας, όπου έπαιζαν κάτι τέτοιο σαν παιχνίδι: Κάποια παιδιά κάνανε ότι ήταν πρεσβύτεροι και διάκονοι, ενώ τον Αθανάσιο τον χειροτόνησαν επίσκοπο. Έρχονταν λοιπόν παιδιά σ᾽αυτόν που δεν είχαν καθαρθεί από το θείο βάπτισμα, τα οποία ο Αθανάσιος τα βάπτισε στο νερό της θάλασσας. Ο επίσκοπος της Αλεξανδρείας Αλέξανδρος που έτυχε να δει αυτό που συνέβη, θαύμασε πάρα πολύ. Με φωτισμό του αγίου Πνεύματος μάλιστα κατάλαβε ότι αυτά που έγιναν αποτελούσαν τύπους και προμηνύματα των μελλοντικών πραγμάτων, γι᾽ αυτό και τα μεν παιδιά τα έχρισε με το θείο μύρο, τελειοποιώντας έτσι το βάπτισμά τους, τον δε Αθανάσιο τον παρέδωσε σε κάποιον γραμματιστή. Κι όταν έπειτα έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, τον χειροτόνησε διάκονο και τον πήρε μαζί του ως συνεργάτη του στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325 μ.Χ.), μαζί δε με αυτόν αποκήρυξε αυτούς που φρονούσαν την αίρεση του Αρείου.
Λίγο αργότερα, έφυγε από τη ζωή αυτή ο Αλέξανδρος και ο Αθανάσιος τον διαδέχτηκε στον επισκοπικό θρόνο. Οι περί τον Ευσέβιο όμως  δεν αποδέχτηκαν ήρεμα την προχείρισή του σε επίσκοπο, γι᾽ αυτό και πείθουν τον Κωνσταντίνο, τον πρώτο που χρημάτισε βασιλιάς των χριστιανών, να τον απελάσει από τον θρόνο. Αλλά ο Κωνσταντίνος, μετά την εξορία που έκανε στον άγιο στη Γαλλία, απέθανε. Ο Αθανάσιος τότε πήγε στη Ρώμη να εξηγήσει στον υιό του Κωνσταντίνου Κωνστάντιο, κι αφού ασφαλίστηκε με γράμματα από αυτόν επανήλθε στην Αλεξάνδρεια. Το έμαθε αυτό  ο Ευσέβιος και οι φίλοι του και δεν τον άφησαν σε ησυχία. Γι᾽ αυτό και αφού κατασκεύασαν κάθε είδος συκοφαντίας εναντίον του, έπεισαν τον Κωνστάντιο, τον βασιλιά της Ανατολής, να συγκαλέσει σύνοδο Επισκόπων, για να κριθεί ο Αθανάσιος. Από τις πολλές εναντίον του κατηγορίες θα υπενθυμίσω μία μόνον.
Έφεραν σε ξύλινη λάρνακα ένα ταριχευμένο χέρι, λέγοντας ότι είναι του Αρσενίου, τον οποίο τάχα ο Αθανάσιος τον σκότωσε για να κάνει μαγείες. Κατά πρόνοια του Θεού όμως  κατέφθασε στην Τύρο ο Αρσένιος (γιατί τον έκρυβαν οι Αρειανοί, για να μη γίνει γνωστή η υποκρισία τους) κι ο Αθανάσιος έμαθε ότι ο ῾νεκρός᾽ βρίσκεται εκεί. Τον έφερε λοιπόν στη Σύνοδο με καλυμμένο το πρόσωπο, ενώ υπήρχε στο κριτήριο και το κύριο ῾αποδεικτικό᾽ στοιχείο, το ταριχευμένο χέρι. Ζήτησε τότε να μάθει από τους παρόντες αν τυχόν γνώριζαν από πριν τον Αρσένιο. Αρκετοί ισχυρίστηκαν ότι γνωρίζουν τον άνδρα, οπότε ο Αθανάσιος τον αποκάλυψε, ρωτώντας ῾αν ήταν αυτός᾽. Συγκατατέθηκαν ότι ήταν εκείνος κι ο άγιος αφού έδειξε το δεξί χέρι του Αρσενίου πρώτα, κι έπειτα και το αριστερό, είπε: ῾Να το δεξί, να το αριστερό, που ο Δημιουργός των όλων έδωσε σε όλους τους ανθρώπους. Μη μου ζητάει λοιπόν κανείς και τρίτο χέρι για τον Αρσένιο᾽. Οι συκοφάντες του γέμισαν από μεγάλη ντροπή κι επειδή έχασαν το ῾αποδεικτικό᾽, εξόργισαν τότε τον λαό εναντίον του.  Γι᾽αυτό και εξέρχεται κρυφά από την πόλη και κρύβεται επί έξι χρόνια, καθισμένος σε έναν σκοτεινό και φοβερά άνυδρο λάκκο. Έπειτα βγήκε από τον λάκκο και κατέφυγε στη Δύση. Στη Δύση την εξουσία την είχε ο Κώνστας ο αδελφός του Κωνστάντιου. Σ᾽αυτόν και στον πάπα Ιουλιανό προσέφυγε ο μέγας και διεκτραγώδησε τα όσα πέρασε. Αυτοί ασφάλισαν με γράμματα τον άγιο και τον έστειλαν πίσω στην Αλεξάνδρεια.
Όταν έμαθε τούτο ο Κωνστάντιος, διέταξε έναν Συριανό να πάει στην Αλεξάνδρεια και να σκοτώσει μεν τον Αθανάσιο, να τοποθετήσει δε στον θρόνο τον Γρηγόριο. Ο Αθανάσιος ξέφυγε όμως από τα φονικά χέρια του Συριανού και πηγαίνει και πάλι στη Ρώμη. Ο Κώνστας τότε γράφει στον αδελφό του Κωνστάντιο να αποκαταστήσει στον θρόνο τον Αθανάσιο, απειλώντας τον ότι αν δεν το κάνει, θα τον αποκαταστήσει ο ίδιος με τα δικά του όπλα. Ο Κωνστάνιος φοβήθηκε και αποκατέστησε έτσι στην Εκκλησία των Αλεξανδρέων τον άγιο Αθανάσιο. Μετά από λίγο όμως και ο Κώνστας έφυγε από τη ζωή αυτή.
Ο Κωνστάντιος τώρα, που αναγορεύτηκε μόνος Αυτοκράτορας, στέλνει στρατιώτες για να συλλάβουν τον άγιο. Προγνώρισε όμως την κίνησή του αυτή ο άγιος, γι᾽αυτό και βγήκε κρυφά από το επισκοπείο, καταφεύγοντας σε κάποια γυναίκα που διακρινόταν για την παρθενία της και τις άλλες αρετές της. Αυτή, όταν έμαθε την αιτία της φυγής του, ευχαρίστως υποδέχτηκε τον άγιο, διακονώντας τον και προσφέροντάς του κάθε άλλη δεξίωση και υπηρεσία. Πέρασαν έτσι έξι χρόνια που ο μεγάλος άγιος κρυβόταν κοντά στη φιλόθεη γυναίκα. Τότε λοιπόν ο Κωνστάντιος έφυγε κι αυτός από τη ζωή, ενώ ανέβηκε στον θρόνο ο Ιουλιανός. Αμέσως λοιπόν ο Αθανάσιος βγήκε το μεσονύκτιο από το οίκημα και πήγε στο μέσο της Εκκλησίας, κι εκεί το πώς η πόλη ολόκληρη μαζεύτηκε  χειροκροτώντας και ευχαριστώντας τον Θεό για την παρουσία του ποιμενάρχη τους, δεν είναι του παρόντος καιρού για να το περιγράψουμε.
Ο Ιουλιανός όμως θεωρώντας όλα αυτά ως μηδαμινά, σκαρφίζεται νέο τέχνασμα, με σκοπό όχι μόνον να απελάσει τον Αθανάσιο από τον θρόνο, αλλά και να τον σκοτώσει. Στέλνει λοιπόν αυτούς που θα τον σκότωναν. Ο Αθανάσιος όμως και πάλι έμεινε ασύλληπτος και αδέσμευτος. Κι αυτό γιατί νύκτα πήγε στον Νείλο ποταμό, ανέβηκε σε πλοίο και απέπλευσε προς τη Θηβαϊδα. Επειδή όμως πλησίαζαν οι διώκτες του, τους παραπλάνησε και γύρισε πίσω στην Αλεξάνδρεια. Εκεί έζησε πάλι κρυμμένος, έως ότου ο Ιουλιανός έφτασε στα τελευταία του. Κι όταν έφυγε από τη ζωή κι ο Ιουλιανός, αναγορεύτηκε βασιλιάς ο Ιοβιανός. Αλλά κι αυτός πέθανε σε ελάχιστο χρόνο, οπότε ήλθε στην εξουσία των Ρωμαίων  ο Ουαλεντινιανός, κάνοντας κοινωνό της εξουσίας και τον αδελφό του Ουάλεντα: ο μεν Ουαλεντινιανός κυριαρχούσε στη Δύση, ο δε Ουάλης στην Ανατολή. Ο βασιλιάς, ο οποίος είχε πιστέψει από παλιά στη θολή διδασκαλία  του Αρείου, υπέβαλε σε μύρια βάσανα και τιμωρίες  όλους τους ορθοδόξους, ενώ έθεσε προτεραιότητά του να σκοτώσει τον Αθανάσιο. Επειδή λοιπόν ο άγιος επρόκειτο να φονευτεί, κατέφυγε σε έναν οικογενειακό τάφο και έτσι απέδρασε από τα χέρια των φονευτών. Ο βασιλιάς όμως, επειδή πληροφορήθηκε ότι ο λαός των Αλεξανδρέων ολοένα και αντιδρούσε για τις διώξεις του ποιμένα του, επέτρεψε, και χωρίς πια να το θέλει,  στον αθλητή άγιο να αναλάβει την προστασία της Εκκλησίας. Και έτσι, μετά από πολλούς αγώνες και μακρές εξορίες, αφού έκανε υπομονή επί σαράντα δύο χρόνια στους διωγμούς, άφησε τη ζωή σε βαθύ γήρας ο άγιος Αθανάσιος».

Η μόνη αναφορά της ακολουθίας σήμερα επί τη μνήμη της ανακομιδής του λειψάνου του μεγάλου Αθανασίου είναι στους στίχους του συναξαρίου: ῾Αθανάσιε, πού πηγαίνεις; Μη πάλι σε στέλνουν εξόριστο έστω και νεκρό; Τη Δευτέρα του Μαΐου το λείψανο του Αθανασίου βγήκε από τον τάφο᾽ (῾Αθανάσιε, πού κομίζη; Μη πάλιν και νεκρόν εξόριστον εκπέμπουσί σε; Δευτερίη νέκυς Αθανασίου εξέδυ τύμβου᾽). Σε κανένα άλλο τροπάριο δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά για το εορταζόμενο γεγονός της ανακομιδής. Όλοι οι ύμνοι αποτελούν έναν ύμνο για την ορθόδοξη πίστη του, για τους αγώνες του υπέρ της επικράτησης της πίστης αυτής, καθώς εναντιώθηκε στην αίρεση του αρειανισμού και των υποστηρικτών της, για την ενάρετη ζωή του, για τις εξορίες τις οποίες υπέστη. ´Ετσι πρέπει να αποδεχτούμε αυτό που έχει γραφεί, ότι δηλαδή ῾σύμφωνα με τον κώδικα των Καυσοκαλυβίων και το δίστιχο του Λαυριωτικού Κώδικα Ι 70, η κυρίως μνήμη του αγίου Αθανασίου πρέπει να εορτάζεται σήμερα, όπου και ιστορικά είναι αποδεδειγμένη η κοίμησή του και όχι η ανακομιδή των λειψάνων του...Για ποιο λόγο όμως καθιερώθηκε η κυρίως μνήμη του την 18η Ιανουαρίου μ᾽αυτήν του αγίου Κυρίλλου δεν γνωρίζουμε. Το πιθανότερο είναι για τον λόγο που καθιερώθηκε η εορτή των τριών Ιεραρχών᾽ (Ιστολόγιο: Ορθόδοξος Συναξαριστής).

Πράγματι, η όλη ακολουθία μάς καλεί να ευφρανθούμε σήμερα, γιατί προβάλλεται ενώπιον των πιστών ῾η μεγάλη της Εκκλησίας σάλπιγξ᾽ (δοξαστικό λιτής), ῾ο χρυσορρόας Νείλος και επώνυμος της αθανασίας᾽(δοξαστικό αποστίχων εσπερινού), ῾το στόμα του Λόγου Χριστού᾽(ωδή ε´), ῾ο ακατάβλητος πύργος της Εκκλησίας᾽(ωδή γ´), ῾ο ποταμός της χάριτος᾽ (ωδή ς´), μ᾽ έναν λόγο ῾ο στύλος της ορθοδοξίας᾽ (απολυτίκιο). Κι αιτία βεβαίως για όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς είναι το γεγονός ότι πρώτον, ο μέγας αυτός Πατέρας φωτίστηκε από τον Θεό κι έδειξε την ορθόδοξη πίστη στην Πρώτη ήδη Οικουμενική Σύνοδο, όταν ο Άρειος και οι περί αυτόν αμφισβητούσαν την αληθινή εικόνα του Τριαδικού Θεού που απεκάλυψε ο Ιησούς Χριστός. Ήταν εκείνος κατεξοχήν που ῾ανέστησε τα τρόπαια της ορθοδοξίας, αριθμώντας με ευσέβεια το μυστήριο της Τριάδος, λόγω της ιδιότητας των προσώπων και συνάπτοντάς τα πάλι χωρίς σύγχυση σε ένα, λόγω της ταυτότητας της ουσίας᾽(῾τα της ορθοδοξίας τρόπαια ανεστήσατο καθ᾽ όλης της οικουμένης, αριθμών ευσεβώς το της Τριάδος μυστήριον, διά την των προσώπων ιδιότητα, και πάλιν συνάπτων ασυγχύτως εις εν, διά την της ουσίας ταυτότητα᾽) (δοξαστικό αίνων)· δεύτερον, ο άγιος Αθανάσιος υπέστη τα πάνδεινα για την πίστη του αυτή, επιβεβαιώνοντας τον λόγο του Κυρίου που λέει ῾ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσι᾽, όπως και του αποστόλου Παύλου ῾πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται· τρίτον, ο άγιος φανέρωσε την αλήθεια και υπέστη διώξεις, γιατί ζούσε ως μία παρουσία του Χριστού στον κόσμο. Οι αρετές του ήταν εκείνες που αποδείκνυαν ότι τότε φωτίζει ιδιαιτέρως ο Χριστός τον άνθρωπο, όταν αυτός εκτός από διευρυμένο νου, που αποτελεί το μέσον εκφράσεως της αλήθειας, ζει με συνέπεια τις εντολές Εκείνου. Ο άγιος Αθανάσιος σαν τον απόστολο Παύλο μπορούσε να λέει ῾τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα, λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος᾽. Και το σημειώνει ο υμνογράφος: ῾Τον δρόμο της ευσέβειας τελείωσες και όπως ο Παύλος τήρησες την πίστη. Λοιπόν απόκειται και σε σένα, πανσέβαστε, ο δίκαιος στέφανος των κόπων σου᾽ (῾Της ευσεβείας τον δρόμον τετέλεκας, και ως ο Παύλος την πίστιν τετήρηκας. Λοιπόν απόκειται και σοι, παναοίδιμε, ο δίκαιος των πόνων σου στέφανος᾽) (κάθισμα α´ στιχολογίας).

Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε επ᾽ αυτού ό,τι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έγραφε ήδη στην αρχή του λόγου του για τον Αθανάσιο: ῾Επαινώντας τον Αθανάσιο, θα επαινέσω την ίδια την αρετή᾽ (῾Αθανάσιον επαινών, αρετήν επαινέσομαι᾽). Γιατί δεν υπήρξε όντως αρετή που δεν εξήσκησε ο μέγας αυτός Πατέρας της Εκκλησίας. ῾Άσκησες κάθε αρετή με τρόπο επίμονο, θεόπνευστε, και χρημάτισες σαφώς ιερότατος ιερουργός του Κυρίου, αφού χρίστηκες με άγιο χρίσμα από το ´Αγιον Πνεύμα᾽(῾Αρετήν πάσαν ήσκησας επιμόνως, θεόπνευστε, και χρισθείς τω Πνεύματι χρίσμα άγιον, ιερουργός ιερώτατος σαφώς εχρημάτισας᾽) (στιχηρό εσπερινού). Και δεν είναι καθόλου τυχαία η επισήμανση του υμνογράφου ῾επιμόνως᾽. Προκειμένου να αποκτήσει κανείς το Άγιον  Πνεύμα, το σκοπό της όλης πνευματικής ζωής, δεν αρκεί η απόκτηση κάποιων αρετών. Απαιτείται η απόκτηση όλων των αρετών, αλλά με τρόπο επίμονο. Η επιμονή στις εντολές του Χριστού, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμη και τις μεγάλες δοκιμασίες και θλίψεις, όπως συνέβη με τον άγιο Αθανάσιο, συνιστά ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της χριστιανικής ζωής,μάλλον αποτελεί τον όρο για την ίδια την ύπαρξή της.