Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ... (6)



ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΡΑ

῾Ο νεαρός καλόγερος κοίταζε μέ ἀγωνία τό πρόσωπο τοῦ μεγάλου ἀσκητῆ, καθώς ἐκεῖνος διάβαζε σοβαρός καί χωρίς νά βιάζεται τό γράμμα πού τοῦ εἶχε φέρει.
῾Μοιάζει πάρα πολύ μέ τόν Γέροντα᾽, τοῦ  ᾽ρθε αὐθόρμητα ἡ σκέψη. ῾῾Η κορμοστασιά, τό πρόσωπο, τά γένια. ᾽Ακόμη κι οἱ ρυτίδες σχεδόν εἶναι ἴδιες. Λένε ὅτι τά ἀδέλφια μοιάζουν μεταξύ τους, ἀλλά ἐδῶ παρα...μοιάζουν᾽.

῾Ο καλόγερος ἦταν σταλμένος ἀπό τόν Γέροντα τοῦ μοναστηριοῦ τοῦ ἁγίου μάρτυρα Ματθαίου, κοντά στήν πόλη τῆς  ῎Εδεσσας τῆς Συρίας, γιά νά μεταφέρει σπουδαῖο μήνυμα στόν ἀναχωρητή τῆς σπηλιᾶς. Νά τόν παρακαλέσει ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν ἀδελφῶν τοῦ κοινοβίου νά γυρίσει πίσω.
 ῾῾Από τήν ἀπάντησή του κρίνεται σέ μεγάλο βαθμό ἡ καλή πορεία ὅλων μας᾽, τόνισε μέ ἔμφαση ὁ ἡγούμενος στόν κομιστή τοῦ γράμματος ἀδελφό.

Δέν εἶχε πολύ καιρό πού εἶχε ἀνεβεῖ μέ τίς ψήφους τῶν πολυπληθῶν ἀδελφῶν στόν ἡγουμενικό θρόνο ὁ Γέροντας καί τό πρῶτο πού ἔνιωσε ὡς ἀνάγκη ἦταν νά βοηθηθεῖ ἀπό κάποιον ἐμπειρότερό του, κάποιον πού εἶχε πράγματι φόβο Θεοῦ καί φωτισμό ἀπό τήν χάρη Του. ῾Ποιός ἄλλος μπορεῖ νά μέ καθοδηγεῖ καλύτερα ἀπό τόν ἴδιο τόν ἀδελφό μου;᾽ σκέφτηκε καί μοιράστηκε τήν σκέψη του καί μέ τούς ἄλλους ἀδελφούς τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν νά συμφωνήσουν ἀμέσως μαζί του.  ῾Μαζί μεγαλώσαμε σ᾽ αὐτά τά μέρη, μαζί πήραμε τήν ἀπόφαση νά ἀφιερωθοῦμε στόν Θεό σ᾽ αὐτό τό εὐλογημένο μοναστήρι, μαζί ὅλα᾽, τούς εἶπε. ῾᾽Αλλά ἐκεῖνος πάντοτε χωρίς νά φαίνεται ὅτι κάνει κάτι ξεχωριστό προηγεῖτο σέ ὅλα᾽ συμπλήρωσε ταπεινά. ῾Ναί, ὁ ᾽Ισαάκ ἀπό τήν κοιλιά τῆς μάνας μας ἦταν ὁ ἐκλεκτός᾽. ῾Ο ἡγούμενος ἔσκυψε τό κεφάλι πρός τό στῆθος του.

῾Γέροντα᾽, πῆρε τόν λόγο ὁ γεροντότερος ἀπό τούς ἀδελφούς,  ῾ζήσαμε κι ἐμεῖς τόσα χρόνια ἐδῶ στό μοναστήρι τόν ἀδελφό σου ᾽Ισαάκ  καί μποροῦμε πράγματι νά ἐπιβεβαιώσουμε τίς ἐκτιμήσεις σου. ῾Ο ᾽Ισαάκ ἦταν ὄχι μόνο γιά σένα, ἀλλά καί γιά ὅλους μας ὁ φωτεινός ὁδοδείκτης. ῾Η παρουσία του ἀπό μόνη της ἦταν τό καλύτερο κήρυγμα. Γι᾽ αὐτό καί δέν σοῦ κρύβουμε ὅτι ὅπως κι ἐσύ στενοχωρηθήκαμε κι ἐμεῖς πάρα πολύ ἀπό τήν ἀπόφασή του νά μᾶς ἀποχωριστεῖ καί νά πάει στό βουνό ὡς ἀναχωρητής᾽.

῾῏Ηταν ἀναμενόμενο᾽ συμπλήρωσε ἕνας ἄλλος Γέροντας. ῾Τόν βλέπαμε τόν τελευταῖο καιρό πόσο ἐπέλεγε τήν σιωπή καί τήν ἀπόσυρση στό κελλί του, μελετώντας ἀδιάκοπα τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. ᾽Ακόμη καί στίς ὧρες τῶν συνάξεών μας, στόν ναό ἤ στήν τράπεζα, φαινόταν βυθισμένος στήν προσευχή᾽.

῾Πῆρα τό θάρρος καί τόν ρώτησα κάποια φορά, Γέροντα,᾽ ἀκούστηκε νά λέει ὁ τρίτος τοῦ συμβουλίου, ῾γιατί μᾶς ἀποφεύγει᾽. ῾Μάρτυς μου ὁ Θεός, δέν σᾶς ἀποφεύγω γιατί δέν σᾶς θέλω᾽, μοῦ εἶπε μέ δάκρυα στά μάτια, ῾ἀλλά κατάλαβα μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ὅτι δέν μπορῶ νά εἶμαι πλήρως καί μέ τόν Θεό καί μέ τούς ἀνθρώπους. Κι ἀκόμη ὅτι ἄν δέν ἀδιαφορήσει ὁ ἄνθρωπος γιά τά πράγματα τοῦ κόσμου, δέν μπορεῖ νά ἡσυχάσει  ἡ καρδιά καί νά βρεῖ τήν παρουσία ᾽Εκείνου.  ῞Οσο οἱ σωματικές αἰσθήσεις ἀπασχολοῦνται μέ τά πράγματα, τά σωματικά πάθη δέν ἐξαφανίζονται κι οὔτε παύουν οἱ πονηροί λογισμοί. Γιά μένα ἡ διέξοδος εἶναι ἡ ἔρημος. ῾Η ἀδυναμία μου μέ κάνει νά θέλω νά φύγω καί  νά δῶ καλύτερα τόν ἑαυτό μου μετά ἀπό τόσα χρόνια κοινοβιακῆς ζωῆς᾽.

Τό μοναστήρι τοῦ ἁγίου Ματθαίου σάν νά ἐρήμωσε μέ τήν φυγή τοῦ ᾽Ισαάκ. Σάν νά ἔχασαν τόν πατέρα τους καί ὀρφάνεψαν. Μά νά τώρα πού ἦλθε ἡ ὥρα νά κληθεῖ πίσω ὁ ἀναχωρητής. Στόν ἡγουμενικό θρόνο ἀνέβηκε ὁ κατά σάρκα ἀδελφός του κι ἔνιωσε τήν ἀνάγκη, ὅπως εἴπαμε, νά τόν παρακαλέσει νά ἐπιστρέψει.

῾Ο καλόγερος ξανακοίταξε μέ ἀγωνία τόν Γέροντα ἀσκητή. Εὐχόταν ἡ ἀπάντηση νά εἶναι θετική. ῎Ενιωσε ἕνα δέος καθώς ἔβλεπε τούς κόπους τῆς ἀσκήσεως ἀποτυπωμένους στό ἅγιο πρόσωπό του. ᾽Απέπνεε ὅμως μία γλύκα πού δέν μποροῦσε νά τήν προσδιορίσει. Τό βλέμμα του ἔκανε ἕνα γύρο στήν σπηλιά. Τά πάντα φτωχικά. Τίποτε περιττό, πέρα ἀπό τήν ῾Αγία Γραφή καί κάποια ἄλλα βιβλία ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας μας, ἕνα ὑποτυπῶδες στρῶμα στό ἔδαφος γιά κρεββάτι, ἕνα κηροπήγιο γιά νά δίνει φῶς, κάποιες εἰκόνες.

Τελείωσε κάποια φορά τήν ἀνάγνωση ὁ ᾽Ισαάκ. ῾Εὐχαριστῶ, παιδί μου, γιά τήν πρόσκληση᾽ τοῦ εἶπε. ῾Πές ὅμως στόν ἅγιο ἡγούμενο καί τούς ὑπόλοιπους ἀδελφούς ὅτι παρ᾽ ὅλην τήν ἀγάπη πού τούς ἔχω δέν μπορῶ νά ἀποχωριστῶ τήν ἀγαπημένη μου ἡσυχία. ῎Οχι, δέν θά ἐπιστρέψω, τουλάχιστον στήν φάση αὐτή τῆς ζωῆς μου. Θά μείνω ἐδῶ νά κλαίω τίς ἁμαρτίες μου καί νά δοξολογῶ τόν Θεό μου. ῾Η ἀπάντησή μου εἶναι ὁλωσδιόλου ἀρνητική᾽.

῾Ο ἡγούμενος καί οἱ ἄλλοι ἀδελφοί μέ σφιγμένη τήν καρδιά ἄκουσαν τήν τελεσίδικη ἀπάντηση τοῦ ἅγιου ἀναχωρητῆ. ῎Οχι ὅτι δέν τήν περίμεναν. ᾽Αλλά στό βάθος τῆς καρδιᾶς τους ὑπῆρχε μία ἀμυδρή ἐλπίδα. ῎Επεσαν ἔξω.

Ἡ εἴδηση πού τούς ἦλθε λίγο καιρό ἀργότερα ἔσκασε σάν βόμβα ἀνάμεσά τους. ῾Ο ᾽Ισαάκ, ὁ μέγας ἀναχωρητής, ὁ ἀρνητής τῶν ὅποιων κοσμικῶν σχέσεων, ὁ ἐραστής τῆς ἡσυχίας, δέχτηκε νά γίνει ἐπίσκοπος τῆς Νινευΐ, τῆς μεγάλης καί πολυάνθρωπος πόλης. ῾Ο Πατριάρχης ᾽Αντιοχείας μέ τήν περί αὐτόν Σύνοδο σ᾽ αὐτόν ἀπευθύνθηκαν γιά νά ἀναλάβει τήν ὑπεύθυνη καί καίρια θέση τοῦ ἐπισκόπου καί ὁ ἡσυχαστής...δέχτηκε. Πῶς ἔγινε αὐτό;

Στήν χειροτονία του πού παραβρέθηκε καί ὁ ἡγούμενος ἀδελφός του λύθηκε τό μυστήριο. ῾᾽Αδελφέ μου, δέν μπόρεσα νά ἀρνηθῶ. Σέ σένα καί στούς ἀδελφούς τοῦ μοναστηριοῦ ἀρνήθηκα, γιατί εἶστε ἄνθρωποι. ᾽Αλλά πῶς νά ἀρνηθῶ στόν Κύριο;᾽ εἶπε μέ δέος ὁ ἐπίσκοπος πιά ᾽Ισαάκ.
Ρίγησε ὁ ἡγούμενος. ῾Τί συνέβη;᾽ ρώτησε τρέμοντας.
῾῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος μοῦ ἐμφανίστηκε καί μέ πρόσταξε νά δεχτῶ. ᾽Αρνήθηκα στήν ἀρχή, Τόν παρεκάλεσα, ἡ ἐντολή Του ὅμως δέν ἐπιδεχόταν ἄρνηση᾽. Φάνηκε συντετριμμένος. ῾᾽Αδελφέ μου, δέν μπόρεσα νά γίνω ῾ἀπειθής τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ᾽ ὅπως λέει καί ὁ ἅγιος Παῦλος. Ξέρει ὅμως ᾽Εκεῖνος ὅτι εἶναι κάτι πού ἡ καρδιά μου δέν τό θέλει᾽. ῾Η σκέψη του ἔφυγε καί βρέθηκε στήν ἀγαπημένη του σπηλιά. ῾Κύριε, ἐλέησόν με᾽ ψιθύρισε.

᾽Ανεξερεύνητες οἱ βουλές τοῦ Θεοῦ. Ὁ καλόγερος ἔγινε ἀναχωρητής, ὁ ἀναχωρητής ἐπίσκοπος. ῾Ο λύχνος φάνηκε νά τοποθετεῖται στήν λυχνία, νά μήν εἶναι πιά κρυμμένος ὑπό τόν ἐρημητικόν μόδιον, προκειμένου νά φωτίσει καί τούς μακριά ἀπό τήν ἔρημο εὑρισκομένους μέ τό φῶς τῆς διδασκαλίας καί τῆς ἀρετῆς. Γιά πόσο ὅμως; Γιατί ὅ,τι ἀκολούθησε ἔδειξε ὅτι τό φῶς μόλις ἀνέτειλε καί φάνηκε στόν ὁρίζοντα τῆς ᾽Εκκλησίας, τήν ἴδια στιγμή ἔδυσε καί κρύφτηκε. Συνέβη ὅ,τι καί μέ τόν θεῖο Γρηγόριο τόν θεολόγο: δέν πρόλαβε νά ψηφιστεῖ ἐπίσκοπος στά Σάσιμα κι ἀμέσως ἀνεχώρησε ἀπό ἐκεῖ. Τί ἔγινε ὅμως καί μέ τόν ὅσιο ᾽Ισαάκ τόν Σύρο, τόν ἐπίσκοπο πιά τῆς Νινευΐ;

Τήν ἴδια ἡμέρα τῆς χειροτονίας του, μετά τίς ὅλες τίς τελετές, μετά τίς εὐχές καί τίς συναντήσεις πού συνήθως γίνονται, κι ἀφοῦ εἶχε ἀποσυρθεῖ στό ἐπισκοπικό οἴκημα γιά νά ξεκουραστεῖ λίγο καί νά κατανοήσει ὅ,τι ὁ Θεός ἐπέτρεψε στήν ζωή του, ἡ πόρτα του κτύπησε καί βρέθηκε μπροστά σέ δύο ταραγμένους ἀνθρώπους.
῾῞Αγιε Πάτερ᾽ τοῦ εἶπαν καί οἱ δύο. ῾Χρειαζόμαστε ἀμέσως τήν βοήθειά σου. ᾽Εσύ μόνο μπορεῖς νά μᾶς βοηθήσεις᾽.

Εἶδε τήν ταραχή καί θέλησε νά βοηθήσει. Τούς ὁδήγησε στό φτωχικό σαλόνι, τούς τράταρε ὅ,τι εἶχαν  προμηθεύσει οἱ ἄνθρωποι τῆς ποίμνης του. ῎Αφησε κάποια ὥρα νά περάσει μιλώντας τους γιά ἄσχετα πράγματα πρός τό πρόβλημά τους. ῞Οταν τούς εἶδε πιό ἤρεμους θέλησε νά μάθει τήν αἰτία τῆς ταραχῆς τους.  

Ξεκίνησε ὁ ἕνας. Μόλις ἄρχισε νά ἐξηγεῖ φούντωσε καί κοκκίνησε ἀπό τήν ὀργή του. ῾῞Αγιε Πάτερ, πρίν ἀπό καιρό ἔδωσα ἀρκετά χρήματα σ᾽ αὐτόν τόν ἄνθρωπο δανεικά. Μοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θά μοῦ τά δώσει σύντομα. Πέρασε ὁ πρῶτος καιρός, πέρασε κι ἄλλος, κι ὅλο μέ παραπέμπει γιά ἀργότερα καί τίποτε δέν μοῦ δίνει. Πάτερ, τά χρήματά μου τά ἔβγαλα μέ τό αἷμα τῆς καρδιᾶς μου. Κι αὐτός μέ κοροϊδεύει καί θέλει νά μοῦ τά φάει. Αὐτό δέν πρόκειται ποτέ νά τό ἀποδεχτῶ. Θέλω τά χρήματά μου πίσω καί μάλιστα τώρα. Διαφορετικά...᾽. Σταμάτησε ξαφνικά, ἀφήνοντας τήν ἀπειλή νά αἰωρεῖται στόν ἀέρα.

῾Πάτερ, δέν εἶναι ἔτσι ἀκριβῶς τά πράγματα᾽ ἄρχισε νά ἀπολογεῖται ὁ ὀφειλέτης. Πράγματι, ὁ ἀδελφός ἐδῶ μοῦ δάνεισε πρό καιροῦ  πού εἶχα μία μεγάλη ἀνάγκη γιά τήν οἰκογένεια καί τίς δουλειές μου. Πράγματι, δέν κράτησα τίς ἡμέρες πού ὑποσχέθηκα γιά νά τά γυρίσω πίσω, ἀλλά δυστυχῶς ἀκόμη δέν μπόρεσα νά ὀρθοποδήσω. Τό μόνο πού τοῦ ζητῶ εἶναι νά κάνει λίγο ἔλεος καί νά περιμένει λίγες ἀκόμη ἡμέρες. Μέ ξέρει ἀπό παλιά, ξέρει τήν οἰκογένειά μου καί γι᾽ αὐτό δέν πρόκειται νά τοῦ τά φάω. Λίγες ἡμέρες μόνο ἀκόμη...᾽ εἶπε ὁ ἄνθρωπος καί συντετριμμένος ἔγειρε πιό πολύ στό κάθισμά του.

Δέν πρόλαβε νά πάρει τόν λόγο ὁ ὅσιος ἐπίσκοπος. Κατακόκκινος ὁ δανειστής πετάχτηκε ὄρθιος καί μέ ὀργή πού ὁλονέν αὐξανόταν καί βλέμμα πού ἄστραφτε γύρισε ἀργά πρός τό ράκος τοῦ καθίσματος. ῾Οὔτε μία ἡμέρα παραπάνω δέν θά περιμένω. Αὐτήν τήν ὥρα φεύγω καί πάω στόν κριτή. Δέν θά μοῦ φᾶς ἐσύ τά λεφτά μου᾽. Τά ᾽πε σάν νά ἔφτυσε.

῾Ο Γέροντας ἐπίσκοπος μέ τήν καθαρή καρδιά καί τόν φωτισμένο νοῦ εἶδε καί κατάλαβε. Τά δαιμόνια εἶχαν κάνει καλά τήν δουλειά τους στόν ἄνθρωπο τῆς φιλαργυρίας. ῾Η κατοχή τῶν πραγμάτων δέν ἄφηνε περιθώριο ἐλέους στήν ταραγμένη καρδιά τοῦ δανειστῆ. Μπορεῖ νά λεγόταν χριστιανός, ἀλλά μπροστά του ὁ ὅσιος εἶχε ἕναν εἰδωλολάτρη. ῾῞Οπου ὁ θησαυρός ὑμῶν ἐκεῖ καί ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται᾽ θυμήθηκε τά λόγια τοῦ Κυρίου. ῞Υψωσε νοερά τό βλέμμα στόν οὐρανό.

῾Παιδί μου, κάνε ἔλεος᾽ εἶπε ἥσυχα. ῾᾽Εάν γιά τήν ἐντολή τοῦ εὐαγγελίου ὀφείλεις νά μή ζητᾶς ἀκόμη καί τά πράγματα πού σοῦ ἔχουν ἀφαιρέσει διά τῆς βίας, πόσο περισσότερο δέν πρέπει νά ὑπομείνεις γιά λίγες ἡμέρες τόν συνάνθρωπό σου πού σέ παρακαλεῖ; Παιδί μου, γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ μας. ῾Ο Χριστός σέ παρακαλεῖ τώρα νά μακροθυμήσεις᾽.

῾Η πέτρινη καρδιά μίλησε μέ τόν τρόπο της. Μέ αὐθάδεια καί ἔπαρση, κάνοντας πέρα Χριστό, εὐαγγέλιο, ἐπίσκοπο, συνάνθρωπο.

῾Παράτα μας, Πάτερ, μέ τό εὐαγγέλιό σου. Αὐτά τά λέτε ἐσεῖς οἱ παπάδες γιά νά εἰρηνεύετε τάχα τά πράγματα. Κοίτα μπροστά σου. Τά λεφτά εἶναι αὐτά πού ἔχουν ἀξία καί δίνουν τήν δύναμη στόν κόσμο. Τά ἄλλα εἶναι...ἀέρας᾽. ῾Ο Πονηρός εἶχε τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο. ῎Εστρεψε τόν ταλαίπωρο δοῦλο του πρός τήν πόρτα καί χωρίς αυτός νά πεῖ τίποτε ἄλλο τήν βρόντηξε κι ἔφυγε.

῾Ο ᾽Ισαάκ ἔμεινε ἄφωνος. ῎Ηξερε τίς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου, ἤξερε τό πόσο τά πράγματα καθοδηγοῦν τελικῶς ὡς ἀπόλυτη ἀξία πολλούς ἀνθρώπους, ἀλλά νά τό βλέπει τόσο ἄμεσα καί ἀνάγλυφα μπροστά του, τοῦτο δέν τό περίμενε.

Γεμᾶτος θλίψη καί ἔλεος ἀγκάλιασε καί εὐλόγησε τόν ὀφειλέτη. ῾Θά κοιτάξω μήπως βρῶ ἀπό κάποιον γνωστό τίποτε νά τοῦ δώσεις, γιατί ἐγώ δέν ἔχω ἀπολύτως τίποτε᾽ εἶπε ὁ ἀκτήμων ὅσιος καί τόν ξεπροβόδισε εὐχόμενος γι᾽ αὐτόν.

῾Ο ὅσιος τοῦ Θεοῦ ἔπεσε σέ βαθειά συλλογή. ῾Ο λογισμός πού τόν τριβέλιζε δέν ἔλεγε νά φύγει ἀπό μέσα του: ῾῎Αν οἱ ἄνθρωποι πού τό Πνεῦμα τό ῞Αγιον μέ κατέστησε ἐπίσκοπό τους δέν ὑπακούουν στά προστάγματα τοῦ εὐαγγελίου, ἐγώ τί ἦλθα νά κάνω ἐδῶ; ῎Αν δέν ἀκοῦνε τόν Κύριο, πῶς θά ἀκούσουν ἐμένα, τόν ἀχρεῖο δοῦλο Του;᾽

Τό ἴδιο βράδυ ὁ ἅγιος ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος,  ὁ ἐπίσκοπος τῆς Νινευΐ τῆς μεγάλης καί πολυάνθρωπος πόλης, ὁ ἡσυχαστής καί θεόπτης, ὁ γλυκός δάσκαλος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἔκλεισε πίσω του τήν πόρτα τοῦ ἐπισκοπείου πού πρώτη φορά ἐκείνη τήν ἡμέρα τήν εἶχε διαβεῖ, καί δέν τήν ξανάνοιξε ποτέ. ῾Η σπηλιά του τόν ὑποδέχτηκε χαρωπή κι ἐκεῖ ἔμεινε ἀνδρείως καί καρτερικά μέχρι τόν θάνατό του.

(Πηγή: Βίος ὁσίου ᾽Ισαάκ τοῦ Σύρου)



Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΥΑΚΙΝΘΟΣ Ο ΚΟΥΒΙΚΟΥΛΑΡΙΟΣ (ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ)



῾῾Ο ἅγιος ῾Υάκινθος καταγόταν ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καί ὑπηρετοῦσε στό βασιλικό τραπέζι τοῦ αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ. Κατηγορήθηκε ὅμως ὡς χριστιανός, γι᾽ αὐτό καί δόθηκε ἡ ἐντολή νά κτυπηθεῖ σέ ὅλο τό σῶμα του καί νά ριχτεῖ στήν φυλακή. ᾽Εκεῖ μένοντας ἀρκετές ἡμέρες χωρίς φαγητό παρέθεσε τό πνεῦμα του στόν Θεό᾽.


῎Εχει προταθεῖ ἀπό ὁρισμένους χριστιανούς ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ῾Υακίνθου νά καθιερωθεῖ ὡς ἡ ἑορτή τῶν ἐρωτευμένων σέ ἀντικατάσταση τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Βαλεντίνου (14 Φεβρουαρίου), γιά τόν ὁποῖο ὑπάρχουν πολλές καί ἀντιφατικές παραδόσεις. Καί τοῦτο βεβαίως ὄχι γιατί ὁ ἅγιος ἔχει καμμία οὐσιαστική σχέση πρός αὐτό πού προβάλλεται ὡς ἀνθρώπινος ἔρωτας, ἀλλά γιατί τό ὄνομά του πού παραπέμπει στό πολύ ὄμορφο καλλωπιστικό φυτό ὑάκινθος, τό κοινῶς ὀνομαζόμενο ζουμπούλι, μέ τό ἔντονο ἄρωμα καί τά πολυάριθμα μικρά ἄνθη του, κυανοῦ, ρόζ ἤ ἄσπρου χρώματος, συνηγορεῖ γιά κάτι τέτοιο. ῾Η σχέση τοῦ ἁγίου πρός τόν ἔρωτα ὑπάρχει, κατά πῶς μᾶς τό θέτει καί ὁ ἅγιος ὑμνογράφος τῆς ἀκολουθίας του Θεοφάνης ὁ ποιητής, ἀλλά μέ τήν ἔννοια πού συναντᾶμε σέ ὅλους τούς ἁγίους, δηλαδή τήν ἔννοια τοῦ θείου ἔρωτα, τῆς σφοδρῆς ἀγάπης πρός τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό.

Πράγματι, ἡ ὅλη κατά Χριστόν πορεία τοῦ ἁγίου ῾Υακίνθου κατανοεῖται μόνον κάτω ἀπό τήν ὀπτική αὐτή. ῾Η ἀγάπη του πρός τόν Χριστό τοῦ ἔδωσε τήν δύναμη νά ἀντιμετωπίσει τήν ὀργή καί τήν μήνη τοῦ ἴδιου τοῦ αὐτοκράτορα, ἐπιμένοντας ὅτι εἶναι χριστιανός, καί νά ὑποστεῖ φοβερά μαρτύρια μέχρι τῆς τελικῆς ἐκπνοῆς του λόγω ἀσιτίας. ῾῎Ελεγξες τόν τύραννο, ἀθλοφόρε, πού εἶχε φτάσει σέ κατάσταση μανίας, γιατί ἤσουν ντυμένος ἀπό τόν Χριστό μέ τήν ἀήττητη δύναμή Του᾽ (῾Μαινόμενον τόν τύραννον ἤλεγξας, ἀθλοφόρε, δύναμιν ἀήττητον παρά Χριστοῦ ἐνδυσάμενος᾽) (ὠδή ε´). ῾᾽Αγάπησες τόν Θεό μέ τήν ψυχή σου σύ, ἀθλητή μακάριε, παλεύοντας μέχρις αἵματος πρός τήν ἁμαρτία καί ἀνατρέποντας τούς ἐχθρούς᾽ (῾Σύ τόν Θεόν ἠγάπησας ἐκ ψυχῆς, μέχρις αἵματος  πρός τήν ἁμαρτίαν, ἀθλητά μακάριε, ἀντικαθιστάμενος καί δυσμενεῖς τρεπόμενος᾽) (ὠδή η´).

῾Ο ἅγιος ποιητής μάλιστα παίρνει ἀφορμή ἀπό τήν γνωριμία πού εἶχε ὁ ῾Υάκινθος πρός τόν αὐτοκράτορα Τραϊανό, ἀφοῦ ὑπῆρξε θαλαμηπόλος του, γιά νά πεῖ ὅτι τελικῶς ὁ ἅγιος ἦταν ὁ ἀληθινός αὐτοκράτορας, γιατί ἀκριβῶς μέ τόν εὐσεβή λογισμό τῆς πίστεως πού εἶχε ἔγινε αὐτοκράτορας τῶν παθῶν του, τρεφόμενος ἀπό τόν θεϊκό λόγο καί ὄχι ἀπό τήν τροφή τῶν παρανόμων. ῾Αὐτοκράτορα φέρων τῶν παθῶν ἀριδήλως τόν εὐσεβῆ λογισμόν, τροφήν τῶν παρανόμων κατέπτυσας, παμμάκαρ, θείῳ λόγῳ τρεφόμενος᾽ (ὠδή ζ´). Κι εἶναι πολύ σημαντική ἡ παρατήρηση τοῦ Θεοφάνη, γιατί μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ὅταν ὁ μάρτυρας δέχεται τό ὅποιο μαρτύριο εἴτε ὡς κτύπημα εἴτε ὡς στέρηση, τήν ἴδια ὥρα ὁ Κύριος μέ μυστικό τρόπο ἔρχεται καί λειτουργεῖ σ᾽ αὐτόν ἀντιστοίχως εἴτε ὡς θεϊκό χάδι εἴτε ὡς πλήρωση καί τροφή. Πρόκειται γιά πραγματικότητα πού δέν πρέπει νά λησμονοῦμε, γιατί ἰσχύει γενικότερα: κάθε ὑπομονή πού κάνουμε στήν ζωή μας τήν ὥρα τῆς ὅποιας δοκιμασίας μας, ἐνῶ φαίνεται ὅτι ὑφιστάμεθα μία ταλαιπωρία καί ἕνα βάσανο, ὁ Κύριος εἶναι παρών καί τήν δοκιμασία τήν μεταποιεῖ σέ εὐλογία.

῾Ο ἐκκλησιαστικός ποιητής δέν εἶναι δυνατόν νά μήν ἀξιοποιήσει καί τό ὄνομα τοῦ ἁγίου ῾Υακίνθου. ᾽Αφενός μᾶς προτρέπει νά τοῦ πλέξουμε στεφάνι μέ τούς ὕμνους ἀποτελούμενο ἀπό ἀμαράντινους ὑακίνθους (῾῾Υακίνθῳ σήμερον ἐξ ὑακίνθων ἀμαράντων πλέξωμεν στέφανον πάντες οἱ πιστοί᾽) (κοντάκιο), ἀφετέρου μᾶς μεταφέρει στήν θριαμβεύουσα ᾽Εκκλησία, τήν ᾽Εκκλησία τῶν πρωτοτόκων, δίνοντάς μας τήν εἰκόνα τῆς θέσης τοῦ ἁγίου μάρτυρα ἀνάμεσα στούς ἄλλους ἁγίους. ῾Σάν ὄμορφο ζουμπούλι λάμπρυνες τήν θεία σκηνή, σάν ἐκλεκτό ζωηρό κόκκινο ἀπό τό αἷμα τῆς ἀθλήσεώς σου ἔγινες ἀφιέρωμα τῆς ᾽Εκκλησίας τῶν πρωτοτόκων᾽ (῾῾Υάκινθος ὡς φαιδρός, σκηνήν τήν θείαν ἐφαίδρυνας, ὡς κόκκινον ἐκλεκτόν, ἀθλήσεως αἵματι, ἀνάθημα γέγονας τῆς τῶν πρωτοτόκων ᾽Εκκλησίας, παναοίδιμε᾽) (ὠδή ς´). Κι ἀκόμη: θεωρεῖ ὁ ποιητής τόν ἅγιο μάρτυρα σάν διαυγή καί πολύτιμο  λίθο τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, γιατί μέ τήν ῾εἰλικρίνεια τῆς ψυχῆς του καί τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ του᾽ (ὠδή ζ´) ἔγινε φωτεινό κατοικητήριο τοῦ  Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. (῾῎Ωφθης διαυγείᾳ τοῦ Πνεύματος, ὥσπερ λίθος διαυγής τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ᾽) (στιχηρό ἑσπερινοῦ). (῾Σέ τόν διαυγείᾳ μαρτυρικῇ πολύτιμον λίθον γεγονότα θείου ναοῦ᾽) (ὠδή α´).

῾Ο ἅγιος ῾Υάκινθος γιά τόν Θεοφάνη θεωρεῖται καί ὡς πρότυπο ἰδιαιτέρως τῆς νεότητας. Γιατί νέος καθώς ἦταν ὁ ἅγιος φανέρωσε ἐκεῖνο πού τιμᾶ τήν νεότητα καί τήν διακρατεῖ πάντοτε ἀνθοφοροῦσα: τήν γενναιότητα τοῦ νοῦ καί τήν φρόνηση καί σύνεση τῶν μεγάλων. Πού σημαίνει: δέν δίνει ἀξία σέ ἕναν νέο ἀπό μόνη της ἡ νεότητά του. Κι αὐτή θά παρέλθει πολύ γρήγορα. ῾Η νεότητα τῆς καρδιᾶς μετράει κατεξοχήν, γιατί αὐτή παραμένει ἐσαεί. ῾᾽Απέδειξες, μάρτυς ἀθλοφόρε, τό νεανικό τῆς ἡλικίας σου καί τό γενναῖο τῆς διανοίας σου, καθώς πάλεψες μέ ἀνδρεία κατά τῆς πλάνης ὑπέρ Χριστοῦ᾽ (῾Τό τῆς ἡλικίας νεανικόν καί τῆς διανοίας τό γενναῖον ὑπέρ Χριστοῦ ἀπέδειξας, μάρτυς ἀθλοφόρε, κατά τῆς πλάνης ἀνδρισάμενος᾽) (ὠδή α´). ῾᾽Ενῶ ἤσουν νέος, φάνηκες νά ἔχεις καθαρά φρόνηση μεγάλου, μάρτυς Χριστοῦ, καί νά κοσμεῖσαι ἀπό σύνεση᾽ (῾Νέος καθιστάμενος, πρεσβυτικήν σαφῶς φρόνησιν, μάρτυς Χριστοῦ, ὤφθης κεκτημένος, καί συνέσει κοσμούμενος᾽) (ὠδή γ´).

Ταῖς τοῦ ἁγίου Σου πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς᾽.








Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ... (5)




ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ 
ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ

῾Ο Γέροντας ἀξημέρωτα ἀκόμη ἄνοιξε τήν πόρτα τοῦ καθολικοῦ. Τό σκοτάδι ἦταν ἀκόμη πηχτό, ἀλλά αὐτό δέν τόν ἐμπόδισε νά προχωρήσει καί νά φτάσει στό ἅγιο βῆμα. ῎Ηξερε κάθε πατημασιά, κάθε κρυφή γωνιά τοῦ μικροῦ μοναστηριοῦ του. Χρόνια βρισκόταν καί ὑπηρετοῦσε στό μικρό καί ταπεινό μοναστηράκι τῶν ἁγίων ᾽Αναργύρων, πού ἀπεῖχε λίγη ὥρα ἀπό τό σκαρφαλωμένο πάνω στό βουνό χωριό τῆς περιοχῆς. Λιγοστοί οἱ κάτοικοί του, εὐλαβεῖς καί πιστοί ὅμως στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι δέν δίσταζαν μέ κάθε καιρό νά ἀνεβαίνουν στούς ἁγίους καί νά λειτουργοῦνται ἀπό τόν ἀγαπημένο τους Γέροντα. Θεωροῦσαν μεγάλη εὐλογία τό γεγονός ὅτι παρ᾽ ὅλην τήν ἐγκατάλειψή τους ἀπό τήν Πολιτεία εἶχαν τό μοναστήρι καί τόν Γέροντα, ἔστω καί μόνο του.

 ῾῾Ο Θεός καί οἱ ἅγιοι ἀνάργυροι Κοσμᾶς καί Δαμιανός τουλάχιστον δέν μᾶς ἔχουν ἀφήσει ποτέ ἀβοήθητους᾽, ἔλεγαν καί ξανάλεγαν μέ εὐγνωμοσύνη. ῾Σ᾽ ἐμᾶς δέν ἰσχύει αὐτό πού λένε: ἀπ᾽ τόν Θεό κι ἀπ᾽ τούς ἀνθρώπους ξεγραμμένοι. ᾽Απ᾽ τούς ἀνθρώπους, ναί! ῎Οχι ὅμως ἀπό τόν Θεό!᾽

Γι᾽ αὐτό καί εἶχαν κανονίσει ἐκ περιτροπῆς νά ἀνεβαίνουν καί νά βοηθοῦν τόν Γέροντα στήν καθαριότητα τοῦ χώρου, ἐνῶ ὁ κυρ-Κωστῆς, πού διατηροῦσε ἕνα μικρό καφενέ ἀπό παλιά στό χωριό κι εἶχε μάθει ἀπό τόν παπποῦ του μερικά ψαλτικά, ἐκτελοῦσε χρέη νεωκόρου καί ψάλτη. Μπορεῖ νά μήν ἤξερε τά σημαδάκια τῶν βιβλίων τῆς ψαλτικῆς, ἀλλά τά κατάφερνε μιά χαρά στίς διάφορες ἀκολουθίες, τούς ἑσπερινούς καί τίς θεῖες λειτουργίες.

Πολλές φορές βέβαια εἶχε παραξενευτεῖ ἀπό τήν στάση τοῦ Γέροντα. Σάν νά ἀφαιρεῖτο κάποιες στιγμές τήν ὥρα τῆς Λειτουργίας, σάν νά μιλοῦσε ἄλλοτε μέ κάποιους, τότε πού ἑτοίμαζε τήν προσκομιδή.

῾Γέροντα, τί λές; Μέ ποιούς μιλᾶς;᾽ εἶχε τολμήσει κάποια φορά νά τόν ρωτήσει.
῾Μά, μέ τούς ἀγγέλους, παιδί μου᾽, τοῦ ᾽χε ἀπαντήσει ὁ ἁπλοϊκός Γέροντας, σάν νά τοῦ ἔλεγε τό πιό φυσικό πράγμα τοῦ κόσμου.
 ῾Εἶναι δυνατόν νά λειτουργοῦμε τόν Κύριο, νά ἔρχεται ὁ ῎Ιδιος καί νά μᾶς δίνει τό σῶμα καί τό ἅγιο αἷμα Του, καί νά μή συνοδεύεται ἀπό τούς ἁγίους ὑπηρέτες Του, τούς ἀγγέλους καί ὅλους τούς ἁγίους;  Δέν λέμε στήν Λειτουργία ὅτι παρευρίσκονται χιλιάδες ἄγγελοι καί ἀρχάγγελοι, δυνάμεις, ἐξουσίες, πολυόμματα, πτερωτά; ῎Ε, μ᾽ αὐτούς μιλάω᾽.

῾Ο κυρ-Κωστῆς κρατοῦσε μία ῾πισινή᾽ στά λόγια αὐτά τοῦ καλόγερου. Μπορεῖ νά ἦταν πιστός ἄνθρωπος, ἀλλά δέν ἦταν ἐντελῶς πρόθυμος νά ἀκολουθήσει τήν λογική τοῦ καλοῦ Γέροντα, ὁ ὁποῖος στό κάτω-κάτω δέν διακρινόταν καί γιά τήν μόρφωσή του.

῎Ηξερε ὅτι ἀπό μικρό παιδί ὁ Γέροντας εἶχε ἀφιερωθεῖ στόν Θεό, ἀλλά γράμματα ἰδιαίτερα δέν εἶχε μάθει. Κι ἀπ᾽ ὅ,τι εἶχε ἀκουστεῖ τά ἐκκλησιαστικά γράμματα τά εἶχε μάθει ἀπό ἀνθρώπους ἀμφίβολης χριστιανικῆς πίστης. Κάποιοι λέγανε ὅτι αἱρετικοί τόν δίδαξαν τά τῆς Θείας Λειτουργίας. ᾽Αλλά κι ὁ κυρ-Κωστῆς ὀλιγογράμματος ὅπως ἦταν δέν μποροῦσε νά καταλάβει ἀκριβῶς ποιά ἦταν ἡ ἀλήθεια.

᾽Εκεῖνο πού γνώριζε ὅμως πολύ καλά καί χωρίς ἀμφιβολία, κι αὐτός καί ὅλοι στό χωριό, ἦταν ἡ ἁγία βιοτή τοῦ παπᾶ τους. ῎Α, ὅλα κι ὅλα, μπορεῖ ὁ Γέροντας νά μήν ἤξερε πολλά γράμματα, εἶχε ὅμως φόβο Θεοῦ καί μεγάλη εὐλάβεια γιά τήν πίστη. Τό ᾽βλεπες ὅταν λειτουργοῦσε, ὅταν προσευχόταν. Καί δέν μιλᾶμε γιά τίς ἐλεημοσύνες πού ἔκανε. ῾Ο ἴδιος ἔτρωγε ἐλάχιστα, ἤτανε ὀλιγαρκής σέ ὅλα του, κι ὅ,τι τοῦ ἔφερναν τό μοίραζε στούς ἀναγκεμένους χωρίς νά τό διατυμπανίζει. Δέν ἦταν λίγες οἱ φορές πού ἀπό τό πουθενά οἱ φτωχοί ἄνθρωποι ἔβρισκαν στήν πόρτα τους αὐτό πού τούς ἔλειπε, ἀλλά ξέρανε ὅτι αὐτό προερχόταν ἀπό τόν Γέροντά τους. Δέν ἦταν τυχαῖο λοιπόν ὅτι ὅλοι πιά τόν πίστευαν καί τόν εἶχαν γιά ἅγιο.
῾᾽Αλλά νά βλέπει καί νά μιλάει μέ ἀγγέλους;᾽ σιγομουρμούριζε ὁ κυρ-Κωστῆς. ῾Αὐτό μᾶλλον παραπάει...᾽.

῾Ο Γέροντας ἄναψε τά καντήλια. ῎Εκανε πολλές στρωτές μετάνοιες, φίλησε τίς εἰκόνες, πῆρε καιρό. ῾Δόξα Σοι ὁ Θεός᾽, ῾Κύριε, ἐλέησον᾽, ψέλλιζε διαρκῶς.

Μέχρι νά ᾽ρθεῖ ὁ νεωκόρος φόρεσε τήν στολή του, λέγοντας τήν συγκεκριμένη εὐχή γιά κάθε ἄμφιο, καί ξεκίνησε τήν προσκομιδή γιά τήν λειτουργία τοῦ Σαββάτου. Κάθε Σάββατο καί Κυριακή ὅλον τόν χρόνο λειτουργοῦσε. Πέρα ἀπό τίς ἄλλες γιορτές. ῾Ο κόσμος, ὅσο μποροῦσε, ἀνταποκρινόταν. ῎Εβλεπε κι ἔνιωθε ὅτι στό μοναστηράκι αὐτό ἡ Θεία Λειτουργία ἦταν κάτι ἄλλο. Σάν νά κατέβαινε ὁ οὐρανός στήν γῆ.

῾Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων᾽, πῆρε νά λέει ὁ Γέροντας κι ἄρχισε νά λέει ὅ,τι εἶχε μάθει γιά τήν ἀκολουθία τῆς Προσκομιδῆς.

Κοίταξε στό ἡμίφως τῶν κεριῶν δεξιά καί ἀριστερά του. ῾Δόξα Σοι ὁ Θεός᾽, ψιθύρισε μέ εὐγνωμοσύνη. ῾῞Αγιοι ἄγγελοι πρεσβεύσατε καί ὑπέρ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ᾽, ἔκανε μία κίνηση προσκύνησης βλέποντας τούς ἁγίους ἀγγέλους πού παρευρίσκονταν κάθε φορά πού ξεκινοῦσε τήν ἁγία τελετή, ἀλλά καί μετέπειτα στήν ὅλη ἀκολουθία.

Ξάφνου ἄκουσε βήματα καί κάτι σάν συζήτηση ἔξω ἀπό τό ἱερό πού τόν παραξένεψαν. ῾Γέροντα,  τήν εὐχή σου. ῾Ο Κωστῆς εἶμαι, ἀλλά ὄχι μόνος᾽, εἶπε ψιθυριστά ὁ νεωκόρος καί ψάλτης, ὁ ὁποῖος καί αὐτός εἶχε μάθει καί ἀκολουθοῦσε τό ὡράριο τοῦ Γέροντα.  ῾῎Εχει ἔλθει κι ἕνας παπᾶς ξένος μαζί μέ κάποιους ἄλλους καί περιμένει ἔξω ἀπό τό ἱερό᾽, συνέχισε, κατεβάζοντας ἀκόμη περισσότερο τόν τόνο τῆς φωνῆς του καί πλησιάζοντας τόν Γέροντα γιά νά φιλήσει τό χέρι του. ῾Νά τοῦ πῶ νά μπεῖ μέσα; Δέν μοιάζει χωριατόπαπας κι οὔτε τόν ἔχω ματαδεῖ. Ποιός ξέρει ἀπό ποιά πόλη ἦρθε καί πῶς ξέπεσε κατά δῶ;᾽
῾Πές του, παιδί μου, νά περάσει. Οἱ ἱερεῖς στό ἅγιο βῆμα μπαίνουν καί προσκυνοῦν᾽.

῾Ο παπᾶς ἦταν ἕνας νεαρός διάκος πού εἶχε ἔρθει μέ κάποιους προσκυνητές, γιατί εἶχε μάθει ὅτι ὑπάρχει αὐτό τό μοναστηράκι τῶν ἁγίων ᾽Αναργύρων, τό ὁποῖο σημειωτέον ἐκτός ἀπό τήν πνευματική του προσφορά εἶχε νά προσφέρει καί μία καταπληκτικοῦ κάλλους φυσική ὀμορφιά.  Βρισκόταν ἀνάμεσα σέ λυγερόκορμα δέντρα, μέσα σέ πλούσια βλάστηση, πού τά πτηνά τοῦ οὐρανοῦ ἔβρισκαν καταφύγιο, δοξολογώντας τόν Θεό μέ τό ἀδιάκοπο τιτίβισμά τους. Θέλησαν λοιπόν νά προσκυνήσουν τούς ἁγίους καί νά ἀπολαύσουν τήν φύση τοῦ Θεοῦ, καί μέ τήν εὐκαιρία νά λειτουργηθοῦν, μιά καί ἦταν Σάββατο.

῾Παιδί μου, νά μέ συμπαθᾶς᾽ εἶπε ὁ Γέροντας στόν νεαρό διάκο. ῾Θά τά ποῦμε ἀργότερα, στό τέλος᾽.

῾Ο Γέροντας συνέχισε τήν προσκομιδή μέχρι νά ἔλθει ἡ ὥρα νά βάλει ῾εὐλογητό᾽ γιά τόν ὄρθρο. ῾Ο διάκος στεκόταν πλάϊ του στό μικρό ἱερό καί παρακολουθοῦσε μέ προσοχή τήν ὅλη τελετή. ῾Η μορφή τοῦ Γέροντα τόν εἶχε ἐντυπωσιάσει. Τοῦ εἶχαν μιλήσει γιά τήν ἁγιότητά του, ἀλλά τό διεπίστωνε κι ὁ ἴδιος. Στό βλέμμα τοῦ ἁπλοῦ αὐτοῦ καλόγερου ἔβλεπε μιά ὑπερκοσμιότητα πού δέν εἶχε ξαναδεῖ σέ ἄλλους ἱερεῖς.

῾Μά..., Γέροντα, συγγνώμη πού ἐπεμβαίνω, μέ ὅλο τό θάρρος...᾽, διέκοψε τήν τελετή κάποια στιγμή μέ συστολή καί μεγάλη σεμνότητα ὁ διάκος. Εἶχε παλέψει νά μή μιλήσει, ἀλλά ἡ συνείδησή του τόν ἔκανε νά ξεπεράσει τόν δισταγμό του. ῾Δέν θά ἔλεγα τίποτε, ἀλλά αὐτά πού λέτε στήν προσκομιδή δέν εἶναι τῆς ὀρθόδοξης πίστης μας, ἀλλά κάποιας κακόδοξης. Δέν μπορῶ νά μήν σᾶς τό πῶ᾽.

Σάν νά τοῦ κακοφάνηκε τοῦ Γέροντα ἡ ἐπέμβαση τοῦ διάκου. ῾Ο ἴδιος συνέχιζε νά βλέπει τούς ἀγγέλους, τούς ὁποίους προφανῶς δέν ἔβλεπε ὁ νεαρός κληρικός, γι᾽ αὐτό καί στηριγμένος στήν ὅρασή του καταφρόνησε τά λόγια τοῦ διάκου. ῎Εκανε πώς δέν τόν ἄκουσε καί συνέχισε τό ἔργο του.

῾Ο διάκος ὅμως ἐπέμενε. ῾᾽Εδῶ δέν εἶναι θέμα εὐγένειας᾽ ἔλεγε ὁ λογισμός του, καί δικαίως. ῾᾽Εδῶ εἶναι θέμα ὀρθῆς πίστης. Καί μέ τήν πίστη δέν παίζει κανείς. ῾Ο Γέροντας εἶναι ἅγιος, ἀλλά σφάλλει᾽.

῾Σφάλλετε, Γέροντα, γιατί αὐτά πού λέτε ὡς εὐχές δέν τά παραδέχεται ἡ ᾽Εκκλησία μας᾽.

Προβληματίστηκε ὁ Γέροντας ἀπό τήν ἐπιμονή τοῦ διάκου νά τόν ἐλέγχει. Στράφηκε καί πάλι πρός τούς ἀγγέλους.
῾᾽Επειδή ὁ διάκονος αὐτά κι αὐτά μοῦ λέει, εἶναι σωστά τά λόγια του; ῎Εχει δίκιο ἤ ἄδικο;᾽
῾Νά τά παραδεχτεῖς, Γέροντα᾽, τοῦ εἶπαν οἱ ἄγγελοι, πάλι μέ φωνή πού μόνος αὐτός ἄκουγε. ῾῾Ο διάκος καλά σοῦ τά λέει᾽.

᾽Απόρησε καί παραξενεύτηκε ὁ Γέροντας. ῾Καί τόσο καιρό πού μέ  βλέπετε νά τά λέω λάθος, γιατί δέν μοῦ εἴπατε τίποτε; Γιατί δέν μέ διορθώσατε ἐσεῖς;᾽ Φάνηκε ἐξουθενωμένος ὁ παπᾶς.

῾Γιατί ὁ Θεός ἔτσι οἰκονόμησε τά πράγματα: ὁ ἄνθρωπος νά διορθώνεται ἀπό ἀνθρώπους. Γέροντα, μή ξεχνᾶς. ῾Ο Θεός μας γιά νά σώσει τούς ἀνθρώπους δέν ἔγινε ἄγγελος, δέν ἔγινε κάτι ἄλλο, ἀλλά ἔγινε κι ᾽Εκεῖνος ἄνθρωπος. Ἡ ἀπάντηση στήν ἐρώτησή σου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός᾽.

Φωτίστηκε ὁ νοῦς τοῦ ἁπλοϊκοῦ ἅγιου Γέροντα. Ταπεινά διόρθωσε ὅ,τι ἐσφαλμένο ἔκανε καί ἔλεγε, εὐχαρίστησε τόν Θεό καί τόν ἀδελφό.

Μά τό πολύ σημαντικότερο πού ἔμαθε ἦταν κάτι ἄλλο: κατάλαβε ὅτι ἡ παρουσία τοῦ κάθε συνανθρώπου του μπορεῖ νά εἶναι τό μήνυμα πού τοῦ στέλνει κάθε φορά ὁ Κύριος γιά τήν σωτηρία του.  Ὁ ἅγιος Γέροντας ἄρχισε νά ῾βλέπει᾽ ὡς ἀγγέλους καί τούς ἴδιους τούς συνανθρώπους του.

(Πηγή: ῾Λειμωνάριον᾽ ᾽Ιωάννου Μόσχου)