Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΒΛΑΣΙΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑΣ

 
«Ο άγιος Βλάσιος έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Λικινίου (αρχές 4ου μ.Χ. αι.), ήταν επίσκοπος Σεβαστείας και κατοικούσε σε κάποιο από τα σπήλαια του Αργαίου όρους. Σ’ αυτό το όρος τα άγρια ζώα εξημερώνονταν με την ευλογία του Αγίου και φαίνονταν ήσυχα. Επειδή ήταν έμπειρος και της ιατρικής επιστήμης, επιτελούσε πολλές ιάσεις, έχοντας λάβει από τον Κύριο και την ενέργεια των θαυμάτων. Συνελήφθη όμως και οδηγήθηκε προς τον ηγεμόνα Αγρικόλαο. Ομολόγησε το όνομα του Χριστού και γι’ αυτό ο ηγεμόνας διέταξε να τον κτυπήσουν με ράβδους, να τον αναρτήσουν σε σταυρό και να τον χαρακώσουν με σιδερένια νύχια. Έπειτα, όταν τον οδηγούσαν στη φυλακή, τον ακολούθησαν επτά γυναίκες, των οποίων έκοψαν και τα κεφάλια, γιατί και αυτές ομολόγησαν ότι ο Χριστός είναι Θεός. Ο δε άγιος Βλάσιος, αφού τον έριξαν και στον βυθό της λίμνης, χωρίς να πάθει απολύτως τίποτε,  στη συνέχεια του έκοψαν το κεφάλι, μαζί και με δύο βρέφη που βρίσκονταν στη φυλακή. Λέγεται ότι αυτός ήταν ο επίτροπος της διάταξης του μεγαλομάρτυρα Ευστρατίου, κατά τον καιρό του μαρτυρίου αυτού, όπως έχει βρεθεί να στέκεται εικονισμένος ο άγιος Βλάσιος και σε ένα παλαιό ύφασμα ανάμεσα στους πέντε αγίους μάρτυρες, πολύ κοντά στον άγιο Ευστράτιο, και να δέχεται από το χέρι του τον τόμο της διάταξης. Τελείται δε η σύναξή του στο αγιότατο Μαρτύριό του, που βρίσκεται πλησίον του αγίου Αποστόλου Φιλίππου, στα του Μιλτιάδου».

Ο άγιος Βλάσιος θεωρείται διπλός προστάτης των ανθρώπων: και για τις παθήσεις του λαιμού και για την αποφυγή των επιθέσεων των αγρίων ζώων, ειδικά των λύκων και των τσακαλιών. Από το συναξάρι του υπάρχει εύκολα η εξήγηση: υπήρξε ιατρός, και μάλιστα έφυγε μαρτυρικά με αποτομή της κεφαλής του∙ ο ίδιος στο όρος που ζούσε εξημέρωνε τα άγρια ζώα. Η υμνολογία της Εκκλησίας μας σημειώνει ως προς το πρώτο, από τους  στίχους του συναξαριού του: «Αποκόπηκε με ξίφος ο λαιμός του Βλασίου, κι έτσι θεραπεύει τις ασθένειες αυτών που πονούν στα λαιμά τους»[1]. Και ως προς το δεύτερο, από στιχηρό του εσπερινού: «Ως εκείνον που φροντίζει τους πάντες σε υμνούμε, Βλάσιε, και τους ανθρώπους και τα ζώα που έπασχαν»[2]. Τα καταγεγραμμένα θαύματα του αγίου από την «ειδικότητά» του αυτή είναι πάμπολλα[3]. Ήδη αναφέρεται ότι πορευόμενος προς το μαρτύριο θεράπευσε με το άγγιγμα του χεριού του ένα παιδάκι που είχε μείνει άφωνο και κινδύνευε να πεθάνει από ασφυξία, γιατί είχε καρφωθεί στο λαιμό του ένα ψαροκόκαλο. Και αυτό συνήργησε στο να θεωρηθεί ο προστάτης των παθήσεων του λαιμού. Η δε λαογραφία της πατρίδας μας αναφέρει πολλές διηγήσεις και έθιμα που ακριβώς προβάλλουν την προστασία του αγίου από τα άγρια ζώα[4].

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος όμως δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για τα παραπάνω. Εκείνο που τονίζει είναι η κατά Χριστόν πολιτεία του αγίου, το γεγονός δηλαδή ότι υπήρξε ένθεος ιεράρχης με μεγάλη δραστηριότητα και ότι μαρτύρησε χάριν της πίστεώς του στον Χριστό. Αιτία γι’ αυτό ήταν ότι προσπάθησε να ζήσει αυτό που αδιάκοπα μελετούσε στις άγιες Γραφές, και ιδίως το του αποστόλου Παύλου: «εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος»[5], για μένα ζωή σημαίνει Χριστός και ο θάνατος μού είναι κέρδος. Πράγματι, ο Χριστός ήταν το κέντρο της ύπαρξής του που το απέδειξε και με το μαρτύριό του. Σ’ ένα από τα στιχηρά του εσπερινού διαβάζουμε: «Ο Χριστός ήταν η ζωή σου, παμμακάριε, και ο θάνατος αληθινά δείχτηκε κέρδος με την πίστη σου, σύμφωνα με τον μέγα Παύλο, Βλάσιε θεόφρον, επειδή για χάρη Του με μεγάλη προθυμία πέθανες»[6].

Ζώντας λοιπόν τον Χριστό ο άγιος φωτιζόταν ολόκληρος με το φως Εκείνου, γι’ αυτό και το φως αυτό σκορπούσε παντού: και με τις αστραπές του κηρύγματός του και με τη λαμπρότητα των θαυμάτων του και με το φέγγος του μαρτυρίου του. Για τον υμνογράφο δηλαδή ο άγιος Βλάσιος θεωρείται ένα είδος πνευματικού ήλιου, κοντά στον οποίο τα πάντα έλαμπαν. «Μείωσες τη νύκτα της αθεΐας – σημειώνει – με τις αστραπές του ιερού κηρύγματος, ήλιε, και φάνηκες να κοσμείσαι με τις λαμπρότητες των θαυμάτων και με το φέγγος του μαρτυρίου και γι’ αυτό καταφωτίζεις όλην τη δημιουργία»[7] (ωδή α΄).

Κι αυτό το φως Χριστού που τον διακατείχε, πρωτίστως την καρδιά του και έπειτα και όλη την ύπαρξή του, ήταν εκείνο που έκανε τον άγιο να ξεπερνά όλα τα εμπόδια που έσπερνε ο πονηρός διάβολος στην πορεία του. Για τον άγιο υμνογράφο το πράγμα είναι σαφές: ο πονηρός πάντα βάζει και θα βάζει εμπόδια στον άνθρωπο, και μάλιστα τον πιστό που θέλει να ακολουθεί με συνέπεια τον Κύριο. Ο πιστός όμως μπορεί και πάντα θα μπορεί να ξεπερνά τα εμπόδια με ένα και μόνον τρόπο: όταν είναι συνδεδεμένος με την πηγή της δύναμης και του φωτός, τον ίδιο τον Κύριο, που σημαίνει ότι αγωνιζόμενος τον δρόμο της καθάρσεως της καρδιάς του από τα πάθη, βλέπει την παρουσία Του μέσα του. «Απόκτησες καρδιά γεμάτη από θείο φωτισμό, γι’ αυτό και εύκολα ξεπέρασες τα εμπόδια της πλάνης, υποσκελίζοντας τις επιθέσεις των εχθρών, σοφέ, με την παρουσία σου»[8] (ωδή ζ΄). Θυμίζει αυτό που διαβάζουμε στο Γεροντικό για τον μέγα άγιο Αντώνιο, ο οποίος έλεγε: «Είδα απλωμένες τις παγίδες του διαβόλου στη γη και στέναξα και είπα: Ποιος άραγε μπορεί να τις διαβεί χωρίς να πέσει σ’ αυτές; Κι άκουσα φωνή που έλεγε: Μόνον ο ταπεινόφρων». Ο ταπεινόφρων είναι ο κεκαθαρμένος και φωτισμένος άνθρωπος, που γίνεται πανίσχυρος λόγω του Χριστού.  Η Εκκλησία μας διαλαλεί την αλήθεια αυτή πάντοτε, σήμερα δε και με την προβολή του αγίου ιερομάρτυρα Βλασίου.


[1] «Λαιμόν Βλάσιος εκκοπείς διά ξίφους, αλγούσι λαιμοίς ρευμάτων είργει βλάβας».

[2] «Ως προμηθέα σε πάντων υμνούμεν, Βλάσιε, και λογικών θρεμμάτων και αλόγων πασχόντων».

[3] Ένα από τα πιο ωραία τροπάρια πάνω στην αλήθεια αυτή καταγράφει ο υμνογράφος στην ωδή ε΄: «Ενθέω πεποιθήσει, προσευχών σου μάστιξι θήρα, Πάτερ, συνώθησας αποβαλέσθαι την θήραν, ην αδίκως συνέσχε, πιστού γυναίου πληρών, συμπαθεστάτη καρδία, την αίτησιν, Βλάσιε» (Με βαθειά πίστη Θεού, με τη μάστιγα των προσευχών σου, Πάτερ Βλάσιε, εξανάγκασες ένα άγριο ζώο να αφήσει το θήραμά του που το άρπαξε άδικα, εκπληρώνοντας έτσι λόγω της συμπαθέστατης καρδιάς σου το αίτημα μιας πιστής γυναίκας).

[4] «Ο άγιος Βλάσιος, όταν ξέσπασε ο απηνής διωγμός του Λικινίου (308- 323), αρχικά εγκατέλειψε τον επισκοπικό θρόνο και εγκαταστάθηκε στο όρος Αργαίο, στην περιοχή της Καππαδοκίας, μέσα σε ένα σπήλαιο, ως ασκητής και ερημίτης. Στο σπήλαιο, λοιπόν, αυτό άρχισαν να τον επισκέπτονται διάφορα ζώα, που, όμως, ποτέ δεν τον πείραζαν και με τα οποία ο Άγιος είχε την ικανότητα να έρχεται σε καθημερινή επαφή και επικοινωνία και, όταν αυτά ήταν άρρωστα, ύστερα από προσευχή του στον Κύριο, και να τα θεραπεύει. Ζώντας όπως και ο προπτωτικός άνθρωπος, ο άγιος Βλάσιος έφτασε σε μια τέτοια αγαπητική προς τα ζώα σχέση, που, λέγεται ότι ήταν παρόμοια προς αυτήν του αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, που όταν και αυτός τα έβλεπε μπροστά του τους μιλούσε και τα «καλημέριζε». Τα άγρια ζώα σκλαβώνονταν από την πραότητα και την ταπείνωση του Αγίου, ημέρευαν και μεταβάλλονταν σε υποζύγια και κατοικίδια ζώα η, κατά τα λόγια του ιερού Συναξαριστή: «τα άγρια των ζώων εξημερούμενα διά της ευλογίας του Αγίου χειροήθη εφαίνοντο». Λέγεται, μάλιστα, ότι πολλές φορές αν δεν τα ευλογούσε και τα χάιδευε με τα χέρια του δεν απομακρύνονταν από την σπηλιά του.

Αυτός είναι ο λόγος που ο άγιος Βλάσιος θεωρήθηκε διά των αιώνων θεράπων άγιος και των ζώων γενικά και μαζί με τον άγιο Μόδεστο (16 Δεκ.), τον άγιο Μάμα, τον άγιο Μηνά (11 Νοεμβρ.) και τον άγιο Φίλιππο (14 Νοεμβρ.) λατρεύεται από τους βοσκούς και ως ποιμενικός Άγιος, που προστατεύει τα ποίμνια από τα άγρια σαρκοβόρα ζώα, το τσακάλι και τον κατεξοχήν εχθρό τους, τον λύκο. Σε περιοχές, μάλιστα, αγροτικές- όπως η Κρήτη και η Λακωνία- ο άγιος Βλάσιος, ως βουκόλος, με το μοσχαράκι στην αγκαλιά- ένα σύμβολο που τονίζει αυτήν ακριβώς την προστασία του προς τα ζώα και συνάδει με τις ασχολίες των κατοίκων αγροτικών περιοχών- καταλαμβάνει, συχνά, θέση ιδιαίτερα τιμητική μέσα στο ιερό των εκκλησιών» (Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Επίκαιρα θέματα από την Ελληνική Λαογραφία, Λαογραφικά του αγίου Βλασίου, στο: anadromes.blogspot.com).

[5] Φιλ. 1, 21.

[6] «Χριστός το ζην σοι, παμμάκαρ, και το θανείν αληθώς κέρδος εδείχθη πίστει, κατά Παύλον τον μέγαν, Βλάσιε θεόφρον, επεί δι’ αυτόν προθυμότατα τέθνηκας».

[7] «Νύκτα αθεῒας αστραπαίς του ιερού κηρύγματος απομειώσας, φωστήρ, κοσμούμενος εδείχθης θαυμάτων λαμπρότησι, φέγγει τε μαρτυρίου, και την κτίσιν πάσαν καταυγάζεις».

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ (10 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)


«Ο άγιος Χαραλάμπης έζησε επί της βασιλείας του Σεβήρου, όταν ηγεμόνευε ο Λουκιανός στην πόλη της Μαγνησίας. Επειδή ήταν ιερέας των Χριστιανών και δίδασκε την οδό της αληθείας, οι τύραννοι πρόσταξαν να τον ξεντύσουν από την ιερατική του στολή κι έπειτα να γδάρουν όλο το δέρμα του σώματός του. Καθώς λοιπόν ο ηγεμόνας τον έβλεπε  να υπομένει καρτερικά τα βασανιστήρια, εξοργίστηκε και επιχείρησε να ξέσει τον άγιο με τα δικά του χέρια, οπότε αμέσως αποκόπηκαν τα χέρια του και έμειναν μετέωρα στο σώμα του μάρτυρα. Ο άγιος όμως προσευχήθηκε και τον έκανε υγιή. Όταν είδαν αυτό το θαύμα οι δήμιοι, που ονομάζονταν Πορφύριος και Βάπτος, αρνήθηκαν τα είδωλα και πίστεψαν στον Χριστό. Το ίδιο και τρεις γυναίκες από αυτούς που παρίσταντο εκεί. Όλους αυτούς τους συνέλαβε ο ηγεμόνας και αφού τους καθυπέβαλε σε βασανιστήρια, χωρίς έλεος τους αποκεφάλισε. Διότι αν και θεραπεύτηκε, όμως παρέμεινε στην απιστία».

Ο άγιος Χαραλάμπης, και πιο λαϊκά Χαράλαμπος, θεωρείται, κατά την υμνολογία της Εκκλησίας μας,  καύχημα της Ελλάδας. Της Ελλάδας που φέρει το όνομα του Χριστού∙ που είναι χριστιανική και αναγνωρίζει και τιμά τους αγίους∙ που θεωρεί ως μεγίστη ευλογία και θησαυρό πολύτιμο την ύπαρξη των λειψάνων τους, όπως της κάρας του αγίου ιερομάρτυρα∙που προστρέχει με πίστη και πόθο στις εκκλησιές για να πανηγυρίσει τη μνήμη τους. «Καυχάται σήμερα όλη η χριστιανική Ελλάδα. Γιατί απέκτησε τη δική σου κάρα σαν κρήνη που αναβλύζει ποταμούς ιαμάτων και αστείρευτο πλούτο και χάρη που δεν αδειάζει ποτέ, και διώχνει νόσους και την πολύφθορη πανώλη από τους ανθρώπους που σε μακαρίζουν» («Αβρύνεται σήμερον Ελλάς πάσα η χριστώνυμος∙ κάραν την σην γαρ εκτήσατο, ως κρήνην βρύουσαν ιαμάτων ρείθρα και πλούτον αδάπανον και χάριν κενουμένην μηδέποτε, νόσους τ’ ελαύνουσαν λοιμικήν τε την πολύφθορον, εξ ανθρώπων των μακαριζόντων σε») (στιχηρό εσπερινού). «Την πάντιμη κάρα σου η Ελλάδα την απέκτησε ως παντοτινό πλούτο της και πολύτιμο θησαυρό» («την πάντιμόν σου κάραν η Ελλάς εκτήσατο πλούτον αδάπανον και θησαυρόν πολύτιμον») (στιχηρό της λιτής).

Υπάρχει αυτή η Ελλάδα; Υπάρχουν οι πόλεις της που ευφραίνονται και σκιρτούν από αγαλλίαση για τους αγίους, σαν τον άγιο Χαράλαμπο; («Ευφραίνεσθε εν Κυρίω πόλεις της Ελλάδος και σκιρτήσατε αγαλλώμεναι»). Κανείς δεν γνωρίζει. Μία επιφανειακή κρίση θα έλεγε όχι. Ή τουλάχιστον όχι τόσο,  σε σχέση με αυτό  που φαινόταν πριν και από λίγα σχετικά χρόνια. Φαίνεται ότι υπάρχει ένας γενικότερος αποχρωματισμός από αυτό που συνιστά θεωρητικά την ταυτότητα του Έλληνα: του ορθόδοξου πιστού που ταυτοχρόνως διακατέχεται από την βαθιά αγάπη και προς την πατρίδα. Η συρρίκνωση του εκκλησιάσματος στους Ναούς, η ετοιμότητα να αποδεχτούν  οι πολλοί το εφεύρημα της πολυπολιτισμικότητας, η ντροπή που νιώθουν αρκετοί συμπατριώτες μας να δηλώσουν την ελληνικότητά τους, ιδίως όταν βρεθούν στο εξωτερικό – και δεν εννοούμε τώρα που υπάρχει γενικότερη κατακραυγή λόγω της οικονομικής κρίσεως – η μείωση των αντανακλαστικών σε οτιδήποτε επιχειρείται από τους ιθύνοντες στην εφαρμογή  της «θεωρίας του σαλαμιού»: κόβουμε κάθε φορά και από λίγο σε ό,τι αφορά τις παραδόσεις μας, είναι λίγα από αυτά που επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Τείνουμε σ’ αυτό που λέει ο λόγος του Χριστού που μιλάει πάντοτε για το μικρό ποίμνιο -  τους λίγους που πράγματι είναι συνεπείς πιστοί και αγαπούν τον Κύριο και γενικώς τις παραδόσεις του έθνους μας - και το προτρέπει να μη φοβάται. «Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον». Αλλά είπαμε, κανείς δεν γνωρίζει. Διότι σε ανάλογο προβληματισμό και του μεγάλου Προφήτη Ηλία, όταν διωκόταν η αληθινή πίστη και κανείς δεν φαινόταν να την ακολουθεί, ο ίδιος άκουσε τον Θεό να του λέει ότι γύρω του, χωρίς εκείνος να το ξέρει, «επτά χιλιάδες Ιουδαίοι δεν είχαν κλίνει το γόνυ στον Βάαλ». Κανείς λοιπόν δεν ξέρει τι σημαίνει χριστιανική Ελλάδα. Αν μάλιστα πιστέψει κανείς λόγια που αποδίδονται στον γέροντα Παΐσιο τον αγιορείτη, ότι δηλαδή «ο Χριστός, η Παναγία, οι άγιοι αγαπούν σκανδαλωδώς την Ελλάδα, γιατί αυτή βγάζει κατεξοχήν αγίους», ίσως τα πράγματα δεν είναι τόσο ζοφερά.

Ας επανέλθουμε όμως στον άγιο Χαράλαμπο. Ο υμνογράφος ήδη από το πρώτο στιχηρό του εσπερινού μας δείχνει το μέγεθος της αγιότητάς του και την προσφορά του στην Εκκλησία. «Όλος από τη νεότητά σου – σημειώνει – αφιερώθηκες στον Δεσπότη Χριστό, κι Αυτόν πόθησες βαθιά κι Αυτού τα ίχνη ακολούθησες. Κι αφού καθάρισες την καρδιά σου από κάθε κηλίδα των παθών, γέμισες υπέρμετρα από τη θεία χάρη» («Όλος εκ νεότητος ανατεθείς τω Δεσπότη, τούτον επεπόθησας και αυτού τοις ίχνεσιν ηκολούθησας∙ καθαρθείς πάσης δε των παθών κηλίδος, θείαν χάριν κατεπλούτησας»). Ο άγιος υπήρξε δηλαδή ένα εκτύπωμα του Χριστού: Αυτόν αγάπησε και Αυτού τη ζωή φανέρωσε, διά της τηρήσεως των αγίων εντολών Του.  Δεν χρειάζεται να ψάχνουμε πολύ, για να δούμε ποιος είναι ο άγιος. Άγιος είναι όποιος ζει κατά το θέλημα του Κυρίου, που ζει όπως Εκείνος έζησε. Αλλά ο υμνογράφος γίνεται πιο συγκεκριμένος: το να ζει κανείς όπως ο Χριστός, σημαίνει ότι καθαρίζει την καρδιά του από τα πάθη του και φωτίζεται από τη χάρη του Θεού.

Με άλλα λόγια η πνευματική ασκητική μέθοδος της Εκκλησίας μας είναι το μόνο «αποδεικτικό» στοιχείο ότι πράγματι κανείς ανήκει στον Χριστό, ότι είναι άγιος. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η πνευματική ζωή ακολουθεί τα γνωστά τρία στάδια: την κάθαρση, τον φωτισμό, τη θέωση. Πάνω σ’ αυτήν την πορεία κρίνεται η γνησιότητα της αγιότητας κάποιου και όχι από άλλες εξωτερικές επιφανειακές εκδηλώσεις: καλά έργα, δραστηριότητες, οικοδομικές επιχειρήσεις, κοινωνικές προσφορές. Όχι ότι αυτά καταδικάζονται. Δεν μπορούν όμως να αξιολογηθούν θετικά, αν δεν αποτελούν εκδηλώσεις κεκαθαρμένης καρδίας. Και ο άγιος Βασίλειος υπήρξε δραστήριος και οργανωτικός και με έργα Πατέρας, αλλά ήταν βαθύτατα ασκητικός, που είχε τονίσει ότι αν κανείς θέλει να βρει τον Θεό στη ζωή του, πρέπει να απομακρυνθεί από όλη τη διάχυση του νου στα αισθητά πράγματα, να έλθει στον εαυτό του και διά της στροφής του αυτής να συναντήσει τον Θεό.

Ο άγιος Χαράλαμπος λοιπόν υπήρξε συνεπής προς αυτήν την πνευματική οδό της Εκκλησίας, που είναι απαρχής η γνήσια και αποστολική παράδοσή της, δηλαδή του Χριστού η παράδοση. Ο υμνογράφος επιβεβαιώνει τα παραπάνω και με άλλες λέξεις. Επιλέγουμε: «Φωτίστηκε κι έγινε λαμπρή η διάνοιά σου από το θείο Πνεύμα…και έτσι δυνάμωσες την ορθόδοξη πίστη» («τω θείω Πνεύματι λαμπρυνθείς την διάνοιαν…την ορθόδοξον πίστιν εκράτυνας») (στιχηρό της λιτής). Ο φωτισμός από το άγιο Πνεύμα, καρπός της εν χάριτι καθάρσεως της καρδίας, είναι ο μόνος τρόπος να δυναμωθεί η ορθόδοξη πίστη. «Η Ελλάδα έμεινε κατάπληκτη, μάρτυς Χαράλαμπε, από την καθαρότητα του βίου σου και το θαυμαστό μαρτύριό σου» («Την καθαρότητα, μάρτυς, του βίου σου και το υπέρλαμπρον του μαρτυρίου σου καταπλαγείσα η Ελλάς») (κάθισμα του όρθρου).  



Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ



῾Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽ (Β´ Τιμ. 2, 8)

α. Τόν ῾καλόν στρατιώτην ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ ἅγιο Χαράλαμπο πού τιμᾶ ἐνδόξως σήμερα ἡ ᾽Εκκλησία μας φωτίζει τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, παρμένο ἀπό τήν ποιμαντική λεγόμενη ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου τήν Β´ πρός Τιμόθεον. ῞Οσα προτρεπτικά λέει ὁ ἀπόστολος γιά τόν μαθητή καί συνεργάτη του ἅγιο Τιμόθεο τά βλέπουμε ἐφαρμοσμένα ἤδη στόν ἅγιο Χαράλαμπο: ἡ δύναμή του ἦταν ἡ χάρη τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, κακοπάθησε ὡς καλός στρατιώτης ᾽Εκείνου, ἀθλήθηκε νόμιμα, ἡ διαρκής μνήμη του ἦταν ὁ ἀναστημένος ᾽Ιησοῦς Χριστός. Κι ἡ ᾽Εκκλησία μας βεβαίως τά στοιχεῖα αὐτά πού μᾶς ὁδηγοῦν στή σωτηρία μας μᾶς τά προβάλλει ἔντονα, προκειμένου νά κρίνουμε τόν ἑαυτό μας πάνω σ᾽ αὐτά καί νά πορευόμαστε ἀντιστοίχως στή ζωή μας. Κατεξοχήν μάλιστα ἡ μνήμη μας πρέπει νά εἶναι διαρκῶς στόν ἀναστημένο ἀπό τούς νεκρούς ᾽Ιησοῦ Χριστό καί ἀπόγονο τοῦ Δαβίδ. ῾Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽.

β. 1. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος δέν μᾶς καλεῖ μέσω τῆς προτροπῆς του στόν ἅγιο Τιμόθεο νά μνημονεύουμε τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς ἕνα πρόσωπο τῆς ἱστορίας γιά παιδαγωγικούς σκοπούς. ῾Η προτροπή του δηλαδή δέν ἔχει τήν ἔννοια μίας ἀνάμνησης πού ἀναπλάθει ἀπό τό παρελθόν ἕνα πρότυπο γιά παραδειγματισμό, ὅπως τό βλέπουμε νά συμβαίνει στίς διάφορες ἐπετείους σπουδαίων ἱστορικῶν γεγονότων ἤ ἀκόμη καί στή μνήμη τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας. Κι αὐτό γιατί μία τέτοια μνημόνευση σημαίνει ὅτι τό πρόσωπο ἤ τό γεγονός ἀνήκει στό παρελθόν κι ἐπειδή ἔχει κάποια ἰδιαίτερη ἀξία θέλουμε νά τό προβάλλουμε ὡς καθοδηγητικό στοιχεῖο καί γιά τή δική μας ζωή στό παρόν.
῾Η προτροπή τοῦ ἀποστόλου ἔχει πολύ μεγαλύτερο βάθος κι ἐκφράζει τήν πίστη τοῦ ἴδιου καί τῆς ᾽Εκκλησίας γιά τό ποιός εἶναι ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός καί ποιά εἶναι ἡ σχέση μας μέ ᾽Εκεῖνον. ῾Ο ᾽Ιησοῦς Χριστός πού πρέπει νά μνημονεύουμε εἶναι ὁ ῾ἐγηγερμένος ἐκ νεκρῶν᾽, δηλαδή εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού μέ τήν ἀνάστασή Του φανέρωσε τή θεότητά Του ὡς Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, καί ταυτοχρόνως εἶναι τέλειος ἄνθρωπος ὡς καταγόμενος ῾ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἀπόστολος καλεῖ νά μνημονεύουμε ᾽Εκεῖνον πού εἶναι ζωντανός καί διαρκῶς παρών στή ζωή μας καί τή ζωή σύμπαντος τοῦ κόσμου, συνεπῶς καλεῖ νά ἔχουμε ἀνοικτά τά μάτια τῆς πίστης, γιά νά βλέπουμε τήν πραγματικότητα πού ζοῦμε στήν ᾽Εκκλησία: τόν Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο πού μᾶς προσέλαβε στόν ῾Εαυτό Του καί μᾶς ἕνωσε μέ τόν Θεό.

2.  Μέ ἄλλα λόγια ἡ μνημόνευση αὐτή τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ συνιστᾶ τήν αὐτονόητη ἐν πίστει κίνηση τοῦ μέλους τῆς ᾽Εκκλησίας, τοῦ βαπτισμένου καί χρισμένου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ζώντας τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ὕπαρξή του ὡς ἐνδεδυμένος ᾽Εκεῖνον - ῾ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽ - Τόν ἀναπνέει ὅπως ἀναπνέει κανείς τόν ἀέρα γιά νά ζήσει. ῞Οταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σημειώνει ὅτι πρέπει νά μνημονεύουμε περισσότερο τόν Θεό ἀπό τό νά ἀναπνέουμε - ῾μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον᾽ -, δηλαδή ἡ μνημόνευσή του εἶναι περισσότερο κι ἀπό θέμα ζωῆς καί θανάτου, αὐτό ἀκριβῶς σημειώνει: χωρίς Χριστό δέν ὑπάρχει ἀληθινή καί πραγματική ζωή. Χωρίς Χριστό ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ζωντανό πτῶμα. Τήν ἴδια ἔννοια ἔχει καί τό ῾ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε᾽ πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σέ κάποια ἄλλη ἐπιστολή του.
Κι εἶναι περιττό βεβαίως νά τονίσουμε καί πάλι ὅτι μία τέτοια μνημόνευση ὡς ἀναγκαία γιά τήν ἴδια τήν πνευματική ζωή προϋποθέτει τήν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ πιστός δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναφερθεῖ στόν Κύριο ὡς Θεό καί ἄνθρωπο, ἄν δέν τόν φωτίζει ἐν προκειμένῳ τό ἴδιο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Μόνον ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τή χάρη ᾽Εκείνου φθάνει στό ὑπέρ φύσιν σημεῖο πίστης καί ἀποδοχῆς τῆς θεανθρωπότητάς Του, κάτι πού ἐξόχως σημειώνει ὁ ἀπόστολος: ῾Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽.  ῎Ετσι ἡ μνημόνευση τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, κατά τόν ἀπόστολο, εἶναι ἡ  ἐπιβεβαίωση τῆς ὕπαρξης στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τόν καθοδηγεῖ νά βιώνει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ ὡς Πατέρα: τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ᾽ παραπέμπει εὐθέως στό ῾ἀββᾶ ὁ Πατήρ᾽.

3. Τά παραπάνω ἐξηγοῦν εὔκολα  γιατί ἡ ᾽Εκκλησία μας ἀπαρχῆς μέ τούς ἁγίους θεοπνεύστους Πατέρες της θεώρησε ὅτι ἡ κατεξοχήν προσευχή πού συμπυκνώνει κάθε προσευχή της καί συνιστᾶ μία συνοπτική ὁμολογία πίστης της εἶναι τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽ ἤ μέ τήν πιό ἀνεπτυγμένη μορφή του τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν᾽. Σ᾽ αὐτήν τή μονολόγιστη λεγόμενη προσευχή ἔχουμε τήν ἐπακριβή ἐπιβεβαίωση τῆς προτροπῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου: μνημονεύουμε καί ἐπικαλούμαστε τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο, ὁ ῾Οποῖος ἦλθε στόν πεσμένο στήν ἁμαρτία κόσμο, προκειμένου νά μᾶς σώσει. Τό ἔλεός Του εἶναι ἡ ἀπάντηση στή διαστροφή τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει μάλιστα συναίσθηση αὐτῆς καί τοποθεῖται ἐν ταπεινώσει ἀπέναντί Του. Γι᾽ αὐτό καί ὄχι μόνο στίς ἀκολουθίες τῆς ᾽Εκκλησίας ἀλλά καί σέ κάθε ἐπίπεδο τῆς ζωῆς τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽ συνοδεύει ὄχι μόνο τόν μοναχό – ἡ ῾ἀποκλειστικότητα᾽ αὐτή δέν συνάδει πρός τήν ἐκκλησιαστική πίστη - ἀλλά καί τόν κάθε βαπτισμένο χριστιανό. Σέ διαφωνία πάνω στό θέμα αὐτό γιά παράδειγμα ἑνός μοναχοῦ μέ τόν  μεγάλο Πατέρα τῆς ᾽Εκκλησίας ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἐν ἀντιθέσει πρός τόν μοναχό ὑποστήριζε ὅτι ἡ μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ εἶναι γιά ὅλους τούς πιστούς μικρούς καί μεγάλους, ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίστηκε στόν μοναχό γιά νά τοῦ πεῖ ὅτι ἡ ἀλήθεια βρίσκεται στόν ἅγιο Γρηγόριο.

4. Τό μόνο πού ἀπαιτεῖται νά κατανοήσουμε οἱ πιστοί εἶναι ὅτι ἡ μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ δέν γίνεται κατά τρόπο ἐξωτερικό καί τυπικό. Οἱ ῾τεχνικές᾽ τῆς εὐχῆς τοῦ Χριστοῦ ἤ ἡ ἐπανάληψη τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του σάν κάτι τό μαγικό πόρρω ἀπέχουν ἀπό αὐτό πού ζεῖ ἡ ᾽Εκκλησία μας καί λέει ὁ ἀπόστολος. ῾Η μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, ὅπως εἴπαμε, καί μέ θερμότητα ἀγάπης πρός τό πανάγιο πρόσωπό Του. ῾Η ἀγάπη μας πρός τόν Χριστό, τόν ᾽ἐξ Οὗ καί δι᾽ Οὗ καί εἰς ῞Ον τά πάντα ἔκτισται᾽, θέτει σέ ἐνέργεια κατά τρόπο αὐξητικό τή χάρη τῆς μνήμης Του καί ἡ ἀγάπη αὐτή ἀποτελεῖ τό ῾κλειδί᾽ τῆς συνεχοῦς ἐπανάληψης τοῦ ὀνόματός Του. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ μνήμη Του καί ἡ ἀδιάκοπη ἐπίκλησή Του προϋποθέτει τήν τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. Πιστός πού ἐπικαλεῖται τόν Κύριο χωρίς νά ὁδεύει κατά τίς ἐντολές Του, κατεξοχήν τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπό του, μᾶλλον δουλεύει σέ ἀλλότριο δεσπότη καί ὄχι στόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῾Ο λόγος τοῦ μεγάλου Πατέρα ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ ἐν προκειμένῳ εἶναι καταπέλτης: ῾᾽Εκεῖνος πού μπόρεσε νά ἀποκτήσει τήν τέλεια ἀγάπη καί νά ρυθμίσει σύμφωνα μέ αὐτήν ὄλην τή ζωή του, αὐτός ἐπικαλεῖται τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽ (4η ἑκατ. Περί ἀγάπης).

γ. Δέν ὑπάρχει πιό ἰσχυρό ὅπλο στά χέρια μας ἀπό ῾τό ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα᾽ τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἐκφράζοντας καί τή δική του ζωή μᾶς παρακινεῖ σ᾽ αὐτό, ἡ ᾽Εκκλησία μας τό ἔχει ὡς τόν πιό μεγάλο καί ὑπερθαύμαστο θησαυρό της, τό θεμέλιο τῆς ὕπαρξής της. ῎Ας μάθουμε νά ἀναπνέουμε Αὐτόν πού συνιστᾶ τήν ἴδια τή ζωή μας καί ῾τήν ψυχή τῆς ψυχῆς μας᾽ (ὅσιος Μακάριος). Τότε θά μάθουμε ἐμπειρικά τό τί σημαίνει δύναμη πίστης καί φανέρωση τῆς Βασιλείας Του ἤδη ἀπό τόν κόσμο αὐτόν.


Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (῾Η παραβολή τῶν ταλάντων)



῾῞Ωσπερ γάρ ἄνθρωπος ἀποδημῶν ἐκάλεσε τούς ἰδίους δούλους καί παρέδωκεν αὐτοῖς τά ὑπάρχοντα αὐτοῦ᾽ (Ματθ. 25, 14)

α. ῾Η παραβολή τῶν ταλάντων ἔρχεται ὡς συνέχεια τῆς παραβολῆς τῶν δέκα παρθένων, γιά νά δηλώσει ὁ Κύριος ὅτι ῾δέν ἀρκεῖ νά εἴμαστε μόνο προνοητικοί καί φρόνιμοι᾽ σάν τίς πέντε φρόνιμες παρθένους, ῾ἀλλά καί δραστήριοι καί ἐπιμελεῖς᾽ (Π. Τρεμπέλας). ῾Η σημερινή παραβολή δηλαδή τῶν ταλάντων ἔχει ὡς σκοπό νά ἐξάρει τήν ἀνάγκη ἀξιοποίησης τῶν χαρισμάτων πού ὁ Θεός δίνει σέ κάθε ἄνθρωπο: δέν φτάνει μόνο ὁ Θεός πού δίνει, ἀλλά ἀπαιτεῖται καί ἡ ἀνθρώπινη συνέργεια. Χωρίς αὐτήν ἡ προσφορά τοῦ Θεοῦ ὄχι μόνο μένει ἀνενέργητη, ἀλλά δυστυχῶς λειτουργεῖ εἰς βάρος τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. ῾Η ὁριστική τελική ἀποτίμηση πού κάνει ὁ Κύριος στό τέλος τῆς παραβολῆς γιά τόν τεμπέλη καί ἄχρηστο ῾ἀχρεῖο᾽ δοῦλο εἶναι πράγματι συγκλονιστική: ῾τόν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τό σκότος τό ἐξώτερον. ᾽Εκεῖ ἔσται  ὁ κλαυθμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων᾽.

β. 1. ᾽Εκεῖνο πού καταρχάς τονίζει ἡ παραβολή εἶναι ὅτι δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού νά μήν ἔχει δεχτεῖ χαρίσματα ἀπό τόν Θεό. ῞Οπως ὁ ῾ἀποδημῶν ἄνθρωπος ἐκάλεσε τούς ἰδίους δούλους καί παρέδωκεν αὐτοῖς τά ὑπάρχοντα αὐτοῦ᾽, ἔτσι καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, εἴτε τό δέχονται εἴτε ὄχι, ἀνήκουν στόν Θεό. Μπορεῖ ὁ λαός τοῦ ᾽Ισραήλ νά εἶχε κληθεῖ ἀπό τόν Θεό ὡς ἐκλεκτός Του λαός, συνεπῶς οἱ ᾽Ισραηλίτες σέ πρώτη φάση νά θεωροῦνταν οἱ κατεξοχήν δοῦλοι Του, ὅμως ἡ κλήση του αὐτή μέ τό δεδομένο τῆς πτώσης τοῦ ἀνθρώπου στήν ἁμαρτία κατενοεῖτο ὡς εὐθύνη καί ἀνάθεση διακονίας: νά κρατήσουν τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καί νά τήν μεταδώσουν καί στούς ἄλλους λαούς, οἱ ὁποῖοι καί αὐτοί ἀνῆκαν σ᾽ Ἐκεῖνον.  ῾Ο ἐρχομός τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ἔπειτα ἐπιβεβαίωσε ἐντελῶς τήν ἀλήθεια αὐτή: οἱ πάντες, ἀνεξάρτητα ἀπό καταγωγή καί φυλή, εἶναι κλητοί τοῦ Θεοῦ. Καί μάλιστα κλητοί προκειμένου νά μετάσχουν στό ἀνώτερο ἐξ ὅλων τῶν χαρισμάτων, ῾τό μορφωθῆναι ἐν αὐτοῖς τόν Χριστόν᾽, νά γίνουν κατά χάριν υἱοί Θεοί. ῞Ολοι λοιπόν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τοῦ Θεοῦ καί ὅλοι δέχονται τά τάλαντα ᾽Εκείνου, πού σημαίνει ὅτι γιά τόν Θεό δέν ὑπάρχουν διακρίσεις ἀπέναντι στά πλάσματά Του. ῾Οὐκ ἔστιν γάρ προσωπολήπτης ὁ Θεός᾽.

2. Κι ἐκεῖνο πού ἐξίσου ἀπαρχῆς τονίζει ἡ παραβολή εἶναι ὅτι τά τάλαντα, τά χαρίσματα πού δίνει ὁ Θεός σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους εἶναι δικά Του, ἀνήκουν σ᾽ ᾽Εκεῖνον - ῾παρέδωκεν αὐτοῖς τά ὑπάρχοντα αὐτοῦ᾽ λέει ὁ Κύριος -  δηλαδή ἡ χορήγησή τους ἀποτελεῖ εὐθύνη γιά τόν ἄνθρωπο: ἀπό τό πῶς θά τά ἐργαστεῖ καί θά τά ἀξιοποιήσει θά ἐξαρτηθεῖ ἡ περαιτέρω κατάστασή του καί μάλιστα σέ αἰώνιο ἐπίπεδο. Πρέπει νά σταθοῦμε μέ πολλή προσοχή στό σημεῖο αὐτό: ὅ,τι καλό ἔχουμε στή ζωή μας, ὅ,τι χαρισματικό ἐπισημαίνουμε στήν ὕπαρξή μας, τήν ψυχική καί τή σωματική: ὑγεία, εὐφυΐα, καλωσύνη, ὑλικά ἀγαθά ἐνδεχομένως,  ἐνῶ φαίνεται ὅτι μᾶς ἀνήκει καί εἶναι δικό μας, στήν πραγματικότητα ἀνήκει στόν Θεό, ὁ ῾Οποῖος μᾶς τό ἔδωσε γιά νά τό λειτουργήσουμε κατά τό θέλημά Του, ὥστε νά αὐξηθοῦμε πνευματικά καί νά ὁδηγηθοῦμε στόν σκοπό μας πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τήν ἔνταξή μας στή Βασιλεία Του. ῾Η δοξολογική καί εὐχαριστιακή θεώρηση τοῦ κόσμου καί τοῦ ἑαυτοῦ μας ἐν προκειμένῳ συνιστᾶ μονόδρομο. ῾῾Εαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα᾽. ῾Εἴτε ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε τι ἄλλο ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε᾽.

3. Μέ μία βαθύτερη θεώρηση τά τάλαντα τῆς παραβολῆς παραπέμπουν στήν κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁ Θεός ἀπαρχῆς προίκισε τόν ἄνθρωπο μέ τά δῶρα τοῦ εἰκονισμοῦ Του σ᾽ αὐτόν – τήν ἐλευθερία, τή δημιουργικότητα, τή συνειδητότητα, τή δυνατότητα νά ἀγαπᾶ - ὥστε καλλιεργώντας τα μέ ἐπίγνωση καί κατά τό θέλημα ᾽Εκείνου νά φτάσει νά γίνει κι αὐτός μέτοχος τῆς χαρᾶς τοῦ Κυρίου του. ῾Εὖ, δοῦλε ἀγαθέ καί πιστέ! ᾽Επί ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπί πολλῶν σε καταστήσω. Εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου᾽. ῎Ετσι ῾πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι, καταβαῖνον ἀπό τοῦ Πατρός τῶν φώτων᾽.
᾽Ιδίως γιά τόν χριστιανό πού ἔχει πλήρη ἐπίγνωση τῶν παραπάνω ἀληθειῶν λόγω τῆς ἐνσωμάτωσης του στόν Κύριο διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος  ἰσχύει τό τοῦ ἀποστόλου: ῾Τί ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες; Εἰ δέ καί ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μή λαβών;᾽. Κατά συνέπεια εἶναι εὐνόητο τό γιατί ἡ πίστη μας θεωρεῖ τήν ταπείνωση ὡς τήν φυσιολογική ὁδό τοῦ ἀνθρώπου καί ὡς τήν κρηπίδα πάνω στήν ὁποία στηρίζεται τό οἰκοδόμημα τῆς πνευματικῆς ζωῆς. ῾᾽Απούσης ταπεινοφροσύνης πάντα τά ἡμέτερα ἕωλα᾽ κατά τόν λόγο τοῦ μεγάλου ἀσκητικοῦ διδασκάλου ἁγίου ᾽Ιωάννου τῆς Κλίμακος. Μόνον ἕνας τυφλός, δηλαδή μόνον ἕνας ἄπιστος ἤ ἀλλοιωμένος κατά τήν πίστη του ἄνθρωπος, δέν θά ἔβλεπε τήν πραγματικότητα αὐτή. Μέ τή χαριτωμένη διατύπωση τοῦ ἁγιασμένου Γέροντα π. Παϊσίου ῾τό μόνο πού ὁ ἄνθρωπος ἀπό μόνος του ἔχει εἶναι ὅ,τι κατεβάζει ἡ μύτη του!᾽

4. ῾Η διαβάθμιση τῶν ταλάντων: ῾καί ᾧ μέν ἔδωκε πέντε τάλαντα, ᾧ δέ δύο, ᾧ δέ ἕν᾽, δέν σημαίνει ἀδικία ἀπό πλευρᾶς τοῦ Θεοῦ. ῞Ολοι οὐσιαστικά παίρνουν τό ἴδιο, γιατί ὁ Θεός δίνει ῾ἑκάστῳ κατά τήν ἰδίαν δύναμιν᾽. ᾽Αδικία θά ἔκανε ὁ Θεός, ἄν ἔδινε σέ ὅλους ἀδιακρίτως τό ἴδιο. ῾Ο Θεός μας ὅμως μετρᾶ τίς δυνατότητες τοῦ καθενός καί τοῦ δίνει αὐτό πού ἀντέχει. Γι᾽ αὐτό καί τοῦ ζητᾶ τό ἀντίστοιχο πρός τήν προφορά Του. ῾Ο ἄνθρωπος καλεῖται νά ἐργαστεῖ ἀνάλογα πρός αὐτό πού ἔλαβε, οὔτε περισσότερο οὔτε λιγότερο. Τό πέντε πρέπει νά γίνει δέκα, τό δύο τέσσερα, τό ἕνα δύο. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή τό τέσσερα θά εἶναι μεγαλύτερο τοῦ ἐννιά ἤ τοῦ ὀκτώ ἤ τοῦ ἕξι: τό τέσσερα δηλαδή αὐτοῦ πού ἔλαβε δύο θά εἶναι μεγαλύτερο ἀπό τό ἐννιά αὐτοῦ πού ἔλαβε πέντε.
Μέ ἄλλα λόγια αὐτό πού ζητᾶ καί περιμένει ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ καταβολή τῶν δυνατοτήτων του, ἡ ἐπιμέλεια πού δείχνει στή δική Του χορηγία, τελικῶς δηλαδή τό πόσο ἀνταποκρίνεται ἐν ἀγάπῃ στή δική Του ἀγάπη. ῾῾Ημεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς᾽ πού λέει ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ὁ εὐαγγελιστής. Τό μυστικό τῆς ἐργασίας τοῦ ἀνθρώπου γιά νά αὐξήσει τά τάλαντα τοῦ Κυρίου του, νά γίνει δηλαδή πιστός οἰκονόμος τῆς χάριτός Του, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀγάπη του πρός ᾽Εκεῖνον. ῎Αν διαγράψουμε τήν ἀγάπη αὐτή, τότε μᾶλλον ἐκπίπτουμε στήν τραγική κατάσταση τοῦ τρίτου δούλου,  ὁ ὁποῖος κατενόησε διεστραμμένα τή σχέση του μέ τόν Κύριό του: Τόν κατενόησε δηλαδή φοβικά καί ἀπειλητικά, κι αὐτό λόγω τῆς πονηρῆς καί ὀκνηρῆς προαίρεσής του. ῾Πονηρέ δοῦλε καί ὀκνηρέ!᾽

γ. ῎Αν ἡ παραβολή τῶν δέκα παρθένων προηγεῖται τῆς παραβολῆς τῶν ταλάντων, ἡ παραβολή τῆς τελικῆς κρίσεως ἕπεται. Κι ἡ τελική κρίση προσδιορίζει τό τί σημαίνει τελικῶς ἐργασία πάνω στά τάλαντα πού ἔχει δώσει καί δίνει ὁ Θεός: νά ζοῦμε ἐν ἀγάπῃ. ῾Ο Θεός δηλαδή δωρίζει κάθε καλό στόν ἄνθρωπο – καί πρωτίστως πιά τόν ἴδιο Του τόν ῾Εαυτό -  ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά τό ἀντιδωρίσει ἐν ἀγάπῃ καί εὐχαριστίᾳ στόν συνάνθρωπό του πρός δόξαν καί πάλι Θεοῦ. Οἱ ὕμνοι ἀπό τόν ὄρθρο τῆς Μεγάλης Τρίτης ἐν προκειμένῳ μᾶς καθοδηγοῦν: ῾Δεῦτε, πιστοί, ἐπεργασώμεθα προθύμως τῷ Δεσπότῃ· νέμει γάρ τοῖς δούλοις τόν πλοῦτον, καί ἀναλόγως ἕκαστος πολυπλασιάσωμεν τό τῆς χάριτος τάλαντον· ὁ μέν σοφίαν κομιείτω δι᾽ ἔργων ἀγαθῶν· ὁ δέ λειτουργίαν λαμπρότητος ἐπιτελείσθω· κοινωνείτω δέ τοῦ λόγου πιστός τῷ ἀμυήτῳ· καί σκορπιζέτω τόν πλοῦτον πένησιν ἄλλος· οὕτω γάρ τό δάνειον πολυπλασιάσωμεν, καί ὡς οἰκονόμοι πιστοί τῆς χάριτος, δεσποτικῆς χαρᾶς ἀξιωθῶμεν᾽ (᾽Εμπρός, πιστοί, ἄς ἐργαστοῦμε μέ προθυμία γιά τόν Κύριο. Γιατί μοιράζει στούς δούλους τόν πλοῦτο. Κι ἀνάλογα ὁ καθένας μας ἄς πολλαπλασιάσουμε τό τάλαντο τῆς χάρης: ὁ ἕνας ἄς μεταδώσει σοφία μέ ἔργα ἀγαθά. Ὁ ἄλλος ἄς προσφέρει λαμπρές ὑπηρεσίες στό κοινωνικό σύνολο. ῾Ο πιστός ἄς κοινωνήσει τόν λόγο τῆς πίστης στόν ἀμύητο αὐτῆς. Καί ἄλλος ἄς σκορπίζει τόν πλοῦτο του στούς πτωχούς. ῎Ετσι λοιπόν ἄς πολλαπλασιάσουμε τό δάνειο καί σάν πιστοί οἰκονόμοι τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ  ἄς γίνουμε ἄξιοι τῆς χαρᾶς τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ).

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ (7 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)



«Αυτός ο όσιος είναι βλάστημα και εντρύφημα της Ελλάδας. Οι πρόγονοί του ήταν από τη νήσο Αίγινα, οι οποίοι μη αντέχοντας τις συνεχείς επιθέσεις των Αγαρηνών μετανάστευσαν και έφτασαν στην κεντρική Ελλάδα, στην οποία και γεννήθηκε ο μακάριος Λουκάς. Αυτός από μικρό παιδί απείχε όχι μόνον από το κρέας, αλλά και από τα αυγά και τα τυριά. Το φαγητό και το πιοτό του ήταν ο κρίθινος άρτος, το νερό και τα όσπρια. Ταλαιπωρώντας το σώμα του με κάθε ασκητική κακοπάθεια και σκληραγωγία, θεωρούσε ευχαρίστησή του να τρέφει τον πεινασμένο και να χαρίζει ενδύματα στον γυμνό, και με αυτά χόρταινε. Γι’ αυτόν τον λόγο, επειδή δηλαδή πολλές φορές είχε δώσει και το δικό του ένδυμα, γύριζε στην κατοικία του γυμνός. Κι όποτε  ανέπεμπε τις προσευχές του στον Θεό, τα πόδια του απομακρύνονταν ένα πήχυ σχεδόν από το έδαφος, και φαίνονταν να μην ακουμπούν στη γη. Όταν μάλιστα ακολούθησε και τον μοναχικό βίο, δεν είναι δυνατόν να πει κανείς πόση εγκράτεια και κακουχία επέδειξε ο μακάριος. Ως μοναχός πέρασε από όλες τις παραλιακές περιοχές και με τα θαύματα που τελέστηκαν από αυτόν έγινε αίτιος σωτηρίας για πολλούς. Ύστερα άφησε τις μετακινήσεις και έμεινε στο χώρο του Μοναστηριού. Επτά έτη αργότερα στον χώρο αυτόν, προείπε το τέλος του σε όλους και έτσι άφησε τη ζωή αυτή».

Η ζωή του οσίου Λουκά του εν Ελλάδι, του γνωστού μας οσίου Λουκά του εν Στειρίω Βοιωτίας, αποτελεί επακριβή έμπρακτο υπομνηματισμό του λόγου του Κυρίου: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα…υπέρ εμέ ούκ εστι μου άξιος». Ο όσιος Λουκάς πράγματι, από πολύ μικρός στην ηλικία, στράφηκε με πόθο αγάπης προς τον Χριστό τέτοιο, που ξεπέρασε τη φυσική αγάπη προς τους γονείς του, και μάλιστα προς τη μητέρα του που τον υπεραγαπούσε. Ο υμνογράφος άγιος Ιωσήφ επανειλημμένως τονίζει την ολοσχερή αυτή αγάπη του: «Ολωσδιόλου από τη νεότητά του ακολούθησες τον Κύριο και γι’ αυτό εγκατέλειψες, ένδοξε, τον σύνδεσμό σου με τους γονείς και τη στοργή προς τον κόσμο» («Όλως εκ νεότητος ακολουθήσας Κυρίω, γονικήν κατέλιπες, ένδοξε, προσπάθειαν και στοργήν κοσμικήν») (στιχηρό εσπερινού)∙ «Αναπτερώθηκες από τον θερμό έρωτα του Σωτήρος Χριστού και έκανες πέρα το φίλτρο των γονέων για χάρη Του, και έγινες, ω Λουκά, ξένος από όλα τα τερπνά της ζωής, μακάριε» («Ανεπτερώθης τω θερμώ έρωτι του Σωτήρος, και γονέων το φίλτρον υπερείδες δι’ αυτόν, και γέγονας, ω Λουκά, ξένος πάντων των τερπνών, μακάριε») (ωδή γ΄).

Η φυγή του από τον κόσμο λόγω της προς Κύριο αγάπης του ήταν η απαρχή. Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας σημειώνουν ότι ο νεαρός Λουκάς αποδύθηκε έπειτα σε μεγάλες ασκήσεις εγκρατείας και ταπείνωσης του σώματος, ώστε να υποτάξει τα άτακτα θελήματα αυτού στον ηγεμόνα νου και να μπορέσει να προσαρμοστεί πλήρως στο θέλημα του Κυρίου, κάτι που βεβαίως σήμαινε αύξηση της αγάπης του και προς Εκείνον και προς τον συνάνθρωπο. «Ο ιερός Λουκάς, Σωτήρα Κύριε, σε πόθησε ολοκληρωτικά και γι’ αυτό στράφηκε με στέρεο τρόπο προς την άσκηση, υπομένοντας καρτερικά θλίψεις, μόχθους, κόπους, για τα οποία βρήκε την ατελεύτητη τρυφή» («Ολοσχερώς σε ποθήσας ο ιερός, Σώτερ, προς την άσκησιν απεδύσατο στερρώς, θλίψεις, μόχθους, πόνους καρτερών, ανθ’ ων εύρατο τρυφήν την ατελεύτητον») (ωδή α΄)∙ «Πίεζες το σώμα σου πάντοτε, πάτερ Λουκά, με την εγκράτεια, με τη συνεχή αγρυπνία, με κάθε κακουχία διακριτικά, και κυριάρχησες στις ορμές των εμπαθών ηδονών» («Υπωπιάζων το σώμα, Πάτερ Λουκά, εγκρατεία πάντοτε, αγρυπνία συνεχεί, κακουχία πάση τε σοφώς, τας ορμάς των εμπαθών ηδονών έστησας») (ωδή α΄)∙ «Αναδείχτηκες, μακάριε, υπάκουος σαν δούλος σε κάθε θεία εντολή» («Εν πάση θεία εντολή ευπειθής ως οικέτης ανεδείχθης, παμμάκαρ») (ωδή γ΄).

Θα πρέπει να τονίσουμε ιδιαιτέρως αυτό που με σοφό τρόπο εξαγγέλλει ο ιερός υμνογράφος: ότι η εν αγάπη προς τον Κύριο σκληρή άσκησή του ήταν για να παραμένει στις εντολές του Κυρίου, δηλαδή την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Διότι αν η όλη ασκητική διαγωγή του χριστιανού δεν κατατείνει προς αυτόν τον σκοπό, την αγάπη δηλαδή, δεν έχει νόημα. Διαστρέφεται και γίνεται φαρισαϊκή ηθική, ευσεβισμός, καύχηση για αρετές χωρίς νόημα, σκλήρυνση της καρδιάς. Σ’ αυτήν την κατάσταση ο άνθρωπος έχει αρετές, όχι όμως Θεό. Λείπει η ταπείνωση ως οριστικό άφημα του εαυτού στον Χριστό. «Πέρασες τη ζωή σου με σωφροσύνη και με καλό τρόπο, φιλοξενώντας αδιάκοπα και ελεώντας τον συνάνθρωπό σου πλούσια και άφθονα» («Σωφρόνως διήνυσας σου τον βίον και καλώς, φιλοξενών εκάστοτε, ελεών τε πλουσίως και δαψιλώς») (ωδή ς΄). Είναι ευνόητο λοιπόν για τον άγιο Ιωσήφ να συμπεράνει ότι αυτή η απλότητα και η ταπείνωση και η αγάπη και η πραότητα του οσίου Λουκά τον έχουν κατατάξει στη βασιλεία του Θεού, μαζί με τους αγίους και δικαίους Αβραάμ και Ιακώβ και Δαυίδ. «Έδειξες, πάτερ, αληθινά απλό και απονήρευτο και ταπεινό, γεμάτο από έλεος προς τους φτωχούς, και φιλόξενο και φιλέρημο, ήσυχο και πράο ήθος. Γι’ αυτό και κατατάχτηκες με τον Αβραάμ και Ιακώβ και Δαυίδ» («Απλούν το ήθος και απονήρευτον, και ταπεινόν, ελέους τε μεστόν προς τους πένητας, και φιλόξενόν τε και φιλέρημον, ήσυχον πράον όντως, Πάτερ, ενέδειξας∙ όθεν συνετάγης Αβραάμ και Ιακώβ και Δαυίδ») (ωδή θ΄).

Ο άγιος Ιωσήφ μας υπενθυμίζει όμως  με δύο ύμνους του μία ενέργεια του Θεού, που φανερώνει πόσο βαθιά φιλόστοργος και φιλάνθρωπος είναι. Είναι ίσως η κορυφαία στιγμή της σύνθεσης του κανόνα του για τον όσιο Λουκά. Περί τίνος πρόκειται; Ο όσιος, είπαμε, από μικρή ηλικία στράφηκε ένθερμα προς τον Χριστό. Έφυγε μάλιστα κρυφά από τους γονείς του και προχώρησε στις πνευματικές ασκήσεις του, ακολουθώντας και τη μοναχική ζωή. Η μητέρα του ιδιαιτέρως πόνεσε πολύ από την κρυφή φυγή του, γι’ αυτό και με δάκρυα και σπαραγμό ψυχής παρακαλούσε τον Κύριο να της φανερώσει το πού βρίσκεται. Κι ο Κύριος ακριβώς κάμφθηκε. Χωρίς να θέλει κάτι τέτοιο ο αγαπημένος του δούλος Λουκάς, Εκείνος της τον φανέρωσε. Έτσι και ο Λουκάς στεφανώθηκε από τον Χριστό για την ολοσχερή αγάπη του προς Αυτόν, την υπερβαίνουσα και το γονεϊκό φίλτρο, και η μητέρα του δέχτηκε τον καρπό της προσευχής της: έμαθε για το παιδί της. Θεωρούμε ότι είναι η κορυφαία στιγμή της ακολουθίας, διότι δείχνει ότι ο Κύριος μπροστά στα καρδιακά αιτήματα του ανθρώπου κάμπτεται. Δεν ξέρουμε, αλλά μας θυμίζει λίγο η υπενθύμιση αυτή του αγίου υμνογράφου αυτό που είναι γνωστό σαν ιστορία από τις επεμβάσεις της Παναγίας: οι απορριπτόμενοι του Παραδείσου, λόγω της «ακρίβειας» του αποστόλου Πέτρου, του κρατούντος τα κλειδιά της Βασιλείας, γίνονταν δεκτοί «παρανόμως» από την Παναγία, η οποία τους εισήγαγε στον Παράδεισο από το πλάι της θύρας με το μαφόρι της.

 «Πληγώθηκες από τον πόθο του Κυρίου και θεώρησες όλα τα ευχάριστα της ζωής ως μηδέν. Τη στέρηση δε της μητέρας σου και την ξενιτεία αγάπησες, και ντύθηκες το μοναχικό ένδυμα, ιερώτατε. Αλλά σε φανερώνει ο Θεός, έστω και παρά τη θέλησή σου, όσιε Λουκά, γιατί κάμφθηκε ο φιλάνθρωπος από τις μητρικές προσευχές» («Κυρίου τρωθείς τω πόθω, τα τερπνά ουδέν λελόγισαι∙ μητρός δε στέρησιν και την ξενιτείαν ηγάπησας και σχήμα ενεδέδυσο το των μοναχών, ιερώτατε∙ αλλά φανεροί σε Θεός και μη βουλόμενον, ευχαίς ταις μητρικαίς, Λουκά όσιε, καμφθείς ο φιλάνθρωπος») (στιχηρό εσπερινού).  «Τον πόθο της μητέρας σου μη λαμβάνοντας  καθόλου υπόψη και φέρνοντας τον εαυτό σου σε τόπο άσκησης, τον παρέδωσες εκεί κρυφά. Πάλι όμως ο Θεός σε φανερώνει στη μητέρα σου, που θρηνούσε τη στέρησή σου δίκαια, πανάριστε» («Μητρός τον πόθον ουδέν ηγησάμενος, εν Σεμνείω φέρων σαυτόν, λάθρα δέδωκας∙ πάλιν δε μηνύει σε Θεός τη μητρί σου, θρηνούση την στέρησιν σου δικαίως, πανάριστε») (κάθισμα του όρθρου).

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΒΟΥΚΟΛΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ (6 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)


«Ο άγιος Βουκόλος από νεαρή ηλικία αγίασε τον εαυτό του και έγινε δοχείο του αγίου Πνεύματος. Αυτόν βρήκε δόκιμο και άξιο ο πανεύφημος και από τον Χριστό αγαπώμενος θείος Ιωάννης ο Θεολόγος, και τον χειροτόνησε Επίσκοπο και ποιμένα καλό της Εκκλησίας της Σμύρνης. Ο Βουκόλος, ο οποίος φωτιζόταν από το Άγιον Πνεύμα, οδηγεί στο φως της πίστεως του Χριστού τους ευρισκομένους στο σκοτάδι της πλάνης, και με το άγιο βάπτισμα τους κάνει υιούς ημέρας, σώζοντάς τους από μύρια ανήμερα θηρία. Αυτός λοιπόν, πριν  φύγει από τη ζωή αυτή, χειροτόνησε και έβαλε ποιμένα και Διδάσκαλο των λογικών προβάτων στην ίδια πόλη, τη Σμύρνη, τον μακάριο Πολύκαρπο, οπότε και εκοιμήθη εν Κυρίω. Όταν το τίμιο σώμα του το έθεσαν κάτω από τη γη, ο Θεός έκανε να ανατείλει φυτό, που παρέχει ιάσεις μέχρι σήμερα».

Δεν είναι πολύ γνωστός ο άγιος Βουκόλος στους περισσοτέρους από τους χριστιανούς μας, μολονότι ανήκει στους αποστολικούς Πατέρες που έλαμψαν με τη ζωή και το κήρυγμά τους. Ίσως διότι βρέθηκε ανάμεσα σε δύο σπουδαιότατους άνδρες, μεγάλους αστέρες της Εκκλησίας μας, που τον επισκίασαν με τη λάμψη τους: τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και τον άγιο Πολύκαρπο Σμύρνης. Κι από την άλλη: βρέθηκε να συνεορτάζει και με έναν άλλο αστέρα, οικουμενικό πατέρα και διδάσκαλο, ισαπόστολο και ομολογητή, μεγάλο ως προς τον χαρακτηρισμό του, τον άγιο Φώτιο, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Παρ’ όλα όμως τα φώτα των σπουδαίων και μεγάλων αυτών, ο άγιος Βουκόλος, κατά την Εκκλησία μας, δεν παύει «να αστράπτει με το φως των θεουργών αρετών του, ευρισκόμενος ως φως στη λυχνία της θείας Εκκλησίας και να καθιστά λαμπρή αυτή με τις ιερές διδασκαλίες του» («Φωτί των θεουργών αρετών αστράπτων, ιερώτατε, φως ετέθης εν λυχνία μυστικώς της θείας Εκκλησίας, λαμπρύνων ταύτην, Πάτερ, ταις ιεραίς διδασκαλίαις σου») (Στιχηρό εσπερινού). Είναι ο άνθρωπος, που, όπως σημειώνει ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος σε άλλο σημείο του κανόνα του, «έλαμψε σαν φως, σαν φέγγος, σαν μέγα ήλιος, σαν αστραπή στην Εκκλησία του Χριστού, και φώτισε τις διάνοιες των πιστών» («Ως φως, ως φέγγος, ως μέγας ήλιος, ως αστραπή Χριστού τη Εκκλησία εξέλαμψας, και πιστών διανοίας εφώτισας») (ωδή θ΄).

Τι ήταν εκείνο που τον έκανε και αυτόν δεύτερο φως μετά το πρώτο, τον Χριστό, και «ιερόν κειμήλιον» Αυτού; Ο άγιος υμνογράφος απαντά: «Το ωραίον της ψυχής και η καθαρότης του νοός» (ωδή δ΄), αποτέλεσμα των πνευματικών του ασκήσεων προς υπέρβαση των αμαρτωλών παθών: «Κυριεύσας δι’ ασκήσεως του σώματος, των παθημάτων, ένδοξε» (ωδή ζ΄). Γι’ αυτό και όλες οι αρετές του Θεού εγκατοίκησαν σ’ αυτόν και τον κατέστησαν κατοικητήριο Εκείνου. «Ο ένδοξος Βουκόλος αναδείχθηκε σε κατοικητήριο της αγίας Τριάδος, διότι απέκτησε την ταπείνωση που υψώνει, την καθαρότητα του νου, την ανυπόκριτη αγάπη, την ειλικρινή πίστη και ελπίδα» («Υψούσαν ταπείνωσιν, καθαρότητα νοός, αγάπην ανυπόκριτον, πίστιν, ελπίδα έχων ειλικρινή, Βουκόλος ο ένδοξος της Τριάδος εδείχθη καταγώγιον») (ωδή ς΄).

Είπαμε όμως ότι η αγιότητά του αυτή, λόγω και της υπεύθυνης θέσης του: να είναι επίσκοπος, έπαιρνε μορφή ιεραποστολική. Ο άγιος Βουκόλος κήρυττε αδιάκοπα τον λόγο του Θεού, «κηρύσσοντας τη μία ουσία της Τριάδος με ευσεβή τρόπο, ώστε να ξεριζώνει την πολύθεη πλάνη» («Κηρύττων μίαν ευσεβώς της Τριάδος ουσίαν, την πολύθεον πλάνην εξερρίζωσας εκ γης ως ιεράρχης σεπτός») (ωδή γ΄), πάντοτε βεβαίως προβάλλοντας το διαρκές κήρυγμα του διδασκάλου και πνευματικού του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, δηλαδή την πραγματικότητα της σάρκωσης του Υιού και Λόγου του Θεού. «Έγιναν ωραία, παμμακάριε, τα σαγόνια σου, γιατί κήρυσσαν τη σάρκωση αυτού που έλαμψε σε εμάς από την άφατη ευσπλαχνία του» («Ωραιώθησαν, παμμάκαρ, σιαγόνες σου, την σάρκωσιν κηρύττουσαι του δι’ άφατον ευσπλαγχνίαν λάμψαντος ημίν») (ωδή ζ΄). «Θεολόγησες τον Λόγο του Θεού που σαρκώθηκε, και έσωσες πολλούς λαούς από την αλογία της πλάνης, γιατί έγινες θείος μαθητής εκείνου που έλαμψε για τις θεολογικές διδασκαλίες του, τον άγιο Ιωάννη δηλαδή, κήρυκα Βουκόλε» («Σαρκωθέντα τον Λόγον εθεολόγησας και πολλούς αλογίας λαούς διέσωσας, θείος γεγονώς μαθητής του εκλάμψαντος εν θεολογίαις, Βουκόλε κήρυξ») (ωδή η΄).

Ο άγιος Ιωσήφ δεν αφήνει ασχολίαστο το γεγονός ότι στον τάφο του οσίου φύτρωσε φυτό που παρείχε ιάσεις στους προστρέχοντες. Θεωρεί  ότι το θαυμαστό αυτό γεγονός συνιστά μαρτυρία από τον Θεό της δικαίωσης του αγίου, και για τη δράση του ως ποιμένα και για την κατάστασή του στους ουρανούς. «Βλάστησες σαν φοίνικας στις αυλές του Θεού, γι’ αυτό και εκοιμήθης όπως πρέπει στους δικαίους. Και τώρα φέρεις φυτό στο θείο σου μνήμα, που αποτελεί θαύμα σ’ αυτούς που το βλέπουν, θεοκήρυκα Βουκόλε» («Εκβλαστήσας ως φοίνιξ εν ταις αυλαίς του Θεού, οφειλόμενον ύπνον δικαίοις ύπνωσας∙ φέρεις δε φυτόν προς του θείου σου μνήματος, θαύμα τοις ορώσι, Βουκόλε θεοκήρυξ») (ωδή η΄). Ο άγιος Βουκόλος: ένας φωτεινός αποστολικός πατέρας που παραπέμπει στον κατά πολύ νεώτερό του, συνεορτάζοντα με αυτόν, άλλον φωτεινό, και λόγω ονόματος, άγιο Φώτιο, τον «ομότροπον των αποστόλων»,  τον οικουμενικό πατέρα και μέγαν εν διδασκάλοις.