Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΛΟΥΚΑ



«῞Οσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μόνον ἵνα μή τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται» (Γαλ. 6, 12)

α. Στούς Γαλάτες ἀπευθύνεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος, οἱ ὁποῖοι δέχονταν ῾ἐπιθέσεις᾽ ἀπό τούς ἰουδαιοχριστιανούς, τούς ῾ψευδαδέλφους᾽ δηλαδή ἐκείνους πού εἶχαν εἰσχωρήσει ὡς κατάσκοποι ἀνάμεσά τους διακηρύσσοντας ὅτι ἡ χριστιανική πίστη ἀποτελεῖ μία βελτιωμένη ἁπλῶς ἔκδοση τοῦ ἰουδαϊσμοῦ καί συνεπῶς διέστρεφαν τήν ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψη. Μέ τά λεγόμενά του ὁ ἀπόστολος ἀποκαλύπτει τό ῾παιχνίδι᾽ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν: ὄχι μόνο ὁ χριστιανισμός τους ἀλλά ἀκόμη καί ὁ ἰουδαϊσμός τους δέν ἦταν γνήσιος. Τό μόνο πού τούς ἐνδιέφερε ἦταν ἡ δική τους ἄνεση, ἡ κατοχύρωση τῶν ἀτομικῶν τους μόνο συμφερόντων. Πιό σαφής λόγος ἀπό τόν παραπάνω τοῦ ἀποστόλου δέν θά ὑπῆρχε: ῾Ὅσοι θέλουν νά ἀποκτήσουν καλή φήμη στούς ἀνθρώπους, αὐτοί σᾶς ὑποχρεώνουν νά περιτέμνεσθε, μέ μόνο στόχο νά μήν καταδιώκονται ἀπό τούς ᾽Ιουδαίους ἐξαιτίας τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ᾽.

β. 1. ῾Ο ἀπόστολος λοιπόν εἶναι σαφής: διαπιστώνει τό ἔργο τῶν ἐχθρῶν τῆς χριστιανικῆς πίστης, φανερώνει τή σκοπιμότητα τῶν ἐνεργειῶν τους καί προπάντων ἀποκαλύπτει τό βαθύτερο σκεπτικό τους.
Ποιό τό ἔργο κατά πρῶτον τῶν ἰουδαιοχριστιανῶν ψευδαδέλφων καί προσωπικῶν τοῦ ἀποστόλου διωκτῶν; ῞Οπως τό λέει ὁ ἀπόστολος: νά κάνουν ἱεραποστολή ὑπέρ τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, ἀσκώντας μάλιστα ἕνα εἶδος βίας πρός τοῦτο. ῾᾽Αναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι᾽. Δέν μποροῦσαν νά καταλάβουν, καλύτερα: δέν ἤθελαν νά καταλάβουν ὅτι ὁ Χριστός δέν ἦλθε γιά νά προβάλει τόν Μωϋσῆ ὡς σωτήρα, ἀλλά γιά νά δείξει ὅτι καί ὁ Μωϋσῆς λειτουργοῦσε μέσα στό σχέδιο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἐρχομό ᾽Εκείνου. ῾῞Ο,τι ἔγραψαν ὁ Μωϋσῆς καί οἱ προφῆτες γιά ᾽Εμένα τό ἔγραψαν᾽. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός ἐνῶ ἀναγνωρίζει τή συμβολή τῶν Πατριαρχῶν τοῦ ᾽Ισραήλ  γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου - ᾽Εκεῖνος ἄλλωστε τούς κάλεσε -  τούς ξεπερνᾶ.
᾽Αλλά τί λέει ὁ ἀπόστολος; ῞Οτι κι αὐτή ἀκόμη ἡ ἱεραποστολή τῶν ἰουδαιοχριστιανῶν – τούς ὁποίους ἀντιμετώπισε ὁριστικά καί τούς κατεδίκασε ἡ ᾽Αποστολική Σύνοδος τό 48/49 μ.Χ. - ἦταν κίβδηλη, διότι δέν ἦταν καρπός τῆς πιστεύουσας καρδιᾶς τους. Στήν καρδιά τους αὐτό πού κυριαρχοῦσε ἦταν ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἄνεσής τους καί ἡ ἀπολαβή τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου τούτου: ῾μή καταδιωχθοῦμε ἀπό τούς ᾽Ιουδαίους γιά τό κήρυγμα πού ἀναφέρεται στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ᾽. Εἶχαν ἐπίγνωση ὅτι ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου ἐγείρει διωγμούς ὡς τό ῾ἀγκάθι᾽ στή σκέψη τῶν ᾽Ιουδαίων. ῾῾Ημεῖς δέ κηρύσσομεν Χριστόν ἐσταυρωμένον, ᾽Ιουδαίοις μέν σκάνδαλον, ῞Ελλησι δέ μωρίαν᾽. Συνεπῶς ἀποκαλύπτονταν ὡς ἀρνησίχριστοι καί χριστομάχοι, ἀφοῦ τελικῶς δέν πίστευαν στόν ᾽Εσταυρωμένο Κύριο, ἔστω κι ἄν θεωρητικῶς σ᾽ ἕναν βαθμό προσποιοῦνταν ὅτι Τόν ἀποδέχονται. ῾῾Ο μή ὤν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι᾽. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν᾽.
Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος ὡς ἰατρός χειρουργός προβαίνει στήν ἀνατομία τῆς πίστης τῶν ψευδαδέλφων: τούς ἐνδιαφέρει μόνον ἡ καλή φήμη τους, τό καλό ὄνομά τους στόν κόσμο, προκειμένου νά μήν ὑποστοῦν κανένα διωγμό. Πρόκειται λοιπόν γιά τούς βολεμένους πού ἡ βολή τους μετράει πάνω ἀπό ὅλα. Δέν πιστεύουν πουθενά τελικῶς, οὔτε στόν Χριστό οὔτε κἄν στόν ἰουδαϊσμό. Θεός τους φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός τους: ἡ καλοπέρασή τους, καί προκειμένου νά διακρατήσουν τήν καλοπέραση αὐτή δέν πρέπει νά προκαλοῦν ἐκείνους πού ἐνοχλοῦνται, δηλαδή τούς ᾽Ιουδαίους. ῾Νά τά ἔχουμε καλά μέ ὅλους γιά νά καλοπερνᾶμε᾽ εἶναι τό σύνθημα τῆς ζωῆς τους.

2. ᾽Αλλά αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος ἰσχύει ὄχι μόνο γιά τούς ῾ἀθέους᾽ ἰουδαιοχριστιανούς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλά καί γιά κάθε ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς, ἀκόμη καί γιά ἐμᾶς - ἤ ἴσως κυρίως γιά ἐμᾶς; - τούς λεγομένους χριστιανούς. Καί τοῦτο διότι δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού ὅ,τι μετράει περισσότερο καί σέ ἐμᾶς εἶναι τό ῾τί θά ποῦν οἱ ἄλλοι, τί θά πεῖ ὁ κόσμος᾽, τό πῶς δηλαδή θά κτίσουμε μία καλή εἰκόνα γιά τόν ἑαυτό μας, ὥστε νά μήν ὑποστοῦμε ὄχι ἴσως ἕναν διωγμό φανερό, ἀλλά ἕναν ἄλλου τύπου: τῆς εἰρωνείας, τῆς ἀπόρριψης, τῆς ῾φιλίας᾽ κάποιων ῾σπουδαίων᾽. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἀφενός τόν Χριστό Τόν διαγράφουμε ἔμπρακτα ἀπό τή ζωή μας - ἡ πρακτική ἀθεΐα εἶναι ἡ χειρότερη μορφή ἀθεΐας - ἀφετέρου φανερώνουμε ὅτι ἐν τέλει Θεός μας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας.  Δέν χρειάζονται, ἔτσι, ἄλλοι ἐχθροί τῆς πίστης μας ἔξω ἀπό ἐμᾶς. ᾽Εμεῖς ῾ροκανίζουμε᾽ μέ τόν τρόπο αὐτό τήν πίστη κι ἄς νομίζουμε ὅτι εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ.
῾Η ταύτισή μας μέ τούς ᾽Ιουδαιοχριστιανούς - μέ τούς ὁποίους ἀνήκουμε στήν ἴδια ὁμάδα τῶν ῾καλοπερασάκηδων᾽ - ἀποκορυφώνεται, ὅταν κι ἐμεῖς  δέν διστάζουμε μπροστά στή βολή μας καί τή ῾φήμη᾽ μας νά γινόμαστε σκληροί πρός τούς ἄλλους, παίζοντας τό παιχνίδι ἐκείνων τῶν ὁποίων ἐπιζητοῦμε τήν καλή γνώμη. Δέν διστάζουμε γιά παράδειγμα οἱ γονεῖς πολλές φορές νά καταπιέζουμε τά ἔφηβα παιδιά μας γιά νά πηγαίνουν στήν ᾽Εκκλησία, ὄχι τόσο γιατί πράγματι πιστεύουμε στήν ἐν Χριστῷ σωτηρία, ἀλλά γιά τό καλό ὄνομα πού θέλουμε νά ἔχουμε στό χριστιανικό περιβάλλον μας. Τό διακύβευμα ἐν προκειμένῳ, ἀντίστοιχο μέ αὐτό τῶν ἰουδαιοχριστιανῶν, εἶναι ἡ εὐπροσώπησή μας ἐν σαρκί, ἡ καλή φήμη μας στόν κόσμο, κι ὄχι ἡ γνησιότητα τῆς πίστης μας, τό πῶς θά ἀρέσουμε στόν Θεό μας. ῎Αλλωστε ἄν ἦταν γνήσια ἡ πίστη αὐτή θά λειτουργοῦσε μέ ἀγάπη καί σεβασμό πρός τήν ἐλευθερία τῶν παιδιῶν μας, σάν τοῦ Πατέρα τῆς παραβολῆς τοῦ ἀσώτου.
 Κι ἀκόμη: μπορεῖ ὡς κοινωνικοί ἐργάτες κι ἴσως καί κληρικοί νά ἀσκοῦμε πολλές φορές ἱεραποστολικό καί κοινωνικό ἔργο, ὄχι γιά νά ἀρέσουμε πρωτίστως στόν Κύριο, ἐπιβεβαιώνοντας ἔτσι τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης μας, ἀλλά στόν ἐπίσκοπό μας ἤ γιά νά εἰσπράττουμε τό ῾μπράβο᾽ ἀπό τούς ἐνορίτες μας. ῾Η καλή εἰκόνα μας ἀποτελεῖ στήν περίπτωση αὐτή τήν προτεραιότητά μας καί ὄχι, καθώς εἴπαμε, ἡ ἐνέργεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ πού κατοικεῖ στήν καρδιά μας. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς, ὅσο σκληρό κι ἄν ἀκούγεται τοῦτο, ὅτι ὅσο πιό θορυβῶδες εἶναι τό ἔργο μας, ὅσο πιό πολύ διαφημίζουμε τήν ὀρθοδοξία μας καί τήν κοινωνική προσφορά μας, μέ ἐπιθέσεις σκληρές κάποιες φορές πρός τούς ῾ἀντιπάλους᾽ τῆς πίστης μας, τόσο περισσότερο φανερώνουμε ὅτι ἔχουμε πέσει στήν παγίδα αὐτή τῆς κενοδοξίας τοῦ ἑαυτοῦ μας πού ζητᾶ τήν ἐπευφημία τῶν ἀνθρώπων.

3. ῾Ο λόγος τοῦ Χριστοῦ ὅμως δέν ἀφήνει τέτοια περιθώρια. ῾Οὐαί ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσιν πάντες οἱ ἄνθρωποι᾽ φωνάζει. Γιατί; Διότι σ᾽ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία καί κυριαρχούμενο στό μεγαλύτερο ποσοστό του ἀπό τόν ἄρχοντά του τόν διάβολο, ὁ χριστιανός θά συναντήσει τήν ἐχθρότητα αὐτοῦ τοῦ κόσμου – τό μαρτύριο ἀποτελεῖ ῾δομικό᾽ στοιχεῖο τῆς ὕπαρξης τοῦ πιστοῦ. Καί δέν μπορεῖ νά γίνει ἀλλιῶς, ἀφοῦ ρυθμιστικό στοιχεῖο τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο μανιωδῶς πολεμάει ὁ διάβολος καί τά ὄργανά του. ῎Ετσι φιλία μέ τόν Θεό καί μέ τόν ἁμαρτωλό κόσμο δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει. ῾῞Ος ἄν θέλῃ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται᾽, βεβαιώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. ῾Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽. Τό πνευματικό ἀλλοιθώρισμα ὡς ταυτόχρονη προσπάθεια σύζευξης καί τῶν δύο συνιστᾶ γνώρισμα ἀνθρώπου πού δέν ἔχει σταθερή πίστη καί γι᾽ αὐτό εἶναι διαρκῶς ῾ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ᾽.
Μέ ἄλλα λόγια ὁ  χριστιανός κινεῖται πάντοτε μέ βάση τόν λόγο τῶν ἁγίων ἀποστόλων πού ἐπιτάσσει ῾πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις᾽. Τόν Θεό ἐν Χριστῷ ζητοῦμε νά εὐαρεστοῦμε καί νά εὐχαριστοῦμε, διότι Αὐτός εἶναι ὁ δημιουργός μας, ὁ συντηρητής τῆς ζωῆς μας, ἡ τελική ἀναφορά μας καί ὁ κριτής μας, αὐτονοήτως δέ ἡ εὐχαριστία Του αὐτή προϋποθέτει τή συμμετοχή στό κατεξοχήν γεγονός μέ τό ὁποῖο εὐχαριστεῖται, τή Θεία Εὐχαριστία, συνεπῶς τήν ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στήν ᾽Εκκλησία. Τό ῾γενηθήτω τό θέλημά Σου᾽ ἄλλωστε εἶναι ἡ ἐπωδός τῆς κάθε ἐνέργειας τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ.

γ. ῾Ο λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου μᾶς θέτει ἐνώπιον τῆς αὐτοσυνειδησίας μας ὡς χριστιανῶν. Ποιόν τελικῶς ὑπηρετοῦμε, δηλαδή σέ ποιόν τελικῶς δίνουμε λογαριασμό; ῾Ο ἀγώνας μας εἶναι ὄντως ῾εὐπροσωπῆσαι᾽, νά ἀποκτήσουμε καλή φήμη, χωρίς ὅμως τό ῾ἐν σαρκί᾽, δηλαδή χωρίς τήν ἀναφορά μας στόν κόσμο καί τούς ἀνθρώπους. ῾Εὐπροσωπῆσαι ἐν Χριστῷ᾽: αὐτή εἶναι ἡ καθημερινή προοπτική. Νά ἀρέσουμε στόν Χριστό, ῾δοκιμάζοντες τί εὐάρεστόν ἐστιν Αὐτῷ᾽.

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΛΩΝ ΝΕΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ



(Παραθέτουμε παρακάτω τό βασικό σῶμα μίας ἐκ τῶν τριῶν εἰσηγήσεων πού ἀναγνώσθηκε σέ ἡμερίδα γιά νέους κληρικούς πού διοργάνωσε ἡ  εἰδική Συνοδική ᾽Επιτροπή  Πολιτιστικῆς Ταυτότητας, τήν 3 ᾽Ιουνίου 2004, στό Συνοδικό Μέγαρο τῆς  ῾Ι. Μονῆς ᾽Ασωμάτων Πετράκη. Θεωροῦμε ὅτι περιέχει πολλά ἐπικαιρικά στοιχεῖα, ἀφοῦ τό θέμα τῆς γλώσσας εὐρύτερα καί τῆς μεταφράσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων εἶναι θέμα πού συζητεῖται εὐρέως καί σήμερα).

1. Δεν θα επιχειρηματολογήσουμε στο αν υπάρχει τέτοιο γλωσσικό πρόβλημα. Θα το θεωρήσουμε δεδομένο, όπως δεδομένο το θεωρεί και η οργανωτική επιτροπή και όπως άλλωστε και οι προηγούμενοι εισηγητές έδειξαν ότι πράγματι υφίσταται. Πώς είναι άλλωστε δυνατόν να μην υφίσταται ως πρόβλημα στο ανθρώπινο δυναμικό της Εκκλησίας κάτι που υφίσταται γενικότερα ως πρόβλημα στην κοινωνία μας; Τα μέλη της κοινωνίας είναι τά ίδια που απαρτίζουν και την Εκκλησία. Έτσι κατά φυσικό τρόπο τα προβλήματα της μίας αποτελούν προβλήματα και της άλλης. Η γλωσσική παρακμή λοιπόν της εποχής μας - το γενικότερο πρόβλημα - καταντά να γίνεται γλωσσική παρακμή καί των μελών της Εκκλησίας μας, γεγονός που φανερώνει ότι διερχόμαστε μία ευρύτερη πολιτιστική κρίση, αφού είναι γνωστό ότι τό επίπεδο πολιτισμού μίας κοινωνίας κατεξοχήν φαίνεται από το επίπεδο της γλώσσας που έχει.

Φανερά συμπτώματα του γλωσσικού προβλήματος στους κληρικούς είναι η δυσκολία που παρατηρείται συχνά σ' αυτούς στην απαγγελία των ευαγγελικών αναγνωσμάτων, αλλά και των λειτουργικών ευχών - με πολλά λάθη στίξεως, τονισμού λέξεων, νοηματικής απόδοσης - όπως ακόμη περισσότερο στην ανάγνωση προφητειών και αναγνωσμάτων ή και ψαλτών κειμένων, στην περίπτωση που θα βρίσκονται στο Ψαλτήρι, δείγματα όλα αυτά ότι υπάρχει και μία μεγάλη ή μικρή αδυναμία επαρκούς κατανοήσεως των κειμένων αυτών, γραμμένων στην αρχαία ελληνική γλώσσα και μάλιστα στην κοινή ελληνιστική μορφή της. Άμεση συνέπεια των προβλημάτων αυτών, συνδυασμένων πολλές φορές και με μία όχι τόσο καλή άρθρωση και ορθοφωνία, είναι ο παρευρισκόμενος λαός του Θεού να μην καταλαβαίνει τα λεγόμενα, αναγνώσματα ή ψαλτά, να επιτείνεται το ήδη και σ' αυτόν υπάρχον γλωσσικό πρόβλημα, οπότε να βαριέται, να αδημονεί, να συζητά, να προσδοκά απλώς την ώρα της απολύσεως ή και να σηκώνεται μερικές φορές να φεύγει.

Η λύση στο πρόβλημα δεν είναι ασφαλώς η παράβλεψή του - ό,τι συνιστά την τακτική της στρουθοκαμήλου - αλλά ούτε και αυτό που προτείνουν ορισμένοι ασκητικοί διδάσκαλοι: να κάνει κανείς κατά κάποιο τρόπο κομποσχοίνι, γιατί εκείνοι το λένε αφενός για ορισμένες μόνο στιγμές των εκκλησιαστικών ακολουθιών που τα ψαλτά είναι μακρόσυρτα, και αφετέρου προϋποθέτουν ιδιαίτερα καλλιεργημένο πνευματικά εκκλησίασμα, όπως συμβαίνει σ' ένα μοναστήρι.

Τό υπάρχον γλωσσικό πρόβλημα επιτείνεται ακόμη περισσότερο λόγω της κοινής αποδοχής ότι η αρχαία ελληνική γλώσσα, έστω όπως είπαμε και στην πιο δημώδη μορφή της, της κοινής ελληνιστικής, δεν είναι εύκολο να αντικατασταθεί, δεδομένου ότι υπήρξε για την Εκκλησία στην ιστορική πορεία της η πληρέστερη και αρτιότερη γλώσσα προς έκφραση και διατύπωση των αληθειών της. Ο τονισμός συχνά της συμβολής των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας στη σύζευξη χριστιανισμού και ελληνισμού, αυτό που ονομάζεται Ορθοδοξία, εκεί συνήθως αποδίδεται : (1) στο γεγονός ότι υπήρξε η γλώσσα του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μεγάλωσαν καί γαλουχήθηκαν, συνεπώς η μαρτυρία της εκκλησιαστικής τους πίστεως έγινε με όρους καί με δομές της ελληνικής, (2) στο γεγονός ότι με τη χάρη του Θεού είδαν ότι το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστεως βρήκε στη γλώσσα του ελληνισμού το καλύτερο ένδυμά του. Διότι ασφαλώς πρόκειται για γλώσσα με τεράστιες δυνατότητες, τέτοιες που μπορούν να καλύψουν σε μεγάλο ποσοστό και τις πιο λεπτές από τις αλήθειες της πίστεως. Κι αυτό σημαίνει ότι ο ελληνισμός ουδέποτε έγινε αποδεκτός ως ιδεολογία από την Εκκλησία μας, αλλά ως απλό μέσον έκφρασης του χριστιανισμού, πάντοτε όμως μέσα στα πλαίσια της Πρόνοιας του Θεού, κάτι που παρέπεμπε και στα λόγια του Κυρίου που είπε για τους Έλληνες «ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου» (Ιωάν. 12,23)1.

Έτσι η ελληνικότητα αυτή του χριστιανισμού δεν κατανοήθηκε ποτέ ως εξελληνισμός αυτού - αυτό θα συνιστούσε ασυγχώρητη αδιακρισία, όπως έτσι αδιάκριτα την κατενόησαν διάφοροι Προτεστάντες2 - άλλ' ως η χαρισματική εκείνη στιγμή που το μύρο της πίστεως βρήκε το πιο ιδανικό δοχείο του, κάτι που σημαίνει ότι θα ήταν δραματική υποχώρηση του χριστιανισμού να θέλει να βγάλει κανείς το ένδυμα αυτό για να το αντικαταστήσει με κάτι άλλο. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους μεγαλύτερους θεολόγους της συγχρόνου εποχής, ο μακαριστός π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, πίστευε καί διεκήρυσσε ότι για να είναι κανείς ορθόδοξος θεολόγος πρέπει να γίνει Έλληνας. Όχι ασφαλώς με την έννοια του να αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα, αλλά με την έννοια του να αποκτήσει την ελληνική παιδεία, προκειμένου να βοηθηθεί στην κατανόηση του πνεύματος των μεγάλων Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας. Κι έχει εν προκειμένω λεχθεί ότι ο μέγιστος πατέρας της Δύσεως Άγιος Αυγουστίνος διέστρεψε μεταξύ άλλων την περί Αγίας Τριάδος διδασκαλία, διότι δεν εγνώριζε την Ελληνική γλώσσα, και συνεπώς αδυνατούσε να διεισδύσει και στον ανάλογο προβληματισμό των Ελλήνων Πατέρων σχετικά με το θέμα αυτό. Η ιδιαίτερη αυτή αναφορά καθιστά, είπαμε, το πρόβλημα της γλώσσας ακόμη δυσχερέστερο, γιατί η λύση τελικώς στο πρόβλημα δεν είναι μια αλλαγή στή γλώσσα, αλλά η προσπάθεια, ειδικώς των κληρικών, να μάθουν σωστά τή γλώσσα και συνεπώς βαθύτερα και το περιεχόμενο της πίστεως.

«Η γλώσσα της Αγίας Γραφής - διερωτάται ο μνημονευθείς π. Γεώργιος Φλωρόφσκι3 - δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα τυχαίον εξωτερικόν περίβλημα από το οποίον πρέπει να εξαχθή κάποια «αιωνία ιδέα», ή μήπως είναι ένας αιώνιος φορεύς του θείου μηνύματος που κάποτε μας παρεδόθη δια παντός;». Kαί συνεχίζει: «Διά της διαδικασίας της συνεχούς «επανερμηνείας» κινδυνεύομεν να χάσωμεν την ενότητα του Λόγου του Θεού. Αλλά πώς ημπορούμεν να ερμηνεύσωμεν, εάν έχωμεν λησμονήσει την αρχικήν γλώσσαv; Μήπως θα ήταν ασφαλέστερον νά προσαρμόσωμεν την σκέψιν μας εις τα ιδιώματα της βιβλικής γλώσσης καί να μάθωμεν εκ νέου την γλώσσαν της Αγίας Γραφής; Θά προτιμούσα την γλώσσαν της Παραδόσεως όχι εξ αιτίας οκνηράς καί ευπίστου «συντηρητικότητος» ή τυφλής «υπακοής» εις εξωτερικάς «αυθεντίας», αλλ' απλώς και μόνον διότι δεν ημπορώ να εύρω καλλιτέραν φρασεολογίαν».

2. Πού οφείλεται η γλωσσική αυτή ανεπάρκεια την οποία διαπιστώνουμε; Η επισήμανση των αιτίων είναι μεγάλο κεφάλαιο και δεν μπορεί να εξαντληθεί στη σύντομη αυτή εισήγηση. Ενας από τους κύριους όμως παράγοντες στην έκπτωση της γλώσσας φαίνεται να υπήρξε ο εξοβελισμός προ ετών των αρχαίων ελληνικών απο το αναλυτικό πρόγραμμα της βασικής εννεαετούς εκπαίδευσης των ελληνοπαίδων, η μη διδασκαλία γι' αυτό της ιστορικής μας γραμματικής, η ελλιπής και προβληματική διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών και μετά την επαναφορά τους πριν από λίγα χρόνια, όπως βεβαίως σημαντικό ρόλο στην έκπτωση αυτή πρέπει να έπαιξαν και νά παίζουν τα Μ.Μ.Ε. με την κακή χρήση πολλές φορές της γλώσσας από τούς λειτουργούς τους, με τις χαμηλού μορφωτικού επιπέδου ταινίες, σήριαλ ή και ριάλιτι, πράγματα όλα αυτά που φανερώνουν, όπως ήδη επισημάναμε, τη γενικότερη υποχώρηση που έχει υποστεί η κλασσική παιδεία έναντι της τεχνολογικής. Έτσι δεν θεωρείται παράδοξο ότι πολλοί νέοι με πόθο πράγματι Θεού και αγάπη στην Εκκλησία εισέρχονται στην Ιερωσύνη, αλλά χωρίς επαρκή Φιλολογικό εξοπλισμό, έστω καί μέ θεολογικές πιά σπουδές, γιά την άνετη κατανόηση των κειμένων της Εκκλησίας.

3. Βεβαίως θά ήταν αφέλεια καί χωρίς θεολογική βάση η πεποίθηση ότι αρκεί ο Φιλολογικός εξοπλισμός για την κατανόηση των θεοπνεύστων κειμένων. Πέρα από το γεγονός ότι η γλώσσα στην Εκκλησία έχει ευρύτερες διαστάσεις από αυτή μόνον των κειμένων - διότι γλώσσα είναι και οι εικόνες και η μουσική και ο ναός και η όλη ατμόσφαιρα της Εκκλησίας - θα πρέπει να θυμηθούμε ότι η κατανόηση των λόγων του Θεού πρωτίστως είναι θέμα καρδιάς καί φωτισμού από τόν Θεό καί λιγότερο θέμα γραμματικο-συντακτικό καί λεξιλογικό, κάτι πού διαρκώς τονίζει η Εκκλησία στήν ευχή πριν από την ανάγνωση του Ιερού Ευαγγελίου: “Έλλαμψον εν ταίς καρδίαις ημών, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τό της σης θεογνωσίας ακήρατον φως καί τούς της διανοίας ημών διάνοιξον οφθαλμούς εις τήν τών ευαγγελικών σου κηρυγμάτων κατανόησιν”. Eίναι πολύ χαρακτηριστικά μεταξύ πολλών άλλων καί τά λόγια του ιερού Χρυσοστόμου στό σημείο αυτό: «Διά τοι τοιούτο προσήκει ημάς υπό της άνωθεν χάριτος οδηγουμένους καί τήν παρά του αγίου Πνεύματος έλλαμψιν δεξαμένους, ούτως επιέναι τά θεία λόγια. Ουδέ γάρ σοφίας ανθρωπίνης δείται η αγία Γραφή πρός τήν κατανόησιν των γεγραμμένων, ίνα, τόν αληθή νουν των εγκειμένων καταμαθόντες, πολλήν εκείθεν δεξώμεθα τήν ωφέλειαν»4.

Θεμέλιο της παραπάνω αλήθειας είναι ή επισήμανση του ίδιου του Κυρίου ότι η κατανόηση αυτή απαιτεί τόν φωτισμό του Θεού καί τή δική Του καθοδήγηση - «τότε διήνοιξε αυτών τόν νουν του συνιέναι τάς Γραφάς» (Λουκ. 24,45) - όπως καί τήν αγάπη πρός τήν αλήθεια - «πας ό ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής» (Ιωάν. 18,37) -  που σημαίνει ότι μπορεί να κατανοήσει τόν λόγο του Θεού, γραπτό ή προφορικό, μόνον όποιος έχει τήν ετοιμότητα της μετανοίας, όποιος δηλαδή αγωνίζεται να συντονίσει με τη χάρη του Θεού τον εσωτερικό του κόσμο προς τον κόσμο του πνεύματος του Θεού. Άλλωστε Εκείνος πάλι κατέληγε πολλές φορές τή διδασκαλία Του με τη φράση «ό έχων ώτα ακούειν ακουέτω» (Ματθ. 11,15 κ.α.), που θα πει ότι ο ακροατής απαιτείται νά έχει όχι ασφαλώς μόνο σωματικά αυτιά, αλλά κυρίως πνευματικά, ανεπτυγμένες δηλαδή πνευματικές αισθήσεις προς κατανόηση των λεγομένων Του. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει παθητικός  ακροατής/αναγνώστης των λόγων του Θεού - κάτι τέτοιο συνιστά το πατημένο και σκληρυμένο έδαφος της παραβολής του καλού σπορέως5 - αλλά κατεξοχήν ενεργητικός, έτοιμος να σταθεί με τον ίδιο τρόπο που στάθηκε και ο Σαμουήλ: «λάλει, Κύριε, ότι ακούει ο δούλος Σου» (Α Βασ. 3, 10).

Νομίζουμε δέ ότι είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο τό γεγονός ότι η αγιογραφική καί πατερική αυτή τοποθέτηση συνεπικουρείται σήμερα καί από τίς πιό σύγχρονες τοποθετήσεις τών επιστημόνων γλωσσολόγων. Υποστηρίζουν δηλαδή εν προκειμένω οι γλωσσολόγοι ότι ο αναγνώστης/ακροατής δέν κατανοείται πιά ως παθητικός δέκτης, αλλ' ως ο ενεργητικός εκείνος παράγων, πού βρίσκεται στήν ίδια σχεδόν δημιουργική κατάσταση μέ εκείνην του συγγραφέα ή του ομιλητή. Ό,τι ενέργεια καταβάλλει ο συγγραφέας καί ο ομιλητής, τήν ίδια ενέργεια κατά αντίστροφο τρόπο καταβάλλει καί ο αναγνώστης καί ο ακροατής. Σημειώνει ακριβώς στό θέμα του ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης: «Αυτό γιά τό οποίο έχουμε σήμερα πεισθεί είναι ότι σέ καμιά περίπτωση η πρόσληψη ενός κειμένου, προφορικού (ακρόαση) ή γραπτού (ανάγνωση), δέν έχει μηχανικό, αυτοματοποιημένο χαρακτήρα, χωρίς τήν ενεργό συμμετοχή του ακροατού-αναγνώστη μέ κινητοποίηση της γνώσης, της μνήμης καί της κρίσης του. Άν μέ τήν πρόσληψη ενός κειμένου νοούμε όχι απλώς τήν ακουστική ή οπτική λήψη των στοιχείων ενός μηνύματος ή ενός συνόλου πληροφοριών (κειμένου) αλλά, πρώτα καί πάνω απ' όλα, τήν επεξεργασία τους (ό,τι στήν πληροφορική χαρακτηρίζεται ως processing), τότε ακρόαση καί ανάγνωση δέν σημαίνουν λήψη, αλλά αντίληψη καί πρόσληψη των πληροφοριών, δηλ. κατάλληλη ανάλυση, ταξινόμηση καί εκτίμησή τους, έτσι ώστε νά επιτευχθεί τό ζητούμενο: Η αποκωδικοποίηση του μηνύματος... Έτσι, ακρόαση καί ανάγνωση, τό «έτερον σκέλος» της γλωσσικής επικοινωνίας, όχι μόνο δέν αποτελούν παθητική προσπέλαση της πληροφορίας, αλλά συνιστούν τήν κατ' εξοχήν πηγή της μάθησης καί της γνώσης καί, ως εκ τούτου, κατ' εξοχήν δημιουργική διεργασία»6.

4. Οι παραπάνω επισημάνσεις όμως - καί πάλι επανερχόμαστε - δέν αναιρούν τό εντελώς απαραίτητο καί του Φιλολογικού καταρτισμού, ιδίως γιά τό λειτουργό της 'Εκκλησίας. «Καί τούτο έδει ποιήσαι κακείνο μή αφιέναι» (Πρβλ. Ματθ. 23,23). Η φωτισμένη καρδιά δέν αποκλείει τίς νοητικές ικανότητες, αφού καί η ίδια η λατρεία του Θεού κατά τήν πίστη μας είναι «λογική λατρεία» (Πρβλ. Ρωμ. 12,10). Ουδέποτε η Εκκλησία μας παραθεώρησε τόν ανθρώπινο λόγο, γιά νά εξάρει μοναχά καί αποκλειστικά τό συναίσθημα ή κάποια άλλη ανθρώπινη δύναμη. Ίσα-ίσα πάντοτε πρέσβευε καί εξήγγελλε ότι ο όλος άνθρωπος καλείται νά ανταποκριθεί στήν κλήση του Θεού, καί ο όλος άνθρωπος περιλαμβάνει καί τό λόγο-λογική του. Εκείνο πού αμφισβήτησε καί καταδίκασε ήταν η μονομερής καί υπερτροφική ανάπτυξη του λόγου, γιατί εξέφραζε τό διεσπασμένο άνθρωπο της αμαρτίας, πού τόν κάνει νά δημιουργεί τήν αίρεση καί τήν απόκλιση από τό δρόμο του Θεού. Ο μακαριστός καθηγητής Στυλιανός Παπαδόπουλος σχολιάζοντας τό παραπάνω μνημονευθέν απόσπασμα του Ιερού Χρυσοστόμου σημειώνει7: «Ο Ιερός Χρυσόστομος, πού είναι ο πληθωρικότερος καί ορθοδοξότερος από τούς θεολόγους ερμηνευτές, επιμένει ιδιαίτερα στό ότι η κατανόηση του κειμένου της Γραφής δέν εξαρτάται από τήν «ανθρώπινη σοφία». Επειδή όμως παρά ταύτα χρησιμοποιεί ευρύτατα τήν ανθρώπινη γενικά γνώση, πρέπει νά συμπεράνουμε ότι ο Χρυσόστομος μέ τόν όρο «σοφία» εννοεί πιό ειδικά τήν εσώτατη δομή της φιλοσοφίας ή τή λύση πού αυτή δίνει στά μεγάλα μεταφυσικά προβλήματα. Εκείνο λοιπόν από τή «σοφία» πού δέν βοηθάει στήν κατανόηση της Γραφής είναι όχι γενικά η σοφία ως γνώση, αλλά η αυτόνομη προσπάθεια λύσεως των προβλημάτων, τό αυτόνομο σύστημα ερμηνείας του φυσικού καί πνευματικού κόσμου, του ανθρώπου καί του Θεού».

Υπό τό παραπάνω πρίσμα κατανοεί κανείς καί τό γιατί η Εκκλησία μας κατανοούσε καί κατανοεί, νομίζουμε, τή θεολογία της ως τη λογική διάπτυξη του περιεχομένου της πίστεως8: εκείνο πού πιστεύει η Εκκλησία ως αποκάλυψη του Χριστού καί το ζει ως εμπειρία της τό κάνει λόγο. Κι εδώ, υπονοήσαμε καί παραπάνω, θεωρούμε ότι βρίσκεται καί η ιδιαίτερη συμβολή των μεγάλων Πατέρων: κινούμενοι αυτοί πάνω στήν αποστολική παράδοση κατέδειξαν με άμεσο καί πειστικό τρόπο την ενότητα του ανθρωπίνου μέ τό θεϊκό στοιχείο, μέ τήν έννοια της πρόσληψης κάθε γνήσιου ανθρωπίνου από τόν Θεό.

Βάση καί πάλι βεβαίως της πίστεως αυτής, η οποία αποδέχεται τήν αναγκαιότητα καί της γλώσσας ως λόγου στή σχέση μέ τόν Θεό, είναι η ίδια η ενανθρώπηση του Θεού μας. Στόν Ιησού Χριστό θεμελιώνεται η ενότητα του θεϊκού μέ τό ανθρώπινο, στό οποίο συνυπάρχει καί ο λόγος, αφού ο Κύριος προσέλαβε όλη τήν ανθρώπινη φύση - σώμα καί Ψυχή - χωρίς αμαρτίας. Όπως λοιπόν στόν Κύριο υπήρχε καί ο νους καί ο λόγος, κάτι πού αρνούνταν μόνον αιρετικοί σαν τον Απολινάριο9, έτσι καί στήν 'Εκκλησία, τό ζωντανό σώμα του Χριστού, «τόν παρατεινόμενο Χριστό στούς αιώνες»: η γλώσσα πού αποτελεί τη φανέρωση του λόγου καί της σκέψης, είναι αναγκαίο στοιχείο, τό οποίο κανείς δέν μπορεί νά τό διαγράψει χωρίς νά αλλοιώσει καί τήν πίστη.

Στοιχείο πού ενισχύει τήν αλήθεια αυτή είναι καί αυτό πού εξαγγέλλουν οι Ιεροί Πατέρες γιά τήν Αγία Γραφή: ότι δηλ έχει σώμα καί πνεύμα. Καί μπορεί να απαιτείται ο φωτισμός του Πνεύματος γιά νά κατανοήσει κανείς ό,τι τό Πνεύμα έχει πει - την εύρεση του «αποθέτου κάλλους» κατά τόν άγιο Γρηγόριο Θεολόγο10 - όμως προϋποτίθεται η αποδοχή καί του σώματος. Όπως δέν υπάρχει στόν άνθρωπο μόνον πνεύμα, έτσι καί στά κείμενα της Αγίας Γραφής, έτσι καί στά υπόλοιπα βεβαίως κείμενα της Εκκλησίας: υπάρχει τό πνεύμα, αλλά υπάρχει καί τό σώμα11. Θά λέγαμε λοιπόν ότι ο Φιλολογικός εξοπλισμός, η γνώση της αρχαίας Ελληνικής - της γλώσσας της Γραφής καί τών λειτουργικών κειμένων - σχετίζεται μέ τήν προσέγγιση του σώματος τών κειμένων αυτών. Είναι κάτι το απαραίτητο. Δέν είναι τυχαίο ότι ο μέγιστος, όπως λέχθηκε, ερμηνευτής της Εκκλησίας, ο Άγιος Χρυσόστομος, ακολουθούσε τήν ίστορικογραμματική μέθοδο ερμηνείας της Αγίας ΓραΦής: ξεκινούσε από τήν κατανόηση του γράμματος καί προχωρούσε μέ τή χάρη του Θεού στό ένδον αυτού.

5. Θά μπορούσε όμως νά προβάλει κανείς, έστω καί μέ όσα έχουμε πει, τήν ένσταση: υπάρχουν καί οι μεταφράσεις! Μπορεί νά μή γνωρίζει κανείς τήν αρχαία Ελληνική, μπορεί νά αδυνατεί νά προσεγγίσει πρωτοτύπως τά κείμενα, αλλά τά κείμενα έχουν μεταφραστεί. Άρα τό γλωσσικό εξωτερικό πρόβλημα έχει ξεπεραστεί.

Στήν ένσταση αυτή πού συχνά ακούγεται θά μπορούσαμε καλοπροαίρετα νά κάνουμε τίς εξής παρατηρήσεις:

(1) Καί βεβαίως οι μεταφράσεις δέν απορρίπτονται. Αποτελούν μάλιστα σημαντικό βήμα στήν κατανόηση τών κειμένων καί τών περιεχομένων τους. Ιδιαιτέρως στήν Ορθόδοξη Εκκλησία οι μεταφράσεις είναι θά λέγαμε κατοχυρωμένες καί δογματικά. Διότι ουδέποτε απολυτοποιήθηκε σ' αυτήν η γλώσσα, η οποία θεωρείται κάτι το ανθρώπινο. Ουδέποτε, εξηγήσαμε, οι Ορθόδοξοι υπήρξαμε ιδεολόγοι στό θέμα της γλώσσας, εξυψώνοντας κάποια συγκεκριμένη μορφή της ως κάτι τό θεϊκό. Τούτο τό έπραξαν σέ κάποιες φάσεις της ιστορίας τους οι Ρωμαιοκαθολικοί, μέ τή θεωρία των τριγλωσσιτών πού ανέπτυξαν. Αντίθετα οι Ορθόδοξοι όποτε τέθηκε παρόμοιο θέμα λάβαμε άμεσες αποφάσεις: μεταφράσαμε τά κείμενά μας προκειμένου νά δράσουμε Ιεραποστολικά. Τό παράδειγμα του εκχριστιανισμού τών Σλάβων μέ τούς Αγίους Κύριλλο καί Μεθόδιο είναι κατεξοχήν ενδεικτικό. Μή λησμονούμε μάλιστα επ' αυτού καί τήν εντολή του Αποστόλου Παύλου, όταν ιδιαιτέρως τίθεται θέμα Ιεραποστολής: σταματήστε τή γλωσσολαλία καί μιλήστε έτσι πού νά σας καταλαβαίνει ο κόσμος (Πρβλ-Α´ Κορ. 14 ).

(2) Από τήν άλλη όμως μπορεί νά μήν απολυτοποιείται κάποια μορφή γλώσσας στήν Εκκλησία μας, αλλά είδαμε καί παραπάνω ότι η αρχαία Ελληνική λόγω αφενός του υψηλού της επιπέδου αλλά καί λόγω αφετέρου ειδικών συγκυριών - όχι πιστεύουμε χωρίς τό θέλημα του Θεού - είναι δύσκολο νά αντικατασταθεί. Μή ξεχνάμε ότι τό Ευαγγέλιο πρωτοτύπως γράφτηκε στή γλώσσα αυτή καί αυτή τή γλώσσα χρησιμοποίησε η Εκκλησία γιά νά διατυπώσει τήν πίστη της. Αυτό σημαίνει ότι πάντοτε η όποια μετάφραση, χωρίς νά απορρίπτεται, θά χωλαίνει, διότι ακριβώς καμμιά μετάφραση δέν μπορεί νά αντικαταστήσει τό πρωτότυπο.

(3) Κατά συνέπεια είναι τουλάχιστον κρίμα ιδίως ο κληρικός νά μή μπορεί νά γευτεί τό νερό της πηγής καί νά ξεδιψά μόνον από τά ρυάκια. Πώς θά μας φαινόταν νά γνωρίζαμε τή μάνα μας μόνον από κάποια παραμάνα; Η γνώση μας γι αυτήν θά ήταν έμμεση: μέσω του κόσμου της παραμάνας

(4) Τέλος, υπάρχει ένα οξύτατο πρακτικό πρόβλημα στις μεταφράσεις: δέν είναι εύκολο - σχεδόν είναι αδύνατο - νά μεταφραστούν όλα τά εκκλησιαστικά κείμενα (Μηναία, Παρακλητική, Τριώδιο, Πεντηκοστάριο, άλλα κείμενα), όπως επίσης είναι εντελώς αδύνατο μεταφραζόμενα νά περάσουν στό λαό υμνολογικά. Διότι η υμνολογία της Εκκλησίας στηρίζεται στόν αριθμό τών συλλαβών - άρα μέ κάτι πού σχετίζεται μέ τήν υπάρχουσα μορφή των κειμένων - και όχι απλώς στή μουσική.

6. Τι λοιπόν μπορεί και πρέπει νά γίνει πρός αντιμετώπιση του προβλήματος;

(1) Νά κατανοηθεί το πρόβλημα όσο τό δυνατόν στό βάθος και στό πλάτος του, ώστε άμεσα, χωρίς αναβολές, να αντιμετωπιστεί. Συνήθως η αναβολή σημαίνει όχι επαρκή κατανόηση και η αναβολή σχεδόν πάντα οδηγεί, όπως έχει λεχθεί, «στή χώρα του ποτέ». Όταν μάλιστα καταδεικνύεται ότι τό πρόβλημα έχει καί θεολογικό υπόβαθρο, τότε νομίζουμε ότι η όποια ολιγωρία πρός αντιμετώπισή του μας καθιστά ενόχους καί απέναντι στό λαό του Θεού αλλά καί απέναντι στόν ίδιο τόν Θεό. Κατά κάποιο τρόπο η ολιγωρία μας αυτή συνιστά μια μονοφυσιτίζουσα στάση, η οποία δέν δίνει ιδιαίτερη προσοχή στά ανθρώπινα.

(2) Νά δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στίς θεολογικές, αλλά κυρίως στίς εκκλησιαστικές σχολές στά Φιλολογικά μαθήματα καί μάλιστα στή διδασκαλία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας. Τό έλλειμμα της διδασκαλίας των αρχαίων Ελληνικών στό Γυμνάσιο καί στό Λύκειο θά πρέπει όσο τό δυνατόν νά αντιμετωπιστεί τουλάχιστον εκεί.

(3) Νά αναληφθούν πρωτοβουλίες από τίς Ιερές Μητροπόλεις, ώστε νά λειτουργήσουν φροντιστήρια γιά τήν εκμάθηση των αρχαίων Ελληνικών ή έστω τήν προαγωγή της γνώσης των Αρχαίων Ελληνικών, στά οποία νά φοιτούν οι νέοι κληρικοί, αλλά καί οι υποψήφιοι κληρικοί. Μέσα στά πλαίσια λειτουργίας τών φροντιστηρίων αυτών θά πρέπει ίσως νά γίνονται καί μαθήματα ορθοφωνίας μέ υποδειγματικές ασκήσεις σωστού τρόπου ανάγνωσης καί απαγγελίας των εκκλησιαστικών κειμένων.

(4) Νά τoπoθετoύνται οι νέοι κληρικοί στήν αρχή τουλάχιστον της διακονίας τους, όπου είναι δυνατόν βεβαίως, κοντά σέ έμπειρους καί μέ επίγνωση της αποστολής τους κληρικούς. Τούτο είναι πολλαπλώς ωφέλιμο, αλλά επίσης καλό καί σέ σχέση μέ τό θέμα μας: εμπειρικά πιά θά μαθαίνουν τά της λατρείας καί τά της αναγνώσεως καί απαγγελίας των κειμένων.

(5) Θά πρέπει νά γίνει συνείδηση στούς νέους κληρικούς ότι τά εκκλησιαστικά κείμενα πρέπει νά αντιμετωπίζονται μέ πολλή σοβαρότητα, πράγμα πού σημαίνει ότι πολλοί εξ αυτών χρειάζεται εκ των προτέρων νά τά μελετούν καί νά ασκoύνται στήν απαγγελία τους, ώστε τήν ώρα της λατρείας η απαγγελία νά γίνεται άνετα καί μέ τόν αρμόζοντα τρόπο. Δέν είναι λίγες οι φορές πού έχει ακουστεί από τό εκκλησίασμα τό παράπονο: «Μά δέν τό διάβασε καθόλου στό σπίτι του ο ευλογημένος για να το πει;».

(6) Όπως έχει ήδη ξεκινήσει νά γίνεται: νά εκδίδονται τά λειτουργικά μας κείμενα όχι μόνο μέ τά μουσικά σημεία στίξεως, αλλά καί τά νοηματικά. Η κατανόηση ενός κειμένου, ιδίως του ψαλτού, δέν βοηθείται από τά μουσικά σημεία: τά σημεια αυτά είναι για τήν Ψαλμωδία, όχι όμως για τήν κατανόηση του κειμένου. 


1. Βλ Σ. Παπαδοπούλου, Θεολογία καί Γλώσσα, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη, 1988, σελ 8έξ.



2. Π. χ. ο A.Harnack (Βλ Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α´, Αθήνα 1977, σελ 56).


3. Γ. Φλωρόφσκι, Αγία ΓραΦή, Εκκλησία, Παράδοσις, Θεσ/νίκη, 1976, σελ 40, 42. Βλ καί Αρχ. Σωφρoνίoυ (Σαχάρωφ), Οψόμεθα τόν Θεόν καθώς εστί, σελ 374.

4. Εις τήν Γένεσιν ΚΑ a:PG 53, 175

5. Λουκ. 8,5.

6. Γ. Μπαμπινιώτη, Ακρόαση καί ανάγνωση ώς δημιουργικές διεργασίες, στό: Γλωσσολογία καί Λογοτεχνία, β' εκδ. 1991, σελ 307.

7. Στυλ Παπαδόπουλου, Θεολογία καί Γλώσσα, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ Κατερίνη, 1988, σελ 107.

8.  Πρβλ  Γ. Φλωρόφσκι, Αγία ΓραΦή, Έκκλησία, Παράδοσις, Θεσ/νίκη, 1976, σελ 148: «Η θεολογία των Πατέρων ήταν ακόμη «κηρυγματική θεολογία», έστω καί εάν συχνά ήταν λογικώς ταξινομημένη καί εφοδιασμένη μέ επιχειρήματα συλλογιστικά. Η τελική αναφορά ήταν πάντοτε πρός τό όραμα της πίστεως». Παρομοίως: Ν. Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας, εκδ. Πουρνάρα, Θεσ-κη 1981, σελ 255: «Η διατύπωση αυτού πού εμπειρικά ζούσαν οι πατέρες έγινε μέ τή ζωντανή Φιλοσοφική γλώσσα της τότε διανοήσεως... Άλλο πράγμα λοιπόν εμπειρία κι άλλο διατύπωση μέ τή φιλοσοφική γλώσσα. Οι πατέρες επομένως δέν παράγουν στοχαστικά, συλλογιστικά καί διαλεκτικά τό δόγμα, αλλά τό διατυπώνουν μέ τέτοιο τρόπο».

9. Βλ. Ανδρ. Θεοδώρου, Η ουσία της Ορθοδοξίας, ΠΑΡΟΥΣΙΑ, 1998, 2η εκδ., σελ 87. Καί: Γ. Φλωρόφσκι, Δημιουργία καί απολύτρωση, εκδ. Πουρνάρα, Θεσ-κη, 1983, σελ 34.

10. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΛΑ´ 21: «...διασχόντες (= οι θεολόγοι) τό γράμμα (=της Γραφής) καί είσω παρακύψαντες, τό απόθετον κάλλος (=της αληθείας) ιδείν ηξιώθησαν καί τω φωτισμώ της γνώσεως κατηυγάσθησαν».

11. Βλπ.χ. Ωριγένους, Περί Αρχών, Πώς αναγνωστέον καί νοητέον τήν θείαν Γραφήν: «Ώσπερ γάρ ο άνθρωπος συνέστηκεν εκ σώματος καί Ψυχής καί πνεύματος, τόν αυτόν τρόπον καί η οικονομηθείσα υπό Θεού εις ανθρώπων σωτηρίαν δοθηναι Γραφή» (ΒΕΠΕΣ, τ. 16, σελ 335)