Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΒΟΥΚΟΛΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ


«Ο άγιος Βουκόλος από νεαρή ηλικία αγίασε τον εαυτό του και έγινε δοχείο του αγίου Πνεύματος. Αυτόν βρήκε δόκιμο και άξιο ο πανεύφημος και από τον Χριστό αγαπώμενος θείος Ιωάννης ο Θεολόγος, και τον χειροτόνησε Επίσκοπο και ποιμένα καλό της Εκκλησίας της Σμύρνης. Ο Βουκόλος, ο οποίος φωτιζόταν από το Άγιον Πνεύμα, οδηγεί στο φως της πίστεως του Χριστού τους ευρισκομένους στο σκοτάδι της πλάνης, και με το άγιο βάπτισμα τους κάνει υιούς ημέρας, σώζοντάς τους από μύρια ανήμερα θηρία. Αυτός λοιπόν, πριν  φύγει από τη ζωή αυτή, χειροτόνησε και έβαλε ποιμένα και Διδάσκαλο των λογικών προβάτων στην ίδια πόλη, τη Σμύρνη, τον μακάριο Πολύκαρπο, οπότε και εκοιμήθη εν Κυρίω. Όταν το τίμιο σώμα του το έθεσαν κάτω από τη γη, ο Θεός έκανε να ανατείλει φυτό, που παρέχει ιάσεις μέχρι σήμερα».

Δεν είναι πολύ γνωστός ο άγιος Βουκόλος στους περισσοτέρους από τους χριστιανούς μας, μολονότι ανήκει στους αποστολικούς Πατέρες, που έλαμψαν με τη ζωή και το κήρυγμά τους. Ίσως διότι βρέθηκε ανάμεσα σε δύο σπουδαιότατους άνδρες, μεγάλους αστέρες της Εκκλησίας μας, που τον επισκίασαν με τη λάμψη τους: τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και τον άγιο Πολύκαρπο Σμύρνης. Κι από την άλλη: βρέθηκε να συνεορτάζει και με έναν άλλο αστέρα, οικουμενικό πατέρα και διδάσκαλο, ισαπόστολο και ομολογητή, μεγάλο ως προς τον χαρακτηρισμό του, τον άγιο Φώτιο, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Παρ’ όλα όμως τα φώτα των σπουδαίων και μεγάλων αυτών, ο άγιος Βουκόλος, κατά την Εκκλησία μας, δεν παύει «να αστράπτει με το φως των θεουργών αρετών του, ευρισκόμενος ως φως στη λυχνία της θείας Εκκλησίας και να καθιστά λαμπρή αυτή με τις ιερές διδασκαλίες του» («Φωτί των θεουργών αρετών αστράπτων, ιερώτατε, φως ετέθης εν λυχνία μυστικώς της θείας Εκκλησίας, λαμπρύνων ταύτην, Πάτερ, ταις ιεραίς διδασκαλίαις σου») (Στιχηρό εσπερινού). Είναι ο άνθρωπος, που, όπως σημειώνει ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος σε άλλο σημείο του κανόνα του, «έλαμψε σαν φως, σαν φέγγος, σαν μέγα ήλιος, σαν αστραπή στην Εκκλησία του Χριστού, και φώτισε τις διάνοιες των πιστών» («Ως φως, ως φέγγος, ως μέγας ήλιος, ως αστραπή Χριστού τη Εκκλησία εξέλαμψας, και πιστών διανοίας εφώτισας») (ωδή θ΄).

Τι ήταν εκείνο που τον έκανε και αυτόν δεύτερο φως μετά το πρώτο, τον Χριστό, και «ιερόν κειμήλιον» Αυτού; Ο άγιος υμνογράφος απαντά: «Το ωραίον της ψυχής και η καθαρότης του νοός» (ωδή δ΄), αποτέλεσμα των πνευματικών του ασκήσεων προς υπέρβαση των αμαρτωλών παθών: «Κυριεύσας δι’ ασκήσεως του σώματος, των παθημάτων, ένδοξε» (ωδή ζ΄). Γι’ αυτό και όλες οι αρετές του Θεού εγκατοίκησαν σ’ αυτόν και τον κατέστησαν κατοικητήριο Εκείνου. «Ο ένδοξος Βουκόλος αναδείχθηκε σε κατοικητήριο της αγίας Τριάδος, διότι απέκτησε την ταπείνωση που υψώνει, την καθαρότητα του νου, την ανυπόκριτη αγάπη, την ειλικρινή πίστη και ελπίδα» («Υψούσαν ταπείνωσιν, καθαρότητα νοός, αγάπην ανυπόκριτον, πίστιν, ελπίδα έχων ειλικρινή, Βουκόλος ο ένδοξος της Τριάδος εδείχθη καταγώγιον») (ωδή ς΄).

Είπαμε όμως ότι η αγιότητά του αυτή, λόγω και της υπεύθυνης θέσης του: να είναι επίσκοπος, έπαιρνε μορφή ιεραποστολική. Ο άγιος Βουκόλος κήρυττε αδιάκοπα τον λόγο του Θεού, «κηρύσσοντας τη μία ουσία της Τριάδος με ευσεβή τρόπο, ώστε να ξεριζώνει την πολύθεη πλάνη» («Κηρύττων μίαν ευσεβώς της Τριάδος ουσίαν, την πολύθεον πλάνην εξερρίζωσας εκ γης ως ιεράρχης σεπτός») (ωδή γ΄), πάντοτε βεβαίως προβάλλοντας το διαρκές κήρυγμα του διδασκάλου και πνευματικού του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, δηλαδή την πραγματικότητα της σάρκωσης του Υιού και Λόγου του Θεού. «Έγιναν ωραία, παμμακάριε, τα σαγόνια σου, γιατί κήρυσσαν τη σάρκωση αυτού που έλαμψε σε εμάς από την άφατη ευσπλαχνία του» («Ωραιώθησαν, παμμάκαρ, σιαγόνες σου, την σάρκωσιν κηρύττουσαι του δι’ άφατον ευσπλαγχνίαν λάμψαντος ημίν») (ωδή ζ΄). «Θεολόγησες τον Λόγο του Θεού που σαρκώθηκε, και έσωσες πολλούς λαούς από την αλογία της πλάνης, γιατί έγινες θείος μαθητής εκείνου που έλαμψε για τις θεολογικές διδασκαλίες του, τον άγιο Ιωάννη δηλαδή, κήρυκα Βουκόλε» («Σαρκωθέντα τον Λόγον εθεολόγησας και πολλούς αλογίας λαούς διέσωσας, θείος γεγονώς μαθητής του εκλάμψαντος εν θεολογίαις, Βουκόλε κήρυξ») (ωδή η΄).

Ο άγιος Ιωσήφ δεν αφήνει ασχολίαστο το γεγονός ότι στον τάφο του οσίου φύτρωσε φυτό που παρείχε ιάσεις στους προστρέχοντες. Θεωρεί  ότι το θαυμαστό αυτό γεγονός συνιστά μαρτυρία από τον Θεό της δικαίωσης του αγίου, και για τη δράση του ως ποιμένα και για την κατάστασή του στους ουρανούς. «Βλάστησες σαν φοίνικας στις αυλές του Θεού, γι’ αυτό και εκοιμήθης όπως πρέπει στους δικαίους. Και τώρα φέρεις φυτό στο θείο σου μνήμα, που αποτελεί θαύμα σ’ αυτούς που το βλέπουν, θεοκήρυκα Βουκόλε» («Εκβλαστήσας ως φοίνιξ εν ταις αυλαίς του Θεού, οφειλόμενον ύπνον δικαίοις ύπνωσας φέρεις δε φυτόν προς του θείου σου μνήματος, θαύμα τοις ορώσι, Βουκόλε θεοκήρυξ») (ωδή η΄). Ο άγιος Βουκόλος: ένας φωτεινός αποστολικός πατέρας που παραπέμπει στον κατά πολύ νεώτερό του,  συνεορτάζοντα με αυτόν, άλλον φωτεινό, και λόγω ονόματος, άγιο Φώτιο, τον «ομότροπον των αποστόλων»,  τον οικουμενικό πατέρα και μέγαν εν διδασκάλοις.

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΑΓΑΘΗ

«Η αγία Αγάθη ήταν από την πόλη Πάνορμο της Σικελίας, λάμποντας από νεότητα και αγνότητα σώματος και κάλλος ψυχής, ενώ ήταν και πλούσια. Κατά τους χρόνους του βασιλιά Δεκίου, οδηγείται στον ηγεμόνα Κυντιανό. Και κατά πρώτον την έδωσαν σε μία άπιστη πόρνη γυναίκα, για να την μεταστρέψει από την πίστη της στον Χριστό. Επειδή όμως κρατούσε στέρεα την πίστη αυτή και προτιμούσε περισσότερο τον θάνατο με μαρτύριο, την κτύπησαν σκληρά και της έκοψαν τον μαστό, τον οποίο αποκατέστησε υγιή ο πανένδοξος απόστολος Πέτρος. Έπειτα την έσυραν πάνω σε όστρακα και την κατέφλεξαν με φωτιά. Την έριξαν τέλος στη φυλακή, οπότε εκεί παρέδωσε το πνεύμα της στον Θεό. Λέγεται μάλιστα ότι στον τάφο της άγγελος έφερε μία πλάκα, η οποία είχε γραμμένα επάνω τα εξής: «Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού, και πατρίδος λύτρωσις». Τελείται δε η σύναξή της στο Μαρτύριό της που βρίσκεται στο Τρίκογχο».

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος της αγίας Αγάθης, βρίσκει την ευκαιρία, στον κανόνα που έγραψε γι’ αυτήν, να τονίσει και πάλι ότι η Εκκλησία μας είναι ντυμένη στα κόκκινα από το αίμα των αγίων μαρτύρων της. Το μαρτυρικό αίμα του κάθε αγίου συνιστά μάλιστα και ένα στολίδι γι’ αυτήν, δείγμα ότι το μαρτύριο αποτελεί τη δόξα της Εκκλησίας. «Ας στολιστεί σήμερα η Εκκλησία  ένδοξο πορφυρικό ένδυμα, που βάφτηκε από τα αγνά αίματα της μάρτυρος Αγάθης» («Στολιζέσθω σήμερον η Εκκλησία πορφυρίδα ένδοξον, καταβαφείσαν εξ αγνών λύτρων Αγάθης της Μάρτυρος»). Και παίρνει την αφορμή για να μας θυμίσει το αυτονόητο: η αγία έδωσε και τη ζωή της για χάρη της πίστης της στον Χριστό, επειδή ακριβώς αγάπησε ολοκληρωτικά Εκείνον και προσπάθησε, γι’ αυτό, να ρυθμίσει την ύπαρξή της με βάση τις άγιες εντολές Του. «Από όλα τα τερπνά και ευχάριστα της ζωής, τον Χριστό διάλεξες, Αγάθη, επειδή θέλχθηκες από τον θεϊκό πόθο» («Απάντων των τερπνών Χριστόν προέκρινας, Αγάθη, θελχθείσα τω θείω πόθω») «Ρύθμιζες τη ζωή σου, ένδοξη μάρτυς, με βάση τα θεία προστάγματα του Χριστού» («Θείοις προστάγμασι ρυθμιζομένη του Χριστού, ένδοξε»).

Ο άγιος Θεοφάνης κατά φυσικό τρόπο εγκύπτει σ’ αυτό που βλέπει ως παραδοξότητα στον βίο της αγίας: άγγελος Κυρίου να φέρει πλάκα, με χαραγμένες φράσεις δηλωτικές της αγιότητάς της, σημάδι ότι ο Θεός ήθελε να την καταστήσει φανερή στον κόσμο. Και κάνει τον συνειρμό: και ο Μωυσής στο όρος Σινά έλαβε τις πλάκες από τον Θεό, με χαραγμένο τον Νόμο Του σ’ αυτές. «Έγινε παράδοξο θαύμα με την άθληση της πανένδοξης Αγάθης και Μάρτυρος Χριστού του Θεού, που είναι εφάμιλλο με τον Μωυσή. Εκείνος δηλαδή, νομοθετώντας τον λαό στο όρος Σινά, δέχτηκε τις θεοχάρακτες Γραφές που γράφτηκαν σε πλάκες. Εδώ από την άλλη ο άγγελος έφερε πλάκα από τον ουρανό στον τάφο, που είχε γραμμένα «Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού, και πατρίδος λύτρωσις» («Παράδοξον θαύμα γέγονεν εν τη αθλήσει της πανενδόξου Αγάθης και μάρτυρος Χριστού του Θεού, εφάμιλλον τω Μωυσεί εκείνος γαρ τον λαόν νομοθετών εν τω όρει, τας εγγραφείσας εν πλαξί θεοχαράκτους Γραφάς εδέξατο ενταύθα δε ο άγγελος ουρανόθεν τω τάφω πλάκα επεκόμισεν εγγεγραμμένην Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού,  και πατρίδος λύτρωσις»). Ποιος θα το φανταζόταν ότι μία νεαρή κόρη στη Νότια Ιταλία θα παραβαλλόταν με τον πατριάρχη Μωυσή τον θεόπτη; Επιβεβαιώνεται για μία ακόμη φορά αυτό που ο Κύριος είχε πει, ότι και ο μικρότερος στη Βασιλεία του Θεού, δηλαδή μετά τον ερχομό Εκείνου, είναι μεγαλύτερος και από τον μεγαλύτερο στην Παλαιά Διαθήκη.

Ο υμνογράφος όμως, ο άγιος Θεοφάνης, μένει έκθαμβος και από δύο ακόμη θαύματα που έγιναν με την αγία. Το πρώτο, όταν εξερράγη το ηφαίστειο της Αίτνας και η καυτή λάβα επρόκειτο να καταστρέψει την παρακείμενη πόλη. Οι κάτοικοι που τιμούσαν την αγία και το τίμιο λείψανό της,  την επικαλέστηκαν με πίστη. Και ω, του θαύματος! Η ακάθεκτη φλόγα της λάβας αναστάληκε. Η πόλη διασώθηκε, η αγία ενήργησε. «Την ακάθεκτη ορμή της φωτιάς από την Αίτνα την ανέστειλες με τις ευχές σου, αγαθώνυμη. Και διέσωσες την πόλη, η οποία τιμούσε το σεπτό σου λείψανο, μάρτυς, από το οποίο παίρνει με ευχαρίστηση τους ποταμούς των ιαμάτων, με τη χάρη του αγίου Πνεύματος» («Όρμημα ακάθεκτον πυρός αιτναίου ανέστειλας σαις ευχαίς, Αγαθώνυμε και πόλιν διέσωσας, το σεπτόν σου, μάρτυς, λείψανον τιμώσαν, εξ ου τρυφά τους ποταμούς των ιαμάτων εν θείω Πνεύματι»). Το δεύτερο, όταν η ίδια η αγία, ευρισκομένη στα μαρτύρια, είδε να θεραπεύεται από την αποκοπή του μαστού της, με τη θαυμαστή παρουσία του αγίου αποστόλου Πέτρου. Εκείνος φάνηκε όταν φρουρείτο η αγία, και της θεράπευσε τις πληγές. «Παρουσιάστηκε με λαμπρό τρόπο ο μαθητής του Χριστού σε εσένα, που ήσουν δέσμια, αήττητη Μάρτυς του Σωτήρος παρθένε, θεραπεύοντας τις φοβερές πληγές σου, τις οποίες υπέστης βεβαίως με χαρά» («Επέστη φαιδρώς του Χριστού ο μαθητής σοι φρουρουμένη τας σας ιώμενος δεινάς μάστιγας, ας περ υπέστης αήττητε μάρτυς του Σωτήρος παρθένε, αγαλλομένη»). Η θαυμαστή ίαση του μαστού της, σημειώνει ο ποιητής, οδήγησε σε φοβερή μανία  και σε τεράστια κατάπληξη τον διώκτη της, ενώ εκείνη δοξολογούσε τον νυμφίο της Χριστό. «Καταλήφθηκε από τρομερή μανία ο κακός διώκτης και απορούσε φοβερά, βλέποντας τη δική σου ανανέωση και τη βλάστηση του μαστού σου. Εσύ όμως, μάρτυς, με χαρά φώναζες στον νυμφίο σου με δυνατή κραυγή: Είσαι ευλογημένος Θεέ των Πατέρων μας» («Μανία δεινή συσχεθείς ο δυσμενής, εξηπορείτο δεινώς, την σην θεώμενος ανανέωσιν και του μαστού σου την βλάστην χαίρουσα γαρ, μάρτυς, εβόας τω σω νυμφίω κραυγάζουσα Ευλογητός ει ο Θεός, ο των Πατέρων ημών»).

Είναι περιττό να σημειώσουμε ότι η αγία Αγάθη φαίνεται να έχει εκπληκτική επικαιρότητα στην εποχή μας. Και τη φωτιά της πολυποίκιλης κρίσεως, που σαν λάβα ηφαιστείου απειλεί να μας καταστρέψει,  μπορεί με τη χάρη του Θεού να αναστείλει, και τις γυναίκες που πάσχουν από οποιοδήποτε πρόβλημα μαστού μπορεί να θεραπεύσει. Πολύ λίγο γνωστή στους πολλούς η αγία Αγάθη, με τόσο μεγάλη όμως χάρη Θεού και δύναμη ευεργεσίας της στον κόσμο.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΣΙΔΩΡΟΣ Ο ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ

«Ο άγιος Ισίδωρος, που ήταν Αιγύπτιος κατά το γένος, ήταν γνωστός ως υιός ευγενών και θεοφιλών γονέων, και  ήταν συγγενής του Θεοφίλου και του Κυρίλλου, των Επισκόπων της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων. Ο όσιος αυτός, πεπαιδευμένος πάρα πολύ και από τη θεία σοφία, αλλά και από την έξωθεν, άφησε πάμπολλα συγγράμματα, άξια λόγου και μνήμης στους φιλομαθείς. Αφού εγκατέλειψε κάθε είδος πλούτου, τη λαμπρότητα του γένους του, την ευδαιμονία του βίου, επήγε στο Πηλούσιο όρος και ακολούθησε τη μοναχική ζωή. Εκεί διάγοντας με πλήρη αφιέρωση στον Θεό, φώτιζε με τη διδασκαλία των θείων του λόγων  όλη την οικουμένη, με αποτέλεσμα να οδηγεί σε μετάνοια τους αμαρτάνοντες, να στηρίζει αυτούς που αγωνίζονταν στην πίστη, να διεγείρει προς την αρετή αυτούς που απειθούσαν, με την αυστηρότητα των θείων ελέγχων του. Κι ακόμη: να υπενθυμίζει και να νουθετεί και  βασιλείς, για το συμφέρον της οικουμένης, και γενικά να ερμηνεύει με σοφότατο τρόπο τα λόγια της Αγίας Γραφής σε όλους αυτούς που τον ρωτούσαν. Λέγεται μάλιστα ότι οι επιστολές του φτάνουν τις δέκα χιλιάδες. Αφού έζησε λοιπόν άριστα και πολιτεύτηκε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, έφυγε από τη ζωή αυτή σε βαθύ γήρας».

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του οσίου Ισιδώρου, είναι επόμενο να εστιάζει την προσοχή του σε αυτό που αποτέλεσε το μεγαλύτερο χάρισμα του σήμερα τιμωμένου αγίου: τη διδασκαλία του. Σχεδόν στο σύνολο των ύμνων που έγραψε γι’ αυτόν, στο διδακτικό του οσίου αναφέρεται, με παράλληλη αναφορά στη διαχρονική επιρροή του στους πιστούς και στις προϋποθέσεις του λόγου του, προφορικού και γραπτού. Στο τροπάριο του καθίσματος του όρθρου για παράδειγμα, κατά συμπυκνωμένο τρόπο επισημαίνει: «Αναδείχτηκες βίβλος διδασκαλίας της γνώσης, που συντάχθηκε με τον φωτισμό του πανάγνου Πνεύματος από τον πλούτο της πίστης σου, και φανερώνεις τα θεία σε όλους που έχουν ανάγκη τον Θεό και Τον αναζητούν, όπως και θησαυρίζεις τη ζωή γι’ αυτούς που την θέλουν» («Βίβλος γνώσεως διδασκαλίας, πλούτω πίστεως συντεταγμένη, τω πανάγνω ανεδείχθης εν Πνεύματι, ανακαλύπτων τα θεία τοις χρήζουσι, και την ζωήν θησαυρίζων  τοις θέλουσι»). Και σ’ ένα από τα στιχηρά του εσπερινού παρουσιάζει τον όσιο με ωραία έμπνευση: «Με την πλημμύρα της χάρης του Θεού και με τη βροχή των λόγων σου, ποτίζεις όλους του πιστούς. Διότι βάζοντας το στόμα σου στον κρατήρα της θεϊκής σοφίας, σαν να πίνεις από πηγή, άντλησες από εκεί με αφθονία, και διέδωσες παντού τις ακτίνες των δογμάτων σου, στέλνοντας επιστολές και διδάσκοντας και νουθετώντας, θαυμάσιε» («Τη πλημμύρα της χάριτος και τοις όμβροις των λόγων σου, καταρδεύεις άπαντας τους θεόφροναςτης ανωτάτω σοφίας γαρ κρατήρι το στόμα σου επιθείς ως εκ πηγής, δαψιλώς συ εξήντλησας, και διέδωκας πανταχού τας ακτίνας των δογμάτων, επιστέλλων και διδάσκων και νουθετών αξιάγαστε»).

Είπαμε βεβαίως ότι αναφέρεται ο άγιος υμνογράφος και στις προϋποθέσεις του οσίου ως προς το χάρισμα του λόγου που είχε. Ο όσιος Ισίδωρος δηλαδή δεν έγραφε ή δεν κήρυσσε, και μάλιστα με μεγάλη καλλιέπεια, επειδή απλώς μελέτησε – η μελέτη του ήταν πράγματι κοπιώδης και επισταμένη, τόσο των εκκλησιαστικών Πατέρων και συγγραφέων, όσο και των διαφόρων φιλοσόφων – αλλά κυρίως επειδή «έμαθε αφ’ ων έπαθε» κατά την εκκλησιαστική ορολογία. Έζησε με άλλα λόγια την πνευματική ζωή, φωτίστηκε από το Πνεύμα του Θεού, γνώρισε τον Θεό, τον κήρυξε. Σ’ ένα από τα στιχηρά και πάλι του εσπερινού ο υμνογράφος σημειώνει: «Καθώς ανυψωνόσουν προς τον Θεό σε όλη τη ζωή σου με θεωρίες και πράξεις, πάνσοφε, έθεσες για πάντα ως στέρεο θεμέλιο την πράξη της αρετής σαν σκαλοπάτι για τη θεωρία, και αγάπησες με σοφό τρόπο το πιο επιθυμό στον κόσμο, τον Θεό» («Θεωρίαις και πράξεσι προς Θεόν ανυψούμενος διά βίου, πάνσοφε, διετέλεσας της θεωρίας επίβασιν, την πράξιν πηξάμενος, και σοφώς των ορεκτών αγαπήσας το έσχατον»). Κι αλλού: «Θανάτωσες με την εγκράτεια το αμαρτωλό φρόνημα, καθώς ντύθηκες τη ζωηφόρο νέκρωση που δίνει ο Χριστός. Κι αφού πλάτυνες  την κατάσταση της ψυχής σου, πανόσιε, την έκανες να χωράει καθαρά τα χαρίσματα του Πνεύματος, και έγινες έτσι δοχείο θεοπνεύστων διδαγμάτων και κατοικητήριο της υπέρ νουν θεϊκής σοφίας» («Εγκρατεία το φρόνημα της σαρκός εθανάτωσας, ζωηφόρον νέκρωσιν ενδυσάμενος και της ψυχής την κατάστασιν πλατύνας, πανόσιε, εναργώς χωρητικήν χαρισμάτων του Πνεύματος απετέλεσας, και δοχείον εγένου θεοπνεύστων διδαγμάτων, και σοφίας της υπέρ νουν ενδιαίτημα»).

Ο όσιος Ισίδωρος μας άφησε περί τις δέκα χιλιάδες (δύο κατά πιο ακριβή έρευνα) επιστολές. Όπως κι αν έχει το πράγμα όμως, σημασία έχει το γεγονός ότι υπήρξε «ο πολυγραφότερος επιστολογράφος της αρχαίας Εκκλησίας» (Σ. Παπαδόπουλος). Κι αυτό σημαίνει, το τονίζει η υμνολογία της Εκκλησίας μας, ότι μπορεί και καθοδηγεί και νουθετεί και πλουτίζει, πέραν εκείνων της εποχής του, και τους πιστούς όλων των εποχών. Οι επιστολές του είναι πράγματι ένας θησαυρός, που πολύ συχνά μάλιστα παραπέμπουν στον ατίμητο θησαυρό των κειμένων του αγίου Χρυσοστόμου, τον οποίο αγαπούσε υπερβαλλόντως και τον οποίο, γι’ αυτόν τον λόγο,  αξιοποίησε και στα δικά του γραπτά σε μεγάλο βαθμό. «Ως κάλαμος του αγίου Πνεύματος» ο άγιος Ισίδωρος έτσι, αποτελεί μία διαρκή πρόκληση και πρόσκληση για όλους εμάς, να έλθουμε μέσω των κειμένων του σε επαφή με το ίδιο το άγιο Πνεύμα, τη ζωντανή παρουσία του Θεού. Ας ακούσουμε και πάλι τον ανάλογο ύμνο του κανόνα του: «Δίνεις την περίσσια του πλούτου σου και μετά τον θάνατό σου, αφού άφησες τους έμψυχους λόγους σου σαν πολύτιμο κληροδότημα σε όλους τους πιστούς, που δοξολογούν τον Χριστό στους αιώνες» («Πλεονάζεις τον πλούτον και μετά θάνατον, τους εμψύχους σου λόγους, ώσπερ πολύτιμον πάσι τοις πιστοίς κληροδοσίαν λιπών, τοις υπερυψούσι Χριστόν εις τους αιώνας»).

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ


«Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις τον ιερόν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος τελώνης»

α. Ένας θεωρούμενος άγιος και ένας θεωρούμενος αμαρτωλός βρίσκονται στον ίδιο χώρο του ναού, για να προσευχηθούν. Ο ένας, ο Φαρισαίος, γεμάτος αρετές που επιβεβαιώνονταν στην πράξη, καταδικάζεται: η προσευχή του απορρίπτεται. Ο άλλος, ο Τελώνης, γεμάτος από αμαρτίες και αδικίες, δικαιώνεται: η προσευχή του γίνεται αποδεκτή από τον Θεό. Στην αρχή του Τριωδίου, της ευλογημένης περιόδου που εκβάλλει στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου, η Εκκλησία μας προβάλλει το ανατρεπτικό αυτό σκηνικό. Για να μας θυμίσει ότι ένας είναι ο δρόμος της περπατησιάς μας σ’ αυτόν τον κόσμο: ο δρόμος της τελωνικής κραυγής: «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Τι τελικά συμβαίνει;

β. 1. Και οι δύο, και ο Φαρισαίος και ο τελώνης, επιτελούν κάτι που εκ πρώτης όψεως φαίνεται καλό: προσεύχονται. Παγκοσμίως και πανθρησκειακώς, η προσευχή θεωρείται ότι είναι μία από τις ανώτερες ενέργειες της ψυχής του ανθρώπου, αν όχι η ανώτερη, κατεξοχήν δε στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό. Ο ιουδαιοχριστιανισμός κατανοεί την προσευχή ως καρπό της πρώτης και μεγάλης εντολής του Θεού, της αγάπης προς Εκείνον. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της διανοίας σου, εξ όλης της ισχύος σου». Αναφέρεσαι στον Θεό και διαλέγεσαι με Εκείνον, τον Οποίον καλείσαι να αγαπάς καθ’ ολοκληρίαν, γιατί σε δημιούργησε, σε φροντίζει, σε διακυβερνά, είναι ο τελικός κριτής σου. Με το δεδομένο μάλιστα της «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού» δημιουργίας σου. Κι ακόμη περισσότερο, εκεί που η προσευχή θεωρείται ό,τι πιο φυσικό και αναγκαίο μπορεί να υπάρξει στον άνθρωπο, κατά κυριολεξίαν θέμα ζωής και θανάτου, είναι στη χριστιανική πίστη. Διότι ο Χριστός ερχόμενος στον κόσμο προσέλαβε τον άνθρωπο, τον ένωσε με τον Εαυτό Του, τον έκανε μέλος δικό Του, κάτι που ενεργοποιείται στην Εκκλησία με το μυστήριο του βαπτίσματος, του χρίσματος, της εν μετανοία μετοχής στη Θεία Ευχαριστία. Δεν είναι τυχαίο που ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει ότι η προσευχή  είναι πιο αναγκαία και από την ίδια την αναπνοή, είναι η ίδια η ζωή του ανθρώπου. «Μνημονευτέον του Θεού μάλλον ή αναπνευστέον», σημειώνει συγκεκριμένα, δηλαδή: πρέπει να μνημονεύουμε τον Θεό περισσότερο από το να αναπνέουμε. Ούτε είναι επίσης τυχαίο που ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ορίζει την προσευχή ως «συνουσία του ανθρώπου με τον Θεό».

2. Κι όμως! Αυτό που θεωρείται ανάγκη και ζωή, μπορεί να γίνει οσμή θανάτου, καταστροφικό και όνειδος για τον άνθρωπο. Που σημαίνει: μπορεί να προσεύχεσαι και η προσευχή σου να είναι αναποτελεσματική, να γίνεται απορριπτέα, να αποστρέφει ο Θεός το πρόσωπό Του από αυτήν. Κι αυτό γιατί; Διότι όχι η προσευχή καθ’ εαυτήν, αλλά ο τρόπος που την πραγματοποιεί κανείς είναι το ζητούμενο. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο με οτιδήποτε θεωρείται καλό και ενάρετο: όχι το φαίνεσθαι, αλλ’ η ουσία, η «καρδιά» είναι εκείνο που δίνει τον θετικό χρωματισμό. Η ελεημοσύνη για παράδειγμα. Δεν αρκεί να δίνεις στους άλλους. Σημασία έχει με τι καρδιά το δίνεις, γιατί αυτό μετράει και βλέπει ο Θεός. «Άνθρωπος εις πρόσωπον, Θεός εις καρδίαν βλέπει». Ο Κύριος το δίλεπτο της πτωχής χήρας μακάρισε και όχι τα πολλά που έβαζαν στο γαζοφυλάκιο οι πλούσιοι Φαρισαίοι. Διότι η χήρα έδωσε από το υστέρημά της, όλο το βιος της, ενώ οι άλλοι από το περίσσευμά τους. Η νηστεία, το ίδιο. Και πάλι ο Κύριος κατέκρινε την υποκριτική νηστεία των Φαρισαίων, γιατί την έκαναν «προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις».

3. Γιατί λοιπόν δεν δικαιώθηκε η προσευχή του Φαρισαίου; Πώς αυτό που φαινόταν θεάρεστο κατακρίθηκε;

(1) Διότι ο Φαρισαίος δεν στάθηκε ενώπιον του Θεού, αλλά ενώπιον του εαυτού του. «Σταθείς προς εαυτόν» λέει, και όχι «προς τον Θεόν». Η προσευχή του δηλαδή ήταν μία δοξολογική αναφορά στο είδωλο που είχε κατασκευάσει για τον εαυτό του. Τον εαυτό του «λιβάνιζε» με τα λόγια της προσευχής του, έχοντας ως θυμίαμα τις υποτιθέμενες αρετές του. Οι αρετές του Φαρισαίου δεν ήταν ο καρπός της παρουσίας του Θεού στη ζωή του – ό,τι τονίζει ο λόγος του Θεού – αλλά το αποτέλεσμα, καθώς νόμιζε, της δικής του αυτόνομης προσπάθειας: «νηστεύω δις του Σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι». Η καύχησή του λοιπόν ήταν μονόδρομος. Το εγώ του ήταν και ο Θεός του. Ποιος μπορούσε να παραβληθεί μαζί του; Κι ο Θεός ο Ίδιος ήταν υποχρεωμένος να υποκλιθεί στο «μεγαλείο» του. Η Βασιλεία του Θεού ήταν δεδομένη γι’ αυτόν κατάσταση.

Η περιγραφή της «προσευχής» του Φαρισαίου παραπέμπει ασφαλώς στη στάση του Εωσφόρου, του πρώτου αγγέλου που ξέπεσε, όπως καταγράφεται ήδη στην Παλαιά Διαθήκη. Ο Εωσφόρος παρουσιάζεται «μεθυσμένος» από το φως του – φως του Θεού στην πραγματικότητα που δεν το κατανοεί – και τις αρετές του. «Δεν μπορεί παρά να είμαι Θεός» είναι προφανώς η σκέψη του. «Θα στήσω τον θρόνο μου απέναντι στον Ύψιστο». Και το αποτέλεσμα είναι παραπάνω από τραγικό:  «εθεώρουν τον σατανάν – λέγει ο ίδιος ο Κύριος – ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα». Η πτώση δηλαδή του Εωσφόρου και η μεταβολή του σε σατανά, σε αντίπαλο δηλαδή του Θεού, σε διάβολο. Το ίδιο δεν συμβαίνει όμως και με την «προσευχή» του Φαρισαίου; Ίδια αλαζονική και υπερήφανη συμπεριφορά, ίδιο και το αποτέλεσμα: η παταγώδης πτώση η αποστροφή του Θεού ο δαιμονισμός!

(2) Διότι ο Φαρισαίος «προσεύχεται», και από το ύψος των αρετών του, ως «θεός», καταδικάζει και κατακρίνει τον κόσμο όλο: «Ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων». Για να γίνει πιο συγκεκριμένος: «ή και ως ούτος ο τελώνης». Το βλέμμα του και τα λόγια του, «πύρινη ρομφαία» για τον ταλαίπωρο τελώνη, τον «αμαρτωλό». Πρέπει να ένιωσε μια γεύση στυφάδας στο στόμα του, καθώς τον ανέφερε. Η κατάκρισή του γίνεται εξουδένωση του αμαρτωλού. Ίσως και να απόρησε πώς μπορεί και ζουν τέτοιοι άνθρωποι, που μολύνουν τον κόσμο των «καθαρών» σαν κι αυτόν ανθρώπων, αναπνέοντας τον ίδιο αέρα με αυτούς. Η προσευχή του λοιπόν, γεμάτη υπερηφάνεια και καύχηση για τον εαυτό του, πλήρης αποτροπιασμού και κατάκρισης για τον αμαρτωλό.

4. Γιατί δικαιώθηκε όμως η προσευχή του τελώνη; Πώς η ενέργεια του αντικειμενικά αμαρτωλού κάμπτει τον Θεό και προσφέρει Αυτός πλούσια τη χάρη Του σ’ εκείνον; Διότι ακριβώς στάθηκε ενώπιον του Θεού εν μετανοία. Δηλαδή με επίγνωση των αμαρτιών του, η οποία τον έκανε να νιώθει ταπεινός και μηδαμινός, αλλά και με πίστη στο έλεος και την αγάπη Εκείνου. «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Η επίγνωση και η πίστη αυτή συνιστούν τις βάσεις της μετανοίας. Στο πρόσωπο του τελώνη της παραβολής ψαύουμε τα αληθινά σημάδια της, τα οποία δείχνουν ποια στάση ανθρώπου αποδέχεται ως στάση δικαίωσης από Εκείνον ο Ίδιος ο Θεός. Κι αυτήν τη στάση τη χαρακτηρίζει ο Κύριος ως ταπείνωση. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν».  

Σ’ αυτήν την προσευχητική στάση, εκεί δηλαδή που ο άνθρωπος είναι στραμμένος μόνο στον εαυτό του, θρηνώντας τις αμαρτίες του, δεν υπάρχει ίχνος κατάκρισης για τους άλλους. Το αντίθετο μάλιστα: στρέφοντας τα βέλη της κριτικής του ο τελώνης μόνο προς τον εαυτό του, απαλλάσσει από κάθε καταδίκη τους άλλους, υψώνοντάς τους υπεράνω του εαυτού του. Κι αυτό θα πει: όποιος κοιτά τον εαυτό του και τα δικά του αμαρτήματα, δεν έχει χρόνο για να βλέπει τα σφάλματα των άλλων, καλύτερα: βλέπει τους άλλους ανωτέρους από αυτόν. «Τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντας εαυτών», που λέει κι ο απόστολος Παύλος: με την ταπείνωση να θεωρείτε τους άλλους ότι είναι ανώτεροί σας. Τι άλλο σημαίνει η διπλωμένη στα γόνατα στάση προσευχής του τελώνη, μακριά από τους άλλους – «μακρόθεν εστώς» - και μη τολμώντας ούτε τους οφθαλμούς του να σηκώσει επάνω; - «Ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι».

5. Έτσι η προσευχή του, που είναι ο τύπος της δικαιωμένης από τον Θεό προσευχής, έχει το χαρακτηριστικό της ταπείνωσης, ως βίωσης, καθώς είπαμε,  της αληθινής μετάνοιας, με επίγνωση της αμαρτίας, με πίστη στην αγάπη του Θεού, με έλλειψη οποιασδήποτε επικριτικής διάθεσης απέναντι στον συνάνθρωπο. Γι’ αυτό βεβαίως έγινε και ο τύπος της προσευχής της Εκκλησίας. Το «Κύριε ελέησον», ή με την πιο ανεπτυγμένη του μορφή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», αποτελεί επακριβή μεταφορά της τελωνικής προσευχής «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Ό,τι ο τελώνης εισέπραξε από την προσευχή του, τη δικαίωση που είπε ο Κύριος - «κατέβη ούτος δεδικαιωμένος ή εκείνος» - το ίδιο μας προσφέρει και η Εκκλησία με όλη την ατμόσφαιρά της, που κινείται ακριβώς σε αυτόν τον ρυθμό. Κι από την άποψη αυτή ο τελώνης για την Εκκλησία είναι ο τύπος του αγίου. Όχι βεβαίως για τις αμαρτίες του, αλλά για τη μετάνοιά του. Ξέρουμε πια και εμείς πώς να στεκόμαστε απέναντι στον Κύριο, ώστε να δικαιωνόμαστε.

γ. Η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου ξεκινά το ευλογημένο Τριώδιο, που θα εκβάλει, όπως είπαμε, στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου. Η Εκκλησία μάς ανοίγει τα μάτια από την αρχή: ο δρόμος για την Ανάσταση είναι ο δρόμος της μετανοίας και της ταπείνωσης. Και η προσευχή του δρόμου αυτού  είναι το «Κύριε ελέησον». Ας πάρουμε στα χέρια μας, κρυφά και όχι φανερά, το κομποσχοίνι, και ας γίνει η κάθε στιγμή μας ένας κόμπος από αυτό. Το «Κύριε ελέησον» ας γίνει ο ρυθμός της ζωής μας. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: η δικαίωσή μας και η χάρη του Θεού μας.

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΕΟΔΟΧΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ Η ΠΡΟΦΗΤΙΣ


«Ο άγιος Συμεών που η ζωή του παρατάθηκε στον παρόντα βίο, λόγω του χρησμού που είχε δεχθεί από το Άγιο Πνεύμα ότι δεν θα πεθάνει πριν δει τον Χριστό, υποδέχτηκε στην αγκαλιά του Αυτόν, και αφού του αποκαλύφθηκαν από το Πνεύμα το Άγιο όλα όσα θα γίνουν γι’ Αυτόν και τα προφήτεψε, σύμφωνα με τον χρησμό που του δόθηκε δέχτηκε το τέλος της ζωής. Η δε προφήτις Άννα ήταν θυγατέρα του Φανουήλ, ο οποίος καταγόταν από τη φυλή Ασήρ. Έζησε με τον άνδρα της επί επτά χρόνια, κι αφού τον έχασε λόγω θανάτου του, ζούσε διαρκώς στον Ναό με νηστεία και προσευχή, περνώντας εκεί όλη τη ζωή της. Γι’ αυτό, επειδή αυτός ήταν ο τρόπος της ζωής της αδιάκοπα, αξιώθηκε και αυτή να δει τον Κύριο να προσφέρεται ως άνθρωπος στον Ναό, σαράντα ημερών, από την Παναγία Μητέρα Του και τον δίκαιο Ιωσήφ. Δοξολογούσε δε τον Θεό και τον κήρυσσε με δύναμη σε όλους όσους βρίσκονταν στον Ναό, λέγοντας: Αυτό το βρέφος είναι ο Κύριος που στερέωσε τον ουρανό και τη γη. Αυτός είναι ο Χριστός, τον Οποίον προφήτεψαν όλοι οι προφήτες. Αυτών των αγίων λοιπόν, του Συμεών και της Άννας, επιτελούμε σήμερα τη μνήμη και κηρύσσουμε τη φρικτή και άρρητη προς εμάς συγκατάβαση του Θεού».  

 Όπως συμβαίνει σε αντίστοιχες περιπτώσεις: η επομένη μίας μεγάλης Δεσποτικής εορτής να είναι αφιερωμένη στα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτήν, η σημερινή εορτή, συνέχεια της Υπαπαντής του Κυρίου, είναι αφιερωμένη στο κατεξοχήν πρόσωπο που πρωταγωνίστησε, τον δίκαιο Συμεών τον θεοδόχο, κατ’ επέκταση δε και στην Άννα την προφήτιδα. Κι ενώ η ίδια η ημέρα της Υπαπαντής κινήθηκε, καθώς είπαμε, μέσα σε ατμόσφαιρα θάμβους και μυστηρίου, διότι ο παντοδύναμος και παντοκράτωρ Κύριος προσφέρθηκε ως βρέφος στον Ναό, κρατούμενος από τις γηραλέες χείρες του Συμεών, η σημερινή, ως προέκτασή της, χωρίς να αφίσταται του μυστηρίου αυτού επικεντρώνει και στις προϋποθέσεις του πρεσβύτη Συμεών, προκειμένου αυτός να γίνει μέτοχος της δωρεάς του Θεού, της χάρης Του δηλαδή να κρατηθεί στα δικά του χέρια. Διότι η όποια δωρεά του Θεού στον άνθρωπο δεν είναι χωρίς προϋποθέσεις. Αν ο άνθρωπος δεν είναι έτοιμος να δεχτεί τον Θεό, ο Θεός δεν προσφέρεται σ’ αυτόν. Όχι γιατί δεν θέλει ο Θεός – η χαρά του Θεού είναι να είναι πάντοτε με τον άνθρωπο – αλλά γιατί δεν θα ήταν τούτο συμφέρον στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος σε κατάσταση μη συντονισμού του με τον Θεό – αυτό σημαίνει προϋποθέσεις του ανθρώπου – «καίγεται» από την θέα του Θεού. «Ου μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπον του Θεού και ζήσεται».

 Ο γέρων Συμεών λοιπόν πριν δει τον Χριστό και τον αγκαλιάσει, ήδη είχε καταστήσει τον εαυτό του άξιο για κάτι τέτοιο. Η υμνολογία της Εκκλησίας μας, ακολουθώντας ακριβώς την ευαγγελική διήγηση, που τονίζει τη δικαιοσύνη του Συμεών και την πνευματοφορία του («Πνεύμα άγιον ην επ’ αυτώ»), επανειλημμένως αναφέρεται στον αγιασμένο τρόπο ζωής του, καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής. Εντελώς δειγματοληπτικά: «Υψωθείς ταις πράξεσι ταις ιεραίς, θεηγόρε, φωτοειδής ως στύλος επερειδόμενος σαφώς, τω Παναγίω Πνεύματι γεγένησαι» (Έφτασες με τις ιερές πράξεις της ζωής σου σε πνευματικό ύψος, θεηγόρε, κι έγινες σαν φωτεινός στύλος, γιατί στηριζόσουν σαφώς στο Πανάγιο Πνεύμα)«Νοός καθαρότητι Θεώ τω παντοκράτορι, άγγελος καθάπερ λειτουργήσας, Μάκαρ» (Μακάριε Συμεών, σαν άγγελος λειτούργησες στον παντοκράτορα Θεό, με την καθαρότητα του νου σου)«Σαυτόν απετέλεσας ναόν Θεού πανάγιον, πράξεσιν ενθέοις, Θεηγόρε όθεν ως βρέφος εν τω αγίω ναώ έβλεψας Θεόν μετά σαρκός» (Έκανες τον εαυτό σου πανάγιο ναό του Θεού, με τις ένθεες πράξεις σου, θεηγόρε. Γι’ αυτό και είδες τον Θεό με ανθρώπινη σάρκα ως βρέφος μέσα στον άγιο Ναό). Κάθαρση του νου, πρακτική ζωή σύμφωνα με τις εντολές του Θεού: να οι προϋποθέσεις που μας δείχνει ο άγιος Συμεών, για να μπορεί κανείς να γίνει θεόπτης, να έχει εν αγκάλαις και μέσα του τον ίδιο τον Θεό.

Το πνευματικό αυτό ύψος του αγίου Συμεών, η σύμφωνη με τον Θεό ζωή του και η καθαρότητα της ψυχής του, που τον κατέστησαν ναό του Θεού και θεόπτη, κάνει τον άγιο Ιωσήφ τον υμνογράφο να βγάλει το λογικό συμπέρασμα ότι με τις προϋποθέσεις αυτές μπορεί μεν ο Συμεών να είναι γέρων στην ηλικία, είναι όμως νέος στο πνεύμα. Διότι αυτό προκαλεί στο πνεύμα του ανθρώπου η παρουσία της χάρης του Θεού: να το κρατά πάντοτε σε νεανική σφριγηλότητα. Όταν δηλαδή ο άνθρωπος ζει την παρουσία του Θεού, τότε δεν μαραζώνει από το δηλητήριο της αμαρτίας. Η αμαρτία είναι αυτή που γερνά τον άνθρωπο, γιατί τον πληγώνει και τον τραυματίζει, οδηγώντας τον σιγά σιγά στον πνευματικό θάνατο. Κι αυτό σημαίνει ότι, κατά την πίστη μας, η νεότητα είναι πρωτίστως θέμα «καρδιάς», θέμα του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, κι όχι θέμα απλώς ηλικιακό. Πόσες φορές δεν βλέπουμε και σήμερα νέα παιδιά να είναι με μαραμένη και γερασμένη «καρδιά», διότι έχουν εκδοθεί στις διάφορες αμαρτίες αμετανόητα, και γέρους ανθρώπους να σφύζουν από χαρά και διάθεση, γιατί ακριβώς αγωνίζονται να μένουν εν Θεώ. Κι είναι κάτι που το επεσήμαινε  με πίκρα και στενοχώρια και ο αγιασμένος γέρων Παΐσιος ο αγιορείτης, μιλώντας ακριβώς για τέτοια νέα παιδιά: «Καινούργιες μηχανές, με παγωμένα λάδια».  Ο υμνογράφος λοιπόν αναφερόμενος στην παραπάνω πραγματικότητα μας λέει: «Νεάζων τω πνεύματι, προβεβηκώς δε τω σώματι, Συμεών» (Με νεανική ακμή στο πνεύμα, αλλά προχωρημένης ηλικίας στο σώμα, Συμεών). Κι αλλού: «Υπερήκμασας τω γήρα, τη δε πίστει ενέαζες, νέον βρέφος θέλων βλέψαι, Συμεών, τον παντέλειον, ανακαινίζοντα κόσμον τον γηράσαντα επιθέσει του παλαιού πολεμήτορος» (Γέρασες πολύ, Συμεών, αλλά ήσουν νέος με την πίστη σου, θέλοντας να δεις σαν μικρό βρέφος τον παντέλειο Θεό, ο Οποίος κάνει καινούργιο τον κόσμο που γέρασε από την επίθεση του παλαιού εχθρού διαβόλου).

Μία τέτοια θέαση των πραγμάτων μας οδηγεί και στη σκέψη, μήπως θα έπρεπε η σημερινή εορτή να προταθεί, αν δεν έχει γίνει ήδη, ως εορτή της τρίτης ή και της τέταρτης, όπως πια λένε, ηλικίας. Με σκοπό να προβληθεί η αξία και η προσφορά της, πέρα από την διαπιστούμενη απλώς κάμψη των σωματικών δυνάμεων. Και το λέμε αυτό, διότι συνήθως από πολλούς η γεροντική ηλικία θεωρείται αν όχι «αρρώστια» από μόνη της – και έτσι τη χαρακτηρίζουν ορισμένοι – πάντως μία ηλικία εν πολλοίς άχρηστη, που και βλεπομένη προκαλεί βάρος. Με τη συνάντηση του γέροντα Συμεών και του Ιησού Χριστού όμως, όπως και με την παρουσία της αγίας Άννας, τα πράγματα τοποθετούνται εντελώς διαφορετικά. Τα γεροντικά χέρια γίνονται θρόνος του Θεού, το στόμα γίνεται προφητικό κήρυγμα, ο ίδιος ο Συμεών  γίνεται ο προάγγελος του Κυρίου και σ’ αυτόν τον Άδη. Το ίδιο και η γερόντισσα Άννα. Ποιος δεν θα ζήλευε τους γέροντες αυτές; Ποιος δεν θα ήθελε να είναι στη θέση τους; Κι ας σκεφτεί κανείς έπειτα πόσοι άγιοι γέροντες, άνδρες και γυναίκες, δεν ήταν το στήριγμα της Εκκλησίας και του κόσμου, όσο ζούσαν; Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τη δύναμη αγιότητας του αγίου Αντωνίου, που έφυγε από τη ζωή αυτή σε ηλικία 105 ετών; Ποιος μπορεί να καταφρονήσει την αγιότητα του οσίου Παύλου του Θηβαίου, που μέχρι τα 113 έτη του ήταν αστέρας της Εκκλησίας; Αλλά και μετέπειτα: ο γέρων Πορφύριος, ο γέρων Σωφρόνιος, ο γέρων Παϊσιος, ο γέρων Ιάκωβος; Γέροντες, προχωρημένης ηλικίας, κι όμως τόσο νέοι, τόσο ακμαίοι στην ψυχή, που θα τους ζήλευε και ο πιο νέος άνθρωπος.

Κι εν προκειμένω, ο άγιος Ιωσήφ, ακριβώς προς επιβεβαίωση του νεανικού φρονήματος του δικαίου Συμεών, μας λέει κάτι που αποτελεί καταδίκη της μιζέριας άλλων γερόντων, που πάσχουν όμως και από γεροντική «καρδιά», από μαρασμό δηλαδή γιατί δεν βλέπουν συνέχεια σ’ αυτήν τη ζωή, από διαρκή ανακύκλωση των αρρωστιών και των πόνων τους, από τη βαθιά επιθυμία τους να «παγιδεύουν» τους άλλους παίζοντας το παιχνίδι του θύματος. Τι λέει ο υμνογράφος; Ο γέρων Συμεών, λέει, έδινε παρηγοριά, προσανατόλιζε τους άλλους στην υπέρβαση της θλίψης τους, τους μιλούσε για τη χαρά που έφερε ο Χριστός, έβλεπε και το δικό του τέλος ως χαρά. Ένα άνοιγμα στο μέλλον, παρήγορο και λυτρωτικό, ήταν ο λόγος του αγίου Γέροντα, κι αυτό έδειχνε το υπέρ και τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης νεάζον φρόνημά του. «Η χαρά των θλιβομένων επεδήμησε, η απολύτρωσις του Ισραήλ αληθώς ωράθη ως νήπιον εν τω ναώ αυτού, απολύων με προς την ζωήν την μέλλουσαν, Συμεών εβόα χαίρων» (Έφτασε στον κόσμο η χαρά των θλιβομένων, αληθινά φάνηκε σαν νήπιο στον Ναό Του η απολύτρωση του Ισραήλ, που με αφήνει να φύγω και να πάω προς τη μέλλουσα ζωή, φώναζε με χαρά ο Συμεών).


Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

«Αφού πέρασαν σαράντα ημέρες, μετά τη σωτήρια ενανθρώπηση του Κυρίου, τη γέννησή Του άνευ ανδρός από την αγία αειπάρθενο Μαρία, κατά τη σεβασμιότατη αυτή ημέρα, η πάναγνη Μητέρα Του και ο δίκαιος Ιωσήφ έφεραν τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό στο Ιερό, σύμφωνα με τη συνήθεια του  σκιώδους και νομικού γράμματος, του Μωσαϊκού Νόμου. Τότε και ο γηραιός  και πρεσβύτης Συμεών, που είχε δεχθεί ως χρησμό από το Άγιο Πνεύμα ότι δεν θα πεθάνει, πριν να δει τον Χριστό Κυρίου, δέχτηκε αυτόν στην αγκαλιά του, και αφού ευχαρίστησε και ομολόγησε τον Θεό, φώναξε: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα Σου»: τώρα μπορείς να πάρεις τον δούλο σου, Κύριε, ειρηνικά. Και μετά, γεμάτος χαρά, έφυγε από τη ζωή αυτή, ανταλλάσσοντας τα επίγεια με τα ουράνια και αιώνια. Η σύναξη αυτή τελείται στον σεβάσμιο Ναό της αχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, που βρίσκεται στις Βλαχέρνες».

Όλη η υμνογραφία της μεγάλης αυτής Δεσποτικής και Θεομητορικής εορτής κινείται μέσα σε ατμόσφαιρα θάμβους και μυστηρίου: «επίγειον το φαινόμενον, ουράνιον το νοούμενον». Οι ύμνοι τονίζουν βεβαίως την ιστορική πραγματικότητα: τον ερχομό της αγίας οικογένειας στον Ναό, όταν συμπληρώθηκαν οι σαράντα ημέρες από την ημέρα της Γεννήσεως του Κυρίου, και τη συνάντηση Αυτού με τον γέροντα Συμεών, αλλά μας ανοίγουν και τα μάτια της ψυχής εν πνεύματι, για να δούμε το «βάθος» της πραγματικότητας αυτής: τη γεμάτη έκπληξη στάση των αγίων αγγέλων, οι οποίοι αδυνατούν να κατανοήσουν τα διαδραματιζόμενα εν γη, καθώς βλέπουν τον Δημιουργό του ανθρώπου να βαστάζεται ως βρέφος, τον αχώρητο και άπειρο Θεό να περιορίζεται μέσα στην αγκαλιά ενός γέροντα, τον απερίγραπτο  Υιό και Λόγο του Θεού, τον ομοούσιον τω Πατρί, να γίνεται περιγραπτός ως άνθρωπος με τη θέλησή Του. Και η μόνη εξήγηση που μπορούν να δώσουν για τα ακατανόητα αυτά πράγματα είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. «Τη Θεοτόκω προσδράμωμεν οι βουλόμενοι κατιδείν τον Υιόν αυτής προς Συμεών απαγόμενον ον περ ουρανόθεν οι Ασώματοι βλέποντες, εξεπλήττοντο λέγοντες Θαυμαστά θεωρούμεν νυνί και παράδοξα, ακατάληπτα, άφραστα ο τον Αδάμ δημιουργήσας βαστάζεται ως βρέφος ο αχώρητος χωρείται εν αγκάλαις του Πρεσβύτου ο επί των κόλπων απεριγράπτως υπάρχων του Πατρός αυτού, εκών περιγράφεται σαρκί, ου Θεότητι, ο μόνος φιλάνθρωπος».

Στο μέγα αυτό μυστήριο - που θεωρείται ως συνέχεια της Γεννήσεως και της Περιτομής του Κυρίου, συνεπώς ως επίταση της εξαγγελίας ότι Χριστός ο Θεός μας φάνηκε στον κόσμο ως άνθρωπος όχι θεωρητικά και φανταστικά, αλλά αληθινά και πραγματικά («ου δοκήσει ουδέ φαντασία, αλλ’ αληθεία τω κόσμω φανέντα») – μετέχει ο γέρων Συμεών, ο οποίος φέρεται να μυσταγωγείται στο μυστήριο αυτό («και ταύτα Συμεών μυσταγωγούμενος, επέγνω τον αυτόν, Θεόν φανέντα σαρκί»: και μυούμενος σ’ αυτά ο Συμεών, γνώρισε βαθιά τον ίδιο, ως Θεό που φάνηκε ως άνθρωπος) και να έχει θεοπτία μεγαλύτερη και καθαρότερη και από εκείνην του Μωυσή στο όρος Σινά («Εκείνος μεν, ο Μωυσής, διά γνόφου και φωνής αμυδράς θεόπτης ηξίωτο… ούτος δε, ο Συμεών, τον προαιώνιον Λόγον του Πατρός σωματωθέντα εβάστασε και των Εθνών απεκάλυψε το φως, τον Σταυρόν και την Ανάστασιν», δηλαδή: Ο Μωυσής αξιώθηκε  να γίνει θεόπτης μέσα σε γνόφο και φωνή που μόλις ακουγόταν, ο Συμεών βάστασε τον Λόγο του Πατρός με το σώμα Του και αποκάλυψε το φως των Εθνών, δηλαδή  τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού).

Η μυσταγωγία και θεοπτία αυτή του Συμεών μέσα από το μυστήριο της συναντήσεώς Του με τον τεσσαρακονθήμερο Χριστό συνιστά το μέγιστο γεγονός της ζωής του. Διότι αφενός η γεροντική  αγκαλιά του γίνεται θρόνος του παντοκράτορα Θεού, αφετέρου, ακριβώς γι’ αυτό, φτάνει στο σημείο της πλήρους ελευθερίας, δηλαδή της επιθυμίας του να φύγει πια από τον κόσμο τούτο με χαρά. «Ο τοις Χερουβίμ εποχούμενος και υμνούμενος υπό των Σεραφίμ, σήμερον τω θείω Ιερώ κατά νόμον προσφερόμενος, πρεσβυτικαίς ενθρονίζεται αγκάλαις» (Αυτός που φέρεται επί των Χερουβίμ και υμνείται από τα Σεραφίμ, σήμερα προσφέρεται στο θείο Ιερό, σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο, και ενθρονίζεται σε πρεσβυτικές αγκάλες). «Λέγε Συμεών, τίνα φέρων εν αγκάλαις, εν τω ναώ αγάλλη; Τίνι κράζεις και βοάς; Νυν ηλευθέρωμαι είδον γαρ τον Σωτήρα μου» (Λέγε Συμεών, ποιον φέρεις στην αγκαλιά σου και χαίρεσαι μέσα στον Ναό; Σε ποιον κράζεις και βοάς: Τώρα έχω ελευθερωθεί, διότι είδα τον Σωτήρα μου).

Η επιθυμία του Συμεών να φύγει πια από τον κόσμο τούτο, επιθυμία μάλιστα που συνοδεύεται με μεγάλη χαρά («Δεξάμενος δε τούτον Συμεών ο δίκαιος και των δεσμών την έκβασιν ιδών τελεσθείσαν, γηθοσύνως εβόα», δηλαδή: ο Συμεών ο δίκαιος αφού δέχτηκε τον Χριστό και είδε ότι έφτασε το τέλος της ζωής του με μεγάλη χαρά φώναζε), συνιστά το όριο της αγιότητας. Μόνον ο άγιος είναι εκείνος που θέλει να φύγει από τη ζωή αυτή, όχι γιατί την βαρέθηκε ή απελπίστηκε – αυτό αποτελεί τον ορισμό της απιστίας – αλλά γιατί έζησε και ζει τη σχετική γι’ αυτήν τη ζωή πληρότητα της σχέσης του με τον Χριστό, και προσδοκά την τελειότητα της σχέσης μετά τη φυγή του από τον κόσμο. Όπως το λέει και ο απόστολος Παύλος: «Έχω την επιθυμίαν εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (Επιθυμώ να πεθάνω και να είμαι μαζί με τον Χριστό). Το ίδιο βεβαιώνουν και οι λοιποί άγιοι της Εκκλησίας μας, σαν τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, που σημειώνει: «Ο άγιος προσδοκά κάθε ημέρα τον θάνατό του».

Οι ύμνοι μάλιστα της εορτής αποκαλύπτουν και μία διάσταση της με χαρά επιθυμίας του Συμεών να εγκαταλείψει τον κόσμο τούτο,  που δεν είναι πολύ γνωστή στον πιστό λαό: Θέλει να φύγει γρήγορα, διότι δεν αντέχει να μη πάει να αναγγείλει στους πρωτοπλάστους, τον Αδάμ και την Εύα, το χαρμόσυνο άγγελμα, ότι δηλαδή ό,τι ο Θεός τους υποσχέθηκε μετά την πτώση τους στην αμαρτία: ότι θα έλθει κάποτε ως άνθρωπος για να σώσει το ανθρώπινο γένος, τώρα έγινε πραγματικότητα. Και από την άποψη αυτή προηγείται ο Συμεών του Ιωάννου του Προδρόμου που κι αυτός στον Άδη προετοίμασε τον δρόμο του Μεσσία. «Αδάμ εμφανίσων άπειμι, εις Άδου διατρίβοντι, και τη Εύα προσκομίσων ευαγγέλια, Συμεών ανεβόα» (Ο Συμεών φώναζε: Φεύγω από τη ζωή αυτή, για να φανερώσω στον Αδάμ, που  ζει στον Άδη, και να φέρω στην Εύα, τα ευαγγέλια, το χαρμόσυνο δηλαδή μήνυμα του ερχομού του Χριστού στον κόσμο).

Είναι ευνόητο ότι η συνάντηση του αγίου Συμεών με τον σαράντα ημερών Κύριο λειτουργεί και για εμάς κατά παραδειγματικό τρόπο, κάτι που το σημειώνει βεβαίως η υμνογραφία. Άλλωστε, κανένα γεγονός της επί γης παρουσίας του Κυρίου δεν είναι μόνον για μία εποχή ή για έναν μόνον άνθρωπο. Κι αυτό σημαίνει ότι όπως συναντήθηκε τότε ο άγιος Συμεών με τον Χριστό, έτσι καλούμαστε και εμείς να συναντηθούμε μαζί Του, μέσα στα πλαίσια της Εκκλησίας μας και με τις προσευχές αυτής. Να τον υποδεχτούμε ως Σωτήρα μας και να Τον προσκυνήσουμε ως Θεό μας. «Δεύτε και ημείς, άσμασιν ενθέοις, Χριστώ συναντηθώμεν και δεξώμεθα Αυτόν, ου το σωτήριον ο Συμεών εώρακεν. Ούτός εστιν, ον ο Δαυίδ καταγγέλλει, ούτός εστιν ο εν προφήταις λαλήσας ο σαρκωθείς δι’ ημάς και νόμω φθεγγόμενος. Αυτόν προσκυνήσωμεν» (Εμπρός και εμείς, με ένθεα άσματα, ας συναντηθούμε με τον Χριστό και ας υποδεχτούμε Εκείνον, του Οποίου τη σωτηρία είδε ο Συμεών. Αυτός είναι Εκείνος τον Οποίον κηρύσσει ο Δαυίδ, Αυτός είναι Εκείνος που λάλησε μέσα από τους προφήτες, Αυτός που σαρκώθηκε για εμάς και μιλά με τον Νόμο Του. Αυτόν ας προσκυνήσουμε».

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΤΡΥΦΩΝ


«Ο άγιος Τρύφων ήταν από την κώμη της Λαμψάκου της επαρχίας των Φρυγών, επί της βασιλείας του Γορδιανού, κατά το διακοσιοστό ενενηκοστό πέμπτο έτος από της βασιλείας του Αυγούστου. Όταν ακόμη ήταν πολύ νέος και ασχολείτο με εργασία κατάλληλη για την ηλικία του (διότι έβοσκε χήνες, όπως λένε), γέμισε από Άγιο Πνεύμα και θεράπευε κάθε ασθένεια και έβγαζε και δαίμονες. Θεράπευσε μάλιστα και τη θυγατέρα του βασιλιά, που κυριαρχείτο από τον δαίμονα. Στην περίπτωση αυτή λέγεται ότι υπέδειξε ο άγιος στους παρόντες τον δαίμονα σαν μαύρο σκυλί, εξαγγέλλοντας τις πονηρές πράξεις του, και ότι με το θαύμα αυτό οδήγησε πολλούς στην πίστη του Χριστού. Την εποχή του βασιλιά Δεκίου, που διαδέχτηκε τον Φίλιππο, τον κυρίαρχο μετά τον Γορδιανό, κατηγορήθηκε στον έπαρχο της Ανατολής Ακυλίνο, ότι έλεγε να μη λατρεύουν οι άνθρωποι τους δαίμονες. Οδηγήθηκε προς αυτόν στη Νίκαια, κι επειδή ομολόγησε το όνομα του Χριστού, πρώτον κτυπήθηκε με σπαθιά. Έπειτα τον έδεσαν σε άλογα και τον έτρεχαν, χειμώνα καιρό, μέσα από δύσβατα και δυσπρόσιτα μέρη. Και μετά από αυτό, τον έσυραν γυμνό πάνω σε σιδερένια καρφιά. Κι ακόμη:  τον μαστίγωσαν και του έκαψαν τα πλευρά με λαμπάδες πυρός, ενώ στο τέλος αποφάσισαν να τον σκοτώσουν με ξίφος, κάτι που δεν πρόφτασαν να το κάνουν, διότι είχε παραδώσει  ήδη το πνεύμα του στον Θεό. Τελείται δε η σύναξή του στο Μαρτύριό του, που βρίσκεται μέσα στο ναό του Αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου, πλησίον της Αγιωτάτης Μεγάλης Εκκλησίας».

Δεν είναι γνωστός ο άγιος Τρύφων για τις σπουδές του,  τη μόρφωσή του και τη θεολογική του κατάρτιση δεν προβάλλεται από την Εκκλησία μας ως κάποιος Ιεράρχης που την βοήθησε στην υπέρβαση κάποιας κρίσεως εξαιτίας αιρέσεως ή για το θαυμαστό κοινωνικό έργο που επιτέλεσε. Τιμάται από την Εκκλησία, γιατί μέσα στην όλη απλότητα της ζωής του κατάλαβε ένα πράγμα, που προσπάθησε μέχρι τέλους, έστω και με θυσία αυτής της ζωής, να το κρατήσει: ότι δηλαδή σκοπός του στον κόσμο τούτο που βρέθηκε, ήταν να γίνει άγιος να μοιάσει του Χριστού ζώντας με σωφροσύνη. Δηλαδή ό,τι είχε ακούσει από τον λόγο του Θεού, ό,τι ο Ίδιος ο Θεός τού φανέρωσε ως τρόπο ζωής, να το κάνει βίωμά του. Κι είναι αυτό που σημειώνει και ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του κανόνα του: «Ρημάτων των θείων ενηχηθείς, ετέλεσας ταύτα, παναοίδιμε, πρακτικώς, την αγιωσύνην αγαπήσας και σωφροσύνην ασπασάμενος» (Άκουσες μέσα στην καρδιά σου τα θεία λόγια και τα έκανες πράξη, πανσεβάσμιε, διότι αγάπησες την αγιοσύνη και ασπάστηκες τη σωφροσύνη).

Η αγάπη για την αγιοσύνη συνιστά και το σκοπό της ζωής του κάθε ανθρώπου, ιδίως εκείνου που έχει τη δύναμη γι’ αυτό, του χριστιανού. Η εντολή του Θεού είναι σαφής: «Άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιός ειμι», να γινόμαστε άγιοι, διότι ο ίδιος ο Θεός είναι άγιος. Κι αυτό σημαίνει ότι η αγιοσύνη ως σκοπός ζωής δεν αποτελεί ιδιορρυθμία ενός περίεργου ανθρώπου, ένα «βίτσιο» ίσως. Είναι το όραμα προς το οποίο καθημερινώς και αδιαλείπτως κατατείνει, πρέπει να κατατείνει, κάθε χριστιανός. Και θεολογική βάση γι’ αυτό είναι η «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» δημιουργία του ανθρώπου. Δημιουργηθήκαμε από τον Θεό να Τον εικονίζουμε, με σκοπό να Του μοιάσουμε όσο το δυνατόν πληρέστερα στα πλαίσια της ανθρώπινης φύσης μας. Έτσι η φυσιολογία του ανθρώπου είναι να γίνεται -  που σημαίνει να αγωνίζεται διαρκώς για να το φτάσει -  άγιος. Ο άγιος Τρύφων, έστω και απλός βοσκός χηνών – προστάτης των γεωργών αλλά και των ζώων θεωρείται - χωρίς κάποια μόρφωση, χωρίς μελέτες και ακούσματα κηρυγμάτων, αλλά με μόνη την αγνότητα των προθέσεών του, το κατάλαβε και το άκουσε στο βάθος της καρδιάς του. Κι επειδή πήρε στα σοβαρά αυτό που κατάλαβε, το ενεργοποίησε στη ζωή του. Το «σωφροσύνην ασπασάμενος» που λέει ο υμνογράφος, αυτό ακριβώς φανερώνει.

Η πιστότητα και η αγάπη του στο όραμα αυτό της ζωής του τον έκανε αφενός να δεχτεί τις ακτίνες της χάρης του Θεού, γινόμενος δεύτερο φως μετά το πρώτο, του Θεού («Φως εγένου δεύτερον, φωτί τω πρώτω προσπελάσας, αίγλη του αυτού πυρσούμενος και μορφούμενος», δηλαδή: έγινες δεύτερο φως, επειδή πλησίασες το πρώτο φως, γινόμενος σαν πυρσός και παίρνοντας μορφή από τη δόξα Αυτού), αφετέρου να γίνει, ακριβώς γι’ αυτό,  θαυμαστό όργανο Εκείνου για τη θεραπεία ασθενών και δαιμονισμένων, ωθώντας έτσι τους ανθρώπους στο να βρίσκουν  τον δρόμο τους για τον Θεό.  Κι αυτό σημαίνει ότι όπου ο Θεός βρίσκει άνθρωπο καλοπροαίρετο και με διάθεση στροφής προς Αυτόν εν αγάπη, τον κάνει κατοικητήριό Του και οδό Του για την εύρεση του Ίδιου από τους ανθρώπους. Ο άγιος άνθρωπος, με άλλα λόγια, και χωρίς να μιλάει, με μόνο το παράδειγμά του, δρα ως ιεραπόστολος. Οι άνθρωποι βλέποντάς τον καθοδηγούνται προς Αυτόν.

Την παραπάνω αλήθεια ο άγιος Θεοφάνης μας την προσφέρει με έναν έξοχο ύμνο, ήδη από την πρώτη ωδή του κανόνα: «Υπήρξας τω όντι ποιμαντικός, ποιμαίνων ψυχής σου εν σοφία τους λογισμούς, ψυχάς επιστρέφων πλανωμένας και τω Θεώ προσάγων, ένδοξε» (Υπήρξες πράγματι ποιμένας, με το να ποιμαίνεις  με σοφία τους λογισμούς της ψυχής σου, και με το να επιστρέφεις τις πλανεμένες ψυχές και να τις οδηγείς στον Θεό, ένδοξε). Είναι μία καταπληκτικής εμπνεύσεως αλήθεια: ο άγιος Τρύφων, αλλά και κάθε πιστός, είτε κληρικός είτε λαϊκός, είναι ποιμένας, γιατί ποιμαίνει πρώτα από όλα τον εαυτό του. Πώς; Με το να ελέγχει τους λογισμούς της ψυχής του, καθοδηγώντας τους, όπως ο βοσκός τα πρόβατα στο μαντρί, εκεί που είναι ο τόπος της καταπαύσεώς του, ο ίδιος ο Θεός. Επομένως, όταν οι λογισμοί του ανθρώπου απομακρύνονται από τον Θεό, κινδυνεύουν να «φαγωθούν» από τον λύκο διάβολο, ή από το λιοντάρι διάβολο, κατά την εικόνα του αποστόλου Πέτρου: «ο διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη». Και βεβαίως, με τον τρόπο αυτό γίνεται ποιμένας και των υπολοίπων ανθρώπων: επιστρέφει στον Θεό τις πλανεμένες ψυχές. Όπως το καταλαβαίνουμε, από την άποψη αυτή, όλοι: κανείς δεν μπορεί να γίνει αληθινός ποιμένας, κυρίως μάλιστα ο κληρικός, αν πρώτα δεν είναι και δεν γίνεται ποιμένας του εαυτού του. Εκείνος που έχει μάθει να διαποιμαίνει τους λογισμούς του, εκείνος χαριτώνεται από τον Θεό και για την καθοδήγηση των άλλων.