Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΕΣ ΟΙ ΕΝ ΕΦΕΣΩ


«Αυτοί οι άγιοι έζησαν επί Δεκίου βασιλέως (3ος μ.Χ. αι.) και σκέφτηκαν να μοιράσουν τα υπάρχοντά τους και να κλειστούν σ’  ένα σπήλαιο. Εκεί προσευχήθηκαν να φύγουν από τη ζωή αυτή και να μην παραδοθούν στο βασιλιά, λόγω των διωγμών κατά των χριστιανών που είχε διατάξει, κάτι που έγινε. Ο Δέκιος, μετά την επιστροφή του στην Έφεσο, τους αναζήτησε για να θυσιάσουν στα είδωλα, μα όταν έμαθε το τέλος τους στη σπηλιά, διέταξε να τη σφραγίσουν καλά. Από τότε πέρασαν  περίπου διακόσια χρόνια κι ήρθε η εποχή που βασίλευε ο Θεοδόσιος Β΄ο  μικρός (περί τα μέσα του 5ου μ.Χ. αι.). Στα χρόνια αυτά της βασιλείας του φάνηκε μία αίρεση που κήρυσσε ότι  δεν υπάρχει ανάσταση, κι ο βασιλιάς βλέποντας ότι προκαλείται ταραχή στην Εκκλησία, αφού και επίσκοποι παρασύρονταν από αυτήν, απορούσε τι να κάνει. Περιβλήθηκε σάκο, κοιμόταν καταγής και με δάκρυα παρακαλούσε τον Θεό να φανερώσει ό,τι έπρεπε. Κι ο Κύριος απάντησε: Ο κάτοχος της περιοχής που βρισκόταν το σπήλαιο που είχαν κοιμηθεί οι παίδες, θέλησε να φτιάξει μία μάντρα για το ποίμνιό του. Κύλισε λοιπόν τους λίθους, για να τους χρησιμοποιήσει για τη μάντρα, κι αποκαλύφθηκε έτσι το στόμιο, χωρίς εκείνος να το καταλάβει. Με προσταγή του Θεού, αναστήθηκαν τα παιδιά, σαν να ξυπνούσαν από χθεσινό ύπνο. Δεν κατάλαβαν τίποτε, πιστεύοντας ότι η ζωή τους συνεχίζεται κανονικά, γι’ αυτό και ο ένας από αυτούς, ο Μαξιμιλιανός, προέτρεψε όλους τους άλλους, αν συλληφθούν από τον Δέκιο, να μείνουν σταθεροί στην πίστη τους και να μην την προδώσουν. Έστειλε μάλιστα τον Ιάμβλιχο να αγοράσει ψωμί, περισσότερο όμως από την «προηγούμενη» ημέρα, που ήταν λιγοστό. Ο Ιάμβλιχος κατέβηκε στην πόλη και θαύμαζε και για το σημείο του Σταυρού που έβλεπε να υπάρχει σε πολλά σημεία, και για τα καινούργια οικοδομήματα. Σ’  ένα αρτοποιείο που μπήκε, αγόρασε ψωμί κι έδωσε τα χρήματα, τα οποία όμως προκάλεσαν τον θαυμασμό και την απορία του μαγαζάτορα και των άλλων, γιατί βεβαίως ήταν πολύ παλαιά. Στην απορία και στις ερωτήσεις τους για τον θησαυρό αυτό, λόγω της παλαιότητας, δεν μπόρεσε να απαντήσει πειστικά ο Ιάμβλιχος, γι’  αυτό και διά της βίας τον οδήγησαν στον ανθύπατο της περιοχής, ο οποίος τον ανέκρινε, χωρίς όμως και αυτός να μπορέσει να πειστεί. Έμαθε τα γεγονότα και ο επίσκοπος Μαρίνος, ο οποίος άρχισε να υποπτεύεται ότι εδώ πρόκειται για κάτι το θαυμάσιο και θεϊκό, γι’ αυτό και τελικώς όλοι ακολούθησαν τον Ιάμβλιχο στο σπήλαιο, το οποίο απεκάλυψε, για να τους επιβεβαιώσει τα λεγόμενά του. Η επιβεβαίωση υπήρξε θαυμαστή και κατανυκτική, όταν μάλιστα βρήκαν ότι τα ονόματά τους και η ιστορία τους ήταν γραμμένα από δύο χριστιανούς στρατιώτες, από αυτούς που είχε διατάξει ο Δέκιος να σφραγίσουν το σπήλαιο. Ο βασιλιάς Θεοδόσιος που το έμαθε, γέμισε από χαρά, και δάκρυα ανέβλυσαν από τα μάτια του, γιατί είδε την απάντηση που έστειλε διά των παίδων ο Θεός, στο πρόβλημα της αίρεσης των αρνητών της ανάστασης. Οι άγιοι παίδες, μετά από λίγο, αισθάνθηκαν κούραση και παρέδωσαν για δεύτερη φορά την ψυχή τους στον Κύριό τους, ενώ οι σύγχρονοι πια τους τίμησαν ποικιλοτρόπως ως αγίους, ιδίως ο βασιλιάς, στον οποίο όμως, μέσω ονείρου, αρνήθηκαν την επιθυμία του να τοποθετήσει τα λείψανά τους σε ακριβές λειψανοθήκες και να τους θάψει εκεί που βρίσκονταν στο σπήλαιο».

Το συναξάρι των αγίων επτά παίδων των εν Εφέσω θεωρείται ένα από τα παραδοξότερα και θαυμασιότερα που έχουν γραφεί, γι’  αυτό και η ιστορία των αγίων αυτών ενέπνευσε και τη γραφίδα του γνωστού και σπουδαίου λογοτέχνη Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, ώστε να την αποδώσει με τρόπο μυθιστορηματικό. Η παραδοξότητα της ιστορίας τους δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ότι αυτοί αναστήθηκαν από τους νεκρούς - κάτι που ανατρέπει πράγματι τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά κατανοείται μέσα στα πλαίσια της Ανάστασης του Κυρίου, ο Οποίος  ως πηγή της ζωής καταργεί τον θάνατο και τον κάνει δίοδο κι αυτόν ζωής – αλλά και στο ότι αναστήθηκαν μετά παρέλευση εκατονταετιών από την ώρα του θανάτου τους, έγινε γνωστό σε όλους το συμβάν τούτο, ενώ στη συνέχεια παρέδωσαν και πάλι στον Κύριο τις αγιασμένες ψυχές τους.
Όλη η ακολουθία τους τονίζει με διαφόρους τρόπους τον σκοπό για τον οποίο ο Κύριος επέτρεψε να συμβεί το μεγάλο αυτό θαύμα: «εις γαρ πίστωσιν νεκρών αναστάσεως γέγονε το τελούμενον», δηλαδή έγινε το θαύμα για να πιστοποιηθεί η ανάσταση των νεκρών, «άπασαν ενθάπτοντες δυσμενών απιστίαν»,  ώστε να θαφτεί όλη η απιστία των αρνουμένων αυτήν. Μόλις παραπάνω το συναξάρι μάς εξήγησε ότι την εποχή εκείνη (5ος μ.Χ. αι.) παρουσιάστηκε αίρεση, η οποία αμφισβητούσε την ανάσταση εκ των νεκρών, συνεπώς έπληττε την ίδια τη χριστιανική πίστη και τη ζωή της Εκκλησίας, η οποία έχει ως θεμέλιό της την Ανάσταση του Χριστού. Με την ανάσταση λοιπόν των επτά παίδων ο Κύριος θέλησε να δώσει απάντηση και να στηρίξει τους πιστούς, επιβεβαιώνοντας ότι η Ανάστασή Του ήταν γεγονός αδιαμφισβήτητο, χωρίς το οποίο βεβαίως, κατά τον απόστολο, «ματαία η πίστις ημών». Διότι ο Κύριος ήρθε για να φέρει τη ζωή στον άνθρωπο, που την είχε χάσει λόγω της πτώσεώς του στην αμαρτία. «Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσιν και περισσόν έχωσιν». Αμφισβήτηση της Ανάστασης του Χριστού και επομένως και των ανθρώπων σημαίνει διαγραφή όλης της αποκάλυψης του Χριστού και «ταφή» του ανθρώπου και πάλι στα στοιχεία του κόσμου τούτου, την αμαρτία, τον θάνατο, τον διάβολο.
Το μεγάλο αυτό θαύμα όμως διατρανώνει και κάτι ακόμη πολύ σημαντικό: ο Κύριος δεν αφήνει ποτέ «αμάρτυρον» τον Εαυτό Του, σε όλο το πέρασμα της ιστορίας. Δεν είναι μόνον η δική Του ιστορική παρουσία που σφράγισε με απόλυτο βεβαίως τρόπο την παγκόσμια ιστορία. Συνεχίζει να φέρνει αυτήν την παρουσία Του αδιάκοπα στο προσκήνιο, με την αγία Του Εκκλησία ασφαλώς, αλλά και με τους αγίους Του που αναδεικνύει μέσα σ’ αυτήν, και τα θαύματα που επιτελεί μέσω αυτών. Διότι δυστυχώς οι άνθρωποι, λόγω της μάστιγας της λήθης που μας πιάνει, παρασυρόμαστε από την καθημερινότητα και εμπλεκόμαστε στα πάθη του κόσμου τούτου. Ο Χριστός λοιπόν, όπως πολύ σωστά έχει ειπωθεί, «δεν μας αφήνει σε ησυχία». Κάτι κάνει κάθε φορά, σε κάθε ιστορική περίοδο, ώστε να μας τοποθετεί ενώπιόν Του. Αυτό συνέβη και  με τους αγίους επτά παίδες, αυτό συμβαίνει και θα συμβαίνει πάντοτε. Έτσι ερμηνεύει για παράδειγμα και ο μεγάλος Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ τη χαρισματική παρουσία του αγίου Σιλουανού του Άθω: ως σύγχρονη μαρτυρία της αιώνιας αγάπης του Θεού, έτσι μας παρηγορεί και ο Γέροντας Παΐσιος, λέγοντας ότι στους εσχάτους χρόνους ο Χριστός θα μας φανερωθεί με πολύ έντονο τρόπο, θα δώσει ισχυρά σημάδια της παρουσίας Του, για να μας ενισχύσει στον αγώνα μας κατά των υιών του σκότους. Αινούμε και ευλογούμε τον Κύριο για την αγάπη Του και τη στοργική πρόνοιά Του για όλους μας.

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011

"ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ" (3)


«Θελητήν του ελέους, ον εγέννησας, μήτερ αγνή, δυσώπησον…»
Παρακάλεσε, Αγνή Μητέρα, τον Χριστό που γέννησες και που είναι θελητής του ελέους…»
Απευθυνόμαστε και πάλι στην Παναγία να γίνει η μεσίτριά μας προς τον Υιό και Θεό της: να παρακαλέσει Εκείνον για χάρη μας – «και Σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν» - διότι εμείς, λόγω των πταισμάτων και των μολυσμάτων της ψυχής μας, δεν έχουμε παρρησία ενώπιόν Του, ώστε ο Χριστός προς χάρη πια Εκείνης να μας δώσει την ίαση της ψυχής και του σώματος. Ο ύμνος όμως χρησιμοποιεί μία φράση που νομίζουμε είναι από τις πιο ωραίες και κατανυκτικές των παρακλητικών κανόνων: ο Κύριος είναι ο «θελητής του ελέους». Δηλαδή όχι μόνον έχει έλεος: αγάπη και συμπάθεια και συγχωρητικότητα για όλους τους ανθρώπους και μάλιστα τους πιστούς σε Αυτόν, με την έννοια ότι οι πιστοί βλέπουν αυτό το έλεος και το αποδέχονται, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζεται στη ζωή τους, αλλά θ έ λ ε ι  και να το έχει. Θέλουμε να πούμε ότι το έλεος του Χριστού σε μας δεν είναι μία προσφορά και ένα άνοιγμα «αφ’ υψηλού», όπως ενός πλούσιου σε έναν φτωχό για παράδειγμα, που του δίνει πολλές φορές για να τον «ξεφορτωθεί» ή από οίκτο, αλλά είναι μία προσφορά, ένα δόσιμο που κατανοείται ως «ανάγκη» του Χριστού, δηλαδή είναι προσφορά χαράς, πού δεν μπορεί να μην υπάρχει.
Αιτία γι’  αυτό είναι το γεγονός ότι «ο Θεός αγάπη εστί», η αγάπη δηλαδή συνιστά, όπως λένε οι θεολόγοι, τον τρόπο ύπαρξής Του και δεν είναι απλώς ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά Του. Έτσι ο Θεός δεν μπορεί να μην αγαπά, η αγάπη είναι οφειλή στα πλάσματά Του, γεγονός που σημαίνει ότι είτε Τον θέλουμε είτε δεν Τον θέλουμε, η θετική στάση Του απέναντί μας είναι δεδομένη. Αν ο ίδιος ο Κύριος εντέλλεται να αγαπάμε και τους εχθρούς μας, αν ο απόστολος Παύλος μάς τονίζει ότι «μηδενί μηδέν οφείλετε ει μη το αγαπάν αλλήλους», δηλαδή οφείλουμε, χρωστάμε την αγάπη μας σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από τι είναι αυτός, πόσο περισσότερο ισχύει τούτο για Εκείνον, που είναι η πηγή της αγάπης; Μπροστά σ’  αυτόν τον Θεό μας η μόνη στάση βεβαίως είναι η δοξολογία μας και τα δάκρυά μας.  

ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΔΑΛΜΑΤΟΣ, ΙΣΑΚΙΟΣ ΚΑΙ ΦΑΥΣΤΟΣ


«Ο άγιος Δαλμάτος ήταν στρατιωτικός επί Θεοδοσίου του βασιλιά, ζώντας με ευσέβεια και θεάρεστα. Για την αγάπη του Θεού, εγκατέλειψε τη γυναίκα του και τα παιδιά του, και παίρνοντας μαζί του μόνον τον γιο του Φαύστο, έρχεται προς τον όσιο Ισάκιο, γίνεται μοναχός και φθάνει σε μεγάλο ύψος αρετών. Ο δε θαυμάσιος Ισάκιος από πολύ μικρός κατοίκησε στην έρημο, ασκώντας κάθε είδος αρετής, γι’  αυτό και ο λόγος του ήταν λαμπρότατος, που επιβεβαιωνόταν  από την ως κόσμημα ζωή  του. Αυτός, όταν εξεστράτευε ο αρειανόφρονας βασιλιάς Ουάλης κατά των Σκυθών, τον πλησίασε και του είπε: Άνοιξε, βασιλιά, τις εκκλησίες των ορθοδόξων και θα νικήσεις στον πόλεμο. Επειδή όμως δεν τον έπειθε, αλλ’  αντίθετα τον εξόργισε, ο βασιλιάς του είπε ότι θα τον κανονίσει μετά την επάνοδό του. Αν επιστρέψεις, είπε ο όσιος, σημαίνει ότι δεν είναι μαζί μου Κύριος ο Θεός. Διότι θα κάνεις τον πόλεμο και θα υποχωρήσεις μπροστά στους εχθρούς σου, και θα καείς ζωντανός μέσα στη φωτιά. Αυτό και έγινε, διότι κλείστηκε μέσα σε αχυρώνα ο βασιλιάς και κατακάηκε. Ο άγιος Ισάκιος, όταν επρόκειτο να φύγει από τον κόσμο αυτό, έκανε τον όσιο Δαλμάτο ηγούμενο, όταν πατριάρχευε στην Κωνσταντινούπολη ο Αττικός. Ο Δαλμάτος δε, αφού προηγουμένως διέπρεψε στην άσκηση και έμεινε χωρίς φαγητό επί σαράντα ημέρες και έπειτα για άλλες τόσες ευρισκόμενος σε έκσταση, «καθίσταται αιδέσιμος» από τον βασιλιά, τη Σύγκλητο και τους Πατέρες της Γ΄ εν Εφέσω Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίοι και τον ψήφισαν ισόβιο αρχιμανδρίτη, όπως και όλους τους μετά από αυτόν ηγουμένους της Μονής του. Κι αφού εκοιμήθη εν Κυρίω, ετάφη στο δικό του Μοναστήρι».

Κύριο γνώρισμα των οσίων αυτών, κατά τον εκκλησιαστικό υμνογράφο, ήταν η απάθεια, στην οποία έφτασαν και με την οποία φώτισαν τις καρδιές όλων των πιστών. «Και τη απαθεία διαλάμψαντες, πάντων τας καρδίας κατεφώτισαν», όπως σημειώνει ήδη το πρώτο τροπάριο των στιχηρών του εσπερινού τους. Λέγοντας όμως απάθεια δεν εννοεί η Εκκλησία μας μία φιλοσοφικού τύπου, σαν των Στωϊκών, ή μία άσκητική, Βουδιστικού τύπου, κατάσταση, κατά την οποία ο άνθρωπος φτάνει στο σημείο να απέχει από όλους και από όλα, ώστε να διατηρείται σε ένα είδος ψυχικής γαλήνης. Αυτό μπορεί να προβάλλεται ως υψηλού τύπου πνευματικότητα από ορισμένους, αλλά πόρρω απέχει από ό,τι η πνευματική ζωή της Εκκλησίας κατανοεί με τον όρο αυτό. Κατά την ορθόδοξη πίστη μας λοιπόν η απάθεια, την οποία έζησαν οι όσιοί μας, αλλά και όλοι οι άγιοι, είναι το ανώτερο σημείο στο οποίο φτάνει ο πιστός χριστιανός, το ενσυνείδητο μέλος του Χριστού - άρα με τη δύναμη και τη χάρη Εκείνου και όχι αυτοδύναμα – όπου έχει υποτάξει τα πάθη της σαρκός, δηλαδή τη φιληδονία, τη φιλαργυρία, τη φιλοδοξία, δια των ενθέων παθών, δηλαδή της εγκρατείας, της αγάπης, της ταπείνωσης. Με άλλα λόγια, η απάθεια είναι η χαρισματική κατάσταση, κατά την οποία ο πιστός ζει ως δική του τη ζωή του Χριστού, συνεπώς κατάσταση που συνιστά όχι μία αποχή και άρνηση, αλλά μία δυναμική, εν αγάπη πολλή, στροφή προς τον κόσμο, που τον κάνει να αναλαμβάνει τις οδύνες του κόσμου ως κάτι το προσωπικό:  ένα είδος μετοχής δηλαδή στον Σταυρό του Χριστού. Έτσι απάθεια είναι η εσωτερική, μυστική ζωή του αποστόλου Παύλου, που τον έκανε να ομολογεί: «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη εν εμοί Χριστός».
Το συναξάρι των οσίων όμως, πέραν των παραπάνω, προκαλεί τη σκέψη μας με την αναφορά του στον βίο ιδίως του οσίου Δαλμάτου: «Διά την αγάπην του Θεού, σημειώνει, κατέλιπε την γυναίκα και τα τέκνα αυτού», γενόμενος μοναχός στη Μονή του οσίου Ισακίου. Πώς μπορεί να γίνει αποδεκτή αυτή η φυγή από την οικογένεια; Θεωρείται σύμφωνη με το θέλημα του Θεού; Μία πρώτη απάντηση είναι ότι ο όσιος φεύγει «δια την αγάπην του Θεού». Συνεπώς, είναι δικαιολογημένος για την επιλογή του αυτή. Ο Κύριος δεν είπε ότι πρέπει να Τον αγαπάμε πάνω από όλα, δηλαδή και από γυναίκα και από τέκνα και από γονείς και από κτήματα; «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος». Από την άλλη όμως, ο γάμος και η οικογένεια μπορεί να θεωρηθούν εμπόδια για την αγάπη προς τον Χριστό; Ο ίδιος ο Χριστός δεν ευλόγησε αυτά, γι’ αυτό και η οικογένεια χαρακτηρίζεται ως «κατ’ οίκον Εκκλησία»; Κι αν πρέπει κανείς ν’  αφήσει την οικογένειά του χάριν της αγάπης του Θεού, πώς ο απόστολος Παύλος τονίζει, με αυστηρότητα μάλιστα, ότι «έκαστος εφ’ ω ετάχθη, εκεί μενέτω»; Δεν είναι ο γάμος και η οικογένεια δρόμος μέσα στην Εκκλησία, παράλληλος της άγαμης αφιερωμένης ζωής, που οδηγεί και αυτός στη βασιλεία του Θεού; Πόσους εγγάμους αγίους δεν έχουμε; Την απάντηση, ως προς τον όσιο Δαλμάτο, λοιπόν,  πρέπει να την αναζητήσουμε και με άλλα δεδομένα. Βεβαίως, κριτήριό του ήταν η αγάπη του Θεού, που τον κινούσε στις διάφορες επιλογές του, αλλά η απόφασή του να εγκαταλείψει την οικογένεια δεν πρέπει να κατανοηθεί ως εναντίωση προς αυτήν, αλλ’  ούτε ως υποβάθμισή της. Οπωσδήποτε πρέπει να είχε τη συγκατάθεση της συζύγου του, τη σύμφωνη γνώμη της, δεδομένου ότι και το παιδί τους Φαύστο παίρνει μαζί του, αφήνοντας τα άλλα, και επικροτεί την απόφασή του αυτή ο διορατικός και προορατικός γέρων όσιος Ισάκιος. Έτσι για τον όσιο Δαλμάτο η φυγή αυτή φαινόταν και ήταν σύμφωνη προς το θέλημα του Θεού, κάτι που επιβεβαιώθηκε αργότερα με την όλη εξέλιξη της ζωής του: αναδείχθηκε σε μεγάλο άγιο, τόσο που και την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο (431 μ.Χ.) στήριξε κι αυτός – και ο όσιος Δαλμάτος, αλλά και οι άλλοι μαζί του άγιοι, διακρίθηκαν και για την ιεραποστολική και αντιαιρετική δράση τους-  αλλά και η Σύνοδος, όπως είδαμε στο συναξάρι, τον τίμησε  και του έδωσε τον τίτλο του αρχιμανδρίτη.
Με βάση τα παραπάνω, λοιπόν, αφενός θα πρέπει να συνειδητοποιούμε και εμείς ότι η απάθεια των αγίων αποτελεί προοπτική και δική μας, γιατί ταυτίζεται τελικώς με τον αγώνα για απόκτηση της αγάπης, δηλαδή του ίδιου του Θεού – ο Θεός μας είναι ο κατεξοχήν απαθής ως η απόλυτη αγάπη – αφετέρου δεν θα πρέπει να σπεύδουμε να βγάζουμε επιφανειακά συμπεράσματα από τη ζωή των αγίων μας. Και τονίζουμε το δεύτερο, γιατί ακούγονται κάποιες φωνές από χριστιανούς, οι οποίες λένε ότι ίσως θα έπρεπε να εγκαταλείψουν και αυτοί την οικογένειά τους, για την αγάπη του Θεού, και να γίνουν μοναχοί. Κάτι τέτοιο νομίζουμε ότι θα διέστρεφε τη ζωή των αγίων, γιατί, όπως είπαμε, δεν θα ελάμβανε υπόψιν το ίδιο το θέλημα του Θεού, το οποίο είναι και το απόλυτα ρυθμιστικό στοιχείο στη ζωή ενός χριστιανού. Και για να το πούμε πολύ απλά: ένας έγγαμος θα μπορούσε να φύγει για να γίνει μοναχός, αν η δίψα του για τον Θεό ήταν τεράστια, τέτοια που όλος ο νους του να είναι αιχμαλωτισμένος από Εκείνον, αν συμφωνούσε γι’  αυτό η σύζυγος και τα παιδιά του, κι αν είχε βεβαίως έναν Γέροντα Πορφύριο ή ένα Γέροντα Παϊσιο, που να «έβλεπε» ότι πράγματι τα κίνητρά του ήταν υγιή, που σημαίνει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

Τρίτη 2 Αυγούστου 2011

"ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ" (2)


«Ἐξ μετρήτων ναγκν κα θλίψεων, κα ξ χθρν δυσμενν, κα συμφορν βίου, λυτρωθες Πανάχραντε, τ κραται δυνάμει σου, νυμν μεγαλύνω, τν μετρόν σου συμπάθειαν, κα τν ες μέ σου παράκλησιν».
Λυτρώθηκα, Πανάχραντε Θεοτόκε, με την ισχυρή σου δύναμη,  από αμέτρητες ανάγκες και θλίψεις κι από εχθρούς που με επιβουλεύονται, κι από συμφορές του βίου,  γι’  αυτό υμνολογώ και δοξολογώ την άπειρη συμπάθεια και αγάπη Σου και την παρηγοριά κι ενίσχυση που δίνεις σ’  εμένα.

Ο υμνογράφος,  βασιλιάς της αυτοκρατορίας της Νικαίας, Θεόδωρος Β΄ ο Λάσκαρις, ποιητής του Μεγάλου λεγομένου Παρακλητικού Κανόνος,  νιώθει την ανάγκη να απευθυνθεί δοξολογικά  προς την Υπεραγία Θεοτόκο: να υμνήσει και να δοξολογήσει την αγάπη της και την ενίσχυσή που του παρέσχε, διότι προφανώς στις δύσκολες περιστάσεις του βίου του – τις ανάγκες, τις θλίψεις, τις συμφορές – απευθύνθηκε προς Εκείνην και βρήκε την ανταπόκριση. Από την άποψη αυτή ο υμνογράφος όχι μόνον δείχνει την πίστη του προς την Παναγία, αλλά την ορθή πίστη του, η οποία κυρίως φανερώνεται, όταν ο άνθρωπος έχει πάρει αυτό που ζητά από τον Θεό και τους αγίους. Κινείται στο ίδιο μήκος κύματος, θα λέγαμε, με τον θεραπευμένο λεπρό από το θαύμα που επιτέλεσε ο Κύριος με τους δέκα λεπρούς, τον οποίο επαίνεσε Εκείνος, όταν υπήρξε ο μόνος που επέστρεψε, προκειμένου να αποδώσει αίνον τω Θεώ. «Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; Οι δε εννέα πού;» Ο Θεός χαίρεται να προσφέρει τη χάρη Του και να ευεργετεί τους ανθρώπους, πολλαπλασιάζει όμως τη χάρη Του αυτή, όταν βλέπει ότι και ο άνθρωπος ανταποκρίνεται και στέκεται ευγνώμονα απέναντί Του. Όχι γιατί ο Ίδιος έχει ανάγκη αυτήν την ευγνωμοσύνη, αλλά γιατί με τη στάση του αυτή ο άνθρωπος ολοκληρώνεται και πλησιάζει περισσότερο Εκείνον.
Είναι βεβαίως ευνόητο και γνωστό ότι απευθυνόμενος ο πιστός στην Παναγία, στην πραγματικότητα απευθύνεται προς τον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος παρέχει τη χάρη της μεσιτείας στους αγίους, και κυρίως στην Παναγία Μητέρα Του – «πολύ ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου» - όπως και ότι λαμβάνοντας «την κραταιάν δύναμιν» Εκείνης, την παντοδύναμη ενέργεια του Θεού δέχεται. Θα προσθέταμε, μάλιστα, ότι ο Κύριος αρέσκεται στο να «υποχωρεί» στους αγίους Του, κατεξοχήν, όπως είπαμε, στη Μητέρα Του, ώστε με την «πίεση» εκείνων να δίνει τη θεραπευτική ενέργειά Του και σ’ εμάς που είμαστε ανάξιοι. Το περιστατικό με την Παναγία την Παραμυθία της Μονής Βατοπαιδίου, εν προκειμένω, κατά το οποίο ο Χριστός έσωσε τους μοναχούς, έστω και αμελείς, από την επιδρομή των ληστών, επειδή Τον παρεκάλεσε η Παναγία Μητέρα Του, είναι κατεξοχήν ενδεικτικό.

Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ


«Μετά από πολλά χρόνια αφότου μαρτύρησε ο άγιος Στέφανος και είχαν δώσει τη ζωή τους πολλοί για χάρη του Χριστού, την ταραχή διαδέχτηκε γαλήνη κι έπνευσε άνεμος ελευθερίας, λόγω του πρώτου μεταξύ των βασιλέων και χριστιανικότατου Κωνσταντίνου. Τότε λοιπόν και ο πολύτιμος θησαυρός, το λείψανο δηλαδή του αγίου Στεφάνου, φανερώνεται: Κάποιος γέροντας ιερέας, σεβαστός πολύ για την αγία του ζωή, Λουκιανός στο όνομα, κατοικούσε στην κώμη, στην οποία και ο θησαυρός του λειψάνου του αγίου κρυβόταν κάτω από τη γη. Σ’  αυτόν όχι μία, αλλά και δύο και τρεις φορές φάνηκε ο Πρώταθλος, φανερώνοντας τον εαυτό του. Ο πρεσβύτερος έσπευσε τότε να αναγγείλει τις οπτασίες του αγίου στον επίσκοπο της περιοχής Ιωάννη. Αυτός δε με μεγάλη χαρά κι αφού πήρε μαζί του τους κληρικούς της πόλεως πήγε στον τόπο που του υπέδειξε ο πρεσβύτερος, έσκαψε και βρήκε τη σορό. Ξαφνικά τότε έγινε σεισμός μεγάλος και μία ευωδία έντονη χύθηκε παντού γύρω, ενώ φωνές αγγέλων που έρχονταν από ψηλά έψαλλαν το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Πολλές θεραπείες αρρώστων πραγματοποιήθηκαν παράλληλα, που κήρυτταν τη χάρη του Πρωτομάρτυρα. Αμέσως λοιπόν ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων, με δύο άλλους επισκόπους κι όλο τον κλήρο και τον λαό, προσκύνησαν με ευφροσύνη και χαρά το άγιο εκείνο σώμα, και με λαμπάδες και ύμνους και θυμιάματα και την αρμόζουσα τιμή, το κατέθεσαν στην πόλη της Σιών. Μετά από αυτά, σεβάσμιος ναός για τον άγιο, στην πόλη αυτή, οικοδομείται από κάποιο Αλέξανδρο συγκλητικό, ο οποίος, αφού παρεκάλεσε πολύ τον Αρχιερέα, τοποθέτησε το τίμιο λείψανο σ’ αυτόν, με κάθε σεβασμό. Δεν πέρασαν πέντε χρόνια και ο συγκλητικός εκοιμήθη, οπότε κατατέθηκε δίπλα στον άγιο, σε ίδια με αυτόν λειψανοθήκη, όπως ο ίδιος την είχε παραγγείλει. Επειδή όμως πολλοί πίεζαν τη γυναίκα του, που ήταν πλούσια και όμορφη, να ξαναπαντρευτεί, εκείνη σκέφτηκε να πάρει τη λειψανοθήκη του άντρα της και να πάει στον πατέρα της, στην Κωνσταντινούπολη. Από κάποιο σχέδιο όμως της θείας πρόνοιας, έγινε λάθος στη λειψανοθήκη, πήρε δηλαδή του αγίου Στεφάνου, η οποία φερόταν πάνω σε όνο και έτσι γινόταν η πορεία. Όλη τη νύκτα όμως αγγελικός ύμνος και δοξολογίες ακούονταν, όπως και μεγάλη ευωδία, σαν να έχει χυθεί μύρο πολύ, γέμιζε τα πάντα, ενώ τα πονηρά πνεύματα βογγούσαν, κραυγάζοντας «αλλοίμονό μας, γιατί ο Στέφανος βρίσκεται ανάμεσά μας, μαστιγώνοντάς μας». Καθώς έφτασαν στην Ασκάλωνα, παραλιακή πόλη, μίσθωσαν πλοίο και ξεκίνησαν, ενώ κατά την οδοιπορία έγιναν πολλά θαύματα και σημεία, που δεν μπορούμε να τα εξιστορήσουμε εδώ. Όταν έφτασαν στη Βασιλίδα των πόλεων και άκουσε ο βασιλιάς αυτό που είχε συμβεί, κι ό,τι είχε πάθει η γυναίκα, αμέσως την κάλεσε κι άκουσε από το στόμα της όλη την ιστορία. Γέμισε από μεγάλη χαρά και αγαλλίαση λοιπόν ο καλλίνικος και φιλευσεβής βασιλιάς, κι έδωσε εντολή στον αρχιερέα με όλο τον κλήρο και τον λαό να υποδεχτεί τον άγιο και να τον οδηγήσουν με μεγάλη τιμή και ευλάβεια στα βασίλεια. Τότε λοιπόν έγιναν και άλλα μεγάλα και τεράστια, από τα οποία μόνον ένα θα καταγράψουμε. Τραβούσαν οι ημίονοι το άρμα, στο οποίο υπήρχε ο θησαυρός, μέχρις ότου έφτασαν σε τόπο που ονομαζόταν Κωνσταντιανάς, κι εκεί οι ημίονοι σταμάτησαν. Την ώρα εκείνη ένας ημίονος είπε με ανθρώπινη φωνή: Για ποιο λόγο μας χτυπάτε να προχωρήσουμε; Εδώ πρέπει να κατατεθεί ο άγιος. Ο αρχιερέας και όλοι οι παριστάμενοι άκουσαν τις φωνές και δοξολόγησαν τον Θεό με μεγάλη φωνή. Θαύμασε πολύ και ο βασιλιάς όταν το άκουσε και αμέσως ανήγειρε σεβάσμιο ναό σ’  εκείνον τον τόπο προς τιμήν του Πρωτάθλου, εις δόξαν και αίνον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και του Αγίου αυτού».

Δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοθαυμάσει σήμερα: την ίδια την αγιασμένη ζωή του αγίου Στεφάνου, το θαυμαστό μαρτύριό του ή τα θαυμάσια που σχετίζονται με την ανακομιδή των λειψάνων του και τη συνεχιζόμενη παροχή της χάρης που προχέει  σε όλους τους αιώνες; Κεντρικός άξονας που εξηγεί βεβαίως τα πάντα σ’ αυτόν, είναι η βαθειά αγάπη του προς τον Κύριο  Ιησού Χριστό, το κύριο στοιχείο της αγιότητας όλων των αγίων. Η αγάπη αυτή, ως κινητήρια δύναμη, εξηγεί κ α ι  το γεγονός ότι επιλέχτηκε ανάμεσα σε πολλούς να είναι ο πρώτος των διακόνων της πρώτης Εκκλησίας, «πλήρης πνεύματος αγίου και σοφίας»,  ώστε να διακονεί στα τραπέζια, στην παράθεση δηλαδή του φαγητού, λόγω κάποιων προβλημάτων που τότε είχαν αναφανεί, κ α ι  το γεγονός ότι επίσης «πλήρης πίστεως και δυνάμεως  εποίει τέρατα και σημεία μεγάλα εν τω λαώ», κηρύσσοντας παράλληλα τον λόγο του Θεού και φέρνοντας σε σύγχυση τους Ιουδαίους, γιατί δεν μπορούσαν ν’  αντιμετωπίσουν αυτήν τη σοφία και το Άγιο Πνεύμα που τον φώτιζε στα λόγια του, αλλά κ α ι  το γεγονός ότι καλούμενος σε απολογία για χάρη της πίστεώς του, λαμβάνει τη χάρη της θεοπτίας, δηλαδή μέσα στον φωτισμό του αγίου Πνεύματος να βλέπει τη δόξα του Θεού και τον Ιησού να στέκεται στα δεξιά του Θεού.
Εκεί όμως που αποκορυφώνεται η αγάπη του στον Χριστό και φανερώνεται η πλούσια χάρη που τον διακατείχε, είναι η ώρα του μαρτυρίου του. Σ’  αυτές τις στιγμές, που ο χρόνος παύει να υφίσταται, γιατί πλημμυρίζει από την αιωνιότητα του Θεού, την ίδια ώρα που οι πέτρες στον δια λιθοβολισμού θάνατο που αποφασίστηκε γι’  αυτόν, έπεφταν βροχή, εκείνος γεμάτος αγάπη προς τους μαινόμενους Ιουδαίους που τον σκότωναν, προσεύχεται για τη συγχώρησή τους: «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην»! Κύριε, μη τους καταλογίσεις αυτήν την αμαρτία. Ποια μεγαλύτερη αποκορύφωση αγάπης μπορεί να υπάρχει, όταν ζει ο Στέφανος, με τη χάρη του Θεού, την ίδια αγάπη μ’  εκείνην του Δημιουργού του πάνω στον Σταυρό; Όπως ο Κύριος συγχωρούσε τους σταυρωτές Του – «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» - έτσι και ο άγιος Στέφανος: συγχωρεί τους λιθοβολιστές του, δείχνοντας ότι έχει φτάσει στο ανώτερο για άνθρωπο δυνατό σημείο: να είναι γνήσιο μέλος του Χριστού, προεκτείνοντας στον κόσμο την αγάπη Εκείνου.
Η ανεξικακία και η συγχωρητικότητα αυτή είναι το όριο στο οποίο προσβλέπει και κάθε Χριστιανός. Δεν μπορεί να λέγεται κανείς Χριστιανός, όταν σπεύδει να δικαιολογήσει την όποια κακία και πικρία του απέναντι σε οποιονδήποτε συνάνθρωπό του, επειδή εκείνος κάτι του έκανε ή του είπε. Με τον άγιο Στέφανο, δηλαδή στην πραγματικότητα με τον Ιησού Χριστό και πάλι, καταλαβαίνουμε ότι η ενδεχομένως κακή συμπεριφορά του άλλου απέναντί μας, τα υβριστικά πιθανόν λόγια του, η αδικία που μας κάνει, δεν θεωρούνται «δικαιολογητικά» παρόμοιας και σε μας συμπεριφοράς. Αυτό το επιλέγουν και το κάνουν οι εκτός της πίστεως ευρισκόμενοι. Για τους χριστιανούς, η εχθρική στάση των άλλων (πρέπει να) θεωρείται ευεργεσία που μας ανάγει στον ουρανό, με την έννοια ότι μας δίνει την ευκαιρία να τους συγχωρήσουμε και να αγιάσουμε. Είναι έξοχη η εικόνα του «ζωγράφου» υμνογράφου, όταν μεταξύ των άλλων μας εξηγεί το τι ήταν οι πέτρες του λιθοβολισμού για τον Στέφανο: «ως βαθμίδες και κλίμακες, προς ουράνιον άνοδον, αι των λίθων νιφάδες σοι γεγόνασιν. Ων επιβαίνων τεθέασαι, εστώτα τον Κύριον, του Πατρός εκ δεξιών, σοι ομώνυμον στέφανον, προτεινόμενον, δεξιά ζωηφόρω». Σκαλοπάτια και σκάλες για την άνοδο στον ουρανό έγιναν για σένα οι νιφάδες των λίθων. Αυτές τις νιφάδες ανεβαίνοντας είδες τον Κύριο να στέκεται εκ δεξιών του Πατέρα, και να σου προτείνει με το γεμάτο ζωή δεξί χέρι Του το ίδιο με το όνομά σου στεφάνι. «Ταις του αγίου πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς».

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

"ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ"


Ο μήνας Αύγουστος είναι ο μήνας της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Παναγίας μας. Αν καθ’  όλο το έτος έχουμε συχνές και πυκνές αναφορές για τη Μητέρα του Κυρίου, εκεί που αποκορυφώνεται η δοξολογική, τιμητική και ικετευτική αναφορά μας σ’  Εκείνη, είναι κατά τον μήνα αυτό, λόγω της εορτής της Κοιμήσεώς της και της με αυτήν κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας συνδεδεμένης  μεταστάσεώς της. Αιτία γι’ αυτό είναι ότι η Κοίμηση και η μετάσταση της Θεοτόκου επιστεγάζουν την όλη αγιασμένη επί γης πορεία της, που σημαίνει ότι το κάθε γεγονός της ζωής της Παναγίας θεωρείται ως αναβαθμός, που οδηγεί στην αγκαλιά του Τριαδικού Θεού. Με άλλα λόγια, με την Κοίμηση της Θεοτόκου κατανοούμε οι πιστοί ότι τίποτε δεν υπήρξε τυχαίο στη ζωή της – άλλωστε, υπάρχει τίποτε τυχαίο; - αλλά όλα συμπλέκονταν από τη Θεία Χάρη, η οποία συνεργαζόταν με την ελεύθερη βούλησή της, ώστε να φθάσει να γίνει η Παναγία αυτό που δηλώνει η προσωνυμία της: Παν-αγία. Υπεράνω δηλαδή οποιουδήποτε αγίου, είτε ανθρώπου είτε αγγέλου. «Θεός μετά Θεόν» κατά μία μάλιστα πατερική έκφραση. Γι’  αυτό και ψάλλει αδιάκοπα η Εκκλησία μας: «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Από αυτό καταλαβαίνουμε και γιατί η νηστεία για την Παναγία, γιατί οι καθημερινές ικεσίες μας με τους παρακλητικούς κανόνες, γιατί οι γονυκλισίες.
Ιδιαιτέρως θα σταθούμε στους παρακλητικούς κανόνες, μεγάλο και μικρό, που αποτελούν μακάριο εντρύφημα κάθε πιστού, παρηγοριά κι ελπίδα του σ’  όλες τις περιστάσεις της ζωής του, μάλιστα τότε που αντιμετωπίζει διαφόρων ειδών πειρασμούς. Και τούτο γιατί οι βασικές προϋποθέσεις στις οποίες στηρίζονται και οι δύο κανόνες, είναι αφενός το γεγονός ότι ως άνθρωποι χειμαζόμαστε ευρισκόμενοι μέσα σ’  αυτόν τον ταλαίπωρο κόσμο με τους πολυποίκιλους πειρασμούς και τις παγίδες του, αφετέρου υπάρχει η ελπίδα και η παρηγοριά, η καταφυγή και η δύναμη, που είναι η παρουσία της Παναγίας στη ζωή μας.
Και ως προς την πρώτη προϋπόθεση:  Δεν υπάρχει, πιστεύουμε, άνθρωπος επί γης, που να μη δοκιμάζει πειρασμούς, εξωτερικούς και εσωτερικούς. Είναι τέτοια η ανθρώπινη φύση και τέτοια η κοινωνία και ο κόσμος μας, που τούτο θεωρείται αδύνατο. «Πειραστήριον» χαρακτηρίζει ο λόγος του Θεού τη ζωή του ανθρώπου, «κοιλάδα πένθους και δακρύων». Αλλά και σύνολη η εμπειρία του ανθρώπου, όπου γης, ανεξάρτητα από θρησκεία και ιδεολογία, επιβεβαιώνει το γεγονός. Γιατί άραγε; Πλαστήκαμε για να πάσχουμε; Βεβαίως όχι. Ο Θεός, κατά την πίστη μας, μας δημιούργησε έτσι, ώστε να είμαστε μέτοχοι της ζωής Του, δηλαδή να ζούμε ευτυχισμένοι, με την προοπτική μάλιστα της απόλυτης, μέσα στα κτιστά όρια, ευτυχίας, εφόσον τέλος μάς έταξε την ομοίωσή μας με Αυτόν. Η κακή χρήση όμως της ελευθερίας μας μάς οδήγησε στην απομάκρυνση από Εκείνον, την πηγή της χαράς και της μακαριότητας, κι έτσι κλήρος μας έγινε αυτό που επιλέξαμε: η φθορά και ο θάνατος, με τα συνοδεύοντα αυτά στοιχεία, της θλίψης και των δακρύων των πειρασμών. Λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος κάπου: «Όπου δεν υπάρχει πληγή, δεν χρειάζεται νυστέρι. Στον Αδάμ πριν από την παράβαση δεν υπήρχαν δάκρυα, όπως ακριβώς και στους δικαίους, μετά την ανάσταση των νεκρών, εφόσον θα έχει καταργηθεί η αμαρτία και θα έχει εξαφανιστεί η οδύνη, η λύπη και ο στεναγμός». Όλοι λοιπόν πάσχουμε εξωτερικά και εσωτερικά. Εξωτερικά: με τις διάφορες αρρώστιες, τους πόνους, τις δοκιμασίες της ζωής, εσωτερικά: με τα διάφορα πάθη και τις αδυναμίες μας.
Ποιοι πειρασμοί θεωρούνται βαρύτεροι; Συνήθως ο πολύς κόσμος θεωρεί ότι οι εξωτερικοί πειρασμοί είναι οι χειρότεροι, αυτοί που μόνον μπορούν να δημιουργήσουν ουσιαστικά προβλήματα. Πολλές φορές μάλιστα δεν δίνει σημασία καν στους εσωτερικούς. «Την υγεία μας να ‘χουμε και τίποτε άλλο» ακούμε καθημερινά γύρω μας και σε όλους τους τόνους. Ενώ η καθημερινή ζωή αποκαλύπτει ότι οι γονείς ρίχνουν όλο το βάρος τους για τη διασφάλιση των εξωτερικών συνθηκών των παιδιών τους και της σωματικής υγείας τους, μηδαμινά δε, αν μη τι και καθόλου, δεν φροντίζουν για την εσωτερική ακεραιότητά τους.
Κι όμως! Οι εσωτερικοί πειρασμοί, που πηγάζουν πρωτίστως από τα πάθη και τις αδυναμίες μας, έχουν την άμεση προτεραιότητα, γιατί αυτοί διακυβεύουν την πίστη και την αγάπη μας στον Θεό και τον συνάνθρωπο, που σημαίνει ότι από την καλή ή κακή αντιμετώπισή τους εξαρτάται το αιώνιο μέλλον μας. Ενώ οι άλλοι, οι εξωτερικοί πειρασμοί, θα έπρεπε να έρχονται σε δεύτερη μοίρα ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι αυτοί πολλές φορές θεωρούνται ευλογία Θεού. Πώς; Θεωρούμενοι ως αφορμή και πρόκληση προς απόκτηση μεγαλύτερης υπομονής και πίστεως, άρα προς μείζονα αγιασμό μας. «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου» γράφει ο αδελφόθεος Ιάκωβος, «όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις, ειδότες ότι το δοκίμιον υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν. Η δε υπομονή έργον τέλειον εχέτω, ίνα ήτε τέλειοι και ολόκληροι, εν μηδενί λειπόμενοι» (1, 2-4).
Παρ’ όλα αυτά όμως! Η Εκκλησία μας συγκαταβαίνει στις αδυναμίες μας και στους διαφόρους πειρασμούς μας και μας προτρέπει να προστρέχουμε στην Υπεραγία Θεοτόκο, ιδίως μέσα από τις παρακλήσεις, ώστε να λαβαίνουμε την ίαση για όλα τα παθήματά μας, εξωτερικά και εσωτερικά. Κι ακριβώς αυτή η προτροπή της Εκκλησίας στηρίζεται στη δεύτερη προϋπόθεση των παρακλητικών κανόνων που είδαμε: την πίστη ότι η Παναγία βρίσκεται κοντά μας, δίπλα μας, έτοιμη να εισακούσει κάθε αίτημα που είναι για το συμφέρον μας, διότι έχει τη δύναμη να μας παράσχει τη χάρη που της ζητάμε. «Πολύ ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου». Αυτό συμβαίνει διότι η Παναγία είναι η μητέρα του Κυρίου μας, αυτή δηλαδή από την οποία προσέλαβε, με τη θέλησή της, την ανθρώπινη φύση ο Θεός μας, συνεπώς έκτοτε δεν μπορεί να γίνει αναφορά στον Χριστό χωρίς να γίνει αναφορά και στην Παναγία Μητέρα Του. Με άλλα λόγια, όπου Χριστός, εκεί και Παναγία, κι όπου Παναγία, εκεί και Χριστός. Προσφυγή άρα στην Παναγία σημαίνει ισχυρή προσφυγή και προς τον Χριστό, γι’  αυτό και άπειρα τα θαύματα από τις παρακλήσεις στη Θεοτόκο, τόσο τα μεγάλα και τρανταχτά, όσο και τα μικρά και καθημερινά, που τα γνωρίζει μόνον η πιστή ψυχή του απλού ανθρώπου.
Κατανοούμε έτσι γιατί οι διάφοροι αιρετικοί, και στο παρελθόν και στο παρόν, υποτιμούν την Παναγία. Μη έχοντας ορθή γνώση του Χριστού, λόγω ελλείψεως της χάρης του Θεού μέσα τους, κατ’  ανάγκην διαστρεβλώνουν και τη θέση της Μητέρας Του. Δηλαδή, κριτήριο ορθοδοξίας θεωρείται μεταξύ των άλλων και η στάση μας έναντι της Παναγίας. Ας ρωτήσουμε οποιοδήποτε αιρετικό, ιδίως τους Προτεστάντες και τους παναιρετικούς Γιεχωβάδες,  τι φρονούν για την Παναγία. Η απάντησή τους θα μας γεμίσει μαύρη απελπισία. «Αισχρόν εστι και λέγειν». Κι όπως χρειάζεται Πνεύμα Θεού για να δει κανείς ορθά τον Χριστό – «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Α΄Κορ. 12, 3) – κατά τον ίδιο τρόπο απαιτείται Πνεύμα Θεού για να δει κανείς ορθά και την Παναγία. Είναι τόσο φανερή η αλήθεια αυτή, όταν  διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο τα σχετικά με την επίσκεψη της Μαριάμ, μητέρας του Κυρίου, στην εξαδέλφη της Ελισάβετ μετά τον Ευαγγελισμό. «Επλήσθη», γράφει ο ευαγγελιστής, «Πνεύματος Αγίου η Ελισάβετ και ανεφώνησε φωνή μεγάλη και είπε: Ευλογημένη συ εν γυναιξί…» (Λουκ. 1, 41-42).
Η Παναγία μας λοιπόν έχει τη δύναμη να μας βοηθήσει σε όλα μας τα προβλήματα, λόγω της σχέσεώς της με τον Κύριο και Υιό της. Δεν έχουμε παρά να προστρέχουμε συνεχώς σ’  Αυτήν – και όχι μόνον με τις παρακλήσεις – με την πεποίθηση ότι η βοήθειά της αποτελεί και χαρά, αλλά και ανάγκη της. Χαρά, γιατί είναι γεμάτη αγάπη για τα παιδιά της – κι είμαστε ως μέλη Χριστού βαπτισμένα, παιδιά κι εμείς της Παναγίας – ανάγκη της δε, γιατί ως εξαίρετο μέλος και Αυτή του ίδιου μυστικού σώματος του Χριστού, νιώθει προσωπικά ως δικά της όλα τα προβλήματα και τις αγωνίες των άλλων μελών του σώματος.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΕΣ ΜΑΚΚΑΒΑΙΟΙ, Η ΑΓΙΑ ΑΥΤΩΝ ΜΗΤΗΡ ΣΟΛΟΜΟΝΗ ΚΑΙ Ο ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΑΥΤΩΝ ΕΛΕΑΖΑΡΟΣ


«Αυτοί, όταν ο Αντίοχος, ο υιός του Σελεύκου, υπέταξε και αιχμαλώτισε το έθνος των Εβραίων και τους ανάγκαζε να αρνηθούν την παράδοσή τους και να τρώνε απαγορευμένες από τη θρησκεία τους τροφές, απείθησαν στον τύραννο, κρατώντας τους πατρογονικούς νόμους τους, και ο πρεσβύτης Ελεάζαρ, που ήταν διδάσκαλος και εξηγητής του Μωσαϊκού νόμου, και οι επτά παίδες, οι οποίοι μαθήτευαν σε αυτόν. Και ο μεν πρεσβύτης, αφού με δεμένα τα χέρια τον βασάνισαν με πολλούς τρόπους και τον έριξαν στη φωτιά, στο τέλος, μετά από προσευχή που έκανε, ώστε το αίμα του και ο θάνατός του να θεωρηθούν από τον Θεό αντίλυτρο για το έθνος του, εξέπνευσε. Οι δε γενναιότατοι παίδες, αφού κι αυτοί πέρασαν πολλά βασανιστήρια, με τροχούς, με καταπέλτες, με φωτιά, χωρίς να αρνηθούν την πίστη τους ούτε να προδώσουν τον νομοθέτη Θεό για την πρόσκαιρη ζωή, έλαβαν ως αυτοκράτορες των παθών τους, τα στεφάνια της υπομονής. Μαζί τους και η μητέρα τους Σολομονή, όταν ειδε το τέλος των παιδιών της, χωρίς να περιμένει ανθρώπινο χέρι να τη σύρει, ρίχτηκε στην αναμμένη πυρκαϊά, κι έτσι παρέθεσε το πνεύμα της στον Θεό».

Δεν πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι οι άγιοι που εορτάζουμε σήμερα ανήκουν στο χώρο της Παλαιάς Διαθήκης. Εντάσσονται  σ’  αυτούς που χαρακτηρίζονται δίκαιοι και που θεωρούνται ότι αναστήθηκαν μαζί με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, κατά την ένδοξη Εκείνου Ανάσταση, οπότε απολαμβάνουν κι αυτοί «συν πάσι τοις αγίοις» τον παράδεισο, ευρισκόμενοι μέσα στους κόλπους του προπάτορά τους Αβραάμ. Η ίδια η ακολουθία τους μάλιστα, με το δεδομένο ότι έδωσαν τη ζωή τους για να μείνουν σταθεροί στον Νόμο του Θεού - λόγω του Αντιόχου, που θέλησε, όπως σημειώνει και παραπάνω το συναξάρι, να μεταστρέψει δια της βίας τους υποταγμένους σ’  αυτόν Ιουδαίους -  τους τοποθετεί στην ίδια χορεία με τους μάρτυρες του Χριστού και μάλιστα δοξολογουμένους μαζί τους με χαρμόσυνο τρόπο από όλη την Χριστού Εκκλησία: «συνεορτάσατε τοις μάρτυσι Χριστού, ως προ εκείνων αθλήσαντες υπέρ νόμου και μετ’  εκείνων ευφημούμενοι εννόμως, πάση τη Χριστού Εκκλησία φαιδρώς».
Η επιλογή του Νόμου του Θεού ως προτεραιότητας της ζωής τους αποκαλύπτει το μέγεθος της αγιότητάς τους. Διότι άγιος είναι εκείνος ο οποίος, ως γνωστόν, θέτει υπεράνω όλων το θέλημα του Θεού, άρα φανερώνει την αγάπη την οποία τρέφει προς Εκείνον. Η εντολή του Θεού άλλωστε είναι σαφής και ισχύει και για την Παλαιά και για την Καινή Διαθήκη: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της διανοίας σου, εξ όλης της ισχύος σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Οι άγιοι λοιπόν σήμερα έδειξαν ότι πράγματι αγαπούν με απόλυτο τρόπο τον Θεό, έχοντας μεταθέσει όλο το νου τους σ’  Εκείνον και αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι αληθινή πατρίδα τους είναι η άνω Ιερουσαλήμ, η άφθαρτη και ανώλεθρη, κάτι που αποτελούσε τη μαρτυρία τους και προς τον ίδιο τον Αντίοχο, κατά το δοξαστικό μάλιστα των στιχηρών του εσπερινού: «Ημίν, ω Αντίοχε, εις Βασιλεύς, ο Θεός, παρ’ ου γεγόναμεν, και προς ον επισρέφομεν. Κόσμος μένει άλλος ημίν, του ορωμένου υψηλότερος και μονιμώτερος. Πατρίς δε ημών Ιερουσαλήμ, η κραταιά και ανώλεθρος, πανήγυρις δε, η μετά Αγγέλων διαγωγή».
Μία τέτοια μετάθεση του κέντρου βάρους της ύπαρξής τους στον ίδιο τον Θεό, η οποία  τους έδινε και τη δύναμη να υπερβαίνουν τις οδύνες και των μαρτυρίων τους, ήταν βεβαίως χαρισματική κατάσταση, αλλά απαιτούσε και την ανθρώπινη συνέργεια. Εννοούμε ότι συνήργησε για τον αγιασμό και το μαρτύριό τους και ο ανθρώπινος παράγοντας, εκδηλούμενος με το αλειπτικό  στοιχείο. Αλείπτες, ως γνωστόν, είναι εκείνοι που προετοιμάζουν και ενισχύουν κάποιον για το μαρτύριο, παίζοντας κατά κάποιο τρόπο το ρόλο του προπονητή τους. Τέτοιους αλείπτες λοιπόν στους αγίους σήμερα έχουμε τριών ειδών: πρώτα, την ίδια τη μάνα των επτά παίδων: από μικρούς τους ανέτρεφε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», και την ώρα του μαρτυρίου τους τους ενίσχυε και με τα λόγια της και με την παρουσία της. Έπειτα, τον ιερέα διδάσκαλό τους άγιο Ελεάζαρο: διαρκώς τους νουθετούσε να παραμένουν σταθεροί στον Νόμο του Θεού, έστω και με θυσία της ζωής τους, κάτι που το δίδαξε και με το άγιο παράδειγμά του. Τέλος δε, και το σημαντικότερο ίσως, αλείπτες για τους Μακκαβαίους παίδες υπήρξαν οι ίδιοι, καθ’  όλη τη διάρκεια της ζωής και του μαρτυρίου τους: ο καθένας παρότρυνε τον άλλον να παραμείνει σταθερός και να μη λυγίσει την ώρα την κρίσιμη. Θα έλεγε κανείς ότι το στοιχείο αυτό κυριαρχεί κυριολεκτικά στα τροπάρια του κανόνα της εορτής: «Αλλήλους οτρύνοντες, ούτως εβόων: Νομίμως αθλήσωμεν και προθύμως θάνωμεν υπέρ πατρώων εθών». «Μη τις υστερείτω σήμερον του καλού αγώνος, μη τις θηρευθήτω, υπό του μανιώδους. Σοφός εστιν ο δράκων, αλλήλους παρώτρυναν της Σολομονής οι υιοί, μη τις υμών γένηται βρώμα αυτού». Ταις αυτών πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.