Η Αγάπη του Κυρίου, μέσα στην απερινόητη Πρόνοια και
Αγαθότητά Του, θέλησε προ καιρού να με «επισκεφτεί» ιδιαιτέρως, οπότε και
βρέθηκα σ’ ένα από τα Νοσοκομεία της Αττικής. Και η επίσκεψή Του αυτή ήταν
διπλής όψεως: μέσα από το δικό μου πρόβλημα ασθενείας, «λόγω των πολλών μου
αμαρτιών», όπως ψάλλουμε στην Εκκλησία μας, αλλά και μέσα από τη συνάντησή μου
με άλλους αναγκεμένους συνανθρώπους μας, οι οποίοι έγιναν η αφορμή για να δω με
μεγάλη ενάργεια την Πρόνοια του Θεού στις περιπτώσεις τους.
Η πρώτη περίπτωση ήταν σε σχέση με τον κύριο – ας τον
πούμε έτσι – Κώστα. Βρισκόταν εκεί, κι ετοιμαζόταν να φύγει, προκειμένου να
κάνει την προβλεπόμενη γι’ αυτόν χημειοθεραπεία. Είχε κομμένο το ένα πόδι του,
μέχρι πάνω από το γόνατο, περπατούσε με πατερίτσες, αλλά η διάθεσή του και η
όλη ενέργειά του ήταν πολύ καλές. Φαινόταν όχι μόνο να έχει αποδεχτεί το
πρόβλημά του, αλλά να το έχει ήδη ξεπεράσει, κάτι που φαινόταν από τις τηλεφωνικές
συνδιαλέξεις του, πολύ ζωντανές πράγματι, και από τον προγραμματισμό της περαιτέρω
ζωής του. Εξηντάρης περίπου ο κύριος Κώστας «οραματιζόταν» με μεγάλη αισιοδοξία
το «καινούργιο» πόδι που θα έβαζε, γιατί ο γιος του, στην Αμερική ευρισκόμενος,
ήδη το είχε παραγγείλει, «πινελιά» καθώς του έλεγε της πιο προηγμένης
τεχνολογίας στα θέματα αυτά.
Από κοντά κι η σύζυγός του – ας την πούμε Ελένη – η οποία
κι εκείνη λειτουργούσε με τον ίδιο αισιόδοξο τρόπο, με αναφορά όμως ξεχωριστή
στην πίστη της στον Χριστό και την Παναγία. «Εγώ, πάτερ, δεν είμαι τόσο της Εκκλησίας,
η γυναίκα μου όμως είναι πάρα πολύ. Κι ίσως να μπορέσετε να μας διευκρινίσετε
κάτι που για εμένα και τη γυναίκα μου είναι ένα θαύμα!»
«Θαύμα;» ρώτησα.
«Ναι, γιατί δεν ξέρω πώς αλλιώς να χαρακτηρίσω αυτό που
μου συνέβη με το πόδι μου».
«Τι συνέβη;» ρώτησα με μεγάλο ενδιαφέρον.
«Εγώ, πάτερ, μέχρι πριν δέκα χρόνια ασχολιόμουνα με τον
αθλητισμό, και μάλιστα με κάποιους φίλους μου κατά καιρούς, σχεδόν δηλαδή κάθε
εβδομάδα, πηγαίναμε για να ξεδώσουμε και να χαλαρώσουμε σε γήπεδα 5Χ5 που λένε,
και παίζαμε μπάλα. Λοιπόν, για να μην τα πολυλογώ, από κάποιο χρονικό σημείο
και έπειτα άρχισε λίγο να με πονάει το πόδι μου, αυτό το κομμένο που βλέπετε.
Δεν έδινα σημασία, γιατί έλεγα ότι μέσα στο παιχνίδι κάποιος θα με είχε
κλωτσήσει. Ο πόνος συνεχιζόταν, αλλά κι εγώ συνέχιζα να το αντιμετωπίζω
αδιάφορα. Μέχρις ότου, κάποια φορά περπατώντας στον δρόμο ήρθε ένα μηχανάκι κι
έπεσε, από αδεξιότητα του οδηγού, πάνω μου. Με πέταξε αρκετά μέτρα μακριά, αλλά
διαπίστωσα ότι σηκώθηκα σχεδόν αμέσως, χωρίς να έχω ούτε μία γρατσουνιά. Μαζεύτηκε
κάποιος κόσμος, γιατί είδαν αρκετοί το τι συνέβη, οπότε κλήθηκε και η τροχαία,
πήγαμε δε και σε νοσοκομείο προς επιβεβαίωση ότι είμαι πράγματι καλά, και από
πλευράς εσωτερικής. Κι εκεί άρχισε η συνειδητοποίηση του… θαύματος!»
Η προσοχή μου ήταν τεταμένη κι έδειχνα στον κ. Κώστα ότι
περιμένω τη συνέχεια με μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν είπα τίποτε.
«Λοιπόν, εκεί στο Νοσοκομείο διαπιστώθηκε ότι ο πόνος στο
πόδι δεν είχε αιτία κάποια «κλωτσιά», όπως νόμιζα, αλλά έναν καρκίνο, ο οποίος
είχε «φάει» σχεδόν όλο το εσωτερικό του ποδιού, με κίνδυνο πια για την ίδια μου
τη ζωή. Το πόδι ήταν σχεδόν σάπιο. Κι έγινε το «ατύχημα» να φανερωθεί με τον πιο
καθαρό τρόπο το τι συνέβαινε». Σταμάτησε ο κ. Κώστας. «Πώς το βλέπετε;» ρώτησε.
«Δεν είναι θαύμα;»
«Κύριε Κώστα» είπα συγκλονισμένος, «μολονότι για την
πίστη της Εκκλησίας όλα στη ζωή μας είναι ένα θαύμα, γιατί ο Θεός μάς φροντίζει
μέχρι λεπτομέρειας - και οι τρίχες της κεφαλής
μας είναι αριθμημένες, κατά τον Ιησού Χριστό –, όμως στην περίπτωσή σας νομίζω
ότι βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα «καραμπινάτο»
θαύμα που λέμε. Κι έχω την εντύπωση πως ο Χριστός πρέπει να σας αγαπάει
ιδιαίτερα, όπως όλους μας άλλωστε, για να χρησιμοποιήσει αυτό το μέσον, να σας κτυπήσει
μηχανάκι, για να σας οδηγήσει στο Νοσοκομείο και την αντιμετώπιση του
προβλήματος».
«Και βλέπετε, πάτερ», συμπλήρωσε ο κ. Κώστας, «τα
πράγματα δεν ήταν απλά. Χρειάστηκε επέμβαση μεγάλη, να μου κόψουνε όλο σχεδόν
το πόδι, για να συνεχιστεί η όποια θεραπεία και η όση ζωή μου απομένει. Και να
ολοκληρώσω. Με κάλεσαν στην Αστυνομία για να υποβάλω μήνυση κατά του παλληκαριού.
Κοντοστάθηκα. «Πώς να μηνύσω τον «ευεργέτη μου;» σκέφτηκα. Κοίταξα ότι στο
γραφείο του ο αστυνομικός, σε μία γωνιά, είχε κάτι εικόνες. Του Χριστού και της
Παναγίας. Τις έδειξα στον αστυνομικό.
«Κύριε αστυνόμε» είπα, δείχνοντας τις εικόνες με το
βλέμμα μου. «Βλέπω ότι πιστεύετε στον Θεό. Λοιπόν, για μένα, χωρίς να είμαι
πολύ της Εκκλησίας, αυτό που μου συνέβη είναι ένα θαύμα. Και το παλληκάρι που
με χτύπησε είναι ένας ευεργέτης μου, γιατί χωρίς αυτόν θα συνέχιζα χωρίς να
δίνω σημασία στο πόδι μου. Οπότε μάλλον το τέλος μου θα ήταν πολύ χειρότερο από
το χτύπημα».
«Λοιπόν;» έδειξε συγκινημένος και ο αστυνομικός.
«Λοιπόν, δεν πρόκειται να υποβάλω μήνυση. Τον ευεργέτη
σου τον τιμάς, δεν τον κυνηγάς!»
«Τότε στο καλό να πάτε» είπε ο αστυνόμος, «και καλή
συνέχεια με το πόδι σας». Υπέγραψα ό,τι μου πρότεινε κι έφυγα ελαφρωμένος.
«Πράγματι, κ. Κώστα» είπα κι εγώ. «Για μένα, το παλληκάρι
με το μηχανάκι μπορεί να θεωρηθεί ένας «άγγελος Κυρίου». Και το θαύμα; Καραμπινάτο!»
