Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2021

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ

«Αυτός ο όσιος είναι βλάστημα και εντρύφημα της Ελλάδας. Οι πρόγονοί του ήταν από τη νήσο Αίγινα, οι οποίοι μη αντέχοντας τις συνεχείς επιθέσεις των Αγαρηνών μετανάστευσαν και έφτασαν στην κεντρική Ελλάδα, στην οποία και γεννήθηκε ο μακάριος Λουκάς. Αυτός από μικρό παιδί απείχε όχι μόνον από το κρέας, αλλά και από τα αυγά και τα τυριά. Το φαγητό και το πιοτό του ήταν ο κρίθινος άρτος, το νερό και τα όσπρια. Ταλαιπωρώντας το σώμα του με κάθε ασκητική κακοπάθεια και σκληραγωγία, θεωρούσε ευχαρίστησή του να τρέφει τον πεινασμένο και να χαρίζει ενδύματα στον γυμνό, και με αυτά χόρταινε. Γι’ αυτόν τον λόγο, επειδή δηλαδή πολλές φορές είχε δώσει και το δικό του ένδυμα, γύριζε στην κατοικία του γυμνός. Κι όποτε ανέπεμπε τις προσευχές του στον Θεό, τα πόδια του απομακρύνονταν ένα πήχυ σχεδόν από το έδαφος, και φαίνονταν να μην ακουμπούν στη γη. Όταν μάλιστα ακολούθησε και τον μοναχικό βίο, δεν είναι δυνατόν να πει κανείς πόση εγκράτεια και κακουχία επέδειξε ο μακάριος. Ως μοναχός πέρασε από όλες τις παραλιακές περιοχές και με τα θαύματα που τελέστηκαν από αυτόν έγινε αίτιος σωτηρίας για πολλούς. Ύστερα άφησε τις μετακινήσεις και έμεινε στο χώρο του Μοναστηριού. Επτά έτη αργότερα στον χώρο αυτόν, προείπε το τέλος του σε όλους και έτσι άφησε τη ζωή αυτή».

Η ζωή του οσίου Λουκά του εν Ελλάδι, του γνωστού μας οσίου Λουκά του εν Στειρίω Βοιωτίας, αποτελεί επακριβή έμπρακτο υπομνηματισμό του λόγου του Κυρίου: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα…υπέρ εμέ ούκ εστι μου άξιος»[1]. Ο όσιος Λουκάς πράγματι, από πολύ μικρός στην ηλικία, στράφηκε με πόθο αγάπης προς τον Χριστό τέτοιο, που ξεπέρασε τη φυσική αγάπη προς τους γονείς του, και μάλιστα προς τη μητέρα του που τον υπεραγαπούσε. Ο υμνογράφος άγιος Ιωσήφ επανειλημμένως τονίζει την ολοσχερή αυτή αγάπη του: «Ολωσδιόλου από τη νεότητά του ακολούθησες τον Κύριο και γι’ αυτό εγκατέλειψες, ένδοξε, τον σύνδεσμό σου με τους γονείς και τη στοργή προς τον κόσμο»[2] (στιχηρό εσπερινού)∙ «Αναπτερώθηκες από τον θερμό έρωτα του Σωτήρος Χριστού και έκανες πέρα το φίλτρο των γονέων για χάρη Του, και έγινες, ω Λουκά, ξένος από όλα τα τερπνά της ζωής, μακάριε»[3] (ωδή γ΄).

Η φυγή του από τον κόσμο λόγω της προς Κύριο αγάπης του ήταν η απαρχή. Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας σημειώνουν ότι ο νεαρός Λουκάς αποδύθηκε έπειτα σε μεγάλες ασκήσεις εγκρατείας και ταπείνωσης του σώματος, ώστε να υποτάξει τα άτακτα θελήματα αυτού στον ηγεμόνα νου και να μπορέσει να προσαρμοστεί πλήρως στο θέλημα του Κυρίου, κάτι που βεβαίως σήμαινε αύξηση της αγάπης του και προς Εκείνον και προς τον συνάνθρωπο. «Ο ιερός Λουκάς, Σωτήρα Κύριε, σε πόθησε ολοκληρωτικά και γι’ αυτό στράφηκε με στέρεο τρόπο προς την άσκηση, υπομένοντας καρτερικά θλίψεις, μόχθους, κόπους, για τα οποία βρήκε την ατελεύτητη τρυφή»[4] (ωδή α΄)∙ «Πίεζες το σώμα σου πάντοτε, πάτερ Λουκά, με την εγκράτεια, με τη συνεχή αγρυπνία, με κάθε κακουχία διακριτικά, και κυριάρχησες στις ορμές των εμπαθών ηδονών»[5] (ωδή α΄)∙ «Αναδείχτηκες, μακάριε, υπάκουος σαν δούλος σε κάθε θεία εντολή»[6] (ωδή γ΄).

Θα πρέπει να τονίσουμε ιδιαιτέρως αυτό που με σοφό τρόπο εξαγγέλλει ο ιερός υμνογράφος: ότι η σκληρή ασκητική του προσπάθεια  ήταν για να παραμένει στις εντολές του Κυρίου, δηλαδή την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Διότι αν η όλη ασκητική διαγωγή του χριστιανού δεν κατατείνει προς αυτόν τον σκοπό, την αγάπη δηλαδή, δεν έχει νόημα. Διαστρέφεται και γίνεται φαρισαϊκή ηθική, ευσεβισμός, καύχηση για αρετές χωρίς νόημα, σκλήρυνση της καρδιάς. Σ’ αυτήν την κατάσταση ο άνθρωπος έχει αρετές, όχι όμως Θεό. Λείπει η ταπείνωση ως οριστικό άφημα του εαυτού στον Χριστό. «Πέρασες τη ζωή σου με σωφροσύνη και με καλό τρόπο, φιλοξενώντας αδιάκοπα και ελεώντας τον συνάνθρωπό σου πλούσια και άφθονα»[7] (ωδή ς΄). Είναι ευνόητο λοιπόν για τον άγιο Ιωσήφ να συμπεράνει ότι αυτή η απλότητα και η ταπείνωση και η αγάπη και η πραότητα του οσίου Λουκά τον έχουν κατατάξει στη βασιλεία του Θεού, μαζί με τους αγίους και δικαίους Αβραάμ και Ιακώβ και Δαυίδ. «Έδειξες, πάτερ, αληθινά απλό και απονήρευτο και ταπεινό, γεμάτο από έλεος προς τους φτωχούς, και φιλόξενο και φιλέρημο, ήσυχο και πράο ήθος. Γι’ αυτό και κατατάχτηκες με τον Αβραάμ και Ιακώβ και Δαυίδ»[8] (ωδή θ΄).

Ο άγιος Ιωσήφ μας υπενθυμίζει όμως  με δύο ύμνους του μία ενέργεια του Θεού, που φανερώνει πόσο βαθιά φιλόστοργος και φιλάνθρωπος είναι. Είναι ίσως η κορυφαία στιγμή της σύνθεσης του κανόνα του για τον όσιο Λουκά. Περί τίνος πρόκειται; Ο όσιος, είπαμε, από μικρή ηλικία στράφηκε ένθερμα προς τον Χριστό. Έφυγε μάλιστα κρυφά από τους γονείς του και προχώρησε στις πνευματικές ασκήσεις του, ακολουθώντας και τη μοναχική ζωή. Η μητέρα του ιδιαιτέρως πόνεσε πολύ από την κρυφή φυγή του, γι’ αυτό και με δάκρυα και σπαραγμό ψυχής παρακαλούσε τον Κύριο να της φανερώσει το πού βρίσκεται. Κι ο Κύριος ακριβώς κάμφθηκε. Χωρίς να θέλει κάτι τέτοιο ο αγαπημένος του δούλος Λουκάς, Εκείνος της τον φανέρωσε. Έτσι και ο Λουκάς στεφανώθηκε από τον Χριστό για την ολοσχερή αγάπη του προς Αυτόν, την υπερβαίνουσα και το γονεϊκό φίλτρο, και η μητέρα του δέχτηκε τον καρπό της προσευχής της: έμαθε για το παιδί της. Θεωρούμε ότι είναι η κορυφαία στιγμή της ακολουθίας, διότι δείχνει ότι ο Κύριος μπροστά στα καρδιακά αιτήματα του ανθρώπου κάμπτεται. Δεν ξέρουμε, αλλά μας θυμίζει λίγο η υπενθύμιση αυτή του αγίου υμνογράφου αυτό που είναι γνωστό σαν θρύλος από τις επεμβάσεις της Παναγίας: οι απορριπτόμενοι του Παραδείσου, λόγω της «ακρίβειας» του αποστόλου Πέτρου, του κρατούντος τα κλειδιά της Βασιλείας, γίνονταν δεκτοί «παρανόμως» από την Παναγία, η οποία τους εισήγαγε στον Παράδεισο από το πλάι της θύρας με το μαφόρι της.

 «Πληγώθηκες από τον πόθο του Κυρίου και θεώρησες όλα τα ευχάριστα της ζωής ως μηδέν. Τη στέρηση δε της μητέρας σου και την ξενιτεία αγάπησες, και ντύθηκες το μοναχικό ένδυμα, ιερώτατε. Αλλά σε φανερώνει ο Θεός, έστω και παρά τη θέλησή σου, όσιε Λουκά, γιατί κάμφθηκε ο φιλάνθρωπος από τις μητρικές προσευχές»[9] (στιχηρό εσπερινού).  «Τον πόθο της μητέρας σου μη λαμβάνοντας  καθόλου υπόψη και φέρνοντας τον εαυτό σου σε τόπο άσκησης, τον παρέδωσες εκεί κρυφά. Πάλι όμως ο Θεός σε φανερώνει στη μητέρα σου, που θρηνούσε τη στέρησή σου δίκαια, πανάριστε»[10] (κάθισμα του όρθρου).


[1] Ματθ. 10, 37.

[2] «Όλως εκ νεότητος ακολουθήσας Κυρίω, γονικήν κατέλιπες, ένδοξε, προσπάθειαν και στοργήν κοσμικήν».

[3] «Ανεπτερώθης τω θερμώ έρωτι του Σωτήρος, και γονέων το φίλτρον υπερείδες δι’ αυτόν, και γέγονας, ω Λουκά, ξένος πάντων των τερπνών, μακάριε».

[4] «Ολοσχερώς σε ποθήσας ο ιερός, Σώτερ, προς την άσκησιν απεδύσατο στερρώς, θλίψεις, μόχθους, πόνους καρτερών, ανθ’ ων εύρατο τρυφήν την ατελεύτητον».

[5] «Υπωπιάζων το σώμα, Πάτερ Λουκά, εγκρατεία πάντοτε, αγρυπνία συνεχεί, κακουχία πάση τε σοφώς, τας ορμάς των εμπαθών ηδονών έστησας».

[6] «Εν πάση θεία εντολή ευπειθής ως οικέτης ανεδείχθης, παμμάκαρ».

[7] «Σωφρόνως διήνυσας σου τον βίον και καλώς, φιλοξενών εκάστοτε, ελεών τε πλουσίως και δαψιλώς».

[8] «Απλούν το ήθος και απονήρευτον, και ταπεινόν, ελέους τε μεστόν προς τους πένητας, και φιλόξενόν τε και φιλέρημον, ήσυχον πράον όντως, Πάτερ, ενέδειξας∙ όθεν συνετάγης Αβραάμ και Ιακώβ και Δαυίδ».

[9] «Κυρίου τρωθείς τω πόθω, τα τερπνά ουδέν λελόγισαι∙ μητρός δε στέρησιν και την ξενιτείαν ηγάπησας και σχήμα ενεδέδυσο το των μοναχών, ιερώτατε∙ αλλά φανεροί σε Θεός και μη βουλόμενον, ευχαίς ταις μητρικαίς, Λουκά όσιε, καμφθείς ο φιλάνθρωπος».

[10] «Μητρός τον πόθον ουδέν ηγησάμενος, εν Σεμνείω φέρων σαυτόν, λάθρα δέδωκας∙ πάλιν δε μηνύει σε Θεός τη μητρί σου, θρηνούση την στέρησιν σου δικαίως, πανάριστε».

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΤΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ)

«῞Ωσπερ γάρ ἄνθρωπος ἀποδημῶν ἐκάλεσε τούς ἰδίους δούλους καί παρέδωκεν αὐτοῖς τά ὑπάρχοντα αὐτοῦ» (Ματθ. 25, 14)

(Ὅπως δηλαδή ἕνας ἄνθρωπος, ὀ ὁποῖος ἔφευγε γιά ταξίδι, κάλεσε τούς δούλους του καί τούς παρέδωσε τά ὑπάρχοντά του).

α. ῾Η παραβολή τῶν ταλάντων ἔρχεται ὡς συνέχεια τῆς παραβολῆς τῶν δέκα παρθένων, γιά νά δηλώσει ὁ Κύριος ὅτι «δέν ἀρκεῖ νά εἴμαστε μόνο προνοητικοί καί φρόνιμοι» σάν τίς πέντε φρόνιμες παρθένους, «ἀλλά καί δραστήριοι καί ἐπιμελεῖς» (Π. Τρεμπέλας). ῾Η σημερινή παραβολή δηλαδή τῶν ταλάντων ἔχει ὡς σκοπό νά ἐξάρει τήν ἀνάγκη ἀξιοποίησης τῶν χαρισμάτων πού ὁ Θεός δίνει σέ κάθε ἄνθρωπο: δέν φτάνει μόνο ὁ Θεός πού δίνει, ἀλλά ἀπαιτεῖται καί ἡ ἀνθρώπινη συνέργεια. Χωρίς αὐτήν ἡ προσφορά τοῦ Θεοῦ ὄχι μόνο μένει ἀνενέργητη, ἀλλά δυστυχῶς λειτουργεῖ εἰς βάρος τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. ῾Η ὁριστική τελική ἀποτίμηση πού κάνει ὁ Κύριος στό τέλος τῆς παραβολῆς γιά τόν τεμπέλη καί ἄχρηστο ῾ἀχρεῖο᾽ δοῦλο εἶναι πράγματι συγκλονιστική: «τόν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τό σκότος τό ἐξώτερον. ᾽Εκεῖ ἔσται  ὁ κλαυθμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων».

β. 1. ᾽Εκεῖνο πού καταρχάς τονίζει ἡ παραβολή εἶναι ὅτι δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού νά μήν ἔχει δεχτεῖ χαρίσματα ἀπό τόν Θεό. ῞Οπως ὁ «ἀποδημῶν ἄνθρωπος ἐκάλεσε τούς ἰδίους δούλους καί παρέδωκεν αὐτοῖς τά ὑπάρχοντα αὐτοῦ», ἔτσι καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, εἴτε τό δέχονται εἴτε ὄχι, ἀνήκουν στόν Θεό. Μπορεῖ ὁ λαός τοῦ ᾽Ισραήλ νά εἶχε κληθεῖ ἀπό τόν Θεό ὡς ἐκλεκτός Του λαός, συνεπῶς οἱ ᾽Ισραηλίτες σέ πρώτη φάση νά θεωροῦνταν οἱ κατεξοχήν δοῦλοι Του, ὅμως ἡ κλήση του αὐτή μέ τό δεδομένο τῆς πτώσης τοῦ ἀνθρώπου στήν ἁμαρτία κατενοεῖτο ὡς εὐθύνη καί ἀνάθεση διακονίας: νά κρατήσουν τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καί νά τήν μεταδώσουν καί στούς ἄλλους λαούς, οἱ ὁποῖοι καί αὐτοί ἀνῆκαν σ᾽ Ἐκεῖνον.  ῾Ο ἐρχομός τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ἔπειτα ἐπιβεβαίωσε ἐντελῶς τήν ἀλήθεια αὐτή: οἱ πάντες, ἀνεξάρτητα ἀπό καταγωγή καί φυλή, εἶναι κλητοί τοῦ Θεοῦ. Καί μάλιστα κλητοί προκειμένου νά μετάσχουν στό ἀνώτερο ἐξ ὅλων τῶν χαρισμάτων, «τό μορφωθῆναι ἐν αὐτοῖς τόν Χριστόν» (ἀπ. Παῦλος), νά γίνουν κατά χάριν υἱοί Θεοί. ῞Ολοι λοιπόν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τοῦ Θεοῦ καί ὅλοι δέχονται τά τάλαντα ᾽Εκείνου, πού σημαίνει ὅτι γιά τόν Θεό δέν ὑπάρχουν διακρίσεις ἀπέναντι στά πλάσματά Του. «Οὐκ ἔστιν γάρ προσωπολήπτης ὁ Θεός» (απ. Πέτρος).

2. Κι ἐκεῖνο πού ἐξίσου ἀπαρχῆς τονίζει ἡ παραβολή εἶναι ὅτι τά τάλαντα, τά χαρίσματα πού δίνει ὁ Θεός σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους εἶναι δικά Του, ἀνήκουν σ᾽ ᾽Εκεῖνον – «παρέδωκεν αὐτοῖς τά ὑπάρχοντα αὐτοῦ» λέει ὁ Κύριος -  δηλαδή ἡ χορήγησή τους ἀποτελεῖ εὐθύνη γιά τόν ἄνθρωπο: ἀπό τό πῶς θά τά ἐργαστεῖ καί θά τά ἀξιοποιήσει θά ἐξαρτηθεῖ ἡ περαιτέρω κατάστασή του καί μάλιστα σέ αἰώνιο ἐπίπεδο. Πρέπει νά σταθοῦμε μέ πολλή προσοχή στό σημεῖο αὐτό: ὅ,τι καλό ἔχουμε στή ζωή μας, ὅ,τι χαρισματικό ἐπισημαίνουμε στήν ὕπαρξή μας, τήν ψυχική καί τή σωματική: ὑγεία, εὐφυΐα, καλωσύνη, ὑλικά ἀγαθά ἐνδεχομένως,  ἐνῶ φαίνεται ὅτι μᾶς ἀνήκει καί εἶναι δικό μας, στήν πραγματικότητα ἀνήκει στόν Θεό, ὁ ῾Οποῖος μᾶς τό ἔδωσε γιά νά τό λειτουργήσουμε κατά τό θέλημά Του, ὥστε νά αὐξηθοῦμε πνευματικά καί νά ὁδηγηθοῦμε στόν σκοπό μας πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τήν ἔνταξή μας στή Βασιλεία Του. ῾Η δοξολογική καί εὐχαριστιακή θεώρηση τοῦ κόσμου καί τοῦ ἑαυτοῦ μας ἐν προκειμένῳ συνιστᾶ μονόδρομο. «῾Εαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Καί: «Εἴτε ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε τι ἄλλο ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε» (ἀπ. Παῦλος).

3. Μέ μία βαθύτερη θεώρηση τά τάλαντα τῆς παραβολῆς παραπέμπουν στήν κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁ Θεός ἀπαρχῆς προίκισε τόν ἄνθρωπο μέ τά δῶρα τοῦ εἰκονισμοῦ Του σ᾽ αὐτόν – τήν ἐλευθερία, τή δημιουργικότητα, τή συνειδητότητα, τή δυνατότητα νά ἀγαπᾶ - ὥστε καλλιεργώντας τα μέ ἐπίγνωση καί κατά τό θέλημα ᾽Εκείνου νά φτάσει νά γίνει κι αὐτός μέτοχος τῆς χαρᾶς τοῦ Κυρίου του. «Εὖ, δοῦλε ἀγαθέ καί πιστέ! ᾽Επί ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπί πολλῶν σε καταστήσω. Εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου». ῎Ετσι «πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι, καταβαῖνον ἀπό τοῦ Πατρός τῶν φώτων» (ἀπ. Ἰάκωβος).

᾽Ιδίως γιά τόν χριστιανό πού ἔχει πλήρη ἐπίγνωση τῶν παραπάνω ἀληθειῶν λόγω τῆς ἐνσωμάτωσης του στόν Κύριο διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος  ἰσχύει τό τοῦ ἀποστόλου: «Τί ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες; Εἰ δέ καί ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μή λαβών;» (ἀπ. Παῦλος). Κατά συνέπεια εἶναι εὐνόητο τό γιατί ἡ πίστη μας θεωρεῖ τήν ταπείνωση ὡς τήν φυσιολογική ὁδό τοῦ ἀνθρώπου καί ὡς τήν κρηπίδα πάνω στήν ὁποία στηρίζεται τό οἰκοδόμημα τῆς πνευματικῆς ζωῆς. «᾽Απούσης ταπεινοφροσύνης πάντα τά ἡμέτερα ἕωλα» κατά τόν λόγο τοῦ μεγάλου ἀσκητικοῦ διδασκάλου ἁγίου ᾽Ιωάννου τῆς Κλίμακος. Μόνον ἕνας τυφλός, δηλαδή μόνον ἕνας ἄπιστος ἤ ἀλλοιωμένος κατά τήν πίστη του ἄνθρωπος, δέν θά ἔβλεπε τήν πραγματικότητα αὐτή. Μέ τή χαριτωμένη διατύπωση τοῦ ὁσίου  Παϊσίου τοῦ ἁγιορείτου «τό μόνο πού ὁ ἄνθρωπος ἀπό μόνος του ἔχει εἶναι ὅ,τι κατεβάζει ἡ μύτη του!».

4. ῾Η διαβάθμιση τῶν ταλάντων: «καί ᾧ μέν ἔδωκε πέντε τάλαντα, ᾧ δέ δύο, ᾧ δέ ἕν», δέν σημαίνει ἀδικία ἀπό πλευρᾶς τοῦ Θεοῦ. ῞Ολοι οὐσιαστικά παίρνουν τό ἴδιο, γιατί ὁ Θεός δίνει «ἑκάστῳ κατά τήν ἰδίαν δύναμιν». ᾽Αδικία θά ἔκανε ὁ Θεός, ἄν ἔδινε σέ ὅλους ἀδιακρίτως τό ἴδιο. ῾Ο Θεός μας ὅμως μετρᾶ τίς δυνατότητες τοῦ καθενός καί τοῦ δίνει αὐτό πού ἀντέχει. Γι᾽ αὐτό καί τοῦ ζητᾶ τό ἀντίστοιχο πρός τήν προσφορά Του. ῾Ο ἄνθρωπος καλεῖται νά ἐργαστεῖ ἀνάλογα πρός αὐτό πού ἔλαβε, οὔτε περισσότερο οὔτε λιγότερο. Τό πέντε πρέπει νά γίνει δέκα, τό δύο τέσσερα, τό ἕνα δύο. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή τό τέσσερα θά εἶναι μεγαλύτερο τοῦ ἐννιά ἤ τοῦ ὀκτώ ἤ τοῦ ἕξι: τό τέσσερα δηλαδή αὐτοῦ πού ἔλαβε δύο θά εἶναι μεγαλύτερο ἀπό τό ἐννιά αὐτοῦ πού ἔλαβε πέντε – ἡ «παράδοξη» λογική τοῦ Θεοῦ μας, ὄπως τόνιζε καί πάλι ὁ ὅσιος Γέροντας Παῒσιος.

Μέ ἄλλα λόγια αὐτό πού ζητᾶ καί περιμένει ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ καταβολή τῶν δυνατοτήτων του, ἡ ἐπιμέλεια πού δείχνει στή δική Του χορηγία, τελικῶς δηλαδή τό πόσο ἀνταποκρίνεται ἐν ἀγάπῃ στή δική Του ἀγάπη. «῾Ημεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς» πού λέει ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ὁ εὐαγγελιστής. Τό μυστικό τῆς ἐργασίας τοῦ ἀνθρώπου γιά νά αὐξήσει τά τάλαντα τοῦ Κυρίου του, νά γίνει δηλαδή πιστός οἰκονόμος τῆς χάριτός Του, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀγάπη του πρός ᾽Εκεῖνον. ῎Αν διαγράψουμε τήν ἀγάπη αὐτή, τότε μᾶλλον ἐκπίπτουμε στήν τραγική κατάσταση τοῦ τρίτου δούλου,  ὁ ὁποῖος κατενόησε διεστραμμένα τή σχέση του μέ τόν Κύριό του. Τόν κατενόησε δηλαδή φοβικά καί ἀπειλητικά, κι αὐτό λόγω τῆς πονηρῆς καί ὀκνηρῆς προαίρεσής του. «Πονηρέ δοῦλε καί ὀκνηρέ

γ. ῎Αν ἡ παραβολή τῶν δέκα παρθένων προηγεῖται τῆς παραβολῆς τῶν ταλάντων, ἡ παραβολή τῆς τελικῆς κρίσεως ἕπεται. Κι ἡ τελική κρίση προσδιορίζει τό τί σημαίνει τελικῶς ἐργασία πάνω στά τάλαντα πού ἔχει δώσει καί δίνει ὁ Θεός: νά ζοῦμε ἐν ἀγάπῃ. ῾Ο Θεός δηλαδή δωρίζει κάθε καλό στόν ἄνθρωπο – καί πρωτίστως πιά τόν ἴδιο Του τόν ῾Εαυτό -  ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά τό ἀντιδωρίσει ἐν ἀγάπῃ καί εὐχαριστίᾳ στόν συνάνθρωπό του πρός δόξαν καί πάλι Θεοῦ. Οἱ ὕμνοι ἀπό τόν ὄρθρο τῆς Μεγάλης Τρίτης ἐν προκειμένῳ μᾶς καθοδηγοῦν: «Ἐμπρός, πιστοί, ἄς ἐργαστοῦμε μέ προθυμία γιά τόν Κύριο. Γιατί μοιράζει στούς δούλους τόν πλοῦτο. Κι ἀνάλογα ὁ καθένας μας ἄς πολλαπλασιάσουμε τό τάλαντο τῆς χάρης: ὁ ἕνας ἄς μεταδώσει σοφία μέ ἔργα ἀγαθά. Ὁ ἄλλος ἄς προσφέρει λαμπρές ὑπηρεσίες στό κοινωνικό σύνολο. ῾Ο πιστός ἄς κοινωνήσει τόν λόγο τῆς πίστης στόν ἀμύητο αὐτῆς. Καί ἄλλος ἄς σκορπίζει τόν πλοῦτο του στούς πτωχούς. ῎Ετσι λοιπόν ἄς πολλαπλασιάσουμε τό δάνειο καί σάν πιστοί οἰκονόμοι τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ  ἄς γίνουμε ἄξιοι τῆς χαρᾶς τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ».

 

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΑΓΑΘΗ

 

«Η αγία Αγάθη ήταν από την πόλη Πάνορμο της Σικελίας, λάμποντας από νεότητα και αγνότητα σώματος και κάλλος ψυχής, ενώ ήταν και πλούσια. Κατά τους χρόνους του βασιλιά Δεκίου, οδηγείται στον ηγεμόνα Κυντιανό. Και κατά πρώτον την έδωσαν σε μία άπιστη πόρνη γυναίκα, για να την μεταστρέψει από την πίστη της στον Χριστό. Επειδή όμως κρατούσε στέρεα την πίστη αυτή και προτιμούσε περισσότερο τον θάνατο με μαρτύριο, την κτύπησαν σκληρά και της έκοψαν τον μαστό, τον οποίο αποκατέστησε υγιή ο πανένδοξος απόστολος Πέτρος. Έπειτα την έσυραν πάνω σε όστρακα και την κατέφλεξαν με φωτιά. Την έριξαν τέλος στη φυλακή, οπότε εκεί παρέδωσε το πνεύμα της στον Θεό. Λέγεται μάλιστα ότι στον τάφο της άγγελος έφερε μία πλάκα, η οποία είχε γραμμένα επάνω τα εξής: «Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού, και πατρίδος λύτρωσις». Τελείται δε η σύναξή της στο Μαρτύριό της που βρίσκεται στο Τρίκογχο».

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος της αγίας Αγάθης, βρίσκει την ευκαιρία, στον κανόνα που έγραψε γι’ αυτήν, να τονίσει και πάλι ότι η Εκκλησία μας είναι ντυμένη στα κόκκινα από το αίμα των αγίων μαρτύρων της. Το μαρτυρικό αίμα του κάθε αγίου συνιστά μάλιστα και ένα στολίδι γι’ αυτήν, δείγμα ότι το μαρτύριο αποτελεί τη δόξα της Εκκλησίας. «Ας στολιστεί σήμερα η Εκκλησία  ένδοξο πορφυρικό ένδυμα, που βάφτηκε από τα αγνά αίματα της μάρτυρος Αγάθης»[1]. Και παίρνει την αφορμή για να μας θυμίσει το αυτονόητο: η αγία έδωσε και τη ζωή της για χάρη της πίστης της στον Χριστό, επειδή ακριβώς αγάπησε ολοκληρωτικά Εκείνον και προσπάθησε, γι’ αυτό, να ρυθμίσει την ύπαρξή της με βάση τις άγιες εντολές Του. «Από όλα τα τερπνά και ευχάριστα της ζωής, τον Χριστό διάλεξες, Αγάθη, επειδή θέλχθηκες από τον θεϊκό πόθο»[2]∙ «Ρύθμιζες τη ζωή σου, ένδοξη μάρτυς, με βάση τα θεία προστάγματα του Χριστού»[3].

Ο άγιος Θεοφάνης κατά φυσικό τρόπο εγκύπτει σ’ αυτό που βλέπει ως παραδοξότητα στον βίο της αγίας: άγγελος Κυρίου να φέρει πλάκα, με χαραγμένες φράσεις δηλωτικές της αγιότητάς της, σημάδι ότι ο Θεός ήθελε να την καταστήσει φανερή στον κόσμο. Και κάνει τον συνειρμό: και ο Μωυσής στο όρος Σινά έλαβε τις πλάκες από τον Θεό, με χαραγμένο τον Νόμο Του σ’ αυτές. «Έγινε παράδοξο θαύμα με την άθληση της πανένδοξης Αγάθης και Μάρτυρος Χριστού του Θεού, που είναι εφάμιλλο με τον Μωυσή. Εκείνος δηλαδή, νομοθετώντας τον λαό στο όρος Σινά, δέχτηκε τις θεοχάρακτες Γραφές που γράφτηκαν σε πλάκες. Εδώ από την άλλη ο άγγελος έφερε πλάκα από τον ουρανό στον τάφο, που είχε γραμμένα “Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού, και πατρίδος λύτρωσις”»[4]. Ποιος θα το φανταζόταν ότι μία νεαρή κόρη στη Νότια Ιταλία θα παραβαλλόταν με τον πατριάρχη Μωυσή τον θεόπτη; Επιβεβαιώνεται για μία ακόμη φορά αυτό που ο Κύριος είχε πει, ότι και ο μικρότερος στη Βασιλεία του Θεού, δηλαδή μετά τον ερχομό Εκείνου, είναι μεγαλύτερος και από τον μεγαλύτερο στην Παλαιά Διαθήκη[5].

Ο υμνογράφος όμως, ο άγιος Θεοφάνης, μένει έκθαμβος και από δύο ακόμη θαύματα που έγιναν με την αγία. Το πρώτο, όταν εξερράγη το ηφαίστειο της Αίτνας[6] και η καυτή λάβα επρόκειτο να καταστρέψει την παρακείμενη πόλη. Οι κάτοικοι που τιμούσαν την αγία και το τίμιο λείψανό της,  την επικαλέστηκαν με πίστη. Και ω, του θαύματος! Η ακάθεκτη φλόγα της λάβας αναστάληκε. Η πόλη διασώθηκε, η αγία ενήργησε. «Την ακάθεκτη ορμή της φωτιάς από την Αίτνα την ανέστειλες με τις ευχές σου, αγαθώνυμη. Και διέσωσες την πόλη, η οποία τιμούσε το σεπτό σου λείψανο, μάρτυς, από το οποίο παίρνει με ευχαρίστηση τους ποταμούς των ιαμάτων, με τη χάρη του αγίου Πνεύματος»[7]. Το δεύτερο, όταν η ίδια η αγία, ευρισκομένη στα μαρτύρια, είδε να θεραπεύεται από την αποκοπή του μαστού της, με τη θαυμαστή παρουσία του αγίου αποστόλου Πέτρου. Εκείνος φάνηκε όταν φρουρείτο η αγία, και της θεράπευσε τις πληγές. «Παρουσιάστηκε με λαμπρό τρόπο ο μαθητής του Χριστού σε εσένα, που ήσουν δέσμια, αήττητη Μάρτυς του Σωτήρος παρθένε, θεραπεύοντας τις φοβερές πληγές σου, τις οποίες υπέστης βεβαίως με χαρά»[8].

Η θαυμαστή ίαση του μαστού της, σημειώνει ο ποιητής, οδήγησε σε φοβερή μανία  και σε τεράστια κατάπληξη τον διώκτη της, ενώ εκείνη δοξολογούσε τον νυμφίο της Χριστό. «Καταλήφθηκε από τρομερή μανία ο κακός διώκτης και απορούσε φοβερά, βλέποντας τη δική σου ανανέωση και τη βλάστηση του μαστού σου. Εσύ όμως, μάρτυς, με χαρά φώναζες στον νυμφίο σου με δυνατή κραυγή: Είσαι ευλογημένος Θεέ των Πατέρων μας»[9].

Είναι περιττό να σημειώσουμε ότι η αγία Αγάθη φαίνεται να έχει εκπληκτική επικαιρότητα στην εποχή μας. Και τη φωτιά της πολυποίκιλης κρίσεως, που σαν λάβα ηφαιστείου απειλεί να μας καταστρέψει,  μπορεί με τη χάρη του Θεού να αναστείλει, και τις γυναίκες που πάσχουν από οποιοδήποτε πρόβλημα μαστού μπορεί να θεραπεύσει.

 Πολύ λίγο γνωστή στους πολλούς η αγία Αγάθη, με τόσο μεγάλη όμως χάρη Θεού και δύναμη ευεργεσίας της στον κόσμο.

 



[1] «Στολιζέσθω σήμερον η Εκκλησία πορφυρίδα ένδοξον, καταβαφείσαν εξ αγνών λύτρων Αγάθης της Μάρτυρος».

[2] «Απάντων των τερπνών Χριστόν προέκρινας, Αγάθη, θελχθείσα τω θείω πόθω».

[3] «Θείοις προστάγμασι ρυθμιζομένη του Χριστού, ένδοξε».

[4] «Παράδοξον θαύμα γέγονεν εν τη αθλήσει της πανενδόξου Αγάθης και μάρτυρος Χριστού του Θεού, εφάμιλλον τω Μωυσεί∙ εκείνος γαρ τον λαόν νομοθετών εν τω όρει, τας εγγραφείσας εν πλαξί θεοχαράκτους Γραφάς εδέξατο∙ ενταύθα δε ο άγγελος ουρανόθεν τω τάφω πλάκα επεκόμισεν εγγεγραμμένην∙ Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού,  και πατρίδος λύτρωσις».

[5] Πρβλ. Λουκ. 7, 28.

[6] Η Αίτνα είναι ενεργό ηφαίστειο στις ανατολικές ακτές της Σικελίας, το μεγαλύτερο και ψηλότερο ενεργό ηφαίστειο στην Ευρώπη. Είναι από τα πιο ενεργά ηφαίστεια στον κόσμο.

[7] «Όρμημα ακάθεκτον πυρός αιτναίου ανέστειλας σαις ευχαίς, Αγαθώνυμε∙ και πόλιν διέσωσας, το σεπτόν σου, μάρτυς, λείψανον τιμώσαν, εξ ου τρυφά τους ποταμούς των ιαμάτων εν θείω Πνεύματι».

[8] «Επέστη φαιδρώς του Χριστού ο μαθητής σοι φρουρουμένη τας σας ιώμενος δεινάς μάστιγας, ας περ υπέστης αήττητε μάρτυς του Σωτήρος παρθένε, αγαλλομένη».

[9] «Μανία δεινή συσχεθείς ο δυσμενής, εξηπορείτο δεινώς, την σην θεώμενος ανανέωσιν και του μαστού σου την βλάστην∙ χαίρουσα γαρ, μάρτυς, εβόας τω σω νυμφίω κραυγάζουσα∙ Ευλογητός ει ο Θεός, ο των Πατέρων ημών».

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΣΙΔΩΡΟΣ Ο ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ

Α. «Ο άγιος Ισίδωρος, που ήταν Αιγύπτιος κατά το γένος, ήταν γνωστός ως υιός ευγενών και θεοφιλών γονέων, και  ήταν συγγενής του Θεοφίλου και του Κυρίλλου, των Επισκόπων της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων. Ο όσιος αυτός, πεπαιδευμένος πάρα πολύ και από τη θεία σοφία, αλλά και από την έξωθεν, άφησε πάμπολλα συγγράμματα, άξια λόγου και μνήμης στους φιλομαθείς. Αφού εγκατέλειψε κάθε είδος πλούτου, τη λαμπρότητα του γένους του, την ευδαιμονία του βίου, επήγε στο Πηλούσιο όρος και ακολούθησε τη μοναχική ζωή. Εκεί διάγοντας με πλήρη αφιέρωση στον Θεό, φώτιζε με τη διδασκαλία των θείων του λόγων  όλη την οικουμένη, με αποτέλεσμα να οδηγεί σε μετάνοια τους αμαρτάνοντες, να στηρίζει αυτούς που αγωνίζονταν στην πίστη, να διεγείρει προς την αρετή αυτούς που απειθούσαν, με την αυστηρότητα των θείων ελέγχων του. Κι ακόμη: να υπενθυμίζει και να νουθετεί και  βασιλείς, για το συμφέρον της οικουμένης, και γενικά να ερμηνεύει με σοφότατο τρόπο τα λόγια της Αγίας Γραφής σε όλους αυτούς που τον ρωτούσαν. Λέγεται μάλιστα ότι οι επιστολές του φτάνουν τις δέκα χιλιάδες. Αφού έζησε λοιπόν άριστα και πολιτεύτηκε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, έφυγε από τη ζωή αυτή σε βαθύ γήρας».

Β. Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του οσίου Ισιδώρου, είναι επόμενο να εστιάζει την προσοχή του σε αυτό που αποτέλεσε το μεγαλύτερο χάρισμα του αγίου: τη διδασκαλία του. Σχεδόν στο σύνολο των ύμνων που έγραψε γι’ αυτόν, στο διδακτικό του οσίου αναφέρεται, με παράλληλη αναφορά στη διαχρονική επιρροή του στους πιστούς και στις προϋποθέσεις του λόγου του, προφορικού και γραπτού. Στο τροπάριο του καθίσματος του όρθρου για παράδειγμα, κατά συμπυκνωμένο τρόπο επισημαίνει: «Αναδείχτηκες βίβλος διδασκαλίας της γνώσης, που συντάχθηκε με τον φωτισμό του πανάγνου Πνεύματος από τον πλούτο της πίστης σου, και φανερώνεις τα θεία σε όλους που έχουν ανάγκη τον Θεό και Τον αναζητούν, όπως και θησαυρίζεις τη ζωή γι’ αυτούς που την θέλουν»[1]. Και σ’ ένα από τα στιχηρά του εσπερινού παρουσιάζει τον όσιο με ωραία έμπνευση: «Με την πλημμύρα της χάρης του Θεού και με τη βροχή των λόγων σου, ποτίζεις όλους του πιστούς. Διότι βάζοντας το στόμα σου στον κρατήρα της θεϊκής σοφίας σαν να πίνεις από πηγή, άντλησες από εκεί με αφθονία, και διέδωσες παντού τις ακτίνες των δογμάτων σου, στέλνοντας επιστολές και διδάσκοντας και νουθετώντας, θαυμάσιε»[2].

Είπαμε βεβαίως ότι αναφέρεται ο άγιος υμνογράφος και στις προϋποθέσεις του οσίου ως προς το χάρισμα του λόγου που είχε. Ο όσιος Ισίδωρος δηλαδή δεν έγραφε ή δεν κήρυσσε, και μάλιστα με μεγάλη καλλιέπεια, επειδή απλώς μελέτησε – η μελέτη του ήταν πράγματι κοπιώδης και επισταμένη, τόσο των εκκλησιαστικών Πατέρων και συγγραφέων, όσο και των διαφόρων φιλοσόφων – αλλά κυρίως επειδή «έμαθε αφ’ ων έπαθε» κατά την εκκλησιαστική ορολογία. Έζησε με άλλα λόγια την πνευματική ζωή, φωτίστηκε από το Πνεύμα του Θεού, γνώρισε τον Θεό, τον κήρυξε. Σ’ ένα από τα στιχηρά και πάλι του εσπερινού ο υμνογράφος σημειώνει: «Καθώς ανυψωνόσουν προς τον Θεό σε όλη τη ζωή σου με θεωρίες και πράξεις, πάνσοφε, έθεσες για πάντα ως στέρεο θεμέλιο την πράξη της αρετής σαν σκαλοπάτι για τη θεωρία, και αγάπησες με σοφό τρόπο το πιο επιθυμό στον κόσμο, τον Θεό»[3]. Κι αλλού: «Θανάτωσες με την εγκράτεια το αμαρτωλό φρόνημα, καθώς ντύθηκες τη ζωηφόρο νέκρωση που δίνει ο Χριστός. Κι αφού πλάτυνες  την κατάσταση της ψυχής σου, πανόσιε, την έκανες να χωράει καθαρά τα χαρίσματα του Πνεύματος, και έγινες έτσι δοχείο θεοπνεύστων διδαγμάτων και κατοικητήριο της υπέρ νουν θεϊκής σοφίας»[4].

Αξίζει να σταθούμε περισσότερο. Διότι οι επισημάνσεις του αγίου υμνογράφου, και για τις προϋποθέσεις του διδασκαλικού του αξιώματος και για το περιεχόμενο της διδασκαλίας του, είναι πολύ σημαντικές, ιδίως ως προς τη χρήση του όρου «πλάτυνση της κατάστασης της ψυχής». Ασφαλώς δηλαδή ο άγιος εξέφραζε τη σοφία του Θεού, αλλά αφού είχε καταστήσει τον εαυτό του ικανό (μέσω της εγκρατείας που καταργούσε το σαρκικό φρόνημα) για να ζει η σοφία αυτή (ως κυριολεκτικά ένδυμά του) στην ύπαρξή του. Επαναλαμβάνει δηλαδή ο υμνογράφος την ίδια αλήθεια για την ένωση του Θεού με τον άγιο (και με κάθε συνεπώς γνήσιο χριστιανό), αλλά μέσω και ενός άλλου όρου, μίας άλλης λέξης: Ο άνθρωπος μπορεί να «πλατυνθεί» τόσο, ώστε να χωρέσει ολόκληρο τον Θεό!

Με σύντομη θεολογική εξήγηση: Πρόκειται για το μεγαλείο της δημιουργίας του από Εκείνον – «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν» - ο Οποίος θέλησε κατά κάποιον τρόπο να «επαναλάβει» (όσιος Σωφρόνιος) τον εαυτό Του μέσω του τελευταίου και ανωτέρου δημιουργήματός Του. Ο άνθρωπος δημιουργείται με προοπτική να «χωρέσει» όλο τον Θεό! Χάνεται η προοπτική λόγω της αμαρτίας – η αμαρτία σμικρύνει και συρρικνώνει τον άνθρωπο μέχρις εξαντλήσεως και εξουδενώσεώς του – αλλά την επαναποκτά με τον ερχομό του ενανθρωπήσαντος Θεού. Ο Ιησούς Χριστός ανοίγει και πάλι τη χαμένη προοπτική και έτσι ο πιστός πια άνθρωπος, ενσωματωμένος στον Χριστό, «πλατύνεται» μέχρι απειρίας: ο άνθρωπος όπως είπαμε χωράει τον Θεό και κατ’ επέκταση όλους τους συνανθρώπους του! Ο κάθε άνθρωπος, εν Χριστώ μπορεί να γίνει ένας άλλος Χριστός. Γι’ αυτό και η πλάτυνσή του αυτή τον καθιστά «στόμα Χριστού» με λόγο αιώνιο! Η Παναγία Μητέρα του Κυρίου ως «πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν» δακτυλοδεικτεί με τον πιο σαφή τρόπο το υπερφυές αυτό όριο!   

Ο όσιος Ισίδωρος μας άφησε περί τις δέκα χιλιάδες (δύο κατά πιο ακριβή έρευνα) επιστολές. Όπως κι αν έχει το πράγμα όμως, σημασία έχει το γεγονός ότι υπήρξε «ο πολυγραφότερος επιστολογράφος της αρχαίας Εκκλησίας» (Σ. Παπαδόπουλος). Κι αυτό σημαίνει, το τονίζει η υμνολογία της Εκκλησίας μας, ότι μπορεί και καθοδηγεί και νουθετεί και πλουτίζει, πέραν εκείνων της εποχής του, και τους πιστούς όλων των εποχών. Οι επιστολές του είναι πράγματι ένας θησαυρός, που πολύ συχνά μάλιστα παραπέμπουν στον ατίμητο θησαυρό των κειμένων του αγίου Χρυσοστόμου, τον οποίο αγαπούσε υπερβαλλόντως και τον οποίο, γι’ αυτόν τον λόγο,  αξιοποίησε και στα δικά του γραπτά σε μεγάλο βαθμό. «Ὡς κάλαμος τοῦ ἁγίου Πνεύματος» ο άγιος Ισίδωρος έτσι, αποτελεί μία διαρκή πρόκληση και πρόσκληση για όλους εμάς, να έλθουμε μέσω των κειμένων του σε επαφή με το ίδιο το άγιο Πνεύμα, τη ζωντανή παρουσία του Θεού. Ας ακούσουμε και πάλι τον ανάλογο ύμνο του κανόνα του: «Δίνεις την περίσσια του πλούτου σου και μετά τον θάνατό σου, αφού άφησες τους έμψυχους λόγους σου σαν πολύτιμο κληροδότημα σε όλους τους πιστούς, που δοξολογούν τον Χριστό στους αιώνες»[5].

Γ. Μερικά μικρά κεφάλαιά του (η μορφή που αγαπούσε να γράφει) δείχνουν ανάγλυφα το «πολύτιμο κληροδότημά» του.

- «Τίποτε δεν είναι σπουδαιότερο για τον Θεό από την αγάπη. Λόγω της αγάπης αυτής έγινε άνθρωπος και υπήκοος μέχρι θανάτου. Γι’ αυτό άλλωστε και τους πρώτους που κάλεσε από τους μαθητές Του ήταν δύο αδέλφια: για να δείξει ευθύς εξαρχής ο πάνσοφος Σωτήρας ότι θέλει όλοι οι μαθητές Του να συνδέονται αδελφικά μεταξύ τους».

- «Αν και κρύβεις το έλλειμμα και την αδυναμία σου, όμως αυτό που φαίνεται είναι η υπερηφάνεια σου, καθώς αγωνίζεσαι υπερβολικά και για τη γενιά σου και για τη δύναμή σου και για την αξία σου. Ή λοιπόν απόκτησε ίδιο φρόνημα μ’ αυτό που είσαι πραγματικά, ή θα γίνεις περίγελως όλων».

- «Είναι βραχύβια όχι μόνο η νεότητα, αλλά και ολόκληρη η ζωή σου. Γιατί λοιπόν αμαρτάνεις αδιάκοπα, κατασκευάζοντας για τον εαυτό σου  μέσα σε λίγες ώρες την αιώνια κόλαση; Αφού μάθεις λοιπόν καλά ότι δεν πρέπει να εμπιστεύεσαι τα πράγματα της εδώ ζωής που στρέφονται και αλλάζουν διαρκώς, σπούδαζε να γίνεσαι γνωστός για τα ενάρετα έργα σου, τα οποία και εδώ (στον κόσμο αυτόν) επαινούνται, αλλά και οι μελλοντικοί τους μισθοί δεν χάνονται».

 



[1] «Βίβλος γνώσεως διδασκαλίας, πλούτω πίστεως συντεταγμένη, τω πανάγνω ανεδείχθης εν Πνεύματι, ανακαλύπτων τα θεία τοις χρήζουσι, και την ζωήν θησαυρίζων  τοις θέλουσι».

[2] «Τη πλημμύρα της χάριτος και τοις όμβροις των λόγων σου, καταρδεύεις άπαντας τους θεόφρονας∙ της ανωτάτω σοφίας γαρ κρατήρι το στόμα σου επιθείς ως εκ πηγής, δαψιλώς συ εξήντλησας, και διέδωκας πανταχού τας ακτίνας των δογμάτων, επιστέλλων και διδάσκων και νουθετών αξιάγαστε».

[3] «Θεωρίαις και πράξεσι προς Θεόν ανυψούμενος διά βίου, πάνσοφε, διετέλεσας της θεωρίας επίβασιν, την πράξιν πηξάμενος, και σοφώς των ορεκτών αγαπήσας το έσχατον».

[4] «Εγκρατεία το φρόνημα της σαρκός εθανάτωσας, ζωηφόρον νέκρωσιν ενδυσάμενος∙ και της ψυχής την κατάστασιν πλατύνας, πανόσιε, εναργώς χωρητικήν χαρισμάτων του Πνεύματος απετέλεσας, και δοχείον εγένου θεοπνεύστων διδαγμάτων, και σοφίας της υπέρ νουν ενδιαίτημα».

[5] «Πλεονάζεις τον πλούτον και μετά θάνατον, τους εμψύχους σου λόγους, ώσπερ πολύτιμον πάσι τοις πιστοίς κληροδοσίαν λιπών, τοις υπερυψούσι Χριστόν εις τους αιώνας».

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

«ΚΑΙ ΤΙ ΖΗΤΑΩ; ΜΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΝΑ ΠΑΩ»!

Στίχος από ένα γνωστό τραγούδι ο παραπάνω εκφράζει μ’  έναν έντονο τρόπο την εναγώνια αναζήτηση του ανθρώπου να φύγει από τη στενότητα μέσα στην οποία ζει. Κι ίσως το τραγουδιστικό στοιχείο να λειτουργεί πιο άμεσα. Τα τραγούδια δεν είναι η κραυγή τις περισσότερες φορές της καρδιάς  του ανθρώπου; Ό,τι δεν μπορούμε να το εκφράσουμε με πεζό λόγο, ό,τι ίσως μας υπερβαίνει σαν βαρύς νταλκάς μέσα μας ή σαν πλησμονή από την άλλη χαράς και ευφροσύνης βρίσκει διέξοδο σε νότες που κρούουν τις λεπτότατες χορδές της ψυχής μας. Στο τραγούδι δηλαδή βλέπουμε κατάματα τον αληθινό εαυτό μας κι εκεί συναντιόμαστε με τον κάθε συνάνθρωπό μας – το τραγούδι είναι η παγκόσμια γλώσσα!

 Ακόμη και η Εκκλησία, σχεδόν απαρχής της ζωής της, αυτό που θεωρούσε ψυχή της: τη θερμή αγάπη προς τον Κύριό της,  αλλά και αυτό που ήταν άλγος και οδύνη από την αμαρτία των πιστών της, το έντυσε με τραγούδι, το ’κανε ύμνους και αίνους. Μη ξεχνάμε ότι και ο ίδιος ο Κύριος δεν παρουσιάζεται στο Ευαγγέλιο ως ένας ξερός δάσκαλος, αποστεωμένος από τη ζωή, αλλά η ίδια η Ζωή, που στοιχείο Της έχει και το τραγούδι και τους ύμνους. Με το διπλό περιεχόμενο της χαράς, αλλά και της λύπης.

Γιατί λύπης; Διότι εκείνο που δυστυχώς υπερτερεί στην πορεία της ζωής είναι το στενάχωρο στοιχείο. Όπως το δηλώνει ο λόγος του Θεού ήδη από την Παλαιά Διαθήκη: «κοιλάς πένθους και δακρύων» η ζωή αυτή, κυρίως όμως όπως το βεβαιώνει το αψευδές στόμα του Ιησού Χριστού: «στον κόσμο θα έχετε θλίψη». Και αιτία δεν είναι άλλη από την αμαρτία του ανθρώπου λόγω της κακής χρήσης της ελευθερίας με την οποία τον προίκισε ο Δημιουργός. Η λάθος επιλογή και κατεύθυνση έφερε και τα αναμενόμενα που είχαν επισημανθεί: «αν παρακούσετε την εντολή μου, θα βρεθείτε στον δρόμο του θανάτου», εκεί δηλαδή που λείπει τελικώς η χάρη του Θεού. Κατά τη διατύπωση πια του αποστόλου Παύλου: «θλίψη και στενοχώρια σε κάθε άνθρωπο που εργάζεται το κακό».

Ήρθε βέβαια ο Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός. Ήταν τέτοια η αγάπη Του που την εξέφρασε με τον μόνο αληθινό της τρόπο: τη θυσία για χάρη του άλλου. Κι ο άλλος εν προκειμένω είναι το αγαπημένο παιδί που φεύγει από το σπίτι και που γι’ αυτό πάσχει και πονάει και θλίβεται και κινδυνεύει τον έσχατο κίνδυνο, να πεθάνει. Κι η καρδιά του Πατέρα πολλαπλασιάζει την οδύνη της. Γιατί όταν αγαπάς, δεν κοιτάς τι σου έκανε ο άλλος, αλλά τι παθαίνει αυτός μ’ αυτό που κάνει. Και το φευγιό του παιδιού ήταν εξορία και τιμωρία, γι’  αυτό και χάθηκε, γι’ αυτό και πέθανε! Μας το λέει ο ίδιος ο Δημιουργός στην παραβολή που φανερώνει με τον εντονότερο τρόπο την αγάπη Του:  «το παιδί μου ήταν νεκρό και ανέζησε και χαμένο και βρέθηκε». Η αγάπη Του κυριάρχησε!

Γιατί αυτά; Πώς «κολλάνε»  με τον στίχο που ξεκινήσαμε; Μα τι λέει ο στίχος; Δεν είμαι ικανοποιημένος με τη ζωή μου και αναζητώ κάτι που θα μου προσφέρει την ευκαιρία για τον Παράδεισο. Ποιος είναι ο Παράδεισος; Δεν έχει σημασία ο προσδιορισμός του από το τραγούδι. Μπορεί ο καθένας να τον εννοεί με τρόπο διαφορετικό. Το σημαντικό είναι η διαπίστωση ότι βρίσκεται ο άνθρωπος σε μία αναζήτηση που θέλει να τον πάει πέρα από τα δεδομένα του. Απλώς για τον πιστό χριστιανό, η αναζήτηση ενός παραδείσου έξω από τον Χριστό και την αγία Του Εκκλησία ως σώμα Του είναι ένας χαμένος «παράδεισος» – μία άλλη θλίψη και στενοχώρια. Γιατί λειτουργεί με τα ίδια στοιχεία που φέρνουν την κόλαση: τα πάθη και τις κακίες. Για τους χριστιανούς όμως, ο Παράδεισος είναι η σχέση με τον Χριστό. Αυτός είναι ο Παράδεισος, γιατί είναι ο Δημιουργός, είναι η Αγάπη, είναι Αυτό για το Οποίο δημιουργήθηκαμε.

Πρέπει κανείς όμως να πιστέψει. Να πιστέψει δηλαδή στην Αγάπη του Δημιουργού που ήλθε στον κόσμο και μας τράβηξε και πάλι κοντά Του, δίνοντάς μας την ευκαιρία να Ζήσουμε και να Χαιρόμαστε,  ακόμη πια και μέσα στις εξωτερικές θλίψεις της ζωής αυτής -  «(μαζί Μου) πάντοτε χαίρετε». Μα το πρόβλημα της απιστίας  βρίσκεται εκεί: στην τύφλωση του ανθρώπου που αδυνατεί να πιστέψει ότι ο Πατέρας δεν λειτουργεί με τον τρόπο του πονεμένου και επαναστατημένου παιδιού. Κι η λύση είναι να στραφούμε έστω και τυφλοί προς Εκείνον και να κραυγάσουμε: δώσε μου λίγη πίστη. Και τη δίνει, γιατί η μόνη προϋπόθεση να βρει δίοδο μέσα μας είναι ένα ελάχιστο ταπείνωσης: να Τον θελήσουμε στη ζωή μας.

Η ευκαιρία του Παραδείσου από κει και πέρα είναι καθημερινή και απροσδόκητα κοντινή: κάθε φορά που θα βάζουμε τον εαυτό μας στον δικό Του δρόμο της Αγάπης, τότε θα διαπιστώνουμε ότι Εκείνος θα φανερώνεται μέσα μας. Ο Παράδεισος στα όριά μας, εδώ και τώρα.

 

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021

Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

«Μετά σαράντα ημέρες από την ενανθρώπηση του Κυρίου, η πάναγνη Μητέρα Του και ο δίκαιος Ιωσήφ έφεραν το θείο βρέφος στο Ιερό, σύμφωνα με το Μωσαϊκό Νόμο. Τότε και ο πρεσβύτης Συμεών, που είχε δεχθεί ως χρησμό από το Άγιο Πνεύμα ότι δεν θα πεθάνει, πριν να δει τον Χριστό Κυρίου, δέχτηκε αυτόν στην αγκαλιά του, και αφού ευχαρίστησε και ομολόγησε τον Θεό, φώναξε: «Τώρα μπορείς να πάρεις τον δούλο σου, Κύριε, ειρηνικά». Και μετά, γεμάτος χαρά, έφυγε από τη ζωή αυτή, ανταλλάσσοντας τα επίγεια με τα ουράνια και αιώνια».

Όλη η υμνογραφία της μεγάλης εορτής της Υπαπαντής του Κυρίου  τονίζει βεβαίως την ιστορική πραγματικότητα: τον ερχομό του Ιωσήφ με την Παναγία και τον Χριστό στον Ναό σαράντα ημέρες μετά τη Γέννηση του Κυρίου, και τη συνάντηση Αυτού με τον γέροντα Συμεών, αλλά μας ανοίγουν και τα πνευματικά μάτια, για να δούμε το «βάθος» της πραγματικότητας αυτής: την κατάπληξη των αγίων αγγέλων, που αδυνατούν να κατανοήσουν τα διαδραματιζόμενα στη γη, καθώς βλέπουν τον Δημιουργό του ανθρώπου να βαστάζεται ως βρέφος μέσα στην αγκαλιά ενός γέροντα. Και η μόνη εξήγηση που δίνουν είναι η φιλανθρωπία του Θεού. «Οι Ασώματοι βλέποντας τον Υιό της Θεοτόκου να οδηγείται προς τον Συμεών έλεγαν: Θαυμαστά και παράδοξα και ακατάληπτα θεωρούμε. Ο Δημιουργός του Αδάμ βαστάζεται ως βρέφος και χωράει στις αγκάλες του Γέροντα, λόγω της φιλανθρωπίας Του».

Στο μέγα αυτό μυστήριο  της ενανθρώπησής Του μετέχει ο γέρων Συμεών, ο οποίος φέρεται να μυσταγωγείται σε αυτό και να έχει θεοπτία μεγαλύτερη και καθαρότερη και από εκείνην του Μωυσή στο όρος Σινά. «Ο Μωυσής αξιώθηκε  να γίνει θεόπτης μέσα σε γνόφο και φωνή που μόλις ακουγόταν, ο Συμεών βάστασε τον Λόγο του Πατρός με το σώμα Του και αποκάλυψε το φως των Εθνών, δηλαδή  τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού» .

Η μυσταγωγία και θεοπτία αυτή του Συμεών από τη συνάντησή του με τον τεσσαρακονθήμερο Χριστό συνιστά το μέγιστο γεγονός της ζωής του. Διότι αφενός η γεροντική  αγκαλιά του γίνεται θρόνος του παντοκράτορα Θεού («Αυτός που φέρεται επί των Χερουβίμ και υμνείται από τα Σεραφίμ, σήμερα ενθρονίζεται σε πρεσβυτικές αγκάλες»),  αφετέρου, ακριβώς γι’ αυτό, φτάνει στο σημείο της πλήρους ελευθερίας, δηλαδή της επιθυμίας του να φύγει πια από τον κόσμο τούτο με χαρά  («Λέγε Συμεών, ποιον φέρεις στην αγκαλιά σου και χαίρεσαι μέσα στον Ναό; Σε ποιον κράζεις και βοάς: Τώρα έχω ελευθερωθεί, διότι είδα τον Σωτήρα μου;»)

Η επιθυμία του Συμεών να φύγει πια από τον κόσμο, επιθυμία που συνοδεύεται με μεγάλη χαρά, συνιστά το όριο της αγιότητας. Μόνον ο άγιος θέλει να φύγει από τη ζωή αυτή, όχι γιατί την βαρέθηκε ή απελπίστηκε – αυτό αποτελεί απιστία – αλλά γιατί ζει τη (σχετική) πληρότητα της σχέσης του με τον Χριστό και προσδοκά την τελειότητα της σχέσης μετά τη φυγή του από τον κόσμο. Όπως το λέει και ο απόστολος Παύλος: «Επιθυμώ να πεθάνω και να είμαι μαζί με τον Χριστό».

Οι ύμνοι μάλιστα της εορτής αποκαλύπτουν και μία διάσταση που δεν είναι πολύ γνωστή στον πιστό λαό: Θέλει να φύγει γρήγορα ο Συμεών, διότι δεν αντέχει να μη πάει να αναγγείλει στους πρωτοπλάστους, τον Αδάμ και την Εύα, το χαρμόσυνο άγγελμα, ότι δηλαδή πραγματοποιήθηκε η αρχική υπόσχεση του Θεού ότι θα έλθει ως άνθρωπος για να σώσει τον άνθρωπο από την πτώση σου στην αμαρτία. Και από την άποψη αυτή προηγείται ο Συμεών του Ιωάννου του Προδρόμου που κι αυτός στον Άδη προετοίμασε τον δρόμο του Μεσσία. «Ο Συμεών φώναζε: Φεύγω από τη ζωή αυτή, για να φανερώσω στον Αδάμ που  ζει στον Άδη και να φέρω στην Εύα, το χαρμόσυνο μήνυμα του ερχομού του Χριστού στον κόσμο».

Η συνάντηση του αγίου Συμεών με τον σαράντα ημερών Κύριο λειτουργεί ασφαλώς και για τούς πιστούς κάθε εποχής παραδειγματικά. Το σημειώνει ο υμνογράφος: «Εμπρός και εμείς, με ένθεα άσματα, ας συναντηθούμε με τον Χριστό και ας υποδεχτούμε Εκείνον, του Οποίου τη σωτηρία είδε ο Συμεών. Αυτός είναι Εκείνος που κηρύσσει ο Δαυίδ, Αυτός είναι Εκείνος που λάλησε μέσα από τους προφήτες, Αυτός που σαρκώθηκε για εμάς και μιλά με τον Νόμο Του. Αυτόν ας προσκυνήσουμε».