Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ (27 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)


«Αυτός ο μακάριος και θείος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, επειδή δεν καταφρονούσε το δίκαιο ανάλογα με τα πρόσωπα, αλλά έλεγχε και την ίδια τη βασίλισσα Ευδοξία για τις παρανομίες και τις αδικίες που γίνονταν από αυτήν, δύο φορές εξορίζεται και πάλι ανακαλείται. Για τρίτη και τελευταία φορά στέλνεται στην Κουκουσό της Αρμενίας. Από εκεί οδηγείται στην Αραβισσό, έπειτα στην Πιτυούντα, περιοχές όχι μόνον έρημες και με έλλειψη των αναγκαίων, αλλά που πολιορκούνταν πάντοτε και από τους γειτονεύοντες Ίσαυρους. Εκεί λοιπόν στην Πιτυούντα ο ένσαρκος άγγελος Ιωάννης καλείται από τον Δεσπότη όλων Χριστό μέσω του Πέτρου και του Ιωάννου, των ιερών αποστόλων, και μεταβαίνει προς τις αιώνιες σκηνές, ενώ το άγιο λείψανό του κατατίθεται στα Κόμανα του Πόντου μαζί με τους αγίους μάρτυρες Βασιλίσκο και Λουκιανό, όπως του το φανέρωσαν οι ίδιοι σε νυκτερινό όνειρο. Επειδή δε μετά από λίγο και ο βασιλιάς Αρκάδιος, όπως και η γυναίκα του Ευδοξία πέθαναν, έγινε δε βασιλιάς ο υιός τους Θεοδόσιος, ενώ και ο Πρόκλος ο μαθητής και υπηρέτης του αγίου Χρυσοστόμου με κοινή ψήφο έγινε Πατριάρχης, κατά το τέταρτο έτος της ιεραρχίας του πείθει ο μακάριος Πρόκλος τον βασιλιά Θεοδόσιο και στέλνει εκείνος στρατιώτες για την ανακομιδή του ιερού λειψάνου. Ο άγιος όμως δεν έδινε τον εαυτό του και έμενε ακίνητος, γι’ αυτό και ο βασιλιάς τον παρακαλεί με επιστολή, η οποία περιείχε τα εξής:
Επιστολή Βασιλέως Θεοδοσίου, Προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, Διδάσκαλο και Πνευματικό Πατέρα, Ιωάννη τον Χρυσόστομο.
Θεοδόσιος βασιλεύς. «Επειδή νομίσαμε, τίμιε Πάτερ, ότι το σώμα σου είναι νεκρό, όπως συμβαίνει και με τους άλλους ανθρώπους, θελήσαμε με απλότητα να το μετακομίσουμε και να το φέρουμε προς εμάς. Γι’ αυτό δικαίως  και λαθέψαμε στον σκοπό μας. Αλλά συ όμως, τιμιώτατε Πάτερ, συγχώρησέ μας τώρα που καταλάβαμε το λάθος μας, συ που δίδαξες σε όλους τη μετάνοια. Και σαν σε παιδιά που αγαπούν τους πατέρες τους δώσε μας πίσω τον εαυτό σου και εύφρανε αυτούς που σε ποθούν με την παρουσία σου». Όταν πήγαν λοιπόν την επιστολή στον άγιο και την έθεσαν πάνω στη σορό του, αμέσως εκείνος άφησε να τον πάρουν, οπότε οι απεσταλμένοι σήκωσαν τη σορό χωρίς κόπο. Μόλις έφτασαν αντίπερα από την Πόλη, φθάνει μεν ο βασιλιάς και όλη η σύγκλητος και ο πατριάρχης μαζί με τον κλήρο, ενώ βάζουν τη σορό, που είχε το σώμα του αγίου,  μέσα στο βασιλικό πλοίο. Έπεσε όμως καταιγίδα και τα μεν υπόλοιπα πλοία διασκορπίστηκαν σε άλλα μέρη, εκείνο δε στο οποίο ήταν το σώμα του αγίου, πήγε και άραξε στον αγρό της χήρας. Εκείνης της χήρας, την οποία αδίκησε η Ευδοξία, όταν άρπαξε τον αμπελώνα της. Κι επειδή ελέγχθηκε τότε από τον άγιο τον εξόρισε. Όταν αποδόθηκε λοιπόν ο αγρός στη χήρα, αμέσως έγινε γαλήνη στη θάλασσα, και πρώτα μεν το πλοίο οδηγείται στον ναό του αποστόλου Θωμά, στην περιοχή του Αμαντίου, έπειτα στον ναό της αγίας Ειρήνης, όπου και τον έβαλαν πάνω στο σύνθρονο, οπότε όλοι φώναξαν δυνατά: «Πάρε πίσω τον θρόνο σου, άγιε». Ύστερα, αφού εναποτέθηκε η σορός σε βασιλικό όχημα, φέρεται προς τον περιώνυμο ναό των Αποστόλων. Εκεί μόλις τοποθετήθηκε στην ιερά καθέδρα, φώναξε στο Ποίμνιο το «Ειρήνη πάσι». Έπειτα τον έθεσαν κάτω από τη γη, μέσα στο άγιο Βήμα, όπου τώρα βρίσκεται. Καθώς τελείτο δε η θεία Λειτουργία, γίνονταν θαυμάσια μεγάλα , μεταξύ των οποίων και αυτό: Κάποιος άνδρας δηλαδή, που έπασχε από αρθρίτιδα και δεν μπορούσε να εργαστεί, σχεδόν παντελώς ακίνητος, όταν άγγιξε τη σορό, αμέσως θεραπεύτηκε εντελώς από την αρρώστια του. Έτσι γνωρίζει ο Θεός να δοξάζει αυτούς που σε όλη τη ζωή τους δοξάζουν Αυτόν. Τελείται δε η Σύναξή του στον πάνσεπτο Ναό των αγίων Αποστόλων, όπου βρίσκεται και το ιερό του σώμα, κάτω από το Θυσιαστήριο».

Δεν μπορεί κανείς να μην τονίσει, όταν αναφέρεται στον Μεγάλο Πατέρα και Οικουμενικό Διδάσκαλο άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, το κήρυγμά του περί μετανοίας, που συνιστά  ένα από τα πιο αγαπημένα θέματά του - υπενθυμίζουμε ότι εννέα σπουδαίες ομιλίες περί αυτής έγραψε, χωρίς να αναφερθούμε και στις άλλες που θίγει επίσης το θέμα αυτό – ώστε «κήρυξ της μετανοίας» μεταξύ των άλλων ονομάζεται. Οι άγιοι υμνογράφοι της ακολουθίας του, Θεοφάνης και Ιωσήφ, αναφέρονται επανειλημμένως σ’ αυτό, όπως άλλωστε εξίσου αναφέρει και η ακολουθία του αγίου στις  13 Νοεμβρίου,  ημέρα της ενδόξου μνήμης του, κατά την οποία είχαμε κάνει λόγο και πάλι για τη μετάνοια που κήρυσσε, για την ομοιότητά του με τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, για τη σχέση του επ’ αυτού με τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον πρώτο κήρυκα επί του εδάφους της Καινής Διαθήκης της μετανοίας. Γι’ αυτό και είμαστε υποχρεωμένοι έστω και δι’ ολίγων να το δούμε, δεδομένου ότι, όπως είπαμε, οι υμνογράφοι Θεοφάνης και Ιωσήφ αναφέρονται συχνά πυκνά επ’ αυτού. Ο οίκος μάλιστα του κοντακίου έρχεται με διπλό τρόπο να μας θυμίσει τη μετάνοια, δεδομένου ότι ο ποιητής αφενός ζητά από τον άγιο να τον καθοδηγήσει στον δρόμο της μετανοίας, επειδή τόλμησε αυτός ο ελλειμματικός κατά την αρετή να σταθεί μπροστά στο σκήνωμα του αγίου, αφετέρου ο άγιος είναι ο κατεξοχήν αρμόδιος που μπορεί να γίνει ο οδηγητής του σε αυτήν, διότι κυρίως αυτό εκήρυσσε. «Η λαμπάς η των έργων μου, στυγνή πέφυκεν, Ιωάννη Χρυσόστομε, και δειλιώ προς υπάντησιν του ιερού σου σκήνους∙ αλλ’ αυτός με οδήγησον, και τας τρίβους μου εύθυνον, μετανοίας παρέχων μοι καιρόν πανάγιε, ως αυτής κήρυξ ένθεος, και των παθών μου των πολυτρόπων κατεύνασον ζάλην» (Η λαμπάδα από τα έργα μου είναι σχεδόν σβηστή, Ιωάννη Χρυσόστομε, και δειλιάζω για να συναντήσω το ιερό σου σκήνωμα. Συ ο ίδιος όμως οδήγησέ με και κατεύθυνε τους δρόμους μου, παρέχοντάς μου καιρό μετάνοιας, πανάγιε, διότι είσαι ο ένθεος κήρυκας αυτής, και κατεύνασε τη ζάλη των διαφόρων παθών μου).

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας λοιπόν πράγματι έρχονται και πάλι με αφορμή την ανακομιδή του ιερού λειψάνου του, να μας υπενθυμίσουν ότι ο άγιος κηρύσσει εκείνη τη μετάνοια στον πιστό λαό, η οποία προϋποθέτοντας την άπειρη αγάπη του Θεού προς αυτόν, γίνεται η μεγαλύτερη παρηγοριά του, εκείνη που του «σφουγγίζει οποιαδήποτε υγρότητα  της φοβερής απόγνωσης και δροσίζει τις καρδιές που έχουν καεί από την αμαρτία». «Της μετανοίας τον κήρυκα, τον σπόγγον τον πάγχρυσον, τον υγρότητα δεινής απογνώσεως αίροντα, και δροσίζοντα εκτακείσας καρδίας αμαρτίαις, Ιωάννην επαξίως τον Χρυσολόγον τιμήσωμεν» (Ας τιμήσουμε με επάξιο τρόπο τον χρυσό στους λόγους Ιωάννη, τον κήρυκα της μετάνοιας, το πάγχρυσο σφουγγάρι που παίρνει την υγρότητα της φοβερής απόγνωσης και δροσίζει τις καμένες από τις αμαρτίες καρδιές). Και πρέπει να προσέξουμε: ο άγιος δεν αμνηστεύει τις αμαρτίες ούτε υποβαθμίζει τις κακές της συνέπειες στο να αλλοιώνουν την ψυχοσωματική υπόσταση του ανθρώπου. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να κάνει τούτο εκείνος που υπήρξε «ο ποιμήν ο καλός και του αρχιποίμενος Χριστού μαθητής», δηλαδή εκείνος που τόνιζε ότι «διά της αμαρτίας ο θάνατος» και «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν»;

Εκείνο όμως που τονίζει και διαπρυσίως κηρύσσει είναι ότι μπορεί κάποιος να έχει αμαρτήσει με πολλά και μεγάλα αμαρτήματα, όμως τα αμαρτήματα αυτά δεν μπορεί να θεωρηθούν ισοστάσια της αγάπης του Θεού. Τίποτε δεν είναι σαν εκείνην, διότι η αυτοαγάπη, ο ίδιος ο Θεός,  τόσο μας αγάπησε, ώστε έπαθε και θυσιάστηκε για εμάς τους ανθρώπους, παρέχοντάς μας τη συγχώρηση. Αρκεί βεβαίως να θέλουμε κι εμείς τη συγχώρηση αυτή, δηλαδή να μετανοούμε. Διότι η όλη προσφορά του Θεού υπάρχει άπειρη και αιώνια, μένει όμως ανενέργητη χωρίς και τη δική μας θέληση. Αυτό τόνιζε λοιπόν ο άγιος Χρυσόστομος ενόσω ζούσε, αλλά και το ίδιο κηρύσσει και μετά θάνατον, γινόμενος έτσι ο μεγαλύτερος παρηγορητής των ανθρώπων.  Ο άγιος Θεοφάνης με πολλή ενάργεια και σαφήνεια μας το επισημαίνει: «Ει και νεκρός ει εν τάφω, αλλά ζων εν τω κόσμω, Χρυσόστομε, κηρύττεις μετάνοιαν και γράφεις συγχώρησιν, εγγυώμενος τοις μετανοούσι θερμώς» (Αν και είσαι νεκρός μέσα στον τάφο, όμως  ως ζωντανός μέσα στον κόσμο, Χρυσόστομε, κηρύσσεις και γράφεις τη μετάνοια, δίνοντας την εγγύηση της συγχώρησης γι’ αυτούς που μετανοούν με θερμό τρόπο).
 
Και οι δύο υμνογράφοι εμμένουν σε ό,τι ουσιαστικά προβάλλει η σημερινή εορτή: τη ζωντάνια του και μετά θάνατον. Δεν είναι μόνον το παραπάνω τροπάριο που τονίζει την αλήθεια αυτή, αλλά και όλη η υμνογραφία τους κινείται πάνω στη γραμμή αυτή, όπως άλλωστε φάνηκε και από το συναξάρι. Για παράδειγμα: «Νέκρωσιν καν τέθνηκε μη παθείν σαφώς ανεδίδαξε Βασιλείς ο Χρυσόστομος∙ αυτών γαρ προστάγμασιν απειθήσας το πρότερον, δεήσεσιν επανήκε το δεύτερον» (Ο Χρυσόστομος δίδαξε και πάλι με σαφήνεια τους βασιλείς ότι μολονότι νεκρός δεν υπέστη νέκρωση. Διότι αφού απείθησε την πρώτη φορά στα προστάγματά τους, δηλαδή να  φέρουν το λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη, τη δεύτερη φορά, με τις δεήσεις τους επανήλθε).  Για μία ακόμη φορά η Εκκλησία μας σήμερα κηρύσσει τη νίκη του Χριστού πάνω στον θάνατο. Νίκησε ο Χριστός, συνεπώς κάθε άνθρωπος, ιδίως ο πιστός, εν ενεργεία, νικά και αυτός. Ο θάνατος θεωρείται μετά τον ερχομό του Χριστού ως απλό επεισόδιο στη ζωή ενός ανθρώπου. Ουσιαστικά δεν υφίσταται. Και τα άγια λείψανα στην Εκκλησία μας είναι μία ισχυρή κραυγή της αλήθειας αυτής, την οποία ζούμε οι πιστοί και την χαιρόμαστε ιδίως σε εορτές ανακομιδής λειψάνων, σαν του αγίου Χρυσοστόμου σήμερα.

 

 

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΙΑ ΑΥΤΟΥ (26 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)


 

«Ο όσιος Ξενοφών ζούσε στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας μεγάλη υλική περιουσία, αλλά και μεγάλη κατά Θεόν ευσέβεια. Απέστειλε λοιπόν τους δύο υιούς του στην πόλη της Βηρυτού, μία από τις πόλεις της Φοινίκης, για να μελετήσουν και να μάθουν νομικά. Επειδή όμως το πλοίο που τους μετέφερε ναυάγησε, βγήκε αυτός μαζί με τη γυναίκα του σε αναζήτησή τους. Πράγματι βρήκε τα παιδιά του στα Ιεροσόλυμα, αλλά τα βρήκε ντυμένα το μοναχικό σχήμα, οπότε παρακινήθηκε και ο ίδιος με τη γυναίκα του να ακολουθήσουν και αυτοί τον μοναχικό βίο. Και τόσο πολύ πρόκοψαν στην αρετή, ο Ξενοφών, η γυναίκα του και τα παιδιά του, ώστε να αξιωθούν να κάνουν και θαύματα. Ευαρέστησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους τον Θεό και εξεδήμησαν προς Αυτόν».

Μόλις χθες, εξ αφορμής της μνήμης του Μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας, αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, αναφερθήκαμε στη φράση του, που συνιστά αξίωμα της χριστιανικής ζωής: «πράξίς εστιν θεωρίας επίβασις», η πράξη, η άσκηση δηλαδή πάνω στις εντολές του Χριστού, οδηγεί στη θεωρία ως θέα του Θεού και μετοχή σ’ Αυτόν. Αυτό ακριβώς βλέπουμε να εφαρμόζεται κατά απόλυτο τρόπο, θα λέγαμε, στους σημερινούς αγίους, τον όσιο Ξενοφώντα, τη γυναίκα του Μαρία και τα παιδιά τους Αρκάδιο και Ιωάννη. Αγωνίστηκαν να τηρήσουν τις εντολές του Κυρίου, γι’ αυτό και κέρδισαν τη Βασιλεία του Θεού – μία αλήθεια που τονίζει πολλές φορές η Εκκλησία μας σήμερα, διά γραφίδος του αγίου υμνογράφου Θεοφάνη. «Εν τη οδώ των εντολών σου βαδίζων θερμώς ο σος ικέτης, Δέσποτα, μονάς κατέλαβε καταλλήλους πόθω ζωής της αιωνίου επιλαβόμενος» (Βαδίζοντας με ζήλο την οδό των εντολών σου ο δούλος σου, Δέσποτα, κατάκτησε τις μονές εκείνες που υποσχέθηκες, επειδή αγωνίστηκε με πόθο για την αιώνια ζωή). «Εντολαίς του Δεσπότου επαγρυπνών, μακάριε Ξενοφών» (Αγρυπνούσες στις εντολές του Κυρίου, μακάριε Ξενοφών). Κι αυτός ο αγώνας του ήταν εκείνος που τον έκανε (όπως βεβαίως και την οικογένειά του) να τιμηθεί με τις πιο λαμπρές αξίες που οδηγούν από την πράξη στη θεωρία. «Φανοτάταις αξίαις τετιμημένος, φωτοφόρω διέπρεψας πολιτεία∙ την πράξιν γαρ επίβασιν θεωρίας ανέδειξας» (Τιμημένος με τις πιο λαμπρές αξίες, διέπρεψες στον γεμάτο φως τρόπο ζωής σου. Διότι την πράξη την ανέδειξες σε σκαλοπάτι για τη θεωρία).

Πρέπει βεβαίως να σημειώσουμε με έμφαση ότι η όδευση, η πορεία του πιστού πάνω στις εντολές του Χριστού, συνιστά, όπως αναφέραμε,  αξίωμα της χριστιανικής ζωής, διότι ακριβώς πρόκειται περί εντολών του Χριστού, του ίδιου του Θεού δηλαδή. Δεν ανήκει στην επιλογή ενός χριστιανού να τηρήσει ή όχι τις εντολές Εκείνου επομένως, εφόσον θέλει να είναι χριστιανός. Είναι ο μονόδρομος της ζωής του, που τον κάνει πράγματι να είναι αληθινά μαζί με τον Χριστό. Ο Ίδιος ήταν απολύτως σαφής: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε». «Ο μη αγαπών με του λόγους μου ου τηρεί». Και οι εντολές Του, όλοι γνωρίζουμε, συγκεφαλαιώνονται σ’ αυτό που διασώζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Αύτη εστίν η εντολή Αυτού, ίνα πιστεύσωμεν τω ονόματι του Υιού Αυτού και αγαπώμεν αλλήλους». Πίστη και αγάπη: ο δρόμος του χριστιανού, ο δρόμος της αγιότητας. Ο άγιος υμνογράφος  αυτό μας θυμίζει για τον όσιο Ξενοφώντα και τη συνοδεία του: πορεύτηκαν πάνω στην πίστη και την αγάπη, που φανερωνόταν κυρίως με την ελεημοσύνη τους. «Λάμπων αξιώμασι ψυχής, ελεημοσύνη και πίστει σαυτόν ελάμπρυνας» (Λάμποντας, λάμπρυνες τον εαυτό σου από τα αξιώματα της ψυχής, την ελεημοσύνη και την πίστη). Η φράση «αξιώμασι ψυχής» δεν πρέπει να παρέλθει ασχολίαστη. Ο υμνογράφος εδώ μας αποκαλύπτει ότι τηρώντας κανείς την πίστη και την ελεημοσύνη, δηλαδή την αγάπη, αποκτά αξιώματα, γίνεται αξιωματούχος. Η πίστη και η ελεημοσύνη είναι, μας λέει, τα πραγματικά αξιώματα του ανθρώπου. Όχι αυτά που θαυμάζουν οι πολλοί, τα επίγεια και κοσμικά αξιώματα, αλλά τα ψυχικά και πνευματικά, συνεπώς αυτά που μπορεί να αποκτήσει ο οποιοσδήποτε, αρκεί να θελήσει και να προσπαθήσει.

Ο άγιος Θεοφάνης όμως διατυπώνει και κάτι σ’ αυτό που γράφει για την τήρηση των εντολών του Χριστού από τον όσιο Ξενοφώντα, το οποίο είναι εξόχως ενδιαφέρον και επίκαιρο για κάθε εποχή, κυρίως όμως την δική μας. «Εντολαίς του Δεσπότου επαγρυπνών, εφ’ ομοίοις τε τρόποις παίδας τους σους ρυθμίζων, μακάριε Ξενοφών» (Ξαγρυπνούσες στις εντολές του Κυρίου, όπως και ρύθμιζες στους όμοιους με σένα τρόπους τα παιδιά σου, μακάριε Ξενοφών). Ο άγιος δηλαδή ένιωθε την ευθύνη του και ως γονιός. Δεν έλεγε ότι  αγωνίζεται μόνον για τον εαυτό του ή, ακόμη χειρότερα, δεν πίστευε ότι η ευθύνη του εξαντλείται στο να καλύψει τις σωματικές, βιοτικές και μορφωτικές  ανάγκες των παιδιών του. Χωρίς να υποβαθμίζει και αυτήν την προσφορά του – είδαμε και στο συναξάρι ότι έστειλε τα παιδιά του στη Βηρυτό για να σπουδάσουν νομικά – η έγνοια και η πρώτιστη φροντίδα του ήταν η ρύθμιση των παιδιών του στις εντολές του Κυρίου: να πιστεύουν σωστά στον Θεό και να αγαπούν τον συνάνθρωπό τους. Πώς όμως; Όχι τόσο με τα λόγια, όσο με το προσωπικό του παράδειγμα. «Επαγρυπνών ο ίδιος στις εντολές». Είναι άλλωστε γνωστό: λόγια χωρίς παράδειγμα είναι λόγια κενά, άσαρκα και ανούσια.  Είναι μία υποκρισία, που το μόνο που καρποφορούν είναι η αντίδραση και η ανυπακοή.

Και κάτι τελευταίο. Φαίνεται το ορθόδοξο φρόνημα του οσίου Ξενοφώντα απαρχής της ζωής του, από τη διάθεσή του να υπηρετεί τους πάντες και να καλύπτει τις ανάγκες τους, εφόσον είχε τα μέσα για κάτι τέτοιο, κυρίως όμως τους μοναχούς, οι οποίοι αποδεικνύονταν φτωχοί. Το σημειώνει ο υμνογράφος: «Ως πάντων οικονόμος προβεβλημένος, την πάντων επιμέλειαν ανεδείξω, τοις χρήζουσι τον πλούτον σου διανέμων, υποδεχόμενος, φιλοφρονούμενος  Μοναζόντων τάγματα, πάτερ όσιε» (Ως γνωστός σε όλους οικονόμος των πάντων, ανέλαβες τη φροντίδα όλων, μοιράζοντας τον πλούτο σου σ’ αυτούς που είχαν ανάγκη, υποδεχόμενος και περιποιούμενος τα τάγματα των μοναχών, πάτε όσιε). Και λέμε ότι στη στάση του απέναντι στους μοναχούς φαινόταν το ορθόδοξο φρόνημά του, διότι στην Εκκλησία μας ένα από τα κριτήρια ορθοδοξίας που έχουμε είναι και το πώς στέκεται κανείς απέναντι  στον μοναχισμό. Αν κανείς δεν δει τον μοναχισμό, την πλήρη δηλαδή αφιέρωση στον Θεό με τις αρετές της υπακοής, της παρθενίας και της ακτημοσύνης, ως τον δρόμο που έχει ευλογηθεί κατεξοχήν από τον Θεό, αφού εκεί δίνονται πολλές προκλήσεις αγιασμού των ανθρώπων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σωστός ορθόδοξος. Η Εκκλησία μας πάντοτε δύο δρόμους πρόβαλε – υπάρχουν πάντοτε και οι εξαιρέσεις - για την πορεία του πιστού: τον τίμιο γάμο και την ευλογημένη αφιέρωση στον Θεό διά της μοναχικής ζωής. Κι εννοείται βεβαίως ότι μιλάμε για τον αληθινό μοναχισμό, όπως όταν μιλάμε για τον γάμο, εννοούμε τον τίμιο γάμο που και αυτός ορθά βιούμενος εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού.

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ (25 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)


«Ο μέγας Γρηγόριος ο Θεολόγος έζησε επί της βασιλείας του Ουάλεντα. Πατρίδα του επίγεια μεν ήταν η δεύτερη των Καππαδοκών, η Ναζιανζός, (γεννήθηκε περί το 329/30 μ.Χ.), ουράνια δε, η άνω Ιερουσαλήμ. Γονείς του, ευγενείς και δίκαιοι, ήταν ο Γρηγόριος και η Νόννα. Ο πατέρας του ανήκε για πολύ στην ιουδαιο-ειδωλολατρική αίρεση των Υψισταρίων, την οποία εγκατέλειψε με την επιμονή και τις προσευχές της ευσεβεστάτης γυναίκας του, έγινε μάλιστα και επίσκοπος της πόλεως της Ναζιανζού. Όταν ο υιός Γρηγόριος μεγάλωσε και έλαβε μόρφωση και παιδεία, όπως κανείς άλλος (ως γνωστόν σπούδασε στην Ναζιανζό, στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου γνωρίστηκε με τον άγιο Βασίλειο, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και τέλος στην Αθήνα, όπου και δίδαξε  ρητορική) έγινε εξηγητής και διδάσκαλος της ζωής των περί αυτόν. Μεταξύ τούτων τιμά τον Μέγα Βασίλειο, τον πατέρα του Γρηγόριο, τον αδελφό του Καισάριο και την αδελφή του Γοργονία, με επιτάφιους λόγους. Γι’ αυτό και όσοι έγραψαν για τον ίδιο όχι από αλλού, αλλά από τους λόγους του πήραν τις αφορμές για όσα είπαν. Αυτό λοιπόν είναι ανάγκη μόνο να πούμε, ότι εάν έπρεπε να κατασκευαστεί μία εικόνα και στήλη στους ανθρώπους, η οποία να αποτελείται κατά μέρος από όλες τις αρετές, αυτό ήταν ο μέγας Γρηγόριος. Διότι αφού ξεπέρασε όλους τους εναρέτους ανθρώπους με τη λαμπρότητα της ζωής του, τόσο πολύ προχώρησε στη θεωρία, ώστε όλοι να ηττώνται από τη σοφία του, την αποτυπωμένη και στους λόγους και στα δόγματα. Γι’ αυτό και απέκτησε την επωνυμία «Θεολόγος». Έγινε μάλιστα και προεστώς της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως για δώδεκα έτη, μέχρι τη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο (381 μ.Χ.). Ήταν δε κατά τον τύπο του σώματος, μέτριος στο ύψος, λίγο ωχρός και ευχάριστος στην όψη, με πλατιά μύτη και σε ευθεία γραμμή τα φρύδια. Ο ένας από τους δύο οφθαλμούς, ο δεξιός, ήταν πιο αυστηρός, από μία ουλή στα βλέφαρα. Τα γένεια του δεν ήταν πολύ μακριά, αλλά αρκετά πυκνά, ήταν φαλακρός, λευκότριχος, με τα άκρα της γενειάδας όμως γκριζωπά. Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία και στο Μαρτύριο της Αγίας Αναστασίας στα έμβολα του Δομνίκου, και στην Εκκλησία των Μεγάλων Αποστόλων, όπου ο φιλόχριστος και πανευσεβής βασιλιάς μας Κωνσταντίνος ο πορφυρογέννητος, αφού έφερε το τίμιο λείψανό του από τη Ναζιανζό της Καππαδοκίας, το κατέθεσε εκεί».

Και οι δύο υμνογράφοι του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο άγιος Θεοφάνης και ο άγιος Κοσμάς ο Μαϊουμά, κυριολεκτικά δεν φείδονται επαίνων και εγκωμίων, προκειμένου να τονίσουν την υψηλότατη κορυφή της θεολογίας, τον άγιο Γρηγόριο. Δεν είναι μόνο ότι τον χαρακτηρίζουν, εκφράζοντας τη συνολική θέση της Εκκλησίας μας, ως «Πατέρα Πατέρων και Ποιμένα Ποιμένων και δόξαν Πιστών και φωστήρα Ιερέων και οικουμένης το κλέος», αλλά ακόμη, επιμένοντας στη θεολογική συμβολή του, τον  ονομάζουν «Θεολόγον τον δεύτερον και μύστην της θείας ελλάμψεως», «τον δεύτερον Επιστήθιον, τον του Λόγου αυτόπτην, τοις δόγμασι γενόμενον» (αυτόν που έγινε με τα δόγματά του δεύτερος επιστήθιος φίλος του Χριστού, σαν τον Ιωάννη τον αυτόπτη του Λόγου),  «Τριαδικόν Θεολόγον», «Θεολογίας Θεολόγον» (ωδή γ΄) – είναι ο δεύτερος μετά τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο συνεπώς που τιμήθηκε από την Εκκλησία με τον τίτλο του Θεολόγου.  Ο άγιος Γρηγόριος υπήρξε πράγματι, μοναδικός αυτός, ο Θεολόγος της ίδιας της Θεολογίας. Κατά τον μακαριστό πια καθηγητή της Πατρολογίας Σ. Παπαδόπουλο «ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Ναζιανζηνός, είναι ο επιφανέστερος, ο «άριστος» θεολόγος της Εκκλησίας μετά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Το θεολογικό του βάθος και η έντονη ποιητικότητα στο έργο του τον ύψωσαν σε πρότυπο μοναδικού κάλλους και λάμψεως». Γι’ αυτό για την Εκκλησία μας ο άγιος Γρηγόριος τελικώς είναι το δώρο του Θεού σ’ αυτήν την ίδια: «Ο Λόγος ο άναρχος…Σε, μάκαρ, τη Εκκλησία, οία Μητρί, λόγω και σοφία χαριτώσας σου τον νουν, δώρον χαρίζεται» (Ο άναρχος Θεός Λόγος, μακάριε, σε χαρίζει σαν δώρο στην Εκκλησία, σαν σε Μητέρα, αφού χαρίτωσε τον νου σου με λόγο και σοφία).

Παραξενεύει το γεγονός ότι και οι δύο υμνογράφοι στους κανόνες τους για τον άγιο Γρηγόριο δεν κάνουν καθόλου μνεία της σχέσεώς του για παράδειγμα με τον άλλο μεγάλο φωστήρα της Εκκλησίας, τον άγιο Βασίλειο: σε άλλη περίπτωση αυτό θα προβαλλόταν ως καίριο στοιχείο της μεγαλωσύνης ενός αγίου. Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι έχουν μείνει έκθαμβοι μπρος στη θεολογική δεινότητα του αγίου Γρηγορίου, τον ιδιαίτερο φωτισμό που δέχτηκε από τον Θεό, ώστε ως θεόπτης να μπορεί να εκφράσει και την εμπειρία της θέας και της αλήθειας του Θεού. Είναι ίσως μία έμμεση αναφορά τους ότι εκείνος που είναι τόσο φίλος με τον ίδιο τον Κύριο, που διείσδυσε τόσο πολύ στα της Τριαδικής Θεότητος, δεν έχει ανάγκη άλλων «εξωτερικών» βοηθημάτων, για να κατανοηθεί η μεγαλωσύνη του. «Χωρητικός γενόμενος θείων απαυγασμάτων, ένα Θεόν εν τρισί προσώποις, κατεφώτισας ημάς σέβειν, Γρηγόριε» (Μπόρεσες και χώρεσες μέσα σου τους θείους φωτισμούς, γι’ αυτό και μας φώτισες έντονα, Γρηγόριε, ώστε να σεβόμαστε τον ένα Θεό σε τρία πρόσωπα). Η είσδυση του αγίου μέσα στο φως της τρισηλίου θεότητος, ώστε με τη λάμψη αυτής να φωτίζει και τους πιστούς, γίνεται αγαπημένο κεντρικό θέμα των ύμνων των κανόνων. Κι αυτό όχι τυχαία: ο ίδιος ο άγιος Γρηγόριος στον 28ο ιδιαιτέρως λόγο του μιλάει προσωπικά και εμπειρικά για ό,τι έπαθε: «Τι είναι αυτό που έπαθα, φίλοι και μύστες και συνεραστές της αλήθειας; Έτρεχα για να κατανοήσω τον Θεό και έτσι ανέβηκα στο όρος (την θεολογία) και πέρασα μέσα από τη νεφέλη και βρέθηκα μέσα…Όταν δε κοίταξα, μόλις και είδα τα οπίσθια του Θεού…και εκεί έσκυψα». Οι υμνογράφοι λοιπόν ακολουθώντας πιστά τα λόγια του ίδιου του αγίου επισημαίνουν την ίδια πραγματικότητα: «Τω της θεολογίας όρει προσέβης, τα θεία μυσταγωγούμενος, θεοφάντορ Γρηγόριε∙ και τον άδυτον υπελθών γνόφον, την θεοτύπωτον εδέξω νομοθεσίαν, ομοούσιον, εγγεγραμμένην Τριάδα» (Ανέβηκες στο όρος της θεολογίας, οδηγούμενος στη μύηση των θείων, θεοφάντορ Γρηγόριε. Κι αφού μπήκες μέσα στο μυστήριο του φωτός του Θεού, δέχτηκες την θεοτύπωτη νομοθεσία, γραμμένη ως ομοούσια Τριάδα).

Ο άγιος Γρηγόριος είχε συνεπώς την αίσθηση ότι κινείται σαν τον Μωυσή στην Παλαιά Διαθήκη. Όπως εκείνος πήρε τον γραπτό Νόμο του Θεού, τις δέκα εντολές στο όρος Σινά, έτσι κι ο ίδιος, κατά νοερό τρόπο, εν Πνεύματι, γίνεται ένας νέος Μωυσής, που φωτίζεται σαν σε νέο Σινά, για να γνωρίσει την αλήθεια της ομοουσίου Τριάδος, και αυτήν την αλήθεια έπειτα και να εξαγγείλει. Ο ύμνος του αγίου Θεοφάνους στην ε΄ ωδή είναι σαφέστατος και επ’ αυτού: «Γνωστώς συ τον Όντα, ως πάλαι Μωσής, καθοράν, Θεορρήμον, επόθησας∙ και τούτου τα οπίσθια, τη πέτρα σκεπασθείς, ιδείν κατηξιώθης, και πέλαγος της θείας εμυήθης ουσίας, ακαταλήπτως φανερούμενον» (Κατά τρόπο γνωστό πόθησες και συ, όπως παλιά ο Μωυσής, να δεις τον αιώνιο Θεό. Και αξιώθηκες να δεις τα «οπίσθια» αυτού, δηλαδή όχι την ουσία αλλά την ενέργειά Του, αφού είχες το κάλυμμα του Χριστού, που είναι η πέτρα, και μυήθηκες έτσι στο πέλαγος της θείας ουσίας, το οποίο φανερώνεται κατά τρόπο ακατάληπτο). Ο άγιος Γρηγόριος λοιπόν, δείχνοντας και την ουσία  της αληθινής θεολογίας, δηλαδή ότι πρόκειται περί εκφράσεως της αλήθειας του Θεού, την οποία όμως ζει εμπειρικά και θεοπτικά, ήταν μυημένος στα της Τριαδικής Θεότητος – «μύστης της τρισυποστάτου Μοναρχίας και Θεότητος της εν Τριάδι» - γι’ αυτό και δίδαξε «ίσον τω Πατρί τον Λόγον και το Πνεύμα αγαθότητι και βασιλεία, ουσιώδη και φυσικήν την ταυτότητα γινώσκων και την ένωσιν» (ίσον τον Λόγον και το άγιον Πνεύμα με τον Θεό Πατέρα, ως προς την αγαθότητα και τη βασιλική εξουσία, γνωρίζοντας ο άγιος ότι η ταυτότητα και η ένωση μεταξύ τους των θείων προσώπων είναι ουσιαστική και φυσική).

Ο τονισμός της ισότητας του αγίου Πνεύματος και του Υιού και Λόγου του Θεού με τον Θεό Πατέρα (κάτι που διατυπώθηκε επισήμως στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συμπλήρωσε με πέντε ακόμη άρθρα τα επτά πρώτα  του Συμβόλου της Πίστεως, εξ ου και Σύμβολο Νικαίας (από την Α΄ Σύνοδο) – Κωνσταντινουπόλεως (από την Β΄ Σύνοδο) ονομάζεται) δεν ήταν βεβαίως μία αυθαιρεσία του αγίου Γρηγορίου. Φωτίστηκε όπως είπαμε από τον ίδιο τον Θεό, διείσδυσε στα της Θεότητας εν Πνεύματι, ακολουθώντας την ίδια την Αγία Γραφή και τους προγενεστέρους Πατέρες της Εκκλησίας, γι’ αυτό και ο ίδιος λέει ότι «σκεπάστηκε από την πέτρα, δηλαδή τον Χριστό». Με άλλα λόγια ο άγιος Γρηγόριος προέκτεινε ό,τι η Εκκλησία μέχρι εκείνη την ώρα είχε διατυπώσει, με την έννοια ότι γνώρισε πιο βαθιά, με φωτισμό Θεού, αυτό που  η Εκκλησία είχε διατυπώσει μέχρι την εποχή του. Και το γεγονός ότι η Εκκλησία αποδέχτηκε Συνοδικά αυτό που εκείνος κατεξοχήν εξήγγελλε, απέδειξε την αλήθεια της θεοπτίας και εμπειρίας του. Μη ξεχνάμε ότι τελικό κριτήριο για ό,τι μπορεί να διατυπώσει ακόμη και ένας μεγάλος άγιος είναι η ίδια η Εκκλησία, όταν μάλιστα αυτή εκφράζεται διά του στόματός της, της Οικουμενικής Συνόδου.

Ο άγιος Γρηγόριος βεβαίως αναφέρεται και στις προϋποθέσεις της Θεολογίας. Θεολογεί για την θεολογία, λέγοντας ότι αυτή δεν είναι θέμα των αμυήτων και επιπολαίων. Απαιτεί «σχολάσαι και γνώναι Θεόν», να αφιερωθεί κανείς στον Θεό και να Τον γνωρίσει, προϋποθέτει δε η γνώση αυτή κάθαρση καρδιάς, για να υπάρξει ο φωτισμός. Κι αυτή η κάθαρση πραγματοποιείται στον βαθμό που ο πιστός τηρεί τις εντολές του Θεού. Είναι κλασικό μάλιστα το χωρίο του περί της θεολογίας και του αληθινού θεολόγου: «Θέλεις να γίνεις κάποτε θεολόγος και άξιος της θεότητας; Τας εντολάς φύλαττε, διά των προσταγμάτων όδευσον: φύλαγε τις εντολές του Θεού, περπάτα πάνω στα προστάγματα Εκείνου. Πράξις γαρ επίβασις θεωρίας: η πράξη είναι το σκαλοπάτι για τη θεωρία». Ότι οι άγιοι υμνογράφοι καταγράφουν και αυτήν την αλήθεια στους κανόνες τους για τον άγιο είναι περιττό και να πούμε. Ο άγιος Θεοφάνης επισημαίνει μεταξύ άλλων: «Κάνοντας τον νου σου ηγεμόνα, κυριάρχησες στα πάθη της σαρκός. Κι έτσι μπόρεσες και χώρεσες τους θείους φωτισμούς» («Νουν ηγεμόνα ποιούμενος, παθών των της σαρκός κατεκράτησας∙ και χωρητικός γενόμενος θείων απαυγασμάτων»).

Μακρηγορούμε, αλλά δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε ότι ο άγιος μάς έμαθε και πώς να βλέπουμε και να μελετούμε και την αγία Γραφή: όχι ως ένα κοινό βιβλίο, όχι ως κείμενο που απαιτεί είτε τη μία μέθοδο προσέγγισης: την ιστορικογραμματική, είτε την άλλη: την αλληγορική. Ο άγιος φανερώνει: την αγία Γραφή την προσεγγίζουμε αγιοπνευματικά, δηλαδή με φωτισμό Θεού, κατά την αναλογία όπως είπαμε της καθάρσεως της καρδιάς. Τότε ξεπερνάμε το γράμμα, την επιφάνεια της Γραφής και οδηγούμαστε στο «απόθετον κάλλος», την κρυμμένη ομορφιά, εκεί που αποκαλύπτεται το ίδιο το Πνεύμα του Θεού. Κατά πώς το λέει και ο άγιος Κοσμάς ο ποιητής: «Ο το ευτελές ένδυμα του νομικού περιρρήξας γράμματος και το εν αυτώ θείον κάλλος και μυστικόν των θείων του Πνεύματος ημίν αναπτύξας Γραφών, παμμακάριστε Πάτερ, σε μεγαλύνομεν» (Συ, παμμακάριστε Πατέρα, που έσχισες το επιφανειακό ένδυμα του νομικού γράμματος, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ερμήνευαν την Γραφή οι Ιουδαίοι, και μας άνοιξες τη θεϊκή και μυστική ομορφιά των θείων Γραφών του Πνεύματος, που κρύβεται στο γράμμα της Γραφής, εσένα δοξάζουμε).

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΞΕΝΗ (24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)


«Η μακάρια αυτή και αοίδιμη Ξένη καταγόταν από τη μεγαλόδοξη πόλη της Ρώμης, από γένος έντιμο και με ζήλο για την πίστη. Όταν οι γονείς της θέλησαν να την παντρέψουν και είχαν ετοιμαστεί όλα τα σχετικά με τον γάμο, η αγία σηκώθηκε και έφυγε από τη νυφική παστάδα, μαζί με δύο άλλες γυναίκες, δύο υπηρέτριες, κι αφού μπήκε σε πλοίο και γνώρισε άλλους τόπους, τελικώς έφτασε στην πόλη των Μυλασσών. Μάλλον οδηγήθηκε σ’ αυτήν την πόλη από τον θεσπέσιο Παύλο τον μοναχό (ο οποίος φάνηκε σ’ αυτήν εκ Θεού στην Αλεξάνδρεια και έγινε οδηγός της για τα ανώτερα). Εκεί έφτιαξε ένα μικρό ευκτήριο ναό στο όνομα του αγίου πρωτομάρτυρος Στεφάνου, και μαζί με τις δύο υπηρέτριές της, όπως και με κάποιες άλλες που την πλησίασαν,  έζησε καρτερικά με μεγάλη άσκηση, απέχοντας από όλες τις κατ’ αίσθηση ηδονές και ακολουθώντας τον δρόμο που οδηγεί στην ουράνια πολιτεία.
Πέρασε λοιπόν τη ζωή της στο θέλημα του Θεού και μετά το όσιο και μακάριο τέλος της, είχε τη μαρτυρία από τον Ίδιο τον Θεό. Ημέρα μεσημέρι δηλαδή, την ώρα που ο ήλιος φώτιζε τη γη, φάνηκε σταυρός με αστέρια. Αυτόν τον σταυρό τον περικύκλωνε και τον κρατούσε στο μέσον άλλος χορός αστεριών, ώστε να φαίνεται ότι είναι στεφάνι για τη μακαρία Ξένη, που της δόθηκε από τον Θεό, για τη νηστεία και την αγρυπνία και την αγνότητά της. Κι αυτό έγινε φανερό, διότι με την απόθεση του λειψάνου της κάτω από τη γη, σταμάτησε να φαίνεται ο χορός και ο κύκλος των αστεριών. Τα σχετικά με την οσία έγιναν γνωστά, όταν μία από τις θεραπαινίδες της, τότε που επρόκειτο να φύγει από τη ζωή, διηγήθηκε την πατρίδα της μακαρίας και το επίσημο γένος της και το όνομα που είχε από τους γονείς της - διότι ονομαζόταν Ευσεβία – το οποίο το άλλαξε σε Ξένη, γιατί αγωνιζόταν να ζήσει κρυφά».

Είναι εύλογο: ο άγιος υμνογράφος της οσίας Ξένης – της οποίας τον βίο και το εγκώμιο έπλεξε ο μεγάλος Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας μας άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς – στο μεγαλύτερο ποσοστό του κανόνα του γι’ αυτήν προβάλλει την αγιασμένη ζωή της μέσα από το ίδιο το όνομά της: Ξένη. Και τούτο γιατί του δίνει την ευκαιρία να σχετίσει την αγία πρώτα από όλα με τον ίδιο τον Κύριο, τον κατ’ εξοχήν «ξένον», κατά την υμνολογία επίσης της Εκκλησίας μας, του Οποίου τον βίο προσπάθησε με τη χάρη του Θεού να μιμηθεί, να προβάλει τον πόθο της για την «ξένην ζωήν την εν ουρανοίς μένουσαν», να δείξει ότι έζησε στα ξένα, με τον τρόπο που δήλωνε ακριβώς και το όνομά της, να την παρακαλέσει ακόμη να βοηθήσει και εμάς που ζούμε ως ξένοι του Θεού, προκειμένου να γίνουμε οικείοι Αυτού. Θαυμάζει κανείς πράγματι την έμπνευση του εκκλησιαστικού μας ποιητή, αλλά και την καλή γνώση του στα θέματα της πνευματικής ζωής. Μερικά δείγματα από την υμνολογία της Εκκλησίας μας επιβεβαιώνουν τις παραπάνω αναφορές.

Η οσία μιμήθηκε τον Κύριο που ήλθε στον κόσμο τούτο ως ξένος. Η δική της ξενιτεία – η οποία από τους ασκητικούς διδασκάλους της Εκκλησίας μας θεωρείται ως σπουδαιότατη αρετή, που οδηγεί στη βάση όλων των αρετών, την ταπείνωση – αποτελεί μετοχή στην ξενιτεία Εκείνου, δείγμα της αγάπης της σ’ Αυτόν. «Θεοπρεπεί τη μιμήσει συ ξενιτεύσασα του δι’ ημάς εξ άνω προς ημάς κατελθόντος, υψώσαι τους πεσόντας, μένεις σοφή, συγγενέσι μεν άγνωστος, αλλ’ ευσεβέσι γνωστή» (Ξενιτεύτηκες εσύ, σοφή Ξένη, μιμούμενη τον τρόπο του Θεού, που για χάρη μας κατήλθε από τον ουρανό σ’ εμάς, προκειμένου να υψώσει τους πεσμένους στην αμαρτία, και γι’ αυτό μένεις άγνωστη μεν στους συγγενείς σου, αλλά γνωστή στους ευσεβείς). «Ξένην εννοήσασα ζωήν εν ουρανοίς την μένουσαν και μη παρερχομένην, την κλήσιν ως την πράξιν ημείψω, και έδραμες έλαφος ως διψώσα, αθανάτου κατ’ ίχνος μνηστήρος» (Έβαλες στο μυαλό σου την ξένη ζωή που μένει στους ουρανούς και δεν παρέρχεται, γι’ αυτό και έκανες το όνομά σου πράξη, κι έτρεξες σαν διψασμένο ελάφι στα ίχνη του αθανάτου μνηστήρα σου Χριστού).

Η δίψα της οσίας για τον Χριστό κάνει τον υμνογράφο εν προκειμένω να φτάσει σε σπουδαία ύψη λυρισμού, όπως γίνεται συνήθως σε παρόμοιες περιπτώσεις οσίων γυναικών. Ο υμνογράφος δηλαδή ακολουθώντας τον έρωτα της ανθρώπινης ψυχής προς τον Θεό, όπως αποτυπώνεται ιδίως στο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης «Άσμα ασμάτων», βάζει και την οσία με τον ίδιο έρωτα προς τον Χριστό να διαλέγεται μαζί Του. «Ως δάμαλις ποθούσα του ποιμένος το θείον κάλλος εκραύγαζες∙ Πού νυν ποιμαίνεις, Νυμφίε; Πού κοιτάζη, ειπέ μοι; Επιποθώ σου ιδείν την υπερβάλλουσαν θέαν και φλέγομαι πάντοθεν» (Σαν δάμαλη που ποθεί τη θεϊκή ομορφιά του ποιμένα, κραύγαζες: Πού ποιμαίνεις το ποίμνιό σου, Νυμφίε; Πού είναι το σπίτι σου, πές μου. Έχω τον πόθο να δω την πάνω από όλα τα ανθρώπινα θέα του προσώπου σου και φλέγομαι από παντού). Για να απαντήσει ο νυμφίος Χριστός στην αναζήτηση αυτή της οσίας Ξένης: «Εράσμιον το κάλλος το εμόν, βοά ο Νυμφίος, ζητούσα, σεμνή, ταις αρεταίς λαμπρυνθείσα, εις ουρανούς με σκόπει∙ εκεί ποιμαίνω εγώ, και τα εμά προσκαλούμαι εκάστοτε θρέμματα» (Αφού ζητάς, σεμνή,  τη δική μου αγαπητή ομορφιά, φωνάζει ο Νυμφίος, και έγινες λαμπρή από τις αρετές, αναζήτησέ με στους ουρανούς. Εκεί ποιμαίνω εγώ και εκεί προσκαλώ κάθε φορά τα δικά μου πρόβατα).

Η επιλογή της οσίας Ξένης να ζήσει ως ξένη επί της γης, ώστε να αποκτήσει τον θείο έρωτα στην ψυχή της του ελθόντος ως Ξένου σε εμάς Χριστού – «επί ξένης φερωνύμως βιούσα», στην ξένη χώρα έζησες ως ξένη, όπως λέει το όνομά σου – δεν ήταν κάτι που ήλθε ξαφνικά. Η επιλογή της να φύγει στα ξένα ήταν καρπός μιας μακράς διεργασίας μέσα της, που απλώς φανερώθηκε όταν τα πράγματα στένεψαν γι’ αυτήν με τον γάμο που της ετοίμασαν οι γονείς της. Και αυτό εξαρχής, ήδη στο πρώτο στιχηρό του εσπερινού της αγίας, επισημαίνει ο υμνογράφος: «Μεταναστεύουσα πρώην τη διαθέσει, Σεμνή,  και βεβαιούσα έργω το κριθέν σοι εννοία, εξήλθες της ματαίας των ηδονών, μακαρία, λειότητος» (Μετανάστευσες από πριν με τη διάθεση, Σεμνή, και βεβαίωσες έπειτα έμπρακτα αυτό που είχες αποφασίσει με το νου σου, γι’ αυτό και βγήκες, μακάρια Ξένη, από τον μάταιο γλιστερό δρόμο των ηδονών). Πράγματι, ο υμνογράφος κάνει μία σοβαρή εδώ παρατήρηση, ψυχολογικού και ανθρωπολογικού περιεχομένου: αυτό που κάνουμε πράξη στη ζωή μας, συνήθως έχει προετοιμαστεί μέσα στην ψυχή μας προ πολλού. Κι όταν οι συνθήκες γίνουν οριακές, όταν στενέψουν τα πράγματα, τότε το κυοφορούμενο φτάνει να γίνει τοκετός. Είναι αυτό που επισημαίνει και η Εκκλησία μας και για την ίδια την αμαρτία: η πράξη της αμαρτίας προϋποθέτει την εσωτερική της διεργασία: η αμαρτία ξεκινά από τη στιγμή που η προσβολή της γίνει αποδεκτή ως διάθεση στον άνθρωπο, αρχίζει να ευχαριστείται αυτός με τη σκέψη της, να αιχμαλωτίζεται, να φτάνει στην πράξη. Γι’ αυτό και αμαρτία είναι και οι λογισμοί της αμαρτίας και όχι μόνον οι συγκεκριμένες ενέργειές της. Το ίδιο όμως συμβαίνει και αντιστρόφως: μία καλή πράξη ετοιμάζεται εσωτερικά, που σημαίνει ότι κι αν δεν φτάσει να εκφραστεί, ήδη ενώπιον του Θεού έχει θεωρηθεί ως ενέργεια.

Είναι περιττό βεβαίως να σημειώσουμε ότι οι ύμνοι της Εκκλησίας μας προβάλλουν και το περιεχόμενο της ασκητικής διαγωγής της οσίας Ξένης, όπως και την επίδρασή της στις άλλες γυναίκες που την ακολούθησαν. Ιδίως η αγνότητά της ως νέκρωση της αμαρτίας μέσα της, η εγκράτειά της, τα δάκρυά της είναι εκείνα που ο υμνογράφος δεν παραλείπει να μας περιγράψει: «Προίκα τω Χριστώ προσήξας την αγνείαν, νέκρωσιν μελών και πόνους εγκρατείας» (Έφερες στον Χριστό ως προίκα την αγνότητά σου, τη νέκρωση των μελών σου και τους κόπους της εγκράτειας)∙ «Βρέχουσα στρωμνήν τοις δάκρυσιν, οσία, και μετά σποδού εσθίουσα τον άρτον» (έβρεχες τη στρωμνή σου με τα δάκρυά σου, οσία, και έτρωγες τον άρτο σου με στάχτη, δηλαδή ζούσες τη μετάνοια σαν τον προφητάνακτα Δαβίδ). Κι από την άλλη, «έγινες παράδειγμα των καλών και έτσι έλκυσες πολλές ψυχές στη σωτηρία, που είχαν διαστραφεί από την εμπαθή προσκόλληση στον κόσμο» («Τύπον σεαυτήν καλών παρεχομένη, είλκυσας πολλάς ψυχάς εις σωτηρίαν, απορραγείσας του κόσμου της προσπαθείας»).

Ο υμνογράφος νιώθει την ανάγκη να παρακαλέσει την αγία να πρεσβεύσει και για εκείνον, δηλαδή για τον καθένα μας, που με τις αμαρτίες μας γινόμαστε ξένοι από τις εντολές του Θεού. «Τον ξενωθέντα μακράν των εντολών του Θεού ημών, οικειωσόν με ταις σαις, οσία, δεήσεσι και ξένον με ποίησον της δεινής γεένης και παθών συνεχόντων με» (Εμένα που έγινα ξένος από τις εντολές του Θεού μας, κάνε με δικό Του με τις δεήσεις σου, οσία, και επίσης κάνε με ξένο από τη φοβερή κόλαση και από τα πάθη που με καταδυναστεύουν).  

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΑΓΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ (ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ)


α. Αν την προηγουμένη Κυριακή μιλήσαμε για τους μεγάλους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας αγίους Αθανάσιο και Κύριλλο, οι οποίοι βοήθησαν την Εκκλησία στη συνειδητοποίηση της πίστεώς της περί του Ιησού Χριστού ως ομοουσίου με τον Θεό Πατέρα και τελείου Θεού και τελείου ανθρώπου, η σημερινή Κυριακή μας δίνει την ευκαιρία να μιλήσουμε για τη θεολογική προσφορά ενός άλλου Πατέρα και Διδασκάλου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος με τη ζωή και τη διδασκαλία του εξίσου βοήθησε στη συνειδητοποίηση του ποιο είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Άγιον Πνεύμα. Ιδιαιτέρως καθοδηγητής μας θα είναι το απολυτίκιο του αγίου.

β. 1. (α) «Ο ποιμενικός αυλός της θεολογίας σου τας των ρητόρων ενίκησε σάλπιγγας». Ποιοι ήταν αυτοί οι ρήτορες που σάλπιζαν κατά της πίστεως της Εκκλησίας την εποχή του αγίου Γρηγορίου; Ήταν οι λεγόμενοι Πνευματομάχοι, εκείνοι δηλαδή που αρνούνταν τη θεότητα του αγίου Πνεύματος, μετά μάλιστα τη διατράνωση της πίστεως της Εκκλησίας περί του Ιησού Χριστού ως ομοουσίου του Πατρός. Και οι αιρετικοί αυτοί διαβαθμίζονταν ανάλογα με την ένταση της αμφισβήτησής τους. «Δεν είναι το άγιον Πνεύμα Θεός, έλεγαν, αλλά μία δύναμη του Θεού».
(β) Και μιλάει για σάλπιγγες των ρητόρων και για ρήτορες, γιατί φώναζαν  και δημιουργούσαν πολλά προβλήματα στην πίστη, ενώ χρησιμοποιούσαν ως επιχειρήματα τα λόγια όχι του Ευαγγελίου, μα των κοσμικών ρητόρων με τα τεχνάσματα της ανθρώπινης λογικής.

2. Αλλά ο Θεός διάλεξε την εποχή εκείνη τον άγιο Γρηγόριο προκειμένου να αντιπαρατάξει στη τεχνολογία των αιρετικών Πνευματομάχων τη θεολογία της Εκκλησίας Του. Διότι ο μέγας Πατήρ θεολογούσε και δεν τεχνολογούσε, που σημαίνει πως ό,τι έλεγε ήταν ο λόγος του Θεού και όχι ο σκοτεινιασμένος τεχνικός ανθρώπινος λόγος. Και τι είπε ο άγιος Πατέρας; Εκφράζοντας τη ζωή της Εκκλησίας μαρτύρησε την αλήθεια ότι το Άγιον Πνεύμα δεν είναι μία δύναμη απλώς του Θεού, αλλά το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Ίδιο Θεός με τα άλλα πρόσωπα του Πατρός και του Υιού, το Οποίο εκπορεύεται, κατά την αποκάλυψη του Κυρίου, από τον Θεό Πατέρα και στέλλεται στον κόσμο από τον Υιό φανερώνοντας Αυτόν στις καρδιές των ανθρώπων.
 Το επιχείρημα του ιερού Πατρός ήταν ατράνταχτο: αν το Άγιον Πνεύμα δεν είναι Θεός, τότε πώς μπορεί να μας φανερώνει τον Θεό και να μας κάνει κι εμάς Θεούς κατά χάριν; Κανείς δεν μπορεί να προσφέρει αυτό που δεν έχει. Το Άγιον Πνεύμα μάς αποκαλύπτει τον Θεό, γιατί ακριβώς είναι το Ίδιο Θεός. Λοιπόν κατέληγε λίγο προκλητικά ο άγιος με τον φωτισμό του Θεού: αν δεν είναι Θεός το Πνεύμα, ας πάει πρώτα να θεωθεί κι έπειτα ας θεώσει κι εμάς! Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε ότι τα πάντα στην Εκκλησία: η πίστη, η αγάπη, τα μυστήρια, η πνευματική ζωή, υφίστανται και υπάρχουν με την ενέργεια του Αγίου αυτού Πνεύματος. Αν ο Χριστός έτσι αποτελεί την κεφαλή της Εκκλησίας, το Άγιον Πνεύμα συνιστά την ψυχή της. Και πράγματι η Εκκλησία μας διά της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (381) επικύρωσε τη θεολογία αυτή του αγίου Γρηγορίου, με αποτέλεσμα να συμπληρώσει το Σύμβολο της Πίστεως της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας (325).

3. Το απολυτίκιο όμως μας εξηγεί το πώς ο άγιος Γρηγόριος έγινε «σκεύος εκλογής» του Θεού και μάλιστα χαρακτηρίσθηκε ως ο δεύτερος θεολόγος της Εκκλησίας μετά τον πρώτο, τον άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή. «Ως γαρ τα βάθη του Πνεύματος εκζητήσαντι, και τα κάλλη του φθέγματος προσετέθη σοι». Ζήτησες τα βάθη του Πνεύματος και σου προστέθηκαν και τα κάλλη του λόγου.
(α) Εκζήτησε λοιπόν τα βάθη του Αγίου Πνεύματος ο άγιος. Σκοπός του δηλαδή ήταν η γνώση του Θεού, με την έννοια της σχέσεως και της εμπειρίας του Θεού. Και η εμπειρία αυτή αποκτάται με το ίδιο το Άγιον Πνεύμα. Ζήτησε να αποκτήσει το Πνεύμα του Θεού, γι’ αυτό αφιερώθηκε στον Θεό, («δει σχολάσαι και γνώναι Θεόν»: πρέπει να αφιερωθεί κανείς στον Θεό για να γνωρίσει τον Θεό, είναι μία δική του φράση), καθαρίζοντας τον εαυτό του από κάθε τι αμαρτωλό. Κι αυτό γιατί ο καθαρός και άγιος Θεός μόνο στον καθαρό και άγιο άνθρωπο μπορεί να αποκαλύπτεται. Όπως διαρκώς το επισημαίνουν οι προσευχές της Θ. Λειτουργίας: Ο Θεός είναι ο άγιος που επαναπαύεται στις καρδιές των αγίων («ο εν αγίοις αναπαυόμενος»).
(β) Και την εμπειρία του Πνεύματος του Θεού που απέκτησε μπόρεσε να την κάνει λόγο και να τη διατυπώσει, γιατί του χαρίστηκε το κάλλος του λόγου, επειδή προφανώς ο νους του είχε την ανάλογη δεκτικότητα. Και το λέμε αυτό, γιατί πολλοί άγιοι απέκτησαν εμπειρία του Θεού, αλλά δεν είχαν όλοι το χάρισμα της σοφίας ως δυνατότητας εκφράσεως της εμπειρίας τους από τη γνώση του Θεού.

γ. Είμαστε ευγνώμονες στον άγιο Γρηγόριο, ο οποίος μάς βοήθησε στη σχέση μας με τον Θεό. Αλλά ασφαλώς απείρως περισσότερο είμαστε ευγνώμονες στον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος χαρίτωσε κι αυτόν τον άγιό Του για την προσφορά του αυτή. Κι είναι σαν να μας φωνάζει και σήμερα ο άγιος: σκοπός της ζωής δεν είναι απλώς να είμαστε καλοί άνθρωποι ή να περάσουμε ανώδυνα τα όποια χρόνια της εδώ ζωής μας. Σκοπός μας είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή η ορθή εκκλησιοποίησή μας, με την έννοια ασφαλώς της ενεργοποίησης στην καθημερινότητά μας της ήδη δοσμένης σε εμάς διά του αγίου βαπτίσματος χάρης του Θεού. Ό,τι με άλλα λόγια μάς έχει δοθεί εν σπέρματι: το Πνεύμα του Θεού, αυτό και να το καλλιεργήσουμε και να το αυξήσουμε, «άχρις ου μορφωθή Χριστός εν ημίν».

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ (ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ) (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)


 
«Τοιοτος μν πρεπε ρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος...» (῾Εβρ. ζ´ 26 )

α. ῾Η Εκκλησία μας πί τμνήμτν μεγάλων ατς Πατέρων καί Διδασκάλων γίων ρχιερέων χει πιλέξει κενο τό νάγνωσμα πό τήν πρός Εβραίους πιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, τό ποο κάνει λόγο γιά τήν ρχιερωσύνη τοΚυρίου μν ΙησοΧριστοῦ, προκειμένου διατοτοτρόπου νά φανερώσει τι οἱ ἅγιοι ατοί Πατέρες ζησαν τήν πί γς ζωή τους κατά τόν τρόπο τοΚυρίου. ῞Οπως δηλαδή Κύριος πρξε κατεξοχήν ρχιερεύς πειδή θυσιάστηκε πέρ τς τοκόσμου ζως, κατά τόν διο τρόπο καί οἱ ἅγιοι Πατέρες μετέχοντας στήν ρχιερωσύνη ατή τοΚυρίου ζησαν τή ζωή τους ντιστοίχως: μέ θυσία τοῦ ἑαυτοτους πέρ τοποιμνίου τους καί πέρ τς Εκκλησίας, μέ σιότητα καί κακία. Ατό κριβς συμβαίνει καί μέ τή σημερινή ορτή τομεγάλου Πατρός καί ΟκουμενικοΔιδασκάλου γίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.

β. 1. Καί θά πρέπει νά θυμίσουμε καταρχάς τι Κύριος πιτέλεσε τό πολυτρωτικό Του ργο καί μέ τό κήρυγμα καί τά θαύματά Του φανερώνοντας τό προφητικό λεγόμενο ξίωμά Του, καί μέ τήν παντοδυναμία Του ς Θεός μέ τήν Ανάσταση, τήν Ανάληψη, τήν κ δεξιν τοΠατρός καθέδρα Του, τήν ποστολή τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί τήν δρυση τς Εκκλησίας Του φανερώνοντας τό βασιλικό ξίωμά Του, καί προπαντός μέ τήν λη ν Πάθει ζωή Του ποκορύφωμα τς ποίας ταν Σταυρός φανερώνοντας τό ρχιερατικό ξίωμά Του. ῾Η ρχιερωσύνη δίως τοΚυρίου ταν ατή πού πέφερε τό ποφασιστικό πλγμα κατά τοδιαβόλου καί τς μαρτίας, συνεπς καί τοῦ ἀποτελέσματός της τοθανάτου, ἀφοῦ ὁ Κύριος πάνω στόν Σταυρό βεβαιώνει τόν θυσιαστικό χαρακτήρα τς ερωσύνης, «αρων τήν μαρτίαν τοκόσμου» καί καταργώντας «τόν τό κράτος χοντα τοθανάτου, τοτέστιν τόν διάβολον». Γιατό καί «δει παθεν  τόν Χριστόν», κατά τόν προφητικό καί εαγγελικό λόγο.

2. Σατήν τήν ληθινή ρχιερωσύνη τοΚυρίου, τύπος τς ποίας ταν ἡ ἱερωσύνη στήν Παλαιά Διαθήκη, μετέχουν λοι οἱ ἐν Χριστβαπτισμένοι στήν Εκκλησία – πρόκειται γιά τήν πνευματική λεγόμενη ερωσύνη, τό «βασίλειον εράτευμα» κατά τόν πόστολο - ἰδίως δέ οἱ ἀρχιερες καί ερες κατά «προσθήκην Πνεύματος» (ἱ. Χρυσόστομος)  μέ τό μυστήριο τς ερωσύνης - ἡ λεγόμενη εδική χειροτονημένη ερωσύνη. Ατό σημαίνει τι λοι οπιστοί, λαϊκοί καί κυρίως κληρικοί, ἔχουν δεχθετή χάρη τς θυσίας ς μέλη Χριστοῦ. Κι ταν λέμε χάρη θυσίας ννοομε τή χάρη τς ν γάπδιακονίας πρός χάρη τν δελφν καί λου τοκόσμου πού φθάνει μέχρι τοβαθμοτς πλήρους παραθεώρησης τν προσωπικν συμφερόντων πέρ τν συνανθρώπων τους. «Ατη στίν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἵνα γαπτε λλήλους, καθώς γώ γάπησα μς. Μείζονα ταύτης γάπην οδείς χει, ἵνα τις τήν ψυχήν ατοθῇ ὑπέρ τν φίλων ατο» (ὁ Κύριος).

Αν τήν ερωσύνη δέν τήν κατανοήσει κανείς κατατό τό πρότυπο τοΚυρίου καί τν ποστόλων Του -  τό ξαναλέμε: ὡς θυσιαστική ν γάπδιακονία τοσυνανθρώπου – τότε δυστυχς διαστρέφεται καί κφυλίζεται σέ κοσμικοτύπου ξάσκησή της, ἡ ὁποία λέγχθηκε καί καταδικάστηκε  πό τόν διο τόν Κύριο: «Οδοκοντες ρχειν τν θνν κατακυριεύουσιν καί κατεξουσιάζουσιν ατν. Οχ οτως σται ν μν, ἀλλ᾽ ὅστις θέλει πρτος εναι, ἔστω πάντων σχατος καί πάντων διάκονος». «Οκ λθον διακονηθναι, ἀλλά διακονσαι». «᾽Εγώ εμι ν μέσῳ ὑμν ς διακονν». ῞Ολοι λοιπόν οπιστοί, κατεξοχήν οκληρικοί, ἔχουμε τή δυναμική τς γάπης, ἡ ὁποία ταν πιβεβαιώνεται  διά τς προσωπικς μας ζως μς κάνει ληθινά μετόχους τς ερωσύνης τοΧριστοῦ, μς κάνει δηλαδή ντως ερες. Ατή εναι καί πραγματική ννοια πού δίνει καί Κύριος γιά τόν ποιμένα. ᾽Αληθινός ποιμένας εναι ατός πού θυσιάζεται γιά τό ποίμνιό του καί πού βρίσκεται σέ τοιμότητα πάντοτε νά σκύβει ν γάππρός τά προβλήματα τν νθρώπων γινόμενος «τος πσι τά πάντα». «᾽Εγώ εμι ποιμήν καλός. ῾Ο ποιμήν καλός τήν ψυχήν ατοτίθησιν πέρ τν προβάτων».

3. Τέτοιος ερέας καί ρχιερέας καί τέτοιος ποιμένας κατά τό πρότυπο τοΚυρίου πρξε καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. ῞Ολη του ζωή ταν μία διάκοπη δοξολογία τοΚυρίου καί μία έναη διακονία τν συνανθρώπων του. Καί πρό τς χειροτονίας του σέ κληρικό, κατεξοχήν μως μετά πό ατήν, ἰδίως φότου νλθε στόν ρχιεπισκοπικό θρόνο τς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ προσωπική του ζωή ταν ζωή τν λλων. ῎Εχοντας καθαρίσει διά τς σκητικς του διαγωγς σο ταν δυνατόν στόν νθρωπο τήν καρδιά του πό τά ψεκτά πάθη – τή φιληδονία, τή φιλαργυρία, τη φιλοδοξία – δέχτηκε τίς φωτιστικές κτίνες τοΠνεύματος καί βίωσε τήν ληθινή γάπη. Συνεπς ἡ ἀναφορά του διαρκς ταν Θεός καί συνάνθρωπος. Καί μάλιστα εχε κατανοήσει στόν πόλυτο βαθμό τι τόν Θεό Τόν συναντκανείς στό πρόσωπο καί τοπιό λάχιστου δελφοῦ. Τό «φ᾽ ὅσον ποιήσατε νί τούτων τν δελφν μου τν λαχίστων, ἐμοί ποιήσατε» τοΚυρίου τό εχε ς τό στημόνι τς γιασμένης βιοτς του.

Τήν ἀλήθεια αὐτήν τήν ἐπισημαίνουμε σέ πάμπολλες περιπτώσεις τῆς ἁγιασμένης ζωῆς του, φάνηκε δέ στό ἔπακρο ὅταν προήδρευσε στή Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο στήν Κωνσταντινούπολη (381). Ἐνώ ήταν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐν Πνεύματι φωτίστηκε ἰδιαιτέρως προκειμένου νά κατανοηθεῖ καί νά διατυπωθεῖ ἡ θεότητα τοῦ τρίτου προσώπου τῆς ἁγίας Τριάδος, τοῦ ἁγίου Πνεύματος, κάτι πού ὁδήγησε καί στή συμπλήρωση τῶν ἄρθρων τοῦ συμβόλου Πίστεως τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό Κύριον, τό Ζωοποιόν….», ἐνῶ ἡ μεγάλη προσωπικότητά του σφράγιζε τήν ἐποχή του ἀναδεικνύμενος ὡς φαεινός ἀστήρ, δέν δίστασε νά καταθέσει τήν παραίτησή του ὅταν μικρόψυχοι ἐπίσκοποι τόν ἀμφισβήτησαν ἀπειλώντας τήν ἑνότητα τῆς Συνόδου καί τῆς πίστεως. «Εἶναι προτιμότερο νά χαθῶ ἐγώ - ἔλεγε - νά ριχτώ στή θάλασσα σάν τόν προφήτη Ἰωνᾶ, μόνο νά ὑπάρξει ἡ ἑνότητα καί νά διατρανωθεῖ ἡ ἀλήθεια». Καί γι’ αὐτόν ἀσφαλῶς ἰσχύουν τά λόγια τοῦ ἄλλου μεταγενέστερου ἀστέρα τῆς Ἐκκλησίας ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου «Καί γάρ ἀρχή καί τέλος ἀρετῆς ἁπάσης ἡ ἀγάπη» (Γιατί ἀρχή καί τέλος κάθε ἀρετῆς εἶναι ἡ ἀγάπη). Πού θά πεῖ: ἡ ὅποια ἀλήθεια τῆς πίστεως, τό ὅποιο δόγμα τῆς Ἐκκλησίας τότε λειτουργεῖ σωστά, ὅταν καταλήγει στήν ἀγάπη, ἤ ἀλλιῶς: ἡ ἀγάπη εἶναι ἐκείνη πού νοηματίζει τήν ὅποια ἀναφορά στήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.

4. Κι εναι ενόητο γιά τόν λόγο ατό καί τό γιατί συγκρούστηκε μέ τούς διαφόρους αἱρετικούς, τόσο πού κινδύνευσε στό ἔπακρο ἡ ζωή του: διότι κριτήριό του ταν τό θέλημα τοΘεοκαί χι κάποια νθρώπινα συμφέροντα. Κι εναι γνωστό τι ποιος κολουθεμέ συνέπεια τό εάρεστον τΚυρίθά ποστεδιωγμούς, ἰδίως ἀπό τούς θεωρούμενους «ἀδελφούς», τούς ἴδιους τούς «χριστιανούς». ῾Πάντες οθέλοντες εσεβς ζν ν Χριστῷ ᾽Ιησοδιωχθήσονται᾽. ῾Εἰ ἐμέ δίωξαν καί μς διώξουσιν᾽. Γιατό καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος μολονότι ὄχι μάρτυρας τοῦ αἵματος ὑπῆρξε ἐσαεί μάρτυρας τῆς συνειδήσεως, καί ὅσο ἀγωνιζόταν γιά τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως ὡς ἱερέας καί ἀρχιερέας  καί ὅσο ἀσκεῖτο στήν ἐρημία «μόνος μόνῳ Θεῶ» καί πρό τῆς εἰς ἱερωσύνην εἰσόδου του καί μετά τήν παραίτησή του ἀπό τόν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τήν ἁγιασμένη κοίμησή του.

 
γ. ῾Η σιότητα καί ἡ ἀκακία τοΚυρίου ς ρχιερέως εναι δεδομένο τι γινε σιότητα καί κακία λων τν γίων Του, ὅπως τοσήμερα ορταζομένου γίου Γρηγορίου, καί ποτελεῖ ὅριο πρός τό ποο καλούμαστε νά πορευτομε λοι οἱ ἐν Χριστβαπτισμένοι. Κληρικοί καί λαϊκοί δηλαδή χρειάζεται νά νεργοποιομε καθημερινά στή ζωή μας τήν ερωσύνη πού λάβαμε ς μέλη Χριστοῦ, πού σημαίνει, καθώς επαμε, νά ζομε ν γάπκαί ληθείᾳ. ᾽Αγάπη καί λήθεια μως χουν ς δομικόστοιχεο τους τή θυσία, τό προσωπικό κόστος. Πόσο εκολο ραγε εναι νά ξεβολευτομε᾽ ἀπό ναν σως δεολογοποιημένο χριστιανισμό μας;

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ´ ΛΟΥΚΑ (ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ)


«Σήμερον εν τω οίκω σου δει με μείναι» (Λουκ. 19, 5)


α. Μία άλλη Υπαπαντή μπορεί να χαρακτηριστεί η περίπτωση που καταγράφει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα και που διαδραματίζεται στην Ιεριχώ με τον αρχιτελώνη Ζακχαίο. Ο Κύριος συναντά τον Ζακχαίο, με  αποτέλεσμα της συνάντησης αυτής, παρά τη συκομοριά, που θα ολοκληρωθεί  στο σπίτι του Ζακχαίου – μάλλον που ξεκινά την ολοκλήρωση, αφού έκτοτε η ζωή του αγίου Ζακχαίου ήταν μία αδιάκοπη αναζήτηση του Κυρίου – τη σωτηρία αυτού και όλης της οικογενείας του. Κατά το ευαγγελικό ανάγνωσμα, η συνάντηση προϋπέθετε δύο συγκλίνουσες ενέργειες: την ενέργεια του ίδιου του Κυρίου, που ήλθε «ζητήσαι και σώσαι το απολωλός», και την ενέργεια του Ζακχαίου, που «εζήτει ιδείν τον Ιησούν». Η ώρα της πρώτης φάσης της συνάντησης κατακλείεται με τη φράση του Κυρίου: «σήμερον εν τω οίκω σου δει με μείναι», σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου.


β. 1. Το αίτημα αυτό του Κυρίου να μείνει στο σπίτι του Ζακχαίου συνιστά καταρχάς μία παραδοξότητα: ο Ζακχαίος ήταν αρχιτελώνης, δηλαδή άνθρωπος αμαρτωλός, δεδομένου ότι οι τελώνες, ως γνωστόν, εξυπηρετούσαν τους κατακτητές των Ιουδαίων Ρωμαίους και καταπίεζαν οικονομικά τον απλό λαό μέχρι πλήρους εξαντλήσεώς του. Γι’ αυτό και ο γογγυσμός των Ιουδαίων για την επιλογή του Κυρίου να πάει στο σπίτι του Ζακχαίου – «και ιδόντες πάντες διεγόγγυζον ότι παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθε καταλύσαι» - μπορεί να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως δικαιολογημένος. Αλλά η εξήγηση της παραδοξότητας αυτής φαίνεται να υπάρχει στο «σήμερον» του Κυρίου. Το «σήμερον» φανερώνει την ώρα του Θεού για τον Ζακχαίο. Την ώρα που η ψυχή του Ζακχαίου ήταν ανοιχτή στην παρουσία και την ενέργεια Εκείνου, την ώρα δηλαδή που ο άνθρωπος  μπορεί να νιώσει την πάντοτε αναζητούσα αυτόν χάρη του Θεού. Πρόκειται για τις παρόμοιες περιπτώσεις που καταγράφει ιδίως ο ευαγγελιστής Ιωάννης, σαν εκείνην με τη Σαμαρείτιδα «παρά το φρέαρ του Ιακώβ», με τη συγκλονιστική φράση «ώρα  ην ωσεί έκτη». Το «σήμερον» λοιπόν ως η ώρα της χάρης για τον Ζακχαίο δίνει και το νόημα του «δει», του πρέπει. «Πρέπει να μείνω στο σπίτι σου».

 
2. Ποια στοιχεία συγκεκριμένα συνθέτουν την ώρα αυτή και οριοθετούν την αναγκαιότητά της; Πρώτον, όπως είπαμε, η αναζήτηση του ίδιου του Κυρίου. Ο Κύριος ήλθε στον κόσμο «ζητήσαι και σώσαι το απολωλός». Ο άνθρωπος χαμένος στα πάθη και τις αμαρτίες του, λόγω της άγνοιας του αληθινού Θεού και της επιρροής του αρχεκάκου διαβόλου, είχε ανάγκη αναζητήσεώς του από τον Θεό. Κανείς πέραν του ίδιου  του Δημιουργού δεν μπορούσε να ρίξει φως στη ζόφωση αυτή του ανθρώπου, κανείς πέραν Εκείνου που είναι το φως του κόσμου, του ενανθρωπήσαντος Θεού μας: «Εγώ ειμι το φως του κόσμου». Κι ένας τέτοιος χαμένος άνθρωπος ήταν και ο Ζακχαίος. Το ίδιο το επάγγελμά του – να καταπιέζει και να αδικεί του ανθρώπους – είναι η μεγαλύτερη επιβεβαίωση. Ποτέ κανείς ζώντας με αδικία δεν βρίσκεται στην καθάρια ατμόσφαιρα της παρουσίας του Θεού. Η καταχνιά, η ζόφωση, η σύγχυση αποτελούν τα μόνιμα γνωρίσματα της ψυχής του. Ο Κύριος λοιπόν έρχεται προς αναζήτηση και του Ζακχαίου. Στο «στόχαστρο» της αγάπης Του, εκείνη την ημέρα, είχε αυτόν και την οικογένειά του. Κι από ό,τι τελικώς θα αποδειχτεί, και όλη την πόλη της Ιεριχώς: η αποκατάσταση που θα κάνει ο Ζακχαίος, θα περιλάβει σχεδόν όλους τους κατοίκους της: το ήμισυ της περιουσίας του θα πάει στους φτωχούς, θα δώσει πίσω στο τετραπλάσιο, δηλαδή στο ανώτερο δυνατό σημείο  για τα Ιουδαϊκά δεδομένα, ό,τι είχε πάρει από αδικίες.

 
Δεύτερον, η αναζήτηση του ίδιου του Ζακχαίου: «ο Ζακχαίος εζήτει ιδείν τον Ιησούν». Δεν ξέρουμε ακριβώς το κίνητρό του, αλλά σαφώς υπονοείται από το ανάγνωσμα ότι ο Ζακχαίος πρέπει να μην αισθανόταν καθόλου  καλά μέσα του με ό,τι έπραττε και ενεργούσε. Η καρδιά του δεν πρέπει να είχε φτάσει σε σημείο πώρωσης, που σημαίνει ότι οι αδικίες που έπραττε του προκαλούσαν «θλίψιν και στενοχωρίαν» κατά τον απόστολο. Κι αυτή η εσωτερική του πίεση – ένα είδος απελπισίας ίσως από τον εαυτό του – τον έκανε να αναζητεί τον Ιησού, τον λαϊκό δάσκαλο που περιφρονούσαν οι επίσημοι δάσκαλοι και άρχοντες του Ιουδαϊσμού. Η αναζήτηση λοιπόν αυτή του Ζακχαίου δεν ήταν μία επιφανειακή αναζήτηση, μία περιέργεια, κατά το παράδειγμα του Ηρώδη Αγρίππα, ο οποίος και αυτός ζητούσε να δει τον Ιησού, σαν κάποιο μάγο όμως και θαυματουργό (Πρβλ. Λουκ. 23, 8-9). Η αναζήτησή  του ήταν βαθιά και αποφασιστική, που τον κάνει να μην υπολογίζει τίποτε: ούτε τη θέση του ούτε την υπόληψή του – το ανέβασμά του στη συκομοριά συνιστούσε μεγάλη πρόκληση για τον λαό σε σχέση με το αξίωμά του. Κι αυτό θα πει: εκείνη την ώρα ο Ζακχαίος «ρίσκαρε», κατά το κοινώς λεγόμενο, την κοινωνική του υπόληψη. Έκανε κάτι που περιείχε ένα στοιχείο προσωπικής θυσίας.

 
3. Έτσι η ώρα συνάντησης με τον Χριστό κάθε ανθρώπου – δεδομένου ότι εν προκειμένω ο Ζακχαίος λειτουργεί ως τύπος κάθε ανθρώπου – δεν είναι ώρα αδιαφορίας και υποτονικότητας, δεν είναι ώρα λογικής ψυχραιμίας και θεωρούμενης αξιοπρέπειας. Μία τέτοια κατανόηση φανερώνει εγωισμό και θωράκιση στον ψεύτικο εαυτό μας. Η ώρα αυτή είναι ώρα έντασης και θεοποιού «τρέλας»:  κάνει αυτόν που τον καταλαμβάνει να ξεπερνά τα συμβατικά πλαίσια της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει και να προβαίνει σε υπέρβαση του εαυτού. Με ποιο σκοπό; Να φτάσει στο σημείο συντονισμού του με τον εξίσου ανατρεπτικό Θεό μας, ο Οποίος «εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, αλλ’  εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών» (Φιλ. 2, 6-7) (αν και ήταν Θεός, δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα και πήρε μορφή δούλου). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ώρα της συνάντησης με τον Θεό είναι ώρα «τρέλας» εκ μέρους πρώτα του Θεού, λόγω του μανικού έρωτά Του προς τα πλάσματά Του, και εκ μέρους έπειτα του ανθρώπου, λόγω της απελπισίας του από ό,τι μπορεί να προσφέρει σ’ αυτόν ο πεσμένος στην αμαρτία κόσμος. Όση «αξιοπρέπεια» έλειψε από τον Θεό – τι «αξιοπρέπεια» μπορεί να έχει ένας Θεός γεννημένος σαν άνθρωπος και μάλιστα σε στάβλο στο πιο άσημο χωριό της Ιουδαίας, κι έπειτα Εσταυρωμένος; - τόση πρέπει να λείψει και από τον άνθρωπο, αν θέλει να βρει το σημείο συνάντησης μαζί Του. Θέλουμε να πούμε ότι η ταπείνωση του ανθρώπου αποτελεί την προϋπόθεση να βρει τον ταπεινό Θεό και να σχετιστεί μαζί Του.

 
4. Το αποτέλεσμα τελικώς επιβεβαιώνει την αλήθεια: ο Ζακχαίος σώθηκε και μαζί με αυτόν και η οικογένειά του. «Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο». Σωτηρία, διότι η συνάντηση αυτή με τον Κύριο τον οδήγησε σε αληθινή μετάνοια, σε έμπρακτη δηλαδή αλλαγή του, η οποία φανερώθηκε με την προσφορά αφενός του μισού της περιουσίας του στους φτωχούς αδελφούς του, στην αποκατάσταση έπειτα, όπως είδαμε, του κάθε από αυτόν αδικημένου, και μάλιστα στο τετραπλάσιο. Κι αυτό βεβαίως σημαίνει ότι η σχέση με τον Χριστό είναι αληθινή, στο βαθμό που ο άνθρωπος αλλάζει τρόπο ζωής και ανοίγεται εν αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Δέχτηκε δηλαδή ο Ζακχαίος τον Χριστό στο σπίτι του, αμέσως το σπίτι του έγινε «κατ’ οίκον Εκκλησία», αγκαλιά για όλον τον υπόλοιπο κόσμο.

 
γ. Στο πρόσωπο του Ζακχαίου κρινόμαστε όλοι, κληρικοί και λαϊκοί: αν δηλαδή έχουμε συναντήσει πράγματι τον Χριστό, κι αν Τον έχουμε συναντήσει, πώς φανερώνεται τούτο με τη στάση μας έναντι των συνανθρώπων μας. Κι αυτό θα πει: έχουμε τον πόθο και την «τρέλα» να είμαστε μαζί Του; Είμαστε διατεθειμένοι προς χάρη Του να χάσουμε πράγματα που μας «ανήκουν», προκειμένου να τα δώσουμε σε εκείνους που όντως τους ανήκουν: στους αδελφούς μας εν Χριστώ;