Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ... (14)



Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ

῾Ο ᾽Αγαπητός, ὁ ἅγιος πάπας τῆς Ρώμης, καθόταν πετρωμένος σ᾽ ἕνα κάθισμα στόν μικρό χῶρο ὑποδοχῆς πού εἶχε στό ἐπισκοπεῖο  του. Αὐτό πού ἄκουγε ἀπό τούς πέντε ἄντρες πού στέκονταν ἐνώπιόν του ἀρνιόταν νά τό πιστέψει. ῾Μά εἶναι δυνατόν;᾽ ἔλεγε καί ξανάλεγε. ῾῾Ο ἄνθρωπος αὐτός, ὁ ἐπίσκοπος τῆς πόλης σας Ρωμίλλας, τόσο κοντά καί σ᾽ ἐμένα, εἶχε μέχρι τώρα φήμη ὄχι ἁπλῶς ἀγαθοῦ κληρικοῦ, ἀλλά ἁγίου. Ποτέ δέν ἀκούστηκε κάτι κακό γι᾽ αὐτόν. Τό ἀντίθετο. ῞Ολοι λέγανε τά καλύτερα. Καί ἡ δική μου ἡ ἐμπειρία ἀπό τίς προσωπικές μας ἐπαφές ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἴδια. Καί τώρα μοῦ λέτε πώς κάνει τέτοια πράγματα; Μά εἶστε σίγουροι;᾽ ἔθεσε γιά πολλοστή φορά τό ἐρώτημα.

῾᾽Εντελῶς σίγουροι, ἁγιότατε᾽, ἔσπευσαν ἀμέσως καί πάλι νά βεβαιώσουν τόν λόγο τους οἱ ἄντρες, πού ἀνῆκαν στούς ἐξέχοντες τῆς πόλης τους. ῾Τόν εἶδαν κληρικοί τῆς ἐπισκοπῆς, ὅπως σᾶς εἴπαμε ἤδη᾽, πῆρε τόν λόγο ὁ μεγαλύτερος ἀπό ὅλους κι ἔκανε μία ὑπόκλιση δουλικότητας.  ῾Κι ὄχι μόνο μιά φορά. Μετά ἀπό κάθε  Θεία Λειτουργία παραμένει μέσα στόν Ναό κι ὅταν πιά ἔχουν φύγει ὅλοι κι εἶναι μόνος, ἔτσι τουλάχιστον νομίζει,  τό φαγητό πού τοῦ ἔχει φέρει ὁ διάκος τό τρώει μέσα στό ἅγιο δισκάριο! ᾽Εκεῖ πού τελέστηκε ἡ Θεία Εὐχαριστία!  Μά ἔγινε ἀντιληπτός. Εἶναι φρικτό κι ἀνήκουστο αὐτό πού συμβαίνει. Οἱ κληρικοί του εἶναι ἀνάστατοι καί δέν ξέρουν τί νά κάνουν. ᾽Από ἐκείνους κι ἐμεῖς τό μάθαμε καί πήραμε τήν πρωτοβουλία νά ἔρθουμε νά σᾶς ἐνημερώσουμε. Νομίζουμε ὅτι αὐτό ἦταν τό σωστό᾽.

Εἶπε καί μιά λάμψη εὐχαριστίας ἄστραψε στό βλέμμα του πού ἔσπευσε ἀμέσως νά τό κατεβάσει γιά νά μή γίνει ἀντιληπτός,  καθώς ἔβλεπε ὅτι ὁ πάπας ἀντιδρᾶ μέ τόν τρόπο πού εἶχαν ὑπολογίσει ὅλοι τους. ῾Ο ἐπίσκοπος τῆς Ρωμίλλας πού βρισκόταν τριάντα μίλια περίπου ἔξω ἀπό τήν Ρώμη, εἶχε γίνει γιά τούς ἀνθρώπους τῆς ἐξουσίας ἀπό ἀρκετά ἕως πολύ ἐνοχλητικός. Στήν ἀρχή ὅταν τοποθετήθηκε ἐκεῖ εἶχαν πιστέψει ὅτι θά προσαρμοστεῖ στά δεδομένα τά δικά τους. ῞Οτι σιγά σιγά θά τόν πλησιάσουν, θά τόν προσεταιριστοῦν,  θά κάνει αὐτό πού ἐκεῖνοι ἤθελαν. Δέν ἦταν μικρό πράγμα νά ἔχουν μέ τό μέρος τους καί τήν πνευματική ἐξουσία. ῾Ο λαός πολύ εὔκολα ἄγεται καί φέρεται ὅταν βλέπει ὅτι ἡ πνευματική κεφαλή του εἶναι συντονισμένη μέ τά βήματα τῶν πολιτικῶν ἡγετῶν του.

᾽Αλλά ἀπατήθηκαν. Οἱ ἐκτιμήσεις τους βγῆκαν λανθασμένες. ῾Ο συγκεκριμένος ἐπίσκοπος δέν ἔπαιζε μέ τήν πίστη του. ῾Η πίστη στόν Χριστό γι᾽ αὐτόν ἦταν ἡ ζωή του. ῾Οπότε ὄχι μόνο δέν προσαρμόστηκε, ἀλλά ἄρχισε νά ἐλέγχει τήν ἐξουσία κάθε φορά πού ἔβλεπε ὅτι αὐτή στραβοπατᾶ καί προβαίνει σέ ἀδικίες σέ βάρος τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ. Οἱ ἁπλοί ἄνθρωποι ἄρχισαν νά τόν λατρεύουν. ῾Σάν τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν Βαπτιστή μᾶς ὑπερασπίζεται᾽, ἔλεγαν καί δόξαζαν τόν Θεό. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως τῆς ἐξουσίας κινήθηκαν φυσικά μέ τόν τρόπο πού κάνουν ὅλοι οἱ ὁμόλογοί τους διαχρονικά. Τόν εἶδαν ἀντίπαλό τους, γι᾽ αὐτό κι ἀποφάσισαν ὅτι ἔπρεπε νά βγεῖ ἀπό τήν μέση. Τί καλύτερο λοιπόν ἀπό τό νά τόν συκοφαντήσουν; ῎Οχι ἀπό πλευρᾶς ἠθικῆς ἤ οἰκονομικῆς – δέν ὑπῆρχε κανένα πάτημα γι᾽ αὐτά - ἀλλά ἀπό πλευρᾶς ὑποκρισίας καί βλασφημίας. Ναί, τό διαβολικό μυαλό τους σκέφτηκε τό ἀνοσιούργημα αὐτό: τρώει τό φαγητό του μέσα στό δισκάριο πού τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία.

Δέν ἦταν δύσκολο νά βροῦν καί κληρικούς νά ὑποστηρίξουν τήν κατηγορία. Πάντοτε στήν ᾽Εκκλησία φυτρώνουν μαζί μέ τά στάρια καί τά ζιζάνια. Πάντοτε ὑπάρχουν κι οἱ ᾽Ιοῦδες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἕτοιμοι νά προδώσουν τήν πίστη τους, ὅτα μάλιστα στό χέρι τούς ἔχουν βάλει καί τό συγκεκριμένο ἀντίτιμο. ῾Υπάρχει ἄραγε κάτι πού στέκεται ἐμπόδιο μπροστά στό κλειδί πού λέγεται χρυσάφι;

῾Η ἔκπληξη ἀπό τήν εἴδηση ἄρχισε νά φεύγει ἀπό τό πρόσωπο τοῦ ἁγίου ᾽Αγαπητοῦ. ῾Η ἔκπληξη ἔγινε ἀπορία, ἡ ἀπορία θυμός καί ὀργή. Δέν ἦταν δυνατόν τόσοι ἄνθρωποι νά ψεύδονται, ὅταν μάλιστα ἐπικαλοῦνται καί τήν μαρτυρία κληρικῶν! ῾Ο ἴδιος ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δέν λέει πώς ῾ἐπί στόματος δύο ἤ τριῶν μαρτύρων σταθήσεται πᾶν ρῆμα;᾽ ῾Προφανῶς εἶναι ἀλήθεια αὐτά πού καταγγέλλουν᾽, σκέφτηκε ὁ πάπας. ῾῾Απλῶς ἔπεσα κι ἐγώ ἔξω στίς ἐκτιμήσεις μου, ὅπως καί τόσοι ἄλλοι. ῾Ο ἄνθρωπος εἶναι ἠθοποιός καί ὑποκριτής. ᾽Αλλά πόσο θά μποροῦσε ἀκόμη νά κρύβεται; ῾Ο Θεός θέλησε νά ἀποκαλύψει πιά τό πραγματικό του πρόσωπο. Γι᾽ αὐτό καί πρέπει νά δράσω ἀμέσως. Θά δώσω λόγο στόν Θεό ἄν ἀφήσω νά διαιωνίζεται ἡ κατάσταση. Καί μάλιστα χωρίς ἀνακρίσεις καί τέτοια πού εἶναι γιά νά κερδίζει χρόνο ἕνας τέτοιος ἔνοχος᾽.

Τήν ἀπόφαση τήν ἔβγαλε ὁ πάπας χωρίς δεύτερη κουβέντα. ῏Ηταν παρορμητικός ὡς χαρακτήρας καί αὐτό λειτουργοῦσε μερικές φορές θετικά στά θέματα τῆς πίστης, γιατί μέ τόν ζῆλο του ἔσωζε καταστάσεις ἀπό αἱρετικούς. Τίς περισσότερες φορές ὅμως ὁ ζηλωτισμός καί ὁ παρορμητισμός του ἔκανε κακό. ᾽Αδικοῦσε κάποιους, ἀπό τούς ὁποίους βεβαίως ἔπειτα ζητοῦσε ταπεινά συγγνώμη. Τό κακό ὅμως εἶχε γίνει. ῎Ετσι καί τώρα. Κατεδίκασε ἐρήμην τόν ἐπίσκοπό του: δεμένο θά τόν ἔριχνε στήν φυλακή καί ἀργότερα θά ἀποφάσιζε πιό συγκεκριμένα τί θά κάνει. Τήν ἀπόφασή του τήν ἀνακοίνωσε καί στούς ἀνθρώπους τῆς Ρωμίλλας, οἱ ὁποῖοι μόνο πού δέν πέταξαν ἀπό τήν χαρά τους ῏Ηταν ὅμως ἔμπειροι σέ τέτοια. Μέ πρόσωπο τάχα λυπητερό ἄκουσαν τήν καταδίκη, εὐχαρίστησαν μέ ὑποκλίσεις τόν πάπα γιά τήν εὐαισθησία του, πῆραν τήν εὐχή του καί ἔφυγαν. ῾Ο δρόμος τους πιά ἀπό ἐδῶ καί πέρα θά ἦταν ἀνοικτός. Κανείς δέν θά ἔμπαινε ἐμπόδιο στά ἄνομα σχέδιά τους.

῾῞Αμ᾽ ἔπος, ἅμ᾽ ἔργον᾽ λοιπόν γιά τόν ᾽Αγαπητό. Ξαναμμένος καί μέ βαριά καρδιά τήν ἴδια ὥρα ἔστειλε δύο μεγαλόσωμους διακόνους νά πᾶνε στήν Ρωμίλλα καί νά φέρουν δεμένο τόν βλάσφημο ἐπίσκοπο. Καί μάλιστα γιά νά ταλαιπωρηθεῖ περισσότερο, νά τόν φέρουν μέ τά πόδια.

Τόν βρῆκαν νά προσεύχεται στό φτωχικό ἐπισκοπεῖο του. Γονατιστός ἦταν καί μέ δάκρυα στά μάτια. Μέ μεγάλη ἔκπληξη ἄκουσε τήν κατηγόρια καί τήν ἀπόφαση τοῦ πάπα, ἀλλά δέν εἶπε τίποτε. Κατάλαβε ἀμέσως τί διαδραματιζόταν καί τό μόνο πού ἔκανε ἦταν νά στραφεῖ στόν ᾽Εσταυρωμένο τοῦ προσκυνηταριοῦ του, νά κλίνει τό κεφάλι του καί νά παραδοθεῖ στούς διακόνους.

Κατάκοπος, ἐξαντλημένος, χωρίς καμία περιποίηση ρίχτηκε στήν φυλακή. ῾Η σκέψη του πῆγε στόν Κύριο καί στούς ἀποστόλους. ῾Εὐχαριστῶ, Κύριε, πού μοῦ δίνεις τήν χάρη νά πάσχω γιά τό ἅγιο ὄνομά Σου!᾽ ψιθύρισε. Θέλησε νά γονατίσει καί νά συνεχίσει τήν προσευχή του. Δέν ἄντεξε. ῎Επεσε πλαγιαστός κι ἐκεῖ συνέχισε νά ψελλίζει τήν συνήθη του εὐχή: ῾Κύριε, ἐλέησόν με᾽, ῾῾Υπεραγία Θεοτόκε, σῶσον με᾽. ῎Ενιωσε γλύκα στήν καρδιά καί σάν νά ἐξαφανίστηκαν οἱ πόνοι του. ῾Ο Κύριος καί ἡ Παναγία ἦταν μαζί του. Συνέχισε μέ δύναμη τώρα τήν προσευχή του.

῾Ο ᾽Αγαπητός προσπαθοῦσε νά πείσει τόν ἑαυτό του ὅτι ἔδρασε σωστά. ῎Εμαθε ἀμέσως τόν ἐρχομό τοῦ ἐπισκόπου του στήν Ρώμη καί τό ρίξιμό του στήν φυλακή. Σάν νά δαγκώθηκε λίγο ἡ συνείδησή του ὅταν τοῦ εἶπαν οἱ διάκοι πού τόν ἔφεραν ὅτι ὄχι μόνο δέν ἀντέδρασε μέ τήν σύλληψή του, ἀλλά τούς ἀκολούθησε εὐχαρίστως, ἔχοντας τήν ἔγνοια τους μάλιστα γιά τήν δική τους ταλαιπωρία τόσο δρόμο πού θά ἔκαναν. ῾Τόση ἠθοποιΐα λοιπόν; ᾽Ακόμη καί τώρα παίζει τό παιχνίδι τοῦ εὐσεβῆ;᾽ σκεφτόταν ὁ πάπας. ῾Δέν τόν παίρνει βέβαια νά κάνει καί κάτι ἄλλο. ᾽Ασφαλῶς θά εἶναι τρομοκρατημένος μέ ὅ,τι πρόκειται νά ἀκολουθήσει. ᾽Επιτέλους ὅμως ἡ ᾽Εκκλησία πρέπει νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τέτοιες πληγές. Δέν μπορεῖς νά παίζεις ῾ἐν οὐ παικτοῖς᾽.

Πέρασαν τρεῖς ἡμέρες ἀφότου εἶχε βρεθεῖ στήν φυλακή ὁ ῾βλάσφημος᾽ ἐπίσκοπος. ῾Ο πάπας σάν νά τόν ξέχασε, καθώς ἦταν ἀπορροφημένος ἀπό τά προβλήματα τῆς διαποίμανσης μιᾶς τόσο μεγάλης πόλης καί ἀπό τόν ἀγώνα πού ἔδινε κατά τῶν αἱρετικῶν μονοφυσιτῶν πού ἀγωνίζονταν νά ἐπιβάλουν τήν δική τους ἀλλοιωμένη εἰκόνα περί τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. Μπροστάρης αὐτός στούς ἀγῶνες ὑπέρ τῆς ὀρθοδοξίας καί μέ συνεχή ἐπικοινωνία μέ τό ἄλλο κέντρο τῆς αὐτοκρατορίας, τήν Κωνσταντινούπολη.

Ξημέρωνε ἡ ἡμέρα Κυρίου, ἡ Κυριακή. Εἶχε παρατείνει ἀρκετά τήν προσευχή του ὁ ἅγιος πάπας τό προηγούμενο βράδυ, ἐνόψει μάλιστα τῆς Θείας Λειτουργίας πού θά τελοῦσε σέ λίγες ὧρες. Ζήτησε ἐπανειλημμένως ἀπό τόν Κύριο νά τόν συγχωρήσει γιά ὅ,τι κακό ἐνδεχομένως εἶχε κάνει. ῎Εγειρε στό τέλος νά κοιμηθεῖ. ᾽Αλλά τί ὕπνος ἦταν κι αὐτός; Στριφογύριζε ἀρκετές φορές στό κρεβάτι του. ῾Η εἰκόνα τοῦ ἐπισκόπου στήν φυλακή ἦρθε ξαφνικά μπροστά του. Σάν νά τόν στοίχειωσε. ῾Κύριε, ἐλέησον καί αὐτόν᾽ ψέλλισε λίγο μετανιωμένος. ῾Δῶσε του μετάνοια νά μή κάνει κακό στό ἅγιο Σῶμα Σου᾽ εἶπε κι ἔνιωσε νά τόν παίρνει γιά λίγο ὁ ὕπνος.

Δέν κατάλαβε ἄν ἦταν στό ξύπνιο του ἤ στόν ὕπνο του ἡ φωνή πού ἄκουσε καί τόν τρόμαξε: ῾Αὐτήν τήν Κυριακή μήν προσκομίσεις οὔτε σύ οὔτε κανείς ἄλλος ἀπό τούς κληρικούς ἤ τούς ἐπισκόπους πού εἶναι στήν πόλη, παρά μόνον ὁ ἐπίσκοπος τόν ὁποῖο ἔχεις ἐγκατάκλειστο στήν φυλακή. ᾽Εκεῖνον θέλω σήμερα νά προσκομίσει᾽.

Πετάχτηκε κάθιδρος. ῾Μά τί μοῦ συμβαίνει;᾽ ψιθύρισε. ῾Βάλθηκε ὁ Πονηρός νά μέ ταράξει τώρα πού ξημερώνει Κυριακή καί θά λειτουργήσω; Τέτοια κατηγορία ἄκουσα ἐναντίον τοῦ ὐποκριτῆ αὐτοῦ ἐπισκόπου κι αὐτός θά προσκομίσει; ῎Οχι, δέν θά σοῦ περάσει, τρισκατάρατε, μέ τά δεξιά σου ὅπλα. ῞Υπαγε ὀπίσω μου᾽.

Ξανάπεσε στό κρεβάτι ὁ πάπας ταραγμένος. Τά χείλη του ψιθύριζαν ἔντονα τήν εὐχή τοῦ ᾽Ιησοῦ. Μά γιά δεύτερη φορά ἦλθε ἡ φωνή σέ ὅραμα πού ἔλεγε: ῾Σοῦ εἶπα ὅτι ὁ ἐπίσκοπος πού εἶναι στήν φυλακή, ἐκεῖνος θά προσκομίσει᾽. Ἡ ἀπορία τοῦ πάπα ᾽Αγαπητοῦ αὔξανε ὁλοένα. Δέν μποροῦσε νά καταλάβει τί συνέβαινε. Παρόμοια καί τρίτη φορά τοῦ φανερώθηκε καί τοῦ εἶπε τά ἴδια.

῏Ηταν ἀδύνατο νά μείνει στό κρεβάτι του. ᾽Αξημέρωτα ἀκόμη κάλεσε τόν διάκο του καί τόν ἔστειλε ἐκείνην τήν ὥρα νά φέρει τόν ἐπίσκοπο ἀπό τήν φυλακή. ῾Ο διάκος ἀπορημένος δέν εἶπε τίποτε κι ἔσπευσε νά ἐκτελέσει τήν ἐντολή. ῾Ο ἐπίσκοπος βρέθηκε μέ σκυφτό τό κεφάλι, ταπεινός καί σεμνός νά στέκει ἐνώπιον τοῦ πάπα ᾽Αγαπητοῦ. ᾽Από πάντα ἔνιωθε βαθύ σεβασμό ἀπέναντί του καί γιά τούς ἀγῶνες του ὑπέρ τῆς ᾽Ορθοδοξίας, ἀλλά καί γιά τήν ἁγία βιοτή του. Καί τώρα ἀκόμη, μέ ὅ,τι ἔγινε, δέν ἄφησε σκέψεις κατάκρισης νά ἀνέβουν στήν καρδιά του. ῎Ηξερε ὅτι κάποιοι τόν εἶχαν συκοφαντήσει. Κι ὁ πάπας τούς εἶχε πιστέψει. Δέν ἔφταιγε αὐτός. Προσευχόταν ἁπλῶς ὁ Κύριος νά φωτίζει τόν ἱεράρχη, καθώς βρισκόταν σέ τέτοια καίρια καί μεγάλη θέση στήν ᾽Εκκλησία καί οἱ μέριμνες τόν ἔτρωγαν ἀπό παντοῦ. ῾Κύριε, ἄς μή γίνω ἐγώ ἡ ἀφορμή πρόκλησης ὁποιασδήποτε ταραχῆς στήν ᾽Εκκλησία σου. ῎Ας χαθῶ ἐγώ, ἀρκεῖ νά γίνεται τό ἅγιο θέλημά Σου᾽.

῾Ποιά εἶναι ἡ πνευματική σου ἐργασία;᾽ σήκωσε τά μάτια του ὁ ᾽Αγαπητός, ὁ πάπας τῆς Ρώμης, καί ρώτησε τόν ταπεινό ἐπίσκοπο, κοιτώντας τον ἐρευνητικά.  
῾῾Αγιότατε, ἐγώ δέν ἔχω πνευματική ἐργασία. Εἶμαι ἁμαρτωλός᾽ ἀπάντησε ψιθυριστά ἐκεῖνος.
῾Ποιά εἶναι ἡ πνευματική σου ἐργασία;᾽ ξαναρώτησε πιό ἔντονα ὁ πάπας, γιά νά εἰσπράξει ὅμως τήν ἴδια ἀπάντηση. Κατάλαβε ὅτι δέν θά ἔβγαζε πουθενά ἡ συζήτηση κι ὅτι δέν πείθει τόν ἐπίσκοπο νά τοῦ ἀποκαλύψει κάτι ἀπό τήν ἐσωτερική του ζωή.
῾῎Ακου᾽, τοῦ εἶπε. ῾Σήμερα ἐσύ θά προσκομίσεις στήν Θεία Λειτουργία᾽.

Μπροστά στήν ἁγία Τράπεζα ὁ ἐπίσκοπος τελοῦσε πιά τήν Λειτουργία. Δέν εἶχε δείξει καμία ἔκπληξη μ᾽ αὐτό πού τοῦ ᾽χε προτείνει  ὁ πάπας. Εἶχε μάθει νά ὑπακούει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνωτέρων του. Οἱ ἀντιρρήσεις καί τά ῾μά τί λέτε;᾽ ἤξερε ὅτι εἶναι ταπεινολογίες πού δέν τόν ἐξέφραζαν. Βρέθηκε λοιπόν ἐνδεδυμένος τήν ἀρχιερατική στολή, μόνος αὐτός ἐνώπιον τῆς ἁγίας Τραπέζης, βοηθούμενος ἀπό διακόνους, ἔχοντας συμπροσευχόμενους τόν ἅγιο πάπα καί ἄλλους κληρικούς τῆς ἁγίας πόλης.

Ἡ Λειτουργία προχωροῦσε. ῾Η ὅλη ἀτμόσφαιρα ἦταν πράγματι μία μυσταγωγία. Οἱ εὐχές ἀκούονταν εὐκρινῶς ἀπό τόν ἐπίσκοπο πού τίς ἔλεγε εἰς ἐπήκοον τῶν παρευρισκομένων καί μέ μεγάλη αἴσθηση ψυχῆς. ῏Ηλθε ἡ ὥρα τῆς ἁγίας προσκομιδῆς καί τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς. Λίγο ἀκόμη καί ὁ ἐπίσκοπος ἐξ ὀνόματος ὅλου τοῦ πιστοῦ λαοῦ θά ἐπικαλεῖτο τό ῞Αγιον Πνεῦμα νά μεταβάλει τό ψωμί καί τό κρασί σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ ἀντιστοίχως.

᾽Αλλά κάτι ἄρχισε νά μήν πηγαίνει πιά καλά. Λίγο πρίν τήν τελική ἁγιαστική εὐχή ὁ ἐπίσκοπος ἄρχισε νά λέει καί πάλι τήν εὐχή τῆς ἀναφορᾶς ἀπό τήν ἀρχή. Σήκωσε τά μάτια του ὁ πάπας. ῾Ξέχασε τά λόγια;᾽ σκέφτηκε. ῾῎Εχασε τήν σειρά;᾽ ῎Ακουσε νά λέγονται οἱ ἴδιες εὐχές.

῾Μά τί ᾽ναι τοῦτο πάλι;᾽ ταράχτηκε ὁ πάπας, ὁ ὁποῖος εἶδε στά πρόσωπα καί τῶν ἄλλων τήν ἴδια ταραχή. ῞Ολοι εἶχαν σηκώσει τά βλέμματα καί παρακολουθοῦσαν μέ ἀπορία τόν λειτουργοῦντα ἐπίσκοπο πού καθυστεροῦσε χωρίς νά φαίνεται ὅτι ὑπάρχει κανένας λόγος. Τό ἴδιο καί οἱ διάκοι πού τόν ὑπηρετοῦσαν δίπλα του. Καί πάλι πρίν τήν τελική ἁγιαστική εὐχή γιά τήν μεταβολή τῶν δώρων ὁ ἐπίσκοπος πήγαινε πίσω καί ξανάλεγε ἀπό τήν ἀρχή τίς εὐχές. Τρίτη καί τέταρτη φορά τό ἴδιο.

Δέν ἄντεξε ὁ ἅγιος ᾽Αγαπητός. Πλησίασε τόν ἐπίσκοπο καί τοῦ λέει σιγανά: ῾Τί συμβαίνει, πάτερ; Τώρα γιά τέταρτη φορά εἶπες τήν ἁγία εὐχή καί δέν τήν ὁλοκληρώνεις, δέν τήν τελεῖς. Τί συμβαίνει;᾽
῾Συγχώρα με, ἅγια πατέρα᾽, ἀπάντησε ψιθυριστά ἐκεῖνος. ῾Δέν μπορῶ νά συνεχίσω γιατί δέν εἶδα ἀκόμη ὡς συνήθως τήν ἐπιφοίτηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ῞Ομως, ἄν θέλεις, ἀπομάκρυνε ἀπό τό θυσιαστήριο τόν διάκονο πού κρατᾶ  τό ριπίδιο, γιατί αὐτός εἶναι ἡ αἰτία τῆς μή παρουσίας τοῦ Πνεύματος, κι ἐγώ δέν τολμῶ νά τοῦ τό πῶ᾽.

Δέν εἶπε τίποτε ὁ πάπας στόν ἐπίσκοπο. Παρήγγειλε ὅμως στόν διάκονο νά φύγει ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα κι ἐκεῖνος πράγματι ἀπομακρύνθηκε. Καί τότε τέλειωσε τήν εὐχή ὁ λειτουργός.

Μά αὐτό πού συνέβη ἦταν συγκλονιστικό. Κι ὁ ἐπίσκοπος κι ὁ πάπας μαζί του εἶδαν μέ μάτια πού τούς ἔδινε ὁ Θεός τήν παρουσία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, τό ῾Οποῖο μετέβαλε τά δῶρα σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ.


Κι ὄχι μόνον αὐτό. ῞Ολοι ἔμειναν ἄφωνοι ὅταν τό καταπέτασμα πού βρισκόταν πάνω ἀπό τό ἅγιο θυσιαστήριο σηκώθηκε μόνο του καί σκέπασε καί τόν πάπα καί τόν ἐπίσκοπο κι ὅλους τούς παρευρισκομένους διακόνους, μαζί μέ τό ἅγιο θυσιαστήριο, κι αὐτό ἐπί τρεῖς ὧρες. ῞Ο,τι συνέβη στόν Ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν σέ ἀγρυπνία τοῦ λαοῦ, ὅπου ἡ ἴδια ἡ Παναγία συνοδευόμενη ἀπό τούς ἁγίους ᾽Ιωάννη τόν Θεολόγο καί ᾽Ιωάννη τόν Πρόδρομο μαζί μέ πλῆθος ἀγίων ἀγγέλων ἅπλωσε τό μαφόρι της καί ἐπί ὧρες ἡ χάρη του προχεόταν στόν προσευχόμενο λαό, τό ἴδιο καί ἐδῶ.

Ὁ ἅγιος ᾽Αγαπητός γονατιστός ἔνιωθε τά δάκρυά του νά καῖνε τό πρόσωπό του. ῾Η δοξολογία πρός τόν Θεό συμπλεκόταν πρός τά αἰτήματα συγχώρησής του ἀπό τόν Κύριο. ῾Πῶς μέ κορόιδεψαν;᾽ σκεφτόταν. ῾Πῶς ἄφησα νά παρασυρθῶ ἀπό ἀνθρώπους πού φαίνονταν ὅτι ἦταν πονηροί; Πῶς κατηγόρησα καί ἔριξα στήν φυλακή ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ; Θεέ μου, συγχώρησέ με καί δῶσε μου τήν δύναμη νά μή κινοῦμαι παρορμητικά κι ἀπό συναρπαγή, ἀλλά πάντοτε μέ σκέψη καί μέ μακροθυμία᾽.

Γονάτισε τό ἴδιο καί φίλησε τά πόδια τοῦ ἁγίου λειτουργοῦ. Τοῦ ζήτησε ταπεινά συγγνώμη. ᾽Εκεῖνος σεμνός γονάτισε τό ἴδιο. Ζητοῦσε κι αὐτός συγγνώμη γιατί ἔγινε ἀφορμή νά στενοχωρηθεῖ ὁ πάπας του. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πολλαπλασίασε τήν φωτεινότητα τῆς παρουσίας Του. ῎Αγγελοι καί ἄνθρωποι χαίρονταν γιά ὅ,τι τώρα διαδραματιζόταν.

(Πηγή: ῾Λειμωνάριον᾽ ᾽Ιωάννου Μόσχου, κεφ. 150)


Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ (1)



Νῦν πεποιθώς ἐπί τήν σήν κατέφυγον ἀντίληψιν κραταιάν, καί πρός τήν σήν σκέπην ὁλοψύχως ἔδραμον, καί γόνυ κλίνω, Δέσποινα, καί θρηνῶ καί στενάζω, μή με παρίδῃς τόν ἄθλιον, τῶν Χριστιανῶν καταφύγιον᾽.
(Τώρα μέ πίστη κατέφυγα στήν δική σου ἰσχυρή βοήθεια καί ἔτρεξα ὁλόψυχα στήν δική σου σκέπη. Καί κλίνω τό γόνυ, Δέσποινα, καί θρηνῶ καί στενάζω: μή μέ περιφρονήσεις τόν ἄθλιο, σύ πού εἶσαι ἡ καταφυγή τῶν χριστιανῶν).

Μέ αἴσθηση ψυχῆς ὁ ποιητής τοῦ μεγάλου παρακλητικοῦ κανόνα βασιλιάς Θεόδωρος Δούκας ὁ Λάσκαρις στόν συγκεκριμένο ὕμνο καθορίζει τήν στάση τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στήν Παναγία Μητέρα. ᾽Απέναντι σ᾽ Αὐτήν δηλαδή πού κατά τόν ἴδιο καί ὅλους τούς ὀρθοδόξους πιστούς εἶναι ἡ Δέσποινα τοῦ κόσμου, ἡ ἰσχυρή βοήθεια, ἡ σκέπη ὅλων, ἡ καταφυγή τῶν χριστιανῶν. Κι αὐτό βεβαίως διότι ὁ Υἱός καί Θεός της τήν ἀνέδειξε σ᾽ αὐτήν τήν ὑπέρ φύσιν χαρισματική κατάσταση λόγω τῶν ἀρετῶν της καί τῆς ἐπιλογῆς ᾽Εκείνου νά γίνει ἡ Μητέρα Του ὡς ἀνθρώπου. Γιά νά ἐπαναλάβουμε ὅ,τι ἡ ᾽Εκκλησία μας διά τῶν Πατέρων της τονίζει: ἡ Παναγία ὑπῆρξε τό καλύτερο ἄνθος σύνολης τῆς ἀνθρωπότητας, ἐκείνη πού εἶχε διαλεχθεῖ ἀνάμεσα ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους προκειμένου νά γίνει ἡ κλίμακα διά τῆς ὁποίας ὁ Θεός θά κατέβαινε στήν γῆ.

Μπροστά σ᾽Αὐτήν λοιπόν πού ἡ δέησή της ἰσχύει πολύ ἐνώπιον τοῦ Υἱοῦ της καί γίνεται ἡ μεσίτριά μας γιά ὅλα τά παθήματα πού ὑφιστάμεθα στόν κόσμο τοῦτο τόν πεσμένο στήν ἁμαρτία, ἡ στάση μας καθορίζεται ἀνάλογα. ῎Οχι μέ τήν ἔννοια μιᾶς ἐξωτερικῆς προσαρμογῆς σέ κάποιους τύπους – αὐτό θά συνιστοῦσε ἠθικισμό τοῦ χειρίστου εἴδους καί ἔκφραση ἀνυπαρξίας ζωντανῆς πίστεως στόν Θεό - ἀλλά μέ τήν ἔννοια τῆς καρδιακῆς αἴσθησης τοῦ ῾ἀεί σχοινοβατεῖν᾽ στήν ζωή αὐτή, ὅπου ἡ σωτηρία ὡς σχέση μέ τόν Θεό ἀποτελεῖ διακύβευμα καί ἀγωνιῶδες ζητούμενο μέχρι τό τέλος τοῦ βίου. Θέλουμε νά ποῦμε πώς ὁ πιστός, ὅπως τόν ἐκφράζει ὁ βασιλιάς ὑμνογράφος, στέκεται μπροστά στήν Παναγία μέ τήν αἴσθηση τοῦ ἀνθρώπου πού ταλαιπωρεῖται ἀπό τά δεινά τοῦ βίου καί πού ὁ θρῆνος καί ὁ στεναγμός ἀπό ὅ,τι ὑφίσταται – προφανῶς ἀπό τά πάθη του, ἀπό τόν γύρω του κόσμο, ἀπό τόν διάβολο – θεωροῦνται δεδομένα. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή τό δραματικό στοιχεῖο εἶναι ἐντονότατο στόν ὕμνο, γιατί ἀκριβῶς ἐκφράζει τήν θερμή πίστη τοῦ συγγραφέα του.

Πῶς στέκεται λοιπόν ὁ πραγματικά πιστός μπροστά στήν Παναγία, κατά τόν ποιητή, κάτι πού συνιστᾶ μέτρο καί γιά τήν δική μας πίστη;
- ῾Νῦν᾽, τώρα. ᾽Απευθυνόμαστε στήν Παναγία συγκεντρωμένοι σ᾽ αὐτό πού κάνουμε τώρα. Συγκεντρωμένοι δηλαδή μέ τόν νοῦ καί τήν ψυχή μας στήν ἀναφορά μας πρός Αὐτήν, πού σημαίνει στήν ἀναφορά μας στόν ἴδιο τόν Κύριο. Δέν μπορεῖ κανείς νά λέει ὅτι προσεύχεται καί τό μυαλό του νά περισπᾶται ἀπό ἐδῶ καί ἀπό ἐκεῖ. Εἶναι εὐνόητο ὅτι ἄν ὁ ἴδιος ὁ πιστός δέν προσέχει αὐτά πού λέει καί δέν νιώθει ὅτι στέκεται μπροστά στόν Κύριο καί τήν Παναγία Μητέρα Του, οὔτε ὁ Κύριος οὔτε ἡ Παναγία θά τόν προσέξουν.
- ῾πεποιθώς᾽, μέ πίστη. Προστρέχουμε στήν Παναγία μέ αἴσθηση βεβαίως τῆς ταλαιπωρίας μας, ἀλλά μέ πίστη ὅτι Αὐτή, λόγω τῆς δύναμης τῆς μεσιτείας της στόν Θεό, μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει δραστικά στήν ὑπέρβαση τῶν προβλημάτων μας. Χωρίς ἐμπιστοσύνη στήν δύναμή της ἡ προσευχή μας εἶναι δεδομένο ὅτι πάσχει ριζικά.
- ῾ὁλοψύχως᾽. ῾Ο ὑμνογράφος ἐπιτείνει αὐτά πού εἶπε καί προηγουμένως. Στόν Θεό καί τήν Παναγία δέν πηγαίνουμε μέ διψυχία, μέ κλονισμένη δηλαδή τήν πίστη μας, γιατί τοῦτο φανερώνει  ἀκαταστασία ψυχῆς. ῾Ο νοῦς, ἡ καρδιά μας, ἡ ἐπιθυμία μας, ὅλος δηλαδή ὁ ψυχικός κόσμος μας μέ πίστη ἀναφέρεται στήν Θεοτόκο.
- ῾ἔδραμον᾽, ἔτρεξα. Ζητᾶμε τήν λύση τῶν προβλημάτων μας ἤ ἐκφράζουμε τίς εὐχαριστίες καί τίς δοξολογίες μας ὄχι μέ τρόπο χαλαρό καί ἀμελῆ. Ἡ σχέση μας μέ τόν Θεό καί τούς ἁγίους δέν μπορεῖ νά γίνεται ῾σέρνοντας᾽ καί νά ἔχουμε τήν ἀπαίτηση νά εἶναι θετική ἡ ἀνταπόκρισή τους ἀπέναντί μας. ᾽Απαιτεῖται σπουδή καί θερμή διάθεση, λέει ὁ βασιλιάς ποιητής.
- ῾καί γόνυ κλίνω...ὁ ἄθλιος᾽. Τό σημαντικότερο ἐξ ὅλων ἀφήνει στό τέλος ὁ ὑμνογράφος. Τότε εἶναι ἀληθινή ἡ προσευχή μας, τότε προκαλεῖται ἡ χάρη τῆς Παναγίας μας – χάρη στήν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ μας ὅπως εἴπαμε - ὅταν Τήν προσεγγίζουμε μέ ταπείνωση. ῾Η αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καί τῆς ἀθλιότητάς μας στήν ζωή αὐτή, πού μᾶς κάνει νά θρηνοῦμε καί νά στενάζουμε, ἀποτελεῖ τήν δραστικότερη προϋπόθεση πού συγκινεῖ τόν Θεό μας καί ᾽Εκείνην. ῾Ταπεινοῖς ὁ Θεός δίδωσι χάριν᾽. Κι αὐτή ἡ ταπείνωση ἐκφράζεται καί ψυχικά ἀλλά καί σωματικά διά τῆς κλίσεως τῶν γονάτων. Δέν ὑπάρχει πιό δυνατή προσευχή, σημειώνουν πολλοί ἅγιοί μας, ἀπό τήν προσευχή τῶν λυγισμένων γονάτων. Γιατί φανερώνει τό ἦθος τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ μας.



ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)



Τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες᾽ (Ρωμ. 12, 12)

α. Στό μικρό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς ἀπό τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ μεγάλος ἀπόστολος ἀναφέρεται στά εἰδικά ἀλλά καί στά γενικά χαρίσματα πού ὁ Θεός χαρίζει στούς πιστούς. ῾Ο καθένας, σημειώνει, ἀνάλογα μέ τόν χαρακτήρα του καί τήν θέση του στήν ᾽Εκκλησία πρέπει νά καλλιεργεῖ ἐκεῖνο τό χάρισμα πού βλέπει ὅτι τόν ἐκφράζει καί πού τοῦ ἔχει ἀνατεθεῖ: τό προφητικό γιά παράδειγμα, τό διδασκαλικό, ἡ προϊσταμενία, ἡ διακονία τῶν ἄλλων. ᾽Αλλά ἀνεξάρτητα ἀπό τό τί ὁ καθένας εἶναι ὡς προσωπικότητα, πέρα ἀπό τήν θέση πού πιθανόν κατέχει στήν ᾽Εκκλησία, εἶναι ὑποχρεωμένος ὡς χριστιανός νά καλλιεργεῖ τό χάρισμα τῆς ἀγάπης, νά εἶναι ταπεινός, νά ὑπακούει μέ ὅλην τήν καρδιά του τόν Κύριο, νά ὑπομένει στίς θλίψεις, νά μετέχει στήν ἀνάγκη τῶν ἄλλων, νά ἐπιδιώκει τήν φιλοξενία. Καί μέσα σ᾽ αὐτά τά γενικά χαρίσματα πού θεωρεῖ ὁ ἀπόστολος ὡς δεδομένα γιά νά εἶναι κανείς χριστιανός εἶναι ἡ προσευχή, καί μάλιστα ἡ ἐπιμονή σ᾽ αὐτήν, κάτι πού θά μᾶς ἀπασχολήσει περισσότερο στήν συνέχεια.  Τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες᾽ λέει.

β. 1. Θά πρέπει καταρχάς νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι γιά τήν πίστη μας ἡ προσευχή δέν θεωρεῖται μία ἐπιμέρους ἀρετή ἤ ἕνα χάρισμα πού ἔχει δοθεῖ ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ σέ ὁρισμένους πιστούς ξεχωριστῆς ἰδιοσυγκρασίας. Πρόκειται γιά χάρη πού σφραγίζει τόν κάθε πιστό ἀπό τήν στιγμή πού θά εἰσέλθει στήν ᾽Εκκλησία διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί θά τόν συνοδεύει σέ ὁλόκληρη τήν ζωή του, τήν ἐδῶ ἀλλά καί τήν μετέπειτα. Κι αὐτό σημαίνει βεβαίως ὅτι ἡ προσευχή συνιστᾶ τό κέντρο καί τόν πυρήνα τῆς ἐν Χριστῷ ὑπάρξεως σέ σημεῖο τέτοιο, ὥστε θά μποροῦσε ὁ χριστιανός νά ὁριστεῖ ἀκριβῶς ἔτσι: ὡς ὁ ἐν προσευχῇ ζῶν καί ὑπάρχων. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή εἶναι αὐτονόητο ὅτι μιλᾶμε γιά μία κατάσταση πού ὑπερβαίνει τήν ἀντίληψη τῆς προσευχῆς ὡς ἔκφρασης  λόγων καί λέξεων μόνο, κι ἀκόμη τήν κατανόησή της μέ τό βάθος τῆς νοερᾶς καί καρδιακῆς ἀναφορᾶς πρός τόν Κύριο. ῾Ο βαπτισμένος καί χρισμένος πιστός γίνεται ὁ ἴδιος μία ἀένναη καί ἀδιάκοπη προσευχή, ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή του λειτουργεῖ προσευχητικά, πού θά πεῖ ὅτι ὁ χριστιανός προσεύχεται εἴτε λέγοντας προσευχές εἴτε σιωπώντας εἴτε σκεπτόμενος εἴτε κινούμενος καί εὑρισκόμενος σέ ὁποιαδήποτε ἐργασία στόν κόσμο τοῦτο.

2. ῾Υπερβολή μήπως; Εἶναι πραγματικότητα τά παραπάνω; Καί ναί καί ὄχι. Ναί, γιατί ὑπάρχει ἕνα δεδομένο.  ῎Οχι, γιατί ὑπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις.
Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ἀσφαλῶς ἡ ὕπαρξη τοῦ χριστιανοῦ λειτουργεῖ προσευχητικά, μέ τό δεδομένο τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος. ᾽Αφ᾽ ἧς στιγμῆς ὁ ἄνθρωπος βαπτίζεται καί χρίεται, ἐνσωματώνεται στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί γίνεται μέλος ᾽Εκείνου λαμβάνοντας τά χαρίσματα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Συνεπῶς ἡ ὕπαρξή του χριστοποιεῖται καί φανερώνει στόν κόσμο τόν Χριστό ῾ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ᾽. ῾Ο ῎Ιδιος ὁ Κύριος δέν ὑποσχέθηκε μέ τό ἀψευδές στόμα Του ὅτι ᾽Εκεῖνος εἶναι ἡ ἄμπελος καί οἱ πιστοί τά κλήματα; ῾Ο πιστός λοιπόν γίνεται προέκταση ᾽Εκείνου, συνεπῶς ἡ σχέση του μέ τόν Χριστό εἶναι σχέση χαρισματικά ὀργανική, ὁπότε ἀναπνέει ἀδιάκοπα Χριστό. Μέ ἄλλα λόγια ὁ χριστιανός δέν τοποθετεῖται ἀπέναντι στόν Χριστό ἤ στό πλάι Του σάν νά εἶναι Αὐτός κάτι ἄλλο ἀπό τόν ἴδιο. ῾Ο πιστός ἀποτελεῖ συνέχεια τοῦ Χριστοῦ, Χριστός ὅπως εἴπαμε καί αὐτός, γιατί αὐτήν τήν χάρη ἔδωσε ὡς δωρεά ὁ Κύριος στούς ἀνθρώπους. ῾Η προσευχή λοιπόν θεωρεῖται ἔκφραση τῆς σχέσεως αὐτῆς τοῦ πιστοῦ μέ τόν Κύριο, ἡ ἀναπνοή τοῦ Κυρίου μέσα ἀπό τήν καρδιά καί ὅλην τήν ὕπαρξη τοῦ πιστοῦ. ῾Αὐτός διδούς εὐχήν τῷ εὐχομένῳ᾽ κατά τόν λόγο τῆς Γραφῆς. Κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά νά δείξει τήν μυστική αὐτήν πραγματικότητα πού εἶναι κρυμμένη βεβαίως ἀπό τίς αἰσθήσεις τῶν ἀνθρώπων καί μάλιστα τῶν ἀμυήτων τῆς πίστεως, σημειώνει ὅτι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ προσεύχεται γιά ἐμᾶς μέσα στήν καρδιά μέ ἀλάλητους στεναγμούς. ῾Τό γάρ τί προσευξώμεθα καθ᾽ ὅ δεῖ οὐκ οἴδαμεν, ἀλλ᾽ αὐτό τό Πνεῦμα ὑπερεντυγχάνει ὑπέρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις᾽ (᾽Εμεῖς δέν ξέρουμε οὔτε τί οὔτε πῶς νά προσευχηθοῦμε. Τό Πνεῦμα ὅμως μεσιτεύει τό ῎Ιδιο στόν Θεό γιά μᾶς μέ στεναγμούς πού δέν μποροῦν νά ἐκφραστοῦν μέ λέξεις). Καί παραλείποντας πολλούς ἄλλους νά θυμηθοῦμε τόν ὅσιο ᾽Ιωάννη τῆς Κλίμακος σέ λόγο του περί προσευχῆς: ῾Προσευχή εἶναι συνουσία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό᾽.
 ᾽Αλλά ὑπάρχει καί τό ὄχι τῶν προϋποθέσεων. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι αὐτό πού μᾶς δίδεται ὡς δεδομένο: νά εἴμαστε μέλη Χριστοῦ καί ἡ προσευχή νά λειτουργεῖ κατά τρόπο ἐντελῶς φυσικό, σταματᾶ νά εἶναι ἔτσι, γιατί ἀπαιτεῖται καί ὁ ἄνθρωπος νά ἀνταποκριθεῖ στήν δωρεά αὐτή. ῎Αν ὁ ἄνθρωπος δέν συνεργήσει, ἄν δέν ἐνεργοποιήσει τήν χάρη τοῦ βαπτίσματος, πού σημαίνει νά μένει στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου συνεπῶς νά ζεῖ τήν ζωή ᾽Εκείνου ὡς δική του ζωή, ἡ προσευχή δέν ὑφίσταται. Κι αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού ἐξηγεῖ καί τήν ἀδυναμία ἤ τήν φοβερή δυσκολία πολλές φορές τῶν ἀνθρώπων νά προσευχηθοῦν, γιατί πέρα ἀπό τόν διάβολο πού πολεμάει τήν διάθεση προσευχῆς τοῦ πιστοῦ εἶναι καί ἡ χαλαρή καί ἀμελής ἀντιμετώπιση τῆς δωρεᾶς νά εἶναι κανείς μέλος Χριστοῦ. Μήν λησμονοῦμε ὅτι σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τῆς διαρκοῦς ἐπιβεβαίωσης τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ. ῞Ο,τι ὁ Θεός μᾶς ἔχει δώσει καί μᾶς δίνει ἀπαιτεῖται νά τό ἀποδεχόμαστε καί νά τό ἐνεργοποιοῦμε μέ τήν θέλησή μας. Καί μάλιστα ὅταν γνωρίζουμε ὅτι συχνά ὁ Κύριος, προκειμένου νά ἐνισχυθεῖ ἡ ἀδύνατη αὐτή θέλησή μας, αἴρει τήν χάρη Του ἤ τήν κρύβει καλύτερα, γιά νά φανερωθεῖ καί ἡ δική μας ἐπιθυμία νά εἴμαστε μαζί Του.
Ναί λοιπόν. ῾Η προσευχή εἶναι φυσική κατάσταση γιά τόν πιστό καί ὅ,τι πιό εὔκολο μπορεῖ νά θεωρηθεῖ, σάν τήν ἀναπνοή τοῦ ἀνθρώπου προκειμένου νά ζήσει κι ἀκόμη περισσότερο. ῾Μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον᾽ πού λέει καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, προεκτείνοντας τό ῾ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε᾽ τοῦ ἄλλου λόγου καί πάλι τοῦ ἀποστόλου Παύλου.
  ῎Οχι ἀπό τήν ἄλλη, γιατί στόν κόσμο τοῦτο τίποτε δέν θεωρεῖται δεδομένο κατά τρόπο μαγικό. Τό συμπέρασμα; ῾Ο ἄνθρωπος καλεῖται ἀδιάκοπα νά γίνεται αὐτό πού τοῦ ἔχει ἤδη δοθεῖ. Νά ἀγωνίζεται δηλαδή στήν προσευχή, ἡ ὁποία εἶναι ἤδη δοσμένη σ᾽ αὐτόν δωρεά, μέ τόν τρόπο πού εἴπαμε. ῎Ετσι ἐξηγεῖται καί τό ῾προσκαρτεροῦντες᾽ τοῦ ἀποστόλου: νά ἐπιμένετε στήν προσευχή, τό ὁποῖο καί αὐτό ἀποτελεῖ διαφορετική διατύπωση τοῦ λόγου τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου ῾περί τοῦ δεῖ πάντοτε προσεύχεσθαι καί μή ἐκκακεῖν᾽.

3. Σπεύδουμε νά κάνουμε δύο διευκρινίσεις. Πρῶτον. ᾽Ασφαλῶς καί ὑφίσταται προσευχή καί ἐκτός τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Κανείς δέν ἀρνεῖται ὅτι ἡ προσευχή ὡς ἀναφορά τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό ἤ πρός κάτι ἀνώτερο ἀπό αὐτόν ὑπάρχει καί στίς ἄλλες θρησκεῖες. ᾽Αλλά ὑπάρχει μία τεράστια διαφορά: στίς ἄλλες θρησκεῖες οἱ ἄνθρωποι προσεύχονται ἀπευθυνόμενοι σέ κάτι πού ἀγνοοῦν ἤ ἀπλῶς ὑποψιάζονται. Ἡ ἁμαρτία δυστυχῶς πού εἰσῆλθε στό ἀνθρώπινο γένος ἀλλοίωσε τήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καί τόν ἔκανε νά χάσει τήν ἐπαφή του μέ τόν ἀληθινό Θεό. ῾Οπότε ἐνῶ ὁ Θεός ὑπάρχει οἱ ἄνθρωποι δέν Τόν γνωρίζουν. Στίς κραυγές καί τίς ἐναγώνιες φωνές τους ἡ ἀπάντηση συνήθως εἶναι ὅ,τι σημειώνει ἡ Παλαιά Διαθήκη γιά τούς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ ἐπί προφήτη ᾽Ηλία: ῾καί οὐκ ἦν φωνή οὐδέ ἀκρόασις᾽. Μόνο στίς περιπτώσεις πού ὑπάρχει καλή διάθεση καί γνήσια ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ ὁ Θεός ἀποδέχεται τίς προσευχές τῶν ἀνθρώπων καί τούς καθοδηγεῖ ἔτσι, ὥστε νά Τόν εὕρουν μέσα στήν ᾽Εκκλησία. Σάν τήν περίπτωση τοῦ ἀγίου Κορνηλίου πού οἱ προσευχές του καί οἱ ἐλεημοσύνες του ἀνέβαιναν ὡς θυμίαμα ἐνώπιον Αὐτοῦ, κατά τήν μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, γι᾽ αὐτό καί ἔστειλε τόν ἀπόστολο νά κηρύξει σ᾽ αὐτόν καί νά τόν βαπτίσει, ὥστε εἰσερχόμενος στήν ᾽Εκκλησία νά Τόν λατρεύσει ἀληθινά.
Δεύτερον. Μέ τά παραπάνω ἀναφερθέντα γίνεται σαφές ὅτι προσευχή ἀληθινή ὑπάρχει, ὅπως εἴπαμε, ἐκεῖ πού ὁ ἄνθρωπος καί εἶναι μέλος Χριστοῦ καί  ἀγωνίζεται πνευματικά στήν ἀσκητική ὁδό τῆς πίστεως διά τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Γιά νά τό ξανατονίσουμε: μόνον ὡς μέλος Χριστοῦ μπορεῖ νά προσευχηθεῖ ὅπως πρέπει ὁ χριστιανός. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἀτομική προσευχή ξέχωρα ἀπό τούς ἄλλους δέν ὑπάρχει. ῎Οχι ὅτι δέν προσεύχεται μόνος του ὁ χριστιανός, ἀλλά καί αὐτή ἡ κατ᾽ ἰδίαν προσευχή θεωρεῖται ὡς προέκταση καί συνέχεια τῆς λειτουργικῆς προσευχῆς, τῆς μετά τῶν ἁγίων γινομένης. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ὁ χριστιανός προσεύχεται λειτουργούμενος στήν ᾽Εκκλησία καί συνεχίζει τήν λειτουργία αὐτῆς στήν καθημερινή του βιοτή. Γι᾽ αὐτό κάθε λόγος, κάθε πράξη καί κάθε σκέψη ἑνός τέτοιου χριστιανοῦ ἔχει σφραγίδα ἐκκλησιαστική κι ὅλη ἡ ζωή του ἔτσι εἶναι ἕνα λιβανωτό πρός τόν Κύριο. ῾Ο χριστιανός δηλαδή δέν κάνει προσευχές. ῎Εχει γίνει καί εἶναι ὁ ἴδιος προσευχή.

γ. Συχνά στά διάφορα Γεροντικά διαβάζουμε ὅτι πολλοί ὅσιοι ἀββάδες ἐξέφραζαν τό παράπονό τους ὅτι οἱ χριστιανοί, ἀκόμη κι οἱ καλόγεροι, ἀφήσανε τό κύριο ἔργο τους, τήν προσευχή, καί ἀσχολοῦνται μέ τά πάρεργα, τά διάφορα διακονήματα καί τίς ἄλλες κατασκευές γιά τό μοναστήρι τους. Κι ἀκόμη διαβάζουμε  στά ἴδια κείμενα γιά ἀσκητές πού ὅταν τούς καλοῦσαν μετά ἀπό κάποια συζήτηση  ἤ μετά ἀπό τό φαγητό νά κάνουν προσευχή, ἐκεῖνοι μέ ἀπορία ἔλεγαν: ῾Μά τόση ὥρα τί κάναμε; ῾Η συζήτησή μας ἤ καί τό φαγητό μας δέν ἦταν παράλληλα καί προσευχή;᾽ Πίσω ἀπό τό παράπονό τους ἤ τήν ἀπορία τους βρίσκεται ἡ παραπάνω βαθειά θεολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας γιά τήν προσευχή ὡς ἔκφραση τοῦ ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Μακάρι τό ἦθος αὐτῶν τῶν ἁγίων ἀσκητῶν νά γίνεται τό μέτρο καί τό δικό μας. Γιατί ἤ θά σπεύδουμε ἔστω καί ἐπ᾽ ἐλάχιστον νά τό ἀντιγράφουμε ἤ θά ὁδηγούμαστε σέ δάκρυα μετανοίας καί πένθους γιά τήν ἀμέλειά μας. Εἴτε τό ἕνα εἴτε τό ἄλλο πάντως εἶναι ὁδός σωτηρίας.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)



«Και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών, είπε τω παραλυτικώ: Θάρσει, τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου»

Ο Κύριος, ως ο ενσαρκωθείς Θεός μας, έρχεται στον κόσμο προς σωτηρία του κόσμου, ανατρέποντας όμως όλες τις θεωρούμενες λογικές παραμέτρους. Ο ερχομός Του συνιστά αν όχι την κατάργηση της λογικής, σίγουρα όμως την υπέρβασή της. Με τον Χριστό, βρισκόμαστε σε άλλο επίπεδο ζωής, που ναι μεν «πατάει» στο έδαφος, αλλά κινείται στο χώρο του ουρανού. Όλα με τον Χριστό δηλαδή λειτουργούν θεανθρώπινα. Αυτή είναι η αίσθηση που αποκομίζει κανείς και από το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα: ο Κύριος θεραπεύει έναν παράλυτο, τον οποίο φέρνουν ενώπιόν Του κάποιοι φίλοι του παραλύτου. Κι ο Κύριος αποκαθιστώντας τον σώο, του θεραπεύει ταυτόχρονα και την ψυχή. Πριν δηλαδή δώσει την εντολήν «άρον σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκον σου», τον βεβαιώνει: «τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Τι θέλουμε να πούμε πιο συγκεκριμένα;

1. Δύο είναι στο περιστατικό οι «ανατροπές» της ανθρώπινης λογικής. Ο Κύριος, με το δεδομένο της θέλησής Του να θεραπεύσει τον παράλυτο, πρώτον: θα έπρεπε να απευθυνθεί  σε αυτόν δίνοντας εντολή για την αποκατάσταση του προβλήματός του: να γίνει υγιής σωματικά, να σηκωθεί από το κρεβάτι του και να περπατήσει, κάτι που γίνεται, αλλά δευτερογενώς, δεύτερον: θα έπρεπε να απευθυνθεί σε αυτόν αποκλειστικά, αφού αυτός μόνος είχε το πρόβλημα. Του παραλύτου μόνον η πίστη θα έπρεπε να ήταν η προϋπόθεση για να ενεργοποιηθεί η δύναμη του Χριστού, όπως το συναντούμε σε άλλες περιπτώσεις, π.χ. του παραλύτου της κολυμβήθρας της Βηθσαϊδά.

2. Όμως ο Κύριος συμπεριφέρεται διαφορετικά από το ανθρωπίνως προβλεπόμενο. Κ α ι  η προτεραιότητά του είναι όχι η παραλυσία του ανθρώπου, αλλά οι αμαρτίες του, η ψυχική του δηλαδή κατάσταση, κ α ι  η «όρασή» Του είναι ευρύτερη, αφού κοιτά την πίστη όλων, και του παραλύτου και των φίλων του, προκειμένου να τον θεραπεύσει. Γιατί λοιπόν αυτές οι «ανατροπές»; Η απάντηση δεν φαίνεται να είναι ιδιαιτέρως δύσκολη. Στην πρώτη «ανατροπή», ο Κύριος, μέσα από τη συγκεκριμένη περίπτωση, μάς επισημαίνει την αλήθεια ότι το κεντρικό και ουσιαστικό πρόβλημα του ανθρώπου δεν είναι τόσο η σωματική του κατάσταση, όσο η πνευματική. Η αμαρτία δηλαδή είναι εκείνο που αρρωσταίνει τον άνθρωπο, τον παραλύει ψυχικά και τον κάνει να καταστρέφεται και να οδηγείται στον θάνατο, αφού αυτή τον χωρίζει από τον Θεό, την πηγή της ζωής. Ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος να ζει φυσιολογικά με τον Θεό, γι’  αυτό και κάθε αμαρτία αποτελεί διαστροφή, τραύμα και πληγή στην ύπαρξή του. «Τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος». Η σωματική παραλυσία, η σωματική ασθένεια, αποτελεί αντανάκλαση της πνευματικής παραλυσίας, συνεπώς η πραγματική θεραπεία ξεκινάει από την ψυχή. Πολλές φορές βέβαια υφίσταται η υγεία της ψυχής χωρίς να είναι υγιές και το σώμα, όπως συμβαίνει και το αντίθετο, κάτι που ανάγεται στις ανεξερεύνητες βουλές του Θεού, που έχει συγκεκριμένο σχέδιο για τον κάθε άνθρωπο. Στην προκειμένη περίπτωση του σημερινού ευαγγελίου όμως, η αμαρτία του παραλύτου ήταν και η αιτία της σωματικής του παραλυσίας, γι’ αυτό και ο Κύριος «κτυπάει» τη ρίζα του κακού.

Στη δεύτερη «ανατροπή», ο Κύριος μάς προσανατολίζει σε μία βαθειά αλήθεια: κοιτώντας όχι μόνον την πίστη του παραλύτου αλλά και των φίλων του, που φαίνεται να τη λαμβάνει σοβαρότατα υπ’  όψιν, είναι σαν να μας αποκαλύπτει τη δύναμη της κοινωνίας των ανθρώπων μεταξύ τους, το πόσο δηλαδή συγκινεί τον Θεό να μας βλέπει ενωμένους για την πραγμάτωση ενός καλού, ώστε αυτό που οι πολλοί ή οι περισσότεροι του ενός επιθυμούν και το ζητούν από Εκείνον, να γίνεται αμέσως ενέργεια και πράξη. Και βεβαίως γνωρίζουμε  ως χριστιανοί ότι αυτό συνιστά και τον σκοπό του ερχομού του Χριστού στον κόσμο: «ίνα τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα συναγάγη εις εν». Αυτό ήταν και το βασικό αίτημα του Χριστού στην αρχιερατική προσευχή Του, λίγο πριν από το Πάθος Του. Ζητούσε από τον Ουράνιο Πατέρα «ίνα ώσιν (οι άνθρωποι) εν, καθώς και ημείς εν εσμέν». Κι αιτία για την «ευαισθησία», θα λέγαμε, του Θεού μας στο θέμα της ενότητας προφανώς δεν είναι κάτι άλλο, από το ότι η ενότητα αποτελεί το σημάδι της ύπαρξης της αγάπης, η οποία πάντοτε συνιστά και το κύριο θέλημα του Θεού. Διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Στη σημερινή περίπτωση λοιπόν οι φίλοι του παραλύτου φανερώνουν την αγάπη τους προς τον φίλο τους και η ενότητά τους αυτή δίνει ώθηση και στην αγάπη του Χριστού να εκφραστεί με αμεσότητα.

3. Η αντίδραση του Χριστού όμως να θεραπεύσει ψυχοσωματικά τον παράλυτο, με τη συνέργεια βεβαίως της πίστεως και των φίλων του, αποκαλύπτει, εκτός από τη δύναμη της αγάπης και της ενότητας, όπως είπαμε, τη θεότητα και από την άποψη αυτή του Ιησού Χριστού. Ο Χριστός ως Κύριος ο Θεός είναι ο μόνος που μπορεί να συγχωρεί τις αμαρτίες των ανθρώπων, κάτι που ναι μεν προκαλεί τους Φαρισαίους, επιβεβαιώνεται όμως από το θαύμα που ακολουθεί. Κι είναι η μόνη πραγματικότητα που οδηγεί τον άνθρωπο σε ψυχοσωματική ισορροπία. Διότι είναι αποδεδειγμένο ότι εκείνο που προκαλεί ταραχή στον άνθρωπο, επιθετικότητα και θλίψη, είναι η ενοχή που δημιουργεί πάντοτε η αμαρτία. Επομένως, μόνον όταν ο άνθρωπος απαλλαγεί από τις ενοχές του, δηλαδή όταν εν μετανοία στραφεί προς τον Χριστό, θα μπορέσει να γαληνέψει και να σταθεί με καλό τρόπο απέναντι και στον κάθε συνάνθρωπό του.

Η δύναμη της κοινής πίστεως, η βίωση της αφέσεως των αμαρτιών. Πνευματικές καταστάσεις, που τις ζούμε στο ζωντανό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, και μάλιστα εκεί που κατεξοχήν φανερώνεται αυτή, στη Θεία Λειτουργία. Μέσα στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής και στη «θολούρα» των παθών του κόσμου, η λύση είναι πέραν των ανθρωπίνων «λογικών». Είναι εκεί που υπάρχει ο ίδιος ο Χριστός, ο μόνος ικανός να θεραπεύσει την όποια παραλυσία.