Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

ΟΣΙΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ Ο ΕΝ ΠΑΤΜΩ: "ΜΗ ΞΕΡΑΘΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΗΝ ΚΑΟΥΜΕ!"

«Αγαπητέ Η., μη πάψεις να πηγαίνεις κοντά στην πνευματική πηγή του Σωτήρα μας Χριστού, την οποία αντιπροσωπεύει η Εκκλησία με τα ιερά πρόσωπα που την παρουσιάζουν στην πραγματικότητα. Διότι ο άνθρωπος, ο χριστιανός, όπως λέει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, μοιάζει με το σφουγγάρι που έχει πάντοτε νερό. Και για να έχει νερό, πρέπει να είναι ή στη βρύση ή σε δοχείο με νερό. Όταν είναι μακριά θα ξεραθεί. Και όταν είναι κοντά στη φωτιά των πειρασμών, όχι μόνο θα ξεραθεί, αλλά και θα καεί. Λοιπόν προσοχή από τη φωτιά και μη μένεις μακριά από την πνευματική πηγή της χριστιανικής ορθόδοξης διδασκαλίας» (Απόσπασμα επιστολής οσίου Αμφιλοχίου της Πάτμου στον Ηλία Καλαντζή, Πάτμος 25-2-1960).

Ο νεώτερος μεγάλος όσιος της εποχής μας Αμφιλόχιος Μακρής (1889-1970, εορτή: 16 Απριλίου) επισημαίνει τον κίνδυνο που υπάρχει όχι μόνο για το πνευματικό του τέκνο αλλά και για κάθε χριστιανό: να αποξηρανθεί ή και να καεί! Πότε; Όταν μένει μακριά από την πηγή που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Διότι Εκείνος είναι η πηγή της Ζωής, Εκείνος είναι η πηγή του ζωντανού νερού που ξεδιψάει όχι βεβαίως το σώμα του ανθρώπου αλλά το ίδιο το κέντρο της ύπαρξής του, την καρδιά του. Από αυτήν τη δίψα δεν ταλαιπωρείται ο κόσμος διαχρονικά και παγκόσμια; Μπορεί να έχει τα πάντα στη ζωή του: χρήματα, ανέσεις, δόξες και τιμές, αν δεν έχει συναντήσει όμως τον Χριστό στη ζωή του κείται χαμένος και νεκρός – σαν ένα σφουγγάρι που ξεραίνεται και καίγεται όταν βρίσκεται δίπλα ή καλύτερα μέσα στη φωτιά. «Όποιος διψάει ας έρθει σε μένα και ας πιει» είναι η διαρκής προτροπή του Κυρίου. Και «όποιος πιει από το νερό που εγώ θα του δώσω, δεν πρόκειται ποτέ να διψάσει στους αιώνες».

Κι ο άγιος Αμφιλόχιος, ο γλυκός αυτός άγιος που μαθήτευσε δίπλα και στον άγιο Νεκτάριο – πώς ο Θεός έφερε κοντά δύο πυρακτωμένες από την αγάπη Του καρδιές! – διευκρινίζει: μένει κανείς κοντά στον Χριστό και στο νερό που δίνει, την ίδια τη ζωή Του δηλαδή, όταν μένει μέσα στο ζωντανό σώμα Του την Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι εκείνη που κρατάει ζωντανή την εικόνα και την παρουσία Του, προσφέροντας το ύδωρ της διδασκαλίας Του μαζί βεβαίως με το σώμα και το αίμα Του. Κι ας δούμε πόσο διακριτικά προσεκτικός είναι ο άγιος: κοντά βεβαίως στην Εκκλησία, αλλά σ’ εκείνην που την αντιπροσωπεύουν ιερά πρόσωπα – αυτά «παρουσιάζουν την πραγματικότητά της»! Και ποια είναι αυτά τα ιερά πρόσωπα; Όσοι βαδίζουν «όπως οι απόστολοι και οι πατέρες της Εκκλησίας». Που σημαίνει: μακριά από αιρέσεις και κάθε είδους υπερβολή. Γιατί «οι μεγάλες ασθένειες είναι η αδράνεια και η υπερβολή» (στην ίδια επιστολή).  

ΦΑΝΕΡΑ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ!

ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΣ

ΦΑΝΕΡΑ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ!

ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΣ

«Κύριε, ἐσφραγισμένου τοῦ τάφου ὑπό τῶν παρανόμων, προῆλθες ἐκ τοῦ μνήματος, καθώς ἐτέχθης ἐκ τῆς Θεοτόκου∙ οὐκ ἔγνωσαν πῶς ἐσαρκώθης, οἱ ἀσώματοί σου Ἄγγελοι∙ οὐκ ἤσθοντο πότε ἀνέστης, οἱ φυλάσσοντές σε στρατιῶται∙ ἀμφότερα γάρ ἐσφράγισται τοῖς ἐρευνῶσι∙ πεφανέρωται δέ τά θαύματα, τοῖς προσκυνοῦσιν ἐν πίστει τό μυστήριον∙ ὅ ἀνυμνοῦσιν, ἀπόδος ἡμῖν ἀγαλλίασιν, καί τό μέγα ἔλεος» (Στιχηρόν ἀναστασίμων αἴνων, ἦχος πλ. α΄).

(Κύριε, ἐνῶ ἦταν σφραγισμένος ὁ τάφος ἀπό τούς παράνομους, βγῆκες ἔξω ἀπό τό μνῆμα, ὅπως γεννήθηκες ἀπό τή Θεοτόκο. Δεν γνώρισαν πῶς σαρκώθηκες οἱ ἀσώματοί σου Ἄγγελοι. Δέν πῆραν εἴδηση πότε ἀναστήθηκες οἱ στρατιῶτες πού σέ φύλαγαν. Διότι καί τά δύο αὐτά εἶναι σφραγισμένα γι’ αὐτούς πού τά ἐρευνοῦν (μέ τή λογική τους). Ἔχουν ὅμως φανερωθεῖ τά θαύματα σ’ αὐτούς πού προσκυνοῦν μέ πίστη τό μυστήριο. Δῶσε (καί) σ’ ἐμᾶς πού ὑμνολογοῦμε τό μυστήριο αὐτό ἀγαλλίαση καί τό μέγα ἔλεος). 

Θέτει σέ εὐθεῖα γραμμή ὁ ἅγιος ὑμνογράφος τό μυστήριο τῆς γέννησης τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί τό μυστήριο τῆς ἐξόδου Του ἀπό τό μνῆμα στό ὁποῖο εἶχε ταφεῖ. Κανείς ἄνθρωπος, ἀλλ΄ οὔτε καί ἄγγελοι δέν ἦσαν γνῶστες τῶν βουλῶν τοῦ Θεοῦ στά προκείμενα γεγονότα∙ καί ἡ ὑπερφυής Γέννηση τοῦ Κυρίου καί ἡ Ἀνάστασή Του παρέμεναν κλεισμένα γιά ὅλη τήν Κτίση, γιατί ἐκεῖ εἴχαμε ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ - βρισκόμαστε μπρός στό μυστήριο τῆς παντοδύναμης παρουσίας Του. Κι αὐτό ὄχι μόνον βεβαίως τότε πού ἦλθε ὁ Κύριος∙ καί μετέπειτα καί ὅσο θά ὑπάρχει κόσμος καί δημιουργία μέ τή μορφή πού ξέρουμε, τά σωτηριώδη αὐτά γεγονότα θά παραμένουν ἑρμητικά κλειστά γιά κάθε λογικό ὄν πού νομίζει ὅτι μπορεῖ νά ἐρευνήσει μέ τίς δικές του δυνάμεις τή δράση τοῦ Θεοῦ - ἀκόμη καί γιά τούς ἀγγέλους!

Ποτέ μέ ἄλλα λόγια κτιστή λογική φύση, ὅσο προικισμένη κι ἄν εἶναι, δέν μπορεῖ νά εἰσέλθει στά ἄδυτα τῆς σκέψης τοῦ Θεοῦ. Αὐτά συνιστοῦν προσόν μόνον τῶν τριῶν θείων ὑποστάσεων, πού σημαίνει ὅτι ὁ Θεός κρατάει «μυστικά» ἀκόμη καί ἀπό τούς ἁγίους Του ἀγγέλους. Τό ὁμολογεῖ μέ ἀπόλυτο δέος ὁ ἀπόστολος Παῦλος σέ κάποιο σημεῖο τῶν ἐπιστολῶν του, ἐπαναλαμβάνοντας στήν οὐσία τόν προφητικό λόγο: «τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου ἤ τίς σύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο;»

Ἀλλ’ ἄν ὄντως οἱ βουλές τοῦ Θεοῦ ἀνήκουν μόνον σ’ Αὐτόν καί τό μυστήριο τῆς ἐνέργειάς Του εἶναι κλεισμένο γιά ὅλα τά λογικά ὄντα στίς ἐρευνητικές τους προσπάθειες, ὑπάρχει «κάτι» πού ἀνοίγει καί ἀποκαλύπτει τό μυστήριο∙ γιατί εἶναι αὐτό πού «συγκινεῖ» τόν Κύριο καί Τόν συντονίζει μέ τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Κι αὐτό τό κάτι εἶναι ἡ πίστη τους σ’ Ἐκεῖνον.  Ἡ πίστη ὄχι ὡς ἁπλή παραδοχή τῆς ὕπαρξής Του – αὐτό τό ἔχουν καί οἱ δαίμονες! - ἀλλά ἡ πίστη ὡς κίνηση ἐμπιστοσύνης πρός Αὐτόν καί τίς ἐνέργειές Του, ἔστω κι ἄν φαίνονται ὅτι καταλύουν αὐτές τή λογική καί τίς αἰσθήσεις στήν «κανονική» λειτουργία τους∙ ἡ πίστη στήν ὁποία μᾶς καλεῖ πάντοτε ἡ Ἐκκλησία μας μέ τό «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». «Πεφανέρωται δέ τά θαύματα τοῖς προσκυνοῦσιν ἐν πίστει τό μυστήριον».

Γι’ αὐτό καί μπορεῖ νά ὑπάρχουν ἄνθρωποι μέ ἐξαιρετικά μεγάλο νοητικό πηλίκο, μέ τρομερές γνώσεις καί δυνατότητες, κι ὅμως νά μήν κατανοοῦν τίποτε ἀπό τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ - τά πάντα τά ὑποτάσσουν στίς δικές τους ἱκανότητες. Κι ὑπάρχουν ἄλλοι, ἁπλοί ἐντελῶς ἄνθρωποι, ἄντρες καί γυναῖκες καί παιδιά, πού ἡ καρδιά τους λειτουργεῖ μέ τήν ἁπλότητα πού ζητάει ὁ Θεός, ἔχουν δηλαδή τήν ἐμπιστοσύνη ἑνός παιδιοῦ πρός τήν αὐθεντία τοῦ πατέρα του, ὁπότε σ’ αὐτούς Ἐκεῖνος ἀποκαλύπτεται καί φανερώνει τά μυστήριά Του. «Ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπό σοφῶν καί συνετῶν, καί ἀπεκάλυψας αὐτά νηπίοις». Καί λίγο παρακάτω: «Οὐδείς ἐπιγινώσκει τόν υἱόν εἰ μή ὁ πατήρ, οὐδέ τόν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μή ὁ υἱός καί ᾧ ἐάν βούληται ὁ υἱός ἀποκαλύψαι». Αὐτήν τήν πίστη, λέει ὁ ὑμνογράφος, ἔχουμε κι ἐμεῖς οἱ πιστοί πού ἀνυμνοῦμε τό μυστήριο, γι’ αὐτό καί παρακαλεῖ καί περιμένει νά δώσει ὁ Κύριος ὅ,τι ἐπακολουθεῖ στήν πίστη αὐτή: τή χαρά καί τήν ἀγαλλίαση καί τό μέγα ἔλεος Ἐκείνου.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΦΩΣ!

ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΣ

«Τήν ἄμετρόν σου εὐσπλαγχνίαν, οἱ ταῖς τοῦ Ἅδου σειραῖς συνεχόμενοι δεδορκότες, πρός τό φῶς ἠπείγοντο, Χριστέ, ἀγαλλομένῳ ποδί, Πάσχα κροτοῦντες αἰώνιον» (ωδή ε΄ αναστασίμου κανόνος).

(Χριστέ, βλέποντας καθαρά την άπειρη ευσπλαχνία σου οι αλυσοδεμένοι του Άδη, έσπευδαν με γρήγορη και χαρούμενη περπατησιά προς το φως Σου, χτυπώντας τα χέρια από χαρά για το αιώνιο Πάσχα).

Ο «φακός» του μεγάλου Πατέρα και υμνογράφου της Εκκλησίας αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού ρίχνει το φως του στον σκοτεινό χώρο του Άδη, εκεί που θεωρείτο προχριστιανικά ότι ήταν ο χώρος των ψυχών. «Όπως πολλοί άλλοι λαοί, ο Ισραήλ φαντάζεται την επιβίωση των νεκρών σαν μια σκιά υπάρξεως, χωρίς αξία και χωρίς χαρά. Ο Άδης είναι ο τόπος που συγκεντρώνει αυτές τις σκιές…σαν τάφος στα έγκατα της γης, όπου βασιλεύει απόλυτο σκοτάδι και όπου το ίδιο το φως μοιάζει με τη ζοφερή νύχτα. Εκεί «κατέρχονται» όλοι οι ζώντες και δεν θα ανέβουν πια επάνω ποτέ. Δεν μπορούν πια να αινούν τον Θεό, να ελπίζουν στη δικαιοσύνη του ή στην πιστότητά του. Πρόκειται για μια ολοκληρωτική εγκατάλειψη» (Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας).

Κι ο Κύριος, η πηγή της Ζωής, εισέρχεται στον χώρο αυτό του σκότους και της εγκατάλειψης, με την ανθρώπινη ψυχή Του τη συνδεδεμένη με τη θεότητά Του,  για να τον γεμίσει με το φως Του, να Τον γεμίσει με την παρουσία Του, να δώσει ελπίδα και προοπτική ζωής στους αλυσοδεμένους και αιχμαλώτους του Άδη. Οι περισσότεροι αναστάσιμοι ύμνοι μιλούν γι’ αυτήν τη συγκλονιστική είσοδο του Κυρίου και τις «πανικόβλητες» κινήσεις του Άδη που βλέπει το βασίλειό του να διαλύεται. «Σήμερον ὁ Ἄδης στένων βοᾶ…». «Ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, τότε τόν Ἄδην ἐνέκρωσας τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος…». Κι ένα κύριο χαρακτηριστικό που επισημαίνει η Γραφή είναι τούτο: «ο Ιησούς Χριστός κατέβηκε στον Άδη, ο καταδικασμένος πηγαίνει στην κόλαση… Οι θύρες του Άδη όπου κατέβηκε ο Χριστός ανοίχτηκαν για να μπορέσουν να διαφύγουν οι αιχμάλωτοί του, ενώ η κόλαση όπου κατεβαίνει ο κολασμένος κλείνεται πίσω του για πάντα» (Λ. Β. Θ.).

Λοιπόν, «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός καί γῆ καί τά καταχθόνια». Δεν υπάρχει πια σκοτάδι, οπουδήποτε στον κόσμο (παρά μόνον σ’ εκείνους που κρατούν ερμητικά κλειστές τις ψυχές τους). Γιατί ήλθε το Φως που το διέλυσε. Και να πεθάνει πια κανείς ξέρει, εφόσον είναι πιστός, ότι το φως του Χριστού θα συναντήσει – Εκείνον δηλαδή που θα τον δεχτεί μέσα στη γεμάτη αγάπη αγκαλιά Του. «Ἐάν τε ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνῄσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν». Και τι σημειώνει ο άγιος Δαμασκηνός; Οι αλυσοδεμένοι του Άδη, οι πονεμένοι και χωρίς ελπίδα μετανιωμένοι, βλέποντας το φως, αποδεχόμενοι δηλαδή εν πίστει τον Κύριο της δόξας που ήλθε κι εκεί για να τους βρει – μη ξεχνάμε τον λόγο του αποστόλου Πέτρου, που λέει πως ο Κύριος «ἐκήρυξεν καί τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι» -  «πέταξαν» από τη χαρά τους. Έβαλαν φτερά στα πόδια τους, και με αγαλλίαση και χειροκροτώντας, έσπευσαν προς το φως Του για να κάνουν μαζί Του τη «διάβαση» από το σκοτάδι στο φως. Η ανάσταση των ανθρώπων ήταν και είναι πια η κοινή «μοίρα» τους, λόγω της Αναστάσεως του ενσαρκωμένου Θεού. Ανάσταση όμως φωτός και ζωής και όχι απλής αιώνιας επιβίωσης μέσα στο σκοτάδι της αμετανοησίας.

Η εξαγγελία αυτή όμως του αγίου Δαμασκηνού ισχύει και για τον κόσμο τούτο, χωρίς να έχει έλθει ακόμη ο σωματικός θάνατος. Γιατί υπάρχει και λειτουργεί και ο πνευματικός δυστυχώς θάνατος. Κάθε φορά που αμαρτάνουμε, κάθε φορά που η μετάνοια μπαίνει στο περιθώριο της ζωής μας, εισερχόμαστε μέσα στον προσωπικό μας Άδη – ζούμε τον θάνατο πριν τον θάνατο! Και το παρήγορο ποιο είναι; Ότι ο Κύριός μας, που η χαρά Του είναι να μας έχει όλους κοντά Του – «ὁ Θεός πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» - μας δίνει διαρκώς ευκαιρίες μετανοίας. Ευκαιρίες δηλαδή φωτός, εισερχόμενος στον δικό μας Άδη, για να μας στρέψει σ’ Εκείνον. Κι ο καλοπροαίρετος άνθρωπος που νιώθει πια την ακτίνα αυτή, που μπορεί να έλθει από το «πουθενά»: ακόμη και την ώρα της αμαρτίας μας, ακόμη και μέσα από ένα ατύχημα, από μία απρόσμενη συνάντηση με έναν άνθρωπο του Θεού, την «αρπάζει» ως την ευκαιρία που του δίνει ο Θεός. Κι αρχίζει να χαίρεται, να τρέχει εκεί που είναι το φως Του, να χειροκροτεί γιατί βλέπει τον δρόμο που θα τον οδηγήσει στην αιωνιότητα μέσα κι απ’ αυτήν ήδη τη ζωή.

Να παρακαλούμε να μας ανοίγει τα μάτια ο Χριστός και να βλέπουμε το φως Του. Και να κινητοποιούμε τον εαυτό μας, ολόκληρη την ύπαρξή μας. Γιατί το φως Του υπάρχει παντού: σε όλη τη δημιουργία, στον κάθε συνάνθρωπό μας, στον ίδιο μας τον εαυτό.

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ ΝΕΚΡΩΣΙΝ!

 

ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΣ

«Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτής, τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν, καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον, τόν μόνον εὐλογητόν τῶν Πατέρων, Θεόν καί ὑπερένδοξον» (ὠδή ζ΄ κανόνος ἀναστάσεως). 

(Γιορτάζουμε τή νέκρωση τοῦ θανάτου, τό γκρέμισμα τοῦ Ἅδη, τήν ἀπαρχή ἑνός ἄλλου τρόπου ζωῆς, δηλαδή τῆς αἰώνιας ζωῆς, καί σκιρτώντας ἀπό χαρά ὑμνολογοῦμε τόν αἴτιο τῆς γιορτῆς αὐτῆς, πού εἶναι ὁ μόνος εὐλογητός τῶν Πατέρων μας, ὀ ὑπερένδοξος Θεός).

Ἕνα ἀπό τά πιό γνωστά καί ἀγαπημένα τροπάρια τοῦ ἀναστάσιμου κανόνα ὁ παραπάνω ὕμνος, ὄχι μόνο λόγω τῆς ἀμεσότητας τῶν ἐννοιῶν του, ἀλλά καί λόγω τῆς ἰδιαίρετης ἀγάπης πού ἔτρεφε γι’ αὐτόν ὁ μεγάλος ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης - ὅλοι γνωρίζουν τόν διάλογο πού διαμείφθηκε μεταξύ τοῦ ὁσίου καί τοῦ μακαριστοῦ καθηγητῆ τῆς καρδιολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Γιώργου Παπαζάχου ἀκριβῶς πάνω στό τροπάριο αὐτό. Τί μᾶς λέει ὁ ἅγιος ὑμνογράφος καί μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός; Καλούμαστε νά ὑμνολογήσουμε καί νά δοξολογήσουμε τόν μόνο δυνατό καί ὑπερένδοξο Θεό μας, τόν μόνο πού εὐλογήθηκε καί προφητεύτηκε ἀπό τούς Πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, διότι μέ τήν Ἀνάστασή Του

Πρῶτον∙ νέκρωσε τόν θάνατο καί γκρέμισε τό βασίλειο τοῦ Ἅδη – γιορτάζουμε τόν... θάνατο τοῦ θανάτου. Θάνατος δηλαδή δέν ὑφίσταται πιά, ἀφότου Ἐκεῖνος πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς εἰσῆλθε στά ἄδυτά του καί σ’ αὐτό πού ὀνομάζουμε Ἅδη. Ὁ θάνατος πού ἦλθε ὡς ἐπιγέννημα στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου λόγω τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ - ὁ Θεός δέν δημιούργησε τόν θάνατο, ἀντιθέτως ἡ ἀθανασία ἦταν ἡ προοπτική τοῦ ἀνθρώπου – καταργήθηκε καί ἀφανίστηκε. Καί μπορεῖ νά ὑφίσταται καί μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἀλλά μόνο μέ τή βιολογική του διάσταση ἄχρι καιροῦ: τοῦ καιροῦ τῆς Δευτέρας Του παρουσίας, ἡ ὁποία δυνάμει ἀποτελεῖ γεγονός τῆς κάθε στιγμῆς! Τά ἔσχατα μέ τόν Χριστό ἔτσι κι ἀλλιῶς ἔχουν εἰσέλθει στήν ἀνθρώπινη ἱστορία καί ὁ πιστός ζεῖ μέ τήν προσμονή καί τή λαχτάρα αὐτή: «ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ»! «Μαράν ἀθά».

 Δεύτερον∙ ἡ κατάργηση καί ἡ καταπάτηση τοῦ θανάτου ἔφερε ἕναν ἄλλον τρόπο πιά ζωῆς γιά τόν ἄνθρωπο, πού εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Ἡ αἰωνιότητα, γιά τήν πίστη μας, δέν κατανοεῖται μέ τή διάσταση τῆς ἀτέρμονης καταστάσεως πού ἀκολουθεῖ τό ὅριο τοῦ βιολογικοῦ θανάτου∙ κυρίως κατανοεῖται ὡς ἡ ζωή πού ξεκινᾶ ἀπό τήν ὥρα πού ὁ ἄνθρωπος πιστεύει στόν Χριστό καί σχετίζεται ἐμπειρικά μαζί Του, μέσα στό ζωντανό σῶμα Του τήν Ἐκκλησία. Τό ἀποκάλυψε ὁ Ἴδιος: «Αὔτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνο ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν». Ἡ γνώση τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Θεοῦ πού μᾶς ἀποκάλυψε, γνώση ὄχι νοησιαρχική ἀλλά ἐν ἀγάπῃ ἐμπειρική, ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται μέ τήν τήρηση τῶν ἁγίων ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, αὐτό εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, καί συνεπῶς οἱ ἀπαρχές τῆς ζωῆς αὐτῆς βρίσκονται στό ἐδῶ καί στό τώρα, γιά νά συνεχιστεῖ καί στή συνέχεια τῆς ζωῆς αὐτῆς, μετά τό βιολογικό τέλος μας.

Μέ ἄλλα λόγια, ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἔχει κατανοήσει ὅτι διά τῆς ἀνιδιοτελοῦς κατά τό πρότυπο τοῦ Κυρίου ἀγάπης πορεύεται πιά στόν κόσμο τοῦτο, ζεῖ ἤδη τήν αἰώνια ζωή καί γεύεται τούς καρπούς της ὡς χαρά, ὡς εἰρήνη, ὡς μακροθυμία, ὡς πίστη, ὡς πραότητα, ὡς ἐγκράτεια κλπ. Γι’ αὐτό πιά καί δέν ὑφίσταται ὁ φόβος τοῦ θανάτου – τί φόβος νά ὑπάρχει ἐκεῖ πού δέν ὑφίσταται τό αἴτιό του, ὅταν μάλιστα ἔχει καταποθεῖ αὐτό ἀπό τήν ἴδια τή ζωή; Μέ τόν Κύριο ἀποκαλύφθηκε περίτρανα ὅτι ἡ μόνη ὄντως πραγματικότητα εἶναι ἡ ζωή, καί μάλιστα ὡς Ζωή Ἐκείνου. Αὐτήν τή ζωή βλέπουμε ὄχι σέ ἐμᾶς δυστυχῶς τούς μαλθακούς καί χλιαρούς χριστιανούς, ἀλλά στούς ἁγίους μας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τά πρότυπά μας καί τή διαρκή πρόκληση γιά τή μετάνοιά μας, σάν τόν ἅγιο Πορφύριο πού μνημονεύσαμε, ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς ἐπέμενε στή λέξη «σκιρτῶντες».

 Ὅταν ζεῖς ἀληθινά τήν Ἀνάσταση, ὅταν συνειδητοποιεῖς τό τί ἔφερε ὁ Χριστός στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, τότε τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνεις εἶναι νά νιώθεις τά σκιρτήματα τῆς χαρᾶς, τά ὁποῖα ἐκεῖνος, ὁ μεγάλος ὅσιος, τά παρομοίαζε μέ τά χαρούμενα πηδήματα τῶν μικρῶν κατσικιῶν ὅταν βρίσκουν τήν τροφή τους καί εἶναι κοντά στή μάνα τους. Πρόκειται γιά τά σκιρτήματα, νομίζουμε, πού λένε πολλοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπό τό ζωντανό νερό πού δίνει ὁ Χριστός στίς καρδιές τῶν πιστῶν Του, κατά τήν ἀψευδῆ ὑπόσχεσή του: «Ὅποιος πιεῖ ἀπό τό νερό πού ἐγώ θά τοῦ δώσω, θά γίνει αὐτό μέσα στήν ὕπαρξή του πηγή πού θά ἀναβλύζει τήν αἰώνια ζωή». Μακάρι ὁ Κύριος καί οἱ ἅγιοί μας νά μᾶς δίνουν αὐτόν τόν προσανατολισμό στή ζωή μας, ὥστε ἔστω καί ἐπ’ ἐλάχιστον νά αἰσθανθοῦμε τά σκιρτήματα τῆς λυτρωτικῆς παρουσίας Του!

ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ...

ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΣ

«Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωήν, καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν, Χριστὸς ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ᾄδοντας» (α΄ ὠδῆς κανόνος ἀναστάσεως, ἦχος α΄).

(Ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, λαοί, ἄς γίνουμε ὁλοφώτεινοι, εἶναι Πάσχα, τοῦ Κυρίου τό Πάσχα. Διότι μᾶς πέρασε ἀπό τόν θάνατο πρός τή ζωή καί ἀπό τή γῆ πρός τόν οὐρανό,  Χριστός ὁ Θεός μας, ἐμᾶς πού ψέλνουμε τόν ὕμνο γιά τή νίκη αὐτή).

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, στόν πανηγυρικό καί θριαμβευτικό πρῶτο ἦχο, μᾶς προσφέρει τό ξέσπασμα τῆς καρδιᾶς του γιά τήν πανήγυρη τῶν πανηγύρεων, τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Πρόκειται ὄχι ἀσφαλῶς γιά τό Πάσχα τῶν Ἰουδαίων, κατά τό ὁποῖο ἑορτάζουν αὐτοί τή διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας καί συνεπῶς τήν ἐλευθερία τους ἀπό τή δουλεία τῶν Αἰγυπτίων – τό γεγονός αὐτό λειτουργεῖ ὡς προεικόνιση καί προφητεία τοῦ Χριστιανικοῦ Πάσχα - ἀλλά γιά τό Πάσχα τοῦ Κυρίου, γιά τήν Ἀνάστασή Του, μέ τήν ὁποία ὁ Κύριος ὡς ὁ παντοδύναμος Θεός, ἀφοῦ διέλυσε τό βασίλειο τοῦ θανάτου μέ τήν εἴσοδό του σ’ αὐτόν, ἔδωσε τήν αἰώνια ζωή σέ ὅλες τίς θλιμμένες ψυχές τῶν νεκρῶν, δηλαδή τούς πέρασε ἀπό τόν θάνατο στή ζωή· κι ἀκόμη περισσότερο, διεβίβασε ὅλους τούς ἀνθρώπους ἀπό τή γῆ πού ἦταν κατ’ ἀποκλειστικότητα στραμμένοι, πρός τόν οὐρανό, ἐκεῖ πού μπορεῖ κανείς νά δεῖ Θεοῦ πρόσωπο, ἐκεῖ πού ζεῖ κανείς πιά τήν ἀληθινή πατρίδα του, τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Διότι, κατά τόν ἀπόστολο, μετά τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Κυρίου, «οὐκ ἔχομεν μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν», ἡ ὁποία μέλλουσα πόλις ἤδη βιώνεται ἀπό τόν κόσμο τοῦτο γιά τόν χριστιανό στήν Ἐκκλησία. «Ἄρα οὖν οὐκέτι ἐστὲ ξένοι καὶ πάροικοι, ἀλλὰ συμπολῖται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ».

Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου σήμανε τήν τελική νίκη ἀπέναντι στόν θάνατο, μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁ θάνατος πιά, ὡς κατηργημένος καί ἐξαφανισμένος, δέν εἶναι τό τέλος τοῦ ἀνθρώπου – δέν ὑπάρχει· τέλος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, δηλαδή τό ἄκτιστο φῶς Του καί ἡ αἰώνια ζωή. Πεθαίνει κανείς κι ἐκεῖ πού ἀνθρωπίνως νομίζει ὅτι χάνεται, τόν Χριστό συναντᾶ καί σ’ Ἐκείνου τήν ἀγκαλιά πέφτει, Ἐκείνου τό φῶς τόν διαπερνᾶ. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια». Μᾶς τό λέει τόσο ἄμεσα καί ἀνάγλυφα ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί πάλι: «Ἐάν τε ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνῂσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν». Ζεῖς ἐδῶ, στόν κόσμο τοῦτο; Στόν Χριστό ἀνήκεις καί ἀπό Αὐτόν ζεῖς. Φεύγεις ἀπό τόν κόσμο τοῦτο; Συνεχίζεις ἀπό ἄλλη μεριά νά στέκεσαι ἀπό Ἐκεῖνον καί Ἐκείνου ἡ ζωή νά σέ προσδιορίζει. Γι’ αὐτό καί δέν μᾶς παραξενεύουν τά λόγια του ὅτι γι’ αὐτόν ζωή σημαίνει Χριστός, ὁπότε κι ὁ θάνατος λειτουργεῖ γιά τόν ἴδιο ὡς κέρδος. «Ἐμοί τό ζῆν Χριστός καί τό ἀποθανεῖν κέρδος».

Ὁ ἅγιος μέγας Δαμασκηνός ὅμως, μπροστά σ’ αὐτό τό ὑπερφυές καί μέγιστο μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, μᾶς καθοδηγεῖ στή μόνη ἐνδεδειγμένη στάση μας: «λαμπρυνθῶμεν». Νά γίνουμε λαμπροί καί φωτεινοί. Ἀφοῦ τά πάντα πιά εἶναι πλημμυρισμένα ἀπό τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, δέν εἶναι δυνατόν παρά ὁλοφώτεινος νά παρουσιάζεται καί ὁ πιστός χριστιανός. Αὐτονόητο, ἀλλά καί ὄχι τόσο εὔκολο. Γιατί ἀπαιτεῖται ἡ θετική στροφή τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Χριστό, νά πιστέψει δηλαδή ἀληθινά στήν Ἀνάστασή Του, καί κυρίως: νά βρίσκεται μονίμως καί ἀδιαλείπτως σέ ἀγώνα καθάρσεως τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν αἰσθήσεών του ἀπό ὁτιδήποτε βρώμικο καί ἐμπαθές, ἀπό κάθε τι ἁμαρτωλό. Γι’ αὐτό καί ὁ ἀμέσως ἑπόμενος λόγος του εἶναι αὐτός: «καθαρθῶμεν τάς αἰσθήσεις καί ὀψόμεθα τῷ ἀπροσίτῳ φωτί τῆς Ἀναστάσεως Χριστόν ἐξαστράπτοντα καί Χαίρετε φάσκοντα τρανῶς ἀκουσόμεθα». Ἄς καθαριστοῦμε ὡς πρός τίς ἐμπαθεῖς αἰσθήσεις μας, κι ἔτσι θά δοῦμε μέσα στό ἀπρόσιτο φῶς τῆς Ἀναστάσεως τόν Χριστό νά ἐξαστράπτει καί θά Τόν ἀκούσουμε μέ δυνατή φωνή νά μᾶς λέει Χαίρετε.

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! ΑΛΗΘΩΣ (ΓΙΑ ΕΜΑΣ) ΑΝΕΣΤΗ;

Ίσως δεν πρέπει να σπεύδουμε οι πολλοί να διαλαλούμε εύκολα τη χαρά και τη δοξολογική διάθεσή μας για την Ανάσταση του Χριστού! Όχι γιατί βεβαίως δεν της πρέπει «πᾶσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις», αφού με την Ανάσταση του Κυρίου πατήθηκε ο μεγαλύτερος και έσχατος εχθρός του ανθρώπου, ο θάνατος - το «Χριστός Ἀνέστη» συνιστά δικαίως τον νικητήριο παιάνα της Εκκλησίας, τόσο που χωρίς την Ανάσταση «ματαία ἡ πίστις ἡμῶν» κατά τον απόστολο.

Αλλά για την προϋπόθεση που θέτει η ίδια η Εκκλησία, προκειμένου να ψάλλουμε τον πανηγυρικό αυτόν ύμνο. Κι η προϋπόθεση αυτή είναι η εκ καρδίας συγχώρηση των πάντων, έστω και των θεωρουμένων εχθρών μας. Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαφής στο δοξαστικό των Αίνων της Πασχαλινής ακολουθίας: «Συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἀναστάσει, καί οὕτω βοήσωμεν: Χριστός Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν». Για να φωνάξουμε δυνατά ότι αναστήθηκε ο Χριστός, πρέπει να συγχωρήσουμε τους πάντες και τα πάντα, ακριβώς λόγω της Αναστάσεως. Κι η αιτία; «Συγγνώμη ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε»! Που σημαίνει: αν δεν έχουμε αναστηθεί πνευματικά με την αγάπη που δίνει στον βαπτισμένο χριστιανό ο ίδιος ο Κύριος, αν δεν βρισκόμαστε δηλαδή στην ίδια φορά αγάπης και συγγνώμης με τον Ίδιο, δεν μπορούμε να νιώσουμε τη χαρά της Αναστάσεως, συνεπώς και να Την δοξολογήσουμε αληθινά.

Πρόκειται για «επικίνδυνη» αλήθεια! Παραπέμπει ακριβώς πάνω στον Σταυρό του Κυρίου: «πάντες ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι» - μόνον ένας σταυρωμένος μπορεί να αγαπήσει και να συγχωρήσει σωστά. Θυμόμαστε αυτό που έλεγε ο μεγάλος σύγχρονος άγιος της Εκκλησίας μας, όσιος Σιλουανός του Άθω: το να προσεύχεται κανείς (:εννοείται αληθινά και πραγματικά με αγάπη Χριστού) για τον άλλον, και μάλιστα τον θεωρούμενο εχθρό, είναι σαν να δίνει το αίμα του γι’ αυτόν. Η αληθινή συγγνώμη που πηγάζει από την καρδιά συνιστά ένα είδος μαρτυρίου! Δεν είναι τυχαίο ότι ο απόστολος Παύλος την πίστη στον Χριστό την θεωρεί ως συσταύρωση με Εκείνον. Για να πει τι ακριβώς ζει, ότι δηλαδή ζει με πίστη στον Χριστό ευρισκόμενος μέσα στην άπειρη αγάπη Του ομολογεί: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι

Μήπως λοιπόν, αν κρατάμε οποιαδήποτε κακία στον συνάνθρωπό μας ή αν έχουμε βαριά καρδιά απέναντί του, είμαστε υποκριτές λέγοντας «Χριστός Ἀνέστη»; Η Ανάσταση του Χριστού δεν είναι ιδεολογική πρόταση, αλλά βίωμα της Εκκλησίας.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

«Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».

(Ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς, αφού πάτησε τον θάνατο με τον θάνατό του και χάρισε ζωή στους νεκρούς που ήταν στα μνήματα).

Χαρακτηρίστηκε και χαρακτηρίζεται ο παιάνας της Εκκλησίας, ο ύμνος (στον πανηγυρικό πλάγιο του α΄) που συνεγείρει τους πιστούς και τους καλεί να διατρανώσουν τη χαρά τους, ει δυνατόν και χορεύοντας. Γιατί διασαλπίζει τη μεγαλύτερη νίκη πάνω στον μεγαλύτερο εχθρό του ανθρώπου, τον θάνατο, και βεβαίως πάνω σε ό,τι οδήγησε και συνήργησε για την εισβολή του θανάτου: την αμαρτία και τον πονηρό διάβολο. Και πώς συνέβη αυτό; Μα αναστήθηκε ο Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός, ο Οποίος ερχόμενος στον κόσμο προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, συνεπώς με την ανάστασή Του ανέστησε κι αυτήν. Ο θάνατος «οὐκέτι κυριεύει», δεν λειτουργεί πια ως ο μόνιμος και απάνθρωπος τύραννος – μετράει τις τελευταίες του ώρες μέχρι να ξανάλθει ο Κύριος στη Δευτέρα Του Παρουσία, κι αυτό για λόγους παιδαγωγικούς: «ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον γένηται».

Ο θάνατος λοιπόν θανατώθηκε – «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἄδου τήν καθαίρεσιν» - που σημαίνει περαιτέρω ότι ο φόβος ως το καθοριστικό στοιχείο της ζωής στον κόσμο τούτο εξαφανίστηκε, αφού πίσω από κάθε φόβο υφίσταται στην πραγματικότητα ο φόβος του θανάτου, συνεπώς ο άνθρωπος αναπνέει αληθινά τον αέρα της ελευθερίας. Τι ελευθερία μπορεί να έχει εκείνος που βρίσκεται κάτω από την πιο σκληρή κατοχή, του θανάτου, του διαβόλου, της αμαρτίας; Ο Άδης, ως όρος δηλωτικός του όποιου χώρου των ψυχών για τους ανθρώπους που πέθαναν, διαλύθηκε, σαν μία φυλακή που γκρεμίστηκε ολοσχερώς. Το μόνο που υφίσταται είναι η ζωή και το φως, γιατί ο Χριστός ως ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, δίνει ακριβώς αυτό που είναι και έχει: φως και ζωή. «Ἐγώ εἰμι ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή». «Ἐγώ εἰμι τό Φῶς τοῦ κόσμου». 

Γιατί τότε υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκονται μέσα στα δίχτυα του φόβου, της θλίψης και της δουλείας της αμαρτίας; Και μιλάμε και για χριστιανούς! Διότι ναι μεν ο Χριστός προσέφερε όλη αυτή τη χάρη και τη χαρά στους ανθρώπους, αλλά ζητάει την ανταπόκρισή τους. Και για μεν τους μη χριστιανούς, υπάρχει η προσμονή για την ενεργοποίηση της δοσμένης χάρης – περιμένουν, ανεπίγνωστα ίσως, την ώρα που θα κληθούν να μετάσχουν στο ζωντανό σώμα Του, την Εκκλησία. Για τους ήδη χριστιανούς όμως, τους βαπτισμένους στο άγιο όνομά Του, χρειάζεται η απόφαση της στροφής της θέλησής τους προς Αυτόν. Διότι μπορεί να έχει γίνει κανείς μέλος Χριστού ως μέλος της Εκκλησίας, μα να μη το έχει λάβει αυτό στα σοβαρά. Κι είναι η τραγική περίπτωση εκείνων που ντύθηκαν τον Χριστό, αλλά το ένδυμα αυτό μένει σαν αδειανό πουκάμισο, σαν «άδειο σακκί» - ο Χριστός περιμένει την ανταπόκριση της βαθειάς τους καρδιάς.

 Τι απαιτείται για να «σωματωθεί» το ένδυμα; Η μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας, η μετοχή δηλαδή στη ζωή του Χριστού, και ο πνευματικός αγώνας για τήρηση των αγίων εντολών Αυτού, που κι αυτό μετοχή στη δική Του ζωή είναι. Κι ο Χριστός μάς θέτει την αλήθεια αυτή ενώπιόν μας ως πρόκληση για πειραματισμό: «τηρήστε τις εντολές μου και θα με δείτε μέσα σας. Όλος ο Θεός θα βρει τόπο καταπαύσεως στην ύπαρξή σας και θα γίνετε μοναστήρι της Αγίας Τριάδος». Τυχαία λέει ο άγιος υμνογράφος ότι την ανάσταση του Χριστού, ως βίωμα της αιώνιας ζωής, τη νιώθουμε ενεργά και αισθητά στην καρδιά μας, όταν αρχίζουμε να συγχωρούμε τους συνανθρώπους μας, όταν δηλαδή αρχίζουμε να θέτουμε σε ενέργεια τη σύνοψη όλων των εντολών του Κυρίου, την αγάπη προς τον κάθε (και εχθρό) συνάνθρωπό μας; «Συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἀναστάσει καί οὕτω βοήσωμεν: Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν».

ΤΟ ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΝ ΣΑΒΒΑΤΟΝ

«Τοῦτό ἐστι τό ὑπερευλογημένον Σάββατον, ἐν ᾧ Χριστός ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος».

(Αυτό είναι το υπερευλογημένο Σάββατο, κατά το οποίο ο Χριστός αφού κοιμήθηκε τον ύπνο του θανάτου, θα αναστηθεί σε τρεις ημέρες)

         Ἡ σημερινή ἡμέρα εἶναι ἐντελῶς ξεχωριστή. ῎Οχι μόνον εἶναι Μεγάλη, ἀλλά καί ὑπερευλογημένη. Αἰτία γι᾽ αὐτό εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός, ἀφοῦ διῆλθε ἀπό τόν Σταυρό, πάνω στόν ὁποῖο πραγματοποιήθηκε κυρίως ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μέ τήν κατάργηση τοῦ σώματος τῆς ἁμαρτίας, κατέπαυσε ἀπό τά ἔργα Του καί ἐτάφη ὡς κοινός θνητός, εἰσερχόμενος ἔτσι μέ τήν ψυχή Του στό βασίλειο τοῦ θανάτου. Ὁ Κύριος, ὅπως σημειώνει καί τό γνωστό τροπάριο, εἶναι «ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν ῞Αδου δέ μετά ψυχῆς ὡς Θεός, ἐν Παραδείσῳ μετά ληστοῦ καί ἐν θρόνῳ μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὡς παντοδύναμος». Τά τροπάρια τοῦ Μ. Σαββάτου εἶναι καταπληκτικά στήν ἀπόδοση τῆς θεοσώμου ταφῆς τοῦ Κυρίου καί τῆς εἰς ῞Αδου καθόδου Του, χρησιμοποιώντας ἐκφράσεις ἄφθαστης ποιητικῆς σύλληψης. 

       Μέ ἐξαίσιο τρόπο καταγράφεται ἐν πρώτοις τό μυστήριο τῆς ἴδιας τῆς ταφῆς, πού προκαλεῖ τήν κατάπληξη ὄχι μόνον τῶν πιστῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων. Κι αὐτό γιατί ἀντιμετωπίζεται τό μεγαλύτερο παράδοξο: νά κηδεύεται ἡ ἴδια ἡ ζωή. «Ἡ ζωή ἐν τάφῳ κατετέθης, Χριστέ, καί ἀγγέλων στρατιαί ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τήν σήν» (Χριστέ, που είσαι η ζωή κατατέθηκες στον τάφο, και οι στρατιές των αγγέλων εκπλήττονταν, δοξάζοντας τη συγκατάβασή Σου). Ταυτοχρόνως, διατρανώνεται ἡ πίστη τῆς ᾽Εκκλησίας γιά τό τί διαδραματίστηκε τήν ἡμέρα αὐτή ἀπό τή συνάντηση τοῦ Κυρίου μέ τόν ῞Αδη, τί ὑπέστη δηλαδή ὁ θάνατος ἀπό τή θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ἑνωμένη μέ τήν ἀνθρώπινη ἁγία ψυχή Του: «Ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον, ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, τότε τόν ῞Αδην ἐνέκρωσας τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος» (῾Όταν κατέβηκες στον θάνατο, Συ που είσαι η αθάνατη ζωή, τότε νέκρωσες τον Άδη με την αστραπή της θεότητός Σου᾽).  «Τέτρωται ῞Αδης, ἐν τῇ καρδίᾳ δεξάμενος τόν τρωθέντα λόγχῃ τήν πλευράν, καί στένει πυρί θείῳ δαπανώμενος» (Πληγώθηκε ο Άδης κατάστηθα, καθώς δέχτηκε Αυτόν που πληγώθηκε με τη λόγχη στην πλευρά, και στενάζει καθώς κατατρώγεται από τη θεία φωτιά).  «Φρίττουσιν ῞Αδου οἱ πυλωροί, βλέποντες ἠμφιεσμένον στολήν ᾑμαγμένην τῆς ἐκδικήσεως» (Φρίσσουν οι θυρωροί του Άδη, βλέποντάς Σε να φοράς τη ματωμένη στολή της εκδίκησης).  «Ὁ ἐχθρός ῞Αδης ἐσκύλευται» (Ο εχθρός Άδης απογυμνώθηκε).

         διάλυση αὐτή τοῦ βασιλείου τοῦ ῞Αδη, θάνατος τοῦ θανάτου σημαίνει κατά συνέπεια τήν ἐλευθερία καί τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά θανατερά αὐτά δεσμά. «Ὑπνοῖ ἡ ζωή καί ῞Αδης τρέμει καί ᾽Αδάμ τῶν δεσμῶν ἀπολύεται» (Κοιμάται η ζωή και ο Άδης τρέμει και ο Αδάμ λύνεται από τα δεσμά του). Ἡ ζωή εἶναι ἕτοιμη πιά νά βασιλεύσει καί πάλι, γιατί γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς ἦλθε στόν κόσμο ὁ Δημιουργός. «Δεῦτε ἴδωμεν τήν ζωήν ἡμῶν ἐν τάφῳ κειμένην, ἵνα τούς ἐν τάφοις κειμένους ζωοποιήσῃ» (Ελάτε να δούμε Αυτόν που είναι η ζωή μας, να βρίσκεται στον τάφο, με σκοπό να δώσει ζωή σ᾽αυτούς που βρίσκονται στους τάφους). Πῶς εἶναι τό λιοντάρι πού ᾽ναι μισοκοιμισμένο κι ἕτοιμο νά ξυπνήσει; ῎Ετσι καί ὁ Χριστός,  θανατώνοντας τόν ῞Αδη καί τό θάνατο, εἶναι ἕτοιμος νά ἀναστηθεῖ. «᾽Αναστήσεται τριήμερος». «Δεῦτε σήμερον, τόν ἐξ ᾽Ιούδα ὑπνοῦντα θεώμενοι, προφητικῶς αὐτῷ ἐκβοήσωμεν. ᾽Αναπεσών κεκοίμησαι ὡς λέων. Τίς ἐγερεῖ σε, βασιλεῦ; ᾽Αλλ᾽ ἀνάστηθι αὐτεξουσίως, ὁ δούς σεαυτόν ὑπέρ ἡμῶν ἑκουσίως» (Ελάτε σήμερα, βλέποντας να κοιμάται Αυτόν που προήλθε από τη γενιά του Ιούδα, να Του φωνάξουμε δυνατά με προφητικό τρόπο: Ξάπλωσες και κοιμήθηκες σαν λιοντάρι. Ποιος θα σε ξυπνήσει, βασιλιά; Αλλά αναστήσου με τη θέλησή Σου, Συ που έδωσες τον εαυτό Σου για χάρη μας με τη θέλησή Σου).

        Ὁ Κύριος ὅμως καί στόν ῞Αδη ἀκόμη δέν ἔρχεται ἐκβιαστικά πρός τόν ὑπόδουλο ἄνθρωπο. Πράγματι, διαλύει τό βασίλειο τοῦ θανάτου, ἀλλά καλεῖ τίς ψυχές πού βρίσκονταν ἐκεῖ ν᾽ ἀνταποκριθοῦν στήν κλήση Του. Ὁ Κύριος κι ἐκεῖ ἀκόμη κηρύσσει τήν πίστη σ᾽ ᾽Εκεῖνον, ὥστε ἐλεύθερα οἱ ψυχές νά σωθοῦν, νά ἀναστηθοῦν μαζί Του. Μᾶς τό ἀποκαλύπτει ἰδίως ὁ ἀπ. Πέτρος, ὅταν μᾶς λέει ὅτι ὁ Κύριος «ἐκήρυξε καί τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι», ὥστε νά μήν ὑπάρξει κανείς πού νά πεῖ ὅτι ἡ σωτηρία ἦρθε μονομερῶς στούς ἀνθρώπους, δηλαδή μόνον γιά τούς μετά Χριστόν. Εἴτε πρό Χριστοῦ εἴτε μετά Χριστόν οἱ πάντες κλήθηκαν καί καλοῦνται μέ προσωπική τους εὐθύνη νά σταθοῦνε μπροστά σ᾽ Εκεῖνον. ῎Ετσι, γιά νά ἐπανέλθουμε, τό Μ. Σάββατο μοιάζει μέ τή νηνεμία πού ἐπικρατεῖ πρίν ἀπό τήν καταιγίδα. Ὑπάρχει μιά φαινομενική ἠρεμία: ἡ ζωή εἶναι ἕτοιμη νά ξεσπάσει, τό φῶς νά ἀνατείλει. Ἡ νίκη εἶναι δεδομένη. ῾Απλῶς προσδοκοῦμε τήν ὥρα νά φανερωθεῖ. «Σήμερον ὁ ῞Αδης στένων βοᾶ. Κατεπόθη μου τό κράτος, ὁ ποιμήν ἐσταυρώθη, καί τόν ᾽Αδάμ ἀνέστησε. Ὧνπερ ἐβασίλευον ἐστέρημαι. Καί οὕς κατέπιον ἰσχύσας, πάντας ἐξήμεσα. ᾽Εκένωσε τούς τάφους ὁ σταυρωθείς. Οὐκ ἰσχύει τοῦ θανάτου τό κράτος» (Σήμερα ο Άδης φωνάζει στενάζοντας: Εξαφανίστηκε η δύναμή μου, ο ποιμένας σταυρώθηκε και ανάστησε τον Αδάμ. Στερήθηκα αυτούς στους οποίους κυριαρχούσα. Και όσους κατάπια ως ισχυρός, όλους αυτούς τους ξέρασα. Άδειασε τους τάφους Αυτός που σταυρώθηκε. Δεν έχει πια  δύναμη το κράτος του θανάτου). Ἡ γνωστή εἰκόνα τῆς ὀρθόδοξης ᾽Εκκλησίας μας, τῆς εἰς ῞Αδου καθόδου τοῦ Κυρίου, φανερώνει μέ αἰσθητό τρόπο τήν πραγματικότητα αὐτή: ὁ Κύριος διαλύει τό βασίλειο τοῦ θανάτου καί ἀνασταίνεται, ἀνασταίνοντας ταυτόχρονα καί τούς ἀνθρώπους, τύποι τῶν ὁποίων εἶναι ὁ ᾽Αδάμ καί ἡ Εὔα. 

         Ἡ ᾽Εκκλησία μας αὐτήν τήν ἀνατολή τοῦ φωτός τῆς  ᾽Αναστάσεως πού μαρτυρεῖ ἡ σημερινή ἡμέρα, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τό ἑσπέρας τῆς Μ. Παρασκευῆς, τήν προβάλλει μέ τά πανηγυρικά πιά τροπάριά της, τά γεμάτα χαρά καί φῶς – φεύγουμε ἀπό τό πένθιμο στοιχεῖο τῶν προηγουμένων ἡμερῶν – ἀλλά καί μέ τά φωτεινά ἐνδύματα τῆς ῾Αγίας Τράπεζας καί τῶν ἀμφίων τῶν ἱερέων. Ὅλα μᾶς προσανατολίζουν, μέ ρυθμό μάλιστα καταιγιστικό, στή νέα ἡμέρα, «τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων», «τήν ἑορτήν ἑορτῶν καί τήν πανήγυριν τῶν πανηγύρεων».

ΜΝΗΣΘΗΤΙ, ΕΥΣΠΛΑΓΧΝΕ, ΚΑΙ ΗΜΩΝ...

ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟΝ (Α΄ ΑΝΑΣΤΑΣΗ)

«Μνήσθητι, εὔσπλαγχνε, καί ἡμῶν, καθώς ἐμνημόνευσας τοῦ λῃστοῦ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Θυμήσου και εμάς, εύσπλαγχνε Κύριε, όπως θυμήθηκες τον ληστή στη βασιλεία των Ουρανών). 

Το παραπάνω μικρό τροπάριο ακούγεται «εἰς ἦχον β΄ εἱρμολογικῶς», καθώς σημειώνει το τυπικό της Εκκλησίας μας, «ἀντί τοῦ: Εἴδομεν τό φῶς» κατά το τέλος της Θείας Λειτουργίας τοῦ Μ. Βασιλείου το πρωί του Μ. Σαββάτου, όπου τελείται, όπως λέει και ο λαός μας, η «Πρώτη Ανάσταση». Κι ως γνωστόν πρόκειται για την προαναγγελία της Αναστάσεως, αφού τελείται ο εσπερινός της λαμπροφόρου αυτής εορτής που συμπλέκεται με τη Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου. Όπως δηλαδή συμβαίνει με κάθε εσπερινό που ξεκινά την εορτή της επομένης ημέρας, κατά τον ίδιο τρόπο και η σημερινή: ξεκινά την Ανάσταση του Κυρίου, έχουμε εισέλθει στον προθάλαμο, για να προχωρήσουμε τρέχοντας στην καθαυτή εορτή με την έναρξη της επομένης ημέρας, «τῇ μιᾷ των Σαββάτων». 

Και την ώρα αυτή που έχει πάρει να χαράζει το σημαντικότερο γεγονός που υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει στην παγκόσμια ιστορία: η Ανάσταση του Κυρίου που σηματοδοτεί και την ανάσταση των ανθρώπων καθώς νικιέται «ὁ ἔσχατος ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ θάνατος», (συνεπώς και  η φιλαυτία και η πονηρία από τη δύναμη της Αγάπης), η Εκκλησία μας και πάλι έρχεται να μας φέρει στη θέση του ευγνώμονος ληστού, αυτού που αισθάνθηκε τη θέση του έναντι του συσταυρωμένου Βασιλέως της Δόξης, του ανθρώπου που έστω και την τελευταία στιγμή μετάνιωσε για ό,τι άσχημο και αμαρτωλό έκανε και στράφηκε με ταπείνωση αλλά και ελπίδα στον μόνο Σωτήρα του κόσμου.  Κι αυτό γιατί; Για να τονίσει ότι ναι μεν ο Κύριος καταπατά τον θάνατο καθιστώντας τον μία απλή μετάβαση προς τη ζωή η οποία πια αυτή «κυριεύει», αλλά απαιτείται και η ανθρώπινη συμμετοχή: ο άνθρωπος να μετανιώσει, να αισθανθεί όπως και ο ευγνώμων ληστής την κατάντια του και να ελπίσει στον Κύριο. Με άλλα λόγια η Ανάσταση του Κυρίου θα φέρει μεν την ανάσταση των σωμάτων όλων των ανθρώπων, είτε πιστών είτε απίστων, κατά την ημέρα της Δευτέρας παρουσίας Του (με την ένωση των σωμάτων με τις ψυχές), όμως δεν θα είναι ανάσταση προς ζωή για όλους: οι εν πίστει και μετανοίᾳ κεκοιμημένοι ή οι εν μετανοίᾳ ζώντες την ημέρα Εκείνη θα γευτούν με τρόπο ευλογίας την ανάστασή τους, εν αντιθέσει προς τους απίστους και αμετανοήτους που θα αναστηθούν μεν, αλλά η ανάσταση θα είναι γι’ αυτούς ανάσταση κρίσεως. 

Οπότε η Εκκλησία μας διά της υμνογραφίας της τονίζει και πάλι, στο ξημέρωμα της Χαράς για τη νέα δημιουργία, ότι το μόνο και απόλυτο ζητούμενο από τον άνθρωπο για να μπορέσει αυτός να ζήσει τη Βασιλεία των Ουρανών είναι η στάση της μετανοίας  – ό,τι συνιστά το ήθος του τελώνη, του μετανοημένου ασώτου, του ευγνώμονος ληστή. Το «μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» της αρχής της δημόσιας δράσης του Κυρίου βρίσκει θα λέγαμε την ευλογημένη απόληξή της στο «μνήσθητί μου, Κύριε» πάνω σ’ έναν σταυρό. Κι αυτό το σταυρωμένο «μνήσθητι» γίνεται πια η κραυγή που σφραγίζει χωρίς καμία διακοπή τη χριστιανική πορεία κάθε ανθρώπου και του δίνει τη βεβαιότητα από τα χείλη του Ίδιου του Κυρίου ότι κι αυτός θα είναι μέλος της ευλογημένης Βασιλείας Του. Φτάνει στο σημείο μάλιστα ο μέγας Γέρων της εποχής μας, όσιος Σωφρόνιος ο Αθωνίτης, ο Γέρων του Έσσεξ, να σημειώνει τα εξής καταπληκτικά γι’  αυτήν την ευλογημένη μετάνοια ως πλήρη αφοσίωση και στροφή στον δρόμο του Κυρίου: «Όταν όλο το «είναι» μας είναι συγκεντρωμένο στον Θεό, η προσευχή μας μπορεί να λάβει χαρακτήρα αιώνιο και να μην αντιληφθούμε τη στιγμή του θανάτου. Όταν είμαστε βυθισμένοι σε μια τέτοια προσευχή, δεν είμαστε πλέον σίγουροι αν θα επιστρέψουμε στη γη ή όχι. Αν περάσουμε στην άλλη όχθη σε κατάσταση προσευχής, δεν θα ζήσουμε τον θάνατό μας, αλλά θα αισθανόμαστε ότι ζούμε. Όταν βρισκόμαστε συνεχώς στην τελευταία Κρίση, περνάμε από τον θάνατο στην αιώνια ζωή, χωρίς να καταλάβουμε ότι έχουμε πεθάνει» (Οικοδομώντας τον Ναό του Θεού, τόμ. Β΄, σελ. 344).

Αδιανόητο βάθος μυστηρίου της πνευματικής ζωής των αγίων. Η άβυσσος της μετανοίας που συναντά την άβυσσο του ελέους του Θεού!

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗΣ

«Φοβερόν καί παράδοξον μυστήριον σήμερον ἐνεργούμενον καθορᾶται... Πιλάτῳ παρίσταται, ᾧ τρόμῳ παρίστανται οὐρανῶν αἱ δυνάμεις...» (Καί νῦν δοξαστικού στιχηρών εσπερινού αποκαθήλωσης).

(Φοβερό και παράδοξο μυστήριο φαίνεται να ενεργείται σήμερα... Παρίσταται ενώπιον του Πιλάτου Εκείνος μπροστά στον Οποίο παρίστανται με τρόμο οι Ουράνιες Δυνάμεις...).

Τα περισσότερα τροπάρια της ακολουθίας της Μεγάλης Παρασκευής (Ωρών και Εσπερινού) πατώντας στο ιστορικό έδαφος των γεγονότων που περιγράφει η Καινή Διαθήκη προβάλλουν τη διπλή διάσταση του βάθους των γεγονότων:

- αφενός δίνουν την αληθινή εικόνα Εκείνου χάριν του Οποίου τελούνται τα πάντα, του Κυρίου Ιησού Χριστού: βλέπουμε τον άνθρωπο που υφίσταται τα πάνδεινα από τους θεωρούμενους εχθρούς Του με αποκορύφωμα την εσχάτη των ποινών για την εποχή εκείνη, τον σταυρικό θάνατο, αλλά και βλέπουμε εν πίστει τη θεϊκή Του διάσταση – πρόκειται για τον Παντοδύναμο Θεό, ο Οποίος μέσα στο πλαίσιο της άφατης φιλανθρωπίας και αγάπης Του για τα πλάσματά Του «αφήνεται» να συρθεί στα Πάθη και στον θάνατο, γιατί έτσι ήταν ο μόνος τρόπος ο άνθρωπος να ξαναβρεί τον εαυτό του και να αποκτήσει την ολοκληρία του:  ο Χριστός «αἴρει τήν ἁμαρτίαν» του που κατέφερε αποφαστικό πλήγμα κατά της ύπαρξής του και ήταν το φράγμα που τον χώριζε από τον Δημιουργό του∙

- αφετέρου παρακολουθούμε τα γεγονότα «ἐνεοί», με κομμένη την ανάσα, «ακούγοντας» το δίκαιο παράπονό Του για όσα άδικα υφίσταται έναντι των ευεργετημάτων που πρόσφερε στον λαό Του, όπως και αφουγκραζόμαστε τον συγκλονισμό των αγγελικών Δυνάμεων που αδυνατούν να κατανοήσουν και αυτές το τι γίνεται και διαδραματίζεται – το σχέδιο της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του κόσμου ήταν κρυμμένο και από τους αγγέλους ακόμη!

Λοιπόν ενεργείται, μας λέει ο άγιος υμνογράφος, ένα φοβερό και παράδοξο μυστήριο με τα γεγονότα του Πάθους και του Σταυρού του Κυρίου. Αλλά  τα γεγονότα αυτά γνωρίζουμε ότι αποτελούν την αποκορύφωση, δεδομένου ότι το Πάθος Του ξεκινά από τη στιγμή της σάρκωσής Του εν τη κοιλία της Παρθένου Μαρίας. Με τα λόγια μάλιστα του αποστόλου Παύλου που αναφέρει με θάμβος καρδίας: «ὁμολογουμένως μέγα ἐστί τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον∙ Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί,  ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ» (Α΄ Τιμ. γ΄ 16). Και μάλιστα συμπληρώνει ο άγιος ποιητής ότι το μυστήριο αυτό διαδραματίζεται «σήμερον». Όχι μόνο βέβαια με την έννοια της αναγωγής μας στο «σήμερον» της εποχής εκείνης – μεταφερόμαστε στην εποχή του Χριστού – αλλά και με την έννοια του λεγομένου «λειτουργικού χρόνου», δηλαδή της μεταφοράς του παρελθόντος χρόνου στο εκάστοτε παρόν λόγω της δυνάμεως του αγίου Πνεύματος. Λοιπόν, τα γεγονότα του Πάθους τα παρακολουθούμε κι εμείς σήμερα, μετέχοντας σ’ αυτά, γι’ αυτό και πάντα στην Εκκλησία μας ο πιστός συγκλονίζεται και προκαλείται για την καλή «ἀλλοίωσιν» του εαυτού του: να γίνει και ο ίδιος «καινή κτίσις», ό,τι δηλαδή συνιστά σκοπό του ερχομού του Θεού στον κόσμο ως ανθρώπου και σκοπό του άφατου Πάθους Του.

Και ένα σημείο του μυστηρίου του Πάθους του Κυρίου σημειώνει το Καί νῦν τοῦ Δοξαστικοῦ: «...Παρίσταται ενώπιον του Πιλάτου Εκείνος μπροστά στον Οποίο παρίστανται με τρόμο οι Ουράνιες Δυνάμεις...». Η εικόνα είναι πράγματι ασύλληπτη: Ο Χριστός ως το Δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος έχει ενώπιόν Του τις Ουράνιες Δυνάμεις που στέκονται με δέος και τρόμο μπροστά στο μεγαλείο της Θεότητάς Του∙ και την ίδια στιγμή ο Ίδιος ως άνθρωπος στέκει εντελώς «αδύναμος» μπροστά στο δημιούργημά Του, το οποίο μάλιστα το κρατάει στην ύπαρξη με τις άκτιστες ενέργειές Του. Και τι μας αποκαλύπτει η εικόνα αυτή; Ότι το μεγαλείο του Θεού μας εκφράζεται ανθρώπινα ως η μεγαλύτερη ταπείνωση (αυτό που ο Ίδιος ενέπνευσε ήδη από την Παλαιά Διαθήκη: «ὅσον μέγας εἶ, τοσοῦτον ταπείνου σεαυτόν»). Αν ήταν κάποιος άνθρωπος ο Χριστός και είχε δυνάμεις «κρυφές» θα έβρισκε την ευκαιρία να «ταπεινώσει» τους όποιους αντιπάλους του – έτσι δεν γίνεται σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας, όπου κάποιος «δυνατός» όταν προσβάλλεται χρησιμοποιεί τη δύναμή του και «ὑποσκελίζει» τους εχθρούς του; Ή και ο ίδιος ο Κύριος δεν δέχτηκε παρόμοιους πειρασμούς είτε από τον πονηρό διάβολο αλλ’ είτε και από τους μαθητές Του; «Κύριε, στείλε φωτιά να κάψεις τους εχθρούς σου», ακούει αίφνης από τους μαθητές Του όταν οι Σαμαρείτες Τον παρακαλούν να φύγει από τη χώρα τους. Ο Ίδιος λέει στους εξεγερμένους μαθητές Του που αγανακτούν λόγων της εναντίωσης των Φαρισαίων ότι θα μπορούσε να στείλει μια δωδεκάδα λεγεώνων από αγγέλους να Τον υπερασπιστούν. Μα... δεν θα ήταν ο Ίδιος – Εκείνος που είναι η αγάπη και η ταπείνωση και που ήλθε «ἵνα σώσῃ τον κόσμον».

Κι όλα αυτά γίνονται για χάρη μας: να καταλάβουμε ότι με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο, με το Πάθος Του, αλλά και μετέπειτα με την Ανάστασή Του, την Ανάληψή Του, την αποστολή του Πνεύματός Του, καλούμαστε να ζούμε σαν κι Εκείνον. Δηλαδή με τον τρόπο της δικής Του αγάπης και κυρίως με τον τρόπο της δικής Του ταπείνωσης. Διότι πολύ συχνά επέρχεται σύγχυση στον νου μας. Και νομίζουμε ότι μπορούμε να λειτουργούμε χριστιανικά με έναν κοσμικό τρόπο επίδειξης της «δύναμής» μας, με την υπεράσπιση ακόμη και του Χριστού(!) ως να είναι ο αδύναμος και ο φοβισμένος που χρειάζεται τη δική μας υπερασπιστική γραμμή – έχουμε μπει για τα καλά στο «λούκι» που λένε της εκκοσμίκευσης. Μα ό,τι δεν κινείται από την αγάπη και την ταπείνωση δεν είναι χριστιανικό – δεν μπορεί να έχει σχέση με τον Παντοκράτορα Κύριο που ίσταται «αδύναμος» ενώπιον των δημιουργημάτων Του. Είναι μάλλον ολοφάνερο έτσι ότι δεν Τον πιστεύουμε όπως ήλθε και όπως είναι, και συνεπώς ψέλνουμε τα τροπάρια της Εκκλησίας μας αλλά προφανώς λίγο επιδερμικά και επιφανειακά, χωρίς να εισερχόμαστε στο νόημά τους και το βάθος τους.

ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ ΣΟΥ ΤΑ ΠΑΘΗ, ΧΡΙΣΤΕ!

     ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

  1. «Τά ἅγια καί σωτήρια καί φρικτά Πάθη τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ» πού ἐπιτελοῦμε τήν ῾Αγία καί Μεγάλη Παρασκευή, ἀποτελοῦν τό ἀποκορύφωμα τῶν ὅλων Παθῶν τοῦ Κυρίου. Διότι ὁλόκληρη ἡ ζωή Του ἦταν ἕνα Πάθος, ἀπαρχῆς τοῦ ἐρχομοῦ Του στόν κόσμο καί μετέπειτα. Αὐτά πού συντελοῦνται ὅμως  τίς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ἐπί γῆς ζωῆς Του καί κυρίως ἡ σταυρική Του θυσία ἀποκορυφώνουν τά Πάθη Του. Κι ἀκόμη περισσότερο. Ὁ ἀπ. Παῦλος εἶναι ἐκεῖνος πού τονίζει καί μιά ἄλλη μυστική διάσταση τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου καί μετά τήν ᾽Ανάσταση: τή συνέχεια Αὐτοῦ τοῦ Πάθους μέσα ἀπό τά παθήματα τῶν μελῶν τοῦ ζωντανοῦ σώματός Του, τῶν ἐπιμέρους Χριστιανῶν, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος τελικῶς εἶναι πάντοτε στόν Σταυρό μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων. «Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπέρ ὑμῶν καί ἀνταναπληρῶ τά ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπέρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ᾽Εκκλησία» (Κολ. 1,24). Δηλαδή: Χαίρομαι τώρα πού ὑποφέρω γιά χάρη σας καί συντελῶ ἔτσι μέ τά σωματικά μου παθήματα, ὥστε νά ὁλοκληρωθοῦν οἱ θλίψεις πού πρέπει νά ὑπομείνει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ἡ ᾽Εκκλησία. Γι᾽ αὐτό καί ἔχει διατυπωθεῖ ἡ θεολογική ἄποψη ὅτι τό Πάθος τοῦ Κυρίου ἐπί τῆς γῆς πρέπει νά σχετίζεται καί μέ τά ἰδιώματά Του ὡς τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς ῾Αγίας Τριάδος, κάτι βεβαίως πού ἑρμηνεύει καί τήν αἰτία σαρκώσεως τοῦ συγκεκριμένου Προσώπου καί ὄχι κάποιου ἄλλου.

       2. Τά πάθη τοῦ Κυρίου καί μάλιστα ἡ σταυρική Του θυσία ἐκφεύγουν τῶν ὁρίων τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς. Ὁ Σταυρός Του συνιστᾶ μυστήριο, γιατί ἀκριβῶς Αὐτός πού πάσχει δέν εἶναι ἕνα κοινό ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἀλλ᾽ ὁ ἐνσαρκωθείς Θεός. Πάσχει ὁ ἴδιος ὁ Θεός κατά τό ἀνθρώπινο. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν μποροῦμε μέ μέτρο τίς δυνάμεις μας – τή λογική μας, τά συναισθήματά μας, τή διαίσθησή μας ἀκόμη – νά κατανοήσουμε αὐτό πού διαδραματίζεται. Βλέπουμε μέν ἕναν ἄνθρωπο νά πάσχει ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ἀλλά μᾶς διαφεύγει τό βάθος Του, ἡ κρυμμένη πραγματικότητα. Τί εἶναι ἐκεῖνο πού μπορεῖ, ἔστω καί ἐκ μέρους, νά βοηθήσει στήν προσέγγιση αὐτή τοῦ μυστηρίου; Μόνον ἡ πίστη πού φωτίζεται βεβαίως ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ. ῎Αν ὁ ἴδιος ὁ Θεός δέν μᾶς φώτιζε καί δέν μεταποιοῦσε τίς ἀνθρώπινες δυνατότητές μας, ὥστε μέ ἐνδυναμωμένα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μάτια νά βλέπαμε τά γινόμενα, θά παραμέναμε πάντα μέσα στό σκοτάδι τῆς ὁριζόντιας διάστασης τῶν πραγμάτων, σέ νύκτα πνευματική. Κι ἐκεῖνο πού προϋποτίθεται γι᾽ αὐτόν τό φωτισμό εἶναι ἡ ἐν μετανοίᾳ προσέγγιση τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Πάθους Του, πού καθαρίζει τά μάτια καί ἐνεργοποιεῖ ἐν γένει τίς πνευματικές μας αἰσθήσεις. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται».
       3. Τί μποροῦμε λοιπόν νά ψηλαφήσουμε μέ τόν πνευματικό αὐτόν τρόπο; Τί μποροῦμε νά ποῦμε γιά τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, καθοδηγούμενοι ἀπό τούς κατεξοχήν πνευματοφόρους ἀνθρώπους, τούς ἁγίους τῆς ᾽Εκκλησίας μας; ῎Οχι βεβαίως αὐτό πού ἐπιχείρησε ἡ σχολαστική θεολογία τῆς Δύσης, ἐκφρασμένη διά στόματος κυρίως τοῦ ᾽Ανσέλμου Κανταουρίας, ὅτι δηλαδή τό πάθος τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ ἐξιλέωση τῆς Θείας Δικαιοσύνης, πού ζητοῦσε ἱκανοποίηση λόγω τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἀνθρώπου - αὐτό συνιστᾶ ὑπόκυψη ἀκριβῶς στήν παγίδα τῆς λογικῆς προσέγγισης τοῦ Σταυροῦ, ὁπότε διαστρεβλώνεται καί ἀλλοιώνεται τό νόημα καί τό περιεχόμενό Του. Τόν Θεό στήν περίπτωση αὐτή τόν κάνει κατ᾽ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου,καί μάλιστα τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία.

 Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία τῶν Πατέρων μας, σέ στάση ἄπειρου σεβασμοῦ πρός τό μυστήριο, εἶδε κυρίως δύο πράγματα καί αὐτά πρωτίστως ἐτόνισε:

  (α) τήν ἄβυσσο τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας, τέτοιας πού ἔπρεπε νά σταυρωθεῖ πρός ὑπέρβασή της ἕνας Θεός, πού σημαίνει τήν ἀδυναμία τῆς ἀνθρώπινης λύτρωσης μέ ὁποιονδήποτε ἀνθρώπινο τρόπο, ἄρα καί τήν καταδίκη ὁποιουδήποτε μεσσιανισμοῦ, στηριγμένου σέ ἀνθρώπινα κηρύγματα καί σέ ἀνθρώπινες μόνο δυνατότητες, καί
      (β) τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού «κενώνει» τόν ἑαυτό Του, «κλίνει οὐρανούς καί κατέρχεται», προκειμένου νά ἄρει ἐπάνω Του Αὐτός τή δική μας ἁμαρτία καί νά μᾶς προσφέρει τή γλυκύτητα τῆς θεραπείας μας καί τή δικαιοσύνη Του. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ λειτούργησε καί λειτουργεῖ μ᾽ ἕναν ἐντελῶς διαφορετικό τρόπο ἀπ᾽ ὅ,τι ὁ ἀνθρώπινος, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ τήν τιμωρία τοῦ ἐνόχου καί τήν ἀθώωση τοῦ ἀθώου. Βάσει τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀθῶος, ὁ Χριστός, τιμωρεῖται, ἐνῶ ὁ ἔνοχος, ὁ ἄνθρωπος, δικαιώνεται καί ἀθωώνεται, κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή κατανοεῖ κανείς ὅτι ἡ τιμωρία τοῦ Θεοῦ γιά τήν πεσμένη στήν ἁμαρτία ἀνθρωπότητα ἦταν ἡ θεραπεία της. ῎Ετσι μᾶς τιμωρεῖ ὁ Θεός: θεραπεύοντάς μας!

 4. Τό γεγονός ὅτι Χριστός πάνω στόν Σταυρό «αἴρει τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» κυριολεκτεῖται. Πάνω στόν Σταυρό σβήστηκαν οἱ ἁμαρτίες ὄχι μόνον τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τῶν πρό αὐτῆς καί τῶν μετά ἀπό αὐτήν. Δέν ὑπῆρξε, δέν ὑπάρχει καί δέν θά ὑπάρξει ἄνθρωπος μετά τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, πού νά μή βρίσκεται αἰρόμενος ἐπί τοῦ Σταυροῦ, γεγονός πού εἶχε προαναγγελθεῖ ἀπό τούς προφῆτες τῆς Π. Διαθήκης καί μάλιστα τόν Ἡσαΐα, καί πού αὐτήν τήν πίστη στίς προφητεῖς ζητοῦσε ὁ Κύριος ἀπό τούς ᾽Ιουδαίους καί μάλιστα τούς μαθητές Του. «῏Ω, ἀνόητοι καί βραδεῖς τῇ καρδίᾳ, τοῦ πιστεύειν ἐπί πᾶσιν οἷς ἐκήρυξαν οἱ προφῆται»! Ὁ Κύριος «ἔδει παθεῖν» ἀκριβῶς γιά τήν ἄρση τοῦ βάρους τῆς ἁμαρτίας τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἐπανεύρεση τοῦ Παραδείσου του, γεγονός πού ἀποτελεῖ ὅ,τι πιό παρήγορο ἔχει ἀκουστεῖ ποτέ στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Κι αὐτό γιατί μετά τόν Σταυρό δέν ὑπάρχει ἁμαρτία ἀσυγχώρητη. Ὅ,τι κι ἄν κάνει ἕνας ἄνθρωπος, ὅλων τῶν εἰδῶν τίς ἁμαρτίες κι ἄν ἐπιτελέσει, μπροστά στήν ἐσταυρωμένη ἀγάπη σβήνει καί χάνεται. Κι ἔκτοτε θεωρεῖται βλασφημία ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ἀπειρίας τῆς ἀγάπης αὐτῆς. ᾽Εκεῖνος δηλαδή πού θά ἐπικαλεστεῖ τίς πολλές ἤ μεγάλες ἁμαρτίες του γιά νά θέσει ἐρωτηματικό στή δυνατότητα τῆς συγγνώμης του ἀπό τόν Χριστό, στήν οὐσία εὐθέως βλασφημεῖ τόν Σταυρό Του καί ἀποκαλύπτει ἁπλῶς τήν ἀπιστία καί τήν ἀθεΐα του. Διότι ἡ ἀνθρώπινη λογική τίθεται σέ προτεραιότητα ἔναντι τοῦ θελήματος καί τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Γιά νά τό διατυπώσουμε μέ τά λόγια τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: Ὅλη ἡ ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων ἄν μαζευτεῖ ἀπό τή μιά μεριά καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἄλλη, εἶναι σάν μιά σπίθα μπροστά σ᾽ ἕνα πέλαγος. Τί μπορεῖ νά κάνει ἡ σπίθα στό πέλαγος; Κι αὐτό τό παράδειγμα δέν εἶναι ἀπολύτως σωστό. Διότι τό πέλαγος ἔχει καί κάποια ὅρια, ἐνῶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπεριόριστη.
       5. Ἡ μόνη στάση τοῦ πιστοῦ μπροστά στόν Σταυρό, ἔτσι, εἶναι ἡ προσκύνηση. «Προσκυνοῦμέν Σου τά πάθη, Χριστέ»! Δηλαδή:

       - ἐν πίστει τά ἀποδεχόμαστε καί τά πιστεύουμε˙

       - γονατίζουμε ἐν κατανύξει μπροστά στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί κτυπᾶμε τό στῆθος μας, σάν τόν τελώνη, γιά τό μέγεθος τῆς ἁμαρτίας μας˙

       - Τόν παρακαλοῦμε μέ ταπείνωση νά μᾶς ἐνισχύει γιά νά ἀκολουθοῦμε τά χνάρια τῆς ζωῆς Του, ὥστε νά Τόν νιώθουμε ἐν αἰσθήσει στήν καρδιά μας˙

       - προσερχόμαστε προπάντων ἐν μετανοίᾳ γιά νά κοινωνήσουμε τό σῶμα καί τό αἷμα Του, ὅπως τό λέει καί πάλι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: ὅταν προσέρχεσαι νά κοινωνήσεις, νά προσέρχεσαι μέ τήν πεποίθηση ὅτι κοινωνᾶς ἀπό τή λογχευμένη πλευρά τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ, πού ἔρρευσε αἷμα καί ὕδωρ. Τελικῶς, ἡ προσκύνηση τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου ταυτίζεται ὡς διάθεση τουλάχιστον μέ τό βίωμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι. Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ ἐν ἐμοί Χριστός».  Στό μέτρο πού ζοῦμε τόν Σταυρό, βλέπουμε καί τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ζωντανή στή ζωή μας. ᾽Αλλ᾽ αὐτό σημαίνει καί τήν ὅραση τῆς ᾽Αναστάσεώς του. «Δεῖξον ἡμῖν καί τήν ἔνδοξόν Σου ᾽Ανάστασιν».