Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΥΠΟΜΟΝΗ

«Ελεεινός και ταλαίπωρος είναι αυτός που δεν απέκτησε υπομονή, επειδή για τέτοιους ανθρώπους εξαπέλυσε τα «ουαί» η θεία Γραφή. Αλίμονο, λέει, σ’ αυτούς που έχουν χάσει την υπομονή. Πραγματικά, λοιπόν, πραγματικά, αλίμονο σ’ αυτόν που δεν έχει υπομονή, διότι ένας τέτοιος άνθρωπος μεταφέρεται εδώ και κει, όπως ένα φύλλο από τον αέρα. Δεν ανέχεται προσβολή, στις θλίψεις λιποψυχεί. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι εύκολος στις φιλονεικίες, μεμψίμοιρος στην υπομονή και αντιρρησίας στην υπακοή. Στις προσευχές είναι οκνηρός και στις αγρυπνίες κατακουρασμένος. Στις νηστείες είναι σκυθρωπός και στην εγκράτεια απρόσεκτος. Στις αποστολές είναι απρόθυμος και στις εργασίες κακός εργάτης. Στην πονηρία είναι αξεπέραστος και στις ενέργειές του αυταρχικός. Στις λογομαχίες είναι ανδρείος και στην ερημική ζωή αδύνατος. Ένας τέτοιος άνθρωπος εχθρεύεται αυτούς που έχουν καλή φήμη, και φθονεί αυτούς που προοδεύουν. Εκείνος που δεν έχει υπομονή υποφέρει πολλές τιμωρίες, και ένας τέτοιος αδυνατεί να πλησιάσει την αρετή. Διότι με την υπομονή τρέχουμε το αγώνισμα του δρόμου που είναι μπροστά μας, λέει ο Απόστολο. Εκείνος που δεν έχει υπομονή είναι ξένος προς την ελπίδα που προέρχεται απ’ αυτήν. Γι’ αυτό παρακαλώ, όσοι όπως εγώ είστε χωρίς υπομονή, αποκτήστε υπομονή, για να σωθείτε» (Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, Λόγος για τις αρετές και τις κακίες, εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας, Μετάφραση: Κ. Γ. Φραντζολά).

Σπάνια βρίσκεται γραφίδα που να αποδίδει τόσο βαθιά και διεισδυτικά, αλλά και τόσο συνοπτικά και με τέτοια ρυθμικότητα, το τι συμβαίνει με τον άνθρωπο της αρετής αλλά και της κακίας, όσο η γραφίδα του θαυμασίου και σπουδαιοτάτου Πατέρα της Εκκλησίας οσίου Εφραίμ του Σύρου. Δεν είναι τυχαίο ότι «απέκτησε πολύ ενωρίς μεγάλη φήμη και αναγνωρίστηκε Διδάσκαλος της Οικουμένης», ενώ «τα συγγράμματά του άρχισαν σε κάποιες εκκλησίες να αναγινώσκονται μετά την Αγία Γραφή, και το όνομά του το ανέφεραν με θαυμασμό οι Χριστιανοί, διότι κατά τον Γρηγόριο Νύσσης “εις πάσαν την γην το φέγγος του βίου και της θεωρίας αυτού εξέλαμψεν”». Ένα δείγμα της δεινότητας του λόγου του και του εμπνευσμένου από το Πνεύμα του Θεού νου του είναι και το παραπάνω απόσπασμα για τον άνθρωπο που δεν έχει υπομονή στη ζωή του.

Η εκτίμηση του αγίου καταρχάς περί της ελεεινότητας και της ταλαιπωρίας του ανυπόμονου ανθρώπου δεν είναι δική του. Η ίδια η αγία Γραφή αξιολογεί με φοβερά «ουαί» την κατάστασή του, που θα πει ότι η εκτίμηση είναι του ίδιου του Θεού και όχι κάποιου ανθρώπου. Και γίνεται δραματική πράγματι η καταγραφή από τον όσιο της άθλιας αυτής καταστάσεως, διότι στο τέλος αποκαλύπτει: «και εγώ ανήκω σ’ αυτούς που δεν έχουν υπομονή»! Γνωρίζουμε δε ότι η συμπερίληψη και του ίδιου στην αθλιότητα της ανυπομονησίας δεν γίνεται για λόγους ταπεινολογίας – η ταπεινολογία θεωρείται χριστιανικά ως η χειρότερη έκφραση του υπερήφανου και εγωιστικού ανθρώπου - αλλά για λόγους αληθινής ταπεινοφροσύνης και σοφού παιδαγωγικού τρόπου γραφής. 

Και ποια η αιτία της ελεεινότητας για την έλλειψη της υπομονής; Η αδυναμία ευρέσεως του δρόμου της σωτηρίας. Ο ανυπόμονος άνθρωπος, επισημαίνει ο όσιος Εφραίμ βασισμένος στην αγία Γραφή αλλά και την εμπειρία του, έχει χάσει τον δρόμο για τη σχέση του με τον Θεό. Γιατί κατά τον απόστολο «με υπομονή τρέχουμε το αγώνισμα του δρόμου που είναι μπροστά μας» - ο ανυπόμονος έχει χάσει κάθε ελπίδα ζώντας σε κατάσταση απόγνωσης και απελπισίας που είναι τα σημάδια της κόλασης ήδη από τη ζωή αυτή. Γι’ αυτό και ένας τέτοιος άνθρωπος χαμένος, δηλαδή ευρισκόμενος στην κατάσταση του ασώτου υιού της γνωστής παραβολής του Κυρίου, έχει όλα τα σημάδια της διαστροφής και της τιμωρίας για την ίδια του τη ζωή. Ως προς τον Θεό δεν έχει καθόλου αγάπη, που αποδεικνύεται από την οκνηρία που επιδεικνύει στις προσευχές και εν γένει στην πνευματική ζωή. Ως προς τον συνάνθρωπό του το ίδιο: όχι μόνο δεν τον αγαπά, αλλά τον εχθρεύεται, τον φθονεί, θέλει να τον υποτάσσει με την αυταρχικότητά του, λογομαχεί μαζί του έτοιμος πάντα να τον προσβάλει. Ως προς δε τον εαυτό του, βρίσκεται σε αέναη ταραχή, αγόμενος σαν ένα φύλλο από τον αέρα, πέρα δώθε – η ψυχική γαλήνη είναι γι’ αυτόν πολύ μακρινό όνειρο! Κι ακόμη: ενώ παρουσιάζεται στη σχέση του με τους άλλους αρνητικά «δυναμικός», ο ίδιος βρίσκεται μέσα στον φόβο και στη λιποψυχία, ιδίως όταν έρχεται αντιμέτωπος με τις θλίψεις – αυτό που ονομάζουμε «φοβισμένο ανθρωπάκι» σε ρόλο όμως «νταή»! Πρόκειται λοιπόν για άνθρωπο, κατά τον άγιο Εφραίμ, που σέρνει επάνω του όλες τις τιμωρίες. Γιατί δεν έχει Θεό μέσα του! Όπως είπαμε: Ήδη από τώρα ζει την κόλασή του.

Η λύση είναι μονόδρομος: η εκζήτηση της υπομονής και η απόκτηση μαζί της και της ελπίδας. Γιατί, όπως θα πει κάπου αλλού ο ίδιος ιερός Πατέρας μεταφέροντας και πάλι το πνεύμα και το γράμμα της Γραφής: «στην υπομονή παρουσιάζεται ο Θεός». Είναι ο αξιωματικός λόγος και του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού: «Όποιος κάνει υπομονή μέχρι το τέλος αυτός και θα σωθεί».

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ

«Ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ἦταν ἀπό τήν Ἀνατολή, Σύρος στήν καταγωγή. Διδάχτηκε τήν εὐσέβεια καί τήν κατά Χριστόν πίστη ἀπό τούς προγόνους του κι ἔζησε στούς χρόνους τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου. Ἀσπάστηκε ἀπό τά παιδικά του χρόνια τόν μοναχικό βίο, καί λέγεται ὅτι ἐκχύθηκε χάρη ἀπό τόν Θεό πάνω του, διά τῆς ὁποίας, ἀφοῦ ἔγραψε πάρα πολλά κατανυκτικά συγγράμματα, καθοδήγησε πολλούς πρός τήν ἀρετή κι ἔγινε παράδειγμα ἀσκητικῆς ἀρετῆς στίς ἑπόμενες γενιές. Τελεῖται δέ ἡ σύναξή του στό Μαρτύριο τῆς ἁγίας Ἀκυλίνας, στόν τόπο τοῦ Φιλόξενου, πλησίον τοῦ φόρου».

Ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος εἶναι ἀπό τούς γνωστότερους ὁσίους καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, μέ τήν ἔννοια ὅτι τόν γνωρίζουν καί ἐκεῖνοι πού δέν τόν γνωρίζουν. Τί θέλουμε νά ποῦμε; Μπορεῖ κανείς νά μήν ἔχει ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἡ κατεξοχήν προσευχή τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, τό «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου», εἶναι δική του προσευχή, σίγουρα ὅμως τήν ἔχει ἀκούσει, τήν ἔχει καί αὐτός ψιθυρίσει, μπορεῖ νά τήν ἔχει ἐντάξει καί στίς δικές του προσευχές. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχει προκληθεῖ καί προκαλεῖται κάθε φορά μέ τήν προσευχή αὐτή νά ζήσει τή μετάνοια, ὡς ἀγώνα ἀποφυγῆς τῶν κακῶν παθῶν: τῆς ἀργίας, τῆς περιεργείας, τῆς φιλαρχίας, τῆς ἀργολογίας, καί ἀποκτήσεως τῶν ἀρετῶν: τῆς σωφροσύνης, τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς ὑπομονῆς καί τῆς ἀγάπης, διά τῶν ὁποίων ζεῖ κανείς τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο λοιπόν πού ὁ ὑμνογράφος του ἅγιος Θεοφάνης ἀφενός τόν προβάλλει ὡς κήρυκα τῆς μετανοίας, ἀφετέρου ὡς «θεῖον κρατῆρα τῆς κατανύξεως». Ὅπως τονίζει τό κοντάκιο καί ὁ οἶκος τοῦ κοντακίου μάλιστα «ἐν τοῖς λόγοις καί ἔργοις σου ραθύμους ἐγείρεις πρός μετάνοιαν» (μέ τά λόγια καί μέ τά ἔργα σου ξυπνᾶς ὅλους γιά νά μετανοήσουν).  

Τά δάκρυα τῆς κατανύξεως ἀποτελοῦσαν τό κύριο στοιχεῖο τῆς ζωῆς τοῦ ὁσίου, ὅπως καί δάκρυα κατανύξεως προκαλοῦσαν καί προκαλοῦν τά συγγράμματα πού ἔγραψε. Κατά τόν ἅγιο Θεοφάνη «ἀμέμπτως ἤνυσας τόν βίον δάκρυσι σεαυτόν ἀποπλύνας» (Πέρασες τή ζωή σου μέ ἄμεμπτο τρόπο, ἀφοῦ ξέπλυνες τόν ἑαυτό σου μέ τά δάκρυά σου). Ἐκεῖνο πού ἔκανε τόν ὅσιο νά ζεῖ μέ δάκρυα καί νά ἔχει τήν κατάνυξη κυριολεκτικά σύνοικο τῆς ζωῆς του ἦταν ἡ διαρκής μνήμη τοῦ θανάτου καί τῆς κρίσεως πού τόν ἀκολουθεῖ. Πράγματι, ὅποιος ἐνθυμεῖται τόν θάνατό του μέ ἐπίγνωση, ὅποιος ἔχει τή μνήμη ὅτι ἀκολουθεῖ ἡ κρίση, ἐκεῖνος εἶναι πού φτάνει σέ μεγάλα ὕψη ἁγιότητας, διότι ἔχει διαρκή ἀφορμή στό νά μή ἁμαρτάνει. Ὅπως τό λέει καί ἡ Γραφή: «Μιμνῄσκου τά ἔσχατά σου καί οὐ μή ἁμάρτῃς εἰς τόν αἰῶνα» (Θυμήσου τό τέλος τῆς ζωῆς σου καί δέν θά ἁμαρτήσεις ποτέ).

Κι ἀσφαλῶς ὁ ὅσιος δέν ζοῦσε σέ μία φοβική, δηλαδή ἀρρωστημένη, ἀτμόσφαιρα. Ὁ φόβος τῆς κρίσεως δέν λειτουργοῦσε γι’ αὐτόν ὡς μία πνευματική τρομοκρατία, ἡ ὁποία ἀλλοιώνει ἀρνητικά τήν ψυχή, ἀλλά καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ φόβος αὐτός ἦταν καρπός τῆς ἀγάπης του πρός τόν Κύριο, μή τυχόν δηλαδή ἐκπέσει ἀπό τήν ἀγκαλιά Του, μήπως χάσει τή χάρη Του. «Πληγώθηκες ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Παντοκράτορος Κυρίου, γι’ αὐτό καί πέρασες ὅλη τή ζωή σου μέ θρήνους, ὅσιε, φωνάζοντας μέ ἔκπληξη: πάρε μου πίσω, Σωτήρα, τά κύματα τῆς χάρης Σου, κρατώντας την γιά μένα πλούσια, κατά τή μέλλουσα ζωή». Ζητοῦσε ὁ ὅσιος νά μήν ἔχει τόσο μεγάλη χάρη στή ζωή αὐτή, μή τυχόν συμβεῖ καί μειωθεῖ αὐτή κατά τή μέλλουσα ζωή. Τό κύριο γνώρισμα τῆς ζωῆς του δηλαδή ἦταν ὁ βαθύς ἔρωτάς του πρός τόν Κύριο. Αὐτός ὁ ἔρωτας τόν ἔκανε νά δακρυρροεῖ διαρκῶς καί νά ζεῖ πάντοτε μέ τήν προσμονή τῆς συναντήσεώς του μέ τόν Κύριο.

Καί δέν πρέπει νά ἀφήσουμε κατά μέρος ἐκεῖνο πού ἔκανε τόν ὅσιο νά ζεῖ μέ καρδιακό πένθος καί μετάνοια, προκειμένου νά εἶναι στήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου∙ τήν ἐγκράτεια. Ὁ ὅσιος ζοῦσε μέ ἀδιάκοπη ἐγκράτεια – τήν προϋπόθεση τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τῆς χαρισματικῆς κατανύξεως – κάτι πού ὁ ὑμνογράφος ἐπισημαίνει στόν οἶκο τοῦ κοντακίου καί πάλι, μέ ἕνα συγκεκριμένο περιστατικό. «Θέλοντας νά ἀκολουθεῖς τά ἴχνη τοῦ δρόμου τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ἔφυγες ἐσύ μόνος σου ἀπό τόν κόσμο καί κατοίκησες στήν ἔρημο. Βλέποντας λοιπόν ὁ ἐχθρός διάβολος ἐσένα τόν δίκαιο νά ζεῖς ἔτσι, ξεσήκωσε μία πολύ ἀναιδή γυναίκα τοῦ δρόμου, νομίζοντας ὅτι θά καταβάλει τήν ἀνδρεία σου μέ τό ἀρχαῖο ὅπλο, δηλαδή τή λαγνεία, καί θά μολύνει τήν ἁγνότητά σου». Τό περιστατικό δηλαδή εἶναι γνωστό: ὁ ἐχθρός διάβολος ἔβαλε στή σκέψη μίας πόρνης γυναίκας νά παρασύρει τόν ὅσιο. Πῆγε λοιπόν καί τοῦ ἔκανε ἀνήθικες προτάσεις. Κι ἐκεῖνος, μή πτοούμενος, μᾶλλον λυπούμενος βαθιά γιά τήν κατάντια της, τήν πῆρε καί τήν ὁδήγησε στό μέσο μίας πλατείας, κι ἐκεῖ τήν προέτρεψε νά τοῦ πεῖ τί ἀκριβῶς θέλει νά κάνει. Κι ἐκείνη ἐκφράζοντας τήν ἀπορία της ὅτι αὐτά δέν γίνονται στό μέσο τοῦ δρόμου, ἄκουσε τόν λόγο του: Πῶς λοιπόν νά κάνω κάτι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐσύ ντρέπεσαι νά τό κάνεις μπροστά στούς ἀνθρώπους; Ἀμέσως τό μυαλό μας πηγαίνει ἐδῶ στόν ἅγιο Ἰωσήφ τόν πάγκαλο, τόν γιό τοῦ Ἰακώβ, πού προκαλούμενος παρομοίως ἀπό τή γυναίκα τοῦ ἀφεντικοῦ του στήν Αἴγυπτο, εἶπε τά ἴδια λόγια: «Πῶς ποιήσω τό ρῆμα τοῦτο τό γεγονός καί ἁμαρτήσομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου;»

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

«Αυτός ο μακάριος και θείος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, επειδή δεν καταφρονούσε το δίκαιο ανάλογα με τα πρόσωπα, αλλά έλεγχε και την ίδια τη βασίλισσα Ευδοξία για τις παρανομίες και τις αδικίες που γίνονταν από αυτήν, δύο φορές εξορίζεται και πάλι ανακαλείται. Για τρίτη και τελευταία φορά στέλνεται στην Κουκουσό της Αρμενίας. Από εκεί οδηγείται στην Αραβισσό, έπειτα στην Πιτυούντα, περιοχές όχι μόνον έρημες και με έλλειψη των αναγκαίων, αλλά που πολιορκούνταν πάντοτε και από τους γειτονεύοντες Ίσαυρους. Εκεί λοιπόν στην Πιτυούντα ο ένσαρκος άγγελος Ιωάννης καλείται από τον Δεσπότη όλων Χριστό μέσω του Πέτρου και του Ιωάννου, των ιερών αποστόλων, και μεταβαίνει προς τις αιώνιες σκηνές, ενώ το άγιο λείψανό του κατατίθεται στα Κόμανα του Πόντου μαζί με τους αγίους μάρτυρες Βασιλίσκο και Λουκιανό, όπως του το φανέρωσαν οι ίδιοι σε νυκτερινό όνειρο. Επειδή δε μετά από λίγο και ο βασιλιάς Αρκάδιος, όπως και η γυναίκα του Ευδοξία πέθαναν, έγινε δε βασιλιάς ο υιός τους Θεοδόσιος, ενώ και ο Πρόκλος ο μαθητής και υπηρέτης του αγίου Χρυσοστόμου με κοινή ψήφο έγινε Πατριάρχης, κατά το τέταρτο έτος της ιεραρχίας του πείθει ο μακάριος Πρόκλος τον βασιλιά Θεοδόσιο και στέλνει εκείνος στρατιώτες για την ανακομιδή του ιερού λειψάνου. Ο άγιος όμως δεν έδινε τον εαυτό του και έμενε ακίνητος, γι’ αυτό και ο βασιλιάς τον παρακαλεί με επιστολή, η οποία περιείχε τα εξής:

Επιστολή Βασιλέως Θεοδοσίου, Προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, Διδάσκαλο και Πνευματικό Πατέρα, Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

Θεοδόσιος βασιλεύς. «Επειδή νομίσαμε, τίμιε Πάτερ, ότι το σώμα σου είναι νεκρό, όπως συμβαίνει και με τους άλλους ανθρώπους, θελήσαμε με απλότητα να το μετακομίσουμε και να το φέρουμε προς εμάς. Γι’ αυτό δικαίως  και λαθέψαμε στον σκοπό μας. Αλλά συ όμως, τιμιώτατε Πάτερ, συγχώρησέ μας τώρα που καταλάβαμε το λάθος μας, συ που δίδαξες σε όλους τη μετάνοια. Και σαν σε παιδιά που αγαπούν τους πατέρες τους δώσε μας πίσω τον εαυτό σου και εύφρανε αυτούς που σε ποθούν με την παρουσία σου». Όταν πήγαν λοιπόν την επιστολή στον άγιο και την έθεσαν πάνω στη σορό του, αμέσως εκείνος άφησε να τον πάρουν, οπότε οι απεσταλμένοι σήκωσαν τη σορό χωρίς κόπο. Μόλις έφτασαν αντίπερα από την Πόλη, φθάνει μεν ο βασιλιάς και όλη η σύγκλητος και ο πατριάρχης μαζί με τον κλήρο, ενώ βάζουν τη σορό, που είχε το σώμα του αγίου,  μέσα στο βασιλικό πλοίο. Έπεσε όμως καταιγίδα και τα μεν υπόλοιπα πλοία διασκορπίστηκαν σε άλλα μέρη, εκείνο δε στο οποίο ήταν το σώμα του αγίου, πήγε και άραξε στον αγρό της χήρας. Εκείνης της χήρας, την οποία αδίκησε η Ευδοξία, όταν άρπαξε τον αμπελώνα της. Κι επειδή ελέγχθηκε τότε από τον άγιο τον εξόρισε. Όταν αποδόθηκε λοιπόν ο αγρός στη χήρα, αμέσως έγινε γαλήνη στη θάλασσα, και πρώτα μεν το πλοίο οδηγείται στον ναό του αποστόλου Θωμά, στην περιοχή του Αμαντίου, έπειτα στον ναό της αγίας Ειρήνης, όπου και τον έβαλαν πάνω στο σύνθρονο, οπότε όλοι φώναξαν δυνατά: «Πάρε πίσω τον θρόνο σου, άγιε». Ύστερα, αφού εναποτέθηκε η σορός σε βασιλικό όχημα, φέρεται προς τον περιώνυμο ναό των Αποστόλων. Εκεί μόλις τοποθετήθηκε στην ιερά καθέδρα, φώναξε στο Ποίμνιο το «Ειρήνη πάσι». Έπειτα τον έθεσαν κάτω από τη γη, μέσα στο άγιο Βήμα, όπου τώρα βρίσκεται. Καθώς τελείτο δε η θεία Λειτουργία, γίνονταν θαυμάσια μεγάλα , μεταξύ των οποίων και αυτό: Κάποιος άνδρας δηλαδή, που έπασχε από αρθρίτιδα και δεν μπορούσε να εργαστεί, σχεδόν παντελώς ακίνητος, όταν άγγιξε τη σορό, αμέσως θεραπεύτηκε εντελώς από την αρρώστια του. Έτσι γνωρίζει ο Θεός να δοξάζει αυτούς που σε όλη τη ζωή τους δοξάζουν Αυτόν. Τελείται δε η Σύναξή του στον πάνσεπτο Ναό των αγίων Αποστόλων, όπου βρίσκεται και το ιερό του σώμα, κάτω από το Θυσιαστήριο».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας με αφορμή την ανακομιδή του ιερού λειψάνου του μεγάλου Πατρός Ιωάννου του Χρυσοστόμου μας υπενθυμίζουν αυτό που προβάλλει πάντοτε η Εκκλησία εξ αφορμής οποιασδήποτε αναφοράς της στον μεγάλο αυτόν άγιο: το κήρυγμα της μετανοίας. Διότι έτσι κυρίως χαρακτηρίζεται ο ιερός Χρυσόστομος: «κήρυξ της μετανοίας». Ο άγιος κηρύσσει εκείνη τη μετάνοια στον πιστό λαό, η οποία προϋποθέτοντας την άπειρη αγάπη του Θεού προς αυτόν, γίνεται η μεγαλύτερη παρηγοριά του, εκείνη που του «σφουγγίζει οποιαδήποτε υγρότητα  της φοβερής απόγνωσης και δροσίζει τις καρδιές που έχουν καεί από την αμαρτία». «Ας τιμήσουμε με επάξιο τρόπο τον χρυσό στους λόγους Ιωάννη, τον κήρυκα της μετάνοιας, το πάγχρυσο σφουγγάρι που παίρνει την υγρότητα της φοβερής απόγνωσης και δροσίζει τις καμένες από τις αμαρτίες καρδιές». Και πρέπει να προσέξουμε: ο άγιος δεν αμνηστεύει τις αμαρτίες ούτε υποβαθμίζει τις κακές της συνέπειες στο να αλλοιώνουν την ψυχοσωματική υπόσταση του ανθρώπου. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να κάνει τούτο εκείνος που υπήρξε «ο ποιμήν ο καλός και του αρχιποίμενος Χριστού μαθητής», δηλαδή εκείνος που τόνιζε ότι «διά της αμαρτίας ο θάνατος» και «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν»;

Εκείνο όμως που τονίζει και ένθερμα κηρύσσει είναι ότι μπορεί κάποιος να έχει αμαρτήσει με πολλά και μεγάλα αμαρτήματα, όμως τα αμαρτήματα αυτά δεν μπορεί να θεωρηθούν ισοστάσια της αγάπης του Θεού. Τίποτε δεν είναι σαν εκείνην, διότι η Αυτοαγάπη, ο ίδιος ο Θεός,  τόσο μας αγάπησε, ώστε έπαθε και θυσιάστηκε για εμάς τους ανθρώπους, παρέχοντάς μας τη συγχώρηση. Αρκεί βεβαίως να θέλουμε κι εμείς τη συγχώρηση αυτή, δηλαδή να μετανοούμε - η όλη προσφορά του Θεού υπάρχει άπειρη και αιώνια, μένει όμως ανενέργητη χωρίς και τη δική μας θέληση. Αυτό τόνιζε λοιπόν ο άγιος Χρυσόστομος ενόσω ζούσε, αλλά και το ίδιο κηρύσσει και μετά θάνατον, γινόμενος έτσι ο μεγαλύτερος παρηγορητής των ανθρώπων.  Ο άγιος Θεοφάνης με πολλή ενάργεια και σαφήνεια μας το επισημαίνει: «Αν και είσαι νεκρός μέσα στον τάφο, όμως  ως ζωντανός μέσα στον κόσμο, Χρυσόστομε, κηρύσσεις και γράφεις τη μετάνοια, δίνοντας την εγγύηση της συγχώρησης γι’ αυτούς που μετανοούν με θερμό τρόπο».

Και οι δύο υμνογράφοι – διότι εκτός του Θεοφάνη και ο άγιος Ιωσήφ έγραψε για τον μεγάλο Πατέρα - εμμένουν σε ό,τι εξίσου  προβάλλει η σημερινή εορτή: τη ζωντάνια του και μετά θάνατον. Δεν είναι μόνον το παραπάνω τροπάριο που τονίζει την αλήθεια αυτή, αλλά και όλη η υμνογραφία τους κινείται πάνω στη γραμμή αυτή, όπως άλλωστε φάνηκε και από το συναξάρι. Για παράδειγμα: «Ο Χρυσόστομος δίδαξε και πάλι με σαφήνεια τους βασιλείς ότι μολονότι νεκρός δεν υπέστη νέκρωση. Διότι αφού απείθησε την πρώτη φορά στα προστάγματά τους, δηλαδή να  φέρουν το λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη, τη δεύτερη φορά, με τις δεήσεις τους επανήλθε».  Για μία ακόμη φορά η Εκκλησία μας σήμερα κηρύσσει τη νίκη του Χριστού πάνω στον θάνατο. Νίκησε ο Χριστός, συνεπώς κάθε άνθρωπος, όταν είναι αληθινά πιστός, νικά και αυτός. Ο θάνατος θεωρείται μετά τον ερχομό του Χριστού ως απλό επεισόδιο στη ζωή ενός ανθρώπου. Ουσιαστικά δεν υφίσταται. Και τα άγια λείψανα στην Εκκλησία μας είναι μία ισχυρή κραυγή της αλήθειας αυτής, την οποία ζούμε οι πιστοί και την χαιρόμαστε ιδίως σε εορτές ανακομιδής λειψάνων, σαν του αγίου Χρυσοστόμου σήμερα.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

ΡΥΘΜΙΣΗ ΝΟΥ

 

Ο πιστός χριστιανός βρίσκεται εσωτερικά, μέσα στην καρδιά του, στη συνεχή διαδικασία ρυθμίσεως του νου του – να βρίσκεται πάντοτε στη φορά της υπακοής προς τις εντολές του Κυρίου του. Γιατί ο Κύριος τον αποκατέστησε από την αναγκαστική ροπή προς την αμαρτία, αλλά υφίσταται όσο ζει στον κόσμο τούτο το στοιχείο της «τρεπτότητος» του νου του, να ξεφύγει δηλαδή από τις εντολές και τον λόγο Του,  λόγω των παθών που ακόμη υφίστανται στην ύπαρξή του, λόγω της περιρρέουσας ατμόσφαιρας του κόσμου που «κείται εν τω πονηρώ», λόγω της κατά παραχώρηση Κυρίου ενέργειας του πονηρού διαβόλου, που «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α΄ Πέτρ. 5, 8). «Ουκ έδωκα τοις βλεφάροις μου νυσταγμόν» (Ψαλμ. 131, 4) σημειώνει ο προφητάναξ Δαβίδ αποκαλύπτοντας τον πνευματικό του αγώνα, κάτι που επαναλαμβάνεται και σε όλα τα συναξάρια των αγίων της Εκκλησίας. Και η λέξη «ρύθμιση» του νου εξίσου βλέπουμε πως έρχεται και επανέρχεται στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, αποδίδοντας και με τη διατύπωση αυτή την κεντρική εργασία του ανθρώπου, την εργασία κατά τον Κύριο «την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. 6, 27), δηλαδή την επιμονή μέχρι θανάτου πάνω στην πίστη στον αληθινό Θεό.

«Ρυθμιζόμενος τον νουν επί ταις εντολαίς του Κυρίου», «ρυθμιζόμενος ταις Παύλου διδαχαίς», «ρυθμίζων εαυτόν και τους παίδας αυτού επί ταις εντολαίς του Δεσπότου», είναι μερικές από τις φράσεις που αποδίδουν για πολλούς αγίους, στην ουσία για όλους,  την παραπάνω αλήθεια. Αλλά και ποιος δεν έχει διαβάσει και δεν έχει προσευχηθεί, από την τόσο ψυχωφελή ακολουθία της θείας μεταλήψεως, με τα λόγια του αγίου Συμεών του Μεταφραστού, ο οποίος απευθύνεται προς τον Κύριο για να τον παρακαλέσει με αίσθηση ψυχής μετά τη θεία κοινωνία, «να τον κρατάει αγνό και καθαρό και ρυθμισμένο στον λόγο Του;» «Άγνιζε και κάθαρε και ῥ ύ θ μ ι ζ έ  με» - η αγνότητα και η κάθαρση ως αποτέλεσμα διαρκούς ρύθμισης του νου, από τον Κύριο αλλά και από τη βούληση του καθενός.

Ίσως να θυμηθούμε εν τέλει και αυτό που έλεγε με τον δικό του χαριτωμένο τρόπο και ο μεγάλος όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης σε  ταλαιπωρημένους γονείς που θλίβονταν και απελπίζονταν από κάποιες συμπεριφορές των επαναστατημένων παιδιών τους, ιδίως των εφήβων: «μα, αφήστε και κανένα κατσαβίδι για τον Χριστό. Όλα εσείς θα τα κάνετε;» Το «κατσαβίδι» του Χριστού για όλους μας και όχι μόνο τα παιδιά μας. Απλώς να θυμόμαστε ότι μερικές φορές – ή μήπως πάντα; - το «ρύθμισμα» από το «κατσαβίδι» αυτό περνάει από την παραχώρηση πειρασμών που κρίνει Εκείνος μέσα στην αγάπη και την πρόνοιά Του ότι θα μας φέρουν στα «ίσα» μας!

ΡΥΘΜΙΣΗ ΝΟΥ

Κατά την Αγία Γραφή και την Πατερική παράδοση ο νους του ανθρώπου θεωρείται ότι συνιστά το κέντρο της ύπαρξής του. Αυτός είναι ο οφθαλμός που θεάται την πραγματικότητα, όχι μόνο την αισθητή αλλά και την υπεραισθητή, οπότε και η κατάσταση της υγείας του καθορίζει την ποιότητα της ορθής ή μη λειτουργίας του – «εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;» κατά τον λόγο του Κυρίου (Ματθ. 6, 24). Και όσο βεβαίως ο άνθρωπος βρισκόταν στην ομαλή κατάσταση της υπακοής του προς τον Θεό, τόσο και ο νους του, αναπαυόμενος στον «τόπο» του, την καρδιά, και φωτιζόμενος από το φως του Θεού έβλεπε τα πάντα, με προοπτική μάλιστα βαθύτερης και διεισδυτικότερης λειτουργίας του. Από τη στιγμή όμως που διέσπασε τη σχέση με τον Δημιουργό του, το σκοτάδι έγινε πια η «κανονικότητά» του, περιήλθε στην κατάσταση της ζόφωσης που σημειώνουν οι άγιοί μας, ή με διαφορετική διατύπωση, το «κατ’ εικόνα Θεού» της δημιουργίας του βουτήχτηκε μέσα στις  φλόγες των παθών του, ενώ χάθηκε κατ’ ανάγκην και η φυσιολογική εξέλιξή του, η πορεία προς το «καθ’ ομοίωσιν».

Επήλθε διάσπαση του ανθρώπου μετά την αμαρτία του, δηλαδή ο άνθρωπος όχι μόνο «έχασε» τον Πατέρα του Θεό, αλλά έχασε και τον εαυτό του,  όπως και τον συνάνθρωπό του και την όποια σχέση του με την αδελφή του φύση. «Χαμένος και νεκρός» είναι η αποτίμηση που κάνει ο Δημιουργός- Χριστός μιλώντας για τον απομακρυσμένο από τον Θεό άσωτο υιό της γνωστής παραβολής του ασώτου (πρβλ. Λουκ. 15, 11-32). Ο άνθρωπος χωρίς Θεό είναι ο εν σκότει ευρισκόμενος άνθρωπος, χωρίς ταυτότητα και προοπτική, και με μοναδικό ουσιαστικό προσόν του τη δίψα του για τον απολεσθέντα Παράδεισο. Ζει μεν, αλλά χωρίς σύνδεση με την πηγή της Ζωής, μία επιφάνεια ζωής που τον καθιστά έρμαιο των παθών του και δούλο του φόβου του μπροστά στην όποια απειλή του δημιουργεί ο περίγυρός του αλλά και ο άγνωστος πια βαθύς και ζοφερός εαυτός του. «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος» διεκτραγωδεί την κατάσταση ο απόστολος Παύλος. «Ποιος θα με σώσει από το σώμα του θανάτου αυτού;» (Ρωμ. 7, 24).

Η μυστήρια και υπέρλογη κίνηση του Θεού μέσα στο πλαίσιο της άπειρης αγάπης Του για τον κόσμο να γίνει άνθρωπος αποκαθιστά τον άνθρωπο. Η ανθρώπινη φύση ενταγμένη πια στον Θεάνθρωπο Χριστό, συνεπώς δεχόμενη τις θεοποιές ενέργειες της θεότητάς Του  – διότι ο Χριστός είναι «διπλούς την φύσιν αλλ’ ου την υπόστασιν» - αποκτά και πάλι την ολοκληρία και την αρτιότητά της, «ο άρτιος του Θεού άνθρωπος» θα πει ο απόστολος Παύλος. Ό,τι πληγή και τραύμα είχε δεχτεί με την αμαρτία θεραπεύτηκε, με αποτέλεσμα η ζόφωση του κατ’ εικόνα να εξαφανιστεί μέσα στο φως Εκείνου και το καθ’ ομοίωσιν να ανοίξει εκ νέου τις πύλες του με άπειρη επέκταση και προοπτική. Ο άνθρωπος μετά Χριστόν είναι πια ο αληθινός και γνήσιος άνθρωπος, αυτός που βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού του και έτι πλέον, με το φως του Χριστού να φωτίζει και πάλι το κέντρο του, την καρδιά, και να καθιστά την ενέργεια (του φωτισμένου και αναπαυόμενου στην καρδιά αυτή νου του) κίνηση απλανή στον χώρο της διάνοιάς του.

Θέλουμε να πούμε ότι ο άνθρωπος εν Χριστώ ενοποιήθηκε και πάλι, γι’ αυτό και χαίρεται την παρουσία του Θεού στην ύπαρξή του, χαίρεται που η ψυχή και το σώμα του λειτουργούν σε συνεργασία μέσα στο φως του Δημιουργού, χαίρεται που ο συνάνθρωπος ανακαλύπτεται ως ο άγνωστος εαυτός του, χαίρεται που το όλο φυσικό περιβάλλον του κατανοείται ως το σπίτι ακριβώς του Πατέρα του. Ο εν Χριστώ άνθρωπος έγινε έ ν α  δηλαδή με τον Θεάνθρωπο Χριστό, ή αλλιώς: ο Χριστός επεκτείνεται μέσα από τον κάθε άνθρωπο που θα τον αποδεχτεί εννοείται και θα τον πιστέψει στη ζωή του. Γιατί αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που αναδεικνύεται η τεράστια σημασία της ελευθερίας για τον άνθρωπο.

Ο Δημιουργός δηλαδή μας αποκατέστησε, μα απαιτείται προς ενεργοποίηση της άπειρης αυτής δωρεάς  η θέληση και η διάθεση του ανθρώπου, που κι αυτή ακόμα υποκινείται από τη δύναμη Εκείνου. Διότι «ου του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος αλλά του ελεούντος Θεού» (Ρωμ. 9, 16). Το «ναι» του ανθρώπου, έστω και το μηδαμινό για μια τέτοια δωρεά, είναι καθοριστικό. Αν ο άνθρωπος σταθεί αρνητικά απέναντι στον πλούτο προσφοράς του Θεού του, τότε ο πλούτος αυτός παραμένει στα «αζήτητα» για τον ίδιο – να είσαι πάμπλουτος και να σέρνεσαι στα λασπονέρια της έσχατης πενίας και ένδειας! Αλλά χρειάζεται προσοχή! Και «ναι» να υφίσταται από τον άνθρωπο, το οποίο θα τον εντάξει μέσα στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, οπότε θα αναδυθεί εκεί ο χαρισματικός εαυτός ως συνέχεια του Χριστού – όλες οι δωρεές για τις οποίες μιλήσαμε ακροθιγώς παραπάνω – το «ναι» αυτό θα πρέπει να βρίσκεται εσαεί «υπ’ ατμόν»! Εννοούμε ότι η θετική στάση μας απέναντι στον Κύριο και Θεό μας δεν εξαντλείται σε μία ή δύο ή μερικές έστω στιγμές της ζωής μας. Η κάθε στιγμή και ώρα, η κάθε ημέρα της όλης ζωής μας, αποκαλύπτει το ποιόν μας και την αγάπη μας προς τον Κύριο. Αν με άλλα λόγια η κάθε στιγμή δεν μας βρίσκει σε ετοιμότητα αποδοχής και εφαρμογής του αγίου θελήματός Του, η ίδια αυτή στιγμή μας κρίνει ως μη αξίους Εκείνου! Η κάθε στιγμή αποτελεί δηλαδή το πεδίο όπου μας παραχωρείται από τη χάρη Του για να δείξουμε αν υφίσταται και η δική μας αγάπη προς Αυτόν. «Γίνεσθε έτοιμοι ότι η ώρα ου δοκείτε ο Υιός του ανθρώπου» (Ματθ. 24, 44). «Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός και μακάριος ο δούλος ον ευρήσει γρηγορούντα, ανάξιος δε πάλιν ον ευρήσει ραθυμούντα».

Ακριβώς για τον λόγο αυτό το πιο ανώτερο και σημαντικό στη ζωή του ανθρώπου είναι το εκάστοτε «τώρα». Δεν είναι τα σχέδια που πλάθουμε στο μυαλό μας για μία μεγάλη προσφορά μας και δράση μας στο έργο του Κυρίου! Ούτε ασφαλώς τα όσα σπουδαία και «φοβερά» επιτελέσαμε στη μέχρι τώρα ζωή μας. Το «τώρα» είναι το «σημείο» που ή θα συντονιστούμε με τον Κύριο και θα Τον κοινωνήσουμε ή θα βρεθούμε εκτός της παρουσίας Του «άθεοι». Οπότε κατανοεί κανείς ότι δεν μπορεί να επαναπαυτεί ούτε για λίγο. Η όποια χαλάρωση και «ανάπαυση» αποτελεί την ίδια στιγμή οπισθοχώρηση και πτώση. «Ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι» (Ματθ. 12, 30). Η νήψη και η εγρήγορση λοιπόν για τον πιστό χριστιανό είναι το «δεδομένο» της ζωής του. Δεν τόνιζε τυχαία ο μεγάλος σύγχρονος όσιος Σωφρόνιος ο Αθωνίτης (του Έσσεξ) ότι ο χριστιανός, πολύ περισσότερο ο μοναχός, πρέπει να βρίσκεται αδιάκοπα στη μεγαλύτερη δυνατή πνευματική ένταση.

Κι από την άποψη αυτή ο πιστός βρίσκεται εσωτερικά, μέσα στην καρδιά του, στη συνεχή διαδικασία ρυθμίσεως του νου του – να βρίσκεται πάντοτε στη φορά της υπακοής προς τις εντολές του Κυρίου του. Γιατί ο Κύριος τον αποκατέστησε, αλλά υφίσταται όσο ζει στον κόσμο τούτο το στοιχείο της «τρεπτότητος» του νου του, να ξεφύγει δηλαδή από τις εντολές και τον λόγο Του,  λόγω των παθών που ακόμη υφίστανται στην ύπαρξή του, λόγω της περιρρέουσας ατμόσφαιρας του κόσμου που «κείται εν τω πονηρώ», λόγω της κατά παραχώρηση Κυρίου ενέργειας του πονηρού διαβόλου, που «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α΄ Πέτρ. 5, 8). «Ουκ έδωκα τοις βλεφάροις μου νυσταγμόν» (Ψαλμ. 131, 4) σημειώνει ο προφητάναξ Δαβίδ αποκαλύπτοντας τον πνευματικό του αγώνα, κάτι που επαναλαμβάνεται και σε όλα τα συναξάρια των αγίων της Εκκλησίας. Και η λέξη «ρύθμιση» του νου εξίσου βλέπουμε πως έρχεται και επανέρχεται στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, αποδίδοντας και με τη διατύπωση αυτή την κεντρική εργασία του ανθρώπου, την εργασία κατά τον Κύριο «την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. 6, 27), δηλαδή την επιμονή μέχρι θανάτου πάνω στην πίστη στον αληθινό Θεό.

«Ρυθμιζόμενος τον νουν επί ταις εντολαίς του Κυρίου», «ρυθμιζόμενος ταις Παύλου διδαχαίς», «ρυθμίζων εαυτόν και τους παίδας αυτού επί ταις εντολαίς του Δεσπότου», είναι μερικές από τις φράσεις που αποδίδουν για πολλούς αγίους, στην ουσία για όλους,  την παραπάνω αλήθεια. Αλλά και ποιος δεν έχει διαβάσει και δεν έχει προσευχηθεί, από την τόσο ψυχωφελή ακολουθία της θείας μεταλήψεως, με τα λόγια του αγίου Συμεών του Μεταφραστού, ο οποίος απευθύνεται προς τον Κύριο για να τον παρακαλέσει με αίσθηση ψυχής μετά τη θεία κοινωνία, «να τον κρατάει αγνό και καθαρό και ρυθμισμένο στον λόγο Του;» «Άγνιζε και κάθαρε και ῥ ύ θ μ ι ζ έ  με» - η αγνότητα και η κάθαρση ως αποτέλεσμα διαρκούς ρύθμισης του νου, από τον Κύριο αλλά και από τη βούληση του καθενός.

Ίσως να θυμηθούμε εν τέλει και αυτό που έλεγε με τον δικό του χαριτωμένο τρόπο και ο μεγάλος όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης σε  ταλαιπωρημένους γονείς που θλίβονταν και απελπίζονταν από κάποιες συμπεριφορές των επαναστατημένων παιδιών τους, ιδίως των εφήβων: «μα, αφήστε και κανένα κατσαβίδι για τον Χριστό. Όλα εσείς θα τα κάνετε;» Το «κατσαβίδι» του Χριστού για όλους μας και όχι μόνο τα παιδιά μας. Απλώς να θυμόμαστε ότι μερικές φορές – ή μήπως πάντα; - το «ρύθμισμα» από το «κατσαβίδι» αυτό περνάει από την παραχώρηση πειρασμών που κρίνει Εκείνος μέσα στην αγάπη και την πρόνοιά Του ότι θα μας φέρουν στα «ίσα» μας!

Ο ΟΣΙΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ ΑΜΜΩΝΑΣ

«Ζωῆς Ἀμμωνᾶς νῆμα πληρώσας ἅπαν, ζωήν ἐφεῦρεν, οὔποτε πληρουμένην» (στίχος συναξαρίου)

(Ο Αμμωνάς αφού ολοκλήρωσε όλο το νήμα της επίγειας ζωής του, βρήκε τη ζωή που ποτέ δεν τελειώνει).

Δεν έχουμε πολλά ιστορικά στοιχεία και για τον μεγάλο αυτόν όσιο του Γεροντικού. Το μόνο βέβαιο, βάσει των σωζομένων γι’ αυτόν λογίων και περιστατικών των Αποφθεγμάτων Γερόντων, έντεκα τον αριθμό, (αναφέρονται και άλλα πνευματικά κείμενά του και επιστολές, εκτός όμως του βιβλίου των Αποφθεγμάτων), είναι ότι έζησε την εποχή του αγίου μεγάλου Αντωνίου (251-356), υπήρξε μαθητής του κι ίσως διάδοχός του στη μοναχική σκήτη, έγινε δε επίσκοπος παρουσιάζοντας μία ζωή ελεύθερη κάθε εμπαθείας και κακίας.

Θα δούμε στη συνέχεια τα όσα αναφέρει γι’ αυτόν ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης στον Συναξαριστή του, επιλέγοντας κι ένα μικρό κεφάλαιο του Γεροντικού στο τέλος για να το σχολιάσουμε δι’ ολίγων. Πρέπει να πούμε εξαρχής ότι ο άγιος Νικόδημος στον προβληματισμό αν πρόκειται για τον επίσκοπο Αμμωνά, τον σχετιζόμενο όπως είπαμε με τον άγιο Αντώνιο, ή για τον ιερέα του Λαυσαϊκού που «είδε» άγγελο Κυρίου να καταγράφει τους ευρισκομένους στη Θεία Λειτουργία και να διαγράφει τους απόντες, επιλέγει σαφώς την πρώτη εκδοχή: ο συγκεκριμένος Αμμωνάς είναι ο επίσκοπος. Τι σημειώνει λοιπόν περί αυτού;

«Ο όσιος Αμμωνάς ήταν ο επίσκοπος για τον οποίο προφητεύοντας ο μέγας Αντώνιος είπε ότι θα προκόψει στον φόβο του Θεού. Όταν δηλαδή του έδειξε μία πέτρα, του είπε: Βρίσε και κτύπησέ την. Κι αυτός το έκανε. Και του λέγει  ο Αντώνιος: έτσι και συ θα φθάσεις στο μέτρο αυτό, πράγμα που έγινε. Έφτασε σε τόση ανεξικακία και αγαθότητα ο αοίδιμος Αμμωνάς, ώστε δεν γνώριζε εντελώς τι θα πει κακία. Γι’ αυτό όταν έγινε επίσκοπος τού έφεραν μία κόρη παρθένο, η οποία διαφθάρηκε από κάποιον και έμεινε έγκυος∙ επίσης του έφεραν και αυτόν που την διέφθειρε, οπότε του ζητούσαν να τιμωρήσει και τους δύο. Ο όσιος όμως όχι μόνο δεν τους τιμώρησε, αλλά ούτε καν τους κατέκρινε. Κι ακόμη περισσότερο, αντί να επιτιμήσει τη γυναίκα, σφράγισε δι’ ευλογίας την κοιλιά της και της έδωσε έξι ζευγάρια σεντόνια, λέγοντας μη τυχόν και  πεθάνη κατά τον καιρό της γέννας αυτή ή το παιδί, γι’ αυτό να έχουν σεντόνια ώστε να τη σαβανώσουν.

Άλλοτε πάλι πήγε ο όσιος αυτός σ’ έναν τόπο για να φάει ψωμί, κι εκεί ήταν κάποιος αδελφός μοναχός, για τον οποίο υπήρχε η φήμη ότι πορνεύει με μία γυναίκα. Έτυχε δε να είναι η γυναίκα αυτή εκεί, μέσα στο κελί του μοναχού. Όταν έμαθαν λοιπόν οι ντόπιοι ότι έφθασε ο όσιος εκεί, πήγαν και τον παρακάλεσαν να μπει στο κελί, ώστε μπροστά του να πιαστεί και να ρεζιλευτεί ο μοναχός, κι έτσι να μπορέσουν να τον διώξουν από τον τόπο τους. Ο μοναχός όμως πρόφθασε και έκρυψε τη γυναίκα σ’ ένα πυθάρι, πράγμα που κατάλαβε ο όσιος. Και τι έκανε; Μπήκε στο κελί, πήγε και κάθισε πάνω στο στόμιο του πυθαριού και στη συνέχεια πρόσταξε να ερευνήσουν το κελί για να βρουν τη γυναίκα. Οι κατήγοροι λοιπόν έψαξαν παντού αλλά δεν την βρήκαν. Τότε τους είπε: ο Θεός να σας συγχωρήσει για την κατηγορία που κάνατε κατά του μοναχού, οπότε αφού προσευχήθηκε τούς έκανε όλους να αναχωρήσουν. Έπειτα έπιασε το χέρι του μοναχού και του είπε: Πρόσεχε τον εαυτό σου, αδελφέ. Κι αφού το είπε, έφυγε κι αυτός.

Έλεγε δε ο όσιος αυτός ότι όταν βρισκόταν επί δεκατέσσερα χρόνια στη σκήτη, παρακαλούσε τον Θεό νύκτα και ημέρα να του δώσει τη χάρη να νικήσει το πάθος της οργής».

Ας δούμε τώρα ένα μικρό περιστατικό (κεφ. 4) από τα γραφόμενα του Γεροντικού:

 «Διηγήθηκε κάποιος από τους πατέρες ότι υπήρχε ένας γέρων φιλόπονος στα Κελλία που φορούσε ψαθί. Και πήγε να επισκεφτεί τον αββά Αμμωνά. Ο Γέρων Αμμωνάς τον είδε να φοράει το ψαθί και του λέει: «Το ψαθί σε τίποτε δεν σε ωφελεί». Τον ρώτησε τότε ο γέροντας αυτός: «τρεις λογισμοί με ενοχλούν∙ ή να γυρίζω στις ερήμους ή να πάω σε ξένη χώρα όπου κανείς  δεν με γνωρίζει ή να κλειστώ σε κελί και να μη συναντώ κανέναν, τρώγοντας κάθε δύο ημέρες». Του λέγει ο αββάς Αμμωνάς: «Τίποτε από τα τρία δεν σε συμφέρει να κάνεις, αλλά μάλλον να κάθεσαι στο κελί σου και να τρως λίγο κάθε ημέρα, και να έχεις πάντοτε στην καρδιά σου τον λόγο του τελώνη, και τότε μπορείς να σωθείς».  

Ασκητικός στο έπακρον λοιπόν ο γέροντας των Κελλίων, ταλαιπωρώντας το σώμα του με τη σκληρή ενδυμασία του – ψάθα φορούσε που προφανώς τον έγδερνε – κι όμως μη αναπαυμένος: οι λογισμοί του δεν τον αφήνουν σε ησυχία. Τον σπρώχνουν  σε αύξηση της άσκησής του, γιατί νιώθει ότι δεν κάνει αρκετά για τον «Θεό» του. Και τι σκέφτεται; Να μην έχει ούτε καν κελί ή να ασκήσει την απόλυτη ξενιτεία σε άλλους άγνωστους τόπους ή να επιλέξει τον απόλυτο εγκλεισμό με αύξηση της νηστείας. Δεν θα υποκλινόμασταν σε μία τέτοια μορφή που υπέρκειται πάρα πολύ όχι μόνο των απλών μέτρων των κοσμικών χριστιανών, αλλά και μεγάλων ακόμη ασκητών; Θα μιλάγαμε για έναν μεγάλο ίσως άγιο, του οποίου η ευχή θα μας ήταν πολύτιμη – πολλοί από εμάς τους απλοϊκούς χριστιανούς θα κάναμε τα πάντα προκειμένου να τον συναντήσουμε, παίρνοντας ως φυλακτό και τη σκόνη της πατημασιάς του.

Αλλά αυτά για εμάς, όχι όμως για τον μεγάλο όσιο Αμμωνά. Διότι ο διακριτικός όσιος, ο οποίος είχε το χάρισμα μεταξύ άλλων προφανώς να διακρίνει τα πνεύματα – τι υπάρχει κρυμμένο στην ψυχή του ανθρώπου ώστε να αποτελεί το κίνητρο της ζωής του -, «βλέπει» τον κίνδυνο στον γέροντα που τον επισκέφτηκε και του εμπιστεύτηκε τους λογισμούς του. Ποιον κίνδυνο; Της υπερβολής∙ που θα πει τον κίνδυνο της πλάνης από «τα δεξιά» λεγόμενα όπλα του διαβόλου. Δεν λένε οι άγιοί μας ότι πάντοτε οι υπερβολές είναι του διαβόλου; Αν κάποιον δεν μπορεί να τον ρίξει με τρόπο αρνητικό, να τον απομακρύνει δηλαδή από τον Θεό και την κατά Θεόν άσκησή του, προσπαθεί να τον ρίξει με την υπερβολή στο θεωρούμενο καλό! Ο όσιος Αμμωνάς λοιπόν επισημαίνει αμέσως τον ύπουλο τρόπο δράσης του πονηρού. Και με σεμνό και απλό τρόπο, τον τρόπο της αγάπης, δίνει την απάντηση: Οι «ακρότητες» αυτές δεν σε ωφελούν, γέροντα! Δηλαδή δεν τις ευλογεί ο Θεός. Θα σου κάνουν κακό.  

Ως γνήσιος όμως παιδαγωγός, με γνώση της βαθειάς πνευματικής ζωής, δεν μένει μόνο στην αποτροπή και την άρνηση. Δίνει τη διέξοδο και ανοίγει τα μάτια στον αγωνιστή, αλλά «αδιάκριτο» ασκητή. «Συνέχισε την άσκηση που κάνεις – είναι σαν να του λέει - μ’ έναν μετριοπαθή τρόπο: μένε στο κελί σου, (γιατί το κελί είναι αυτό που ισορροπεί πάντοτε, λένε οι άγιοι, τον μοναχό), τρώγε λίγο κάθε ημέρα, (γιατί ο άνθρωπος έχει και σώμα που τρέφει να του προσφέρει αυτό που είναι αναγκαίο), κυρίως όμως να αγωνίζεσαι στον δρόμο της ταπείνωσης, (γιατί δεν υπάρχει περίπτωση σωτηρίας του ανθρώπου έξω από αυτήν).

Και στην τελευταία συμβουλή του οσίου Αμμωνά βρίσκεται το σημαντικότερο εξ όλων. Διότι σωτηρία σημαίνει ζωντανή σχέση με τον Θεό εν Χριστώ, που σημαίνει ότι ο πιστός πρέπει να αγωνίζεται, χάριτι Θεού πάντοτε άρα με εκκλησιαστικό τρόπο, να βρίσκεται στο ρεύμα ζωής του Χριστού, στο ποτάμι που ξεκινά από Εκείνον για να πάρει στο διάβα του και κάθε έναν που θα θελήσει να είναι μαζί Του. Κι αυτό το ρεύμα του Χριστού έχει το χαρακτηριστικό της αγάπης βεβαίως, αλλά της θεμελιωμένης στο φρόνημά Του που είναι το φρόνημα της ταπείνωσης. «Αυτό να φρονείτε κι εσείς, όπως και ο Χριστός - σημειώνει ο απόστολος Παύλος - ο Οποίος αν και Θεός πήρε μορφή δούλου κι έγινε άνθρωπος. Και τόσο πολύ ταπείνωσε έτσι τον Εαυτό Του, ώστε έγινε υπάκουος στον Θεό μέχρι σημείου θανάτου». Κι είναι αυτό που ο Χριστός μας πάντοτε «ψιθυρίζει» στον κάθε μαθητή Του: «μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ». Εκείνο λοιπόν που συνιστά «σημείο» ορθής πορείας που μαγνητίζει τον Θεό στην ύπαρξη του ανθρώπου είναι πρώτιστα η ταπείνωση, η αγία ταπείνωση, κατά τον άγιο Πορφύριο. Η τέλεια μορφή της διαφεύγει από εμάς τους ανθρώπους, γιατί μιλάμε για το μυστήριο του Ίδιου του Τριαδικού Θεού, όμως εκείνο που απαιτείται από εμάς είναι να στρεφόμαστε πάντοτε εκεί που υπάρχει η αγία οσμή της και σταδιακά νά την προσεγγίζουμε.

Προφανώς, ο γέρων ασκητής με τη ζέουσα διάθεση της σχέσης του με τον Θεό άκουσε τον όσιο αββά Αμμωνά. Έκανε υπακοή και σώθηκε, γενόμενος κι αυτός ένας από τους πολλούς αφανείς οσίους της ερήμου. Και πώς ξέρουμε την εξέλιξη αυτή, για την οποία δεν λέει τίποτε το ασκητικό κείμενο; Μα πήγε να ρωτήσει τον όσιο αββά. Δηλαδή έμπρακτα έδειξε ότι έχει ένα ποσοστό ταπείνωσης, γιατί κανείς χωρίς ταπείνωση δεν ρωτάει τους πρεσβυτέρους και τους άλλους πνευματικούς και πιο έμπειρους. Και δεν ρωτάει, γιατί εκείνος «όλα τα ξέρει» και δεν έχει επομένως ανάγκη από καθοδήγηση. Ο καλός όμως γέροντας με το ψαθί είχε ταπεινή καρδιά. Κι ο μέγιστος Αμμωνάς τού έδωσε την κατεύθυνση της πνευματικότερης οδού της χριστιανική πίστεως: την τελωνική κραγυγή «ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» ή αλλιώς «τό ἔχειν ἑαυτόν ὑποκάτω πάσης τῆς κτίσεως». Της οδού που οδηγεί τον άνθρωπο με κάθετο τρόπο στα ύψη του Ουρανού.    

Η ΕΓΝΟΙΑ ΚΑΙ Η ΞΑΓΡΥΠΝΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

«Ἐντολαῖς τοῦ Δεσπότου ἐπαγρυπνῶν, ἐφ’ ὁμοίοις τε τρόποις παῖδας τούς σούς ρυθμίζων, μακάριε Ξενοφῶν, καί τήν σύζυγον, σύν αὐτοῖς τά ἄνω κληροῦσαι βασίλεια, πειρασμῶν παντοίων λιπών τό κλυδώνιον˙ ὅθεν εὐφημοῦμεν εὐσεβῶς ὑμᾶς πάντας καί πόθῳ γεραίρομεν καί πιστῶς ἀνακράζομεν˙ Θεοφόροι πανόλβιοι, πρεσβεύσατε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ τήν ἁγίαν μνήμην ὑμῶν» (κάθισμα όρθρου).

(Ξαγρυπνώντας στις εντολές του Δεσπότου Χριστού και ρυθμίζοντας τα παιδιά σου και τη σύζυγό σου στον ίδιο τρόπο ζωής, μακάριε Ξενοφών, μαζί μ’ αυτούς απέκτησες κλήρο στη Βασιλεία του Θεού, αφού άφησες πίσω σου τα κύματα των διαφόρων πειρασμών. Γι’ αυτό και σας υμνολογούμε ευσεβώς όλους σας και σας δοξολογούμε με πόθο και με πίστη φωνάζουμε δυνατά: Θεοφόροι μακάριοι, πρεσβεύσατε στον Χριστό τον Θεό μας, να δωρίσει σ’ εμάς που εορτάζουμε με πόθο την αγία μνήμη σας την άφεση των αμαρτιών μας).

Πλούσιος με μεγάλη περιουσία ο όσιος Ξενοφών ζούσε με πίστη στον Θεό μαζί με την οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη. Κι είναι από τους ανθρώπους που έδειξαν ότι ναι μεν είναι πολύ δύσκολη η είσοδος στη Βασιλεία του Θεού όταν κανείς έχει μεγάλη περιουσία, κατά τον λόγο του Κυρίου: «πόσο δύσκολα οι πλούσιοι θα εισέλθουν στη Βασιλεία του Θεού. Πιο εύκολο είναι ένα καραβόσχοινο να περάσει από την τρύπα μιας βελόνας, παρά ένας πλούσιος να μπει στη Βασιλεία του Θεού», δεν είναι όμως τούτο τελικώς ακατόρθωτο. Διότι το θέμα δεν είναι το έχειν και το βιος του ανθρώπου, αλλά ο τρόπος που το διαχειρίζεται. Κι ο όσιός μας διαχειρίστηκε την περιουσία του κατά τρόπο όντως θεάρεστο: κάλυπτε βεβαίως τις ανάγκες της οικογενείας του, αλλά παράλληλα με πόθο καρδιάς κάλυπτε και τις ανάγκες των φτωχών συνανθρώπων του, όπως και εκείνων που έβλεπε πλούσια τη χάρη του Θεού σ’ αυτούς: των πτωχών καλογέρων που έφθαναν στην Κωνσταντινούπολη. Ο κάθε καλόγερος έβρισκε κατάλυμα στη φιλόξενη κατοικία του, όπως και ο οποιοσδήποτε αναγκεμένος, δείχνοντας έτσι ο Ξενοφών ότι βρίσκεται στον κόσμο ως ένας δεύτερος Αβραάμ.

Κι ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης μάς επισημαίνει με τον πιο καθαρό τρόπο τι συνιστούσε αγία βιοτή του Ξενοφώντα και κατ’ επέκταση και όλης της οικογενείας του: ο αγώνας του να βρίσκεται πάνω στις εντολές του Κυρίου Ιησού Χριστού. Κι είναι σημαντική η παρατήρηση του υμνογράφου: όχι απλώς είχε την έγνοια να πορεύεται κατά τις εντολές, αλλά ξαγρυπνούσε πάνω σ’ αυτές, που σημαίνει ότι αυτή ήταν η προτεραιότητά του νυχθημερόν. Ξεκινώντας η ημέρα του αλλά και κλείνοντας το βράδυ του ο νους του ήταν προσκολλημένος στον λόγο του Κυρίου, ώστε να τον κάνει πράξη. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές φορές ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος το εξαγγέλλει: «η πράξη είναι το σκαλοπάτι για τη θεωρία», δηλαδή στην κίνηση του ανθρώπου να εφαρμόζει τον λόγο του Θεού ανοίγονται τα μάτια του για να θεάται, να βλέπει την παρουσία Εκείνου στη ζωή του.

Κι ο υμνογράφος προσθέτει: στον τρόπο της ζωής αυτής προσπαθούσε να συντονίσει, να ρυθμίσει και τη σύζυγό του και τα παιδιά του. Όχι ασφαλώς με τρόπο «στανικό», με το ζόρι. Γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε αυτόματα ότι ξεφεύγει και ο ίδιος από τις εντολές του Κυρίου που επιτάσσουν την ταπείνωση και την αγάπη – η ταπείνωση και η αγάπη τοποθετούν τον άνθρωπο με απόλυτο σεβασμό έναντι του όποιου συνανθρώπου του, ιδίως δε των οικείων και συγγενών του. Αλλά με το παράδειγμά του, χωρίς πολλά ή περιττά λόγια. Φανταζόμαστε τον δίκαιο Ξενοφώντα να ομιλεί με τη σύζυγό του γεμάτος ευγένεια, να παίζει με τα παιδιά του και να τα διαπαιδαγωγεί γεμάτος υπομονή και χιούμορ, να υπηρετεί μαζί τους τους φτωχούς και τους δυσκολεμένους αδελφούς. Γι’ αυτό και γνωρίζουμε ότι λειτουργούσε για την οικογένεια ως μαγνήτης – ήταν το «κεφάλι» που όλοι ήταν στραμμένοι προς αυτό. Γιατί; Διότι έβλεπαν ό,τι πιο καλό και ευχάριστο, όπως όταν βλέπει κανείς τον ίδιο Χριστό παρόντα στη ζωή του. Έτσι δεν γίνεται «αρχηγός» ο πατέρας στην οικογένεια; Αυτή δεν είναι και η ερμηνεία της «κεφαλής» για τη γυναίκα του άνδρα, κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου; Όπως κεφαλή για το σώμα Του την Εκκλησία είναι ο ίδιος ο Κύριος: με τη θυσιαστική αγάπη Του απέναντι σ’ αυτήν!

Ο όσιος Ξενοφών είναι το άμεσο παράδειγμα για το πώς λειτουργεί η χριστιανική οικογένεια και τι σημαίνει «κατ’ οίκον Εκκλησία». Μας δείχνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τι ήθελε να πει και στις ημέρες μας ο άγιος μέγας Πορφύριος, όταν διαρκώς επεσήμαινε ότι τα προβλήματα των παιδιών στην οικογένεια και στην κοινωνία μας είναι κυρίως προβλήματα των γονέων. Γονιός, έλεγε, που έχει ως προτεραιότητα τον αγιασμό του είναι αυτός που θα έχει και μία ευλογημένη οικογένεια, που τα παιδιά του – ακόμη κι αν αποκλίνουν κάποια στιγμή – θα μεγαλώσουν χωρίς ψυχολογικά προβλήματα και πάντα θα έχουν μπροστά στα μάτια τους ως πολικό αστέρι τον Κύριο!

Ο ΟΣΙΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΙΑ ΑΥΤΟΥ

«Ο όσιος Ξενοφών ζούσε στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας μεγάλη υλική περιουσία, αλλά και μεγάλη κατά Θεόν ευσέβεια. Απέστειλε λοιπόν τους δύο υιούς του στην πόλη της Βηρυτού, μία από τις πόλεις της Φοινίκης, για να μελετήσουν και να μάθουν νομικά. Επειδή όμως το πλοίο που τους μετέφερε ναυάγησε, βγήκε αυτός μαζί με τη γυναίκα του σε αναζήτησή τους. Πράγματι βρήκε τα παιδιά του στα Ιεροσόλυμα, αλλά τα βρήκε ντυμένα το μοναχικό σχήμα, οπότε παρακινήθηκε και ο ίδιος με τη γυναίκα του να ακολουθήσουν και αυτοί τον μοναχικό βίο. Και τόσο πολύ πρόκοψαν στην αρετή, ο Ξενοφών, η γυναίκα του και τα παιδιά του, ώστε να αξιωθούν να κάνουν και θαύματα. Ευαρέστησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους τον Θεό και εξεδήμησαν προς Αυτόν».

Μόλις χθες, εξ αφορμής της μνήμης του Μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας, αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, αναφερθήκαμε στη φράση του, που συνιστά αξίωμα της χριστιανικής ζωής: «πράξίς εστιν θεωρίας επίβασις», η πράξη, η άσκηση δηλαδή πάνω στις εντολές του Χριστού, οδηγεί στη θεωρία ως θέα του Θεού και μετοχή σ’ Αυτόν. Αυτό ακριβώς βλέπουμε να εφαρμόζεται κατά απόλυτο τρόπο, θα λέγαμε, στους σημερινούς αγίους, τον όσιο Ξενοφώντα, τη γυναίκα του Μαρία και τα παιδιά τους Αρκάδιο και Ιωάννη. Αγωνίστηκαν να τηρήσουν τις εντολές του Κυρίου, γι’ αυτό και κέρδισαν τη Βασιλεία του Θεού – μία αλήθεια που τονίζει πολλές φορές η Εκκλησία μας σήμερα, διά γραφίδος του αγίου υμνογράφου Θεοφάνη. «Εν τη οδώ των εντολών σου βαδίζων θερμώς ο σος ικέτης, Δέσποτα, μονάς κατέλαβε καταλλήλους πόθω ζωής της αιωνίου επιλαβόμενος» (Βαδίζοντας με ζήλο την οδό των εντολών σου ο δούλος σου, Δέσποτα, κατάκτησε τις μονές εκείνες που υποσχέθηκες, επειδή αγωνίστηκε με πόθο για την αιώνια ζωή). «Εντολαίς του Δεσπότου επαγρυπνών, μακάριε Ξενοφών» (Αγρυπνούσες στις εντολές του Κυρίου, μακάριε Ξενοφών). Κι αυτός ο αγώνας του ήταν εκείνος που τον έκανε (όπως βεβαίως και την οικογένειά του) να τιμηθεί με τις πιο λαμπρές αξίες που οδηγούν από την πράξη στη θεωρία. «Φανοτάταις αξίαις τετιμημένος, φωτοφόρω διέπρεψας πολιτεία∙ την πράξιν γαρ επίβασιν θεωρίας ανέδειξας» (Τιμημένος με τις πιο λαμπρές αξίες, διέπρεψες στον γεμάτο φως τρόπο ζωής σου. Διότι την πράξη την ανέδειξες σε σκαλοπάτι για τη θεωρία).

Πρέπει βεβαίως να σημειώσουμε με έμφαση ότι η όδευση, η πορεία του πιστού πάνω στις εντολές του Χριστού, συνιστά, όπως αναφέραμε,  αξίωμα της χριστιανικής ζωής, διότι ακριβώς πρόκειται περί εντολών του Χριστού, του ίδιου του Θεού δηλαδή. Δεν ανήκει στην επιλογή ενός χριστιανού να τηρήσει ή όχι τις εντολές Εκείνου επομένως, εφόσον θέλει να είναι χριστιανός. Είναι ο μονόδρομος της ζωής του, που τον κάνει πράγματι να είναι αληθινά μαζί με τον Χριστό. Ο Ίδιος ήταν απολύτως σαφής: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε». «Ο μη αγαπών με του λόγους μου ου τηρεί». Και οι εντολές Του, όλοι γνωρίζουμε, συγκεφαλαιώνονται σ’ αυτό που διασώζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Αύτη εστίν η εντολή Αυτού, ίνα πιστεύσωμεν τω ονόματι του Υιού Αυτού και αγαπώμεν αλλήλους». Η πίστη και η αγάπη, ο δρόμος του χριστιανού, ο δρόμος της αγιότητας. Κι  αυτό μας θυμίζει για τον όσιο Ξενοφώντα και τη συνοδεία του ο άγιος υμνογράφος - πορεύτηκαν πάνω στην πίστη και την αγάπη, που φανερωνόταν κυρίως με την ελεημοσύνη τους. «Λάμπων αξιώμασι ψυχής, ελεημοσύνη και πίστει σαυτόν ελάμπρυνας» (Λάμποντας, λάμπρυνες τον εαυτό σου από τα αξιώματα της ψυχής, την ελεημοσύνη και την πίστη). Η φράση «αξιώμασι ψυχής» δεν πρέπει να παρέλθει ασχολίαστη. Ο υμνογράφος εδώ μας αποκαλύπτει ότι τηρώντας κανείς την πίστη και την ελεημοσύνη, δηλαδή την αγάπη, αποκτά αξιώματα, γίνεται αξιωματούχος. Η πίστη και η ελεημοσύνη είναι  τα πραγματικά αξιώματα του ανθρώπου. Όχι αυτά που θαυμάζουν οι πολλοί, τα επίγεια και κοσμικά αξιώματα, αλλά τα ψυχικά και πνευματικά, συνεπώς αυτά που μπορεί να αποκτήσει ο οποιοσδήποτε, αρκεί να θελήσει και να προσπαθήσει.

Ο άγιος Θεοφάνης όμως διατυπώνει και κάτι σ’ αυτό που γράφει για την τήρηση των εντολών του Χριστού από τον όσιο Ξενοφώντα, το οποίο είναι εξόχως ενδιαφέρον και επίκαιρο για κάθε εποχή, κυρίως όμως την δική μας. «Εντολαίς του Δεσπότου επαγρυπνών, εφ’ ομοίοις τε τρόποις παίδας τους σους ρυθμίζων, μακάριε Ξενοφών» (Ξαγρυπνούσες στις εντολές του Κυρίου, όπως και ρύθμιζες στους όμοιους με σένα τρόπους τα παιδιά σου, μακάριε Ξενοφών). Ο άγιος δηλαδή ένιωθε την ευθύνη του και ως γονιός. Δεν έλεγε ότι  αγωνίζεται μόνον για τον εαυτό του ή, ακόμη χειρότερα, δεν πίστευε ότι η ευθύνη του εξαντλείται στο να καλύψει τις σωματικές, βιοτικές και μορφωτικές  ανάγκες των παιδιών του. Χωρίς να υποβαθμίζει και αυτήν την προσφορά του – είδαμε και στο συναξάρι ότι έστειλε τα παιδιά του στη Βηρυτό για να σπουδάσουν νομικά – η έγνοια και η πρώτιστη φροντίδα του ήταν η ρύθμιση των παιδιών του στις εντολές του Κυρίου: να πιστεύουν σωστά στον Θεό και να αγαπούν τον συνάνθρωπό τους. Πώς όμως; Όχι τόσο με τα λόγια, όσο με το προσωπικό του παράδειγμα. «Επαγρυπνώντας ο ίδιος στις εντολές». Γιατί είναι γνωστό: λόγια χωρίς παράδειγμα είναι λόγια κενά, άσαρκα και ανούσια.  Είναι μία υποκρισία, που το μόνο που καρποφορούν είναι η αντίδραση και η ανυπακοή.

Κι ακόμη. Φαίνεται το ορθόδοξο φρόνημα του οσίου Ξενοφώντα απαρχής της ζωής του, από τη διάθεσή του να υπηρετεί τους πάντες και να καλύπτει τις ανάγκες τους, εφόσον είχε τα μέσα για κάτι τέτοιο, κυρίως όμως τους μοναχούς, οι οποίοι αποδεικνύονταν φτωχοί. Το σημειώνει ο υμνογράφος: «Ως πάντων οικονόμος προβεβλημένος, την πάντων επιμέλειαν ανεδείξω, τοις χρήζουσι τον πλούτον σου διανέμων, υποδεχόμενος, φιλοφρονούμενος  Μοναζόντων τάγματα, πάτερ όσιε» (Ως γνωστός σε όλους οικονόμος των πάντων, ανέλαβες τη φροντίδα όλων, μοιράζοντας τον πλούτο σου σ’ αυτούς που είχαν ανάγκη, υποδεχόμενος και περιποιούμενος τα τάγματα των μοναχών, πάτερ όσιε). Και λέμε ότι στη στάση του απέναντι στους μοναχούς φαινόταν το ορθόδοξο φρόνημά του, διότι στην Εκκλησία μας ένα από τα κριτήρια ορθοδοξίας που έχουμε είναι και το πώς στέκεται κανείς απέναντι  στον μοναχισμό. Αν κανείς δεν δει τον μοναχισμό, την πλήρη δηλαδή αφιέρωση στον Θεό με τις αρετές της υπακοής, της παρθενίας και της ακτημοσύνης, ως τον δρόμο που έχει ευλογηθεί κατεξοχήν από τον Θεό, αφού εκεί δίνονται πολλές προκλήσεις αγιασμού των ανθρώπων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σωστός ορθόδοξος. Η Εκκλησία μας πάντοτε δύο δρόμους πρόβαλε – υπάρχουν πάντοτε και οι εξαιρέσεις - για την πορεία του πιστού: τον τίμιο γάμο και την ευλογημένη αφιέρωση στον Θεό διά της μοναχικής ζωής. Κι εννοείται βεβαίως ότι μιλάμε για τον αληθινό μοναχισμό, όπως όταν μιλάμε για τον γάμο, εννοούμε τον τίμιο γάμο που και αυτός ορθά βιούμενος εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Ο ΠΟΙΜΕΝΙΚΟΣ ΑΥΛΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΣΟΥ…

Η σημερινή εορτή δίνει την ευκαιρία να σχολιάσουμε δι’ ολίγων τη θεολογική προσφορά του μεγάλου Πατέρα και οικουμενικού Διδασκάλου της Εκκλησίας, αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος με τη ζωή και τη διδασκαλία του βοήθησε στη συνειδητοποίηση του ποιο είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Άγιον Πνεύμα. Ιδιαιτέρως μας καθοδηγεί το απολυτίκιο του αγίου. «Ο ποιμενικός αυλός της θεολογίας σου τας των ρητόρων ενίκησε σάλπιγγας. Ως γαρ τα βάθη του Πνεύματος εκζητήσαντι, και τα κάλλη του φθέγματος προσετέθη σοι. Αλλά  πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, πάτερ Γρηγόριε, σωθήναι τας ψυχάς ημών» (Ο ποιμενικός αυλός της θεολογίας σου νίκησε τις σάλπιγγες των ρητόρων. Διότι καθώς εκζήτησες τα βάθη του αγίου Πνεύματος, σου προστέθηκε από τον Θεό και η ομορφιά του λόγου. Αλλά πρέσβευε στον Χριστό τον Θεό, πάτερ Γρηγόριε, να σωθούν οι ψυχές μας).

 1. (α) «Ο ποιμενικός αυλός της θεολογίας σου τας των ρητόρων ενίκησε σάλπιγγας». Ποιοι ήταν αυτοί οι ρήτορες που σάλπιζαν κατά της πίστεως της Εκκλησίας την εποχή του αγίου Γρηγορίου; Ήταν οι λεγόμενοι Πνευματομάχοι, εκείνοι δηλαδή που αρνούνταν τη θεότητα του αγίου Πνεύματος, μετά μάλιστα τη διατράνωση της πίστεως της Εκκλησίας περί του Ιησού Χριστού ως ομοουσίου του Πατρός. Και οι αιρετικοί αυτοί διαβαθμίζονταν ανάλογα με την ένταση της αμφισβήτησής τους. «Δεν είναι το άγιον Πνεύμα Θεός, έλεγαν, αλλά μία δύναμη του Θεού».

(β) Και μιλάει για σάλπιγγες των ρητόρων και για ρήτορες, γιατί φώναζαν  και δημιουργούσαν πολλά προβλήματα στην πίστη, ενώ χρησιμοποιούσαν ως επιχειρήματα τα λόγια όχι του Ευαγγελίου, μα των κοσμικών ρητόρων με τα τεχνάσματα της ανθρώπινης λογικής.

2. Αλλά ο Θεός διάλεξε την εποχή εκείνη τον άγιο Γρηγόριο προκειμένου να αντιπαρατάξει στη τεχνολογία των αιρετικών Πνευματομάχων τη θεολογία της Εκκλησίας Του. Διότι ο μέγας Πατήρ θεολογούσε και δεν τεχνολογούσε, που σημαίνει πως αφενός ό,τι έλεγε ήταν ο λόγος του Θεού και όχι ο σκοτεινιασμένος τεχνικός ανθρώπινος λόγος, αφετέρου, ακριβώς γι’ αυτό, μιλούσε στην καρδιά του λογικού ποιμνίου του, δημιουργώντας συνθήκες ηρεμίας και μετανοίας, όπως και ο βοσκός με τον αυλό του γλυκαίνει τις ακοές των προβάτων του, τα οποία γνωρίζουν ποιος είναι ο ποιμένας τους. Και τι είπε ο άγιος Πατέρας; Εκφράζοντας τη ζωή της Εκκλησίας μαρτύρησε την αλήθεια ότι το Άγιον Πνεύμα δεν είναι μία δύναμη απλώς του Θεού, αλλά το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Ίδιο Θεός με τα άλλα πρόσωπα του Πατρός και του Υιού, το Οποίο εκπορεύεται, κατά την αποκάλυψη του Κυρίου, από τον Θεό Πατέρα και στέλλεται στον κόσμο από τον Υιό φανερώνοντας Αυτόν στις καρδιές των ανθρώπων.

 Το επιχείρημα του ιερού Πατρός ήταν ατράνταχτο: αν το Άγιον Πνεύμα δεν είναι Θεός, τότε πώς μπορεί να μας φανερώνει τον Θεό και να μας κάνει κι εμάς Θεούς κατά χάριν; Κανείς δεν μπορεί να προσφέρει αυτό που δεν έχει. Το Άγιον Πνεύμα μάς αποκαλύπτει τον Θεό, γιατί ακριβώς είναι το Ίδιο Θεός. Λοιπόν κατέληγε λίγο προκλητικά ο άγιος με τον φωτισμό του Θεού: αν δεν είναι Θεός το Πνεύμα, ας πάει πρώτα να θεωθεί κι έπειτα ας θεώσει κι εμάς! Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε ότι τα πάντα στην Εκκλησία: η πίστη, η αγάπη, τα μυστήρια, η πνευματική ζωή, υφίστανται και υπάρχουν με την ενέργεια του Αγίου αυτού Πνεύματος. Αν ο Χριστός έτσι αποτελεί την κεφαλή της Εκκλησίας, το Άγιον Πνεύμα συνιστά την ψυχή της. Και πράγματι η Εκκλησία μας διά της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (381) επικύρωσε τη θεολογία αυτή του αγίου Γρηγορίου, με αποτέλεσμα να συμπληρώσει το Σύμβολο της Πίστεως της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας (325).

3. Το απολυτίκιο όμως μας εξηγεί το πώς ο άγιος Γρηγόριος έγινε «σκεύος εκλογής» του Θεού και μάλιστα χαρακτηρίσθηκε ως ο δεύτερος θεολόγος της Εκκλησίας μετά τον πρώτο, τον άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή. «Ως γαρ τα βάθη του Πνεύματος εκζητήσαντι, και τα κάλλη του φθέγματος προσετέθη σοι». Ζήτησες τα βάθη του Πνεύματος και σου προστέθηκαν και τα κάλλη του λόγου.

(α) Εκζήτησε λοιπόν τα βάθη του Αγίου Πνεύματος ο άγιος. Σκοπός του δηλαδή ήταν η γνώση του Θεού, με την έννοια της σχέσεως και της εμπειρίας του Θεού. Και η εμπειρία αυτή αποκτάται με το ίδιο το Άγιον Πνεύμα. Ζήτησε να αποκτήσει το Πνεύμα του Θεού, γι’ αυτό αφιερώθηκε στον Θεό, («δει σχολάσαι και γνώναι Θεόν»: πρέπει να αφιερωθεί κανείς στον Θεό για να γνωρίσει τον Θεό, είναι μία δική του φράση), καθαρίζοντας τον εαυτό του από κάθε τι αμαρτωλό. Κι αυτό γιατί ο καθαρός και άγιος Θεός μόνο στον καθαρό και άγιο άνθρωπο μπορεί να αποκαλύπτεται. Όπως διαρκώς το επισημαίνουν οι προσευχές της Θ. Λειτουργίας: Ο Θεός είναι ο άγιος που επαναπαύεται στις καρδιές των αγίων («ο εν αγίοις αναπαυόμενος»).

(β) Και την εμπειρία του Πνεύματος του Θεού που απέκτησε μπόρεσε να την κάνει λόγο και να τη διατυπώσει, γιατί του χαρίστηκε το κάλλος του λόγου, επειδή προφανώς ο νους του είχε την ανάλογη δεκτικότητα. Και το λέμε αυτό, γιατί πολλοί άγιοι απέκτησαν εμπειρία του Θεού, αλλά δεν είχαν όλοι το χάρισμα της σοφίας ως δυνατότητας εκφράσεως της εμπειρίας τους από τη γνώση του Θεού.

 Είμαστε ευγνώμονες στον άγιο Γρηγόριο, ο οποίος μάς βοήθησε στη σχέση μας με τον Θεό. Αλλά ασφαλώς απείρως περισσότερο είμαστε ευγνώμονες στον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος χαρίτωσε κι αυτόν τον άγιό Του για την προσφορά του αυτή. Κι είναι σαν να μας φωνάζει και σήμερα ο άγιος: σκοπός της ζωής δεν είναι απλώς να είμαστε καλοί άνθρωποι ή να περάσουμε ανώδυνα τα όποια χρόνια της εδώ ζωής μας. Σκοπός μας είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή η ορθή εκκλησιοποίησή μας, με την έννοια ασφαλώς της ενεργοποίησης στην καθημερινότητά μας της ήδη δοσμένης σε εμάς διά του αγίου βαπτίσματος χάρης του Θεού. Ό,τι με άλλα λόγια μάς έχει δοθεί εν σπέρματι: το Πνεύμα του Θεού, αυτό και να το καλλιεργήσουμε και να το αυξήσουμε, «άχρις ου μορφωθή Χριστός εν ημίν».

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

«Ο μέγας Γρηγόριος ο Θεολόγος έζησε επί της βασιλείας του Ουάλεντα. Πατρίδα του επίγεια μεν ήταν η δεύτερη των Καππαδοκών, η Ναζιανζός, (γεννήθηκε περί το 329/30), ουράνια δε, η άνω Ιερουσαλήμ. Γονείς του, ευγενείς και δίκαιοι, ήταν ο Γρηγόριος και η Νόννα. Ο πατέρας του ανήκε για πολύ στην ιουδαιο-ειδωλολατρική αίρεση των Υψισταρίων, την οποία εγκατέλειψε με την επιμονή και τις προσευχές της ευσεβεστάτης γυναίκας του, έγινε μάλιστα και επίσκοπος της πόλεως της Ναζιανζού. Όταν ο υιός Γρηγόριος μεγάλωσε και έλαβε μόρφωση και παιδεία, όπως κανείς άλλος (ως γνωστόν σπούδασε στην Ναζιανζό, στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου γνωρίστηκε με τον άγιο Βασίλειο, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και τέλος στην Αθήνα, όπου και δίδαξε  ρητορική) έγινε εξηγητής και διδάσκαλος της ζωής των περί αυτόν. Μεταξύ τούτων τιμά τον Μέγα Βασίλειο, τον πατέρα του Γρηγόριο, τον αδελφό του Καισάριο και την αδελφή του Γοργονία, με επιτάφιους λόγους. Γι’ αυτό και όσοι έγραψαν για τον ίδιο όχι από αλλού, αλλά από τους λόγους του πήραν τις αφορμές για όσα είπαν. Αυτό λοιπόν είναι ανάγκη μόνο να πούμε, ότι εάν έπρεπε να κατασκευαστεί μία εικόνα και στήλη στους ανθρώπους, η οποία να αποτελείται κατά μέρος από όλες τις αρετές, αυτό ήταν ο μέγας Γρηγόριος. Διότι αφού ξεπέρασε όλους τους εναρέτους ανθρώπους με τη λαμπρότητα της ζωής του, τόσο πολύ προχώρησε στη θεωρία, ώστε όλοι να ηττώνται από τη σοφία του, την αποτυπωμένη και στους λόγους και στα δόγματα. Γι’ αυτό και απέκτησε την επωνυμία «Θεολόγος». Έγινε μάλιστα και προεστώς της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως για δώδεκα έτη, μέχρι τη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο (381). Ήταν δε κατά τον τύπο του σώματος, μέτριος στο ύψος, λίγο ωχρός και ευχάριστος στην όψη, με πλατιά μύτη και σε ευθεία γραμμή τα φρύδια. Ο ένας από τους δύο οφθαλμούς, ο δεξιός, ήταν πιο αυστηρός, από μία ουλή στα βλέφαρα. Τα γένια του δεν ήταν πολύ μακριά, αλλά αρκετά πυκνά, ήταν φαλακρός, λευκότριχος, με τα άκρα της γενειάδας όμως γκριζωπά. Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία και στο Μαρτύριο της Αγίας Αναστασίας στα έμβολα του Δομνίκου, και στην Εκκλησία των Μεγάλων Αποστόλων, όπου ο φιλόχριστος και πανευσεβής βασιλιάς μας Κωνσταντίνος ο πορφυρογέννητος, αφού έφερε το τίμιο λείψανό του από τη Ναζιανζό της Καππαδοκίας, το κατέθεσε εκεί».

Και οι δύο υμνογράφοι του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο άγιος Θεοφάνης και ο άγιος Κοσμάς ο Μαϊουμά, κυριολεκτικά δεν φείδονται επαίνων και εγκωμίων, προκειμένου να τονίσουν την υψηλότατη κορυφή της θεολογίας, τον άγιο Γρηγόριο. Δεν είναι μόνο ότι τον χαρακτηρίζουν, εκφράζοντας τη συνολική θέση της Εκκλησίας μας, ως «Πατέρα Πατέρων και Ποιμένα Ποιμένων και δόξαν Πιστών και φωστήρα Ιερέων και οικουμένης το κλέος», αλλά ακόμη, επιμένοντας στη θεολογική συμβολή του, τον  ονομάζουν «Θεολόγον τον δεύτερον και μύστην της θείας ελλάμψεως», «τον δεύτερον Επιστήθιον, τον του Λόγου αυτόπτην, τοις δόγμασι γενόμενον» (αυτόν που έγινε με τα δόγματά του δεύτερος επιστήθιος φίλος του Χριστού, σαν τον Ιωάννη τον αυτόπτη του Λόγου),  «Τριαδικόν Θεολόγον», «Θεολογίας Θεολόγον» (ωδή γ΄) – είναι ο δεύτερος μετά τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο συνεπώς που τιμήθηκε από την Εκκλησία με τον τίτλο του Θεολόγου.  Ο άγιος Γρηγόριος υπήρξε πράγματι, μοναδικός αυτός, ο Θεολόγος της ίδιας της Θεολογίας. Κατά τον μακαριστό καθηγητή της Πατρολογίας Σ. Παπαδόπουλο «ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Ναζιανζηνός, είναι ο επιφανέστερος, ο «άριστος» θεολόγος της Εκκλησίας μετά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Το θεολογικό του βάθος και η έντονη ποιητικότητα στο έργο του τον ύψωσαν σε πρότυπο μοναδικού κάλλους και λάμψεως». Γι’ αυτό για την Εκκλησία μας ο άγιος Γρηγόριος τελικώς είναι το δώρο του Θεού σ’ αυτήν την ίδια: «Ο άναρχος Θεός Λόγος, μακάριε, σε χαρίζει σαν δώρο στην Εκκλησία, σαν σε Μητέρα, αφού χαρίτωσε τον νου σου με λόγο και σοφία».

Παραξενεύει το γεγονός ότι και οι δύο υμνογράφοι στους κανόνες τους για τον άγιο Γρηγόριο δεν κάνουν καθόλου μνεία της σχέσεώς του για παράδειγμα με τον άλλο μεγάλο φωστήρα της Εκκλησίας, τον άγιο Βασίλειο, (πλην μίας «απόμακρης» αναφοράς στο θεοτοκίο των εξαποστειλαρίων) - σε άλλη περίπτωση αυτό θα προβαλλόταν ως καίριο στοιχείο της μεγαλωσύνης ενός αγίου. Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι έχουν μείνει έκθαμβοι μπρος στη θεολογική δεινότητα του αγίου Γρηγορίου, τον ιδιαίτερο φωτισμό που δέχτηκε από τον Θεό, ώστε ως θεόπτης να μπορεί να εκφράσει και την εμπειρία της θέας και της αλήθειας του Θεού. Είναι ίσως μία έμμεση αναφορά τους ότι εκείνος που είναι τόσο φίλος με τον ίδιο τον Κύριο, που διείσδυσε τόσο πολύ στα της Τριαδικής Θεότητος, δεν έχει ανάγκη άλλων «εξωτερικών» βοηθημάτων, για να κατανοηθεί η μεγαλωσύνη του. «Μπόρεσες και χώρεσες μέσα σου τους θείους φωτισμούς, γι’ αυτό και μας φώτισες έντονα, Γρηγόριε, ώστε να σεβόμαστε τον ένα Θεό σε τρία πρόσωπα». Η είσδυση του αγίου μέσα στο φως της τρισηλίου θεότητος, ώστε με τη λάμψη αυτής να φωτίζει και τους πιστούς, γίνεται αγαπημένο κεντρικό θέμα των ύμνων των κανόνων. Κι αυτό όχι τυχαία: ο ίδιος ο άγιος Γρηγόριος στον 28ο ιδιαιτέρως λόγο του μιλάει προσωπικά και εμπειρικά για ό,τι έπαθε: «Τι είναι αυτό που έπαθα, φίλοι και μύστες και συνεραστές της αλήθειας; Έτρεχα για να κατανοήσω τον Θεό και έτσι ανέβηκα στο όρος (την θεολογία) και πέρασα μέσα από τη νεφέλη και βρέθηκα μέσα…Όταν δε κοίταξα, μόλις και είδα τα οπίσθια του Θεού…και εκεί έσκυψα». Οι υμνογράφοι λοιπόν ακολουθώντας πιστά τα λόγια του ίδιου του αγίου επισημαίνουν την ίδια πραγματικότητα: «Ανέβηκες στο όρος της θεολογίας, οδηγούμενος στη μύηση των θείων, θεοφάντορ Γρηγόριε. Κι αφού μπήκες μέσα στο μυστήριο του φωτός του Θεού, δέχτηκες την θεοτύπωτη νομοθεσία, γραμμένη ως ομοούσια Τριάδα».

Ο άγιος Γρηγόριος είχε συνεπώς την αίσθηση ότι κινείται σαν τον Μωυσή στην Παλαιά Διαθήκη. Όπως εκείνος πήρε τον γραπτό Νόμο του Θεού, τις δέκα εντολές στο όρος Σινά, έτσι κι ο ίδιος, κατά νοερό τρόπο, εν Πνεύματι, γίνεται ένας νέος Μωυσής, που φωτίζεται σαν σε νέο Σινά, για να γνωρίσει την αλήθεια της ομοουσίου Τριάδος, και αυτήν την αλήθεια έπειτα και να εξαγγείλει. Ο ύμνος του αγίου Θεοφάνους στην ε΄ ωδή είναι σαφέστατος και επ’ αυτού: «Κατά τρόπο γνωστό πόθησες και συ, όπως παλιά ο Μωυσής, να δεις τον αιώνιο Θεό. Και αξιώθηκες να δεις τα «οπίσθια» αυτού, δηλαδή όχι την ουσία αλλά την ενέργειά Του, αφού είχες το κάλυμμα του Χριστού, που είναι η πέτρα, και μυήθηκες έτσι στο πέλαγος της θείας ουσίας, το οποίο φανερώνεται κατά τρόπο ακατάληπτο». Ο άγιος Γρηγόριος λοιπόν, δείχνοντας και την ουσία  της αληθινής θεολογίας, δηλαδή ότι πρόκειται περί εκφράσεως της αλήθειας του Θεού, την οποία όμως ζει εμπειρικά και θεοπτικά, ήταν μυημένος στα της Τριαδικής Θεότητος – «μύστης της τρισυποστάτου Μοναρχίας και Θεότητος της εν Τριάδι» - γι’ αυτό και δίδαξε «ίσον τον Λόγον και το άγιον Πνεύμα με τον Θεό Πατέρα, ως προς την αγαθότητα και τη βασιλική εξουσία, γνωρίζοντας ο άγιος ότι η ταυτότητα και η ένωση μεταξύ τους των θείων προσώπων είναι ουσιαστική και φυσική».

Ο τονισμός της ισότητας του αγίου Πνεύματος και του Υιού και Λόγου του Θεού με τον Θεό Πατέρα (κάτι που διατυπώθηκε επισήμως στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συμπλήρωσε με πέντε ακόμη άρθρα τα επτά πρώτα  του Συμβόλου της Πίστεως, εξ ου και Σύμβολο Νικαίας (από την Α΄ Σύνοδο) – Κωνσταντινουπόλεως (από την Β΄ Σύνοδο) ονομάζεται) δεν ήταν βεβαίως μία αυθαιρεσία του αγίου Γρηγορίου. Φωτίστηκε όπως είπαμε από τον ίδιο τον Θεό, διείσδυσε στα της Θεότητας εν Πνεύματι, ακολουθώντας την ίδια την Αγία Γραφή και τους προγενεστέρους Πατέρες της Εκκλησίας, γι’ αυτό και ο ίδιος λέει ότι «σκεπάστηκε από την πέτρα, δηλαδή τον Χριστό». Με άλλα λόγια ο άγιος Γρηγόριος προέκτεινε ό,τι η Εκκλησία μέχρι εκείνη την ώρα είχε διατυπώσει, με την έννοια ότι γνώρισε πιο βαθιά, με φωτισμό Θεού, αυτό που  η Εκκλησία είχε διατυπώσει μέχρι την εποχή του. Και το γεγονός ότι η Εκκλησία αποδέχτηκε Συνοδικά αυτό που εκείνος κατεξοχήν εξήγγελλε, απέδειξε την αλήθεια της θεοπτίας και εμπειρίας του. Μη ξεχνάμε ότι τελικό κριτήριο για ό,τι μπορεί να διατυπώσει ακόμη και ένας μεγάλος άγιος είναι η ίδια η Εκκλησία, όταν μάλιστα αυτή εκφράζεται διά του στόματός της, της Οικουμενικής Συνόδου.

Ο άγιος Γρηγόριος βεβαίως αναφέρεται και στις προϋποθέσεις της Θεολογίας. Θεολογεί για την θεολογία, λέγοντας ότι αυτή δεν είναι θέμα των αμυήτων και επιπολαίων. Απαιτεί «σχολάσαι και γνώναι Θεόν», να αφιερωθεί κανείς στον Θεό και να Τον γνωρίσει, προϋποθέτει δε η γνώση αυτή κάθαρση καρδιάς, για να υπάρξει ο φωτισμός. Κι αυτή η κάθαρση πραγματοποιείται στον βαθμό που ο πιστός τηρεί τις εντολές του Θεού. Είναι κλασικό μάλιστα το χωρίο του περί της θεολογίας και του αληθινού θεολόγου: «Θέλεις να γίνεις κάποτε θεολόγος και άξιος της θεότητας; Τας εντολάς φύλαττε, διά των προσταγμάτων όδευσον: φύλαγε τις εντολές του Θεού, περπάτα πάνω στα προστάγματα Εκείνου. Πράξις γαρ επίβασις θεωρίας: η πράξη είναι το σκαλοπάτι για τη θεωρία». Ότι οι άγιοι υμνογράφοι καταγράφουν και αυτήν την αλήθεια στους κανόνες τους για τον άγιο είναι περιττό και να πούμε. Ο άγιος Θεοφάνης επισημαίνει μεταξύ άλλων: «Κάνοντας τον νου σου ηγεμόνα, κυριάρχησες στα πάθη της σαρκός. Κι έτσι μπόρεσες και χώρεσες τους θείους φωτισμούς».

Μακρηγορούμε, αλλά δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε ότι ο άγιος μάς έμαθε και πώς να βλέπουμε και να μελετούμε και την αγία Γραφή: όχι ως ένα κοινό βιβλίο, όχι ως κείμενο που απαιτεί είτε τη μία μέθοδο προσέγγισης, την ιστορικογραμματική, είτε την άλλη, την αλληγορική. Ο άγιος φανερώνει: την αγία Γραφή την προσεγγίζουμε αγιοπνευματικά, δηλαδή με φωτισμό Θεού, κατά την αναλογία όπως είπαμε της καθάρσεως της καρδιάς. Τότε ξεπερνάμε το γράμμα, την επιφάνεια της Γραφής και οδηγούμαστε στο «απόθετον κάλλος», την κρυμμένη ομορφιά, εκεί που αποκαλύπτεται το ίδιο το Πνεύμα του Θεού. Κατά πώς το λέει και ο άγιος Κοσμάς ο ποιητής: «Ο το ευτελές ένδυμα του νομικού περιρρήξας γράμματος και το εν αυτώ θείον κάλλος και μυστικόν των θείων του Πνεύματος ημίν αναπτύξας Γραφών, παμμακάριστε Πάτερ, σε μεγαλύνομεν» (Συ, παμμακάριστε Πατέρα, που έσχισες το επιφανειακό ένδυμα του νομικού γράμματος, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ερμήνευαν την Γραφή οι Ιουδαίοι, και μας άνοιξες τη θεϊκή και μυστική ομορφιά των θείων Γραφών του Πνεύματος, που κρύβεται στο γράμμα της Γραφής, εσένα δοξάζουμε).