Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΘΕΟ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ



«Καμία κοινωνική τάξη δεν εμποδίζει τον άνθρωπο να πλησιάσει τον Θεό. Υπάρχει μάλιστα ακόμη και η εξής αντίθεση: εκείνοι που ικανοποιούνται με τη θέση τους ως άρχουσα τάξη στην κοινωνία είναι λιγότερο ικανοί να αγαπήσουν τον Θεό, παρά κάποιος δούλος που πάσχει» (όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ).

Ο όσιος Σωφρόνιος, Μέγας Πατήρ της εποχής μας που ορθοτομεί την αλήθεια με τον σα μαχαίρι κοφτερό λόγο του, έρχεται και για ακόμη μια φορά μάς υπενθυμίζει τρία κυρίως πράγματα:
Πρώτον, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι κλημένοι να πλησιάσουν τον Θεό, με την έννοια όχι απλώς να βρεθούν κοντά Του από πλευράς τοπικής – ο Θεός έτσι κι αλλιώς είναι «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών» - αλλά με την έννοια να ζουν μέσα σ’ Εκείνον και Εκείνος μέσα σ’ αυτούς («ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω και έσομαι αυτών Θεός και αυτοί έσονταί μοι λαός» ήδη κατά τον προφητικό λόγο). Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακριβώς επειδή ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου, είναι «Θεός κεκελευσμένος» κατά τον λόγο των αγίων Πατέρων μας, που θα πει του δόθηκε η εντολή να ζει μέσα στον κόσμο αυτόν (που είναι και πάλι του Θεού) ως ένας άλλος Θεός φέροντας μέσα του τον Δημιουργό του. Και μπορεί ως γνωστόν ο άνθρωπος να αρνήθηκε λόγω της πτώσης του στην αμαρτία τη μεγαλειώδη αυτήν κλήση του, όμως δεν έπαυσε αυτή να υφίσταται, έστω και χωρίς δυνατότητα υλοποίησής της, μέχρις ότου ο ίδιος ο Θεός μέσα στο πλαίσιο της άπειρης φιλανθρωπίας Του «έκλινεν ουρανούς και κατέβη» γενόμενος άνθρωπος για χάρη του ανθρώπου, προκειμένου να τον επαναφέρει όπου ήν το πρότερον και ακόμη περισσότερο. Ο άνθρωπος λοιπόν, μας υπενθυμίζει ο όσιος Γέροντας, έχει αυτήν την προοπτική: να ζει με τον Θεό σε επίπεδο «ταύτισης» μαζί Του, κι αυτό νοηματοδοτεί τον βίο του. Κι από την άποψη αυτή κάτι λιγότερο από το «όραμα» αυτό δεν «χορταίνει» τον άνθρωπο και τον αφήνει εσαεί πεινασμένο και διψασμένο. Ο άνθρωπος τα θέλει όλα, γιατί η καρδιά του είναι φτιαγμένη για την απειρία του Θεού.  
Δεύτερον, ότι η προσέγγιση του Θεού από τον άνθρωπο γίνεται μόνον στο επίπεδο της αγάπης. Ο άνθρωπος αγαπώντας τον Θεό πλησιάζει τον Θεό, με την έννοια της αλληλοπεριχώρησής τους – μένει μέσα σ’ Εκείνον και Εκείνος μέσα σ’ αυτόν -  που σημαίνει ότι αγαπά τον Θεό, γιατί Εκείνος πρώτος τον αγάπησε, δηλαδή η αγάπη του ανθρώπου προς τον Θεό αποτελεί ανταπόκρισή του προς την αγάπη του Θεού. «Ημείς αγαπώμεν ότι Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» κατά τον λόγο του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, γι’ αυτό και η γνώση του ανθρώπου για τον Θεό είναι πάντοτε καρπός αγάπης. Με άλλα λόγια χωρίς αγάπη προς τον Θεό ως αντίδωρο στο δώρο της αγάπης Εκείνου ο άνθρωπος δεν μπορεί να «μάθει» τίποτε για τον Δημιουργό του, ο Θεός θα παραμένει πάντοτε ένας ξένος προς αυτόν, έστω κι αν επιστρατεύει του «κόσμου» τις θεοσοφίες. Κι εννοείται έτσι ότι μιλάμε για υπαρκτική γνώση, για γνώση δηλαδή που περνάει μέσα από την εμπειρία του ανθρώπου και όχι για πληροφορίες γι’ Αυτόν, έστω και σωστές βασισμένες στον λόγο της Γραφής.
Κι είναι περιττό βεβαίως να τονίσουμε ότι πάντοτε η αγάπη προς τον Θεό που φέρνει τη γνώση μας για Εκείνον εκφράζεται ως χαρισματικός αγώνας για τήρηση των αγίων εντολών Του. Αυτό θα πει υπαρκτική γνώση ως εμπειρία του Θεού, αφού οι εντολές του Θεού δεν αφήνουν τον άνθρωπο σε ησυχία και αδιάκοπα τον κινητοποιούν σε «μετάθεση» νου και καρδιάς εκεί που είναι η ζωή του Ίδιου – ο Θεός περικλείεται μέσα στις εντολές Του. Όσο λοιπόν ο πιστός εκτείνεται εκεί που είναι η κλήση του Θεού, τόσο φανερώνει ότι αγαπά τον Θεό, τόσο επομένως αποκτά και γνώση του Θεού. Ο άγιος Ιωάννης πάλι είναι απόλυτος εκφράζοντας τη χάρη που ζει η αγία Εκκλησία: «Εν τούτω γινώσκομεν ότι εγνώκαμεν αυτόν, εάν τας εντολάς αυτού τηρώμεν. Ο λέγων, έγνωκα αυτόν, και τας εντολάς αυτού μη τηρών, ψεύστης εστί, και εν τούτω η αλήθεια ουκ έστιν». Ο άγιος Σωφρόνιος, καθ’ υπερβολήν θα έλεγε κανείς, τόνιζε διαρκώς την αλήθεια αυτή περί της αγάπης προς τον Χριστό διά της τηρήσεως των αγίων Του εντολών, όμως επέμενε γιατί θεωρούσε ότι αυτό συνιστά τον πυρήνα όλου του Ευαγγελίου.
Τρίτον, ότι ναι μεν οι πάντες είμαστε κλημένοι για άμεση και προσωπική σχέση με τον Θεό, βεβαίως η σχέση αυτή προϋποθέτει τον αγώνα της αγάπης, όμως η αγάπη αυτή έχει διαβαθμίσεις. Και το σημαντικότερο; Τις ανώτερες σκάλες αγάπης, επομένως και της γνώσης του Θεού και της χάρης που Εκείνος δίνει, δεν τις «κατακτούν» συνήθως οι άρχοντες της κοινωνίας, «η άρχουσα τάξη» όπως λέει, αλλά οι πιο ταπεινοί, οι πιο παραπεταμένοι, αυτοί που δεν τους δίνει κανείς ιδιαίτερη σημασία. Πρόκειται για την αλήθεια που εκφράζει ο απόστολος Παύλος ιδίως στην προς Α΄προς Κορινθίους επιστολή, όταν λέει ότι αυτοί που κυρίως έχουν κληθεί από τον Θεό δεν είναι οι σοφοί και προεστώτες του κόσμου, οι ευγενείς και οι δυνατοί, αλλά «τα μωρά του κόσμου και τα ασθενή». «Βλέπετε την κλήσιν υμών, αδελφοί, ότι ου πολλοί σοφοί κατά σάρα, ου πολλοί δυνατοί, ου πολλοί ευγενείς, αλλά τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη...». Κι αυτό «όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού» - μη καυχηθεί κανείς άνθρωπος ότι με τις δικές του δυνάμεις στάθηκε ενώπιον του Θεού! Ο άνθρωπος λόγω της αμαρτίας του το μόνο που μπορεί να καταφέρει είναι η... αμαρτία του – ό,τι δεν θέλει ο Θεός και Τον απομακρύνει από τον άνθρωπο.
Αλλά ο άγιος Σωφρόνιος προς άρση κάθε παρεξήγησης, μη τυχόν δηλαδή κάποιος πιστέψει ότι κάθε άρχοντας της γης είναι χαμένος ή από την άλλη κάθε «παρακατιανός» και δούλος είναι σωσμένος, συμπληρώνει: «εκείνοι που ικανοποιούνται με τη θέση τους ως άρχουσα τάξη» και «ο δούλος που πάσχει». Να λοιπόν η διάκριση του αγίου Πατρός: όχι απλώς επειδή κάποιος είναι άρχοντας του κόσμου τούτου, αλλά επειδή «ικανοποιείται με τη θέση του», δεν μπορεί να σταθεί στην αγάπη του Θεού, που θα πει ότι πίσω από τη θέση που κατέχει κρύβεται η αλαζονεία και η υπερηφάνεια -  ό,τι αποτελεί δαιμονική κυριολεκτικά κατάσταση. Κι αυτό είναι το πρόβλημα πολλών υψηλά ισταμένων: δεν βλέπουν τη θέση τους «διακονικά», όπως λέει ο Χριστός∙ «ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος και πάντων διάκονος», αλλά κυριαρχικά∙ να υποτάξουν τον άλλον που είναι εικόνα Θεού. Κι επίσης: όχι απλώς επειδή κάποιος είναι «δούλος», τουτέστιν δεν έχει «πρόσωπο» στην κοινωνία, εισπράττει αφειδώς τη χάρη του Θεού, αλλά όταν είναι «δούλος που πάσχει», δηλαδή πιστεύει στον Θεό και δεν αγανακτεί εναντίον Του, ούτε βεβαίως στρέφεται ενάντια στους υπολοίπους συνανθρώπους του «για την αδικία που ζει και δεν του αξίζει».