Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020

ΑΦΙΕΡΩΜΑ (5) ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ (Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)


«Ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι»
(Μάρκ. 9, 23)
α. Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας μάς μεταφέρει λίγο καιρό πρό του Πάθους του Κυρίου. Κατέβηκε ο Κύριος από το Θαβώρ όπου είχε μεταμορφωθεί ενώπιον των τριών μαθητών Του και  αντιμετώπισε μία τραγική κατάσταση: την αγωνία ενός ανήμπορου πατέρα που το παιδί του ήταν δαιμονισμένο, αλλά και την αδυναμία των μαθητών Του να προσφέρουν κάτι θετικό για τη θεραπεία του παιδιού. Κι εκείνο που μας προβληματίζει, πέραν των άλλων, είναι η απάντηση του Κυρίου στον πατέρα, όταν εκείνος τον προκάλεσε αν μπορεί να κάνει καλά το παιδί του: «Ο δε Ιησούς είπεν αυτώ το Ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». 
β. 1. Ο πατέρας του δαιμονισμένου παιδιού διαπιστώνει την αδυναμία του μπροστά στην ασθένεια του παιδιού του. Βλέπει ότι ανθρωπίνως δεν υπάρχει ίαση. Ασφαλώς είχε πάει το παιδί του στους ιατρούς και στους ιερείς της εποχής. Μα το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό. Και τότε καταφεύγει στον Χριστό, μετά μάλιστα την αδυναμία και των μαθητών Εκείνου. Αισθάνεται ότι Εκείνος μόνο μπορεί να έχει τη δύναμη που ο ίδιος, οι ιατροί, οι μαθητές δεν έχουν. Προφανώς η βαθειά του επιθυμία ήταν να μπορούσε αυτός ως πατέρας μπροστά στην τραγωδία του παιδιού του να ήταν παντοδύναμος. Να δώσει λύσει στο πρόβλημα του παιδιού του.
2. Η απάντηση του Κυρίου ήταν απρόσμενη. Του δίνει ο Κύριος να καταλάβει ότι η παντοδυναμία ναι μεν σχετίζεται με τον Θεό – ο Θεός είναι ο απόλυτα δυνατός – μα είναι και δυνατότητα του ανθρώπου. «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» τον βεβαιώνει. Κι ο λόγος είναι ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό όχι για να είναι ένα απλό ον μέσα στη Δημιουργία του Θεού, αλλά να είναι η κορωνίδα και ο βασιλέας αυτής. «Μικρός Θεός επί της γης». «Εν σαρκί περιπολών Θεός» κατά τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς.  Η αμαρτία όμως ως επανάσταση κατά του Δημιουργού χάλασε τον άνθρωπο. Η δύναμή του μεταβλήθηκε σε αδυναμία. Κι αυτό γιατί έχασε την επαφή με την πηγή της δυνάμεως, τον Θεό. Αποκομμένος ο άνθρωπος της πτώσεως από τον Θεό έγινε μικρός, φοβισμένος και υπό συνεχή απειλή. Η δίψα όμως για παντοδυναμία παρέμενε, παίρνοντας όμως λανθασμένους δρόμους. Κι οι λανθασμένοι αυτοί δρόμοι ήταν δύο ειδών: (1) ο δρόμος της σχέσης με τα πονηρά πνεύματα, τον διάβολο, (2) ο δρόμος της στήριξης σε επίγειες «δυνάμεις»: το χρήμα, τη μόρφωση, την εξουσία.
Η πράξη όμως και η εμπειρία απέδειξαν και αποδεικνύουν το ψευδές των δρόμων αυτών. Διότι η σχέση πρώτον με τον διάβολο αποδεικνύεται διαχρονικά ότι αποτελεί υποδούλωση του ανθρώπου σ’ αυτόν που είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του και που οδηγεί στη μεγαλύτερη ανασφάλεια και στον μεγαλύτερο φόβο. Ο διάβολος ως γνωστόν με δηλωμένο το μίσος του προς τον άνθρωπο και όλη τη δημιουργία μόνο φόβο του δημιουργεί, ενώ ο ίδιος αποκαλύπτεται με τον ερχομό του Χριστού ότι είναι παντελώς ανίσχυρος. Δεν έχει δύναμη ούτε τα γουρούνια να πειράξει, γι’ αυτό και κατά την έκφραση του αγίου Γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου «είναι σαν το φίδι που δεν έχει δηλητήριο και σαν το σκυλί που του έχουν αφαιρέσει τα δόντια». Δεύτερον, η στήριξη σε επίγειες δυνάμεις φαίνεται καθημερινά να αποτυγχάνει. Μία αρρώστια, μία αποτυχία, μία απλή πολλές φορές εναλλαγή των καταστάσεων του κόσμου τούτου, οδηγούν στο παταγώδες γκρέμισμα των ανθρωπίνων «παντοδυναμιών». 
3. Ο Κύριος λοιπόν προσανατολίζει στην αληθινή παντοδυναμία. Κτίζει και πάλι τον αληθινό και δυνατό άνθρωπο που μπορεί τα πάντα. Με μία προϋπόθεση: ο άνθρωπος να ξαναβρεί την πίστη του στον Θεό. Για τον Κύριο ο ένθεος άνθρωπος, ακριβώς λόγω της απόλυτης δύναμης του Θεού, γίνεται και πάλι κι αυτός παντοδύναμος. «Ει δύνασαι πιστεύσαι», λέει, «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Ο αληθινά πιστός είναι παντοδύναμος. Η πίστη είναι η ξεχασμένη και παραθεωρημένη από τον άνθρωπο δύναμη. «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ» (απ. Παύλος). 
4. Και μιλάμε για την πίστη ως σχετίζουσα τον άνθρωπο με τον παντοδύναμο Θεό, γιατί δεν υπάρχει στον κόσμο αυτό άλλη όραση του Θεού πέρα από την πίστη. Μόνο διά της πίστεως βλέπουμε και ζούμε τον Θεό στη ζωή αυτή, όπως το λέει και ο απόστολος Παύλος: «Πίστις εστίν ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Ο ίδιος ο Κύριος άλλωστε μακάρισε όχι αυτούς που επιζητούν με τις αισθήσεις τους να Τον δουν, αλλά τους πιστούς σ’ Αυτόν. «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» είπε. Μόνο μετά τη ζωή αυτή θα βλέπουμε τον Κύριο και θα Τον ζούμε «πρόσωπον προς πρόσωπον». Μέχρι τότε όμως «διά πίστεως περιπατούμεν, οὐ δι’ είδους».  «Ο νυν ζω εν σαρκί εν πίστει ζω τη του Υιού του Θεού» (απόστολος Παύλος). 
5. Κι είναι περιττό βεβαίως να υπενθυμίσουμε ότι δεν αναφερόμαστε σε μία πίστη θεωρητική, την οποία άλλωστε έχουν και τα δαιμόνια. Αναφερόμαστε στην πίστη εκείνη που αποκτάται μέσα στο ζωντανό σώμα του Κυρίου, την Εκκλησία, στον βαθμό που ο άνθρωπος σωστά θα ενταχθεί σ’ αυτήν διά του εν μετανοία βαπτίσματος και χρίσματός του, ενώ ενεργοποιείται και ζωντανεύει κάθε φορά διά της αγάπης, δηλαδή διά της τηρήσεως της βασικής εντολής του Κυρίου. «Πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη». Έτσι όσο εφαρμόζει κανείς ως μέλος Χριστού την εντολή Αυτού και αγαπά: τον Θεό και τον άνθρωπο, τόσο και γίνεται παντοδύναμος, τόσο δηλαδή γίνεται διαφανής και μέσον προκειμένου να εκφραστεί δι’ αυτού η παντοδυναμία του Θεού. 
γ. Ο πατέρας του παραπάνω περιστατικού βρήκε το κουράγιο να πιστέψει και γι’ αυτό γεύτηκε τη δύναμη του Χριστού πάνω σ’ αυτόν και πάνω στο παιδί του. Εμείς έχουμε το κουράγιο αυτό; Όσο μένουμε πάντως  κρυμμένοι στη μιζέρια και την υποτιθέμενη αδυναμία μας, όσο δηλαδή απιστούμε στον Χριστό και στους λόγους Του, τόσο πράγματι η αδυναμία με διαρκή αυξανόμενη ένταση θα γίνεται το γνώρισμα της ζωής μας. Η παντοδυναμία όμως του Χριστού πρόκειται ενώπιόν μας για να γίνει και δική μας.  Η Μεγάλη Σαρακοστή μάλιστα με την όλη ζωή της αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση και πρόσκληση για τη μεγαλειώδη αυτή προοπτική. 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ (4) ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ (Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)



Ἡ σημερινή ἡμέρα εἶναι ἀφιερωμένη στόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τῆς Κλίμακος, σ᾽ ἕναν ἀσκητικό συγγραφέα, πού θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ὡς ὁ ἅγιος τῆς Σαρακοστῆς, ἀφοῦ τό βιβλίο του ῾Κλίμαξ᾽ ἀποτελεῖ τό βασικό ἀνάγνωσμα τῆς περιόδου αὐτῆς στά μοναστήρια μας, ἀλλά καί πολλῶν Χριστιανῶν μέσα στόν κόσμο. Ὁ λόγος μας θά εἶναι γι᾽ αὐτόν, μέ τήν ἐπισήμανση ὅτι τά κείμενα τοῦ βιβλίου του ἔρχονται νά βοηθήσουν στόν προβληματισμό πού θέτει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας, σχετικά μέ τήν πίστη πού ζητᾶ ὁ Κύριος, προκειμένου νά ἰαθεῖ τό δαιμονισμένο παιδί ἑνός ἀνθρώπου, πίστη πού δέν εἶχαν οὔτε οἱ ἴδιοι οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ. ῾Εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι᾽.

1. Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης καταρχάς, γιά τόν ὁποῖο δέν ἔχουμε πολλά βιογραφικά στοιχεῖα, νεαρός, 16 ἐτῶν περίπου, ἔγινε μοναχός στό ὄρος Σινᾶ, στή Μονή τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, ἀφοῦ ἤδη εἶχε μάθει ἀρκετά γράμματα. ᾽Επί 19 ἔτη παρέμεινε ὑποτακτικός ἑνός σπουδαίου Γέροντος, τοῦ ἀββᾶ Μαρτυρίου, στόν ὁποῖο ἔκανε ἀδιάκριτη ὑπακοή, ὁπότε μετά τό θάνατό του ἀπεσύρθη σέ ἐρημική τοποθεσία, ὀκτώ χιλιόμετρα μακριά ἀπό τή Μονή, στήν ὁποία καί ἔζησε ἐπί σαράντα χρόνια. ᾽Εκεῖ ἔζησε ὁσιακή ζωή, ὑπερβαίνοντας μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τά ψεκτά πάθη του καί ἀποκτώντας ὅλα τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, καί κυρίως τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη. Μετά τά σαράντα χρόνια παρακλήθηκε νά γίνει ἡγούμενος τῆς Μονῆς, γεγονός πού ἀποδέχθηκε, καί παρέμεινε στό ἀξίωμα αὐτό γιά κάποια χρόνια, ὁπότε θέλησε καί πάλι ν᾽ ἀποσυρθεῖ στήν ἀγαπημένη του ἡσυχία καί μετ᾽ ὀλίγο κοιμήθηκε.

2. ῎Εχουν διασωθεῖ διάφορα θαυμαστά γεγονότα ἀπό τή ζωή του πού φανερώνουν τήν ἰδιαίτερη χάρη πού εἶχε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά τά μεγαλύτερα θαύματά του σχετίζονται μέ τίς μεταστροφές τῶν καρδιῶν πού προξενοῦν τά θεόπνευστα κείμενά του, κάτι πού μπορεῖ ὁ οἱοσδήποτε χριστιανός νά διαπιστώσει, ὅταν ἀρχίσει μέ γνήσια διάθεση νά τά μελετᾶ. Εἶναι γνωστό ἄλλωστε ὅτι οἱ ἅγιοι πού μέ τά κείμενά τους βοηθοῦν τούς συνανθρώπους τους ἔχουν πρωτίστως ὡς χάρισμα ῾θαυματουργίας᾽ ἀκριβῶς τή δύναμη τῶν λόγων τους καί ὄχι τά γνωστά θαύματα σωματικῶν ἰάσεων ἄλλων ἁγίων. Καί μήν πεῖ κανείς ὅτι τά κείμενα τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου εἶναι μόνο γιά τούς μοναχούς, γιατί μπορεῖ νά γράφτηκαν κυρίως γι᾽ αὐτούς, ὅμως ἡ ὠφέλεια πού εἰσπράττει καί ὁ κοσμικός λεγόμενος χριστιανός δέν εἶναι μικρή. Γι᾽ αὐτό καί ἀγαπήθηκε ἡ ῾Κλίμακά᾽ του σ᾽ ᾽Ανατολή καί Δύση καί θεωρεῖται τό σπουδαιότερο σέ κυκλοφορία βιβλίο μετά τήν ῾Αγία Γραφή.

3. ᾽Από τά θαυμαστά περιστατικά πού καταγράφηκαν ἐν ὅσῳ ζοῦσε, μνημονεύουμε δύο: 
Τό πρῶτο, ὅταν ἦταν στήν ἔρημο κι εἶχε δεχθεῖ ἕναν ὑποτακτικό, ὀνόματι Μωϋσῆ. Κάποια φορά, σέ διακόνημα εὑρισκόμενος ὁ νεαρός ὑποτακτικός, κουράστηκε κάτω ἀπό τόν καυτό ἥλιο τοῦ Αὐγούστου καί κάθησε νά ξεκουραστεῖ στόν ἴσκιο μεγάλης πέτρας, ὁπότε καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Τήν ἴδια ὥρα ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης εἶδε σέ ὅραμα κάποιον πού τοῦ ἔλεγε ὅτι κινδυνεύει ὁ μαθητής του. ᾽Αμέσως ἄρχισε ἔντονη προσευχή γι᾽ αὐτόν καί μετά ἀπό λίγο κατέφθασε καί ὁ ὑποτακτικός, ἀναγγέλλοντάς του τή φοβερή ἀγωνία πού πέρασε, καθώς ξύπνησε ξαφνικά ἀπό τή φωνή τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη, πού τόν καλοῦσε νά ἐγκαταλείψει ἀμέσως τόν τόπο πού βρισκόταν. Πράγματι, τό ἔκανε καί στή στιγμή ἔπεσε στόν τόπο αὐτό ἡ μεγάλη πέτρα, χωρίς βεβαίως ὁ ἴδιος νά πάθει κάτι. Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ἀνελύθη σέ δοξολογίες πρός τόν Θεό, χωρίς ὅμως νά ἀναφέρει καί τό τί προηγήθηκε στό μαθητή του. 
Τό δεύτερο: τήν ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεώς του ὡς ἡγουμένου ἦλθαν στή Μονή περί τά 600 ἄτομα. Ὅλοι ἔβλεπαν νά ὑπηρετεῖ σέ ὅλα τά διακονήματα κάποιος σάν ἰουδαῖος, μέ κοντό μαλλί, πού ἔτρεχε πάνω κάτω καί γιά τά πάντα. Στό τέλος τῆς ἡμέρας τόν ἀνεζήτησαν, ἀλλά δέν τόν βρῆκαν πουθενά. Καί στήν ἀπορία τους, ὅταν ἀπευθύνθηκαν στόν ἡγούμενο, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη, εἰσέπραξαν τήν ἀπάντηση: Τί πιό φυσικό νά ὑπηρετεῖ τό δικό του τόπο ὁ προφήτης Μωϋσῆς; 

4. Τό βιβλίο του ῾Κλίμαξ᾽, εἴπαμε, προξενεῖ τό πραγματικό καί μεγαλύτερο θαῦμα: τή μεταστροφή τῶν καρδιῶν, τή δημιουργία μετανοίας στόν ἄνθρωπο. Καί δίνει τήν ἀπάντηση στό πῶς ἀποκτᾶται ἡ πραγματική καί γνήσια πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός, ὅπως φαίνεται καί στό εὐαγγέλιο τῆς ἡμέρας. ῾Τό εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δύνατά τῷ πιστεύοντι᾽! Δέν μποροῦμε νά ποῦμε πολλά. Θά σημειώσουμε ὅμως ἐπιγραμματικά αὐτά πού θίγει, ἀπό τούς 30 λόγους του – σκαλοπάτια στήν πνευματική ζωή, στόν πρῶτο καί στόν τελευταῖο λόγο του.
 Ὁ πρῶτος, ἡ ἀποταγή: δέν μπορεῖ κανείς νά προσεγγίσει τόν Θεό, χωρίς νά πεῖ ὄχι στήν ἁμαρτία καί μάλιστα στά ἐγωϊστικά θελήματά του. Γιατί αὐτά τά θελήματα μᾶς κρατοῦν δέσμιους στόν ἁμαρτωλό κόσμο. Ὅπως τό λέει καί ὅσιος Ποιμήν: ῾Τό θέλημά μου εἶναι χάλκινο τεῖχος πού μέ χωρίζει ἀπό τόν Θεό᾽! 
Κι ὁ τελευταῖος: ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη πού ἀποτελεῖ τό ἐπιστέγασμα τῶν πάντων στή χριστιανική πίστη, ἀφοῦ ὅ,τι λέμε καί κάνουμε σ᾽ αὐτήν, εἴτε προσευχή εἴτε νηστεία εἴτε μελέτη εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο, ἄν δέν καταλήγει στήν ἀγάπη, δέν ἔχει νόημα. Καί τοῦτο, γιατί ἀγάπη εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Κι αὐτό σημαίνει: ἡ πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός καί κινητοποιεῖ τόν Θεό καί βγάζει καί δαιμόνια, προϋποθέτει τήν ἄρνηση τοῦ ἐγωϊσμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί τή στροφή του στή ζωή τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη. Στό βαθμό πού ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ, τόν ὅποιο συνάνθρωπό του, τόσο καί αὐξάνει ἡ πίστη του, ὅπως τό διακηρύσσει καί ὁ ἀπ. Παῦλος: ῾πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽!

Ἡ σημερινή Κυριακή Δ´ Νηστειῶν μᾶς θέτει στήν τροχιά τοῦ Πάσχα μέσα ἀπό τήν ἁγιασμένη προσωπικότητα τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου καί τοῦ θεοπνεύστου ἀναμφιβόλως βιβλίου του. Θά ἦταν ἐξαιρετική στιγμή χάρης νά παίρναμε τό βιβλίο του καί πολύ περισσότερο νά τό μελετούσαμε διαρκῶς!

ΑΦΙΕΡΩΜΑ (3) ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ (Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)



ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Δ´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Καί οὕτω μακροθυμήσας (ὁ ᾽Αβραάμ) ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας᾽ (῾Εβρ. 6, 15)

α. ῞Οσο πλησιάζουμε πρός τά σωτηριώδη γεγονότα τοῦ Πάθους καί τῆς ᾽Αναστάσεως τοῦ Κυρίου, τόσο καί ἡ ᾽Εκκλησία μας τονίζει τόν ἀδιάψευστο χαρακτήρα τους λόγω τῆς ἐγγυήσεως γι᾽ αὐτά τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. ῾᾽Αδύνατον γάρ ψεύσασθαι τόν Θεόν᾽, κατά τήν ρήση τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή.  Κι ἐκεῖνο πού φέρνει ὡς ἐπιπρόσθετο στοιχεῖο τῆς ἀλήθειας τους ὁ ἀπόστολος εἶναι ἡ ὅλη πορεία τῆς θείας Οἰκονομίας, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τόν Πατριάρχη ᾽Αβραάμ. ῞Ο,τι δηλαδή ὁ Θεός ὑποσχέθηκε σ᾽ ἐκεῖνον τό πραγματοποίησε. Κι εἶδε ὁ ᾽Αβραάμ νά ἐκπληρώνονται σέ αὐτόν καί τόν λαό του οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ, τίς ὁποῖες βεβαίως καθόλου δέν ἀμφισβήτησε, ἀκόμη κι ὅταν ἡ λογική του ἀντιδροῦσε στήν ἀποδοχή τους. Διότι πίστευε στόν Θεό καί ὑπέμενε. ῾Η πίστη του καί ἡ ὑπομονή του εἶχαν θεμέλιο τήν πιστότητα τοῦ Θεοῦ. ῾Καί οὕτω μακροθυμήσας (ὁ ᾽Αβραάμ) ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας᾽.



β. 1. Ποιές οἱ ἐπαγγελίες-ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ στόν ᾽Αβραάμ; ῞Οτι θά τοῦ δώσει χώρα ὅτι θά τόν κάνει γενάρχη μεγάλου γένους ὅτι μέσω αὐτοῦ θά εὐλογηθοῦν ὅλες οἱ γενιές τῆς γῆς. ᾽Επαγγελίες δηλαδή πού πράγματι πρόσκρουαν  στήν λογική του, διότι ἡ χώρα πού τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός ἦταν γι᾽ αὐτόν μία ξένη χώρα ὁ ἴδιος δέν εἶχε παιδιά ἀπό τήν γυναίκα του Σάρρα δέν φαινόταν λοιπόν ἀνθρωπίνως ἡ προοπτική νά γίνει αὐτός μέσον εὐλογίας γιά ἄλλες γενιές. Συνεπῶς ὁ ᾽Αβραάμ βρισκόταν σέ μία θέση πού μόνη ῾σιγουριά᾽ του εἶχε τήν ἐμπιστοσύνη του στόν Θεό.

2. Καί ἡ πορεία του ἀποτελεῖ τήν μεγαλύτερη ἐπιβεβαίωση ὅτι ἡ πίστη του αὐτή εἶχε τό πιό σταθερό θεμέλιο: τόν ἴδιο τόν Θεό πού εἶναι ὁ μόνος πιστός. Διότι καί χώρα τοῦ δίνει: τήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, καί παιδί ἀποκτᾶ: τόν ᾽Ισαάκ, καί δι᾽ αὐτοῦ εὐλογοῦνται ὅλα τά ἔθνη: ὁ Μεσσίας προέρχεται κατά σάρκα ἀπό αὐτόν. ῎Ετσι ὁ Θεός δέν εἶναι σάν τούς ἀνθρώπους, πού κύριο γνώρισμα ἔχουμε τήν μεταβλητότητα καί τήν ἀστάθεια – ποιός μπορεῖ ἐπί γῆς νά ἐγγυηθεῖ τήν πιστότητα τῶν ἀνθρώπων; ῞Ολη ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία ἀπαρχῆς μέχρι σήμερα δέν εἶναι μία ῾σταθερή᾽ δυστυχῶς φανέρωση τῆς ἀστάθειάς μας;

῾Οπότε ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ ᾽Αβραάμ γίνεται ὅριο προβολῆς καί διακήρυξης ὅτι ἡ πίστη στόν Θεό ἀποτελεῖ τόν μόνο ἀκαθαίρετο πύργο πάνω στόν κόσμο τοῦτο. ῞Ο,τι μέ ἄλλα λόγια θεωρεῖται ἀπό τούς ἀνθρώπους ρευστό καί μή μετρητό: ἡ πίστη ἀκριβῶς στόν μή ψηλαφητό ἀπό τίς αἰσθήσεις Θεό, αὐτό ἀποδεικνύεται βράχος καί σταθερό ἔδαφος. Δέν εἶναι τυχαῖο γι᾽ αὐτό ὅτι ἀφενός ἡ πίστη αὐτή τοῦ ᾽Αβραάμ θεωρήθηκε ἔκτοτε ὡς πρότυπο γιά ὅλες τίς γενιές τῶν ἀνθρώπων, μέτρο πράγματι πού μετρᾶ τίς ἀδυναμίες καί τίς ὀλιγοψυχίες καί τίς ἀπιστίες μας, ἀφετέρου ὅπου ἐνεργοποιήθηκε μία παρόμοια πίστη, ἰδιαιτέρως στά πρόσωπα τῶν ἁγίων μας, ἐκεῖ διαπιστώθηκαν τά ἴδια συγκλονιστικά ἀποτελέσματα: ἡ πίστη θριάμβευσε. ῾Ο ποιητής τό καταγράφει ἔκθαμβος μέ τόν δικό του τρόπο: ῾Μή φοβηθῆς αὐτόν πού στήριξε στήν πίστη ἐπάνω τήν ἐλπίδα. Τόν εἶδα στήν ζωή νά μάχεται, μά πάντα ἀνίκητο τόν εἶδα᾽.

3. ῾Ο ἀπόστολος ὅμως ἐπισημαίνει μαζί μέ τήν πίστη τοῦ ᾽Αβραάμ καί τό συνοδευτικό αὐτῆς γνώρισμα: τήν μακροθυμία, τήν ὑπομονή δηλαδή ἐν προκειμένῳ. ῾Οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας᾽. ῾Η ὑπομονή εἶναι ἐκείνη ἡ ἀρετή πού ἀποκαλύπτει καί ἐπιβεβαιώνει τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως, πού σημαίνει ὅτι χωρίς αὐτήν ἡ πίστη δέν δικαιώνεται. Κι εἶναι εὔλογο: ὁ Θεός εἶναι πιστός, ὅ,τι ὑπόσχεται τό πραγματοποιεῖ, ἀλλά μέσα στά πλαίσια τῆς ἀπόλυτης καί ἐν ἀγάπῃ ἐλευθερίας Του. ᾽Εκεῖνος ξέρει πότε θά ἐνεργήσει στόν ἄνθρωπο καί ποιές οἱ κατάλληλες προϋποθέσεις δράσεώς Του, ὥστε νά γίνει τό καλύτερο δυνατόν. Συνεπῶς ὁ ῾πιστός᾽ πού θέλει νά ἀκουμπᾶ τήν ὕπαρξή του στόν Θεό, ἀλλά μέ τόν τρόπο τόν δικό του, δηλαδή μέ τρόπο πού δείχνει ὅτι αὐτός θά ἔχει τήν πρωτοβουλία τῶν κινήσεων, δέν εἶναι πιστός. Θεωρεῖ τόν Θεό ὡς ὄργανό του, ὡς τό μέσο ἐκπλήρωσης τῶν δικῶν του ἐπιθυμιῶν, καλύτερα: θεωρεῖ τόν Θεό ὡς ῾μικρότερο᾽ τοῦ ἴδιου καί ῾κατώτερο᾽ τῆς δικῆς του ῾παγγνωσίας᾽(!) Δέν εἶναι πράγματι δαιμονική μία τέτοια πίστη, ἡ ὁποία παραπέμπει στόν πρῶτο ἀμφισβητία ῾Εωσφόρο;

῾Ο ἀληθινά πιστός  λοιπόν σάν τόν ᾽Αβραάμ εἶναι πιστός γιατί ὑπομένει. ῾῾Υπομένων ὑπέμεινα τόν Κύριον καί προσέσχε μοι᾽ λέει ὁ ψαλμωδός, εὑρισκόμενος στό ἴδιο μῆκος πίστεως μέ τόν μεγάλο Πατριάρχη. ῾῾Υπομονῆς χρείαν ἔχομεν᾽ θά σημειώσει καί ὁ ἀδελφόθεος ᾽Ιάκωβος, ὅπως καί ἀλλοῦ ὁ μέγας Παῦλος: ῾Δι᾽ ὑπομονῆς τρέχομεν τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα᾽. Καί πάνω ἀπό ὅλα ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θά πεῖ: ῾῾Ο ὑπομείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται᾽. Καί: ῾᾽Εν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν᾽. ῞Ολα αὐτά τί δείχνουν; ῞Οτι μιλώντας γιά τήν πίστη καθώς προβάλλεται στόν ἐνάρετο ᾽Αβραάμ μιλᾶμε ἐντέλει γιά τήν ὑπομονή. ῎Οχι μόνον ἡ ὑπομονή συνιστᾶ τό θεμέλιο τῆς πίστεως, ἀλλά καί τό ὑλικό μέ τό ὁποῖο κτίζεται αὐτή, ἀκόμη δέ καί ἡ ἴδια ἡ ὀροφή. ῎Ας ἀκούσουμε τί λέει ἐπ᾽ αὐτοῦ ὁ μεγάλος ἀσκητικός δάσκαλος ἅγιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός: ῾Κάθε ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη πρό πάντων ἀπό ὑπομονή, ὅπως ἡ γῆ ἀπό βροχή, λέει ὁ Μ. Βασίλειος, γιά νά βάλει πάνω σ᾽ αὐτήν τό θεμέλιο, πού λέει ὁ ἀπόστολος, δηλαδή τήν πίστη, καί πάνω στήν πίστη κτίζει σιγά-σιγά ἡ διάκριση σάν ἔμπειρος οἰκοδόμος τό σπίτι τῆς ψυχῆς...῾Η ὑπομονή εἶναι ἡ συγκρότηση ὅλων τῶν ἀρετῶν. Γιατί καμμία ἀρετή δέν στέκει χωρίς τήν ὑπομονή᾽.

4. Τί σημαίνει λοιπόν ἀληθινή ἐν ὑπομονῇ πίστη; Νά βλέπουμε τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ σέ ὅλες τίς διαστάσεις τῆς ζωῆς μας, καί στίς εὐχάριστες, ἀλλά καί στίς δυσάρεστες. ᾽Εκεῖ μέ ἄλλα λόγια πού φαίνεται ὅτι ἔχουμε ἐγκαταληφθῆ μόνοι, λόγω τῆς περιδίνησης σέ θλίψεις καί θεωρούμενες ἀτυχίες καί δυστυχίες, ἐκεῖ πρέπει νά ῾διαβάζουμε᾽ τήν ἰδιαίτερη χάρη τοῦ Θεοῦ πού μᾶς ἐπισκέπτεται. Γιατί ἄραγε τίς ὅποιες δοκιμασίες καί τούς πειρασμούς οἱ ἅγιοί μας τά θεωροῦν ὡς ἐπισκέψεις τοῦ Θεοῦ; Διότι ἀκριβῶς ἐκεῖ σφυρηλατεῖται ἡ πίστη. ῾῎Επαρον τούς πειρασμούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος᾽ σημειώνει τό πατερικό λόγιο. Λοιπόν ἡ ὑπομονή μας φανερώνει τήν ποιότητα τῆς πίστεώς μας. Γι᾽ αὐτό καί ὁ χριστιανός δέν βιάζεται στήν ζωή του, πολλῷ μᾶλλον στίς κακές λεγόμενες συντυχίες. ῎Εχει ἀνοικτά τά μάτια του γιά νά βλέπει, ὅπως εἴπαμε, κυρίως σέ αὐτές, τό πατρικό βλέμμα τοῦ Θεοῦ, ὁ ῾Οποῖος πρίν ἐπιτρέψει τόν ὅποιο σταυρό μας ῾τόν κοίταξε μέ τά πάνσοφα μάτια Του, τόν ἐξέτασε μέ τήν θεία λογική Του, τόν ἔλεγξε μέ τήν ἀτέλειωτη δικαιοσύνη Του, τόν θέρμανε στήν γεμάτη ἀγάπη καρδιά Του, τόν ζύγισε καλά μέ τά στοργικά Του χέρια, μήν τυχόν καί πέσει βαρύτερος ἀπό ὅσο μποροῦμε νά σηκώσουμε, καί ἀφοῦ ὑπολόγισε τό θάρρος μας, τόν εὐλόγησε καί τόν ἀπίθωσε στούς ὤμους μας καί εἶπε:  Μπορεῖς νά τόν σηκώσεις, κράτησέ τον κι ἀνέβαινε ἀπό τόν Γολγοθᾶ πρός τήν ᾽Ανάσταση!᾽



γ. ῾Ο ᾽Αβραάμ εἶναι μέτρο πίστεως, γιατί ὑπῆρξε μακρόθυμος καί ὑπομονετικός. Κατάλαβε ὅτι ὁ Θεός μπορεῖ νά φαίνεται ὅτι ἀργεῖ, ἀλλά πάντοτε εἶναι ἐκεῖ χωρίς ποτέ νά μᾶς ἀφήνει. Κι ἄν ἀπαιτεῖται ὑπομονή στήν πίστη μας γιά τίς δοκιμασίες μας, τό ἴδιο ὑπομονή ἀπαιτεῖται καί στήν ἐπέκταση τῆς πίστεως, τήν ἐλπίδα. ῾Η ἐλπίδα μας εἶναι ὁ Χριστός καί στήν ζωή αὐτή, ἀλλά καί στόν ἐρχομό Του γιά δεύτερη φορά. ῾Η Δευτέρα Παρουσία Του εἶναι ἐγγύς. Τό πιστεύουμε, τό ἐλπίζουμε, ἀλλά καί ὑπομένουμε. ῾Η ὑπομονή μας δηλαδή εἶναι ὑπομονή πού ἔχει χρῶμα ὄχι μαῦρο – αὐτό τῆς ἀπελπισίας - ἀλλά χρῶμα φωτεινό καί γλυκό: ἐνόψει τοῦ ἐρχομοῦ Του. ῾Μαράν ἀθά᾽. ῾Ο Κύριος ἔρχεται.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ (2) ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ (Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)




«Μετά τον Θεό ας έχουμε σε κάθε ενέργειά μας ως άγρυπνο φρουρό και ως γνώμονα ασφαλή τη συνείδησή μας. Έτσι αντιλαμβανόμενοι από πού φυσά ο άνεμος θα ανοίγουμε προς τα εκεί και τα ιστία που πλοίου μας» (λόγ. κστ΄ 5). 

Ένα καραβάκι είναι ο καθένας μας  στη θάλασσα του βίου. Στη θάλασσα αυτή που έχει και μπουνάτσες, αλλά συνήθως έχει φουρτούνες. Τα κύματα υψώνονται μανιασμένα τις περισσότερες φορές πάνω στο καραβάκι αυτό, που κινδυνεύει γι’ αυτό συχνά να καταποντιστεί. Φτάνουμε τότε στο σημείο να χάνουμε τον προσανατολισμό μας. Κύματα και φουρτούνες βέβαια οι δοκιμασίες της ζωής, οι πειρασμοί, ο κόσμος ο κείμενος εν τω πονηρώ που παραμονεύει πώς να μας καταπιεί.

Ευτυχώς υπάρχει πάντοτε η πυξίδα. Αυτή που και στη μεγαλύτερη μαυρίλα και καταιγίδα μάς δείχνει την ορθή πορεία. Κι ορθή πορεία είναι αυτή που μας οδηγεί στον ουρανό: τη σχέση μας με τον Θεό. Αν χάσουμε τον προσανατολισμό αυτόν, πράγματι και αληθώς χανόμαστε. Τι νόημα  έχει μια ζωή δίχως Θεό; Δεν θα ‘ναι μια πορεία στα… τυφλά; «Κι άλλη μια μέρα δίχως σκοπό», που λέει ο στίχος ενός παλιού τραγουδιού.

Ποια είναι η πυξίδα; Το θέλημα του Θεού. Που είναι γνωστό αφότου ο Θεός σαρκώθηκε κι έγινε άνθρωπος. Μας είχε δώσει τα κεντρικά σημεία της πορείας μας, ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, κατεξοχήν μας τα έδωσε, τότε που ήλθε, γιατί όχι μας έδειξε τον ουρανό ως σημάδι προσανατολισμού, αλλά μας πήρε, μας έκανε κομμάτι του Εαυτού Του, και μαζί πια με Εκείνον πορευόμαστε στη θάλασσα του βίου. Πόσο παρήγορη είναι η πορεία του χριστιανού. Γιατί τελικώς καπετάνιο στο σκαρί του έχει τον ίδιο τον Χριστό! (Μια παλιά εικόνα αποτυπώνει με μεγάλη αμεσότητα την πραγματικότητα αυτή: Ο Χριστός να κρατάει το τιμόνι του δικού μας καραβιού)!

Όχι λοιπόν στα… κουτουρού! Ό,τι μας λέει ο λόγος του Θεού.  «Όπου και να είσαι, έχε ως βάση σου την Αγία Γραφή» (Μ. Αντώνιος). Αλλά ο όσιος επισημαίνει και κάτι άλλο πολύ σημαντικό: μαζί με τον Θεό που μας καθοδηγεί με τον λόγο Του, έχεις και τη συνείδησή σου. «Η συνείδησή σου είναι ο άγρυπνος φρουρός σου και ο ασφαλής σου γνώμονας».  Αρκεί βεβαίως να λειτουργεί η συνείδηση. Γιατί δυστυχώς πολύ συχνά δεν την ακούμε σ’ αυτά που μας συμβουλεύει, οπότε σιγά σιγά τη θέτουμε σε αχρηστία, κι η φωνή της, αν δεν σβήσει εντελώς, είναι τόσο ψιθυριστή, που είναι σαν να μην υπάρχει. «Αν θέλεις να προκόψεις,  επιμέλησαι της συνειδήσεώς σου και όσα σοι λέγει, ποίησον» (αββάς Μάρκος). Ν’ ακούμε τη φωνή της συνείδησής μας. Εκείνης όμως που έχει εμβαπτιστεί και διαποτιστεί από τον λόγο του Χριστού. Εκείνης που έχει μπει στον ρυθμό της εκκλησιαστικής ζωής. Αν δεν λειτουργεί έτσι, τότε καλύτερα μην… την ακούς!  Γιατί δεν θα σου λέει τα σωστά.
  (Από το βιβλίο "Μικρές Στάσεις στην Κλίμακα του αγίου Ιωάννη")

ΑΦΙΕΡΩΜΑ (1) ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ (Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)



ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΟΥ ΓΟΥΔΑ

Ἡ ἀναχώρηση καί ἡ πορεία 
Ὁ ἀββᾶς Μαρτύριος, ὁ Γέροντας τοῦ Ἰωάννη, ἔκανε τίς τελευταῖες του μετάνοιες, ἀσπάστηκε τόν Τίμιο Σταυρό, καί στράφηκε στόν ὑποτακτικό του.
«Εἶσαι ἕτοιμος, παιδί μου;» εἶπε καί ἀγκάλιασε μέ τό βλέμμα του στοργικά τόν νεαρό μοναχό. «Εἶναι ἀρκετή ἡ ἀπόσταση μέχρι τήν ἔρημο τοῦ Γουδᾶ καί πρέπει νά σπεύσουμε. Κάθε καθυστέρηση μπορεῖ νά μᾶς στοιχίσει ὄχι μόνον τήν ἔλλειψη τοῦ φωτός, ἀλλά καί τό νά μή δοῦμε τόν Γέροντα. Κι εἶναι μεγάλη ἡ εὐκαιρία πού μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος, νά ἔχουμε, ἔστω καί γιά μικρό διάστημα, στήν εὐρύτερη περιοχή μας, τόν μεγάλο ἀββᾶ Ἰωάννη».
«Ἕτοιμος εἶμαι, Γέροντα. Τό σακκούλι μας ἑτοιμάζω μέ κάποια  παξιμάδια καί λίγο νερό γιά τήν πορεία μας».
Ἔκλεισαν τό κελλί τους καί διάβηκαν τή βαριά θύρα τοῦ μοναστηριοῦ τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης στό Σινᾶ γιά τό σπουδαῖο προσκύνημά τους. Εἶχε τελειώσει ἡ πρωϊνή ἀκολουθία, ὁ Γέρων Μαρτύριος εἶχε κανονίσει ἐπακριβῶς τά τῆς ἀπουσίας τους μέ τούς ὑπευθύνους καί ἡ Ἁγία τούς κατευόδωνε καί τούς εὐλογοῦσε χαρωπή. Χαιρόταν καί ἀναγάλλιαζε ἡ ψυχή της πού τέτοιες ἁγιασμένες ὑπάρξεις ζοῦσαν καί ἀσκήτευαν στό μοναστήρι της, γι’ αὐτό καί συχνά ἐπέτρεπε ὁ Θεός νά τούς κάνει τή χάρη, ὅταν προσκυνοῦσαν τήν εἰκόνα της, νά εὐωδιάζει, δείχνοντας καί μέ αἰσθητό τρόπο τήν εὐαρέσκεια καί τή δική της, κυρίως ὅμως τοῦ μεγάλου Θεοῦ τους, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
«Ὥστε ἀπό τή Μονή τοῦ ἁγίου Σάββα ἦλθε ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης, Γέροντα!» ἔσπασε μετά ἀπό κάποιο διάστημα τή σιωπή ὁ νεαρός Ἰωάννης, περισσότερο μονολογώντας παρά ρωτώντας. Τοῦ εἶχε ἐξηγήσει βεβαίως ἀπό ἡμέρες ὁ Γέροντάς του ποῦ ἐπρόκειτο νά πᾶνε, ποιόν ἐπρόκειτο νά συναντήσουν, ἀλλά ἤθελε ἀκόμη μία ἐπιβεβαίωση, φανερώνοντας ὅτι τό γεγονός τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Σαββαΐτου ἀββᾶ ἦταν ἐκεῖνο πού κυριαρχοῦσε στίς σκέψεις καί τούς λογισμούς του. «Σπουδαῖο μοναστήρι, ἀπ’ ὅ,τι ἔχω ἀκούσει, μέ ὀνομαστούς καί ἁγίους ἀσκητές. Ἀλλά μέ τέτοιον ἅγιο ἱδρυτή μᾶλλον δέν θά μποροῦσε νά γίνει ἀλλιῶς…», συνέχισε τόν φωναχτό μονόλογό του.
«Ναί, παιδάκι μου, ἔχεις δίκιο. Ὁ ἀββᾶς Σάββας ὑπῆρξε μία μεγάλη φυσιογνωμία, πραγματικός ὅσιος. Κι ὄχι μόνο γιά τούς ἀσκητικούς του ἀγῶνες, ἀλλά καί γιά τά χαρίσματα πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, τῆς ἵδρυσης καί ὀργάνωσης τῶν μονῶν, καί μάλιστα τῆς Μεγάλης Λαύρας, ἡ ὁποία ἀληθινά ἀποτελεῖ ἐργαστήριο ἁγιότητας γιά κάθε ψυχή πού θέλει νά ἀσκητέψει ἐκεῖ. Ὁ Γέροντάς του ὁ Μέγας Εὐθύμιος βρῆκε στό πρόσωπο τοῦ ἀββᾶ Σάββα τόν ἄξιο μαθητή καί συνεχιστή του. Κι ἀκόμη μή ξεχνᾶς ὅτι εἶχε τόν φωτισμό νά κατανοήσει ἐπακριβῶς τήν ἀλήθεια περί τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως τήν ἐξέφρασε ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνας, καί νά ἀγωνιστεῖ γιά τή διακήρυξη τῶν ἀποφάσεών της». 
«Εἶναι ἀλήθεια, Γέροντα, ὅτι ἀκόμη καί οἱ αὐτοκράτορες τόν σέβονταν, ὅπως καί ὁ δικός μας ὁ Ἰουστινιανός, πού ἀνακαίνισε, μᾶλλον καλύτερα ἔφτιαξε τό μοναστήρι μας;»
«Ἀλήθεια, εἶναι, Ἰωάννη μου. Τόν σέβονταν, ζητοῦσαν τήν εὐλογία του, ἀλλά καί τίς προρρήσεις του ὡς προορατικός πού ἦταν, γι’ αὐτό καί ὅταν ὑπῆρχε κάποιο πρόβλημα στήν περιοχή τῆς Παλαιστίνης, ἐκεῖνον παρακαλοῦσαν νά μεσολαβήσει γιά τήν ἐπίλυσή του. Καί ὁ αὐτοκράτορας, ὅπως καί ἡ σύζυγός του, τοῦ ἔκαναν πάντοτε τή χάρη. Ἤξεραν ὅτι αὐτό πού λέει ὁ ἀββᾶς Σάββας ἦταν πάντοτε αὐτό πού ἤθελε καί ὁ Θεός. Δέν ἤθελαν λοιπόν νά γίνουν θεομάχοι, γιατί ἦταν θεοσεβούμενοι ἄνθρωποι». 
Σταμάτησαν νά μιλοῦν καί συνέχισαν τήν πορεία τους, ἐπαναλαμβάνοντας τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἡ χάρη πού ὁ Θεός τούς ἔδινε, ἔκανε ἀνάλαφρους τούς βηματισμούς τους. Πήγαιναν σέ κακοτράχαλους δρόμους, περνοῦσαν ἀπό δύσβατα μονοπάτια, ὁ ἥλιος ἄρχισε σιγά σιγά νά πυρώνει τόν τόπο μέ τήν μεγαλοπρεπή ἐμφάνισή του, μά ἐκεῖνοι ἀπτόητοι περπατοῦσαν σάν νά πετοῦσαν. 
«Κι ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Σαββαΐτης», ἔπιασε τόν λόγο καί πάλι ὁ Γέροντας Μαρτύριος, σάν νά μήν εἶχε διακοπεῖ καθόλου ἀπό τή σιωπηλή γι’ ἀρκετή ὥρα ὁδοιπορία τους, «τήν πνευματική ἀτμόσφαιρα τῆς σπουδαίας αὐτῆς Λαύρας ζεῖ καί μεταφέρει. Γι’ αὐτό ἄλλωστε πᾶμε νά τόν συναντήσουμε. Ἐνώπιόν του θά νιώσουμε τί σημαίνει νά ἀναπνέει κανείς τόν ἀέρα τοῦ ἴδιου τοῦ ἁγίου Σάββα. Καί νά ‘σαι ἕτοιμος, Ἰωάννη μου, νά σημειώσεις στόν νοῦ καί στήν καρδιά σου ὅ,τι καλό καί ἅγιο θά δεῖς στό πρόσωπο τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ Γέροντα. Δές τον σάν ἕνα πνευματικό ἀμπέλι, ἀπό τό ὁποῖο πᾶμε νά κόψουμε τά πιό καλά τσαμπιά. Μπορεῖ ὡς ἄνθρωπος νά ἔχει κι αὐτός κάποιες ἀδυναμίες. Μά, δέν ἐπικεντρώνουμε σ’ αὐτές, τίς ὁποῖες μερικές φορές ἐπίτηδες τίς ἀφήνει ὁ Κύριος προκειμένου νά δημιουργοῦν κλίμα ταπείνωσης στούς πιστούς δούλους Του. Πρέπει νά εἴμαστε πάντοτε, ὅπως πολλές φορές μέ ἔχεις ἀκούσει νά σοῦ λέω, καλοί ραγολόγοι. Διαλέγουμε τά καλά πού ἔχει ὁ κάθε συνάνθρωπός μας, κι ἀφήνουμε κατά μέρος ὅ,τι ἀρνητικό ὑπάρχει. Καί ἀπό ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο, σάν τόν ἅγιο αὐτόν ἀββᾶ, φαντάσου πόσα τσαμπιά καί πόσες καλές καί ὥριμες καί γλυκές ρόγες θά κόψουμε!»
«Ναί, Γέροντα», εἶπε κατανυγμένος ὁ Ἰωάννης. «Τό ἔχω καταλάβει.  Τό μυαλό μας πρέπει νά βρίσκεται ἀδιάκοπα ἐκεῖ πού βλέπουμε τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἡ κάθε συνάντηση μέ τόν κάθε συνάνθρωπό μας, ἰδίως μ’ ἕναν ἅγιο, νά ‘ναι ἀφορμή γιά ἁγιασμό μας». 
Δέν ξαναμίλησαν μέχρι νά φτάσουν μετά ἀπό ἀρκετή ὥρα στή σπηλιά τῆς ἐρήμου, ἐκεῖ πού τούς εἶχαν πεῖ καί τούς εἶχαν καθοδηγήσει γιά νά βροῦν τόν ἅγιο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Ἡ περιγραφή πού τούς εἶχαν κάνει ἦταν τόσο λεπτομερειακή, ὥστε μέ τήν πρώτη, ἀφήνοντας ἄλλες σπηλιές τῆς περιοχῆς, νά βροῦν τόν ἁγιασμένο τόπο πού ζοῦσε ἐκείνην τήν ἐποχή ὁ Γέροντας. Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Σαββαΐτης.
Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης
Ὁ Ἰωάννης ζοῦσε εὐτυχισμένες στιγμές στήν ἔρημο τοῦ Γουδᾶ πού βρέθηκε μαζί μέ τόν μαθητή του Στέφανο, παρ’ ὅλο τό ἀπαράκλητο τοῦ τόπου. Ἤξερε ὅτι ἐπρόκειτο περί τόπου ἡσυχαστικοῦ, ἐκεῖ πού μπορεῖ κανείς ἐλεύθερα ἀπό τήν παρουσία ἄλλων ἀσκητῶν νά προσευχηθεῖ, νά κλάψει, νά κραυγάσει πρός τόν Κύριο τούς στεναγμούς τῆς καρδιᾶς του. Ὄχι ὅτι δέν ὑπῆρχαν τέτοιοι τόποι κοντά καί στό δικό του μοναστήρι στήν Παλαιστίνη. Μά κατά καιρούς εἶχε τό συνήθειο νά κάνει προσκυνηματικές ἐκδρομές, νά πηγαίνει σέ τόπους πού εἶχαν ἁγιασθεῖ ἀπό ἀδελφούς ἀγωνιστές στήν πνευματική ζωή, σέ περιοχές πού τό πνευματικό μύρο ἀπό τά λείψανα ἁγίων πότιζε τόν τόπο. Τό ‘ξερε καλά: ὅπου ἔχει ζήσει καί ζεῖ ἕνας ἄνθρωπος ἀφιερωμένος στόν Θεό, ἐκεῖ τά πάντα ἁγιάζονται· καί ὁ ἀέρας καί τό χῶμα καί τό νερό. Κι ἐδῶ τώρα, σ’ αὐτήν τήν ἔρημο, πού ἦταν κοντά στό μοναστήρι τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, τά πάντα ἀπέπνεαν τό δικό της ἄρωμα καί τή δική της παρουσία· ὅπως καί τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Ὤ, ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ἔτρεφε ἰδιαίτερη «ἀδυναμία» καί στούς δυό τους καί τήν ἀγάπη του αὐτή τήν εἶχε μεταδώσει σ’ ἕναν βαθμό καί στόν Στέφανο. Προστάτης του ὁ ἀρχάγγελος, εὐεργέτιδά του ἡ ἁγία Αἰκατερίνα. Πόσες φορές δέν τούς εἶχε ἐπικαλεστεῖ, ὅπως τότε μέ τό ὀξύ πρόβλημα πού εἶχε παρουσιαστεῖ μέ τή μέση του. Δέν μποροῦσε νά σηκωθεῖ, νά περπατήσει, νά κάνει τίς στοιχειώδεις μοναχικές του ἀσκήσεις. Κι ὅταν τούς ἐπικαλέστηκε, ἀνήμερα μάλιστα τῆς ἑορτῆς τῆς ἁγίας, τοῦ παρουσιάστηκαν, τόν γιάτρεψαν, τόν παρηγόρησαν ἀπό τούς φρικτούς πόνους του. Γι’ αὐτό καί μέ τήν πρώτη εὐκαιρία τό προγραμμάτισε. Τό ἑπόμενο προσκύνημά του θά ἦταν κοντά στήν ἁγία, στό ὄρος Σινᾶ. Καί διάλεξε τήν ἔρημο, γιατί δέν ἤθελε νά κουράσει κανέναν. Μία σπηλιά τοῦ ἀρκοῦσε γιά νά ἱκετεύει τόν Θεό του, νά Τόν δοξολογεῖ, νά Τόν εὐχαριστεῖ γιά τίς ἀέναες εὐεργεσίες του.
Τελειώνοντας τήν ἀποψινή του ἀγρυπνία σήμερα, μέ δεξιό παραστάτη του πάντοτε τόν μοναχό Στέφανο, κάνοντας τίς μετάνοιές του, ψιθυρίζοντας τό ὄνομα τοῦ ἀγαπημένου Του Ἰησοῦ, ἔνιωσε τόν ψίθυρο τοῦ Κυρίου στήν καρδιά του· πῆρε τήν «πληροφορία». Ἔρχονταν νά τόν συναντήσουν δύο καλόγεροι ἀπό τό μοναστήρι. Ὁ ἕνας μεγάλος καί Γέροντας· ὁ ἄλλος νεαρός. Ὁ Κύριος τοῦ ἀπεκάλυψε τά ὀνόματά τους: Μαρτύριος ὁ Γέροντας, Ἰωάννης ὁ ὑποτακτικός, τό νεαρό παλληκάρι. Ἄρχισε νά προσεύχεται γι’ αὐτούς. Ὄχι μόνο νά τούς δίνει δύναμη ὁ Θεός νά πορεύονται ὅπως πρέπει στήν πνευματική τους ζωή, ἀλλά καί νά καταστεῖ ὁ ἐρχομός τους θετικός καί μέ καρποφορία. Στράφηκε μέσα στήν καρδιά του. «Κύριε, κάνε με ὄργανό σου, ὥστε νά ὠφεληθοῦν οἱ ἀδελφοί. Μή γίνω πρόσκομμα μέ τίς ἄπειρες καί μεγάλες ἀδυναμίες μου». Δάκρυα πῆραν νά βρέχουν τό λιπόσαρκο πρόσωπο τοῦ Γέροντα. Ἔκανε μία ἀκόμη μεγάλη μετάνοια, σταυροκοπήθηκε καί βγῆκε στήν εἴσοδο τῆς σπηλιᾶς. Κάλεσε καί τόν Στέφανο. Οἱ φιγοῦρες τῶν ἀδελφῶν διαγράφονταν πιά καθαρά. 
Ἡ συνάντηση καί τό «παράδοξο» φέρσιμο τοῦ ἀββᾶ Ἰωάννη
Ἔσπευσε μόλις πλησίασαν ἀρκετά οἱ ὁδοιποροῦντες ἀδελφοί νά τούς πλησιάσει καί νά τούς βάλει μετάνοια. Τούς καταφίλησε τά χέρια, ἐνῶ τούς προσφώνησε μάλιστα μέ τά ὀνόματά τους. «Καλῶς τους, καλῶς τούς εὐλογημένους ἀδελφούς, τόν Γέροντα Μαρτύριο καί τόν πατέρα Ἰωάννη». Λίγο τά ἔχασαν ἐκεῖνοι. Κανείς δέν εἶχε εἰδοποιήσει τόν Σαββαΐτη Γέροντα καί τόν ὑποτακτικό του ὅτι θά ἔρχονταν. Δέν εἶπαν ὅμως τίποτε. Καταλάβαιναν ὅτι εἶχαν εἰσέλθει σέ «περιοχή» πού τά φυσικά καί τά ἐπίγεια βρίσκονταν σέ δεύτερη μοίρα. Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης τούς πέρασε μέσα στή σπηλιά, νά ξαποστάσουν καί νά δροσιστοῦν. Ἡ ἐντολή τοῦ ἀββᾶ πρός τόν Στέφανο τόν μαθητή του δέν ξάφνιασε κανέναν. Τό ξάφνιασμα θά ἐρχόταν λίγο ἀργότερα. «Παιδί μου, Στέφανε, ἑτοίμασε λίγο νερό στή μικρή λεκάνη». Μέχρι νά ἑτοιμαστεῖ τό νερό ὁ ἀββᾶς τούς κάθισε καί τούς τράταρε μέ ὅ,τι εἶχε πρόχειρο· κάποια παξιμάδια καί νερό.
Ὁ Στέφανος ἔφερε τή λεκάνη. Καί τότε ἦταν πού τά μάτια ἄνοιξαν διάπλατα κι ἀκίνητοι  κι ἐμβρόντητοι παρακολουθοῦσαν ὅλοι – πλήν ἴσως τοῦ Γέροντα Μαρτύριου -  τά γινόμενα. Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης πῆρε τή λεκάνη μέ τό νερό, ἔσκυψε γονατιστός καί ἄρχισε νά πλένει τά πόδια τοῦ… νεαροῦ μοναχοῦ Ἰωάννη. Τοῦ ὑποτακτικοῦ Ἰωάννη καί ὄχι τοῦ Γέροντά του Μαρτύριου. «Μά τί κάνει ὁ Γέροντάς μου;» ἀναρωτήθηκε ὁ Στέφανος. «Δέν βλέπει ποιός εἶναι ὁ μεγάλος καί ὁ Γέροντας;» Ἡ ἔκπληξή του ἔγινε ἀκόμη μεγαλύτερη, ὅταν ὁ ἀββᾶς του δέν συνέχισε τό πλύσιμο τῶν ποδιῶν καί τοῦ Μαρτύριου. «Πάρε, τέκνο, τή λεκάνη. Δέν θά τή χρειαστοῦμε ἄλλο».
Ὁ Στέφανος δέν καταλάβαινε. Ὁ ὑποτακτικός Ἰωάννης, ὁ νεαρός καλόγερος τῆς Μονῆς Σινᾶ, κι αὐτός δέν καταλάβαινε, ἀλλά δέν ἀντιδροῦσε οὔτε κι ἔλεγε τίποτα - ἀφηνόταν στήν κρίση τοῦ μεγάλου Σαββαΐτη ἀββᾶ. Ὁ Γέροντας Μαρτύριος μόνον ἦταν αὐτός πού ἄρχισε νά… κατανοεῖ, ἐνῶ κάποια ὄχι μακρινή μνήμη τοῦ ἦλθε ἀνάγλυφα στόν νοῦ. Τότε πού, λίγα χρόνια πρίν, ὁ ἴδιος ἔφερε τόν Ἰωάννη, μόλις εἶχε καρεῖ μοναχός, στόν μεγάλο Γέροντα Ἀναστάσιο τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ. Καί θυμήθηκε - μᾶλλον ἐντονότερα ἦλθε στόν νοῦ του, γιατί ποτέ δέν τό εἶχε ξεχάσει - ὅτι ὁ Γέροντας αὐτός, μετέπειτα ἡγούμενος στό μοναστήρι, τοῦ εἶχε πεῖ: «Πές μου, ἀββᾶ Μαρτύριε, ἀπό ποῦ εἶναι αὐτός ὁ νέος καί ποιός τόν ἔκειρε μοναχό»; Καί ἐκεῖνος τοῦ εἶχε ἀπαντήσει: «Δοῦλος σου εἶναι, πάτερ, καί ἐγώ τόν ἔκειρα». «Πωπώ! ἀββᾶ Μαρτύριε – συνέχισε – ποιός νά τό πεῖ ὅτι Ἡγούμενο τοῦ Σινᾶ ἔκειρες!» Αὐτό θυμήθηκε ὁ Μαρτύριος καί δάκρυα πλημμύρισαν τά μάτια του, καθώς τά πράγματα ἦταν ὁλοφάνερα πιά ἐνώπιόν του. 
Δέν ἄντεξε ὁ Στέφανος. «Γέροντα», εἶπε, μέ τήν ἀπορία καί τήν ἔκπληξη ζωγραφισμένες στό πρόσωπό του. «Τί συμβαίνει; Πῶς γίνεται αὐτό; Πλένεις τά πόδια τοῦ νεαροῦ καλόγερου καί δέν πλένεις τοῦ Γέροντα;»
Ἡ ἀτμόσφαιρα ἦταν φορτισμένη ἀπό ἱερότητα καί συγκίνηση. Ὁ ἀββᾶς δέν ἔσπευσε νά δώσει ἀμέσως ἀπάντηση. Τά λόγια του βγήκαν σέ λίγο μέ  κάθε ἐπισημότητα. «Πίστεψέ με, τέκνο μου, ὅτι ἐγώ πρώτη φορά συναντῶ τούς ἀδελφούς καί πέραν τῶν ὀνομάτων τους πού μοῦ ἀποκάλυψε ὁ Κύριος δέν ἔχω ἄλλη γνώση. Δέν γνωρίζω λοιπόν ποιός εἶναι αὐτός ὁ νέος. Ὅμως τώρα ἐγώ ὑποδέχθηκα τόν Ἡγούμενο τοῦ Σινᾶ καί τά πόδια τοῦ Ἡγουμένου ἔνιψα». 
Τό μυστήριο λύθηκε. Ὁ Κύριος φανέρωσε τό μέλλον. Ὁ Μαρτύριος βεβαιώθηκε. Ὁ Ἰωάννης παρακολουθοῦσε μέ κατεβασμένο τό κεφάλι, ἐνῶ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τόν σκέπαζε καθισμένο στόν θρόνο τῆς ταπείνωσης. Μέσα στή σπηλιά ἄγγελοι μπαινόβγαιναν. Ἅγιες ψυχές ἀνέπνεαν. Ὁ μελλοντικός ἡγούμενος τοῦ Σινᾶ, ὁ Ἰωάννης, καθόταν μέ καθαρά τά πόδια. Ὁ μετέπειτα Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ὁ ὅσιος μέγας διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης. 
(Από το βιβλίο "Ως έλαφος διψώσα", Ασκητικές ιστορίες παντός καιρού)

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (72)


(Κορωνοϊός: μία πρόκληση να δούμε τα... πνευματικά μας μέτρα!)
Ο αναγκαστικός εγκλεισμός όλων μας στο σπίτι αυτήν τη δύσκολη περίοδο λόγω του θανατηφόρου κορωνοϊού φέρνει στην επιφάνεια με άμεσο και ανάγλυφο τρόπο ό,τι η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει καίριο θέμα στην πνευματική ζωή ενός ανθρώπου:  το θέμα των λογισμών. Όλοι οι άγιοί μας, παλαιότεροι και νεώτεροι, επισημαίνουν ότι η πνευματική ζωή δεν μπορεί να κατορθωθεί, σε όλα τα στάδιά της, από το πιο μικρό έως και το ανώτερο, αν ο άνθρωπος, ιδίως δε ο πιστός, δεν μάθει να ελέγχει τους λογισμούς του. Από το πώς δηλαδή κάποιος αντιμετωπίζει τους λογισμούς του, ή αλλιώς από το τι λογισμούς επικρατούν και κυριαρχούν μέσα του καταλαβαίνει το πνευματικό του επίπεδο, που θα πει το χριστιανικό του επίπεδο. Κοίτα λοιπόν τους λογισμούς σου και δες τι κατηγορίας χριστιανός είσαι.
Γιατί λέμε ότι η περίοδος αυτή ιδίως θέτει με οξύτητα το θέμα των λογισμών;  Διότι ενόψει του εγκλεισμού μας στο σπίτι και μάλιστα μιας απειλής θανάτου που επικρέμαται στα κεφάλια όλων μας ή πολλών τέλος πάντων από εμάς σε περίπτωση που βγούμε έξω -  υποθέτουμε πως παρόμοιος προβληματισμός και ένταση παρουσιάζεται και σε όλους εκείνους που είναι έγκλειστοι σε κάποιον τόπο εκτός της θελήσεώς τους, πολλώ δε μάλλον στους εγκλείστους σε περιορισμένο και μικρό χώρο σαν τους φυλακισμένους – υφίσταται ο πειρασμός να δεχτούμε μέσα στην καρδιά μας την «επίθεση» της παγκόσμιας κυριαρχίας του κορωνοϊού – κατά το «όλα τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά» - με άλλα λόγια να κυριαρχήσει ως πρώτος στην πνευματική μας υπόσταση ο λογισμός της κυριαρχίας του συγκεκριμένου ιού. Κι εδώ ακριβώς αναμετράται ο πιστός με την πίστη του. Διότι κατά τη χριστιανική μας πίστη τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο για όλους και για όλα τον έχει ο Δημιουργός μας, ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Είτε ζώντας σε θεωρούμενη (εξωτερική) ελευθερία είτε εν φυλακή ο Χριστός είναι ο Πατέρας κι Εκείνος από τον οποίο εξαρτάται απολύτως η ζωή του κάθε όντος. «Αυτός διδούς πάσι ζωήν και πνοήν και τα πάντα», κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου στους Αθηναίους στο κήρυγμά του στην Πνύκα, διότι «Αυτός εστιν ο Ων» κατά την αποκάλυψή Του στον Μωυσή. Ήδη το πρώτο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως έρχεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο να μας υπενθυμίζει καθημερινά την πραγματικότητα αυτήν, που θα πει ότι ο χριστιανός, όπου και να είναι και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, τον Χριστό έχει υπόψιν του κι Εκείνον βλέπει εν χάριτι να προσδιορίζει τη ζωή του. 
Κατά συνέπεια, ο κορωνοϊός και κάθε άλλος ιός, όπως και κάθε  απειλή για τον άνθρωπο και σύνολη την παγκόσμια πραγματικότητα, εντάσσεται μέσα σ’  Εκείνου την πανταχού παρουσία και «λειτουργεί» μέσα στο δικό Του κατ’  ευδοκίαν ή κατά παραχώρηση θέλημα – τίποτε δεν γίνεται χωρίς Εκείνος να το επιτρέψει. Οπότε, ο χριστιανός που «περιπατεί διά πίστεως και ου δι’  είδους», που στοχεύει πάντοτε στα μη βλεπόμενα, δηλαδή στην παντοδύναμη ενέργεια του Τριαδικού Θεού, και όχι στα αισθητά βλεπόμενα που έρχονται και παρέρχονται, δεν αφήνεται στον καταιγισμό των «πολεμικών» ειδήσεων, πολλώ μάλλον δεν αφήνεται στην αλλοίωση της αληθινής εικόνας που του δίνει η πίστη∙ αλλά μένει προσηλωμένος και «κολλημένος» κυριολεκτικά στα πέραν των αισθητών, στο πρόσωπο του Χριστού Πατέρα, στην επιμονή της αίσθησης ότι αποτελεί μέλος Χριστού και ότι σύνολη η πραγματικότητα κινείται και υπάρχει μέσα στην Πρόνοια της Τριαδικής Θεότητας, διότι «εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν». Και πώς να δει αλλιώς τα πράγματα, όταν ο ίδιος Κύριος μάς καλεί να δούμε την Πρόνοιά Του αυτή ακόμη και στο παραμικρότερο χόρτο ενός αγρού, στη φροντίδα Του και για το παραμικρό πετούμενο, για την παρουσία Του με τρόπο που δεν μπορούμε να διανοηθούμε στην ίδια μας την ύπαρξη, αφού «και οι τρίχες της κεφαλής μας είναι από Αυτόν αριθμημένες»; «Και τα πάντα εν Αυτώ συνέστηκεν».
Και πέραν του λογισμού αυτού με τον οποίο καλείται να επιβεβαιώνει την πίστη του, θα πρέπει να αντιμετωπίσει και έναν άλλον λογισμό πάλιν των ημερών αυτών, (ξένο όπως και ο άλλος προς την αποδοχή της Πρόνοιας του Θεού, πολύ κοινό όμως για ολόκληρη την καθημερινότητά του, είτε την «ελεύθερη» είτε την έγκλειστη): τον λογισμό της διάρκειας και της συνέχειας, τον πειρασμό του βάθους του χρόνου. «Για πόσο θα είμαστε έγκλειστοι; Και θα περάσει πράγματι το πρόβλημα; Κι αν ξανάρθει;» Και λέμε κι εδώ πως πρόκειται για «πλανεμένο» και μη χριστιανικό λογισμό, γιατί ο ίδιος ο Κύριος, χωρίς δεύτερη κουβέντα, μας εξήγησε ότι ο κύριος προβληματισμός μας που αφορά το σημαντικότερο της ζωής μας: τη σωτηρία μας (πέραν ενός αυτονόητου προγραμματισμού για το μέλλον, δηλαδή όντως μίας κατάστρωσης σχεδίου για την  περαιτέρω παρουσία μας στον κόσμο με βάση και τη λογική και τα φυσικά δεδομένα μας,διότι «ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου»), πρέπει να αναφέρεται στο βάθος της μίας ημέρας. «Μη μεριμνήσητε εις την αύριον∙ η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής. Αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής». Λοιπόν, καλό βεβαίως είναι να κοιτάμε το μέλλον μας, αλλά όχι με τέτοιον τρόπο που να μας διαφεύγει το παρόν, το οποίο είναι και το πιο καθοριστικό για την ισορροπημένη και καλή πνευματική μας πορεία. Πόσοι συνάνθρωποί μας αγωνιώντας για το μέλλον είδαν με τρόμο ότι έχασαν τη ζωή μέσα από τα χέρια τους, πόσοι δεν θα άκουσαν τη φωνή του Δημιουργού που είπε «άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου. Α δε ητοίμασας, τίνι έσται;». 
Συνεπώς, οι ημέρες που διερχόμαστε είναι κρίσιμες, όχι τόσο ως προς το θέμα του θανατηφόρου ιού, όσο ως προς το θέμα της κρίσεως της πνευματικής μας ισορροπίας και της κρίσεως της ποιότητας της χριστιανικής μας αυτοσυνειδησίας. Θα το ξαναπούμε: ναι, το πρόβλημα υφίσταται, το βλέπουμε και ανθρωπίνως παίρνουμε όλα τα προβλεπόμενα μέτρα που μας υποδεικνύουν οι υπεύθυνοι της υγείας και του κράτους μας, αλλά πέραν τούτου: κοιτάμε «προς τον μόνον δυνάμενον σώζειν», τον Κύριο της ζωής και του θανάτου, Εκείνον που με ένα νεύμα Του, μόλις δει το όποιο σημάδι της μετανοίας μας, μπορεί να άρει τον πειρασμό.  

Δ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ



«Χαῖρε, ὡς βροντή τούς ἐχθρούς καταπλήττουσα»
(Χαῖρε, Παναγία, πού σάν βροντή χτυπᾶς καί φοβίζεις τούς ἐχθρούς)
Ὁ παραπάνω στίχος ἀπό τούς Δ΄ Χαιρετισμούς προκαλεῖ διπλά συναισθήματα: ἱκανοποίηση σ’ ἐκείνους τούς πιστούς πού θρησκειοποιοῦν τή χριστιανική πίστη – ζητοῦν «ἐκδίκηση» ἀπό τόν Θεό καί τούς ἁγίους γιά τούς θεωρούμενους «ἐχθρούς» τους (σάν τούς μαθητές τοῦ Κυρίου πού Τοῦ ζήτησαν νά ρίξει φωτιά στούς Σαμαρεῖτες ὅταν Τοῦ εἶπαν νά φύγει ἀπό τά ὅριά τους)· ἀπορία κι ἴσως ἀντίδραση σ’ ἐκείνους πού ἀρνοῦνται κάθε ἔκφραση ὀργῆς καί «ἐκδίκησης» ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἁγίων ἀπέναντι ἀκόμη καί στούς «ἐχθρούς» Του, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη. Εἶναι ἔτσι; Πῶς πρέπει να κατανοήσουμε τόν στίχο;
1. Καταρχάς ὁ χαιρετισμός μᾶς τονίζει τή δύναμη πού ἔχει ἡ Παναγία μας· δύναμη βεβαίως ὄχι ἐξ ἑαυτῆς, ἀλλά ἀπό τή σχέση της μέ τόν Υἱό καί Θεό της. Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι κάθε τι πού ἔχει ἡ Παναγία, ἡ ὅποια χάρη, σοφία καί δύναμή της, ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι ἔχοντας «κολλήσει» ἐλεύθερα στό θέλημα τοῦ Κυρίου, ἔγινε ἡ μεγαλύτερη δίοδος προκειμένου νά διέρχεται δι’ αὐτῆς ἡ παντοδύναμη ἐνέργεια Ἐκείνου, μέ ἀπόλυτη δίοδο τήν ὥρα τῆς σάρκωσής Του στήν ἁγιασμένη γαστέρα της. Ἄν ὁ ἴδιος ὁ προφητικός πνευματοφόρος λόγος βεβαιώνει ὅτι «ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω Σου, ἐμοῦ δέ ἀντελάβετο ἡ δεξιά Σου», δηλαδή  κόλλησε ἡ ψυχή μου στόν Κύριο, γι’ αὐτό καί ἡ δύναμή Του ἦλθε σέ βοήθειά μου· ἄν ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἐκφράζοντας τήν ἐμπειρία ὅλων τῶν ἁγίων ἀποστόλων, λέει ὅτι «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (εἶμαι πανίσχυρος λόγω τοῦ Χριστοῦ πού μέ δυναμώνει)· πόσο περισσότερο τοῦτο ἰσχύει γιά τήν Παναγία Μητέρα, ἡ ὁποία ἀνθρωπίνως ὑπῆρξε ὅ,τι ἐξαίρετο καί ἐξαίσιο παρουσίασε, παρουσιάζει καί θά παρουσιάσει ποτέ ἡ ἀνθρωπότητα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ - «ἡ ἐκλελεγμένη πασῶν τῶν γενεῶν»! Στό πρόσωπο λοιπόν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ψαύουμε κυριολεκτικά τήν παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ μας, διότι ἀκριβῶς εἶναι «ὁ Κύριος μετ’ αὐτῆς», γι’ αὐτό καί «πολύ ἰσχύει δέησις Μητρός πρός εὐμένειαν Δεσπότου».
2. Ἡ παντοδυναμία της ὅμως αὐτή, ὡς χάρη πού ἐκχωρεῖται ἀπό τόν Κύριο καί Θεό της, λειτουργεῖ κατ’ ἀντίστοιχο τρόπο πρός Ἐκείνου τήν παντοδυναμία. Δηλαδή ὡς δύναμη ἀγάπης καί ἐλέους, ὡς δύναμη συγχώρησης, πού «αἴρει» τήν ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων προκειμένου νά τούς δώσει τή δική Του δικαιοσύνη. Αὐτό δέν βλέπουμε σέ ὅλη τήν ἱστορία τῆς θείας οἰκονομίας, τήν ἰστορία δηλαδή τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου; Τί ἔκανε ὁ Θεός ἀπέναντι στόν ἐπαναστατημένο ἄνθρωπο γιά νά τόν σώσει; Δέν ἔστειλε κεραυνούς ἐκδίκησης, δέν ἐξέφρασε τήν ὀργή Του γιά νά δηλώσει τό ποιός ἔχει τό πάνω χέρι καί ἔτσι νά ὑποτάξει τό πλάσμα Του – δέν θά ἦταν βλασφημία μία τέτοια «ὑποταγή» τοῦ ἀνθρώπου ἀπό ἕναν Θεό πού ἀναζητεῖ καί ἐκζητεῖ πάντοτε τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή τήν ἐλεύθερη ἀποδοχή καί ἀγάπη του; «Υἱέ μου, δός μοι σήν καρδίαν» εἶναι τό αἴτημα τοῦ Πατέρα πρός τό ἀγριεμένο παιδί Του. Γι’ αὐτό καί ἡ παντοδυναμία Του κινεῖται μέ τόν πιό ἀπρόσμενο τρόπο πού «λιώνει» κάθε καλοπροαίρετη καρδιά: «κλίνει οὐρανούς» καί γίνεται ἄνθρωπος, ἀναλαμβάνοντας Αὐτός ὅ,τι πιά δέν μποροῦσε νά κάνει ὁ τραυματισμένος καί ἡμιθανής ἄνθρωπος. Ἡ παντοδυναμία Του φανερώνεται μέσα στήν ἀπόλυτη ἀγάπη Του – γι’ αὐτό καί πολλές φορές ἔχει τονιστεῖ ὅτι ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου: ἡ θεωρούμενη ἀπόλυτη «ἀδυναμία» Του, συνιστᾶ «τήν νίκην, τήν νικήσασαν τόν κόσμον».   
3. Καί ποιά ἡ ἔννοια τότε τῆς φράσης τῆς Γραφῆς περί τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ καί περί τῆς ἔκφρασης τῆς δικαιοσύνης Του πέραν τῆς ἀγάπης Του; Ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἑρμηνεύεται συνήθως ἀπό τούς ἁγίους μας - ἄς θυμηθοῦμε ὄχι τίς πολλές ἐπ’ αὐτοῦ ἐκφράσεις τῶν παλαιοτέρων Πατέρων μας, ἀλλά τοῦ συγχρόνου μας ἀγαπημένου ἁγίου Πορφυρίου τοῦ καυσοκαλυβίτου, ὁ ὁποῖος τόνιζε μέ ἔμφαση γιά τόν Κύριο ὅτι δέν κρατάει στά χέρια Του κεραυνούς, δέν λειτουργεῖ μέ τόν φόβο, γιατί ἀκριβῶς μᾶς ἀγαπάει μέ τήν ἀνώτερη δυνατή ἀγάπη πού μπορεῖ κανείς νά φανταστεῖ κι ἀκόμη περισσότερο – (ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ λοιπόν) συνιστᾶ τή βίωση τῆς ἀγάπης Του ἀπό ἐκείνους πού δυστυχῶς ἀρνοῦνται τήν παροχή καί τήν ἐνέργειά Της. Ὁ Θεός δηλαδή παρέχει τήν ἀγάπη Του, ἀλλά μεταποιεῖται αὐτή ἀνάλογα μέ τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ καλοπροαίρετος πού Τήν δέχεται ζεῖ ἤδη ἀπό τώρα στόν κόσμο τοῦτο τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ ὡς Παράδεισο, ὁ κακοπροαίρετος πού Τήν ἀρνεῖται τήν βιώνει ὡς ὀργή Του. Ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ λοιπόν εἶναι ἡ μεταποιημένη ἀπό τή διαστροφή τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου ἀγάπη τοῦ Πατέρα (κάτι παρόμοιο δέν θά ἰσχύσει καί στήν κρίση τοῦ Θεοῦ;).
Ἀλλά καί ὡς ὀργή τοῦ Θεοῦ (ἀναλύοντας τό ἴδιο στήν πραγματικότητα σκεπτικό) μποροῦμε νά χαρακτηρίσουμε 1) ἐκεῖνες τίς ἐνέργειές Του πού λειτουργοῦν μ’ ἕναν πιό ἔντονο καί «προκλητικό» θά λέγαμε τρόπο στόν ἀπομακρυσμένο ἀπό Αὐτόν ἄνθρωπο (ἐπιτρέποντας μία δοκιμασία, ἕνα ἀτύχημα, μία ἀρρώστια κλπ.), προκειμένου νά τόν συνετίσει, νά τόν κάνει νά ἔλθει εἰς ἑαυτόν καί  νά μετανοήσει, συνεπῶς λειτουργοῦν ὡς «παιδαγωγία» Του μέσα στό πλαίσιο τῆς φιλανθρωπίας Του· καί 2) ἀκόμη καί τήν (προσωρινή) ἄρση τῆς χάριτός Του, ἀφήνοντας τόν ἄνθρωπο στίς δικές του ἐπιλογές ζωῆς, οἱ ὁποῖες χαρακτηρίζονται ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν ἐγωισμό του καί τόν ὁδηγοῦν ἤδη ἀπό τώρα σέ μία αἴσθηση κόλασης. Εἶναι εὐνόητο ὅτι τά παραπάνω σημαίνουν πώς ἡ ἔννοια τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ λειτουργεῖ ἐντελῶς ἀνάποδα ἀπό τή συνήθη ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων λειτουργία, διότι ἔχει ὡς περιεχόμενό της καί πάλι τήν ἀγάπη - ἀγάπη καί δικαιοσύνη στόν Θεό ταυτίζονται.    
4. Λοιπόν, γιά νά ἐπανέλθουμε στήν Παναγία μας, ὅταν χαιρετίζεται ἡ μεγάλη Μάνα τῶν ἀνθρώπων ὡς ἐκείνη πού σάν βροντή χτυπάει καί φοβίζει τούς ἐχθρούς, πρέπει νά ἐννοήσουμε ὅτι ἐκφοβίζει πρῶτα ἀπό ὅλα βεβαίως τούς ἐχθρούς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους κι ὅλου τοῦ κόσμου ἐκπεπτωκότας ἀγγέλους, τούς δαίμονες, ὥστε νά μήν πειράζουν καί ταλαιπωροῦν τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί ἐκφοβίζει μέσα στό πλαίσιο τῆς ἀγάπης της καί ὅλους ἐκείνους πού τοποθετοῦνται ἐχθρικά ἔναντι τοῦ Θεοῦ, ἔναντι τῶν ἁγίων, ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νά τούς ὁδηγήσει σέ συναίσθηση τῆς ἐπιλογῆς τῆς κόλασής τους, φανερώνοντας ταυτόχρονα ὅτι διαφυλάσσει τούς πιστούς καί ὅτι ἡ ἴδια εἶναι Ἐκείνη (μέ πρῶτον βέβαιο τόν Υἱό καί Θεό της) πού θά βροῦν μπροστά τους σέ ὅποια ἐχθρική  τους κατ’ αὐτῶν ἐνέργεια.  Μέ ἄλλα λόγια τό «ἀγριωπό» μερικές φορές βλέμμα της εἶναι τό βλέμμα τῆς Μάνας πού ἡ καρδιά της σπαράζει καθώς βλέπει τό σπλάχνο της νά ὁδεύει πρός τήν καταστροφή του. Ἡ «βροντή» της εἶναι ἡ ἀγωνιῶσα κραυγή της πού θέλει μέ τήν ἔντασή της νά μᾶς προφυλάξει ἀπό τούς πνευματικούς κινδύνους πού διατρέχουμε, ἀλλά καί νά κάνει πέρα, ὅπως εἴπαμε, τούς ἐχθρούς δαίμονες.
Τήν Παναγία μας, (ἑπομένως τόν Κύριο καί Θεό μας μέ τόν τρόπο πού ἐξηγήσαμε καί παραπάνω), δέν τήν ἀφήνουμε ποτέ. Κρατιόμαστε μέσα στήν ἀγκαλιά της, «κολλᾶμε» στό ἅγιο ὄνομά της, γιατί ἔτσι ξέρουμε ὅτι βρισκόμαστε σάν τό πλοῖο μέσα στό λιμάνι. Ἡ ὅποια «βροντή» της τότε ἀκούγεται στά αὐτιά μας ὡς νανούρισμα καί γλυκό τραγούδι της.

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2020

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ



Τήν 26η τοῦ μηνός Μαρτίου ἐπιτελοῦμε τή σύναξη τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ἡ ὁποία μᾶς παραδόθηκε ἀπαρχῆς καί ἐκ Θεοῦ, διότι ὁ ἀρχάγγελος αὐτός διακόνησε στό θεῖο καί ὑπερφυές καί ἀπόρρητο μυστήριο τῆς οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ.
Κατά τή σημείωση μάλιστα τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ ἁγιορείτου στόν Μέγα Συναξαριστή του, ῾Γαβριήλ θά πεῖ Θεός καί ἄνθρωπος, (ἄνθρωπος Θεοῦ δηλαδή), κατά τόν Κωνσταντινουπόλεως Πρόκλο. Γι᾽ αὐτό κι εἶναι ἐκεῖνος πού ὑπηρέτησε στό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ Λόγου. Λέγει δέ καί ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμεύς, ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ταυρομενίας, ὅτι τά ἑπτά στοιχεῖα πού περιέχει τό ὄνομα τοῦ Γαβριήλ σημαίνουν ὅτι ὁ Χριστός τοῦ ὁποίου τή Γέννηση εὐαγγελίστηκε ὁ Γαβριήλ θά ἔλθει γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος μετρᾶται ἀπό τήν ἑβδομάδα καί τελειώνει σέ ἑπτά αἰῶνες᾽.
 
῾Ο ἅγιος ὑμνογράφος ᾽Ιωσήφ κινεῖται ἐκστατικά, καθώς ἀναφέρεται στόν ῾παμμέγιστον Γαβριήλ᾽. Δέν ὑπάρχει σχεδόν τροπάριο εἴτε στόν ἑσπερινό εἴτε στόν κανόνα γιά τόν ἀρχάγγελο πού νά μή φανερώνει τόν θαυμασμό καί τή γεμάτη δέος στάση του ἀπέναντί του, ὄχι μόνο γιά τό γεγονός τῆς συμμετοχῆς τοῦ Γαβριήλ στή φανέρωση τοῦ μυστηρίου τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο ὡς ἀνθρώπου στήν ἁγνή παιδούλα Μαριάμ, ἀλλά καί γιά τή διπλή ἀδιάκοπη καί ἀέναη στάση του ἀπέναντι στόν Κύριο τοῦ Παντός, τόν Τριαδικό Θεό: τή δοξολογία τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του καί τήν ἑτοιμότητα ὑπακοῆς στά κελεύσματα τῆς βουλήσεώς Του. Γιά παράδειγμα: ῾Γαβριήλ ὁ μέγιστος νοῦς...παρατηρώντας καί βλέποντας τό τρισήλιο φῶς τοῦ Θεοῦ... φτάνοντας στήν Παρθένο μετέφερε σ᾽ αὐτήν τή χαρμόσυνη εἴδηση τοῦ θείου καί φρικώδους μυστηρίου (ὅτι θά γεννήσει τόν Θεό ὡς ἄνθρωπο)᾽ (῾Γαβριήλ ὁ μέγιστος νοῦς... φῶς τό τρισήλιον καθορῶν καί βλέπων... τό θεῖον καί φρικῶδες μυστήριον εὐηγγελίσατο, τῇ Παρθένῳ ἀφικόμενος᾽) (στιχηρό ἑσπερινοῦ). ῾Γεμᾶτος ἀπό φῶς πάντοτε καί πράττοντας τό θέλημα καί ἐκτελώντας τά προστάγματα τοῦ Παντοκράτορος, ἀρχηγέ ᾽Αγγέλων, Γαβριήλ πανάριστε...᾽ (῾Φωτός ὤν ἀνάπλεως ἀεί, καί ποιῶν τό θέλημα καί ἐκτελῶς τά προστάγματα τοῦ Παντοκράτορος, ἀρχηγέ ἀγγέλων, Γαβριήλ πανάριστε᾽) (στιχηρό ἑσπερινοῦ). ῾Καθώς φωτίζεσαι μετέχοντας στό φῶς τοῦ πρώτου Νοῦ, τοῦ Θεοῦ, φάνηκες δεύτερο φῶς κι ἐσύ, κραυγάζοντας μαζί μέ τίς ἄπειρες τάξεις τῶν ἀγγέλων: ῞Αγιος ὁ Θεός ὁ παντουργός, ὁ Υἱός ὁ συνάναρχος, καί τό Πνεῦμα τό σύνθρονο᾽ (῾Νοός κατά μέθεξιν τοῦ πρώτου φωτιζόμενος, δεύτερον ὡράθης φῶς κραυγάζων, σύν ταῖς ἀπείροις ἀγγέλων τάξεσιν: ῞Αγιος ὁ Θεός ὁ παντουργός, Υἱός ὁ συνάναρχος, καί τό Πνεῦμα τό σύνθρονον᾽) (ὠδή ε´).
 
Ἡ ἀρχιστρατηγία τοῦ Γαβριήλ καί ἡ πρωτιά του ἔναντι τῶν ἄλλων ἀγγέλων φάνηκε κατά τόν ὑμνογράφο κυρίως ἀπό τό γεγονός ὅτι αὐτόν ὁ παντοκράτωρ Κύριος ἐπέλεξε προκειμένου νά τοῦ ἐμπιστευτεῖ τή φανέρωση τοῦ ἀπ᾽ αἰῶνος μυστηρίου, τοῦ ἐρχομοῦ Του στόν κόσμο ὡς ἀνθρώπου, στήν ἁγνή θεόπαιδα Μαριάμ. Κι εἶναι ἡ ἀνάθεση αὐτή τῆς ἐξαιρετικῆς διακονίας ἀποκάλυψη ταυτοχρόνως καί τῆς δόξας τοῦ συγκεκριμένου ἀρχαγγέλου, κάτι πού σημαίνει ὅτι ὅσο σπουδαῖο εἶναι ἕνα διακόνημα, τόσο σπουδαία γίνεται καί ἡ προσωπικότητα αὐτοῦ πού τό ἀναλαμβάνει καί τό φέρει εἰς πέρας. ῾Τό μέγα μυστήριον πού ἦταν ἄγνωστο προηγουμένως στούς ἀγγέλους καί ἀπόκρυφο προαιωνίως, μόνο σ᾽ ἐσένα τό ἐμπιστεύτηκε ὁ Θεός, Γαβριήλ᾽ (῾Τό μέγα μυστήριον τό πρίν τοῖς ἀγγέλοις ἄγνωστον καί πρό αἰώνων ἀπόκρυφον, μόνος πεπίστευσαι, Γαβριήλ᾽) (στιχηρό ἑσπερινοῦ). ῾᾽Αξιώθηκες μέγιστη δόξα, καθώς μᾶς φανέρωσες τό μέγα μυστήριο, μέγιστε ἀρχάγγελε᾽ (῾Μεγίστης εὐκλείας ἠξιώθης, τό μέγα μυστήριον ἡμῖν ἀνακαλύψας, μέγιστε ἀγγέλων᾽) (ὠδή γ´).
 
Βεβαίως ὁ ἅγιος ὑμνογράφος δέν παραλείπει μαζί μέ τίς παραπάνω ἐκτιμήσεις του νά κάνει καί δύο παρατηρήσεις: πρῶτον, ὅτι ὁ ἅγιος ἀρχάγγελος Γαβριήλ διακόνησε τό μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου καί πρό τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, δεδομένου ὅτι τόν βρίσκουμε καί στόν προφήτη Δανιήλ: νά τόν φωτίζει καί νά τοῦ ἀποκαλύπτει τά μέλλοντα ἐν πνεύματι Θεοῦ (῾῞Ιστασο...Γαβριήλ ἀξιάγαστε, καταφαιδρύνων τόν προφήτην Δανιήλ καί ἐντιθείς τήν δήλωσιν τῶν ἀγνοουμένων ἐν πνεύματι᾽) (ὠδή δ´), καί στόν ἱερέα Ζαχαρία, τόν πατέρα ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου: νά τοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ γυναίκα του ᾽Ελισάβετ θά γεννήσει τόν ᾽Ιωάννη καί νά τόν ῾τιμωρεῖ᾽ μέ κωφαλαλία λόγω τῆς ἀπιστίας πού ἐπέδειξε (῾῾Ο θεῖος ὡς εἶδέ σε, καιρῷ τοῦ θυμιάματος, πάλαι συνεστῶτα Ζαχαρίας, μένει κωφεύων. Οὐ γάρ ἐπίστευσε σοῦ τῇ ἀγγελίᾳ τῇ φρικτῇ, ἥν περ ἐξεφώνησας, Γαβριήλ ἀρχιστράτηγε᾽) (ὠδή ε´)· δεύτερον, ὅτι ἐνῶ ὅλη ἡ ἀκολουθία ἐπικεντρώνεται δικαίως στόν ἅγιο ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ὁ ὑμνογράφος θυμᾶται αἴφνης καί τόν ἄλλο μέγιστο ἀρχάγγελο ἅγιο Μιχαήλ, ἀφιερώνοντάς του ἕνα τροπάριο στό τέλος τῆς ἀκολουθίας, προφανῶς γιά νά δείξει ὅτι καί οἱ δύο εἶναι ἰσοστάσιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. ῾Πανέμορφη καί πανένδοξη δυάδα,  Μιχαήλ καί Γαβριήλ, πού στέκεστε στόν θρόνο τῆς θείας δόξας...᾽(῾῾Η περικαλής δυάς καί περίδοξος, Μιχαήλ καί Γαβριήλ, θρόνῳ παριστάμενοι τῆς θείας δόξης...᾽) (ὠδή θ´).
 
῾Ο ἐκκλησιαστικός ποιητής ὅμως, παρ᾽ ὅλο τό θάμβος πού νιώθει μπροστά στόν ἅγιο τοῦ Θεοῦ ἀρχάγγελο, τόσο πού ὅπως εἴπαμε τόν χαρακτηρίζει διαρκῶς ῾λόγω τῆς μετοχῆς του στό ἀϋλότατο φῶς τοῦ Θεοῦ...φῶς δεύτερον᾽ (ὠδή γ´), δέν παύει νά τονίζει ὅτι καί αὐτός συνιστᾶ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς εἶναι περιορισμένος καί στή δύναμη καί στή γνώση. ᾽Επανειλημμένως ὅπως ἤδη εἴδαμε σημειώνει ὅτι τό μυστήριο τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο ἦταν ἀπόκρυφο καί γιά τούς ἀγγέλους, ὁ ἴδιος δέ ὁ Γαβριήλ, ὁ ὑπηρέτης τοῦ θαύματος, ἀδυνατοῦσε νά κατανοήσει ὅ,τι διαδραματιζόταν. Τό δοξαστικό μάλιστα τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς, ἔργο ὄχι τοῦ ᾽Ιωσήφ ἀλλά τοῦ ἐξίσου γνωστοῦ ὑμνογράφου ᾽Ιωάννου τοῦ μοναχοῦ, εἶναι ἀπό τά ὡραιότερα τροπάρια πού ὑπάρχουν στήν ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας. ῾Στάλθηκε ἀπό τόν Θεό ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ γιά νά εὐαγγελιστεῖ στήν Παρθένο τή σύλληψη. Κι ὅταν ἦλθε στή Ναζαρέτ, σκεπτόταν μέσα του τό θαῦμα μέ ἔκπληξη, ὅτι δηλαδή πῶς ὁ ἀκατάληπτος Θεός θά γεννηθεῖ ἀπό Παρθένο! Αὐτός πού ἔχει θρόνο Του τόν οὐρανό καί ὑποπόδιο τή γῆ, πῶς θά χωρέσει στή μήτρα μίας γυναίκας! Αὐτόν πού δέν μποροῦν νά Τόν ἀτενίσουν τά ἑξαπτέρυγα καί τά πολυόμματα, θέλησε μέ μόνο τόν λόγο Του νά σαρκωθεῖ ἀπό αὐτήν! Αὐτός πού παρευρίσκεται εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Τί λοιπόν στέκομαι καί δέν λέγω στήν Κόρη: Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος εἶναι μαζί Σου;᾽ (῾᾽Απεστάλη ἐξ οὐρανοῦ Γαβριήλ ὁ ἀρχάγγελος, εὐαγγελίσασθαι τῇ Παρθένῳ τήν σύλληψιν. Καί ἐλθών εἰς Ναζαρέτ, ἐλογίζετο ἐν ἑαυτῷ τό θαῦμα ἐκπληττόμενος, ὅτι πῶς ὁ ἐν ὑψίστοις ἀκατάληπτος ὤν, ἐκ Παρθένου τίκεται! ῾Ο ἔχων θρόνον οὐρανόν καί ὑποπόδιον τήν γῆν, ἐν μήτρᾳ χωρεῖται γυναικός! ῟ῼ τά ἑξαπτέρυγα καί πολυόμματα ἀτενίσαι οὐ δύνανται, λόγῳ μόνῳ ἐκ ταύτης σαρκωθῆναι ηὐδόκησε! Θεοῦ ἐστι Λόγος ὁ παρών. Τί οὖν ἵσταμαι καί οὐ λέγω τῇ Κόρῃ; Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ᾽.
 
Παράλληλα δέ μέ τήν ἔκπληξη τοῦ ἀρχαγγέλου, τονίζεται καί ἡ ἔκπληξη τῆς πανάγνου Μαριάμ, ἡ ὁποία μέ τή φανέρωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ: δι᾽ αὐτῆς θά γεννηθεῖ ὁ Θεός ὡς ἄνθρωπος, ἀποκαλύπτεται ἀφενός σοφότατη καί διακριτικότατη, κυριολεκτικά ὁ ἀντίποδας τῆς πρώτης Εὔας, καθώς δέν σπεύδει νά ἀποδεχτεῖ τό παράδοξο καί τό θαῦμα, ἀφετέρου πράγματι Παναγία, καθώς μετά τίς ἐξηγήσεις σπεύδει νά κάνει ὑπακοή σέ ὅ,τι συνιστᾶ θέλημα τοῦ Θεοῦ: ῾᾽Ιδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα Σου᾽.  Τί σημαίνει ἡ σάν φλόγα μορφή σου; Εἶπε ἡ Σεμνή μέ ἔκπληξη στόν Γαβριήλ. Ποιό εἶναι τό ἀξίωμά σου καί ποιό τό νόημα τῶν λόγων σου; Μοῦ ὑπόσχεσαι παιδοποιΐα, ἀλλά ἐγώ δέν ἔχω πεῖρα ἄνδρα. Φύγε μακριά, μή μέ πλανέψεις, ἄνθρωπε, ὅπως παλιά πλάνεψε ὁ δόλιος ὄφις  τήν προμήτορα Εὔα᾽ (῾Τί σου τό εἶδος τό πύρινον; Τῷ Γαβριήλ ἡ Σεμνή, μετ᾽ ἐκπλήξεως ἔφησε. Τί σου τό ἀξίωμα, καί τῶν λόγων ἡ δύναμις;  Παιδοποιΐαν προσεπαγγέλλῃ μοι, ἐγώ δέ πεῖραν ἀνδρός οὐ κέκτημαι. ῎Απιθι πόρρωθεν, μή πλανήσῃς ἄνθρωπε, ὥσπερ τό πρίν Εὔαν τήν προμήτορα, ὄφις ὁ δόλιος᾽) (ἀπόστιχο ἑσπερινοῦ).
 
Δέν εἶναι δυνατόν βεβαίως ὁ ἅγιος ποιητής, μπροστά στήν ἁγιότητα τοῦ ἀρχαγγέλου,  νά μή καταλήγει σέ ὅ,τι ἀποτελεῖ ζητούμενο τοῦ κάθε πιστοῦ: τήν ἐπέμβαση καί τή μεσιτεία του γιά τή σωτηρία τοῦ ἴδιου καί τῆς ᾽Εκκλησίας. ῾Χάλασε τίς ἄσχημες σκέψεις ἐναντίον μας τῶν ἀπίστων ἀνθρώπων, στέριωσε τήν ὀρθόδοξη πίστη, πάψε τά σχίσματα τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀρχάγγελε, μέ τίς παρακλήσεις σου πρός τόν Κτίστη ὅλων᾽ (῾Βουλάς ἐθνῶν διασκέδασον, τήν πίστην τήν ὀρθόδοξον κράτυνον, παῦσον τά σχίσματα τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀρχάγγελε, ταῖς πρός τόν Κτίστην πάντων σοῦ παρακλήσεσι᾽) (ὠδή στ´). ᾽Αλλά ἀκόμη περισσότερο, αἰτεῖται ὁ ποιητής τή χάρη νά γίνεται  ὁ ἅγιος ἀρχάγγελος καθοδηγητής τῆς ζωῆς τοῦ ἴδιου καί τῶν ἀνθρώπων. Γιατί ἀκριβῶς οἱ ἄγγελοι ὡς δεύτερα φῶτα μετά τό Πρῶτο, τόν ἴδιο τόν Τριαδικό Θεό, εἶναι οἱ ὁδηγοί τῶν ἀνθρώπων. ῾᾽Αρχιστράτηγε Θεοῦ, λειτουργέ τῆς θεϊκῆς δόξας, τῶν ἀνθρώπων ὁδηγέ καί ἀρχηγέ τῶν ἀσωμάτων...᾽(κοντάκιο).  
 

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2020

«ΑΓΑΠΑΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ;»


(Κύρια σημεῖα ὁμιλίας στήν (ἀγαπημένη) Κάρπαθο, πού... ἀκυρώθηκε λόγω κορωνοϊοῦ)
 1. Τό θέμα μοιάζει περίεργο καί παράδοξο: εἶναι κανείς πού δέν ἀγαπᾶ τόν ἑαυτό του; Γιά τόν ἑαυτό μας πρωτίστως δέν ἀγωνιζόμαστε ὅλοι; Τόν ἑαυτό μας δέν θέλουμε νά ἱκανοποιήσουμε, νά ἡσυχάσουμε, νά χαροῦμε; Κι ἀπόδειξη ἄμεση τό γεγονός ὅτι μόλις κάτι πάθουμε, μόλις λίγο ἀρρωστήσουμε, ἀμέσως κινητοποιούμαστε, εἴτε πηγαίνοντας στόν γιατρό εἴτε στό νοσοκομεῖο εἴτε παίρνοντας μόνοι μας κάποιο φάρμακο. Μᾶς πῶς ἀπό τήν ἄλλη νά δικαιολογήσουμε αὐτό πού συχνά ἐπίσης κάνουμε, δηλαδή ὅτι προβαίνουμε σέ ἐνέργειες πού καταστρέφουν τόν ἑαυτό μας, ὅπως π.χ. τό κάπνισμα, οἱ διάφορες καταχρήσεις, τό ἀλκοόλ, οἱ ἐξαρτησιογόνες οὐσίες! Μᾶλλον τόν ἑαυτό μας καί τόν ἀγαπᾶμε καί δέν τόν ἀγαπᾶμε. Δηλαδή καί εἴμαστε οἱ καλύτεροι φίλοι του, ἀλλά καί οἱ χειρότεροι ἐχθροί του. Ἡ περίπτωση μάλιστα τῆς αὐτοκτονίας, νά θέτει κανείς μόνος του τέλος στή ζωή του, δέν εἶναι ἡ ἀκραία ἐπιβεβαίωση τῆς δεύτερης πραγματικότητας πού ἀναφέραμε;
Καί γιά νά προχωρήσουμε λίγο πιό βαθιά, σέ ἐπίπεδο ψυχολογικό: πόσες φορές δέν ἔχουμε ἀκούσει ἀπό ψυχολόγους, ἀπό ψυχιάτρους, ἀπό ἀνθρώπους ἔμπειρους στά πνευματικά, νά λένε πώς τίς περισσότερες φορές ἡ ἐπιθετική συμπεριφορά τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντι στούς συνανθρώπους τους ὀφείλεται στό ὅτι δέν ἀγάπησαν καί δέν ἀγαποῦν τόν ἑαυτό τους τόν ἴδιο! Ἡ ἐσωτερική τους δυσλειτουργία δηλαδή, τό γεγονός ὅτι δέν τά ἔχουν βρεῖ μέ τόν ἑαυτό τους πού λέμε, τούς ὁδηγεῖ σέ στάση ζωῆς ἔναντι τῶν ἄλλων ἀντίστοιχη πρός τόν δικό τους ἑαυτό! Τά κομμάτια τους τά κάνουν ὅπλα γιά νά πληγώνουν τούς ἄλλους, πού σημαίνει: οἱ σχέσεις μας φανερώνουν τελικά τό τί γίνεται στόν ἐσωτερικό μας κόσμο, ἤ, γιά νά τό ποῦμε ἀλλιῶς, ὅ,τι ζοῦμε μέσα μας, στήν καρδιά μας, αὐτό καί προβάλλουμε τίς περισσότερες φορές καί πρός τά ἔξω. Γι’ αὐτό καί δέν πρέπει νά σπεύδουμε νά κατακρίνουμε καί νά καταδικάζουμε ἐκεῖνον πού δημιουργεῖ προβλήματα, πού εἶναι ὑβριστής καί ἄδικος πρός τούς ἄλλους. Ζεῖ μέσα του μία κόλαση, γιατί ζεῖ τή διάσπαση τοῦ ἴδιου του τοῦ ἑαυτοῦ. Ὅπως τό ἔλεγε ὁ ἅγιος Πορφύριος: εἶναι σάν αὐτός ὁ ἄνθρωπος νά κατασπαράσσεται ἀπό θηρία. Ἤ σάν κάποιος νά τοῦ ἔχει βάλει στόν κρόταφο ἕνα πιστόλι.
2. Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας ρίχνει φῶς στήν τραγικότητα αὐτή: ὁ ἄνθρωπος συμπεριφέρεται διασπασμένα, γιατί πράγματι εἶναι διασπασμένος λόγω τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία διέστρεψε καί κατέστρεψε σέ μεγάλο βαθμό τόν ἄνθρωπο πού ὁ Θεός τόν δημιούργησε νά λειτουργεῖ μέ ἐσωτερική ἑνότητα κατ’ εἰκόνα τοῦ Ἴδιου. Ἄν ὁ Θεός πού ἀπεκάλυψε ὁ Χριστός, τόσο στήν πρώτη φάση ἀποκάλυψης τήν Παλαιά Διαθήκη, ὅσο καί στή δεύτερη καί τελεία τῆς Καινῆς, εἶναι Τριαδικός καί κοινωνία προσώπων μέ κύριο γνώρισμα τήν ἑνότητα καί τήν ἀλληλοπεριχώρηση τῶν προσώπων μεταξύ τους - ὁ Ἕνας νά ζεῖ μέσα στόν Ἄλλον, ὅπως τό εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἕν ἐσμεν»· «ἐγώ ἐν τῷ Πατρί καί ὁ Πατήρ ἐν ἐμοί ἐστι» – κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ ἄνθρωπος: δημιουργεῖται γιά νά εἰκονίζει καί νά ζεῖ τήν ἑνότητα αὐτή, μέ αὐξητική πορεία καί ρυθμό, μέχρις ὅτου γίνει ἀκριβῶς σάν τόν Θεό, ἕνα μ’ Ἐκεῖνον. Ἡ προοπτική αὐτή ὅμως χάθηκε, γιατί ὁ ἄνθρωπος, κατά τά γνωστά τῆς διήγησης τῆς Γένεσης, ἐπαναστάτησε κατά τοῦ Δημιουργοῦ του, κάνοντας κακή χρήση τῆς ἐλευθερίας του. Θέλησε νά αὐτονομηθεῖ ἀπό τόν Θεό καί ἔτσι αὐτονομήθηκε καί ἀπό τόν συνάνθρωπό του, ἀλλά καί ἀπό τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Ἡ ἁμαρτία δηλαδή ἔκανε τόν ἄνθρωπο νά γίνει ἕνας χαμένος, ἕνας πνευματικά καί ἐσωτερικά νεκρός (ὅπως μᾶς τό δείχνει μεταξύ ἄλλων καί ἡ γνωστή παραβολή τοῦ ἀσώτου: «ὁ υἱός μου οὗτος νεκρός ἦν … καί ἀπολωλός»). Ὅλη ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία εἶναι μία ἐπιβεβαίωση τῆς τραγικῆς αὐτῆς ἀλήθειας: παντοῦ διαμάχες καί πόλεμοι! Πῶς ξεκινάει ἄλλωστε ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου; Μέ μία ἀδελφοκτονία: ὁ Κάιν σκοτώνει τόν ἀδελφό του Ἄβελ. Καί τό χειρότερο γι’ αὐτόν; Ἀπό τότε ἀρχίζει ἡ ἐσχάτη τραγωδία του· νά μήν μπορεῖ νά βρεῖ πουθενά τόπο νά ἡσυχάσει. Ἡ συνείδησή του γίνεται ὁ ἀδιάκοπος καί ἀδυσώπητος ἐλεγκτής του. Γίνεται ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός του (τό βλέπουμε πολύ παραστατικά ἔπειτα σέ ὅλες τίς ἱστορίες τῶν φυλῶν τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως μέ τίς ἐριννύες τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων).
Ἐκεῖνος πού ἔχει περιγράψει ἀκτινογραφικά θά λέγαμε τήν τραγικότητα τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς διάσπασης καί τοῦ διχασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του μάλιστα καί ἰδίως στό 7ο κεφ. μιλάει ἀκριβῶς γιά τόν ἄνθρωπο πού λόγω τῆς ἁμαρτίας διχάστηκε τόσο πού ἄλλα ἐπιθυμεῖ καί ἄλλα κάνει, γιά ἄλλα χαίρεται μά ἐπιτελεῖ ὅ,τι τόν καταθλίβει. «Δέν κάνω τό καλό πού θά ‘θελα – σημειώνει - ἀλλά ὑπηρετῶ τό κακό που δεν το θέλω» (7,19). Καί παρακάτω: «Ἐσωτερικά συμφωνῶ καί χαίρομαι μέ ὅσα λέει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Διαπιστώνω ὅμως πώς ἡ πράξη μου ἀκολουθεῖ ἕναν ἄλλον νόμο, πού ἀντιστρατεύεται τόν νόμο μέ τόν ὁποῖο συμφωνεῖ ἡ συνείδησή μου: εἶναι ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας πού κυριαρχεῖ στήν ὕπαρξή μου καί μέ κάνει αἰχμάλωτό της» (22-23). Γιά νά φτάσει στό δραματικό σημεῖο νά διερωτᾶται: «Τί δυστυχισμένος, ἀληθινά, πού εἶμαι! Ποιός μπορεῖ νά μέ λυτρώσει ἀπό τήν ὕπαρξη αὐτή, πού ἔχει ὑποταχτεῖ στόν θάνατο;». Γιά νά κραυγάσει ἔπειτα βεβαίως αὐτό πού συνάντησε χαρισματικά ὡς λύση καί σωτηρία: «Εὐχαριστῶ τόν Θεό πού τό ἔκανε αὐτό, μέ τό σωτήριο ἔργο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ» (24-25). Ἀλλά καί ἡ νεώτερη ψυχολογία τοῦ βάθους ὅπως χαρακτηρίζεται, μέ τήν ἀνακάλυψη τοῦ ὑποσυνειδήτου καί τοῦ ἀσυνειδήτου αὐτό δέν πρόβαλε καί αὐτό δέν συνεχίζει σ’ ἕνα μεγάλο βαθμό νά προβάλλει, ἔστω καί μέ πολλές διαφοροποιήσεις; Φρόϊντ, Γιούνγκ, Ἄντλερ καί οἱ μετέπειτα συνεχιστές τους πάνω στήν τραγικότητα καί στήν παθολογία αὐτή τοῦ ψυχισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου παλεύουν, φτάνοντας πολλές φορές σέ ἀδιέξοδα ἤ προτείνοντας λύσεις πού μπορεῖ προσωρινά νά ἀνακουφίζουν, μά δέν δίνουν τήν ὁριστική λύση πού θά θεραπεύσει τό «μέγα τραῦμα», τόν ἄνθρωπο!
Λοιπόν, στό ἐρώτημα τελικῶς ἄν ἀγαπᾶμε τόν ἑαυτό μας, ἡ ἀπάντηση εἶναι μᾶλλον  ὄ χ ι. Δέν τόν ἀγαπᾶμε, γιατί παρουσιάζεται δύσμορφος καί ἄσχημος ἐνώπιόν μας. Καί κυρίως, γιατί μᾶλλον εἶναι ὁ μεγάλος στά μάτια μας  ΑΓΝΩΣΤΟΣ. Ἤ, μέ ἄλλα λόγια· ἀγαπᾶμε τόν ἑαυτό μας, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀγαπᾶμε τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες μας, γεγονός ὅμως πού μᾶς φέρνει πρῶτον: ἐνώπιον τῶν συνεπειῶν τῆς ἐμπαθοῦς καί νοσηρῆς αὐτῆς ἀγάπης, τῆς θλίψης, τοῦ ἄγχους, τῆς  στενοχώριας, τοῦ πνευματικοῦ κενοῦ, δεύτερον: ἐνώπιον τῆς ἀπέχθειας πρός τά ἀρνητικά της ἀποτελέσματα, ἀπέχθειας ἑπομένως πρός τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας!
3. Ποιός εἶναι ὁ ἑαυτός μας λοιπόν πού καλούμαστε νά τόν ἀγαπήσουμε, ὥστε νά μή μένει μετέωρο τό ἀρχικό μας ἐρώτημα; Ποιός πράγματι εἶμαι;
(α) Θά ἀποφύγουμε τίς περιπετειώδεις ἀναζητήσεις τῆς φιλοσοφίας, τῆς θεοσοφίας, τῆς κάθε θρησκείας, κι αὐτῆς τῆς κοινωνιολογίας. Γιατί τόν ἄνθρωπο ἀναζητοῦν ὅλοι. Ἀλλά ὅλες οἱ ἀναζητήσεις εἶναι ἁπλές ἐπισημάνσεις ἐκείνου πού εἶναι τυφλός καί προσπαθεῖ λίγο μέ τήν ἁφή του  καί τίς αἰσθήσεις του νά δημιουργήσει εἰκόνα τοῦ περιβάλλοντός του. Λόγω τῆς τύφλωσής του ὅμως - ἀποτέλεσμα ὅπως εἴπαμε τῆς ἁμαρτίας, δηλαδή τῆς ἀπώλειας τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στή ζωή του - ὅ,τι ἐπισημαίνει, ἔστω καί ἀληθινό, εἶναι ἀποσπασματικό· τοῦ διαφεύγει τό ὅλον. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ἐκτός Χριστοῦ δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἀληθινή καί ἑνιαία εἰκόνα γιά τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Μία φιλοσοφία τονίζει τήν ψυχική πνευματική του ὑπόσταση, (ὅπως τή φαντάζεται καί τήν περιγράφει), ἄλλη τονίζει τή σωματική του περισσότερο διάσταση, ἄλλη τήν ἰδέα ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάποιο ξεπεσμένο ὄν στόν κόσμο τοῦτο ἀπό ἕναν ἄλλον κόσμο ἤ καί ἀπό ἕναν ἄλλον πλανήτη! (Νά θυμηθοῦμε, ἔτσι γιά τήν ἱστορία, τόν μεγάλο Ἕλληνα φιλόσοφο Πλάτωνα πού θεωροῦσε ὅτι ὁ ἀληθινός κόσμος εἶναι ὁ κόσμος τῶν ἰδεῶν, γι’ αὐτό καί ἡ ψυχή, ἡ ὁποία ξέπεσε ἀπό τόν κόσμο αὐτόν καί κατατείνει πρός αὐτόν, εἶναι περικλεισμένη στό σῶμα σάν σέ τάφο).
Τά πράγματα θά λέγαμε γίνονται τραγικότερα ἄν δοῦμε τί κυκλοφορεῖ γιά τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος στή μετανεωτερική λεγόμενη ἐποχή. Κι αὐτή ἡ ἐποχή εἶναι ἡ δική μας ἐποχή, αὐτή πού ξεκίνησε περί τό τέλος τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα (ὑπάρχουν ἄλλοι πού μεταθέτουν πιό πίσω τήν ἔναρξη τῆς μετανεωτερικότητας) καί συνεχίζεται μέχρι σήμερα καί δέν ξέρουμε γιά πόσο ἀκόμη. Τί λέγεται γιά τόν ἄνθρωπο; Ὅ,τι μπορεῖ κανείς νά ἀκούσει, ὅ,τι πιό ἀντιφατικό, ὅ,τι πιό περίεργο, ὅ,τι πιό παράδοξο καί ἴσως διεστραμμένο. Γιατί; Διότι τό χαρακτηριστικό τῆς ἐποχῆς αὐτῆς εἶναι τό ἀπόλυτο γκρέμισμα κάθε παραδοσιακῆς ἀξίας καί αὐθεντίας, ἡ προβολή τοῦ κάθε ἀτόμου ὡς ἀπόλυτου κριτῆ τῆς ἀλήθειας, πού ὁρίζει τήν ἀλήθεια αὐτή κατά τά μέτρα τά δικά του, καταργώντας ἤ ἀμφισβητώντας ὅμως καί τήν ἴδια τή λογική, ἡ ἀναζήτηση ἐπίσης τῶν πολλῶν σχέσεων γιά τόν κάθε ἄνθρωπο. Ὅ,τι δηλαδή ξεκίνησε καί πρόβαλε ἡ νεωτερικότητα, ἡ φιλοσοφία τῶν τελευταίων αἰώνων, αὐτό πιά συνεχίζεται μέ ἰλιγγιώδεις ρυθμούς καί σήμερα, ἀλλά ἔχοντας τό σήμερα ἕναν ἀπρόσμενο βοηθό: τήν τεχνολογία, τήν εἰκονική πραγματικότητα τῶν ὑπολογιστῶν, πού κατασκευάζει πιά τόν ἄϋλο λεγόμενο ἄνθρωπο, τόν κρυμμένο πίσω ἀπό ἕνα μηχάνημα καί πού τόν κάνει νά χάνει κάθε αἴσθηση τοῦ πραγματικοῦ ζωντανοῦ ἑαυτοῦ. Γι’ αὐτό καί δέν παραξενεύει πιά ἡ προβολή ἀπόψεων πού γίνονται ρεύματα καί θεωρίες καί πού καταλήγουν δυστυχῶς πολλές φορές σέ νόμους κράτους, ὅπως ὁ αὐτοκαθορισμός τοῦ ἀτόμου μέ κέντρο πιά τό σῶμα του, ἀκόμη καί γιά τό ἴδιο τό φύλο του, νά μπορεῖ δηλαδή χωρίς κανέναν κοινωνικό περιορισμό νά λέει ὅτι σήμερα εἶμαι ἄνδρας αὔριο γυναίκα κ.ο.κ. Καταλαβαίνουμε δηλαδή ὅτι τό ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἰδίως στά χρόνια μας, εἶναι ὄχι ἁπλῶς εὔκολη, ἀλλά ἡ πιό δύσκολη ἴσως ὑπόθεση.
(β) Στόν λαβύρινθο αὐτό τῶν φιλοσοφιῶν ἤ καί τῆς μετανεωτερικότητας, ὅπου ὁ χαμένος πορεύεται παράλληλα μέ τόν ἄλλον χαμένο, ἐμεῖς, οἱ χριστιανοί οἱ ὀρθόδοξοι, ἔχουμε τόν Φάρο τῆς ζωῆς μας, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, καί τό ζωντανό σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία, πού διαφυλάσσει ἀνόθευτη τήν εἰκόνα Του καί μᾶς Τόν προσφέρει πράγματι ὡς ὁδηγό καί σωτήρα μας ἔτσι ὥστε νά ξέρουμε ποῦ βρίσκεται τελικῶς ἡ ἀλήθεια καί ποῦ βρίσκεται ἡ πλάνη.  Ὁ λόγος Του σέ κάθε ἐποχή ἀκούγεται κρυστάλλινος: «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου. Ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσει ἐν τῇ σκοτίᾳ ἀλλ’ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς». «Ἑγώ φῶς εἰς τόν κόσμον ἐλήλυθα». 
Τί φῶς λοιπόν ρίχνει ὁ Κύριος γιά τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό;
Εἴμαστε δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, τά ἀνώτερα ὅλων, μέ τήν ἔννοια ὅτι μόνον σ’ ἐμᾶς δόθηκε ἡ χάρη νά εἰκονίζουμε Ἐκεῖνον καί νά ἔχουμε προοπτική νά Τοῦ μοιάσουμε πλήρως. Ὅλη ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου στό βιβλίο τῆς Γένεσης μιλάει ἀκριβῶς γι’ αὐτό τό ξεχωριστό τοῦ ἀνθρώπου: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν». Ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, προορισμένος νά ζεῖ καί νά περιπατεῖ στόν κόσμο σάν Ἐκεῖνον, («ἐν Αὐτῷ περιπατεῖτε» εἶναι ἡ διαρκής προτροπή τοῦ ἁγίων ἀποστόλων), ἑπομένως μέ προοπτική νά συμβασιλεύσει μαζί Του αἰωνίως στή Βασιλεία Του. Ποτέ στόν κόσμο δέν ἀκούστηκε κι οὔτε ποτέ θ’ ἀκουστεῖ τέτοια ὑψηλή προοπτική πού ἔχει τήν ἰδιότητα νά ἐπιβεβαιώνεται ἐμπειρικά ἀπό κάθε ἄνθρωπο πού θά τό πιστέψει. Καί ναί μέν εἴπαμε ὅτι χάθηκε αὐτή ἡ προοπτική μέ τήν πτώση στήν ἁμαρτία, μά ξαναποχτήθηκε μέ ἄπειρη δυναμική, ἀφότου ὁ Θεός σαρκώθηκε καί ἔγινε ἕνας ἀπό ἐμᾶς. Στό πρόσωπο πιά τοῦ Χριστοῦ βλέπουμε ὄχι μόνον ποιός εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά καί ποιός εἶναι ὁ ἀληθινός ἄνθρωπος. Εἶναι τόσο σημαντικό τοῦτο, ὥστε ἡ Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (431 Ἔφεσος) ἔτσι τό ἐξέφρασε: ὁ Χριστός εἶναι «τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος χωρίς ἁμαρτίας». Βλέπω λοιπόν τόν Χριστό καί ἀμέσως βλέπω τόν ἴδιο μου τόν ἑαυτό, ἀλλά καί τόν κάθε συνάνθρωπό μου. Ὁ Χριστός ἀποτελεῖ τήν ἀπάντηση στό ἐρώτημα τοῦ ποιός εἶμαι καί συνεπῶς κι ἐκεῖ πού πρέπει νά στραφῶ γιά νά δώσω ἀπάντηση καί ἄν ἀγαπῶ τόν ἑαυτό μου.
(γ) Διαβλέπουμε τήν ἀπορία καί τήν ἔνσταση: ἐντάξει, ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, μά Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός, δηλαδή ἕνας ἄλλος ἀπό ὅ,τι ἐμεῖς. Δυστυχῶς αὐτό εἶναι ἡ ἔνσταση τῆς ἀπιστίας! Ὁ Χριστός εἴπαμε εἶναι ὁ τύπος τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου – μέ τή δυναμική Αὐτοῦ δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπο, τόν πρῶτο Ἀδάμ, ὁ Θεός - ἀλλά στόν Χριστό καί μέσα σ’ Αὐτόν εἴμαστε κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι· δυνάμει οἱ μή χριστιανοί, ἐνεργείᾳ οἱ χριστιανοί. Τί ἐννοοῦμε; Πρόκειται γιά τό μεγαλεῖο τῆς ἵδρυσης ἀπό τόν Χριστό τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματός Του. Κάθε ἄνθρωπος πού θά πιστέψει στόν Χριστό γίνεται διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος μέλος Ἐκείνου, συνεπῶς μία δική Του ἄλλη παρουσία, μία δική Του προέκταση. Ὁ κάθε χριστιανός δηλαδή εἶναι καί ἕνας «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ Χριστός». Τό ὑποσχέθηκε καί τό εἶπε ὁ Ἴδιος: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος καί ὑμεῖς τά κλήματα». Κι αὐτό ἀκριβῶς κήρυσσαν καί δίδασκαν οἱ ἀπόστολοι: «ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τοῦ σώματος καί οἱ πιστοί τά μέλη τοῦ Χριστοῦ καί ἀλλήλων μέλη». «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι μάλιστα αὐτός πού ἐλέγχει τούς χριστιανούς γιατί δέν κατανοοῦν τό μυστήριο τῆς ὕπαρξής τους: «Οὐκ οἴδατε ὅτι τό σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου Πνεύματός ἐστιν καί οὐκ ἐστέ ἑαυτῶν;» 
(δ) Τά πράγματα τώρα γίνονται πιό διάφανα:
- Ἀγαπῶ τόν ἑαυτό μου, γιατί καλοῦμαι – εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ - ν’ ἀγαπῶ τόν Θεό, ν’ ἀγαπῶ τόν Χριστό, μέλος τοῦ Ὁποίου εἶμαι κι ἐγώ  σωματικά καί ψυχικά. «Δοξάσατε οὖν τόν Θεόν – θά καταλήξει ὁ ἀπόστολος Παῦλος - ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καί ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ». Γιατί Ἐκεῖνος μᾶς τό φανέρωσε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα». Στόν ἑαυτό μου τόν ἴδιο ἄρα πρέπει νά βλέπω (μέ τό βάθος πού δίνει ἡ ὅραση τῆς πίστης) τόν Χριστό, συνεπῶς ἡ ἀγάπη πρός ἐμένα εἶναι αὐτονόητη. Δέν ἀγαπῶ ἑπομένως τόν ἀποσπασματικό ἑαυτό μου, τόν ἁμαρτωλό ἑαυτό μου πού διώχνει τήν ἀληθινή εἰκόνα μου, δηλαδή δέν ἀγαπῶ τά πάθη μου καί ὅλες τίς ἄτακτες ὁρμές μου: ὅ,τι συνιστᾶ τήν οὐσία τῆς ἁμαρτίας τόν ἐγωισμό, ἀλλά τόν ἐν Χριστῷ πιά κτισμένο καί οἰκοδομημένο ἑαυτό.
- Ἀγαπῶ τόν ἑαυτό μου, ὅταν ἀγαπῶ τόν κάθε συνάνθρωπό μου· γιατί εἶναι μέλος τοῦ Χριστοῦ καί παρόμοιο μ’ ἐμένα μέλος. Πρόκειται γιά τή μεγαλύτερη ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν τήρηση τῆς ὁποίας θά ἐξαρτηθεῖ καί τό αἰώνιο μέλλον μας - ἀπό τό πῶς τήν ἀποδέχομαι θά εἰσέλθω ἤ ὄχι στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιατί τί λέει ὁ Κύριος; Ἀφενός ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι ἀκριβῶς ὁ Ἴδιος – «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου ἐμοί ἐποιήσατε» - ἀφετέρου ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι τελικῶς… ἐγώ. «Ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Ὁ ἄλλος, ὁ κάθε ἄλλος, εἶναι τά ὅριά μας. Πῶς ψάχνουμε στόν χάρτη νά βροῦμε τά σύνορα τῆς πατρίδας μας ἤ πῶς μέ τό τοπογραφικό διάγραμμα ὁριοθετοῦμε τά χωράφια καί τά κτήματά μας; Τέτοιο τοπογραφικό μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεός· στόν καθένα καί σέ ὅλους μας. Καί τί λέει αὐτό τό τοπογραφικό; Ὅτι ὁ καθένας μας εἶναι ὅλοι οἱ συνάνθρωποί μας - ὁ πιστός περιλαμβάνει καί περιέχει στήν καρδιά του τόν κόσμο ὅλο. Καί αὐτό πάει παράλληλα καί ταυτόχρονα μέ τήν ἔνταξη τή δική μας μέσα στόν Χριστό καί μέσα στούς ἄλλους. Μέ ἄλλα λόγια τό ἐσύ τοῦ ἄλλου γίνεται πιά ἐγώ δικό μου, ὅπως καί τό δικό μου ἐγώ γίνεται τοῦ ἄλλου τό σύ.
Δέν εἶναι λόγια καί στοχασμοί αὐθαίρετοι· εἶναι ἡ κατεξοχήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ μας καί τό ἀδιάκοπο κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ἁγίων μας, παλαιά καί συγκαιρινά. Τί εὔχεται καί παρακαλεῖ ὁ Κύριος στήν ἀρχιερατική προσευχή Του λίγο πρό τοῦ Πάθους Του; «Πάτερ, λέει, θέλω νά ‘ναι ὅλοι ἕνα, ὅπως κι ἐμεῖς εἴμαστε ἕνα». Καί διευκρινίζει τήν ἑνότητα αὐτή: «Ἐγώ ἐν Σοί καί Σύ ἐν Ἐμοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν Ἡμῖν Ἕν ὦσιν». «Ἵνα ὦσιν ἕν»: τό διαρκές κήρυγμα καί ἡ αἰώνια προοπτική τῆς Ἐκκλησίας. (Αὐτό πού εὐχόταν διακαῶς καί ὁ ἅγιος Πορφύριος καί ὁ ἅγιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, ὅπως καί ὅλοι οἱ ἅγιοι). Γι’ αὐτό καί ὅπου ὑπάρχει διχασμός καί διάσπαση καί ἔχθρα, ἐκεῖ δέν ὑπάρχει Χριστός καί Πνεῦμα Θεοῦ. Ὑπάρχει μόνο τό δαιμονικό πνεῦμα.
Λοιπόν τό ξανατονίζουμε: ἀγαποῦμε τόν ἑαυτό μας, τήν ὥρα πού ἀγαπᾶμε τόν συνάνθρωπό μας καί νιώθουμε ἕνα μαζί του.
- Ἀγαπῶ τόν ἑαυτό μου τήν ὥρα πού ἀγαπῶ βεβαίως τόν Χριστό, ὅπως εἴπαμε, τήν ὥρα πού ἀγαπῶ τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τόν συνάνθρωπό μου, μά καί κάθε τι πού εἶναι τοῦ Χριστοῦ, συνεπῶς καί δικό μου. Καί ποιό εἶναι αὐτό; Μά ὅλη ἡ δημιουργία καί πιό συγκεκριμένα στο πλαίσιο τῆς δικῆς μας ζωῆς, ἡ φύση μας καί τό περιβάλλον μας. Ἡ στάση μας ἀπέναντι στό φυσικό περιβάλλον μας εἶναι στάση ἀπέναντι καί πάλι στόν Χριστό. Γιατί; Διότι «τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς». Διότι «Αὐτός (ἐστιν ὁ) διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα». Γιατί οἱ ἅγιοι σέβονται τόσο πολύ κάθε τι ἀπό τή φύση, εἴτε δένδρο εἴτε φυτό εἴτε λουλούδι εἴτε ζῶο εἴτε ἔντομο εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο; Διότι βλέπουν τήν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ καί τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του. Ἡ συνάντησή τους μέ τή φύση εἶναι συνάντηση μέ τόν Ἴδιο τόν Χριστό καί Θεό τους, κι ἀκόμη: ἀποκάλυψη καί τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ τους, ἀφοῦ καί ὁ ἄνθρωπος κομμάτι τῆς φύσεως εἶναι, μέ τό ἰδιαίτερο καί μοναδικό χάρισμα πού εἴπαμε: τήν πνοή τοῦ Θεοῦ πού τόν ἔκανε εἰκόνα δική Του.
- Τό κάθε τι τοῦ Χριστοῦ πού καλοῦμαι ν’ ἀγαπῶ, δείγμα ὅτι ἀγαπῶ καί τόν ἑαυτό μου, περιλαμβάνει βεβαίως καί τήν ἀγάπη πρός τό ζωντανό σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία, ὅπως καί τόν ἅγιο λόγο Του, τίς ἴδιες Του τίς ἐντολές. Πῶς εἶναι δυνατόν νά μή βλέπω ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός «παρατεινόμενος εἰς τούς αἰῶνας» κατά τή φράση τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, συνεπῶς ὁποιαδήποτε διάσπαση Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας συνιστᾶ τήν κατεξοχήν αἵρεση καί διαστρέβλωση τῆς πίστεως; Τί σημαίνει αὐτό; Τήν ὥρα πού ἀκολουθῶ τόν ρυθμό τῆς Ἐκκλησίας: μέ τόν ἐκκλησιασμό μου καί τήν ἔνταξή μου στήν ὅλη ζωή της, ἐκείνη τήν ὥρα ἀποκαθίσταμαι καί λειτουργῶ ὁμαλά, κατά τόν τρόπο πού ὁποιοδήποτε μέλος τοῦ σώματός μου λειτουργεῖ σωστά ὅταν κινεῖται στόν ρυθμό τοῦ ὅλου σώματος. Ἄς φανταστοῦμε πῶς φαίνεται ἡ εἰκόνα ἑνός ἀνθρώπου πού ἐνῶ τό σῶμα του κινεῖται μ’ ἕναν συγκεκριμένο ρυθμό, τό χέρι του γιά παράδειγμα ἤ τό πόδι του κινεῖται μέ ρυθμό διαφορετικό. Λέμε ὅτι ἔχει πάθει κάποιο ἐγκεφαλικό ἐπεισόδιο!  Τό ἴδιο ὅμως συμβαίνει καί ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς στόν Χριστιανό πού εἶναι ἀκριβῶς μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Λοιπόν, τήν ὥρα πού ἐκκλησιαζόμαστε σωστά, ἐκείνην τήν ὥρα ἀναδύεται καί ὁ ἀληθινός ἑαυτός μας καί βρίσκουμε τό ἀληθινό μας πρόσωπο.
Τό ἴδιο καί μέ τόν λόγο καί τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου: ἡ στάση τοῦ πιστοῦ πού ἀγαπᾶ τόν Χριστό εἶναι στάση ἀγάπης πρός τίς ἐντολές Του. Ἀγαποῦμε μέ ἄλλα λόγια τόν Χριστό ὅταν κινούμαστε μέ ὁρμή καί ἀνδρεία ψυχῆς πρός ἐκεῖ πού μᾶς προσανατολίζει ὁ λόγος Του. Γιατί; Διότι ἐκεῖ, μέσα στόν λόγο καί στίς ἐντολές Του, μᾶς εἶπε ὅτι βρίσκεται κρυμμένος ὁ Ἴδιος. «Ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε», εἶπε. «Καί ὁ τηρῶν τάς ἐντολάς μου, ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ Πατρός μου καί ἐγώ ἀγαπήσω αὐτόν καί ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν». Ἄλλωστε ὅλα τά παραπάνω πού ἀναφέραμε ἀποτελοῦν ἀγώνα προσέγγισης καί ἐφαρμογῆς τῶν λόγων καί τῶν ἐντολῶν Του. Μεγαλύτερη λοιπόν ἀγάπη πρός τόν ἑαυτό μας ἀπό τήν πορεία μας κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου, ἀπό τό «περιπατεῖν ἐν αὐτῷ», δέν ὑπάρχει. Μπαίνουμε πάνω στή λεωφόρο τῆς ἀγάπης Του, ἡ ὁποία ἐνῶ φαίνεται «στενή καί τεθλιμμένη» λόγω τοῦ στριμώγματος τοῦ ἐγωισμοῦ μας, μᾶς φέρνει μπροστά στόν Ἴδιο τόν Θεό, καλύτερα: μέσα στήν παρουσία Του! «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός
4. Εἶναι εὐνόητο μετά τά παραπάνω ὅτι ὁ πιστός βιώνει δύο κυρίως ἀποτελέσματα: (1) τήν ὑπέρβαση κάθε φόβου, (2) τή βίωση πάντοτε τῆς χαρᾶς.
Πράγματι, ἡ ἀγάπη γιά τήν ὁποία μιλᾶμε: ἀγάπη πρός ἐμᾶς τούς ἴδιους καθώς περνᾶ ἡ ἀγάπη αὐτή φιλτραρισμένη καί καθαρή μέσα ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, φέρνει τόν πρῶτο καλό καρπό της, τήν ὑπέρβαση κάθε φόβου. Ἐνῶ ὁ φόβος μετά τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου στήν ἁμαρτία ἔγινε θά λέγαμε τό βασικό γνώρισμά του σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς του – κάτι πού φανερώνεται πολύ ἄμεσα ἤδη ἀπό τήν περιγραφή τῶν γεγονότων στόν κῆπο τῆς Ἐδέμ: «ἄκουσα τή φωνή Σου καί φοβήθηκα», λέει ὁ Ἀδάμ γιά παράδειγμα - ὁ φόβος αὐτός ὑπερβαίνεται στόν βαθμό ἀκριβῶς πού λειτουργεῖ ἡ χαρισματική ἀγάπη του. «Ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον», σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στήν Α΄ καθολική του ἐπιστολή. Κι αὐτό γιατί; Διότι, ὅπως ἐξηγήσαμε, ὁ ἄνθρωπος ἐν Χριστῷ ξαναβρίσκει τόν ἑαυτό του κι ἀνοίγονται τά μάτια του μέ τήν πίστη προκειμένου νά «διαβάζει» σωστά καί ἀληθινά τά πράγματα τοῦ κόσμου, τόν ἑαυτό του καί τούς συνανθρώπους του, νά βλέπει μ’ ἕναν λόγο παντοῦ τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τήν παρουσία τοῦ Πατέρα καί φίλου Του, πού ἦρθε στόν κόσμο καί τόν ἔκανε δικό Του καί τόν ἔβαλε καί πάλι «βασιλέα τῆς κτίσεως». Ἡ ἄγνοια δηλαδή πού προκαλεῖ τόν φόβο, γίνεται γνώση ἐν Χριστῷ, πάει νά πεῖ ἀγάπη πρός ὅλους καί πρός ὅλα, πού τραβοῦν τόν χριστιανό ὅπως ὁ μαγνήτης τό σίδερο. «Τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός». Ἄς θυμηθοῦμε πῶς τήν πραγματικότητα αὐτήν μᾶς τή λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Τά πάντα – σημειώνει στήν ἐπιστολή του πρός τούς Κορινθίους (Α΄ 3, 23) – εἴτε Παῦλος εἴτε Ἀπολλώς εἴτε Κηφᾶς εἴτε κόσμος εἴτε ἐνεστῶτα εἴτε μέλλοντα, τά πάντα ὑμῶν ἐστι, ὑμεῖς δέ Χριστοῦ, Χριστός δέ Θεοῦ». Μέ τόν Χριστό καί τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἕνας πανίσχυρος καί παντοδύναμος, πού ὅλα τοῦ ἀνήκουν καί τοῦ ὑποτάσσονται («πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ»). Ἄλλωστε ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή του συνοδεύεται ἀδιάκοπα ἀπό τήν προτροπή Ἐκείνου: «Μή φοβοῦ». «Μή φοβεῖσθε».
Κι ἔπειτα: ἐκεῖνος πού θά θελήσει νά ζήσει τήν ἀγάπη αὐτή τοῦ Θεοῦ θά δεῖ (ἀπό τήν ἐμπειρία του καί ὄχι ἀπό τά διαβάσματά του ἤ τά κηρύγματα πού ἀκούει) ὅτι ἀκολουθεῖ ἀμέσως ὁ δεύτερος καρπός πού λέει ὁ ἀπόστολος καί πάλι, ἡ χαρά. «Ὁ γάρ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστι ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη κλπ.». Καί ἀσφαλῶς μιλᾶμε γιά μία χαρά πού δέν ἔχει σχέση μέ τήν κοσμική χαρά, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ χάϊδεμα τίς περισσότερες φορές τῶν αἰσθήσεων καί ἱκανοποίηση τῶν σαρκικῶν ὀρέξεων, ἀλλά μέ αὐτήν πού δίνει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στό βάθος τῆς ψυχῆς καί τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἐσωτερική χαρά πού ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι γνήσια καί πηγαία, εἰρηνεύει τόν ἄνθρωπο καί ἐπεκτείνεται σέ ὅλα τά μέλη τῆς ψυχῆς ἀλλά καί τοῦ σώματός του. Ἐκπλήττεται κανείς βλέποντας πόσες φορές ὁ Κύριος μιλοῦσε γιά τή χαρά αὐτή, πού εἶναι ἡ δική Του χαρά καί γεμίζει ὁλόκληρη τήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. «Καί τήν χαράν ὑμῶν οὐδείς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν». «Χαίρετε». Γι’ αὐτό καί οἱ ἀπόστολοι τή χαρά μεταξύ τῶν ἄλλων θεωροῦσαν ὡς βασικό στοιχεῖο τῆς γνησιότητας τῆς χριστιανικῆς συνειδήσεως. «Χαίρετε καί πάλιν ἐρῶ χαίρετε», προτρέπει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Κι ἀλλοῦ: «Πάντοτε χαίρετε. Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε· ἐν παντί εὐχαριστεῖτε». Γιατί; Διότι «τοῦτο θέλημα Θεοῦ ἐν Χριστῷ εἰς ἡμᾶς». Ὁ Χριστός δηλαδή θέλει νά χαίρονται οἱ ἄνθρωποι, διότι Αὐτός εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς καί τῆς εὐτυχίας. Νά χαίρονται ὅμως μέ τίς σωστές προϋποθέσεις. Καί σωστές προϋποθέσεις εἶναι ἡ πίστη σ’ Αὐτόν, ἡ ἀγάπη στόν συνάνθρωπο καί τόν ἀληθινό χαρισματικό ἑαυτό μας, ὅ,τι δημιουργεῖ συνθῆκες νά ἔχουμε τόν Θεό, ὅπως ἀναφέραμε, ἔνοικο τῆς ψυχοσωματικῆς μας ὕπαρξης.
Τό ἐρώτημα τελικῶς ἄν ἀγαποῦμε τόν ἑαυτό μας ἔχει τήν ἀπάντησή του: ναί, ἀγαποῦμε τόν ἑαυτό μας, ὅταν ἀγαποῦμε πρῶτα ἀπό ὅλα τόν Θεό, (μέ ὁρμή καί κίνηση τῆς καρδιᾶς μας πρός Αὐτόν καί ὄχι κοιτώντας ἤ ἀποδεχόμενοι μία «ζωγραφιά» Του).  Κι αὐτό μᾶς παραπέμπει κατευθεῖαν στό κατεξοχήν πρότυπο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ζωῆς μας, τήν ἴδια τήν Παναγία μας. Ἐκείνη λόγω τῆς ἀγάπης της πρός τόν Θεό Τόν σάρκωσε μέσα στήν ὕπαρξή της κι ἔγινε ἀμέσως ἡ Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, περιέχοντας τούς πάντες καί τά πάντα μέσα σ’ αὐτήν. Τό ἴδιο ὅμως συμβαίνει καί μέ κάθε χριστιανό πού θέλει νά εἶναι πραγματικός χριστιανός: γίνεται Παναγία, γιατί σαρκώνει κι αὐτός στήν ὕπαρξή του τόν Χριστό μέ τόν τρόπο πού περιγράψαμε παραπάνω, συνεπῶς περιέχοντας μέσα στήν καρδιά του τόν κόσμο ὅλον, ὄχι μόνον τόν συγκαιρινό του, μά καί τόν παρελθόντα ἀλλά καί τόν μέλλοντα. Μᾶλλον ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γιά τήν ὁποία κάνουμε λόγο εἶναι τό μέγιστο μυστήριο πού μᾶς ἀφήνει λίγο νά δοῦμε τίς ἄπειρες διαστάσεις γιά τίς ὁποῖες εἴμαστε κλημένοι ὡς χριστιανοί. Μᾶς κάνει ὄντως, ἄν ἀποδυθοῦμε στήν «περιπέτεια» τῆς ἀναζήτησής της, νά εἴμαστε κι ἐμεῖς ἕνας ἄλλος Χριστός μέσα στόν κόσμο.