Κυριακή, 9 Αυγούστου 2020

ΕΛΑ ΓΡΗΓΟΡΑ, ΧΑΝΟΜΑΣΤΕ...



«... σπεύσον απολλύμεθα υπό πλήθους πταισμάτων...»
(Έλα γρήγορα, χανόμαστε από το πλήθος των πταισμάτων)

Σε χαρισματική κατάσταση ευρισκόμενος ο υμνογράφος που εκπροσωπεί όλους τους πιστούς, αναγνωρίζει το πλήθος των πταισμάτων και των ανομιών του – έχει επίγνωση της καταστάσεώς του στον κόσμο αυτόν τον πεσμένο στην αμαρτία. Κι όσο μάλιστα αυξάνει μέσα του η χάρη του Θεού, τόσο και βαθαίνει η αίσθηση του εσωτερικού του Άδη μέσα στον οποίο περιδινίζεται – ο Θεός τού δίνει μάτια για να βλέπει ό,τι η τύφλωση της αμαρτίας δεν αφήνει να δει. Όπως παρομοίως σημειώνει εν Πνεύματι ο μέγας απόστολος Παύλος∙ «Χριστός ήλθε αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμι εγώ» - το ύψιστο δείγμα της μεγάλης χάρης που είχε: όχι μόνο να νιώθει ότι είναι αμαρτωλός, αλλά ότι είναι πρώτος στην κλίμακα των αμαρτωλών. Ο Θεός τού έδωσε τη δυνατότητα να «αγγίξει» την αρετή των αρετών, τήν ίδια την ταπείνωση. Είναι τυχαίο ότι ο Ίδιος ο Κύριος είπε στον άγιο Σιλουανό του Άθω, καθώς ιστορεί ο μέγας Γέρων όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ, πως αν θέλει να υπερβαίνει όλου του είδους τους πειρασμούς να κρατάει τον νου του στον Άδη χωρίς απελπισμό; «Κράτα τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι».
Κι είναι η παραπάνω χάρη ο έλεγχος της κοσμικής πραγματικότητας, της πραγματικότητας δηλαδή του μακριά από τον Θεό κόσμου, κατά την οποία ο άνθρωπος, λόγω ακριβώς της διαγραφής του Θεού από τη ζωή του ή του περιορισμού Του στο περιθώριο της ζωής του, έχει την πεποίθηση ότι τα πάει καλά, ότι είναι καλός, ότι η αμαρτία είναι εφεύρημα των παπάδων και των καλογέρων, όταν μάλιστα κάνει και κάποιες αγαθοεργίες, ότι τελικά ίσως ο ίδιος να είναι και ο... Θεός! Γι’ αυτό και δεν απορεί κανείς όταν διαπιστώνει διαρκώς σ’ έναν τέτοιον κόσμο τα συμπτώματα που τον ακολουθούν: η θλίψη, η στενοχώρια, το άγχος, η έλλειψη νοήματος, ο ψυχικός πνιγμός! Αυτό δυστυχώς είναι το τίμημα του χωρίς Θεό ανθρώπου, χωρίς μάλιστα να προβληματίζεται αυτός για κάτι βαθύτερο στη ζωή του: να ζει μία κόλαση ήδη από τη ζωή αυτή, έχοντας την αίσθηση από την άλλη του... μεγαλείου και της σπουδαιότητάς του.
Ο ποιητής μας λοιπόν, για να επανέλθουμε, έχει ως αφετηρία της πνευματικής του ζωής την επίγνωση της αμαρτωλότητάς του και της απώλειας στην οποία αυτή τον οδηγεί. Αλλά βεβαίως δεν μένει εκεί∙ προχωρεί και στο δεύτερο σκέλος της σωτηριώδους μετανοίας: την με πόθο και ορμή ψυχής στροφή προς τον Χριστό και προς την Παναγία Μητέρα Του. « Σπεύσον... Μη αποστρέψης το πρόσωπόν Σου αφ’ ημών...». Κι αυτό γιατί στροφή προς την Παναγία σημαίνει, όπως όλοι γνωρίζουμε από την ορθόδοξη παράδοσή μας, στροφή προς τον Ίδιο τον Κύριο. Στο πρόσωπο Εκείνης τον Ίδιο τον Κύριο αναγνωρίζουμε και τη χάρη Εκείνου ψηλαφάμε. Σαν τον άσωτο της γνωστής παραβολής που μετά την επίγνωση της κατάντιας του παίρνει την απόφαση της επιστροφής. «Αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου». Σ’ αυτήν την αποφασιστική στροφή προς τον Χριστό επισημαίνει κανείς την αληθινή μετάνοια, συνεπώς και τη σωτηρία που φέρνει στον άνθρωπο ως ζωντανή σχέση μ’ Εκείνον.
Οι Παρακλήσεις προς την Παναγία μας σ’ αυτό πάντοτε μας προσκαλούν: να βλέπουμε την κατάντια και τις ασωτείες μας, αλλά να μη μένουμε σ’ αυτές. Η ψυχή και όλη η ψυχοσωματική μας ύπαρξη να κλίνει με θετική φορά «προς τον μόνον δυνάμενον σώζειν» και προς Εκείνη που μας αγαπά κατά τον τρόπο Εκείνου και θέλει τη σωτηρία μας παρομοίως με Εκείνον. «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς».


Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2020

ΚΑΤΑΦΥΓΗ ΚΑΙ ΟΠΛΟ



Σέ τήν ἁγνήν, σέ τήν Παρθένον καί ἄσπιλον, μόνην φέρω τεῖχος ἀπροσμάχητον, καταφυγήν, σκέπην κραταιάν, ὅπλον σωτηρίας᾽.
(᾽Εσένα, Παναγία, πού εἶσαι ἡ ἁγνή, ἡ Παρθένος καί ἄσπιλη, ᾽Εσένα μόνη ἔχω σάν ἀπροσμάχητο τεῖχος, καταφυγή, δυνατή σκέπη, ὅπλο σωτηρίας).

Ἡ Παναγία κατά τόν ὑμνογράφο, ἐκφραστή τοῦ ἤθους τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀποτελεῖ τήν ἐνσάρκωση τῶν ἀρετῶν, πού σημαίνει ὅτι εἶναι  ἁγνή,  Παρθένος,  ἄσπιλος,  Μόνη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Κι αὐτό γιατί Κύριος ὁ Θεός λόγω τῆς φυσικῆς ἀγαθότητάς της ἀλλά καί τῆς θελήσεώς της νά ὑπακούει στό ἅγιο θέλημά Του τήν κατέστησε δικό Του κατοικητήριο, πού θά πεῖ ὅτι οἱ ἀρετές της ἀποτελοῦσαν ἔκχυση τοῦ δικοῦ Του Πνεύματος καί τοῦ δικοῦ Του φωτός μέσα στόν κόσμο. Στό πρόσωπο μέ ἄλλα λόγια τῆς Παναγίας μας ψαύει κανείς ὁρατά καί ἀνάγλυφα τήν ἴδια τήν χάρη καί τήν δόξα τοῦ Οὐρανοῦ.

῾Η Παναγία λοιπόν γίνεται γιά τόν παραπάνω λόγο, μᾶς λέει ὁ ὑμνογράφος, ἡ καταφυγή μας, τό τεῖχος τό ἀπόρθητο, ἡ δυνατή σκέπη μας, κυρίως στίς ὧρες ἐκεῖνες πού ὄχι ἁπλῶς μᾶς συναντοῦν κάποιες θλίψεις καί συμφορές στήν ζωή μας, ἀλλά μᾶς ἔρχονται μέ τόν τρόπο πού ἐπιτίθεται μιά ξαφνική καταιγίδα στόν ἄνθρωπο, ἀπό τήν ὁποία δέν μπορεῖ νά προφυλαχτεῖ, ἤ ὅταν σέ μιά μεγάλη τρικυμία ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά καταποντίζεται. Τότε λοιπόν πού φτάνουμε σέ ὁριακά ἐπίπεδα καί ἡ ἀγωνία καταλαμβάνει τήν ψυχή καί τό σῶμα μας ἐνόψει ἑνός ἐπικείμενου θανάτου χωρίς νά ὑπάρχει δυνατότητα διαφυγῆς, ἐκείνη μόνη πού μπορεῖ νά μᾶς σώσει εἶναι ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας. Σάν τό μικρό παιδί πού μπροστά σέ κάτι πού τό φοβίζει βρίσκει καταφύγιο στήν ἀγκαλιά τῆς μάνας του.

῾Ο ὑμνογράφος ὅμως μᾶς δίνει καί μία ἄλλη διάσταση γιά τήν Παναγία. ῎Οχι μόνο εἶναι ἡ καταφυγή καί ἡ σκέπη μας, ἀλλά γίνεται καί τό ὅπλο τῆς σωτηρίας μας. Μᾶς τό ξαναλέει μάλιστα καί στήν ὠδή ε´: ῾χαῖρε, ὅπλον καί τεῖχον ἀπόρθητον᾽. Μέ ἄλλα λόγια ἡ Παναγία γίνεται καί ἡ ἄμυνά μας καί ἡ ἐπίθεσή μας. Μᾶς δέχεται φοβισμένους καί ἀπορημένους ἀπό ὅλα καί μᾶς ἀλλάζει τήν φορά, ὥστε νά σταθοῦμε μέ γενναιότητα καί ῾ἐπιθετικά᾽ ἀπέναντι στόν κόσμο. Γιατί; Διότι μᾶς παραπέμπει στόν Κύριο καί Θεό της, ὁπότε ἐν Αὐτῷ καί δι᾽ Αὐτοῦ νά ἀντιμετωπίζουμε τόν κόσμο μέ τήν δύναμη ᾽Εκείνου πού εἶναι ὁ παντοδύναμος. Κι ὅταν λέμε κόσμο ἐννοοῦμε καί τά πάθη μας καί τά ἁμαρτωλά στοιχεῖα τοῦ κόσμου καί τόν Πονηρό διάβολο. ῎Ετσι τά κλαυθμηρίσματα τῶν παρακλήσεών μας στήν Παναγία γίνονται μετά τήν καταφυγή μας σ᾽ αὐτήν βρυχηθμοί λιονταριοῦ. Ἡ ἀδυναμία μας μεταποιεῖται σέ παντοδυναμία.


Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2020

Η ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ



«Η επίκληση του Ονόματος του Θεού με σώζει από την αιχμαλωσία των λογισμών που επιτίθενται... Η πάλη αυτού του είδους δεν σταματά ακόμη και ώς την τελευταία μας αναπνοή, κατά τη μαρτυρία των μεγάλων αγίων Πατέρων μας» (όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ).

Ο όσιος Γέρων Σωφρόνιος, πάντοτε αλλ’ ειδικά στο τέλος της ζωής του, επανελάμβανε και τόνιζε το πιο σημαντικό θέμα της πνευματικής χριστιανικής ζωής, το θέμα των λογισμών. Κι αυτό γιατί ως γνωστόν από την ποιότητα των λογισμών που δέχεται και καλλιεργεί η καρδιά μας εξαρτάται και η ποιότητα της πνευματικής μας ζωής: η εν Θεώ αύξησή μας ή ο καταποντισμός μας. Δεν είναι τυχαίο ότι κανείς Πατέρας της Εκκλησίας, παλαιότερος ή και νεώτερος, δεν ασχολήθηκε με την πνευματική ζωή χωρίς αναφορά του στο εντελώς αυτό κρίσιμο θέμα, προκειμένου να ενισχύσει τον χριστιανό της εποχής του στην πορεία της συνάντησής του με τον Θεό.
«Η πάλη με τους λογισμούς που επιτίθενται», μάς λέει ο όσιος καταρχάς, «δεν σταματά ακόμη και ώς την τελευταία μας αναπνοή», που θα πει ότι αφενός πρέπει κανείς να μάθει πολύ καλά αυτόν τον πόλεμο, αφετέρου δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ εφησυχασμός. Ο εφησυχασμός άλλωστε στην πνευματική ζωή είναι κάτι άγνωστο, δεδομένου ότι ο άνθρωπος διαρκώς παλεύει με τα πάθη του αλλά και με τον πονηρό διάβολο που τα υποκινεί ακατάπαυστα και με τρόπο άτακτο. Γι’ αυτό και ο ίδιος ο Κύριος μάς αποκαλύπτει ότι ή βρισκόμαστε στην άνοδο της σχέσης μας μ’ Εκείνον ή Τον έχουμε εγκαταλείψει και έχουμε πάρει την... κατακρύλα! «Ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει». Διακοπές και διαλείμματα στην πνευματική ζωή δεν υπάρχουν. Είναι πολύ ωφέλιμο να θυμόμαστε το περιστατικό του Γεροντικού με τον όσιο ασκητή που έφτασε στο τέλος της ζωής του. Και πριν εκπνεύσει τού ψιθύρισε ο πονηρός ότι τώρα σώθηκε. «Όχι ακόμη» απάντησε ο ταπεινός και έμπειρος άγιος ασκητής, μέχρι να παραδώσει το πνεύμα του στα χέρια του Δημιουργού του.
Πού οφείλεται η κρισιμότητα αυτή των λογισμών που, κατά τον όσιο Γέροντα, «επιτίθενται και αιχμαλωτίζουν»; Γιατί δεν μπορεί ο άνθρωπος, ακόμη και ο προχωρημένος θεωρούμενος χριστιανός, να μην μπορεί να απεμπλακεί ολοσχερώς από αυτούς; Διότι πρώτον, όπως είπαμε, προέρχονται όχι μόνο από τη φύση μας αλλά και από τον πονηρό διάβολο, ο οποίος «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί τίνα καταπίη». Όσο του αφήνει περιθώρια δράσεως ο Παντοκράτωρ Κύριος μέσα στις ανεξερεύνητες βουλές Του για τη σωτηρία μας μάς τοξεύει με τα βέλη των λογισμών (που εξάπτουν τα πάθη), των άμεσα κακών αλλά και κάποιων που θεωρούνται καλοί – τα εκ δεξιών βέλη του. Και δεύτερον, η ανθρώπινη φύση μας λειτουργεί μ’ έναν μυστήριο τρόπο, ειδικά μετά την πτώση στην αμαρτία – ποιος μπορεί να την «εμπιστευθεί», όταν και τότε που δεν υπήρχε ακόμη αμαρτία, πριν από την πτώση, διαστράφηκε από τις εισηγήσεις του πονηρού και απέστρεψε το πρόσωπό της από τον ίδιο τον Δημιουργό της; «Φίλος και εχθρός», λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος για παράδειγμα, αναφερόμενος στο εμπαθές πια σώμα του ανθρώπου. Εκεί που πας να το εμπιστευθείς, εκεί προδίδεσαι. Λοιπόν όχι μόνον οι πονηροί λογισμοί, αλλά και οι φυσικοί λεγόμενοι είναι υπό διαρκή κρίση – τα ανθρώπινα πάθη μας λειτουργούν πολύ ύπουλα και έχουν μάθει να κρύβονται, προκαλώντας συνεχείς... αναταράξεις στο λογιστικό του ανθρώπου: ο νους βρίσκεται αιχμάλωτος της διεστραμμένης θέλησης και των «χαλασμένων» συναισθημάτων. Η επιστήμη της ψυχολογίας του βάθους έχει βοηθήσει πολύ στα νεώτερα χρόνια στην τραγική αυτή διαπίστωση.
Αδιάκοπη πάλη, επιθέσεις, αιχμαλωσία – το «τίμημα» των λογισμών στη ζωή του ανθρώπου. Αλλά, ευτυχώς, οι χριστιανοί έχουμε το όπλο για να πολεμήσουμε και να σωθούμε∙ κι αυτό μας υποδεικνύει ο όσιος Σωφρόνιος: «Η επίκληση του Ονόματος του Θεού». Το Όνομα του Χριστού – «Αυτός εστιν ο Θεός ημών» - είναι το υπέρ παν Όνομα, μπροστά στο Οποίο κάμπτουν γόνυ τα επουράνια, τα επίγεια, τα καταχθόνια. Η χρήση του αγίου Ονόματός Του είναι αυτή που μας δίνει τη δύναμη να προσανατολιστούμε σωστά, να οδηγηθούμε πάνω στις άγιες εντολές Του, να νιώσουμε τη θεϊκή παρουσία Του στην ύπαρξή μας, να κατανοήσουμε εμπειρικά τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος «ως εν σαρκί περιπολών Θεός». Πιάνεις με άλλα λόγια στα χέρια σου το κομποσχοίνι και ρίχνεις τον λογισμό σου στο όνομα του Χριστού, μέσα στο οποίο περικλείεται η παντοδύναμη ενέργειά Του. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν».
Αρκεί όμως απλώς να σκεφτόμαστε τον Χριστό και να μνημονεύουμε το άγιο όνομά Του; Όχι, μας λέει ο άγιος Σωφρόνιος και όλοι οι άγιοι Πατέρες. Η σκέψη και η μνημόνευση πρέπει να είναι ο καρπός της ορμής της ψυχής μας προς Αυτόν, η έκφραση της αγάπης μας και της ζέουσας βούλησής μας – διαφορετικά, σημειώνει, μνημονεύουμε κάνοντας... διαλογισμό! Κι αυτή η αγάπη και η θερμή βούληση να πατά στο μόνο έδαφος που αρέσκεται ο Χριστός: την αγία ταπείνωση. Έτσι με ταπεινό και παρακλητικό τρόπο στρέφομαι εν αγάπη προς τον Χριστό και Τον επικαλούμαι αδιάκοπα, με αίσθηση της πανταχού παρουσίας Του, μέσα στην Οποία περικλείονται τα σύμπαντα. Οπότε το «Κύριε ελέησον» γίνεται η μυστική κραυγή που αγκαλιάζει όχι μόνον τον Δημιουργό, αλλά και όλη τη δημιουργία, φτάνει στο σημείο που σε υποψιάζει για το τι σημαίνει «ίνα ώσιν εν» που απηύθυνε ο Χριστός στον Θεό Πατέρα Του λίγο πριν από το Πάθος Του.
«Με το όνομα του Ιησού να μαστιγώνεις τους εχθρούς δαίμονες» λέει κάπου ο μέγας Ιωάννης της Κλίμακος. Και∙ «να κολληθεί το όνομα του Ιησού στην αναπνοή σου και τότε θα γνωρίσεις τη δύναμη της αφιέρωσής σου σ’ Αυτόν». Το όνομα του Χριστού: το μεγαλύτερο όπλο του Χριστιανού, όταν γίνεται με τις σωστές προϋποθέσεις, της ταπείνωσης και της αγάπης που είπαμε. Αλλά και με δύο ακόμη συνιστώσες: πρώτον, ότι η επίκληση αυτή συνιστά εντολή του Ίδιου – δεν ανήκει στην καλή μας μόνο διάθεση: «μέχρι τώρα δεν ζητήσατε τίποτε στο όνομά Μου... Αιτείτε και λήψεσθε...» – συνεπώς ως πραγματοποίηση εντολής αποτελεί έκφραση της αγάπης μας αλλά και αναζήτηση της δικής Του αγάπης. Δεύτερον, ότι επίκληση του Ονόματός Του σημαίνει και «αναγνώριση» της παρουσίας Του σε ό,τι αποτελεί δημιούργημά Του – Εκείνον φωνάζω και σ’ Εκείνον στρέφομαι αγαπητικά, όταν Τον «βλέπω» στο πρόσωπο του συνανθρώπου μου, στα ζώα, στα φυτά, στον αέρα, στη θάλασσα, στα πάντα.
Να Τον παρακαλούμε μόνο να μας ανοίγει λίγο τα μάτια...

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2020

ΟΛΟΨΥΧΑ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΣΚΕΠΗ



«Νῦν πεποιθώς ἐπί τήν σήν κατέφυγον ἀντίληψιν κραταιάν, καί πρός τήν σήν σκέπην ὁλοψύχως ἔδραμον, καί γόνυ κλίνω, Δέσποινα, καί θρηνῶ καί στενάζω, μή με παρίδῃς τόν ἄθλιον, τῶν Χριστιανῶν καταφύγιον».
(Τώρα μέ πίστη κατέφυγα στήν δική σου ἰσχυρή βοήθεια καί ἔτρεξα ὁλόψυχα στήν δική σου σκέπη. Καί κλίνω τό γόνυ, Δέσποινα, καί θρηνῶ καί στενάζω: μή μέ περιφρονήσεις τόν ἄθλιο, σύ πού εἶσαι ἡ καταφυγή τῶν χριστιανῶν).

Μέ αἴσθηση ψυχῆς ὁ ποιητής τοῦ μεγάλου παρακλητικοῦ κανόνα βασιλιάς Θεόδωρος Δούκας ὁ Λάσκαρις καθορίζει τή στάση τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στήν Παναγία Μητέρα - σ᾽ Αὐτήν πού εἶναι ἡ Δέσποινα τοῦ κόσμου, ἡ ἰσχυρή βοήθεια, ἡ σκέπη ὅλων, ἡ καταφυγή τῶν χριστιανῶν – μέ τό δεδομένο ὅτι τά δεινά τοῦ βίου λόγω τῆς φθορᾶς τοῦ κόσμου ἀπό τήν ἁμαρτία τόν ταλαιπωροῦν καί τόν κάνουν νά ζεῖ μέ ὀδύνη καί θλίψη.
Πῶς στέκεται λοιπόν ὁ πραγματικά πιστός μπροστά στήν Παναγία, κατά τόν ποιητή, κάτι πού συνιστᾶ μέτρο καί γιά τήν δική μας πίστη;
- ῾Νῦν᾽, τώρα. ᾽Απευθυνόμαστε στήν Παναγία συγκεντρωμένοι σ᾽ αὐτό πού κάνουμε τώρα. Συγκεντρωμένοι δηλαδή μέ τόν νοῦ καί τήν ψυχή μας στήν ἀναφορά μας πρός Αὐτήν, πού σημαίνει στήν ἀναφορά μας στόν ἴδιο τόν Κύριο. Δέν μπορεῖ κανείς νά λέει ὅτι προσεύχεται καί τό μυαλό του νά περισπᾶται ἀπό ἐδῶ καί ἀπό ἐκεῖ. Εἶναι εὐνόητο ὅτι ἄν ὁ ἴδιος ὁ πιστός δέν προσέχει αὐτά πού λέει καί δέν νιώθει ὅτι στέκεται μπροστά στόν Κύριο καί τήν Παναγία Μητέρα Του, οὔτε ὁ Κύριος οὔτε ἡ Παναγία θά τόν προσέξουν.
- ῾πεποιθώς᾽, μέ πίστη. Προστρέχουμε στήν Παναγία μέ αἴσθηση βεβαίως τῆς ταλαιπωρίας μας, ἀλλά μέ πίστη ὅτι Αὐτή, λόγω τῆς δύναμης τῆς μεσιτείας της στόν Θεό, μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει δραστικά στήν ὑπέρβαση τῶν προβλημάτων μας. Χωρίς ἐμπιστοσύνη στήν δύναμή της ἡ προσευχή μας εἶναι δεδομένο ὅτι πάσχει ριζικά.
- ῾ὁλοψύχως᾽. ῾Ο ὑμνογράφος ἐπιτείνει αὐτά πού εἶπε καί προηγουμένως. Στόν Θεό καί τήν Παναγία δέν πηγαίνουμε μέ διψυχία, μέ κλονισμένη δηλαδή τήν πίστη μας, γιατί τοῦτο φανερώνει  ἀκαταστασία ψυχῆς. ῾Ο νοῦς, ἡ καρδιά μας, ἡ ἐπιθυμία μας, ὅλος δηλαδή ὁ ψυχικός κόσμος μας μέ πίστη ἀναφέρεται στήν Θεοτόκο.
- ῾ἔδραμον᾽, ἔτρεξα. Ζητᾶμε τήν λύση τῶν προβλημάτων μας ἤ ἐκφράζουμε τίς εὐχαριστίες καί τίς δοξολογίες μας ὄχι μέ τρόπο χαλαρό καί ἀμελῆ. Ἡ σχέση μας μέ τόν Θεό καί τούς ἁγίους δέν μπορεῖ νά γίνεται ῾σέρνοντας᾽ καί νά ἔχουμε τήν ἀπαίτηση νά εἶναι θετική ἡ ἀνταπόκρισή τους ἀπέναντί μας. ᾽Απαιτεῖται σπουδή καί θερμή διάθεση, λέει ὁ βασιλιάς ποιητής.
- ῾καί γόνυ κλίνω...ὁ ἄθλιος᾽. Τό σημαντικότερο ἐξ ὅλων ἀφήνει στό τέλος ὁ ὑμνογράφος. Τότε εἶναι ἀληθινή ἡ προσευχή μας, τότε προκαλεῖται ἡ χάρη τῆς Παναγίας μας – χάρη στήν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ μας - ὅταν Τήν προσεγγίζουμε μέ ταπείνωση. ῾Η αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καί τῆς ἀθλιότητάς μας στήν ζωή αὐτή, πού μᾶς κάνει νά θρηνοῦμε καί νά στενάζουμε, ἀποτελεῖ τήν δραστικότερη προϋπόθεση πού συγκινεῖ τόν Θεό μας καί ᾽Εκείνην. ῾Ταπεινοῖς ὁ Θεός δίδωσι χάριν᾽. Κι αὐτή ἡ ταπείνωση ἐκφράζεται καί ψυχικά ἀλλά καί σωματικά διά τῆς κλίσεως τῶν γονάτων. Δέν ὑπάρχει πιό δυνατή προσευχή, σημειώνουν πολλοί ἅγιοί μας, ἀπό τήν προσευχή τῶν λυγισμένων γονάτων. Γιατί φανερώνει τό ἦθος τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ μας.


Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2020

"ΜΗΝ ΑΡΝΗΘΕΙΣ, ΠΑΡΘΕΝΕ, ΤΗ ΡΟΗ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ ΜΟΥ..."



῾Ῥοήν μου τῶν δακρύων, μὴ ἀποποιήσῃς, ἡ τὸν παντὸς ἐκ προσώπου πᾶν δάκρυον, ἀφῃρηκότα Παρθένε, Χριστὸν κυήσασα’.
(Μήν ἀρνηθεῖς, Παρθένε, τήν ροή τῶν δακρύων μου, Σύ πού γέννησες τόν Χριστό, ὁ ῾Οποῖος ἀφαίρεσε κάθε δάκρυ ἀπό κάθε πρόσωπο).

Ὁ ὑμνογράφος φαίνεται νά κινεῖται λίγο ἀντιφατικά στόν συγκεκριμένο ὕμνο. ᾽Αναγνωρίζει ἀπό τήν μία ὅτι ὁ Χριστός μέ τόν ἐρχομό Του στόν κόσμο μέσω τῆς Παναγίας Μητέρας Του ἀφαίρεσε κάθε δάκρυ ἀπό κάθε ἄνθρωπο, διότι ὡς γνωστόν κατήργησε τό αἴτιο τῆς θλίψης καί τοῦ πόνου καί τοῦ ἴδιου τοῦ θανάτου, τήν ἁμαρτία. ῾Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος᾽. ῞Ο,τι ὁ ἴδιος ὡς Δημιουργός ἀπαρχῆς ἔδωσε στόν ἄνθρωπο: νά χαίρεται τήν κοινωνία του μέ Αὐτόν μέ δυναμική αὐξητικῆς τάσης τῆς χαρᾶς αὐτῆς μέχρι ἀπειρίας καί ὁ ἄνθρωπος τό ἔχασε λόγω τῆς πτώσης του στήν ἁμαρτία, τοῦ τό ἔδωσε καί πάλι ὡς δυνατότητα ἀφότου ἦλθε στόν κόσμο, ἀρκεῖ βεβαίως ὁ ἄνθρωπος νά ἀποδεχτεῖ τόν ἐρχομό Του ὡς ἀνθρώπου καί νά πιστέψει στήν προσφορά τῆς ἀγάπης Του. ῾Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε᾽ εἶναι ἡ προτροπή τῶν ἁγίων ἀποστόλων σέ ὅλους τούς πιστούς. ᾽Από τήν ἄλλη ὅμως ὁ ἴδιος ὑμνογράφος κινεῖται πρός τήν Παναγία καί δι᾽ αὐτῆς πρός τόν Κύριο ὄχι ἁπλῶς μέ δάκρυα, ἀλλά μέ ροή δακρύων, πού σημαίνει ὅτι τό πλῆθος αὐτῶν πλημμυρίζουν τήν ὕπαρξή του. ῾Η ἀντίφαση λοιπόν φαίνεται ὅτι εἶναι προφανής: δέξου τά δάκρυά μου, λέει ὁ ὑμνογράφος,  πού  ὅμως Κύριος ὁ Υἱός σου τά κατήργησε.

Ἡ ἀπάντηση βεβαίως εἶναι εὔκολη καί γνωστή: μπορεῖ ὁ Κύριος πράγματι νά ἐξάλειψε τά δάκρυα, γιατί κτύπησε στήν ρίζα τήν αἰτία τους, ὅμως ἡ καθημερινή διαπίστωση εἶναι ὅτι συνεχίζουμε οἱ ἄνθρωποι, ἔστω καί πιστοί, νά ἁμαρτάνουμε, λόγω τῆς λησμονιᾶς τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί τῆς πνευματικῆς μας χαλάρωσης, ὅπως καί ὅτι ἐξακολουθοῦμε καί ζοῦμε μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου σ᾽ ἕναν κόσμο πού ῾κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ᾽, συνεπῶς ἡ θλίψη καί ὁ πόνος ἐξακολουθοῦν νά τόν σφραγίζουν. Τά δάκρυα λοιπόν καί ἐξαλείφθηκαν ἀλλά καί ἐξακολουθοῦν νά ὑπάρχουν, κατεξοχήν μάλιστα ἐκεῖνα πού ἐκφράζουν τόν ἄνθρωπο τῆς πίστης, ὁ ὁποῖος συνειδητοποιεῖ τήν ἁμαρτωλότητά του καί προστρέχει στήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, δηλαδή ὅταν μετανοεῖ. Γι᾽ αὐτό καί τό κύριο γνώρισμα πιά τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ μετάνοια, ἐνῶ τά δάκρυα ἀποτελοῦν ἰσχυρό ἀποδεικτικό τῆς ὑπάρξεώς της.

Χρειάζεται ὅμως καί σ᾽ αὐτό τό σημεῖο προσοχή. ῾Υπάρχουν ἄνθρωποι πού ἐκ φύσεως καί χαρακτῆρος ἔχουν τά δάκρυα ῾πρόχειρη᾽ ἔκφρασή τους. Αὐτά τά δάκρυα δέν ἀξιολογοῦνται θετικά ὡς φανέρωση τῆς γνήσιας μετανοίας τους. ᾽Εκεῖνα τά δάκρυα στά ὁποῖα ἐπιβλέπει ὁ Κύριος εἶναι ἐκεῖνα πού πηγάζουν ἀπό τήν καρδιά καί δηλώνουν τό πένθος καί τήν συντριβή τοῦ ἀνθρώπου λόγω τῶν ἁμαρτιῶν του. Αὐτά εἶναι τά ἀληθινά δάκρυα μετανοίας, τά ὁποῖα συνυπάρχουν πάντοτε καί μέ τήν γενναία ἀπόφαση τοῦ ἀνθρώπου γιά ἀλλαγή τρόπου ζωῆς, ζωῆς δηλαδή προσαρμοσμένης στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Σέ μία τέτοια περίπτωση τά δάκρυα τοῦ πένθους σιγά σιγά πράγματι ἐξαλείφονται καί μεταποιοῦνται σέ δάκρυα εὐγνωμοσύνης καί χαρᾶς ἀπό τήν ἐνέργεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία κάνει τόν ἄνθρωπο στό βάθος τῆς καρδιᾶς του νά ἀκούει ῾τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου᾽.   


"Εγώ την Εκκλησία την θέλω..."




 Πολλές φορές ακούμε τη φράση αυτή, ειπωμένη συνήθως από ανθρώπους που έχουν μηδαμινή ή εντελώς περιθωριακή σχέση με την Εκκλησία, ενώ αποκαλύπτει μία μετάθεση του κέντρου βάρους της χριστιανικής συνείδησης αυτού που την εκφράζει. Αντί δηλαδή ο συγκεκριμένος χριστιανός να ζει και να κινείται ως μέλος του σώματος του Χριστού που είναι η Εκκλησία, άρα να υπόκειται ο ίδιος στο σώμα και να υποτάσσεται στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας, αυτός αντιθέτως, ως να είναι υπερκείμενός της και συνεπώς κριτής της, ζητά να την «κανονίσει». Και κυρίως με τη φράση αυτή τι ζητά; «Να μην έχει πολύ κόσμο όταν πάει στο ναό» - το ναό συνήθως εννοεί ως Εκκλησία. «Να μη φορούν πολυτελή άμφια οι παπάδες και οι δεσποτάδες» - οι κληρικοί γι’  αυτόν συνιστούν την Εκκλησία. «Να καλύψει η Εκκλησία το οικονομικό έλλειμμα της πατρίδας» - το κοινωνικό έργο και η φιλανθρωπία είναι η μόνη κατ’  αυτόν αποστολή της Εκκλησίας∙ διότι ζει αυτός με τον μύθο της άπειρης περιουσίας της, την οποία  νέμονται οι παπάδες και δεν την προσφέρουν στον κόσμο.
Χωρίς καμμία διάθεση ωραιοποίησης ιδίως του ανθρωπίνου της Εκκλησίας πρέπει να σημειώνουμε κάθε φορά τα αυτονόητα:
(1) Ότι Εκκλησία δεν είναι οι κληρικοί. Οι κληρικοί αποτελούν και αυτοί μέλη της Εκκλησίας, όπως και οι λαϊκοί, που σημαίνει ότι μπορεί να στέκουν στην πίστη ή να εκπίπτουν από αυτήν. Η Εκκλησία αποτελεί το ζωντανό σώμα του Χριστού, με κεφαλή τον ΄Ιδιο, η αγιότητά της άρα οφείλεται σ’  Εκείνον και όχι σε κάποια από τα μέλη της, και κατά συνέπεια στον Χριστό πιστεύουμε και όχι σε ανθρώπους, έστω και παπάδες. Η μετατόπιση της προσοχής στους κληρικούς, σαν να εξαρτάται η πίστη από αυτούς, αν δεν φανερώνει παχυλή άγνοια, αποκαλύπτει την «πονηρία» ορισμένων, που θέλουν στην πραγματικότητα να δικαιολογήσουν το δικό τους έλλειμμα στην πίστη και στο χριστιανικό βίωμα. Συνιστά δηλαδή ένα άλλοθι, για να εφησυχάζουν την ένοχη συνείδησή τους και τη χαλαρότητα του τρόπου της ζωής τους.
(2) Ότι ο ναός δεν είναι η Εκκλησία. Ονομάζουμε κατ’  επέκταση Εκκλησία και το ναό, το κτίσμα, γιατί εκεί συναθροίζεται ο λαός του Θεού – ο λαός ως σώμα Χριστού αποτελεί τον αληθινό ναό - επειδή διευκολύνεται στην προσευχή και την τέλεση των μυστηρίων και των ακολουθιών. Ως τόπος συνάθροισης λοιπόν του λαού του Θεού δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση να μην υπάρχει κανείς άλλος μέσα σ’  αυτόν, πλην…ημών! Η απαίτηση ή έστω και η απλή επιθυμία για κάτι τέτοιο φανερώνει ότι δεν νιώθουμε συνδεδεμένοι με τους άλλους πιστούς – απουσιάζει παντελώς η αγάπη, άρα και ο Θεός, από τη ζωή μας - συνεπώς επιλέγουμε μία ατομική θρησκευτικότητα (εγώ με τον «Θεό» μου) καταστρατηγώντας στην πράξη αυτό που είναι η Εκκλησία και ίδρυσε ο Χριστός.
(3) Ότι η Εκκλησία δεν έχει αμύθητα πλούτη. Ό,τι περιουσία έχει απομείνει στην Εκκλησία είναι στην πραγματικότητα δεσμευμένο και μη αξιοποιήσιμο, «σαν οικόπεδα μέσα στη θάλασσα!», ενώ το ελάχιστο εναπομείναν είναι προς κάλυψη των φιλανθρωπικών και λοιπών ιδρυμάτων της. Όσοι επιμένουν, μετά από τόσα που έχουν δημοσιευθεί για το θέμα αυτό, απλώς πετούν  «πυροτεχνήματα» προς εντυπωσιασμό, συνεπώς κινούνται εκ του πονηρού. Κι από την άλλη, θα πρέπει κάποτε να κατανοηθεί η αλήθεια ότι το κύριο έργο της Εκκλησίας δεν είναι το φιλανθρωπικό και κοινωνικό, αλλά η σύνδεση του ανθρώπου με τον Θεό – ό,τι ήλθε να φέρει ο Χριστός στον κόσμο, που «ενηνθρώπησε ίνα ημείς θεοποιηθώμεν»! Οπότε η  Εκκλησία  βεβαίως επιτελεί κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο αλλά ως συνέχεια και επέκταση της καθαυτό αποστολής της: της ένωσης του ανθρώπου με τον Τριαδικό Θεό.


Σάββατο, 1 Αυγούστου 2020

Η «ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗ» ΠΙΣΤΗ



«Παρακαλώ να τα έχετε όλα αυτά υπ’ όψιν, για να μην καταποντισθείτε από τη «χωρίς διάκριση» πίστη» (όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ).

Ο μέγας Γέρων και πάλι μας καθοδηγεί: χωρίς πίστη δεν μπορεί κανείς να είναι χριστιανός, μάλλον δεν μπορεί να είναι άνθρωπος – η πίστη είναι το καθοριστικό στοιχείο του ανθρώπου σε όλα τα επίπεδα της ζωής του. Χωρίς πίστη δεν «υφίσταται» ζωή, ακόμη και για να περπατήσεις! Ο όσιος βεβαίως, το καταλαβαίνουμε, αναφέρεται στην πίστη στον Θεό, και μάλιστα όχι στον «θεό» ή στους «θεούς» που δημιουργεί ο ίδιος ο άνθρωπος, τα λεγόμενα είδωλα, αλλά στον αληθινό Τριαδικό Θεό που απεκάλυψε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος που σαρκώθηκε και μας «εξήγησε» τα του Θεού – «Εκείνος εξηγήσατο». Κι η πίστη σ’ Αυτόν μάς δόθηκε (πέρα από δυνατότητα διά του αγίου βαπτίσματος) και ως εντολή, ώστε ο διασπασμένος από την αμαρτία νους μας να προσανατολιστεί σωστά, με την έννοια να στηριχθεί χάριτι Θεού σαν σε άγκυρα σ’ Αυτόν για να νιώσει τη δυναμική της πίστεως. «Πιστεύετε εις τον Θεόν και εις εμέ πιστεύετε». Η πίστη αυτή μας απεγκλωβίζει από τα δεσμά των παθών του εαυτού μας, μας απεμπλέκει από τη γοητεία του κόσμου τούτου που κείται «εν τω πονηρώ», συνιστά την υπέρ φύσιν δύναμη για να κάνει ο άνθρωπος το άλμα προκειμένου να βρεθεί στον χώρο της χάρης του Θεού. Οπότε μιλάμε για την πίστη που αγκαλιάζει όλη την ύπαρξη του ανθρώπου και την θέτει στην πορεία συνάντησης με Εκείνου τα ίχνη και τα πατήματα. Χωρίς πίστη στον Θεό και Χριστό δεν υπάρχει χριστιανισμός - Εκείνος είναι «η Οδός».
Η πίστη στον Χριστό είναι αληθινή, μας διδάσκει ο λόγος του Θεού, όταν ασφαλώς κινητοποιεί την ύπαρξη του ανθρώπου, αλλά μέσα στο μοναδικό πλαίσιο που μπορεί να λειτουργήσει και να αναπτυχθεί: την αγάπη. Όπως το λέει ο απόστολος Παύλος: «πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη». Μπορεί δηλαδή να είσαι πιστός, μα να μην είσαι χριστιανός. Χριστιανός είσαι όταν η πίστη σου εκφράζεται ως αγάπη, προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, που θα πει ότι η αγάπη είναι το παρόν της πίστεως – μετράς την πίστη με το «θερμόμετρο» της αγάπης. Γι’ αυτό και ο λόγος του Χριστού ήταν απόλυτος και καταλυτικός: «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν του Θεού, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν Ουρανοίς». Στη Βασιλεία του Θεού θα βρεις όχι τους πιστούς στον Θεό, αλλά τους αγαπώντες πιστούς, αυτούς δηλαδή που η χάρη του Θεού τούς άνοιξε τα πνευματικά μάτια αλλά και τους έδωσε την ώθηση ώστε να βρουν τον Θεό «έξω» από τον εαυτό τους, τον εγωιστικό και αμαρτωλό εαυτό τους εννοείται – μία «έξοδος» που φέρνει τον χριστιανό αληθινά στον βαθύ εαυτό του, την καρδιά του την κατά Θεό κτισμένη και αναγεννημένη. Οι άγιοι της Εκκλησίας μας αποτελούν τα υπομνήματα της αλήθειας αυτής.
Ο άγιος Σωφρόνιος λοιπόν στην πίστη αυτή μας καθοδηγεί, η οποία επιπρόσθετα θεμελιώνεται στην ταπείνωση. Γιατί; Διότι ναι μεν η χάρη του Θεού μας ελκύει προς τον Χριστό ώστε να Τον πιστέψουμε, ναι μεν μας συνειδητοποιεί ότι έξω από την αγάπη δεν μπορούμε να Τον βρούμε, αλλά από την άλλη μας φέρνει στην πραγματικότητα του εαυτού μας, ο οποίος  «τρώει» πολύ... χώμα! Θέλουμε να πούμε ότι πάνω στην προσπάθεια να ζήσει κανείς την εντολή του Χριστού, να ζήσει δηλαδή εν Θεώ – μέσα στις εντολές Του κρύβεται ο Χριστός – διαπιστώνει την ολοκληρωτική τις περισσότερες φορές αδυναμία του. Πόσο εύκολα μπορεί κανείς να νομίσει ότι φτάνει στην αγάπη προς τον εχθρό του; Πόσο εύκολο είναι να δεις αυτόν που σε αδικεί και σου δυσκολεύει τη ζωή ως τον ίδιο τον Χριστό; «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών!» «Τρώμε λοιπόν τα μούτρα μας», κατά το κοινώς λεγόμενο, συνεπώς πιστεύουμε στον Χριστό, θέλουμε να αγαπάμε, δεν τα... πολυκαταφέρνουμε όμως, άρα η ταπείνωσή μας (με τα συνωδά στοιχεία του πένθους και της διαρκούς έμπονης μετανοίας μας) ως προς τις μηδαμινές έως ανύπαρκτες δυνάμεις μας είναι δεδομένη. Κι είναι μία πραγματικότητα στην πνευματική ζωή που δεν μπορούμε να λησμονούμε – σ’ αυτό δεν μας παροτρύνουν διαρκώς οι Πατέρες της Εκκλησίας μας;  Γιατί διαφορετικά περιπίπτουμε σε μία «φαντασιακή» πίστη ή σε μία πίστη που λειτουργεί «χωρίς διάκριση» κατά τον λόγο του οσίου Σωφρονίου.
«Χωρίς διάκριση» πίστη που οδηγεί στον καταποντισμό – αντί διά   της πίστεως να συναντάς τον Θεό και να σώζεσαι, βρίσκεσαι καθ’ ολοκληρίαν στα δίχτυα του πονηρού! Φέρνει παραδείγματα ο άγιος Γέρων για να το καταστήσει σαφές. «Γνωρίζω», σημειώνει, «πολλές περιπτώσεις, όπου οι άνθρωποι έχασαν το μέτρο. Έτσι, μου έτυχε κάποτε να διαβάσω το εξής: Στην Αμερική, κάποια ομάδα ιθαγενών βαφτίστηκε και δέχτηκε τον χριστιανισμό. Έπειτα όμως, επιστρέφοντας στα σπίτια τους, νόμισαν πως θα περάσουν τον ποταμό περπατώντας επάνω στα νερά. Και με την ορμή της πίστεώς τους μπήκαν όλοι στα νερά και πνίγηκαν. Εγώ ο ίδιος, δυστυχώς, γνώρισα ανθρώπους που πίστεψαν ότι είναι «θεοί», υπερέβησαν το όριο, έχασαν τα λογικά τους και έχασαν την αληθινή συνείδηση».
Τι συγκεκριμένα προτείνει ο άγιος; Ποια είναι «τα όλα αυτά που παρακαλεί να τα έχουμε υπ’ όψιν» για να έχουμε την αληθινή σώζουσα πίστη; Ό,τι τονίσαμε από την αρχή: την πίστη που φανερώνεται ως αγάπη και στηρίζεται στην ταπείνωση. Την ταπείνωση που «εμφανίζεται ως βαθύς θρήνος μετανοίας και αίσθημα ότι αδυνατούμε να θεραπευθούμε μόνο με τις δυνάμεις μας». Και συνυπάρχει με την προσευχή «να έρθει ο Ίδιος ο Θεός με τη θεραπεία Του και με τη δύναμή Του να νικήσει μέσα μας όλα τα προσκόμματα και όλα τα θανατηφόρα πάθη».
Δυστυχώς όμως, η αλαζονεία και ο εγωισμός μας είναι τέτοιοι που μας κάνουν να πορευόμαστε συχνά ως τυφλοί: να έχουμε τη «χωρίς διάκριση» πίστη, να νομίζουμε ότι φτάσαμε ήδη στη θέωση και συνεπώς «μπορούμε να περπατάμε πάνω στα νερά, όπως ο Κύριος περπάτησε». Πόσο μας λείπει η επίγνωση της αμαρτωλότητάς μας και η συναίσθηση ότι ο Κύριος με ό,τι επιτρέπει στη ζωή μας – αρρώστιες, πειρασμούς, ατυχήματα – στην πραγματικότητα μάς καλεί να δούμε τον «χάλια» εαυτό μας. Και κυρίως: πόση έπαρση έχουμε ώστε διαρκώς «να Τον εκπειράζουμε», απαιτώντας Του πράγματα πάνω από τα μέτρα μας!



Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ



«Αυτός ο μακάριος έζησε επί της βασιλείας του Θεόφιλου του μισόχριστου (9ος μ.Χ. αι.). Οι γονείς του ήταν πατρίκιοι, καταγόταν δηλαδή ο άγιος από αρχοντική οικογένεια,  κι ήταν γνωστοί ορθόδοξοι, Βασίλειος και Ευδοκία στο όνομα και Καππαδόκες στο γένος. Γι’  αυτό και ο Ευδόκιμος ανατράφηκε με πολύ ενάρετο τρόπο, παίρνοντας το τιμητικό αξίωμα του κανδιδάτου από τον Θεόφιλο, γενόμενος στρατοπεδάρχης πρώτα της γης των Καππαδοκών, κι έπειτα ολόκληρης της γης των Ρωμαίων. Ήταν εξαιρετικά δίκαιος, διαφυλάττοντας την ισότητα απέναντι σε όλους και  κάνοντας πολλές ελεημοσύνες καθημερινά. Ζούσε  έντονα την εκκλησιαστική ζωή, φροντίζοντας τις χήρες και τα ορφανά και ενεργοποιώντας κάθε είδος αρετής. Μ’  αυτόν τον τρόπο ο μακάριος πολιτεύτηκε κατά Θεόν, μέχρις ότου αρρώστησε βαριά και παρέθεσε έτσι το πνεύμα του σ’  Εκείνον. Μετά την τελευτή του, κατόπιν εντολής που είχε δώσει όσο ζούσε, έθαψαν το τίμιο σώμα του με τα ενδύματα και τα υποδήματά του, το οποίο σώμα του δοξάσθηκε από τον Θεό με θαύματα πολλά, τα οποία τώρα αδυνατούμε να τα διηγηθούμε λεπτομερώς. Η μετακομιδή του λειψάνου του προς το Βυζάντιο έγινε στις 6  Ιουνίου, η δε αγία κοίμησή του, στις 31 Ιουλίου».

Το τέλος του μηνός Ιουλίου καταυγάζεται από τη φωτεινή μνήμη, όπως λάμπει ο ήλιος που ανατέλλει, του αγίου και δικαίου Ευδοκίμου. «Ως όρθρος, ως ήλιος ανέτειλε η μνήμη σου», διατρανώνει ο υμνογράφος της εορτής του. Ο ίδιος διαρκώς τονίζει το πόσο ο άγιος ευδοκίμησε πνευματικά στη ζωή του, τόσο που τον θεωρεί ως τύπο του ορθοδόξου πιστού. Στο πρόσωπο και τη ζωή δηλαδή του αγίου Ευδοκίμου κατανοούμε το τι σημαίνει να είναι κανείς αληθινά ορθόδοξος, κάτι που μας δίνει το δικαίωμα να κρίνουμε με ορθά κριτήρια τις διάφορες «εκδόσεις» ορθοδοξίας που προβάλλονται σήμερα, με την απαίτηση μάλιστα από ορισμένες  να θεωρούνται και οι μοναδικά αυθεντικές. Τι τονίζει λοιπόν εν προκειμένω ο υμνογράφος; «Τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα, ορθόδοξον φρόνημα συ εκ νεότητος έσχηκας, βίον ακηλίδωτον και ευσυμπάθητον γνώμην, αξιάγαστε». Δηλαδή: Φύλαξες τα δόγματα (την πίστη) των Πατέρων καθαρά και ανόθευτα, αξιοθαύμαστε Ευδόκιμε, γι’ αυτό και απέκτησες από τη νεότητά σου ορθόδοξο φρόνημα, βίο αγνό και ακηλίδωτο και διάθεση γεμάτη αγάπη στους συνανθρώπους σου.
Ο άγιος Ευδόκιμος λοιπόν από τη νεότητά του είχε ορθόδοξο φρόνημα. Σπεύδει αμέσως όμως ο ποιητής να μας πει ότι η ορθοδοξία του δεν ήταν ένα είδος ιδεολογίας: μία αποδοχή προτάσεων πίστεως, έστω και αληθινών, αλλά εμψυχωνόταν από την ίδια τη ζωή του, την οποία ζούσε καθημερινώς με αγνότητα και αγάπη. Με άλλα λόγια, η ορθοδοξία του αγίου ναι μεν είχε όλα τα στοιχεία της ορθής στον Χριστό πίστεως – ό,τι τελικώς ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως – αλλά την πίστη αυτή τη ζούσε στο εκάστοτε παρόν με έλεγχο των επιθυμιών του, ώστε η εγκράτεια και η σωφροσύνη να τον καθοδηγούν, και με πλήρωση της καρδιάς του από αγάπη. Διότι μία πίστη που δεν ζωντανεύει με την αγάπη, μέσα στα πλαίσια της εγκρατείας, σταματάει να είναι χριστιανική και μπορεί μάλιστα να θεωρείται και δαιμονική: Διότι «και τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίττουσι».
Ο υμνογράφος όμως με τον λιτό κι επιγραμματικό του τρόπο, μας λέει το πώς ο άνθρωπος, όπως το βλέπουμε στον άγιο Ευδόκιμο, μπορεί να λειτουργεί έτσι ορθόδοξα: «τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα». Μόνον εκείνος που βρίσκεται στον ίδιο δρόμο με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, δηλαδή κρατάει καθαρή τη δική τους παράδοση, συνεπώς και τη δική τους αγιασμένη ζωή, μπορεί τελικώς να είναι ορθόδοξος. Εκείνος που θα πιστέψει ότι είναι ορθόδοξος, διαγράφοντας την Πατερική παράδοση και στήνοντας μία δική του κατανόηση της χριστιανικής πίστεως, πλανάται πλάνην οικτράν. Και τούτο γιατί η ακολουθία των Πατέρων συνιστά ακολουθία του ίδιου του Χριστού, δεδομένου ότι αυτοί έζησαν με τον πιο δυνατό και αυθεντικό τρόπο, και μάλιστα τις περισσότερες φορές δίνοντας και την ίδια τη ζωή τους, τη ζωή Εκείνου. Γι’  αυτό και τονίζεται ποικιλοτρόπως ότι η Εκκλησία μας είναι μεταξύ των άλλων Πατερική, άρα και ορθά αποστολική. Ο άγιος Ευδόκιμος λοιπόν αναδείχθηκε άγιος και δίκαιος, γιατί έζησε σωστά ως ορθόδοξος: πατερικά και εκκλησιαστικά. Κι αυτό μας προτρέπει να κάνουμε κι εμείς, αν επιθυμούμε τον αγιασμό μας.


Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2020

ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΘΕΟ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ



«Καμία κοινωνική τάξη δεν εμποδίζει τον άνθρωπο να πλησιάσει τον Θεό. Υπάρχει μάλιστα ακόμη και η εξής αντίθεση: εκείνοι που ικανοποιούνται με τη θέση τους ως άρχουσα τάξη στην κοινωνία είναι λιγότερο ικανοί να αγαπήσουν τον Θεό, παρά κάποιος δούλος που πάσχει» (όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ).

Ο όσιος Σωφρόνιος, Μέγας Πατήρ της εποχής μας που ορθοτομεί την αλήθεια με τον σα μαχαίρι κοφτερό λόγο του, έρχεται και για ακόμη μια φορά μάς υπενθυμίζει τρία κυρίως πράγματα:
Πρώτον, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι κλημένοι να πλησιάσουν τον Θεό, με την έννοια όχι απλώς να βρεθούν κοντά Του από πλευράς τοπικής – ο Θεός έτσι κι αλλιώς είναι «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών» - αλλά με την έννοια να ζουν μέσα σ’ Εκείνον και Εκείνος μέσα σ’ αυτούς («ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω και έσομαι αυτών Θεός και αυτοί έσονταί μοι λαός» ήδη κατά τον προφητικό λόγο). Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακριβώς επειδή ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου, είναι «Θεός κεκελευσμένος» κατά τον λόγο των αγίων Πατέρων μας, που θα πει του δόθηκε η εντολή να ζει μέσα στον κόσμο αυτόν (που είναι και πάλι του Θεού) ως ένας άλλος Θεός φέροντας μέσα του τον Δημιουργό του. Και μπορεί ως γνωστόν ο άνθρωπος να αρνήθηκε λόγω της πτώσης του στην αμαρτία τη μεγαλειώδη αυτήν κλήση του, όμως δεν έπαυσε αυτή να υφίσταται, έστω και χωρίς δυνατότητα υλοποίησής της, μέχρις ότου ο ίδιος ο Θεός μέσα στο πλαίσιο της άπειρης φιλανθρωπίας Του «έκλινεν ουρανούς και κατέβη» γενόμενος άνθρωπος για χάρη του ανθρώπου, προκειμένου να τον επαναφέρει όπου ήν το πρότερον και ακόμη περισσότερο. Ο άνθρωπος λοιπόν, μας υπενθυμίζει ο όσιος Γέροντας, έχει αυτήν την προοπτική: να ζει με τον Θεό σε επίπεδο «ταύτισης» μαζί Του, κι αυτό νοηματοδοτεί τον βίο του. Κι από την άποψη αυτή κάτι λιγότερο από το «όραμα» αυτό δεν «χορταίνει» τον άνθρωπο και τον αφήνει εσαεί πεινασμένο και διψασμένο. Ο άνθρωπος τα θέλει όλα, γιατί η καρδιά του είναι φτιαγμένη για την απειρία του Θεού.  
Δεύτερον, ότι η προσέγγιση του Θεού από τον άνθρωπο γίνεται μόνον στο επίπεδο της αγάπης. Ο άνθρωπος αγαπώντας τον Θεό πλησιάζει τον Θεό, με την έννοια της αλληλοπεριχώρησής τους – μένει μέσα σ’ Εκείνον και Εκείνος μέσα σ’ αυτόν -  που σημαίνει ότι αγαπά τον Θεό, γιατί Εκείνος πρώτος τον αγάπησε, δηλαδή η αγάπη του ανθρώπου προς τον Θεό αποτελεί ανταπόκρισή του προς την αγάπη του Θεού. «Ημείς αγαπώμεν ότι Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» κατά τον λόγο του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, γι’ αυτό και η γνώση του ανθρώπου για τον Θεό είναι πάντοτε καρπός αγάπης. Με άλλα λόγια χωρίς αγάπη προς τον Θεό ως αντίδωρο στο δώρο της αγάπης Εκείνου ο άνθρωπος δεν μπορεί να «μάθει» τίποτε για τον Δημιουργό του, ο Θεός θα παραμένει πάντοτε ένας ξένος προς αυτόν, έστω κι αν επιστρατεύει του «κόσμου» τις θεοσοφίες. Κι εννοείται έτσι ότι μιλάμε για υπαρκτική γνώση, για γνώση δηλαδή που περνάει μέσα από την εμπειρία του ανθρώπου και όχι για πληροφορίες γι’ Αυτόν, έστω και σωστές βασισμένες στον λόγο της Γραφής.
Κι είναι περιττό βεβαίως να τονίσουμε ότι πάντοτε η αγάπη προς τον Θεό που φέρνει τη γνώση μας για Εκείνον εκφράζεται ως χαρισματικός αγώνας για τήρηση των αγίων εντολών Του. Αυτό θα πει υπαρκτική γνώση ως εμπειρία του Θεού, αφού οι εντολές του Θεού δεν αφήνουν τον άνθρωπο σε ησυχία και αδιάκοπα τον κινητοποιούν σε «μετάθεση» νου και καρδιάς εκεί που είναι η ζωή του Ίδιου – ο Θεός περικλείεται μέσα στις εντολές Του. Όσο λοιπόν ο πιστός εκτείνεται εκεί που είναι η κλήση του Θεού, τόσο φανερώνει ότι αγαπά τον Θεό, τόσο επομένως αποκτά και γνώση του Θεού. Ο άγιος Ιωάννης πάλι είναι απόλυτος εκφράζοντας τη χάρη που ζει η αγία Εκκλησία: «Εν τούτω γινώσκομεν ότι εγνώκαμεν αυτόν, εάν τας εντολάς αυτού τηρώμεν. Ο λέγων, έγνωκα αυτόν, και τας εντολάς αυτού μη τηρών, ψεύστης εστί, και εν τούτω η αλήθεια ουκ έστιν». Ο άγιος Σωφρόνιος, καθ’ υπερβολήν θα έλεγε κανείς, τόνιζε διαρκώς την αλήθεια αυτή περί της αγάπης προς τον Χριστό διά της τηρήσεως των αγίων Του εντολών, όμως επέμενε γιατί θεωρούσε ότι αυτό συνιστά τον πυρήνα όλου του Ευαγγελίου.
Τρίτον, ότι ναι μεν οι πάντες είμαστε κλημένοι για άμεση και προσωπική σχέση με τον Θεό, βεβαίως η σχέση αυτή προϋποθέτει τον αγώνα της αγάπης, όμως η αγάπη αυτή έχει διαβαθμίσεις. Και το σημαντικότερο; Τις ανώτερες σκάλες αγάπης, επομένως και της γνώσης του Θεού και της χάρης που Εκείνος δίνει, δεν τις «κατακτούν» συνήθως οι άρχοντες της κοινωνίας, «η άρχουσα τάξη» όπως λέει, αλλά οι πιο ταπεινοί, οι πιο παραπεταμένοι, αυτοί που δεν τους δίνει κανείς ιδιαίτερη σημασία. Πρόκειται για την αλήθεια που εκφράζει ο απόστολος Παύλος ιδίως στην προς Α΄προς Κορινθίους επιστολή, όταν λέει ότι αυτοί που κυρίως έχουν κληθεί από τον Θεό δεν είναι οι σοφοί και προεστώτες του κόσμου, οι ευγενείς και οι δυνατοί, αλλά «τα μωρά του κόσμου και τα ασθενή». «Βλέπετε την κλήσιν υμών, αδελφοί, ότι ου πολλοί σοφοί κατά σάρα, ου πολλοί δυνατοί, ου πολλοί ευγενείς, αλλά τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη...». Κι αυτό «όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού» - μη καυχηθεί κανείς άνθρωπος ότι με τις δικές του δυνάμεις στάθηκε ενώπιον του Θεού! Ο άνθρωπος λόγω της αμαρτίας του το μόνο που μπορεί να καταφέρει είναι η... αμαρτία του – ό,τι δεν θέλει ο Θεός και Τον απομακρύνει από τον άνθρωπο.
Αλλά ο άγιος Σωφρόνιος προς άρση κάθε παρεξήγησης, μη τυχόν δηλαδή κάποιος πιστέψει ότι κάθε άρχοντας της γης είναι χαμένος ή από την άλλη κάθε «παρακατιανός» και δούλος είναι σωσμένος, συμπληρώνει: «εκείνοι που ικανοποιούνται με τη θέση τους ως άρχουσα τάξη» και «ο δούλος που πάσχει». Να λοιπόν η διάκριση του αγίου Πατρός: όχι απλώς επειδή κάποιος είναι άρχοντας του κόσμου τούτου, αλλά επειδή «ικανοποιείται με τη θέση του», δεν μπορεί να σταθεί στην αγάπη του Θεού, που θα πει ότι πίσω από τη θέση που κατέχει κρύβεται η αλαζονεία και η υπερηφάνεια -  ό,τι αποτελεί δαιμονική κυριολεκτικά κατάσταση. Κι αυτό είναι το πρόβλημα πολλών υψηλά ισταμένων: δεν βλέπουν τη θέση τους «διακονικά», όπως λέει ο Χριστός∙ «ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος και πάντων διάκονος», αλλά κυριαρχικά∙ να υποτάξουν τον άλλον που είναι εικόνα Θεού. Κι επίσης: όχι απλώς επειδή κάποιος είναι «δούλος», τουτέστιν δεν έχει «πρόσωπο» στην κοινωνία, εισπράττει αφειδώς τη χάρη του Θεού, αλλά όταν είναι «δούλος που πάσχει», δηλαδή πιστεύει στον Θεό και δεν αγανακτεί εναντίον Του, ούτε βεβαίως στρέφεται ενάντια στους υπολοίπους συνανθρώπους του «για την αδικία που ζει και δεν του αξίζει».

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ


«Ο άγιος Καλλίνικος καταγόταν από την Κιλικία. Ήταν εξαιρετικά αγαθός άνθρωπος, κι αυτό γιατί οικοδόμησε τον εαυτό του με τον φόβο του Θεού. Έγινε για πολλούς δάσκαλος σωτηρίας και νουθετούσε ιδίως τους ειδωλολάτρες να απομακρυνθούν από τα μάταια και να αποκτήσουν επίγνωση του αληθινού Θεού, του Δημιουργού όλων. Γι’ αυτό συνελήφθη κι οδηγήθηκε στον ηγεμόνα Σακερδώνα. Υποβάλλεται λοιπόν από αυτόν σε όλα τα είδη των βασανιστηρίων, κι αφού του φόρεσαν στα πόδια σιδερένιες κρηπίδες που είχαν όρθια καρφιά, διατάσσεται να τρέξει μέχρι την πόλη της Γάγγρας, που απείχε ογδόντα στάδια. Αφού κάλυψε λοιπόν τα εξήντα, επειδή οι στρατιώτες που τον οδηγούσαν δίψασαν πολύ, δεν μπορούσε εξαιτίας τους να προχωρήσει άλλο. Γι’ αυτό προσευχήθηκε και από ξερό βράχο έβγαλε νερό, το οποίο ακόμη και τώρα χρησιμοποιείται ως πηγή. Όταν έφτασε στη Γάγγρα, τον έβαλαν μέσα σε καμίνι φωτιάς, όπου και παρέδωσε στον Θεό το πνεύμα του. Τελείται δε η σύναξή του πλησίον της Γέφυρας του Ιουστινιανού και πλησίον του Πετρίου».

       Στον άγιο μάρτυρα Καλλίνικο βλέπουμε το κύριο στοιχείο της αγιότητας: την υπέρβαση του φόβου του θανάτου, όπως το επισημαίνει ο υμνογράφος του, ήδη από το πρώτο στιχηρό του εσπερινού της εορτής του: «μάρτυς θεόφρον Καλλίνικε, υπέρ το ζην το θανείν, ευσεβώς προελόμενος, του Χριστού τον θάνατον αληθώς εξεικόνισας» (Μάρτυς θεόφρον Καλλίνικε, αφού προτίμησες λόγω της ευσέβειάς σου τον θάνατο παραπάνω από τη ζωή, εξεικόνισες αληθινά τον θάνατο του Χριστού). Η επιλογή του θανάτου παραπάνω από τη ζωή δεν οφειλόταν βεβαίως σε λόγους ψυχολογικούς, σε μία βαθειά κατάθλιψη πιθανόν, ούτε και σε κάποια φιλοσοφική θεωρία. Οφειλόταν στη μεγάλη αγάπη που είχε ο μάρτυρας για τον Χριστό – αυτό δηλώνει άλλωστε το επίρρημα «ευσεβώς» - η οποία τον έκανε να προτιμά πάντοτε Εκείνον από οτιδήποτε άλλο, έστω και την ίδια τη ζωή του. "Πληγωμένος ο μάρτυρας από την αγάπη του Χριστού φώναζε δυνατά υπομένοντας τα βασανιστήρια: Θα τρέχω κει που είναι η μυρωδιά των μύρων Σου, ακολουθώντας το Πάθος Σου με την αιματηρή μου άθληση" («Τη του Χριστού αγάπη τετρωμένος ο μάρτυς ανέκραζεν, εν τοις αγώσι εγκαρτερών: Εις οσμήν δραμούμαι μύρων, ακολουθών των πάθει Σου, τη αθλήσει τη δι’ αίματος»). Στην πραγματικότητα δεν έκανε τίποτε άλλο, από το να προσπαθεί να παραμένει συνεπής στον λόγο του Χριστού, ο Οποίος προτρέπει και λέγει: «ο φιλών πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος». Δεν υπάρχει δηλαδή μεγαλύτερη αγάπη, από την αγάπη προς τον Χριστό, κι αυτό θέλησε να ζήσει με τρόπο συνεπή ο άγιος Καλλίνικος, όπως βεβαίως και όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας.

       Την επιλογή ακόμη και του θανάτου, προκειμένου ο πιστός να μείνει σταθερός στην αγάπη του Χριστού, την βλέπουμε ως το κατεξοχήν στοιχείο αγιότητας και στον απόστολο Παύλο, ο οποίος, πληγωμένος κι αυτός από την ίδια αγάπη, έλεγε: «Έχω την επιθυμίαν εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι». Επιθυμώ να πεθάνω και να είμαι μαζί με τον Χριστό. Να πεθάνει όχι γιατί βαρέθηκε τη ζωή, αλλά για να είναι πιο γρήγορα σε βαθύτερη σχέση με τον Χριστό. Κι αλλού: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Πέπεισμαι ότι ούτε θάνατος ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού, της εν Χριστώ Ιησού». Τα δυνατά αυτά συναισθήματα που συνέπαιρναν τον απόστολο Παύλο, ήταν εκείνα που βλέπουμε να διακατέχουν και τον άγιο Καλλίνικο. Κι είναι το στοιχείο τούτο, όπως είπαμε, το στοιχείο που αποκαλύπτει την αληθινή αγιότητα, όπως μας το λέει ωραία και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Ο άγιος επιθυμεί καθ’ ημέραν τον θάνατον». Για τους λόγους βεβαίως που εξηγήσαμε.

       Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι μία τέτοια αγάπη, η οποία αποκαλύπτει τα αληθινά όρια της πίστης στον Χριστό, προϋποθέτει τη μετάθεση του κέντρου βάρους του πιστού από τη ζωή αυτή, με όλα τα θέλγητρα και τους πειρασμούς της, στον ίδιο τον Χριστό. Αν κανείς, με άλλα λόγια, δεν έχει πιστέψει με όλη του την ύπαρξη ότι η αληθινή ζωή βρίσκεται στον Χριστό, την πηγή της ζωής, και όχι στα περιορισμένα όρια αυτού του κόσμου, ο οποίος «παράγει και παρέρχεται» ως φθαρτός, δεν μπορεί να πει ότι είναι πραγματικά χριστιανός. Και δεν πρέπει να σπεύσει κανείς να πει ότι αυτό είναι για τους λίγους και τους εξαίρετους, γιατί αυτή η σχέση με τον Χριστό δόθηκε σε όλους τους πιστούς ως δωρεά στο άγιο βάπτισμα, που απλώς καλούμαστε διαρκώς να επιβεβαιώνουμε στην καθημερινή μας ζωή. Μη ξεχνάμε ότι δια του βαπτίσματος γινήκαμε μέλη Χριστού και συνεπώς Εκείνος είναι η ρίζα μας και το σπίτι μας.


Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ


«Ο άγιος Παντελεήμων έζησε επί της βασιλείας του Μαξιμιανού και καταγόταν από την πόλη Νικομήδεια. Ο πατέρας του Ευστόργιος ήταν ειδωλολάτρης κι ύστερα έγινε Χριστιανός με τις νουθεσίες του υιού του, ενώ η μητέρα του Ευβούλη προερχόταν από χριστιανική οικογένεια. Σπούδασε την ιατρική επιστήμη κοντά σ’  ένα σπουδαίο και δοξασμένο ιατρό, τον Ευφρόσυνο, αλλά την κατά Χριστόν ιατρική τέχνη και πίστη την έμαθε από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο, με την οποία (πίστη), αφού επικαλέστηκε τον Χριστό, ανάστησε ένα παιδί, που πέθανε στο δρόμο από δάγκωμα μίας έχιδνας. Βαπτίζεται λοιπόν από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο και χειραγωγείται από αυτόν προς τη χριστιανική πίστη. Το μαρτύριό του έγινε ως εξής: Κάποιος τυφλός, που προσήλθε σ’ αυτόν, ιατρεύτηκε από τον άγιο. Όταν ρωτήθηκε λοιπόν ο πρώην τυφλός από τον βασιλιά «Ποιος σε γιάτρεψε;», «ο Παντολέων», είπε (γιατί αυτό ήταν το προηγούμενο όνομά του), «καθώς επικαλέστηκε τον Χριστό, στον Οποίο και εγώ πιστεύω». Αμέσως ο βασιλιάς τού έκοψε το κεφάλι, ενώ ο Παντολέων προσήχθη σ’ αυτόν. Ο Μαξιμιανός, επειδή ο άγιος δεν κάμφθηκε καθόλου ούτε με τις υποσχέσεις ούτε με τις απειλές, για ν’  αρνηθεί την πίστη του Χριστού, διέταξε να κτυπηθεί φοβερά και να φλεχθεί με λαμπάδες. Του εμφανίστηκε όμως ο Χριστός, με το σχήμα του πρεσβυτέρου Ερμολάου, που του έδωσε θάρρος, και φάνηκε ότι ήταν μαζί του και στον βρασμένο μόλυβδο και στη θάλασσα που τον έριξαν. Αφού έμεινε αβλαβής από όλα, ρίχνεται στα θηρία, αλλά κι από αυτά, σαν άλλος Δανιήλ, παραμένει αλώβητος, οπότε τον δένουν σε τροχό γεμάτο μαχαίρια, που τον άφησαν να πέσει στο έδαφος από ψηλά. Τέλος, στην τελευταία απόφαση να τον θανατώσουν διά ξίφους, προσευχήθηκε κι ακούστηκε φωνή από τον ουρανό να τον καλεί Παντελεήμονα. Μόλις τελείωσε την προσευχή κι ενώ επρόκειτο να του κόψουν το κεφάλι, την ώρα που ο δήμιος άπλωσε το χέρι, γύρισε πίσω το σίδερο κι έλιωσε σαν κερί, θαύμα που έκανε τους στρατιώτες να πιστέψουν στον Χριστό. Τότε ο άγιος μάρτυρας πρότεινε μόνος του τον αυχένα και έτσι κόπηκε το κεφάλι του. Λέγεται δε ότι χύθηκε γάλα αντί αίμα, και η ελιά στην οποία είχε προσδεθεί, αμέσως διαμιάς καρποφόρησε».

Αν, κατά τον άγιο Ιάκωβο, «η κρίσις ανίλεώς εστιν τοις μη ποιήσασιν έλεος», δηλαδή η κρίση του Θεού θα είναι χωρίς έλεος γι’  αυτούς που δεν έδειξαν στη ζωή τους έλεος για τους άλλους, τι πρέπει αντιστρόφως να πούμε για τον άγιο Παντελεήμονα, ο οποίος όχι απλώς είχε και έδειξε έλεος και αγάπη στους συνανθρώπους του, αλλά είχε και έδειξε το μεγαλύτερο έλεος που μπορεί να βρεθεί σε άνθρωπο, και ενόσω ζούσε και μετά το μαρτυρικό του τέλος; Μία πραγματικότητα, που δεν την διαπιστώσαμε μόνοι μας οι άνθρωποι, αλλά την απεκάλυψε και ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος του έδωσε κι αυτήν την προσωνυμία. Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος έφτασε πράγματι σε επίπεδα θεϊκά, αφού μόνον ο Θεός μπορεί κατ’  ουσίαν να χαρακτηριστεί ως καθ’  υπερβολήν και υπερθετικά Παντελεήμων, γεγονός που μας δίνει το δικαίωμα να λέμε ότι ο άγιος έγινε δίοδος των χαρίτων του Θεού στον κόσμο, φανέρωση της βασιλείας της αγάπης Του σε αυτόν. Και βεβαίως εννοούμε ότι το έλεος του αγίου – προέκταση κατ’ αλήθεια του ελέους του Θεού – εκτεινόταν και συνεχίζεται βεβαίως να εκτείνεται μέχρι σήμερα και στα σώματα, αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων.

Δεν είναι τυχαίο που ο Κύριος τον χαρίτωσε μ’  αυτόν τον τρόπο. Ο Θεός, γνωρίζουμε, δίνει πλούσια το έλεός Του σ’ εκείνους που η καρδιά τους έχει και κάποια «φυσική» κλίση συμπαθείας προς τους συνανθρώπους τους. Ο άγιος από μικρός έδειξε την με αγάπη στροφή του προς τους άλλους, όταν θέλησε να σπουδάσει μία επιστήμη, που είναι ακριβώς κοντά στον άνθρωπο, μάλλον η πιο κοντινή σ’  αυτόν, διότι στέκεται δίπλα στον πόνο του: την ιατρική. Κανείς δεν σπουδάζει ιατρική – και μιλάμε με αληθινή έφεση ψυχής κι όχι επαγγελματικά – αν η καρδιά του δεν «κτυπάει», έστω και λίγο, συντονισμένα με τους κτύπους της καρδιάς των ανθρώπων. Πολλαπλασίως ο Θεός προσφέρει το έλεός Του σ’ εκείνους που επέλεξαν και αγωνίστηκαν στη ζωή τους να σταθούν στην κύρια εντολή Του, την αγάπη. Ο άγιος Παντελεήμων, λοιπόν, και από φυσικού του και με τη θέλησή του είδε να πολλαπλασιάζεται το έλεος του Θεού σ’ αυτόν, έλεος που τελικός αποδέκτης  του είμαστε εμείς οι άνθρωποι σ’  όλες τις εποχές.

Αυτήν τη φυσική, αλλά και χαρισματική ταυτόχρονα ανέλιξη του πνεύματός του μάς την προβάλλει με ωραιότατες εικόνες και χαρακτηρισμούς ο ποιητής της Εκκλησίας μας. Ο άγιος, εν πρώτοις, πέραν από πρώτο των αναργύρων αγίων της Εκκλησίας,   συνιστά, κατ’ αυτόν, έναν «παιδαριογέροντα», ένα γέροντα δηλαδή στη σύνεση, αλλά από την παιδική του ήδη ηλικία. «Ἀνατείλας οἷα περ ἀστήρ, φέρων ἐν νεότητι, πρεσβυτικὴν καὶ θεόφρονα σύνεσιν». Διότι από παιδάκι φανέρωσε τη στροφή του προς τον Θεό, όταν του δόθηκαν πολλές αφορμές ν’  ακολουθήσει άλλη πορεία από τη χριστιανική, με τις προτροπές του ειδωλολάτρη πατέρα του. Εκείνος όμως, σαν νέος Ηρακλής, στο κρίσιμο σταυροδρόμι της νεότητας, επιλέγει τον δρόμο που ακολουθεί η ευσεβέστατη μητέρα του και γίνεται χριστιανός. «Μεγαλέμπορον» τον χαρακτηρίζει εν προκειμένω ο υμνογράφος, διότι αντάλλαξε προσφυώς τα εύκολα πάθη της νεότητας και τον ολισθηρό δρόμο, στον οποίο αυτά οδηγούν, με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από την άλλη, ο υμνογράφος επισημαίνει κι ένα βασικότατο στοιχείο της πνευματικής ζωής: τη χειραγωγία του από πνευματικό πατέρα. Ο άγιος Παντελεήμων ναι μεν «πειράστηκε» με ό,τι πρόβαλλε σ’  αυτόν ως πρότυπο ζωής ο πατέρας του, αλλά ευλογήθηκε από τον Θεό με τη χαρισματική μορφή πρώτα της μητέρας του, κυρίως όμως με την διακριτική καθοδήγηση του ιερέα Ερμολάου. Ο Ερμόλαος ήταν ο πνευματικός του, ο γέροντάς του, που διαρκώς τον ενίσχυε και τον προσανατόλιζε στον ουρανό. Και η επιβεβαίωση της χάρης αυτής του Θεού στον άγιο έρχεται με τον παραδοξότερο τρόπο, άνωθεν: ο ίδιος ο Χριστός τον ενισχύει στα μαρτύριά του, αλλά με τη μορφή του αγίου Ερμολάου. Αγαθή διάθεση ψυχής, γνωμικό θέλημα στραμμένο προς τον Θεό, πνευματική χειραγωγία από πνευματικό: τα στοιχεία που κινητοποιούν τη χάρη του Θεού, για να γίνει κανείς άγιος, έστω και σ’ ένα βαθμό, σαν τον άγιο Παντελεήμονα.  


Κυριακή, 26 Ιουλίου 2020

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ




Αν οι διακοπές κατανοούνται συνήθως ως ευκαιρία χαλάρωσης σωματικής και ψυχικής δεν πρέπει να γίνεται το ίδιο και από πλευράς πνευματικής. Διότι η πνευματική χαλάρωση αποτελεί στην πραγματικότητα οπισθοχώρηση και πτώση του ανθρώπου, κατά το «ο μη ων μετ’  εμού κατ’ εμού εστι» του Κυρίου (Ματθ. 12,30) – ο πιστός χριστιανός καλείται να σχετίζεται με τον Θεό αδιάκοπα ευρισκόμενος πάνω στην οδό τηρήσεως των αγίων Του εντολών, προκειμένου να μη γίνεται έρμαιο του πονηρού διαβόλου, ο οποίος «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α΄ Πέτρ. 5,8).
Μη λησμονούμε ότι ο Θεός δεν θα μας κρίνει γιατί χαλαρώνουμε τη σχέση μας μαζί Του, αλλά γιατί χαλαρώνοντας τη σχέση μας αυτή γινόμαστε έρμαια στα χέρια του διαβόλου. Η επιμονή στη σχέση με τον Θεό και τη μνήμη του ονόματός Του, η προτεραιότητα του λόγου Του στη ζωή μας γίνονται για να είμαστε εμείς θωρακισμένοι και δυνατοί, ώστε να ζούμε τη ζωή μας φυσιολογικά, δηλαδή με τον τρόπο που μας δημιούργησε ο Θεός ως κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού πλάσματά Του.
Έτσι οι διακοπές για τον χριστιανό (πρέπει να) λειτουργούν όχι ως «ξεσάλωμα» πνευματικό, όπως συχνά γίνεται, αλλά ως ευκαιρία πνευματικής ενδυνάμωσης αυτού και της οικογένειάς του, αφού παρέχεται ο χρόνος που συνήθως δεν υφίσταται τον χειμώνα. Τι μπορεί λοιπόν να προτείνει κανείς συγκεκριμένα, με το δεδομένο βεβαίως ότι οι διακοπές είναι πια συνήθως ολιγοήμερες, ενώ πραγματοποιούνται από κοινού όταν τα παιδιά είναι κυρίως μικρά και εξαρτώνται αποκλειστικά από τους γονείς τους;
(1) Η υποχρέωση της Κυριακάτικης λειτουργίας μπορεί να γίνει πνευματική απόλαυση στις διακοπές. Η οικογένεια, χωρίς το βάρος της εργασίας και το άγχος του χρόνου, μπορεί, ιδίως στην επαρχία, να εκκλησιαστεί με άνεση, να γνωριστεί με άλλους ανθρώπους, να κάνει τη φύση, κοντά στην οποία συνήθως υπάρχει ο ναός, συμμέτοχό της στη δοξολογία του ονόματος του Θεού.
 (2) Η αξιοποίηση της ύπαρξης μοναστηριών και προσκυνημάτων της επαρχίας. Στις περισσότερες περιοχές της πατρίδας μας, ηπειρωτικές και νησιωτικές, υπάρχουν πανέμορφα προσκυνήματα και μοναστήρια. Ένας απογευματινός εσπερινός, μία συνομιλία με έναν Γέροντα ή μία Γερόντισσα σ’ ένα μοναστήρι, ο ίδιος ο χώρος του μοναστηριού με τις εικόνες και τα λείψανα που έχει, πυροδοτούν λανθάνοντες πνευματικούς σπόρους που μπορεί να καρποφορήσουν σε ώρες που δεν περιμένει κανείς.
 (3) Η συμμετοχή σε μικρά πανηγύρια (με τις απαραίτητες προφυλάξεις πια) που γίνονται στην επαρχία. Δεν είναι λίγες οι περιοχές της επαρχίας, στις οποίες οι γιορτές διαφόρων αγίων ή της Παναγίας μας πραγματοποιούνται με έναν πολύ όμορφο και γραφικό τρόπο που συνδυάζουν το πνευματικό με το ψυχαγωγικό στοιχείο.
 (4) Δεν μπορεί κανείς να μην αναφέρει το πιο άμεσο πνευματικό ερέθισμα των διακοπών, το διάβασμα ψυχωφελών βιβλίων που στις ημέρες κυκλοφορούν πλούσια. Η έλλειψη χρόνου για διάβασμα κατά τον χειμώνα υπερβαίνεται στην άνεση των διακοπών. Κι όταν μάλιστα το βιβλίο δεν είναι απλώς για να περνά κανείς την ώρα του, αλλά και να τρέφει πνευματικά, γίνεται αξία ανυπέρβλητη.
 (5) Υπάρχει τέλος και μία ξεχωριστή παράμετρος: η ίδια η συνύπαρξη επί το αυτό όλης της οικογένειας. Και μόνο το γεγονός ότι μπορεί η οικογένεια να βρεθεί μαζί στο μεσημεριανό ή και στο βραδινό τραπέζι, να καθίσουν μαζί για πρωινό, να κολυμβήσουν μαζί, ενέχει μία πνευματική διάσταση, έστω και ανεπίγνωστη. Διότι η συνεχής αυτή συνύπαρξη πυροδοτεί, αν υπάρχει βεβαίως καλή διάθεση και συντρέχουν κάποιες χριστιανικές προϋποθέσεις, τις εσωτερικές αντοχές του ατόμου, ώστε να καλλιεργούνται η υπομονή, η αγάπη, η υποχωρητικότητα. Οπότε, ναι, οι διακοπές γίνονται μοναδική ευκαιρία για την οικογένεια να μετρήσει και το πνευματικό επίπεδο στο οποίο βρίσκεται.


Σάββατο, 25 Ιουλίου 2020

Η «ΣΤΑΥΡΩΣΗ» ΤΗΣ ΑΓΙΑ-ΣΟΦΙΑΣ



Δεν θέλουμε να προσθέσουμε κάτι διαφορετικό από ό,τι εξέφρασαν εκκλησιαστικοί και πολιτικοί άρχοντες, εντός και εκτός της πατρίδας μας, για το ανοσιούργημα, όπως χαρακτηρίστηκε, της μετατροπής της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως από μουσείο σε τζαμί. Πράγματι, η λειτουργία του μοναδικού αυτού μνημείου της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς ως μουσείου ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να συμβεί, με το δεδομένο ότι βρίσκεται στην κατοχή πια ανθρώπων άλλης εθνικής και  θρησκευτικής παράδοσης. Γι’ αυτό και η αλλαγή της χρήσης και της λειτουργίας της Αγίας Σοφίας παραπέμπει συμβολικά στη σταυρική θυσία του Κυρίου Ιησού Χριστού – είναι ένα σταύρωμα για τους χριστιανούς η μετατροπή της σε τζαμί.
Επιμένουμε βεβαίως στη συμβολική θεώρηση, διότι δεν πρέπει να απολυτοποιούμε τα πράγματα από πλευράς θεολογικής και πνευματικής. Διότι πολιτιστικά η μετατροπή αυτή μπορεί να είναι, και είναι, όντως ένα ξάφνιασμα και μία «πρόσκρουση σε τοίχο» – κυριολεκτικά πρόκειται για δυστύχημα και ατύχημα – από πλευράς όμως πνευματικής και θεολογικής αποτελεί μόνο μία πρόκληση των συμβόλων της πίστης και του έθνους μας (από ανθρώπους που δεν «καταλαβαίνουν» ασφαλώς τη χαρισματική χριστιανική πίστη μας) και όχι μία πληγή που επιφέρει «θάνατο». Μη ξεχνάμε ότι μιλάμε για ένα θαυμαστό στους αιώνες μνημείο, το οποίο όμως είναι προορισμένο να υποστεί και αυτό κάποτε τους νόμους της φθοράς, σύμφωνα και με τα λόγια του Κυρίου μας, ο Οποίος στους έκθαμβους μαθητές Του μπροστά στον Ναό του Σολομώντος που κτιζόταν μεγαλόπρεπα από τον Ηρώδη είπε: «μη θαυμάζετε τούτο, γιατί δεν πρόκειται να μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα». Ο Ίδιος δε, όπως και οι άγιοι απόστολοι μετέπειτα και όλοι οι άγιοι στους αιώνες, παρέπεμπαν στον κατεξοχήν Ναό που αποδέχεται ο Θεός και λειτουργεί υπέρ της σωτηρίας του ανθρώπου, το ίδιο το σώμα του ανθρώπου. «Ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν αγίου Πνεύματός εστιν και ουκ εστέ εαυτών; Δοξάσατε ουν τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, άτινά εστι του Θεού».
Όμως, το δυστύχημα και το ατύχημα δεν παύουν να προκαλούν οδύνη, κι ίσως και σ’ αυτό να στοχεύει ο ηγέτης της γείτονος χώρας, ο οποίος από ό,τι μπορούμε να καταλάβουμε με τις λιγοστές έως μηδαμινές πολιτικές μας γνώσεις και διαισθήσεις «βρήκε επιτέλους» τον εαυτό του. Θέλουμε να πούμε ότι η απόφαση αυτή του Προέδρου της Τουρκίας, κυοφορούμενη εξ όσων ο ίδιος ομολόγησε παιδιόθεν, ήταν η οριστική κατάληξή του σ’ αυτό που συνιστά τον αληθινό εαυτό του: να είναι ενταγμένος στην παράδοση της Ανατολίας και να λειτουργεί μέσα σ’ αυτήν ως ο κατευθυντήριος νους της. Δεν είναι τυχαίο ότι πάμπολλοι γνώστες της πραγματικότητας αυτής είπαν ότι «αν ο Κεμάλ Ατατούρκ υπήρξε ο πατέρας της (νέας) Τουρκίας, ο Ερντογάν (θέλει να) είναι ο πατέρας του μουσουλμανικού κόσμου». Από την άποψη αυτή έχουμε την εντύπωση ότι όσες πιέσεις κι αν ασκηθούν στον άνθρωπο αυτόν δεν πρόκειται να υπαναχωρήσει – γνωρίζει και την κρίσιμη σημασία που έχει η θέση της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και το τι τεράστια αγορά είναι η Τουρκία για τις μεγάλες χώρες που τη χρειάζονται – όπως και δεν πρόκειται να «θελχθεί» ποτέ  από το «όραμα» να  γίνει ένας μεταξύ των άλλων Ευρωπαίος ηγέτης. Γιατί εκτός του ότι απέκτησε την «αυτοσυνειδησία» του ως αποκλειστικά ανατολίτης, έχει και τον εγωισμό να θέλει να είναι ο μόνος και ο πρώτος - όσο είναι αυτός δεν χωρούν και άλλοι!
Κι ας επιτραπεί ένα σχόλιο από πνευματικής πλευράς: δυσανασχετούμε οι ορθόδοξοι χριστιανοί, και δικαίως όπως είπαμε, γιατί προκλήθηκε και προκαλείται η πίστη μας με τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί που σημαίνει σε κίνηση λειτουργίας για ακούσματα μέσα σ’ αυτήν μουσουλμανικών κειμένων και προσευχών. Πρόκειται για ιεροσυλία! Το ίδιο όμως δεν πρέπει να δυσανασχετούμε, όταν ο εαυτός μας ως ψυχοσωματική ύπαρξη που είναι ναός του Θεού κατά τον λόγο της Αγίας Γραφής, δέχεται κακούς και πονηρούς λογισμούς αντίθετους προς το θέλημα του Θεού και τις εντολές του Χριστού μας και δεν κάνει καμία προσπάθεια απεμπόλησής τους για να διατηρηθεί καθαρός; Κι είναι κάτι που μας δίνει το δικαίωμα να το λέμε ο όσιος της εποχής μας Παῒσιος ο αγιορείτης, ο οποίος με μεγάλο πόνο ψυχής παρατηρούσε ότι οι χριστιανοί είμαστε τόσο χαλαροί πνευματικά, ώστε δεν κάνουμε καμία προσπάθεια να μεταστρέψουμε «ούτε έναν “μουσουλμάνο” λογισμό μας για να τον κάνουμε χριστιανικό»!
Αποτολμούμε μία εκτίμηση κι ίσως πρόβλεψη: Αν αποδυόμασταν οι εν επιγνώσει τουλάχιστον χριστιανοί στον αγώνα αυτόν – να ελέγχουμε τους λογισμούς μας κατά τον λόγο του οσίου Παϊσίου, συνεπώς να κρατάμε την καρδιά μας καθαρή για να κατοικεί το Πνεύμα του Θεού -  τότε οι προσευχές μας και οι δεήσεις μας στον Κύριο για ό,τι συνέβη στην Αγια Σοφιά μπορεί να εισακούονταν γρήγορα και αποτελεσματικά. Γιατί; Διότι ο Ίδιος υποσχέθηκε ότι «αν μείνουμε ενωμένοι μαζί Του και τα λόγια Του κρατηθούν ενεργά μέσα μας, τότε ό,τι και να Του ζητήσουμε θα γίνει αμέσως». Το κάνουμε όμως;

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ




«Η Αγία Άννα, η γιαγιά κατά σάρκα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ήταν από τη φυλή του Λευί, κόρη του ιερέα Ματθάν και της γυναίκας του Μαρίας. Ο Ματθάν ιεράτευε επί της βασιλείας Κλεοπάτρας και Σαπώρου ή Σαβωρίου, βασιλιά των Περσών, και της βασιλείας Ηρώδου του Αντιπάτρου. Ο Ματθάν είχε τρεις κόρες, τη Μαρία, τη Σοβή και την Άννα. Παντρεύτηκε η πρώτη στη Βηθλεέμ και γέννησε τη Σαλώμη, τη μαία. Παντρεύτηκε η δεύτερη, κι αυτή στη Βηθλεέμ, και γέννησε την Ελισάβετ (τη μητέρα του Ιωάννη του Προδρόμου). Παντρεύτηκε δε και η Τρίτη, η Άννα, στη γη της Γαλιλαίας, και γέννησε Μαρία τη Θεοτόκο, που σημαίνει ότι η Σαλώμη, η Ελισάβετ και η αγία Μαρία η Θεοτόκος, ήσαν κόρες τριών αδελφών και μεταξύ τους πρωτεξαδέλφες. Αυτή λοιπόν η Άννα, αφού γέννησε τη σωτηρία όλου του κόσμου, την Παναγία, και την απογαλάκτισε, την ανάθεσε στον Ναό, ως άμωμο δώρο στον παντοκράτορα Θεό, και έζησε το υπόλοιπο της ζωής της, μέχρις ότου εξεδήμησε εν ειρήνη προς τον Κύριο, με νηστείες και ευεργεσίες προς αυτούς που είχαν ανάγκη. Τελείται δε η αυτής Σύναξις εν τω Δευτέρω».

Όλη η ακολουθία της ημέρας, εσπερινού και όρθρου, υπέρλαμπρη και φωτοφόρος, είναι γεμάτη από ωραιότατα εγκώμια προς την Αγία Άννα, στα οποία καλείται να μετάσχει «εν κυμβάλοις ψαλμικοίς», κατά το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού, «πάσα η κτίσις». «Μετ’  εγκωμίων εκτελείται η ένδοξος μνήμη σου…Άννα θεόκλητε». Ο εγκωμιασμός όμως δεν είναι μόνον για την αγία Άννα. Μετέχει σ’ αυτόν και ο σύζυγός της, ο δίκαιος Ιωακείμ, γιατί αυτός είναι κατά κάποιο τρόπο ο ήλιος, που ενώθηκε με τη σελήνη, την αγία Άννα, για να προέλθει η ακτίνα της Παρθενίας, η Παναγία Μαριάμ, η κόρη τους. «Ήλιος ώσπερ τη σελήνη τη Άννη ενούμενος, ο κλεινός Ιωακείμ, της παρθενίας ακτίνα γεννά». «Ω, μακαρία δυάς, υμείς πάντων γεννητόρων υπερήρθητε…» Μακάρια δυάδα, που ξεπεράσατε όλους τους γονείς. Αιτία βεβαίως για τον πλούτο των εγκωμίων  είναι αυτό που ο καθένας κατανοεί: από τον Ιωακείμ και την Άννα, γεννήθηκε η Παναγία, η οποία έφερε στον κόσμο, μέσα στο βάθος του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία αυτού, τον ίδιο τον Θεό εν σαρκί, τον Κύριο Ιησού Χριστό. «Δια της Παναγίας, της Θεότητος αυγή επέλαμψε». Με την Παναγία έλαμψε στον κόσμο το φως της Θεότητος. Και βεβαίως έτσι τιμώνται ο παππούς και η γιαγιά κατά σάρκα του Κυρίου μας. «Μνήμην τελούντες Δικαίων, των Προπατόρων Χριστού…».
Η αιτιολόγηση αυτή της φωτοφόρου εορτής της Κοιμήσεως της αγίας Άννης δεν συνιστά μία απλή αναφορά της όλης εορτής. Αποτελεί το κέντρο, την αδιάκοπα ανακυκλούμενη έννοια, τόσο που θα έλεγε κανείς ότι όλη η ακολουθία δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προβάλλει τον ερχομό του Χριστού διά της Παναγίας Μητέρας Του, και αυτό να το παρουσιάζει με διαφορετικές λέξεις και πολλαπλά λογοτεχνικά σχήματα, με εικόνες και  με προτυπώσεις ακόμη από την Παλαιά Διαθήκη. Σαν να έχουμε το πολυτιμότερο διαμάντι στον κόσμο και να το προβάλλουμε με όλων των ειδών τα φώτα και τους χρωματισμούς. «Οι εξ ακάρπων λαγόνων, ράβδον αγίαν την Θεοτόκον βλαστήσαντες, εξ ης η σωτηρία τω κόσμω ανέτειλε, Χριστός ο Θεός». «Της μητρός του Δεσπότου και Ποιητού, μήτηρ γέγονας Άννα πανευκλεής…»  Έτσι η κοίμηση της αγίας Άννης, και μαζί με αυτήν του αγίου Ιωακείμ, λειτουργεί παραπεμπτικά και αναγωγικά: δι’  αυτών  τιμάται και εγκωμιάζεται ο Κύριος Ιησούς Χριστός. «Μνήμην Δικαίων τελούντες, σε ανυμνούμεν, Χριστέ». Κι είναι φυσικό: αν ένας άνθρωπος έχει κάποια αξία είναι γιατί ο ίδιος ο Θεός τον έχει χαριτώσει και τον έχει υπερυψώσει. Κι αν αυτό ισχύει για όλους τους αγίους, πόσο μάλλον για τους κατά σάρκα προπάτορές Του, τον παππού Του και τη γιαγιά Του;
Η τιμή ασφαλώς για την αγία Άννα και τον άγιο Ιωακείμ δεν είναι μία εύνοια του Θεού χωρίς λόγο. Για να χαριτωθούν με αυτόν τον τρόπο – να γεννήσουν το καλύτερο άνθος της ανθρωπότητας, την Παναγία Θεοτόκο – συνήργησαν και οι ίδιοι, με την αγιασμένη ζωή τους, γεγονός που προβάλλει εξίσου πολλαπλώς η ακολουθία της ημέρας. «…Η νοητή χελιδών (η Αννα)…αμέμπτως εν σωφροσύνη βιωσαμένη καλώς». Με σωφροσύνη και με άμεμπτο τρόπο έζησε η αγία Άννα. «Τας νόμου εντολάς, θεαρέστως τηρούσα, μητέρας Ισραήλ, υπερήρας απάσας…αγιόλεκτε Άννα, προμήτορ Κυρίου». Τήρησες τις εντολές του νόμου του Θεού, με θεάρεστο τρόπο, αγιόλεκτε Άννα, και ξεπέρασες όλες τις μητέρες του Ισραήλ. Με την προϋπόθεση αυτή, να τηρεί δηλαδή πάντοτε το θέλημα του Θεού, αναδείχτηκε η Άννα σ’ αυτό το υψηλό σημείο, να γίνει Μητέρα της Μητέρας του Θεού, γι’  αυτό και οι ύμνοι στη συνέχεια δεν παύουν να μιλούν για το τελικό αποτέλεσμα: να μετατεθεί στους κόλπους του Θεού και να είναι συνόμιλος των αγγέλων. Ο Χριστός «σε  μεταθέμενος προς τα επουράνια, μετά δόξης, Άννα ένδοξε». «Σήμερον εκ της προσκαίρου μεταστάσα ζωής, εν τοις επουρανίοις μετά χαράς την πορείαν ποιουμένη αγάλλεται». Το ένδοξο τέλος της αγίας Άννης, τηρουμένων των αναλογιών, περιμένει βεβαίως και εμάς, εφόσον αγωνιζόμαστε στη ζωή αυτή να τηρούμε τις άγιες εντολές του Χριστού. Ο Θεός μας, μη ξεχνάμε, δεν είναι προσωπολήπτης.