Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2019

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ ΛΟΥΚΑ


“῎Εχομεν δέ τόν θησαυρόν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν”
(Β´Κορ. 4,7)

α. Τή διπλή αἴσθηση τῆς ζωῆς τοῦ ἀποστόλου τονίζει ὁ ἅγιος  Παῦλος στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. ᾽Από τή μία ὁ θησαυρός τόν ὁποῖο ζεῖ στήν ὕπαρξή του: τήν ἴδια τήν ἐνοίκηση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ μέσα στήν καρδιά του, ἀπό τήν ἄλλη ἡ ἐπίγνωση τῆς μικρότητος καί τῆς ἀδυναμίας του -  σάν τό πήλινο δοχεῖο πού εἶναι ἕτοιμο νά θρυμματιστεῖ.  ᾽Αλλά ἀκριβῶς αὐτό τοῦ συνειδητοποιεῖ ὅτι ἐκεῖνο πού τόν διακρατεῖ  εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τόν κάνει νά ὑπερβαίνει ὅλες τίς δυσχέρειες καί τίς παγίδες  τοῦ κόσμου τούτου, ὥστε στήν ὅποια πίεση πού δέχεται νά μήν καταβάλλεται, στό κάθε ἀδιέξοδο νά μήν ἀπελπίζεται, στήν πτώση νά μή χάνει τελικῶς τόν ἀγώνα. Νιώθει ἔτσι ὅτι μέ τίς δοκιμασίες μετέχει στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, ὁπότε καί ἡ προσμονή εἶναι γλυκειά: ἡ μετοχή στήν ᾽Ανάστασή Του. Μέ ἄλλα λόγια νιώθει ὅτι φανερώνεται ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό τόν ἴδιο, ἐπιβεβαιώνοντας τόν ἄλλο λόγο του:  ῾ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽. ῾Ο ἀπόστολος ῾φωτογραφίζει᾽ ἔτσι καί τή ζωή κάθε χριστιανοῦ. ῾Ο κάθε χριστιανός (πρέπει νά) ζεῖ μέ αὐτήν τή διπλή αἴσθηση: καί τοῦ μεγαλείου του καί τῆς μικρότητός του.

β. 1. Καί ἡ αἴσθηση μέν τῆς μικρότητος λόγω τοῦ ῾ὀστρακίνου σκεύους᾽ του εἶναι δεδομένη. Ποιός σώφρων ἄνθρωπος μέ ἐπίγνωση τῆς πραγματικότητος μπορεῖ νά καυχηθεῖ γιά τίς σωματικές ἤ καί τίς ψυχικές του δυνάμεις; ᾽Εκεῖ πού κάποιος χαίρεται γιά τή σωματική του ὑγεία καί ἀρτιότητα ἔρχεται ἕνας ἰός, ἕνα μικρόβιο, μία ἀσθένεια, ἕνα ἀτύχημα καί τά χάνει ὅλα. ᾽Εκεῖ πού κάποιος μπορεῖ νά καυχᾶται γιά τήν πνευματική του δύναμη, τήν εὐφυΐα καί τήν ὀξύνοιά του, ἔρχεται μία σταγόνα αἵματος, ἕνα ἐγκεφαλικό καί ὅλα καταρρίπτονται. Μόνον ἕνας ἄφρων καί ὑπερφίαλος ἀλαζών θά μποροῦσε νά καυχηθεῖ γιά τό πήλινο τῆς ὕπαρξής του, τῆς σωματικῆς καί τῆς ψυχικῆς, ἀναβιβάζοντας τόν ἑαυτό του στόν θρόνο τοῦ κενοῦ: τό ἴδιο τό ἐγώ του. Καί ἰδιαιτέρως στήν ἐποχή μας ἡ ἐπιστήμη μέ τίς συνεχεῖς προόδους της ἔχει γίνει ἀρκετά ταπεινή: συνεχῶς συνειδητοποιεῖ τά πεπερασμένα ὅρια τοῦ ἀνθρώπου, τό πόσο πράγματι μικρός καί ἀδύναμος στέκει αὐτός μέσα στόν κόσμο πού τόν περιβάλλει. ῎Αλλωστε ἡ φθορά καί ὁ θάνατος πού καραδοκεῖ πάντοτε στό τέλος, ἀποτελεῖ μία μόνιμη πρόκληση συναίσθησης τῆς μικρότητος καί τῆς ἀδυναμίας του.

2. Αὐτό ὅμως εἶναι ἡ μία ὄψη τῆς πραγματικότητος. Διότι ὁ πεπερασμένος καί μικρός ἄνθρωπος ταυτοχρόνως συνιστᾶ καί ἕνα μεγαλεῖο. ῎Οχι γιά ὅ,τι ὁ ἴδιος ἔχει ἀλλά γιά ὅ,τι ὁ Θεός ἐν Χριστῷ τοῦ χάρισε καί τοῦ χαρίζει. Κι ἐδῶ ἔρχεται ἡ μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου: ὁ κάθε ἄνθρωπος δυνάμει ἀλλά ὁ χριστιανός ἐνεργείᾳ, λόγω τῆς κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ πλάσεώς Του,  μέσα στήν ταπεινότητά του καί τήν ἀδυναμία του ἔχει τόν μέγιστο θησαυρό: νά μπορεῖ νά φέρει τόν ἴδιο τόν Θεό, νά ζεῖ καλύτερα ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέσα του. ῾῾Ο Θεός ὁ εἰπών ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὅς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρός φωτισμόν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽. ῾Ο Θεός, δηλαδή, πού εἶπε: ῾Μέσα ἀπό τό σκοτάδι νά λάμψει τό φῶς᾽, Αὐτός ἔλαμψε μέσα στίς καρδιές μας καί μᾶς φώτισε νά γνωρίσουμε τή δόξα Του στό πρόσωπο τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῎Ετσι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ ἀφενός ἀποκαλυπτική ἐνέργεια τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ - ᾽Εκεῖνος ἔχει πάντοτε τήν πρωτοβουλία – ἀφετέρου γεγονός ἐσωτερικό καί μυστικό: τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τό σημαντικότερο ὅμως σχετίζεται μέ τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό.

3. (α) Κι ὅταν λέει καρδιά βεβαίως ὁ ἀπόστολος, ὅπως καί ὅλη ἡ ἁγία Γραφή, δέν ἐννοεῖ τό σάρκινο ὄργανο ἁπλῶς τοῦ σώματός μας, ἀλλά αὐτό πού συνιστᾶ τό κέντρο καί τό βάθος τῆς ὕπαρξής μας, ῾τόν κρυπτόν τῆς καρδίας ἄνθρωπον᾽ κατά τόν ἀπόστολο, πού σημαίνει ὅτι ὁ Θεός δέν ἀποδεικνύεται κατά ἐξωτερικό καί μαθηματικό τρόπο σάν νά εἶναι ἕνα ἀντικείμενο τοῦ κόσμου τούτου - ὅποιοι ἐπεχείρησαν νά ῾ἀποδείξουν᾽ τόν Θεό ἔτσι ἐκτός ἀπό τήν ἀποτυχία τους ῾στέγνωσαν᾽ καί τήν ὅποια ζωντάνια τῆς πίστης τους - ἀλλά βιώνεται ἐμπειρικά ἐκεῖ πού λειτουργεῖ ὁ ἀληθινός ἑαυτός μας, δηλαδή μέσα μας. ῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος ἄλλωστε τό εἶχε ἐπισημάνει: ῾῾Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔρχεται μετά παρατηρήσεως. Οὐκ ἔστιν ὧδε ἤ ὧδε. ᾽Ιδού ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν᾽. (Γι᾽ αὐτό καί παρενθετικά νά ποῦμε ὅτι ἀκριβῶς γι᾽ αὐτόν τόν λόγο ἡ ᾽Ορθοδοξία πού κράτησε πάντοτε τή μυστική αὐτή διάσταση τῆς βίωσης τῆς πίστης ἀποτελεῖ καί θά ἀποτελεῖ πάντοτε τήν ἐλπίδα γιά τήν ἀληθινή χριστιανική ζωή).

(β) ῾Ο παραπάνω λόγος ἐξηγεῖ καί τήν ἔννοια τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ πού λέει ὁ ἀπόστολος.  Δέν πρόκειται γιά μία γνώση ἐγκεφαλικοῦ τύπου, ἀλλά γιά τή γνώση ἐκείνη πού κηρύσσουν οἱ προφῆτες ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη καί ἐννοεῖ καί ἡ Καινή. ῾Η γνώση δηλαδή πού ἔρχεται ὡς καρπός ἐμπειρίας τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς ἡ γνώση πού προϋποθέτει τή μετοχή στή ζωή ᾽Εκείνου. Τότε μέ ἄλλα λόγια γνωρίζω τόν Θεό, κατά τή χριστιανική πίστη, ὅταν ζῶ μέσα στήν ἐνέργεια τῆς χάρης Του. ῾Γνῶσίς ἐστι μετουσία᾽ θά σημειώσει ὁ Πατήρ Πατέρων ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. ῞Οπως γνωρίζω τόν ἥλιο γιατί βρίσκομαι μέσα στίς ἐνέργειες τῶν ἀκτίνων του, κατά τόν ἴδιο τρόπο γνωρίζω τόν Θεό γιατί βρίσκομαι μέσα στό φῶς Του. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ὁ ἀπόστολος μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Θεός μᾶς φώτισε ὥστε νά ἔχουμε ἐμπειρία τῆς δόξας Του, δηλαδή τῆς χάρης καί τῆς παρουσίας Του μέσα στήν καρδιά μας.

(γ) ῾Η ἐμπειρία αὐτή τοῦ Θεοῦ ὅμως σχετίζεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ. ῾Μᾶς φώτισε, λέει, νά γνωρίσουμε τή δόξα Του ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽. Μέ ἄλλα λόγια γνωρίζει κανείς τόν Θεό, μετέχει σ᾽ Αὐτόν στόν βαθμό πού τοποθετεῖται ἔναντι τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. Δέν ὑπάρχει ἔτσι γνώση Θεοῦ ἔξω ἀπό τόν Χριστό. ᾽Εκεῖνος πού θά μιλήσει γιά τόν Θεό παραθεωρώντας τόν Χριστό θά μιλήσει γιά κάτι ἄλλο πού δέν εἶναι Θεός. Σάν τούς εἰδωλολάτρες πού πίστευαν σέ θεούς, κατασκευάσματα ὅμως τοῦ μυαλοῦ τους, εἴδωλα. Στήν ἐρώτηση τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου στόν Κύριο ᾽Εκεῖνος νά τούς δείξει τόν Θεό Πατέρα, ὁ Χριστός μας ἀπάντησε: ῾Τοσοῦτον χρόνον μεθ᾽ ὑμῶν εἰμι, Φίλιππε, καί οὐκ ἔγνωκάς με; Ὁ ἑωρακώς ἐμέ ἑώρακε τόν Πατέρα᾽. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Χριστός παραμένει πάντοτε ῾ἡ θύρα᾽ διά τῆς ὁποίας ὁδηγεῖται ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό καί βρίσκει τή σωτηρία του. ῾Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία᾽.

Κι εἶναι εὐνόητο ὅτι αὐτός ὁ φωτισμός πού μᾶς γνωρίζει τόν Θεό στήν καρδιά μας ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ εἶναι φωτισμός τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τό ῞Αγιον Πνεῦμα εἶναι τό πρόσωπο πού ἀποκαλύπτει μέσα μας τόν ᾽Ιησοῦ ὡς Κύριο καί Θεό. Χωρίς τόν φωτισμό αὐτό ὁ Χριστός θά γίνεται ἀποδεκτός ὡς ἄνθρωπος σπουδαῖος ἴσως, ὡς φιλόσοφος, ὡς θρησκευτικός ἀρχηγός, ὄχι ὅμως καί ὡς τέλειος Θεός. Τό εἶχε πεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στόν ἀπόστολο Πέτρο ὅταν αὐτός εἶχε ὁμολογήσει τή θεότητα τοῦ Χριστοῦ - ῾σάρξ καί αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι᾽ - τό ἀποκαλύπτει καί ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅταν λέει ῾oὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽.

᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἔχουμε μία ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γιά νά γνωρίζουμε τόν ἀληθινό Θεό: τό ῞Αγιον Πνεῦμα φωτίζει τίς καρδιές μας γιά νά γνωρίζουμε τόν Χριστό, ὁ ῾Οποῖος ὡς θύρα μᾶς ὁδηγεῖ στόν  Θεό Πατέρα. ῞Οτι ἐδῶ προϋποτίθεται ἡ ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στήν ᾽Εκκλησία, ὅπου διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος λαμβάνει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά γίνει μέλος Χριστοῦ καί νά ἀρχίσει διά τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν ᾽Εκείνου νά ζεῖ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι περιττό καί νά ποῦμε.

γ. ῾Ο λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἔρχεται μέ δυνατό τρόπο νά ἀφυπνίσει τίς συνειδήσεις μας ὡς χριστιανῶν: καλούμαστε μέσα στή δεδομένη ἀδυναμία μας ὡς πλάσματα φθαρτά νά ἐπικεντρώνουμε ὄχι σ᾽ αὐτήν, ἀλλά στόν θησαυρό πού μᾶς ἔχει δοθεῖ. Συνιστᾶ τελικῶς ἀθεΐα τό γεγονός νά ἀποδεικνυόμαστε τυφλοί στήν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας δωρεά – νά εἴμαστε μέλη Χριστοῦ - καί ὁλόφθαλμοι μόνο στίς ἀδυναμίες καί στά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου. ῎Αν τόσα προβλήματα παρουσιάζει καί ἡ δική μας ζωή, ἄν τό ἄγχος καί ὁ πόνος μᾶς καταβάλλουν, ὥστε νά ὁδηγούμαστε συχνά στήν ἀπελπισία καί στήν ἀπόγνωση - ὁρισμένοι ἀδελφοί ὁδηγοῦνται καί στήν αὐτοκτονία – εἶναι μᾶλλον γιατί ὁ διάβολος, ῾ὁ θεός τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσε τά νοήματα᾽ ὄχι μόνο τῶν ἀπίστων ἀλλά καί ἡμῶν τῶν θεωρουμένων χριστιανῶν. Καί τά ἀποτελέσματα εἶναι πιά ὁρατά: εἴτε ῾χριστιανοί᾽ νά ὑβρίζουν τόν Χριστό καί νά Τόν διακωμωδοῦν, ἀγνοώντας ὅτι ἔτσι ἐμπαίζουν καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό τους, εἴτε οἱ περισσότεροί μας νά Τόν ὑβρίζουμε καί νά Τόν διακωμωδοῦμε ἔμπρακτα, γιατί καταργοῦμε αὐτό γιά τό ὁποῖο ἦλθε καί ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση νά εἴμαστε μαζί Του: τήν ἀγάπη.

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΧΑΡΙΤΩΝ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ




«Ο όσιος Χαρίτων έζησε επί της βασιλείας του Αυρηλιανού και καταγόταν από το Ικόνιο της Λυκαονίας. Λόγω της πίστεώς του στον Χριστό, οδηγήθηκε στον άρχοντα Υπατικό, κι επειδή ομολόγησε με παρρησία τον Χριστό ως Θεό, τον κτύπησαν και τον κατάφλεξαν με λαμπάδες φωτιάς. Μετά την πτώση του Αυρηλιανού, ελευθερώθηκε, και πήγε σε έρημο τόπο, όπου έπεσε σε ληστές που τον αιχμαλώτισαν. Ελευθερώθηκε όμως και πάλι αλλά με τον εξής τρόπο: Στην κανάτα που είχαν οι ληστές το κρασί τους, πήγε μία έχιδνα που έχυσε το δηλητήριό της, οπότε πίνοντας οι ληστές πέθαναν όλοι. Ο όσιος, βλέποντας το σπήλαιο ταιριαστό για τόπο ασκήσεώς του, το έκανε εκκλησία, κι επειδή άρχισαν να προσέρχονται πολλοί για να ασκηθούν κοντά του, το μετέτρεψε τελικώς σε μοναστήρι. Λόγω των περισπασμών, αποσύρθηκε αλλού, αλλά και εκεί τον περίμενε η ίδια «τύχη», μέχρι ότου βρήκε την άκρη ενός βράχου, για να αφιερωθεί απερίσπαστος στην προσευχή και τον Θεό. Την έλλειψη ύδατος την ξεπέρασε με τη χάρη του Θεού. Παρακάλεσε τον Κύριο, και από το βράχο βγήκε κρυστάλλινο νερό. Εκεί στον βράχο αυτό έζησε μέχρι βαθύτατο γήρας, επιτελώντας και πλήθη θαυμάτων».

Ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας, καλός γνώστης της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, των Πατερικών και νηπτικών κειμένων,  «ζωγραφίζει» το πνευματικό πορτραίτο του οσίου Χαρίτωνα, χρησιμοποιώντας εικόνες από τα παραπάνω έργα. Το πρώτο στο οποίο εμμένει ο εκκλησιαστικός ποιητής είναι το χάρισμα του οσίου να καθοδηγεί άλλους προς εύρεση της Βασιλείας του Θεού, το χάρισμα δηλαδή του Γέροντα. Βασιζόμενος στο γεγονός ότι ο όσιος είχε ιδρύσει τρία μοναστήρια, παρ’  όλη την τάση του να ζήσει ως ερημίτης, τον βλέπει ως νέο Μωϋσή, ο οποίος, σαν τον παλαιό που καθοδήγησε τους Ισραηλίτες στη γη της επαγγελίας, και μάλιστα περνώντας τους θαυματουργικά, δηλαδή με τη χάρη του Θεού, από την Ερυθρά θάλασσα,   καθοδήγησε και αυτός τους μοναχούς του, ανοίγοντας με το όπλο του Σταυρού το πέλαγος της αθλητικής θαλάσσης, καταβυθίζοντας έτσι τον νοητό Φαραώ, τον διάβολο. «Θαλάσσης αθλητικής το πέλαγος διανηξάμενος, τω ζωηφόρω όπλω του Σταυρού, Φαραώ τον αλάστορα τον νοητόν, Μακάριε, θεία δυνάμει κατεπόντισας». Κι είναι μεγάλη ευλογία στη ζωή μας να έχουμε βρει και εμείς τον σωστό πνευματικό καθοδηγητή, τον σωστό Γέροντα, προκειμένου, αντιστοίχως με τους μοναχούς του οσίου Χαρίτωνα, να καθοδηγούμαστε στην εύρεση του Χριστού. Διότι βεβαίως αυτός είναι όλος ο σκοπός της πνευματικής ζωής και της πνευματικής καθοδήγησης: να συνδεθούμε με τον Χριστό, δηλαδή να ζούμε έτσι, ώστε να ενεργοποιείται το χάρισμα του αγίου βαπτίσματος και του αγίου χρίσματος.

Δεν είναι δυνατόν όμως ο Θεός να έχει χαριτώσει κάποιον με το χάρισμα της πνευματικής καθοδήγησης, χωρίς αυτός να έχει διαφύγει τη θάλασσα των παθών, χωρίς να έχει υπερβεί τον εγωισμό και τα παρακλάδια του, κι αυτό με τη χάρη του Θεού. Ο όσιος Χαρίτων ήταν αληθινός Γέροντας, κι όχι «φο μπιζού» Γέροντας, όπως πολύ ωραία σύγχρονος ιεράρχης το έχει χαρακτηρίσει, γιατί ακριβώς ενισχυόμενος από το Πνεύμα του Θεού νίκησε τον νοητό Γολιάθ, τις πονηρές δυνάμεις. Ο υμνογράφος με άλλα λόγια θέλοντας να τονίσει τους σπουδαίους ασκητικούς αγώνες του οσίου τον παραλληλίζει με τον Δαυίδ. Κι όπως εκείνος, σε νεαρή ηλικία, αλλά με τεράστιο θάρρος και με δύναμη Θεού νίκησε τον γιγάντιο Γολιάθ, έτσι και ο όσιος Χαρίτων: παρ’  όλη τη θεωρούμενη τεράστια δύναμη του διαβόλου, τον νίκησε, γιατί αφενός είχε την προαίρεση για κάτι τέτοιο, αφετέρου ενισχυόταν από τον παντοδύναμο και παντοκράτορα Κύριο. «Καθείλες δαυιτικώς του αλλοφύλου Γολιάθ, όσιε, την νοητήν δύναμιν, εν τη παντευχία του Πνεύματος».

Ένας τέτοιος άνθρωπος λοιπόν, σαν τον όσιο Χαρίτωνα, γνήσιος δούλος του Θεού, με ασκητικό φρόνημα και αληθινή αγάπη προς τον συνάνθρωπο, όντως χαριτώνεται από τον Θεό – «εστεφάνωσαν αι χάριτες σε Χαρίτων, αθλητικώ στεφάνω, της Χριστού βασιλείας», δηλαδή: σε στεφάνωσαν, Χαρίτων, οι χάρες της βασιλείας του Χριστού με αθλητικό στεφάνι - και λειτουργεί για τους καλοπροαίρετους ανθρώπους  κυριολεκτικά ως «μαγνήτης», που τους τραβάει κοντά του. Δεν είναι τα ανθρώπινα προσόντα του, οι γνώσεις του, η πιθανή ευγένειά του, οι καλοί τρόποι του. Είναι η χάρη του Θεού που ελκύει  τους ανθρώπους. Κι αυτό θα πει ότι οι άνθρωποι πλησιάζουν έναν τέτοιο άνθρωπο με τη βεβαιότητα ότι προσεγγίζουν τον Θεό. Αν δεν υπάρχει αυτή η βεβαιότητα, αν οι άνθρωποι προσεγγίζουν τον Γέροντα, για να μείνουν μόνον σ’  εκείνον, χωρίς να περνάνε δι’  αυτού στον Σωτήρα Χριστό, τότε αφενός οι άνθρωποι αυτοί πάσχουν από πλευράς ψυχικής – διότι Θεός τους γίνεται ο «Γέροντάς» τους -  αφετέρου ο Γέροντας αυτός, σε περίπτωση που δεν αρνηθεί το «φωτοστέφανο» που του βάζουν οι άνθρωποι, δεν είναι γνήσιος Γέροντας, ανήκει στους «ψευδογέροντες», που συνιστούν μία από τις μάστιγες της Εκκλησίας. Ο όσιος Χαρίτων γίνεται ο οδηγός μας. Ζούσε εν αυτώ ο Χριστός, γι’ αυτό και διάφανος γενόμενος Εκείνον αποκλειστικά φανέρωνε. «Συ, όσιε, φωτός ακηλίδωτον έσοπτρον της άνωθεν φρυκτωρίας τηλαυγώς ανεδείχθης, Χαρίτων παμμακάριστε». Χαρίτων όσιε, παμμακάριστε, αναδείχτηκες πολύ καθαρά ακηλίδωτος καθρέπτης που αντανακλά το θεϊκό φως. Τέτοιους Γεροντάδες, διάφανους προς τον Θεό και τον άνθρωπο, που και η εποχή μας γνώρισε (π.χ. τον όσιο Γέροντα Πορφύριο, τον όσιο  Γέροντα Παϊσιο, τον όσιο Γέροντα Ιάκωβο, τον Γέροντα Εφραίμ, τον Γέροντα Σωφρόνιο κ.ά.), ας παρακαλούμε τον Θεό να αναδεικνύει πάντοτε. Το πιο σημαντικό όμως είναι να προσπαθούμε όλοι μας να γινόμαστε με τον τρόπο του οσίου Χαρίτωνα μικροί Γεροντάδες. Δηλαδή να ζούμε έτσι τον Θεό, ώστε ο Θεός να φανερώνεται μέσω ημών. Διαφορετικά, θα εμπαιζόμαστε όλοι από τις μηχανές του Πονηρού.

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΙΑ ΑΥΤΟΥ


 


«Ο άγιος μεγαλομάρτυς Ευστάθιος ήταν στρατηλάτης στην πόλη των Ρωμαίων, επί Τραϊανού βασιλέως. Ονομαζόταν Πλακίδας και η γυναίκα του Τατιανή, ήταν πολύ πλούσιος και μολονότι ειδωλολάτρης, με μεγάλη χαρά έδινε ελεημοσύνες στους πτωχούς. Κάποια φορά που είχε βγει στο κυνήγι, του φανερώθηκε μία έλαφος, την οποία άρχισε να καταδιώκει. Την ώρα που επρόκειτο να τη φτάσει, βλέπει στα κέρατά της τον τίμιο σταυρό του Χριστού, ενώ από τα κέρατα ήλθε φωνή που έλεγε: «Ω, Πλακίδα, γιατί με καταδιώκεις; Εγώ είμαι ο Χριστός». Μετά το συγκλονιστικό αυτό γεγονός, πίστεψε στον Χριστό και βαπτίστηκε, οπότε και άρχισε ο πόλεμος εναντίον του από τον ανθρωποκτόνο διάβολο: έχασε τον πλούτο του, είδε τη γυναίκα του αιχμάλωτη, τα παιδιά του αρπάχτηκαν από θηρία και ο ίδιος βρέθηκε σε μεγάλη φτώχεια. Ο Θεός επέτρεψε όμως να βρει και πάλι τη γυναίκα και τα παιδιά του, όπως και να τον αναζητήσει ο βασιλιάς, ο οποίος τον έβαλε  στο προηγούμενο αξίωμά του. Ύστερα από όλα αυτά, ήλθε η ώρα του μαρτυρίου. Διότι αναγκάστηκε να θυσιάσει στα είδωλα, κάτι βεβαίως που αρνήθηκε αμέσως, γι’ αυτό και ρίχτηκε μέσα σε χάλκινο  πυρακτωμένο από φωτιά βόδι, μαρτύριο με το οποίο και τελειώθηκε».

Η Εκκλησία μας παραλληλίζει καταρχάς τον άγιο Ευστάθιο με τον απόστολο Παύλο: όπως ο Παύλος δέχτηκε κλήση από τον Χριστό, που του παρουσιάστηκε εν οράματι την ώρα που καταδίωκε τους χριστιανούς, και τον κάλεσε να γίνει χριστιανός, κατά τον ίδιο σχεδόν τρόπο και ο Ευστάθιος δέχτηκε κλήση από Εκείνον, μέσω όμως της ελάφου που καταδίωκε, ο Οποίος τον κάλεσε εξίσου να Τον ακολουθήσει. Ο υμνογράφος πολλές φορές κάνει τη σύνδεση αυτή. «Η κλήσις ουκ απ’ ανθρώπων γέγονεν η ση πανάριστε, αλλ’  ουρανόθεν Παύλον ως το πριν ο Χριστός σε εκάλεσεν». Η κλήση σου, πανάριστε, δεν έγινε από ανθρώπους, αλλά ο Χριστός από τον ουρανό σε εκάλεσε, όπως παλαιότερα τον Παύλο. Θυμίζει βεβαίως ακόμη ο συγκεκριμένος τρόπος της κλήσεως και τον άγιο Κωνσταντίνο. Κι εκείνος κλήθηκε να στραφεί προς τον χριστιανισμό μέσω του οράματος του σταυρού που ο Θεός του έδωσε, και μάλιστα με την επιγραφή: «Τούτω νίκα». Δεν πρόκειται για «σκανδαλώδη» εύνοια, θα λέγαμε, του Θεού προς κάποιους ανθρώπους. Διότι μπορεί μεν ο Θεός να μην καλεί όλους τους ανθρώπους με παρόμοιο άμεσο και συγκλονιστικό τρόπο, όμως πράγματι Εκείνος καλεί όλους μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του για να στραφούν προς Αυτόν. Ο ίδιος ο Κύριος το βεβαίωσε: «Ουδείς δύναται ελθείν προς με, είπε, εάν μη ο Πατήρ μου ο πέμψας με, ελκύση Αυτόν». Ώστε κανείς δεν γίνεται χριστιανός από μόνος του. Διαφέρει μόνο ο τρόπος με τον οποίο καλείται κάποιος από τον Θεό. Ο Θεός δεν είναι «προσωπολήπτης».

Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος όμως δεν παραλληλίζει τον άγιο Ευστάθιο μόνο με τον απόστολο Παύλο. Έκθαμβος μπροστά σ’  αυτά που πέρασε ο άγιος -  απώλεια της συζύγου και των παιδιών του,  απώλεια της περιουσίας του και των αξιωμάτων του – φέρνει στη μνήμη του το παράλληλο από την Παλαιά Διαθήκη, τη ζωή του πολύαθλου Ιώβ. «Συ, οία περ Ιώβ, ανεφάνης Ευστάθιε». Αναφάνηκες, Ευστάθιε, σαν τον Ιώβ. Τον ονοματίζει λοιπόν νέο και δεύτερο Ιώβ – «ο δεύτερος Ιώβ Ευστάθιος» - γιατί  και εκείνος σαν τον πρώτο Ιώβ, σε ό,τι υφίστατο έλεγε εν πίστει: «Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλετο. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον». Να υφίστασαι τέτοια βάσανα και να δοξολογείς τον Θεό αποτελεί το όριο της αληθινής πίστεως και της αληθινής υπομονής. Σημαίνει ότι έχεις «ακουμπήσει» όλη την ύπαρξή σου και τη ζωή σου στα χέρια του Θεού. Ο υμνογράφος προχωράει ακόμη περισσότερο σε μία θεωρούμενη υπερβολή: Θεωρεί τον άγιο Ευστάθιο και μεγαλύτερο του Ιώβ: «…υπερβάς αληθώς τον Ιώβ, τη αρετή, συν τη συζύγω και τοις τέκνοις». Και δεν έχει άδικο. Διότι ο Ιώβ, πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης, σε κάποια στιγμή «λυγίζει» και τα «βάζει» με τον Θεό, αδυνατώντας να κατανοήσει αυτά που υφίσταται. Κι έχει από την άλλη τη γυναίκα του που τον ωθεί σε βλασφημία. Με τον άγιο Ευστάθιο τούτο δεν υπάρχει: υπομένει καρτερικά μέχρι τέλους χωρίς να ταλαντεύεται διόλου κατά  την πίστη του – «στήλην καρτερίας» τον χαρακτηρίζει ο υμνογράφος και «ακράδαντον εν πειρασμοίς» - έχοντας συνάθλους μαζί του την αγία γυναίκα του Θεοπίστη και τα άγια τέκνα του, μάρτυρες όλοι αυτοί του Χριστού.

Εκείνο που αποκορυφώνει την αρετή και την υπομονή του αγίου Ευσταθίου, αλλά εμβάλλει εμάς πια σε «πειρασμό», είναι η απάντηση του Κυρίου στα βάσανα που είχε περάσει ο άγιός του: «όθεν επί τέλει των αγώνων ως νίκης βραβείον παρέσχε σοι, την του αίματος πρόσχυσιν»! Γι’  αυτό, σημειώνει ο υμνογράφος, μετά δηλαδή τα όσα τράβηξες στη ζωή σου Ευστάθιε, σαν τελικό στάδιο των αγώνων, σου έδωσε ο Κύριος σαν βραβείο νίκης, να χύσεις το αίμα σου γι’ Αυτόν! Αποτελεί «πειρασμό» για εμάς, είπαμε, αυτό που λέει ο υμνογράφος, παρακολουθώντας τη ζωή του αγίου: Να περνάς τόσα βάσανα, να τα υπομένεις, και να δέχεσαι ως βραβείο για όλα αυτά και το μαρτύριο του αίματος! Αν αυτό δεν συνιστά παραδοξότητα για την ανθρώπινη λογική, τότε δεν ξέρουμε πώς αλλιώς να το χαρακτηρίσουμε. Αλλά παραδοξότητα για την ανθρώπινη λογική. Διότι μέσα στα πλαίσια της λογικής του Θεού τα πράγματα χαρακτηρίζονται αλλιώς: ο Θεός συνήθως έτσι αμείβει τους γνήσιους δούλους Του. Με το να τους παρέχει τη χάρη του μαρτυρίου. Δηλαδή να τους οδηγεί σε μία επακριβή ακολουθία των ιχνών Εκείνου. Διότι και ο Χριστός μας έτσι «αμείφτηκε» από τον Θεό Πατέρα Του: να ανέβει στον Σταυρό! Και βεβαίως αυτό συνιστά και την ανάσταση των ανθρώπων. Ο μέγας Ευστάθιος είχε τη χάρη να ζήσει ακριβώς σαν τον Χριστό, με τη χάρη βεβαίως Εκείνου. Και απολαμβάνει την παρουσία του Χριστού, μαζί με τους οικείους του, πλούσια στη βασιλεία του Θεού.


Η «μεθοδολογία» αυτή του Θεού, την οποία επισημαίνουμε στον Χριστό και τους αγίους Του, ήταν κάτι που είχε ήδη αναγγελθεί και από την Παλαιά Διαθήκη. Ήδη ο προφήτης Ησαϊας αναφερόμενος στον Μεσσία και «βλέποντας» την κόπωση και την εξάντλησή Του από τις αμαρτίες των ανθρώπων, βάζει τον Θεό να «απαντά» στο δίκαιο παράπονό Του ότι κουράστηκε,  με την ανάθεση καινούργιας αποστολής, που θα Τον φέρει στο Πάθος. Δεν ξέρουμε πια τι να πούμε. Μπροστά στα μυστήρια των βουλών του Θεού, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να κλίνουμε το γόνυ της καρδιάς και του σώματος και εν πίστει να αποδεχτούμε την ακατανόητη πολλές φορές για εμάς μέθοδο ενεργείας του Θεού μας. Κατανοούμε όμως απολύτως την αγάπη Του.

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2019

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΝ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΑΝΝΗΣ


«Τη σύναξη αυτών εορτάζουμε, λόγω της γεννήσεως της υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου. Και έγιναν αυτοί πρόξενοι της παγκόσμιας σωτηρίας, μέσω της  πάναγνης αγίας αυτών θυγατέρας, της Θεοτόκου. Την τελείωσή τους όμως από τον κόσμο αυτό γνωρίζει η εικοστή Πέμπτη του μηνός Ιουλίου».

Στον απόηχο των Γενεθλίων της Θεοτόκου η σημερινή εορτή της σύναξης των δικαίων Ιωακείμ και Άννης, κατά την προσφιλή συνήθεια της Εκκλησίας να τιμά μετά από ένα μεγάλο γεγονός τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτό. Θυμίζουμε: μετά τη Γέννηση του Κυρίου εορτάζεται η σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου, μετά τη Βάπτιση του Κυρίου, η σύναξη του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, μετά την Πεντηκοστή, η σύναξη για τον Άγιον Πνεύμα. Το ίδιο λοιπόν και εδώ: ο Ιωακείμ και η Άννα τιμώνται ως οι γονείς της Θεοτόκου, ως εκείνοι δηλαδή που συνήργησαν, προκειμένου να έλθει στον κόσμο, βουλήματι Θεού, η προορισθείσα να γίνει Μητέρα Αυτού, κόρη τους Μαρία. Και βεβαίως, είναι φυσικό τέτοιος ευκλεής καρπός σαν την Παναγία να έχει γονείς όχι τυχαίους, οι οποίοι πράγματι χαρακτηρίζονταν  από έντονη θεοσέβεια και απόλυτη υπακοή στον νόμο του Θεού, γι’  αυτό και υπερέβαλαν όλους ως προς τη γονεϊκή τους ιδιότητα. «Ω, μακαρία δυάς∙ υμείς πάντων γεννητόρων υπερήρθητε, ότι την της κτίσεως πάσης υπερέχουσαν εβλαστήσατε». «…το ζεύγος το άγιον, η ξυνωρίς η αγία, Ιωακείμ και Άννα», κατά πώς ψάλλει και η Εκκλησία μας.

Η Γέννηση της Θεοτόκου όμως  δεν ήλθε ανώδυνα. Οι γονείς της έζησαν πολλά χρόνια με το «στίγμα» της ατεκνίας, δεδομένου ότι την εποχή εκείνη κάθε Ιουδαϊκό ζεύγος που αδυνατούσε να κάνει παιδιά, θεωρείτο ότι είχε κατά κάποιο τρόπο την «κατάρα» του Θεού, αφού σίγουρα δεν θα προερχόταν από αυτό ο Μεσσίας που αναμενόταν. Με άλλα λόγια, κάθε ζεύγος Ιουδαίων δυνάμει ήταν και το Μεσσιανικό ζεύγος, συνεπώς το άτεκνο ζεύγος εξαιρείτο από  την ευλογία αυτή. Κι όμως, ο Θεός ανατρέπει τη λογική αυτή: μέσα από τη στείρωση της Άννας δημιουργεί τις συνθήκες της σπουδαιότερης ευτεκνίας στον κόσμο, για όλες τις εποχές, γεγονός που σηματοδοτεί την εκ θαύματος προέλευση της Παναγίας, σαν ένα είδος νέας δημιουργίας: όπως με τη βούληση του Θεού εκ του μηδενός δημιουργείται ο κόσμος, κατά παρόμοιο τρόπο, με τη βούληση του Θεού εκ της στειρώσεως δημιουργείται η Παναγία. Κι αυτό δίνει ώθηση στον υμνογράφο να «δει» και με άλλον τρόπο τη Γέννησή της: ως απαρχή αφενός στειρώσεως του ανθρώπου έναντι της αμαρτίας – ο άνθρωπος μπορεί να μην αμαρτάνει πια – και αφετέρου  διάλυσης της στειρώσεως της ανθρωπίνης  φύσεως – ο άνθρωπος μπορεί πια να καρποφορεί τις αρετές με τη χάρη του Θεού. Έτσι με τα Γενέθλια της Θεοτόκου βρισκόμαστε μπροστά σε γεγονότα που υπερβαίνουν τη φυσική τάξη και μας μυούν στο μυστήριο της θείας οικονομίας, του σχεδίου δηλαδή του Θεού προς σωτηρία του κόσμου. Η Εκκλησία μάς καθοδηγεί να «ψαύσουμε» εν ταπεινώσει, εν φόβω και τρόμω, τον «βηματισμό» του Θεού, καθώς έρχεται η ώρα εισόδου Του στη γη.

Τη συγκλονιστική αυτή αναγωγή που αγκαλιάζει όλη την πνευματική ιστορία της ανθρώπινης ύπαρξης, κάνει ο υμνογράφος με πολλές εικόνες και σχήματα, αλλά και με σαφή λόγο, όπως στο κοντάκιο της εορτής: «Ιωακείμ και Άννα ονειδισμού ατεκνίας, και Αδάμ και Εύα εκ της φθοράς του θανάτου, ηλευθερώθησαν, άχραντε, εν τη αγία γεννήσει σου. Αυτήν εορτάζει και ο λαός σου, ενοχής των πταισμάτων λυτρωθείς εν τω κράζειν σοι. Η στείρα τίκτει την Θεοτόκον και τροφόν της ζωής ημών» (Ο Ιωακείμ και η ´Αννα, με την αγία γέννησή σου, άχραντε Θεοτόκε, ελευθερώθηκαν από την ντροπή της ατεκνίας, όπως και ο Αδάμ και η Εύα ελευθερώθηκαν από τη φθορά του θανάτου. Τη γέννησή Σου αυτήν εορτάζει και ο λαός σου, καθώς λυτρώθηκε από την ενοχή των πταισμάτων του με το να κραυγάζει σε σένα: η στείρα ´Αννα γεννάει τη Θεοτόκο και τροφό της ζωής μας). Η Γέννηση της Θεοτόκου δεν κινείται δηλαδή μόνο σ’  ένα συγκεκριμένο ιστορικό επίπεδο: της εποχής του Ιωακείμ και της Άννας, όπου το ζεύγος ελευθερώνεται από την ντροπή της ατεκνίας, αλλά ανάγεται και στην αρχή της ανθρωπότητας με ό,τι συνέβη με την πτώση του Αδάμ και της Εύας στην αμαρτία: ο θάνατος ως τίμημα της αμαρτίας υπερβαίνεται, γιατί γεννήθηκε εκείνη, που θα γεννούσε τον Λυτρωτή του ανθρώπου, ακριβώς από την αμαρτία και τον θάνατο. Κι ακόμη: η Γέννησή της δρα πια διαχρονικά σε όλους τους αιώνες. Με Αυτόν που γέννησε η Παναγία ο άνθρωπος σώθηκε από οποιαδήποτε ενοχή, αφού ο Υιός και Θεός της, διά της σταυρικής Του θυσίας, σήκωσε τις αμαρτίες όλου του κόσμου, όλων των εποχών.

Παρακολουθούμε τα γεγονότα, μαζεμένοι, σιωπηλοί, «ψαύοντας», όπως είπαμε, εν φόβω και τρόμω τα μυστήρια. Και πώς αλλιώς; Ένα ζευγάρι Ιουδαίων, χωρίς να κατανοεί το τι διαδραματίζεται στο βάθος, γίνεται το όργανο του Θεού για το μεγαλύτερο μυστήριο που μπορούσε ποτέ να υπάρξει: της φανέρωσης Εκείνου στον κόσμο ως ανθρώπου!

 

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΣΩΖΩΝ



«Ο άγιος Σώζων, ορμώμενος από τη Λυκαονία, ήταν βοσκός προβάτων. Όταν αξιώθηκε να βαπτιστεί και να γίνει χριστιανός, εισήλθε σε ειδωλολατρικό ναό, στον οποίο υπήρχε άγαλμα, κατασκευασμένο από χρυσάφι και ασήμι, έσπασε το δεξί χέρι του αγάλματος, το πούλησε και τα χρήματα που πήρε τα μοίρασε στους πτωχούς. Ο ηγεμόνας του τόπου άρχισε να τιμωρεί πολλούς από αυτούς που υποψιαζόταν ότι προέβησαν στην ενέργεια αυτή, γι’  αυτό και ο άγιος παρουσιάστηκε και φανέρωσε ότι εκείνος ήταν ο δράστης του γεγονότος. Αμέσως τον κτύπησαν με σφοδρότητα, του έβαλαν σιδερένια υποδήματα και τον ανάγκασαν να τρέχει. Και πάλι άρχισαν να τον κτυπούν τόσο πολύ, ώστε τα οστά του σώματός του έσπασαν όλα και με τον τρόπο αυτόν παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό».

Η εορτή του αγίου Σώζοντος βρίσκεται υπό τη σκιά της μεγάλης εορτής των Γενεθλίων της Θεοτόκου. Όχι μόνον λόγω της αυριανής Θεομητορικής εορτής, αλλά και λόγω του ότι η Εκκλησία μας και σήμερα προεορτάζει τα Γενέθλιά της και αυτά αποτελούν την προτεραιότητα των όλων ακολουθιών. Αυτό όμως συνιστά μία ιδιαίτερη ευλογία για τον άγιο Σώζοντα, ο οποίος διακατεχόταν από θερμουργή αγάπη προς τον Κύριο Ιησού Χριστό – «πυρπολούμενος αγάπη Θεού, Παμμάκαρ» σημειώνει μεταξύ άλλων ο υμνογράφος – συνεπώς και για την Παναγία Μητέρα Του. Διότι, όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν είναι δυνατόν να αγαπά κανείς τον Χριστό, παραθεωρώντας την Μητέρα Του. Μόνον αιρετικοί που έχουν διαστρεβλωμένη εικόνα και περί του Χριστού, υποβαθμίζουν και υποτιμούν την υπεραγία Θεοτόκο. Κατά την πίστη μας, Χριστός και Παναγία συνθεωρούνται και ο βαθμός της αληθινής όρασης του Χριστού εξαρτάται και από τον βαθμό της αληθινής αποδοχής της Παναγίας Μαριάμ, δηλαδή της αποδοχής της ως πράγματι Θεοτόκου. Τούτο δεν είναι γνώμη και άποψη, αλλά δόγμα της πίστεώς μας, χωρίς την αποδοχή του οποίου η όποια πίστη μας δεν είναι ορθή και η σωτηρία μας συνεπώς διακυβεύεται. Είναι λοιπόν ευλογία για τον άγιο Σώζοντα, διότι εορτάζει  κάτω από τη δροσιά της σκιάς της Παναγίας. Έτσι εφαρμόζεται και γι’  αυτόν ό,τι οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου επισημαίνουν για Εκείνην: «χαίρε δένδρον ευσκιόφυλλον, υφ’ ου σκέπονται πολλοί». Μέσα στους πολλούς είναι από την άποψη αυτή και ο άγιος Σώζων.

Πυρπολείτο από την αγάπη του Θεού ο άγιος Σώζων, όπως είπαμε, και αυτή η αγάπη τον οδήγησε και στο μαρτύριο υπέρ Χριστού και μάλιστα με τρόπο οικειοθελή. Ο υμνογράφος όμως μας υπενθυμίζει ότι δεν αρκεί μόνον να οδηγηθεί κάποιος στο μαρτύριο, αλλά και να μείνει σταθερός μέχρι τέλους, κρατώντας την αγάπη του Χριστού, που σημαίνει να δει τον εαυτό του ως ευώδη θυσία προς Εκείνον, άρα κρατώντας την αγάπη και προς τους εχθρούς: «σεαυτόν θυσίαν δε ευωδεστάτην Θεώ τέθυκας». Η με αγάπη σταθερότητα αυτή μέχρι τέλους δεν κατορθώνεται παρά μόνον όταν συνεργήσει η χάρη του Θεού. Και η χάρη του Θεού συνεργεί παρέχοντας την υπομονή, η οποία λειτουργεί ως δροσιά για τον μάρτυρα. Αν στα μαρτυρολόγια καταγράφονται τόσες περιπτώσεις αγίων, που άντεξαν με χαρά και πολλές φορές ανώδυνα τα μαρτύρια, είναι γιατί ακριβώς η χάρη του Θεού ενεργούσε και τους ενίσχυε. Όπως συνέβη και στην Παλαιά Διαθήκη, με τους αγίους τρεις παίδες που τους έριξαν στην κάμινο της φωτιάς και άγγελος Κυρίου μεταποιούσε τη φωτιά σε δροσιά, κατά τον ίδιο τρόπο ο Κύριος: ενισχύει τους μάρτυρες του ονόματός Του, για να αντέξουν με τον σωστό τρόπο, δηλαδή με αγάπη, τα μαρτύρια. Ο υμνογράφος λοιπόν επισημαίνει αυτήν την πραγματικότητα και για τον άγιο Σώζοντα: «εν τη καμίνω των αλγεινών βασάνων Μάρτυς βληθείς, δρόσον εκ Θεού εδέξω υπομονής, ευχαρίστως τε εκραύγαζες: Ευλογημένος ει, εν τω ναώ της δόξης σου Κύριε». Ρίχτηκες στο καμίνι των οδυνηρών βασάνων, Μάρτυς, και δέχτηκες τη δροσιά της υπομονής από τον Θεό, γι’ αυτό και ευχαρίστως κραύγαζες: Είσαι ευλογημένος στον ναό της δόξας σου, Κύριε.

Καμίνι βασάνων είναι βεβαίως και η ζωή μας, πολλές φορές, χωρίς να υπάρχουν τα σωματικά μαρτύρια από τους εχθρούς της πίστεως. Οι σωματικές ασθένειες, ο πόνος συγγενών μας, οι διάφορες αποτυχίες, τα προβλήματα των παιδιών μας, οι δυσκολίες από την οικονομική δυσπραγία και πολλά άλλα που συνιστούν τις δοκιμασίες της ζωής, τι άλλο είναι από βάσανα, που μας δοκιμάζουν σαν να βρισκόμαστε κι εμείς σ’  ένα καμίνι; Και η λύση είναι αυτή που προτείνει κάθε φορά η Εκκλησία μας, βασισμένη στον αιώνιο λόγο του Θεού και στη ζωή των αγίων: η με πίστη στροφή προς τον Θεό και η υπομονή την οποία Εκείνος δίνει, με την οποία δροσιζόμαστε, έστω και μέσα στο καμίνι ευρισκόμενοι. Η Εκκλησία μας όμως και πάλι τονίζει: για να λειτουργήσει η χάρη της υπομονής, το βλέμμα μας πρέπει να είναι αδιάκοπα στραμμένο στον μόνο δυνάμενο να μας σώσει, τον Κύριο. Το επισημαίνει για μία ακόμη φορά και για τον άγιο: «Αντείχε Σώζων σώματος προς αικίας, προς τον μόνον σώζοντα την ψυχήν βλέπων». Άντεξε ο Σώζων τα σωματικά μαρτύρια, γιατί έβλεπε προς τον μόνο που σώζει την ψυχή.

Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΟ ΕΝ ΧΩΝΑΙΣ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ


«Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος κήρυξε μεταξύ άλλων και στην Ιεράπολη της Φρυγίας, προφήτευσε δε ότι η περιοχή θα ευλογηθεί από αγίασμα του αρχαγγέλου Μιχαήλ. Πράγματι, στις Κολοσσές, κοντά στην Ιεράπολη, ανέβλυσε αγίασμα, στο οποίο προσέρχονταν πολλοί άνθρωποι καθημερινά και έβρισκαν την ίαση από κάθε είδους ασθένεια και ανάγκη. Κάποτε, ένας πλούσιος ειδωλολάτρης, που είχε μεγάλο πρόβλημα με την κωφαλαλία της κόρης του, είδε όνειρο, στο οποίο του φανερωτόταν ότι αν δεν πάει την κόρη του στο αγίασμα, η κόρη του δεν επρόκειτο να γίνει καλά. Πήγε και με το αγίασμα η κόρη του αμέσως θεραπεύτηκε. Μπροστά στο μεγάλο αυτό θαύμα, πίστεψε ο ίδιος και όλη η οικογένειά του, οι οποίοι και βαπτίστηκαν, γενόμενοι ένθερμοι χριστιανοί. Από ευγνωμοσύνη, έδωσε τα χρήματα που χρειάζονταν για να κτιστεί περικαλλής ναός επ’  ονόματι του ταξιάρχη Μιχαήλ, στο οποίο προσέτρεχαν τώρα ακόμη περισσότεροι άνθρωποι. Μετά από έναν αιώνα περίπου, ένας νεαρός, ονόματι Άρχιππος, ένιωσε έντονη επιθυμία, λόγω αγάπης του προς τον αρχάγγελο, να πάει να υπηρετήσει στον ναό, ως νεωκόρος, και ο ίδιος γινόταν μάρτυρας καθημερινά των θαυμασίων που τελούνταν εκεί. Ο διάβολος όμως δεν άντεξε και θέλησε διά των οργάνων του να χαλάσει τον ναό και το αγίασμα. Παρακίνησε λοιπόν τους ειδωλολάτρες της περιοχής, ώστε τα δύο ποτάμια που περνούσαν από εκεί, να τα ενώσουν και να τα στρέψουν κατά του ναού. Άρχισαν τις σατανικές αυτές εργασίες, τις οποίες είδε και κατάλαβε ο Άρχιππος, οπότε με δάκρυα στα μάτια προσευχόταν στον Θεό και στον αρχάγγελο να επέμβουν για να μη πραγματοποιηθούν τα μιαρά σχέδια των ειδωλολατρών. Και πράγματι: όταν τα νερά έρχονταν πια ορμητικά, με τρόπο που διαμιάς θα καταστρεφόταν ο ναός, είδε τον αρχάγγελο να κτυπά με ραβδί το μέρος μπροστά στον ναό, ανοίγοντας ένα βαθύ ρήγμα, στο οποίο χωνεύτηκαν τα νερά και πέρασαν από την άλλη μεριά του ναού. Τα σχέδια των υιών του διαβόλου απέτυχαν και η δύναμη του Θεού δια του αρχαγγέλου έκανε τους πιστούς να μεγαλύνουν το όνομα του Θεού και να ενισχυθούν ακόμη περισσότερο στην πίστη τους. Έκτοτε το μεγάλο αυτό θαύμα διαλαλείται σε όλους τους αιώνες, και η Εκκλησία μας το τιμά την 6ηΣεπτεμβρίου».
Δύο πράγματα προβάλλει η Εκκλησία μας σήμερα εξ αφορμής του θαύματος του αγίου Μιχαήλ: πρώτον, τη μαρτυρία της για τον αρχάγγελο Μιχαήλ, που επεκτείνεται δι’  ολίγων και  στον αρχάγγελο Γαβριήλ, και δεύτερον τη δοξολογική αναφορά προς το θαύμα. Η όλη ακολουθία του εσπερινού και του όρθρου πράγματι έρχεται και επανέρχεται στη σπουδαία θέση την οποία κατέχει ο αρχάγγελος και ως προς τον Θεό και ως προς τους υπόλοιπους αγγέλους και ως προς τον άνθρωπο. Αξιοποιώντας το υμνογραφικό του ταλέντο μάλιστα ο υμνογράφος χαρακτηρίζει τον ταξιάρχη, πέραν των άλλων, ως παραστάτη, ως πρωτοστάτη, ως προστάτη.
Είναι παραστάτης του Θεού, «της τρισηλίου Θεότητος» όπως αναφέρει συγκεκριμένα, και καταυγάζεται επομένως από τις θεϊκές ελλάμψεις, γενόμενος δεύτερο φως μετά τον Θεό, και   συνεπώς ζώντας πλούσια την αγάπη του Θεού. Διότι αυτό σημαίνει φως και δόξα και χάρη Θεού: αγάπη Εκείνου βιούμενη από τους μετέχοντες σ’  Αυτόν. Από την άποψη αυτή ο αρχάγγελος ως πολύ κοντά στον Θεό ευρισκόμενος ζει αυτήν την αγάπη, την οποία εκδηλώνει ως δοξολογία προς τον Θεό και ως «άνοιγμα» προς τους υπόλοιπους αγγέλους και   τους ανθρώπους. Πόση πλάνη υπάρχει σ’  εκείνους που έχουν συνδέσει τον ταξιάρχη με κάτι φοβερό και τρομερό, ενώ αν έχει τέτοια μεγάλη θέση στο εκκλησιαστικό στερέωμα είναι λόγω ακριβώς της μεγάλης του αγάπης. Μόνον για τους εχθρούς της πίστεως, τους αρνητές του Θεού, τον διάβολο δηλαδή και τα όργανά του, γίνεται ο πρωτάγγελος αυτός πράγματι φόβητρο και απειλή. Το σημειώνει και ο υμνογράφος: «πυρφόρον το είδος σου» που αφενός φωτίζει τους πιστούς και αφετέρου κατακαίει τους εχθρούς και απίστους.
 Ως παραστάτης λοιπόν του Θεού, με τον τρόπο που  λέει ο υμνογράφος, είναι με τη θέληση του Θεού πρωτοστάτης των αγγέλων, δηλαδή ο αρχηγός τους που τους καθοδηγεί σε ό,τι ο ίδιος επιτελεί: δοξολογία προς τον Δημιουργό, αγάπη και πρόνοια για τους ανθρώπους. Κι είναι πολύ μεγάλη η χαρά των αγγέλων, σημειώνει ο υμνογράφος, γιατί έχουν τέτοιο αρχηγό, που τους καθοδηγεί με τον συγκεκριμένο τρόπο.
Και βεβαίως, ο αρχάγγελος, όπως και οι λοιπές ουράνιες δυνάμεις, γίνεται προστάτης των ανθρώπων. Η προστασία του ανθρώπου αποτελεί έκφραση της αγάπης του, που διαπιστώνεται και στην ψυχή του ανθρώπου, με την έννοια ότι  ο αρχάγγελος προστατεύει τον άνθρωπο από τις επιθέσεις του πονηρού – «όπου επισκιάσει η χάρις σου, αρχάγγελε, εκεί του διαβόλου φυγαδεύεται η δύναμις» - αλλά και από τις επιθέσεις των ίδιων των παθών του, και στους σωματικούς κινδύνους και τις ασθένειες που μπορεί να περάσει – κάθε ένας που με πίστη θα επικαλεστεί τον άγιο Μιχαήλ θα δει τη θεραπευτική επέμβασή του – και στην ώρα όμως του θανάτου.
Ο  υμνογράφος, δεύτερον, όπως είπαμε, αναφέρεται δοξολογικά προς το θαύμα του αρχαγγέλου. Προβάλλει το θαύμα ως ενέργεια της χάρης του Θεού, που περνά όμως από την παρουσία του αρχαγγέλου,  και του δίνεται η ευκαιρία να συσχετίσει τον αρχάγγελο με άγια και σπουδαία πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, όπως τον Νώε, τον Μωυσή, τον Ιησού του Ναυή. Με τον Νώε, για παράδειγμα, διότι όπως αυτός κατασκεύασε την Κιβωτό, κατ’  εντολήν του Θεού, προκειμένου να σωθούν άνθρωποι και ζώα από τον κατακλυσμό, έτσι και ο αρχάγγελος, προκειμένου να σώσει τον ναό του και τους πιστούς ανθρώπους από τον κατακλυσμό των ποταμίων ρευμάτων, «κατασκευάζει» ένα χωνί στο έδαφος, για να απορροφήσει τα νερά. Με τον Μωυσή, διότι και με τη διάβαση της Ερυθράς θάλασσας σώζονται από τα νερά οι Ισραηλίτες, και στον βράχο Χωρήβ έπειτα, κτυπά με το ραβδί και βγαίνουν νερά για να ξεδιψάσουν οι Ιουδαίοι. Και στα δύο θαυμαστά γεγονότα έχουμε ύδατα και σωτηρία των ανθρώπων. Έτσι και με τον πρωτάγγελο του Θεού: έχουμε και πάλι ύδατα και σωτηρία ανθρώπων. Αλλά και με τον Ιησού του Ναυή: τον μνημονεύει ο υμνογράφος, διότι όπως στην εποχή του Ιησού είδε αυτός τον αρχάγγελο με πύρινη ρομφαία να καθοδηγεί τον λαό, έτσι και στο προκείμενο θαύμα: ως ρομφαία το ραβδί του ταξιάρχη προκαλεί ρήγμα στο έδαφος και σώζει τον νέο  λαό του Θεού, τους χριστιανούς.
Μένει κανείς έκθαμβος μπροστά στα θαυμαστά που επιτελεί ο Κύριος μέσω των αγίων Του, είτε αγγέλων είτε ανθρώπων. Και η εορτή δίνει την ευκαιρία να κάνει κάποιος και ευρύτερες ανθρωπολογικές και κοινωνικές  παρατηρήσεις. Και πρώτον, ο ίδιος ο υμνογράφος εύχεται όπως τότε ο αρχάγγελος έσωσε τον ναό από τον κατακλυσμό των υδάτων, κατά παρόμοιο τρόπο να επέμβει για να σώσει εμάς από τον κατακλυσμό των λογισμών μας. Ο ποιητής ζει έντονη και βαθειά πνευματική ζωή και γνωρίζει ότι πολλοί χριστιανοί ταλαιπωρούμαστε από τους λογισμούς, που έρχονται πολλές φορές μ’  έναν τρόπο ανεξέλεγκτο και επικίνδυνο, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να συγκεντρώσουμε τον νου μας. Ο αρχάγγελος λοιπόν μπορεί να επέμβει και σ’  αυτό το επίπεδο. Όπως βεβαίως ενόψει της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, που έχει τονιστεί επανειλημμένως ότι πρόκειται για παγκόσμια πνευματική κυρίως κρίση, κάτι που το ζούμε έντονα και στη δική μας πατρίδα, μπορεί και εδώ να επέμβει. Θέλουμε να πούμε ότι καθημερινώς μας «βομβαρδίζουν» με απειλητικές ειδήσεις ότι έρχονται τα χειρότερα. Ότι σαν ποτάμι, σαν «τσουνάμι» θα επιπέσουν επάνω μας όλα τα άσχημα αποτελέσματα της κρίσης και πολλοί, δικαιολογημένα, πανικοβάλλονται και καταρρέουν. Έρχεται λοιπόν σήμερα η μνήμη του αρχαγγέλου και μας υπενθυμίζει τη θαυμαστή επέμβασή του: μπροστά σε κάθε κατακλυσμό, μπροστά σε κάθε τσουνάμι απειλητικό, μπορεί να σταθεί μπροστά εκείνος. Και με τη δύναμη του Θεού μπορεί να «χωνεύσει» αυτό το τσουνάμι, όπως και την κάθε απειλή. Ένα μόνον απαιτείται για να δει κανείς να ενεργοποιείται αυτή η δύναμη του ταξιάρχη: η πίστη του ανθρώπου και η με πόθο θερμό επίκλησή του. Αυτό μας λέει η εμπειρία της Εκκλησίας μας, αυτό έχει υποσχεθεί ο ίδιος ο Θεός μας.

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ, ΠΑΤΗΡ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ



«Ο άγιος Ζαχαρίας, που εορτάζει σήμερα,  εβραϊκό όνομα που σημαίνει «αυτός που θυμάται τον Κύριο», είναι άλλος από τον προφήτη Ζαχαρία που ανήκει στον κύκλο των δώδεκα μικρών λεγομένων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης. Κι αυτός χαρακτηρίζεται προφήτης, γιατί πράγματι είχε προφητικό χάρισμα, και τα σχετικά με αυτόν καταγράφονται από τον ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος αναφέρει ότι την περίοδο της ιερατείας του στον Ναό, ως ιερεύς που ήταν, δέχτηκε οπτασία του αρχαγγέλου Γαβριήλ, προαναγγέλλοντάς του τη γέννηση του υιού του Ιωάννη, παρ’  όλα τα λογικά εμπόδια: το γήρας του ίδιου, το γήρας και τη στειρότητα της γυναίκας του Ελισάβετ. Λόγω της αμφισβήτησής του, ο αρχάγγελος τον «τιμωρεί» με αφωνία, η οποία λύεται με τη γέννηση του Ιωάννη, γεγονός που οδηγεί τον Ζαχαρία σε ύμνους και δοξολογίες, όπως και σε προφητεία για το παιδί του. Το τέλος του υπήρξε μαρτυρικό, όπως σημειώνεται και στην Κανή Διαθήκη, τον σκότωσαν δηλαδή οι συμπατριώτες του, κατά τη γνωστή συνήθειά τους, μεταξύ του Ναού και του θυσιαστηρίου».
Ο προφήτης Ζαχαρίας, παρ’  όλη τη σύνδεση της μνήμης του με τη δυσπιστία του σ’  αυτό που του ανήγγειλε ο αρχάγγελος Γαβριήλ, τιμάται ιδιαιτέρως από την Εκκλησία μας, σε αναφορά πάντοτε με τον τρισμέγιστο υιό του, Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ο υμνογράφος μάλιστα της ακολουθίας του τον βλέπει καταστολισμένο μ’  ένα τριπλό στεφάνι: το στεφάνι του πιστού ιερέα του Θεού, του άριστου μάρτυρα και του ένδοξου προφήτη: «εν ιερεύσι πιστός και εν μάρτυσιν άριστος, και προφήτης ένδοξος…τριπλώ στεφάνω κατακοσμούμενος». Όμως εκείνο που οι πολλοί φέρνουν στη μνήμη τους είναι, όπως είπαμε, η αμφισβήτηση της ουράνιας οπτασίας, για την οποία ο ιερός Χρυσόστομος λέει ότι έφερε ως αποτέλεσμα την κώφευση και την αλαλία του, διότι φανέρωνε την προτεραιότητα της λογικής του έναντι της παντοδυναμίας του λόγου του Θεού. Είναι δυνατόν, διερωτάται μάλιστα ο άγιος Πατέρας, να υπάρξει η όποια λογική αντίρρηση σ’  Εκείνον που ο λόγος Του συστήνει και δημιουργεί τα σύμπαντα;
Κι όμως! Αν κρίναμε την αντίδραση του αγίου Ζαχαρία με τα κριτήρια των μετέπειτα αγίων μας, ιδίως των νηπτικών Πατέρων και Διδασκάλων, θα έπρεπε να τον επαινέσουμε. Διότι ακριβώς δεν έσπευσε να αποδεχθεί την οπτασία, το όραμα. Οι άγιοί μας δηλαδή, βασισμένοι στον λόγο του Θεού αλλά και την εμπειρία τους, μας διδάσκουν ότι η πρώτη αντίδρασή μας σε τέτοια φαινόμενα, αν παρουσιαστούν, θα πρέπει να είναι η επιφύλαξη, κι ίσως η αμφισβήτηση. Κι αυτό γιατί δεν είναι μόνον ο Θεός, ο Οποίος μπορεί να φανερωθεί δι’  αγγέλου Του ή δι’  άλλου τρόπου, αλλά και ο πονηρός διάβολος. Ο διάβολος μάλιστα είναι εκείνος συνήθως ο οποίος προσβάλλει τον άνθρωπο με τον συγκεκριμένο τρόπο, γι’  αυτό και η επιφυλακτικότητα θεωρείται τελικώς ότι είναι…εκ Θεού. Θυμόμαστε τα λόγια αγίου ασκητή του αγίου Όρους, ο οποίος έλεγε ότι από τα τριακόσια περίπου οράματα που δέχτηκε ως καλόγερος, μόνον τα τρία ήταν εκ Θεού. Ο έπαινος επομένως θα ήταν η ορθή αντίδρασή μας μπροστά στην αμφισβήτηση του αγίου Ζαχαρία. Και  το ίδιο το ευαγγελικό κείμενο δεν φαίνεται να είναι αρνητικό σε κάτι τέτοιο. Η «τιμωρία» του προφήτη μάλλον λειτουργεί ως απλή παιδαγωγία, γι’  αυτό και μόλις γεννιέται το παιδί Ιωάννης, λύνεται και η γλώσσα του αγίου.
Η ακολουθία της ημέρας μάς δίνει όμως και μία άλλη ερμηνεία της κώφευσης και αλαλίας του Ζαχαρία, εντάσσοντας αυτήν μέσα στα πλαίσια του προφητικού του χαρίσματος: η κώφευσή του προφητεύει τη σιγή της Παλαιάς Διαθήκης, που ολοκληρώνει το έργο της με την εμφάνιση του φωτός της χάρης του Θεού, το οποίο υποδεικνύεται με τη γέννηση του Ιωάννη. «Ω, του παραδόξου θαύματος! Της Παλαιάς την σιγήν, και της Νέας την έκφανσιν, Ζαχαρίου κώφευσις, προφητεύει σαφέστατα. Την γάρ νόμου σιγήσας πλήρωσιν, το φως υπέδειξε το της χάριτος». Πρόκειται για μία συμβολική αναγωγή της αλαλίας του προφήτη, για την οποία συγκινούμαστε, γιατί μας δείχνει με τι ευρύ πνεύμα η Εκκλησία μας αντιμετωπίζει τα γεγονότα της Θείας Οικονομίας και πόσο το Πνεύμα του Θεού την καθοδηγεί για την ορθή όρασή τους. Και πέραν τούτου: η ίδια η ακολουθία, δηλαδή η όραση και πάλι των γεγονότων με θείο φωτισμό, μας προσανατολίζει σε κάτι που έχει άμεση αναφορά και στη δική μας ζωή. «Ο προφήτης σου, Δέσποτα – επισημαίνει ο άγιος υμνογράφος – τύποις λογικοίς πιστώς ελειτούργει σοι, και της χάριτος ηξίωται, κατιδείν εν γνώσει την αλήθειαν». Δηλαδή: ο προφήτης σου, Κύριε, λειτουργούσε πιστά στους λογικούς τύπους (της Παλαιάς Διαθήκης), γι’ αυτό αξιώθηκε να δει με επίγνωση και την αλήθεια της χάριτος (με τον ερχομό του Χριστού). Όταν με άλλα λόγια και εμείς επιμένουμε, μένοντας σταθεροί και πιστοί σ’  αυτά  που έστω και τυπικά μπορούμε να επιτελέσουμε από τον νόμο του Θεού – την προσευχή μας, τον εκκλησιασμό μας, τη μελέτη του λόγου του Θεού, την ελεημοσύνη μας – θα δούμε τη χάρη του Θεού να ενεργοποιείται και να γλυκαίνει την καρδιά μας. Μία περίοδος πνευματικής ξηρότητας δηλαδή, όταν δεν γίνεται αφορμή για να αποκλίνουμε από τον λόγο του Θεού, φέρνει συνήθως πλούσια έπειτα τη δροσιά της παρουσίας του Θεού.

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑΣ



«Ο άγιος Άνθιμος οδηγήθηκε δέσμιος για εξέταση προς τον αυτοκράτορα Μαξιμιανό, ενώ είχαν φέρει εκεί όλα τα όργανα των βασανιστηρίων. Κι όταν ρωτήθηκε και με παρρησία κήρυξε τον Χριστόν, του σπάσανε τον τένοντα, τον πλήγωσαν με πυρωμένα σίδερα και τον άπλωσαν γυμνό πάνω σε όστρακο, οπότε και τον κτύπησαν με ραβδιά. Στη συνέχεια του βάλανε ως υποδήματα χαλκά στηρίγματα πυρακτωμένα και τον έδεσαν σε τροχό, ενώ στο τέλος του έκοψαν το κεφάλι. Κι ενώ κόπηκε το κεφάλι, συνέχισε να φυτρώνει τρίχες».

Ο άγιος Άνθιμος ανήκει στη χορεία των αγίων ιερομαρτύρων, οι οποίοι έχουν διπλή τη χάρη του Θεού: της ιερωσύνης και του μαρτυρίου. Και στα δύο διέπρεψε τόσο, ώστε να χαίρονται και να δοξολογούν τη μνήμη του και οι πιστοί στον κόσμο τούτο, αλλά και οι άγγελοι και οι προγενέστεροι αυτού μάρτυρες, άρα σύμπασα η Εκκλησία, η στρατευόμενη και η θριαμβεύουσα ονομαζομένη. Διότι «θυσίαν το πρότερον Θεώ φέρων την αναίμακτον, ως ιερεύς εννομώτατος, ως ολοκάρπωμα και δεκτήν θυσίαν σεαυτόν δι’  αίματος, ως Μάρτυς αληθέστατος ύστερον, Χριστώ προσήγαγες», δηλαδή ως ιερεύς που ζούσε απολύτως σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρόσφερε πρώτα την αναίμακτη θυσία σ’  Εκείνον, έπειτα δε, ως μάρτυς αληθέστατος πρόσφερε τον εαυτό του δεκτή θυσία στον Χριστό με το αίμα του. Κι όχι μόνο αυτό: υπήρξε, όπως έχει σημειωθεί και άλλοτε, αλείπτης πολλών μαρτύρων, δηλαδή με τον λόγο του,  τις παραινέσεις του και τις προσευχές του, κυρίως όμως με τη ζωή του,  καθοδήγησε και άλλους στο να μείνουν σταθεροί στην πίστη τους και να γίνουν και αυτοί μάρτυρες του Κυρίου. «Μαρτύρων στρατεύματα Χριστώ, Πάτερ, προσενήνοχας, ταις υποθήκαις σου, Άνθιμε, και παραινέσεσι, νουθετών, διδάσκων, και σαφές υπόδειγμα, θεόφρον, σεαυτόν παρεχόμενος».

Η υπέρ άνθρωπον πορεία του αγίου Ανθίμου, και όσο ζούσε εν ειρήνη και την ώρα του μαρτυρίου, είναι βεβαίως καρπός και της θείας χάρης που τον ενίσχυε – κανείς δεν μπορεί από μόνος του να γίνει μάρτυρας Χριστού, με την έννοια όχι μόνον της υπομονής στα βασανιστήρια, κάτι που το συναντάμε και στα μαρτύρια εκτός της χριστιανικής πίστεως, αλλά και της επιμονής στην αγάπη προς τους εχθρούς: ο μάρτυρας του Χριστού πεθαίνει προσευχόμενος για τους διώκτες του – αλλά και της δικής του θέλησης, την οποία ολοκάρδια είχε καταθέσει στον Κύριό του. Αν μάλιστα δεν υπάρχει αυτή η θέληση από πλευράς του ανθρώπου, η χάρη του Θεού μένει ανενέργητη, όσο κι αν επιθυμεί ο Θεός να σώσει τον άνθρωπο. Η θέληση του αγίου Ανθίμου να είναι με τον Θεό, η οποία ενεργοποιούσε και τη χάρη του Θεού, φάνηκε από την επίμονη προσπάθειά του να κρατάει στο νου και την καρδιά του τη μνήμη του Θεού. Ο άγιος ζούσε την εντολή του Κυρίου «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη ψυχή σου, εν όλη τη καρδία σου, εν όλη τη διανοία σου, εν όλη τη ισχύι σου και τον πλησίον σου ως σεαυτόν», γεγονός που προκαλούσε τον διάβολο, που δεν εύρισκε δίοδο πειρασμού στην καρδιά του. Το αποτέλεσμα βεβαίως σ’  αυτές τις περιπτώσεις είναι γνωστό: ο μεν διάβολος εκνευρίζεται, ενώ ο πιστός άνθρωπος ενισχύεται ακόμη περισσότερο από τη χάρη του Θεού, διά της οποίας και κατατροπώνει τον αντίπαλο. Ο υμνογράφος της Εκκλησίας περιγράφει την εσωτερική αυτή κατάσταση με εξαίσιο τρόπο: «Νευρώσας την ψυχήν, επιμόνοις μελέταις, εξενεύρισας εχθρόν, ανδρείαις συμπλοκαίς, και ανίσχυρον έδειξας». Δυνάμωσες την ψυχή σου με επίμονες μελέτες (του Θεού), γι’  αυτό και εκνεύρισες τον εχθρό, τον οποίο και απέδειξες ανίσχυρο, συμπλεκόμενος με αυτόν με ανδρειότητα.

Ο άγιος Άνθιμος είναι παράδειγμα όχι μόνον για τους πιστούς της εποχής του, αλλά και κάθε εποχής. Μας υπενθυμίζει ότι τον Θεό δεν μπορούμε να Τον έχουμε στο περιθώριο της ζωής μας, αλλά στο κέντρο της, που σημαίνει πως ό,τι λέμε, κάνουμε, σκεπτόμαστε πρέπει να αποπνέουν το άρωμα της θεϊκής παρουσίας. Κι αυτό πραγματοποιείται αν αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε ότι το όλο μυστικό της πνευματικής ζωής, που ενεργοποιεί, όπως είπαμε, τη χάρη του Θεού, είναι το θέμα των λογισμών. Ο νους και η καρδιά μας πρέπει να είναι στραμμένα προς τον Θεό. Η επίμονη μελέτη μας στην παρουσία του Θεού, στις άγιες εντολές Του, στις προσευχές μας, κυρίως με τη σύντομη ευχή «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», είναι εκείνη που ζωντανεύει την πίστη μας και μας κάνει πραγματικά μέλη του Χριστού, κυριολεκτικά κατοικητήρια Εκείνου. Ο άγιος Άνθιμος είναι και ο δικός μας αλείπτης στην εύρεση της Βασιλείας του Θεού.