Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2019

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ CD "ΛΕΥΚΟ ΓΡΑΜΜΑ"


Κυκλοφορήθηκε από τις εκδόσεις "ἀκολουθεῖν" νέο βιβλίο με τίτλο "Λευκό Γράμμα".
Όπως ήδη είχε προαναγγελθεί, το νέο αυτό βιβλίο συνοδεύεται από το ομώνυμο CD του μουσικού Στέφανου Δορμπαράκη κι ακολουθεί, στην εξέλιξη της ιστορίας, τους τίτλους των πρωτότυπων συνθέσεων του CD. Παραθέτουμε στη συνέχεια τα περιεχόμενα του CD και τον πρόλογο του βιβλίου.  

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ CD "ΛΕΥΚΟ ΓΡΑΜΜΑ"

Αγνή ψυχή .................................................... 04:00

2. Όνειρο ........................................................... 04:36

3. Luna ................................................................ 03:53

4. Βαλς απ’ τα παλιά ..................................... 03:14

5. Ηλιαχτίδα ...................................................... 04:07

6. Χορός της φύσης ...................................... 03:17

7. Φαντασία ....................................................... 00:38

8. Tango de Grecia ......................................... 04:11

9. Αποχωρισμός .............................................. 05:18

10. Θάλασσα Βροχών ..................................... 03:56

11. Λευκό γράμμα ............................................. 02:45


ΛΙΓΑ ΠΡΟΛΟΓΙΚΑ
Μια μικρή τρυφερή ιστορία, που θα μπορούσε να είναι απολύτως αληθινή και που πορεύεται σπονδυλωτά κατ’αντιστοιχία με τους τίτλους των οργανικών κομματιών του CD «Λευκό Γράμμα» του μουσικού Στέφανου Δορμπαράκη.
Ένας νέος άνδρας, ευρισκόμενος μπροστά στο θαύμα και το μυστήριο του ερχομού στον κόσμο της μικρής κορούλας του, επιχειρεί να αποτυπώσει τα συναισθήματά του: τη χαρά και τη συγκίνησή του, τα όνειρά του, τους φόβους και τις ελπίδες του, ως πατέρας σ’ ένα γράμμα που αποδέκτη έχει το μικρό παιδάκι του.
Η μουσική του Στέφανου νομίζουμε ότι ντύνει «μαγικά» τον υπέροχο συγκινησιακό κόσμο που βιώνει ο νέος άνδρας, ο οποίος οδηγείται εξαφορμής της γέννησης του παιδιού του σε κάποια κατανόηση αφενός του μυστηρίου που περικλείει μια νέα ύπαρξη, αφετέρου σε θερμή κίνηση της ψυχής του να αγαπήσει περισσότερο και πληρέστερα τη σύντροφο και σύζυγο της ζωής του – το παιδί τους αποτελεί μόνιμο πια σημείο αναφοράς και ενότητάς τους.
Όλες οι σκέψεις και τα συναισθήματα καταλήγουν σε ό,τι ιερότερο και ωραιότερο υπάρχει στον κόσμο τούτο: στο καρδιακό ψέλλισμα της φράσης «Σ’ αγαπώ»…
π. Γ. Δ.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΑΜΨΩΝ Ο ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ




“Αὐτός ὁ ἅγιος καταγόταν ἀπό τή Ρώμη καί ἔζησε τόν 6ο μ. Χ. αἰώνα. Τόν πλοῦτο πού τοῦ ἄφησαν οἱ γονεῖς του τόν μοίρασε στούς πτωχούς καί ἀναγκεμένους συνανθρώπους του καί στή συνέχεια ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου περνοῦσε τόν καιρό του ὡς ἡσυχαστής μέσα στόν κόσμο, δηλαδή ζώντας τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ἡμέρας μέσα στούς ναούς, προσευχόμενος διαρκῶς καί μελετώντας τίς ῞Αγιες Γραφές. Ἡ ἁγία βιοτή του ἔγινε γνωστή στόν πατριάρχη Μηνᾶ, ὁ ὁποῖος τόν κάλεσε στήν ἱερωσύνη καί τόν χειροτόνησε πρεσβύτερο. ᾽Από κεῖ καί πέρα, ὡς κληρικός πιά ὑπῆρξε σωτήριο λιμάνι γιά ὅλους τούς πτωχούς καί τούς ἔχοντες ἀνάγκη, θέτοντας μάλιστα στήν ὑπηρεσία τῶν συνανθρώπων του καί τήν ἐμπειρία του στήν ἰατρική ἐπιστήμη. Τήν ἀγάπη του καί τίς ἰατρικές του γνώσεις ἔνιωσε καί ὁ ἴδιος ἀκόμη ὁ αὐτοκράτορας ᾽Ιουστινιανός, ὁ ὁποῖος θεραπεύτηκε ἀπό τόν ἅγιο, ὅταν προσῆλθε σέ αὐτόν, λόγω κάποιου ἀνιάτου πάθους πού τόν διακατεῖχε. ᾽Από τό γεγονός αὐτό ὁρμώμενος ὁ βασιλιάς, θαυμάζοντας ὑπέρμετρα τήν ἀρετή τοῦ ἄνδρα καί ἀπονέμοντας σεβασμό σ᾽ αὐτόν, μετά τόν ναό τῆς ῾Αγίας Σοφίας κατασκεύασε ξενώνα καί κατέστησε τόν ἅγιο σκευοφύλακα τῆς μεγάλης ᾽Εκκλησίας. Ὁ Σαμψών ἀφοῦ ἔζησε μέ καλό καί θεοφιλή τρόπο καί ἔγινε πρόξενος σωτηρίας γιά πολλούς, μέ τό νά τούς ὁδηγεῖ σέ ζῆλο καί μίμηση τοῦ δικοῦ του χριστιανικοῦ τρόπου ζωῆς, ἐκεῖ καί ἀναπαύτηκε. Τό τίμιο λείψανό του κατατέθηκε στόν μέγιστο ναό τοῦ ἁγίου Μωκίου, βρύοντας καθημερινά ἰαματοφόρα νάματα, ῾εἰς δόξαν καί αἶνον Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν”.

Μυροβλήτης λοιπόν καί ὁ ὅσιος αὐτός, προσφέροντας μέ τή χάρη τοῦ Χριστοῦ  τήν ἴαση στούς ἐν πίστει προσερχομένους στόν τάφο του. Κατά τον ιερό υμνογράφο μάλιστα, τον άγιο Ιωσήφ, το μύρο το προχεόμενο από τον τάφο του ήταν σαν το μέλι που πήρε ο Σαμψών, ο κριτής της Παλαιάς Διαθήκης,  από τη γνάθο του λιονταριού όταν το  σκότωσε με τα χέρια του και το βρήκε έπειτα με πλήθος μελισσών μέσα στο κουφάρι του. ῾Έβγαλε να πιει μέλι ο Σαμψών παλιά από τη γνάθο, ενώ ο Σαμψών τώρα αναβρύει μύρο από τον τάφο᾽(῾Εξήγεν ο πριν εκ γνάθου Σαμψών πόμα. Ο νυν δε Σαμψών μύρον εκ τάφου βρύει᾽) (στίχοι συναξαρίου). Η μυροβολία ἐκ τοῦ τάφου του  ἦταν βεβαίως συνέχεια τῆς μυροβολίας τῆς καρδιᾶς του, ἐνόσω ζοῦσε. Μόνον ἕνας πού μυροβολεῖ ἐν ζωῇ, δηλαδή ἔχει πλούσια ἀγάπη στήν καρδιά, μπορεῖ νά χαριτωθεῖ ἀπό τόν Χριστό, ὥστε νά μυροβολεῖ καί μετά θάνατο.  Τόν πλοῦτο τοῦ μύρου τῆς καρδιᾶς του, τήν ἀγάπη του, τόν εἰσέπραξαν καθ᾽ ὅλη τή ζωή του ὅσοι τόν προσήγγισαν, ἀδιακρίτως θέσεως καί τάξεως, πλούτου, μόρφωσης ἤ ἡλικίας. Εἴτε πτωχός εἴτε καί ὁ ἴδιος ὁ βασιλιάς, ἀνεξαιρέτως ὅλοι, μέσω τοῦ ἁγίου ἔρχονταν σέ ἐπαφή μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας. Ὁ ἅγιος ἦταν τό ὄργανο τοῦ Θεοῦ, προκειμένου νά θεραπευτεῖ καί στήν ψυχή καί στό σῶμα ὁ κάθε ἄνθρωπος. Κατά τον ιερό υμνογράφο ῾Φάνηκες η συμπαθέστατη βοήθεια των πτωχών και ο άριστος ιατρός των ασθενών, όσιε, και των ταλαιπωρουμένων η βοήθεια᾽(῾Ώφθης πτωχών συμπαθεστάτη βοήθεια και ασθενούντων, όσιε, ιατρός άριστος, και καταπονουμένων αντίληψις᾽) (ωδή α´).

Ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο πού τόν διακατεῖχε, ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἀγάπης του πρός τόν Θεό. ῾Μιμήθηκε (ο Σαμψών) την ευσπλαχνία του Θεού και έγινε συμπαθής στους αρρώστους και το ένδυμα όλων των γυμνών᾽(῾Θεού μιμούμενος ευσπλαγχνίαν, συμπαθής νοσούσι γέγονε, γυμνουμένων τε πάντων περιβόλαιον᾽) (ωδή γ´). Κι εἶναι γνωστό: κανείς δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει σωστά τόν συνάνθρωπό του, ἀκόμη καί τόν ἐχθρό του, ἄν δέν ἔχει στραφεῖ πρός τόν Θεό καί δέν ἔχει ἐξαρτήσει τήν ὕπαρξή του ἀπό Αὐτόν. Διαφορετικά, ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο, παρόλες ἴσως τίς καλές διαθέσεις πού μπορεῖ κάποιος νά ἔχει, θά εἶναι μέ ἡμερομηνία λήξεως. Ποιός θά μποροῦσε, γιά παράδειγμα, νά ἀγαπήσει τόν ἐχθρό του χωρίς λόγο; Μόνον ὁ ἀγαπῶν τόν Θεό ἔχει λόγο νά ἀγαπήσει καί τόν κάθε πλησίον του. Κι ἡ ἀγάπη τοῦ ὁσίου πρός τόν Θεό ἦταν ὁρατή ῾μακρόθεν᾽: ἐντρυφοῦσε ἀδιάκοπα στήν προσευχή καί τή μελέτη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, χαρά του ἦταν ἡ διαμονή μέσα στίς ἐκκλησίες. Ὁπότε καί τά ῾μάτια᾽  του ἀνοίχτηκαν, γιά νά βλέπει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί στά πρόσωπα τῶν εἰκόνων ᾽Εκείνου, τῶν συνανθρώπων του. ῾Ανέθεσες τον εαυτό σου, Σαμψών, ολοκληρωτικά στον Κύριο᾽(῾Ολικώς ανετέθης, ω Σαμψών, τω Κυρίω᾽) (εξαποστειλάριο όρθρου).

Ἡ ἀγάπη ὅμως πρός τόν Θεό δέν γεννιέται αὐτόματα οὔτε εἶναι ἕνα χάρισμα πού δίνεται ἀπό τόν Θεό ῾τυφλά᾽. Πρέπει καί ὁ ἄνθρωπος νά συνεργήσει σέ αὐτό. Καί συνεργεῖ, ὅταν κι ὁ ἴδιος θέλει νά εἶναι μέ τόν Θεό – τό κάτι πού ζητάει ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο, ὅπως ἔλεγε ὁ ὅσιος Γέροντας Πορφύριος. Πότε διατηρεῖται ἡ ἐπιθυμία αὐτή στόν ἄνθρωπο; Ὅταν δέν ἀφήνει τόν ἑαυτό του νά παρασυρθεῖ ἐντελῶς ἀπό τόν πονηρό, ὅταν, ἔστω καί λίγο, προσπαθεῖ νά διατηρήσει τόν νοῦ του καθαρό ἀπό ἐμπαθεῖς λογισμούς. Ὁπότε ὁ Θεός, παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τήν καλή αὐτή διάθεση, δίνει τή χάρη Του πλούσια γιά νά καθαριστεῖ ἐντελῶς ὁ νοῦς, νά γίνει θεοειδής καί νά βλαστάνει διαρκῶς τήν ἀγάπη πρός Αὐτόν καί πρός τόν συνάνθρωπο, κάτι πού τό βλέπουμε στούς ἁγίους μας, καί ἰδίως στόν σήμερα ἑορταζόμενο ὅσιο Πατέρα Σαμψών.῾Φάνηκες καθαρός ναός του παναγίου και σεπτού Πνεύματος, επειδή καθάρισες τον εαυτό σου πραγματικά από τη λάσπη των παθών, θεοφόρε Πατέρα᾽(῾Ώφθης ναός καθαρός του παναγίου και σεπτού Πνεύματος, της των παθών ιλύος καθάρας σεαυτόν ως αληθώς, Πάτερ θεοφόρε᾽) (ωδή ε´). 

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

Η ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ – Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ

 
 
(Κύρια σημεία ομιλίας σε κατασκηνωτικό διήμερο οικογενειών στον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου Βόλου, την Κυριακή 23 Ιουνίου 2019)
 Σπουδαίο θέμα, το οποίο ενώ τέθηκε για τη σχέση μεταξύ των συζύγων, στην πραγματικότητα αγκαλιάζει ολόκληρη την πνευματική ζωή: η υπομονή και η τέχνη της αλλαγής είναι στοιχεία που σφραγίζουν την πνευματική πορεία του χριστιανού. Θα μιλήσουμε δι’ ολίγων συνεπώς για την υπομονή και στη συνέχεια θα επικεντρωθούμε περισσότερο στη σχέση του ζευγαριού, του άντρα και της γυναίκας. Και μέσα σ’ αυτήν την υπομονή θα δούμε και την αναγκαιότητα της αλλαγής που πρέπει να μας διακατέχει, η οποία χαρακτηρίζεται ως τέχνη, γιατί είναι κάτι που τελικώς μπορεί να το μάθει κανείς.
 Βάση για τον προβληματισμό μας θα έχουμε τη ρήση του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού: «ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται». Τρία είναι τα κύρια σημεία της φράσης: «οὗτος σωθήσεται»· «ὁ ὑπομείνας»· «εἰς τέλος».

1. «οὗτος σωθήσεται»: Η σωτηρία του ανθρώπου είναι το διαρκώς ζητούμενο, αφότου ἦρθε ο Κύριος ως άνθρωπος επί της γης. Ήδη από την ώρα της Γέννησής Του αυτό εξαγγέλλεται από τούς αγγέλους μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ποιμένων της Βηθλεέμ: «Ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ». Ο Χριστός είναι ακριβώς ο Σωτήρας του κόσμου, ο Ιησούς, ο Κεχρισμένος από τον Θεό που προφητεύτηκε από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης για να αποκαταστήσει την κλονισμένη λόγω αμαρτίας σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Γιατί ακριβώς αυτό σημαίνει σωτηρία: αποκατάσταση και ολοκληρία του ανθρώπου, λόγω της κολόβωσης και της διαστρέβλωσης που υπέστη από την αμαρτία του, την ανυπακοή του δηλαδή προς το θέλημα του Θεού Πατέρα. Είναι γνωστό από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση ότι η αμαρτία δεν νοείται ως μία απλή παράβαση από έναν κανόνα ούτε ένα παιχνίδισμα που «διασκεδάζει» τον άνθρωπο· η αμαρτία συνιστά τον θανάσιμο τραυματισμό του ανθρώπου – «διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος» σημειώνει η Γραφή – γιατί ακριβώς τον εκτρέπει από την ορθή σχέση του με τον Θεό, ο Οποίος είναι η ζωή και η πηγή της ζωής. Γι’ αυτό και η αμαρτία έφερε τον θάνατο, πνευματικό στην αρχή ως αποκοπή από τον Θεό και σωματικό έπειτα, λόγω της μυστηριακής ακατάλυτης σχέσης της ψυχής και του σώματος: ό,τι συμβαίνει στην ψυχή έχει αντίκτυπο στο σώμα, ό,τι συμβαίνει στο σώμα έχει αντίκτυπο και στην ψυχή.
Ο Χριστός λοιπόν ερχόμενος στον κόσμο προσλαμβάνει τον άνθρωπο, αφού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, σώμα και ψυχή, συνεπώς με όλη τη ζωή Του: τη διδασκαλία και τα θαύματά Του, τον Σταυρό και τα Πάθη Του, την Ανάστασή Του, τον θεραπεύει και του δίνει τη δυνατότητα εν Αυτώ να ξανάβρει την κανονική θέση και την ορθή πορεία του: να μένει εν τω Θεώ, να ζει ως άλλος Θεός στον κόσμο τούτο. Ας θυμηθούμε την παραβολή του καλού Σαμαρείτη: ο τραυματισμένος και ημιθανής άνθρωπος από τα κτυπήματα των ληστών είναι γενικά ο άνθρωπος πού κτυπήθηκε από τον ληστή διάβολο, ενώ ο καλός Σαμαρείτης είναι ο Κύριος, ο Οποίος έσωσε τον ημιθανή, ολοκληρώνοντας τη θεραπεία Του μέσα στο Νοσοκομείο που τον έβαλε, την Εκκλησία.
Με τον Χριστό λοιπόν ο άνθρωπος γίνεται και πάλι σώος, σώζεται, αποκαθίσταται, δηλαδή αποκτά μία θέση που ήταν κατά πολύ ανώτερη της αρχικής καταστάσεώς του. Με τον Χριστό ο άνθρωπος φτάνει τον προορισμό που απαρχής ο Θεός του είχε θέσει: να γίνει όμοιος με Αυτόν. «Κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ» δημιουργείται κι αυτό το «καθ’ ὁμοίωσιν» γίνεται πια πραγματικότητα μόνον μετά την έλευση του Χριστού, ο Οποίος καθάρισε τη ζοφωμένη λόγω της αμαρτίας εικόνα του Θεού και άνοιξε τον κλεισμένο για τον ίδιο λόγο δρόμο του «καθ’ ὁμοίωσιν». Οπότε, εκτός Χριστού και εκτός Εκκλησίας που είναι το ζωντανό σώμα του Χριστού, κανείς άνθρωπος δεν είναι πράγματι ολοκληρωμένος ως άνθρωπος. Χωρίς τον Χριστό ο κάθε άνθρωπος, όπου γης, ό,τι και να κάνει θα νιώθει ελλιπής, θα νιώθει το κενό μέσα στην ψυχή και όλη του την ύπαρξη – πάντοτε θα βρίσκεται σε αναζήτηση αυτού που του λείπει. Όπως πολύ ωραία το είχε πει και ο άγιος Αυγουστίνος: «ανήσυχη είναι, Κύριε, η ψυχή μου, μέχρις ότου βρει Εσένα και αναπαυτεί σ’ Εσένα». Πρόκειται για άλλη διατύπωση της αλήθειας που είχε πει ο ίδιος και πάλι ο Κύριος: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς». Δεν υπάρχει άλλη ανάπαυση για τον άνθρωπο, βαθιά και εσωτερική, σ’ αυτό που συνιστά το κέντρο της ύπαρξής του, τον νου και την καρδιά του, παρά μόνον Εκείνος. Γιατί βεβαίως είναι ο Δημιουργός μας και ο μοναδικός και απόλυτος Σωτήρας μας. «Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία», όπως διακήρυσσαν και οι μάρτυρες του Κυρίου Απόστολοι.
2. «ὁ ὑπομείνας». Ενώ όμως ο Κύριος έρχεται ως ο μοναδικός Σωτήρας της ψυχοσωματικής ύπαρξης του ανθρώπου, καθώς τον σώζει από την αμαρτία, το αποτέλεσμα της αμαρτίας τον θάνατο, και τον Πονηρό διάβολο που «δουλεύει» πίσω από την αμαρτία, θέτει και την προϋπόθεση για την οδό της σωτηρίας. Κι αυτή είναι η υπομονή. Κι αυτό σημαίνει ότι η υπομονή δεν είναι μία απλή αρετή μεταξύ πολλών άλλων αρετών, αλλά αυτή που υφαίνει τον ιστό κάθε άλλης αρετής, εκείνη που χωρίς αυτήν δεν υφίσταται καμία αρετή. Γιατί λέει ο Κύριος, «Θα σωθείτε, εάν κάνετε υπομονή». Και σ’ άλλο σημείο, για να τονίσει την ίδια αλήθεια, θα πει: «Ἐν τῇ ὑπομονῇ κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν». Με την υπομονή κερδίστε τις ψυχές σας. Γι’ αυτό άλλωστε σε οποιοδήποτε πρόβλημα που παρουσιαζόταν στους πρώτους χριστιανούς, πρόβλημα και καθημερινότητας αλλά και σχέσης με τους ειδωλολάτρες και μεταξύ τους, οι Απόστολοι στοιχώντας σε ό,τι ο Κύριος είχε υποδείξει τόνιζαν: «Ὑπομονῆς χρείαν ἔχετε, ἵνα τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ποιήσαντες κομίσησθε τήν ἐπαγγελίαν». Έτσι η υπομονή βρίσκεται πίσω από κάθε τελικώς χάρισμα, σε βαθμό τέτοιο που λένε οι άγιοι Πατέρες μας ότι «αρετή που αποκτήθηκε χωρίς υπομονή δεν είναι αρετή. Γιατί θα χαθεί με την πρώτη δυσκολία που θα παρουσιαστεί στη ζωή του ανθρώπου».
Από την άποψη αυτή καταλαβαίνουμε γιατί οι άγιοί μας ήταν: πρώτον· πάντα επιφυλακτικοί σε κάθε σπουδή και βιασύνη, πολύ περισσότερο σε κάθε προσπάθεια, ιδίως νέων ανθρώπων, για γρήγορο ανέβασμα στην πνευματική κλίμακα – θεωρούσαν ότι πίσω από τη βιασύνη για απόκτηση χαρισμάτων κρύβεται ο διάβολος· είναι από τα εκ δεξιών λεγόμενα όπλα που χρησιμοποιεί, κυρίως σε νέους καλογέρους· δεύτερον· απολύτως πάντα, χωρίς καμία έκπτωση επ’ αυτού, πεπεισμένοι ότι η ανυπομονησία είτε των νέων είτε των ηλικιωμένων αποκαλύπτει την κρυμμένη υπερηφάνεια της ψυχής τους. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ένα περιστατικό που καταγράφει ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος στα «Ασκητικά» του, κατά το οποίο ένας νεαρός καλόγερος επισκέφτηκε έναν μεγάλο Γέροντα για να του εξομολογηθεί τις δυσκολίες που περνάει στην πνευματική του ζωή. Κι εκείνο που του τόνισε ήταν ότι υφίσταται μεγάλους πειρασμούς. Ο σοφός Γέροντας όμως αμφισβήτησε το μέγεθος των πειρασμών του νέου. «Δεν επιτρέπει ο Θεός σε σένα που είσαι νέος», του είπε, «να περνάς μεγάλους πειρασμούς. Μεγάλους πειρασμούς πέρασαν και περνούν όσοι έχουν φτάσει στα ύψη των μεγάλων Πατριαρχών της Παλαιάς Διαθήκης και των μεγάλων οσίων της Εκκλησίας». Και έφερε ο Γέροντας την προσωπική του διαδρομή ως παράδειγμα, ότι δηλαδή στα πρώτα χρόνια της καλογερικής του ζωής δεν ένιωθε τίποτε ιδιαίτερο στην πνευματική του ζωή – το αντίθετο. Όταν όμως πέρασαν τα χρόνια και οι δεκαετίες, τότε άρχισε κάτι να αισθάνεται, κι όταν ξεπέρασε τα τριάντα χρόνια, τότε δεν προλαβαίνει να πει ένα «δόξα τω Θεώ», κι αρπάζεται ο νους του στα Ουράνια.
Η υπομονή επομένως είναι εκ των ων ουκ άνευ στη σχέση πρώτα από όλα με τον Θεό. Αν υπάρχει πίστη, αν υπάρχει ταπείνωση και αγάπη, είναι γιατί έχουν κτιστεί με το υλικό της υπομονής. «Ὑπομένων ὑπέμεινα τόν Κύριον καί προσέσχε μοι», σημειώνεται κι αλλού. Δηλαδή, «με υπομονή περίμενα την επέμβαση του Κυρίου και τότε Αυτός με πρόσεξε». Ο Θεός επιβλέπει στον άνθρωπο, όταν εκείνος δείχνει υπομονή, που σημαίνει δείχνει την εμπιστοσύνη του σ’ Εκείνον και την ταπείνωσή του. Κι η Αγία Γραφή μάς αποκαλύπτει μάλιστα ότι αυτός είναι και ο βασικός λόγος που επιτρέπει ο Θεός και τους διαφόρους πειρασμούς στη ζωή μας: να γίνουμε δόκιμοι στην πίστη μας, ώστε να καλλιεργήσουμε την υπομονή, η οποία θα μας οδηγήσει στην τελειότητα ως καλή σχέση με τον Θεό μας. Κι επειδή υπάρχει αυτή η προοπτική στους πειρασμούς, μας καλεί ο πνευματικός λόγος και στην παραδοξότητα της χαράς. «Πᾶσαν χαράν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου», μας τονίζει ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος στην καθολική του επιστολή στην Καινή Διαθήκη, «ὅταν πειρασμοῖς περιπέσησθε ποικίλοις, εἰδότες ὅτι τό δοκίμιον τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν, ἡ δέ ὑπομονή ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καί ὁλόκληροι ἐν μηδενί λειπόμενοι». Χωρίς την υπομονή δηλαδή πάντοτε θα είμαστε ελλιπείς, όχι ολοκληρωμένοι, πάντοτε ατελείς. Και γι’ αυτό υφίστανται και οι πειρασμοί. Να θυμηθούμε εν προκειμένω το πατερικό λόγιο που επιβεβαιώνει την παραπάνω αλήθεια: «ἔπαρον τούς πειρασμούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος».
Μπορεί λοιπόν να πονάμε και να στενοχωρούμαστε με τους διαφόρους πειρασμούς της ζωής μας, τις αρρώστιες μας, τις αποτυχίες μας, τις αδυναμίες μας, τα προβλήματά μας, όμως όλα αυτά για τον πιστό χριστιανό λειτουργούν ως παιδαγωγία του Κυρίου, συνεπώς ως κατεξοχήν έκφραση της αγάπης Του, προκειμένου να μας έχει και να μας κρατάει πάντοτε στον δρόμο Του, στη δική Του οδό, που θα πει πάνω σ’ Εκείνον τον Ίδιο, γιατί Αυτός είναι «ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή».
Λοιπόν, υπομονή πρώτα από όλα σε σχέση με τον Κύριο, αλλά και σε σχέση, όπως ήδη φάνηκε, με τον συνάνθρωπό μας, με τον ίδιο μας τον εαυτό, με την ίδια ακόμη τη φύση και το περιβάλλον μας. Κι αιτία βεβαίως γι’ αυτό είναι το γεγονός ότι με την υπομονή αποκαλύπτεται η πίστη του ανθρώπου ως εμπιστοσύνη στον Κύριο, η αγάπη του προς Αυτόν συνεπώς και η ταπείνωσή του. Πρέπει με άλλα λόγια, για να θυμηθούμε και τον όσιο Παΐσιο, «να συγγενέψουμε λίγο με τον Κύριο καρδιακά», προκειμένου Εκείνος να βρει τόπο καταπαύσεως μέσα μας. Ο Κύριος είναι «ὁ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος» με την παραπάνω έννοια. Ο πλήρης αγάπης Θεός ελκύεται από τον άνθρωπο της αγάπης· ο πλήρης ταπεινώσεως Θεός ελκύεται από τον άνθρωπο της ταπείνωσης. Κι αυτήν την έλξη, αυτόν τον μαγνήτη μέσα μας που τραβάει τον Θεό, τον δημιουργεί η υπομονή. Γι’ αυτό, επαναλαμβάνουμε, όπου δεν υπάρχει υπομονή, όπου η ανυπομονησία παίρνει το πάνω χέρι στην ψυχή μας, εκεί το μόνο που φαίνεται ότι υπάρχει είναι ο εγωισμός, είναι η υπερηφάνεια, είναι η θεοποίηση του ίδιου του ανθρώπου. Κάθε προσπάθεια λοιπόν ενός τέτοιου ανθρώπου θα βρίσκει τον Θεό ενάντιο, όχι γιατί ο Θεός δεν θέλει τον άνθρωπο, αλλά γιατί η δική του κακοτραχαλία θα αποδιώχνει από την ύπαρξή του Εκείνον. Ας κοιτάξουμε τι έγινε στην Παλαιά Διαθήκη με τον πύργο της Βαβέλ: σκέφτηκαν οι άνθρωποι τότε να κτίσουν έναν πύργο που θα φτάσει τον… Θεό· που θα τους κάνει να λένε οι μετέπειτα γενιές ότι είναι… θεοί! Και τα πάντα γκρεμίστηκαν. Το γκρέμισμα της κάθε σχέσης είναι το τίμημα λοιπόν της ανυπομονησίας: και με τον Θεό και με τον συνάνθρωπο και με τον εαυτό μας. Γι’ αυτό και το χαρακτηριστικό της κατάστασης αυτής είναι η ταραχή, είναι η εχθρότητα και η εμπαθής κρίση, είναι να μην μπορεί κανείς να βρει «αποκούμπι» πουθενά.
3. «εἰς τέλος»: το τελευταίο που θίγει ο Κύριος. Η υπομονή δεν είναι υπό προθεσμία. Δεν κάνω υπομονή κοιτώντας το… ρολόι, για να ξεσπάσω μετά. Γιατί αυτό δείχνει όχι μόνον ότι δεν έχω υπομονή, αλλά δεν έχω και την ποιότητα που απαιτείται. Κι είναι πράγματι εκείνο που πρέπει επιπλέον να εξετάσουμε. Με όσα παραθέσαμε παραπάνω και όσα μπορεί βεβαίως κανείς περισσότερο να σκεφτεί και να υποθέσει, η υπομονή για την οποία μιλάει ο Κύριος είναι μία χαρισματική κατάσταση, η οποία δωρίζεται, καλύτερα: κερδίζεται από τον πιστό σε συνεργασία με τον Κύριο, στον βαπτισμένο άνθρωπο. Δεν μπορεί ένας άπιστος, ένας μη βαπτισμένος να χαρακτηρίζεται από τη χάρη αυτή, γιατί δεν έχει την ενίσχυση του Κυρίου. Μπορεί να είναι εκ φύσεως υπομονετικός, όπως λέμε, αλλά θα έλθει κάποια στιγμή που μπορεί να υποστείλει τη σημαία της φυσικής του αυτής προδιάθεσης· και ασφαλώς δεν θα έχει την υπομονή ως εφαλτήριο για την πορεία της τελείωσης. Ο πιστός, ο εν επιγνώσει πιστός εννοείται, που λίγο κατανοεί το μεγαλείο της δωρεάς της ενσωμάτωσής του στον Χριστό μέσα στην Εκκλησία, παλεύει στην υπομονή, γιατί την εντάσσει στην προοπτική της πνευματικής του εξέλιξης. Ξέρει γιατί υπομένει. Κι επειδή ξέρει, γι’ αυτό και επιμένει στην… υπομονή. Μέχρι πότε; «Μέχρι τέλους». Ο πιστός έτσι πρέπει να σκέπτεται: «Θα υπομείνω κι ας πεθάνω. Γιατί τότε θα μ’ αναστήσει πνευματικά ο Κύριος». Σαν τον καλόγερο που αναφέρει το Γεροντικό που αντιμετώπιζε λογισμούς φυγής από το μοναστήρι. Και κάθε φορά που έρχονταν οι λογισμοί αυτοί, έβγαζε από την τσέπη του ένα χαρτί που είχε καταγράψει την απόφασή του αυτή: «Θα μείνω μέχρι τέλους κι ας πεθάνω». Κι όχι μόνον βεβαίως δεν πέθανε, αλλά χαριτώθηκε ιδιαιτέρως από τον Θεό, γενόμενος ένας όσιος σπουδαίος ασκητής. Το ίδιο όμως δεν κάνει ή δεν πρέπει να κάνει κι ένας έγγαμος; Δεν είναι το μοναστήρι το μόνο πεδίο πνευματικής δράσης και προκοπής· είναι και η οικογένεια. Γιατί αυτά τα δύο, για την Εκκλησία μας, το μοναστήρι και η οικογένεια, θεωρούνται οι δύο κεντρικοί δρόμοι για την πορεία του ανθρώπου. Ό,τι λοιπόν ισχύει στο μοναστήρι, το ίδιο ισχύει και πρέπει να ισχύει και για τον έγγαμο. Γι’ αυτό και η υπόσχεση που δίνει ένας καλόγερος όταν κείρεται μοναχός, ότι θα παραμείνει στο μοναστήρι και στην καλογερική «ἕως τέλους», αυτή ισχύει και για τον έγγαμο, όταν εν επιγνώσει μπαίνει στα «δεσμά» του γάμου και της συζυγίας. «Εκείνοι που αλλάζουν εύκολα Μοναστήρι, (και σχέση θα προσθέταμε, χωρίς να αλλοιώνουμε νομίζουμε τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος που το επισημαίνει), είναι τελείως απρόκοφτοι. Διότι τίποτε δεν συντελεί τόσο στην ακαρπία, όσο η έλλειψη υπομονής».
Τι συγκεκριμένα μπορεί να αποτελεί πειρασμό για έναν έγγαμο, προκειμένου να θέλει να διαλύσει ίσως τη σχέση του και να σηκωθεί να φύγει; Το «γκρέμισμα» της ψευδαίσθησης του τέλειου ή της τέλειας συζύγου. Δεν είναι λίγες οι φορές που ξεκινάει κανείς μία σχέση, κι εννοείται σχέση σοβαρή, θεωρώντας ότι ο άλλος είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να υπάρξει στον κόσμο τούτο – δεν έχει αδυναμίες, δεν έχει παραξενιές, δεν είναι δηλαδή άνθρωπος. Κι έρχεται η ωμή πραγματικότητα, που αποκαλύπτει ότι και ο άλλος τελικά είναι απλός… άνθρωπος. Γιατί μέσα στη σχέση, μέσα στον γάμο μάλιστα, φανερώνεται ο άνθρωπος στην αλήθεια του. Στη σχέση, την καθημερινή και δεσμευμένη, «ξεγυμνώνεται» ψυχικά – δεν μπορεί να κρυφτεί ούτε να παίξει θέατρο. Λοιπόν, εκεί απαιτείται η υπομονή. «Θα υπομείνω έως τέλους», γιατί εγώ διάλεξα τον άνθρωπό μου, γιατί ξέρω ότι έχει αδυναμίες, αλλά παρ’ όλα αυτά τον αγαπώ και μαζί του θα βαδίσω για να ξεπεράσουμε και τις δικές του και τις δικές μου αδυναμίες, προκειμένου να ζήσουμε Αυτόν που είναι «ὁ ἀρχηγός τῆς πίστεώς μας τελειωτής Ἰησοῦς».
Τι άλλο προσβάλλει την αρετή της υπομονής; Ο ερχομός των παιδιών. Μα τα παιδιά δεν είναι δεδομένο ότι θα έχουν τα ανάλογα προβλήματα για να ζήσουν, να μεγαλώσουν, να καθοδηγηθούν, να διαπαιδαγωγηθούν; Ποιος είπε ότι τα παιδιά είναι άγγελοι; «Ἐπιμελῶς ἔγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τά πονηρά ἐκ νεότητος αὐτοῦ», σημειώνει ἡ Γραφή. Η υπομονή ιδίως σε σχέση με τα παιδιά είναι δεδομένη. Αλλά είναι η ευκαιρία του αγιασμού του ανθρώπου. Είναι η ευκαιρία που δίνει ο ίδιος ο Κύριος. Πόσα δεν έχουν πει επ’ αυτού οι άγιοι Πατέρες μας, και εσχάτως οι άγιοι Γέροντες της εποχής μας, Πορφύριος, Παΐσιος, Ιάκωβος, Εφραίμ Κατουνακιώτης… «Ὑπομονῆς χρείαν ἔχετε», ἀκοῦμε οι έγγαμοι καθημερινά από τον απόστολο. Αλλά την υπομονή εκείνη, που δεν λειτουργεί σαν τη χύτρα που είναι έτοιμη να σηκώσει και να σκάσει το καπάκι της, την υπομονή που δεν κατανοείται ως η κατάσταση που την ασκώ γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Μια τέτοια υπομονή φέρνει προβλήματα, ψυχολογικά αλλά και σωματικά, δημιουργεί πολλές φορές καρκίνους, δημιουργεί εντάσεις που δυστυχώς αυτοί που τα πληρώνουν τις περισσότερες φορές είναι τα παιδιά.
Οπότε, η καλλιέργεια της πνευματικής ζωής, με την υπομονή στη βάση της, αλλά και στο ύψωμά της και στην κορυφή της, είναι μάλλον μονόδρομος. Να υπομένω χαρούμενα, γιατί αγαπώ τον σύντροφό μου, γιατί μπορώ να τον βοηθώ στην υπέρβαση της αδυναμίας του, γιατί μαζί μπορούμε να κερδίσουμε τον Παράδεισο, γιατί βρισκόμαστε μαζί, και μαζί με τον Χριστό, στο μεγάλωμα των παιδιών μας. Και τι μου αποκαλύπτεται τελικά στην πορεία αυτή; Ότι η υπομονή αυτή με κάνει έξυπνο. Έξυπνο όχι μόνον από πλευράς φυσικής – κι αυτό γίνεται, γιατί πιέζομαι να βρίσκω λύσεις μπροστά σε θεωρούμενα αδιέξοδα! – αλλά κυρίως από πλευράς πνευματικής. Τι εννοούμε; Η επιμονή στη σχέση, η εν επιγνώσει υπομονή, με σπρώχνει αναντίρρητα σε έναν δρόμο διαρκούς αλλαγής. Πρόκειται για την αλλαγή του εαυτού μου, καθώς με κάνει να υπερβαίνω τα εξογκώματα του χαρακτήρα μου, τις «γωνίες» μου να τις κάνει στρογγυλές. Υπάρχει περίπτωση να είναι κανείς χριστιανός, είτε καλόγερος είτε έγγαμος, και να θεωρεί ότι η μονολιθικότητα του χαρακτήρα του είναι το θεμέλιο της ζωής του; Μονολιθικός είναι μόνον ο εγωιστής άνθρωπος, που νομίζει πως ό,τι έχει ως δική του συνήθεια, ως δική του ανάγκη και αδυναμία, αυτό και θα συνεχίζει εσαεί, έχοντας τον υπηρέτη του, δηλαδή τον σύντροφό του. Καταλαβαίνουμε όμως ότι αυτό είναι δαιμονικό. Χριστιανός σημαίνει διαρκής κίνηση αλλαγής, πορεία εν Χριστώ, προκειμένου να βρίσκομαι πάντοτε και αδιάκοπα στον δρόμο του Χριστού, δηλαδή στον δρόμο της αγάπης και της ταπείνωσης, που θα πει στον δρόμο της υπομονής. Υπομονή και ετοιμότητα αλλαγής του εαυτού μου είναι έννοιες παράλληλες και αιτιωδώς συσχετισμένες. Η μία παραπέμπει στην άλλη. Πώς το λέει ένα παλιό όμορφο τραγούδι; «Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει ροζ». Είναι τυχαίο που οι Γεροντάδες στο Άγιον Όρος, όταν ερωτώνται συνήθως από εγγάμους τι να κάνουν για την πνευματική τους προκοπή, εισπράττουν ως απάντηση: «εσείς οι έγγαμοι έχετε τους δικούς σας Γέροντες. Κι αυτοί κυρίως είναι οι γυναίκες σας και τα παιδιά σας». Ό,τι υπακοή καλείται να κάνει ένας υποτακτικός στον Γέροντά του στο μοναστήρι, την ίδια – τηρουμένων των αναλογιών – καλείται να κάνει και ένας έγγαμος έναντι του ή της συντρόφου και συζύγου. «Ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ», σημειώνει και πάλι ο απόστολος. Υπακοή σημαίνει όμως ξεκούνημα, αλλαγή, πέρασμα σε κάτι άλλο που ζητά ο/η σύζυγος, το οποίο με φέρνει στην κατεξοχήν αλλαγή, που είναι το κράτημα στον δρόμο του Χριστού, τον δρόμο της αγάπης.
Δεν θα συνεχίσουμε. Το μόνο που θα επιτραπεί όμως να σας καταθέσω είναι ένα σχόλιο πάνω σ’ ένα μικρό απόσπασμα από τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος. Το θεωρώ πολύ χαρακτηριστικό για όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, ιδίως μάλιστα στις σχέσεις ενός ζευγαριού, αλλά και στις σχέσεις των γονιών απέναντι στα παιδιά τους.
«Μία πέτρα με πολλές αιχμές και ανωμαλίες, όταν συγκρούεται και κτυπάται με άλλες πέτρες, συντρίβει όλα τα απότομα και σκληρά σημεία της και γίνεται στρογγυλή» (λόγ. η΄ 12).
(«Ὥσπερ λίθος ὀξύγωνος καί ἀπόκροτος ἑτέροις λίθοις συγκρουόμενος καί συρρηγνόμενος, ἅπασαν αὐτοῦ τήν ὀξεῖαν καί στερράν διάπλασιν διαθρύπτεται, καί στρογγυλοειδής ἀποκαθίσταται»).
Μιλάει για μένα και για σένα. Ο καθένας μας σ’ έναν κόσμο πεσμένο στην αμαρτία έχει τα καλά, αλλά και τα κακά του σημεία. «Ουδείς αναμάρτητος». Μπορεί με το άγιο βάπτισμα να πήραμε τη δύναμη για σχετική αναμαρτησία, αλλά τούτο δυστυχώς δεν υφίσταται για κανέναν. Οπότε μην κοιτάς τις αιχμές και τις ανωμαλίες των άλλων – πράγματι υπάρχουν και θα τις δεις, αλλά δεν σε συμφέρει. Βρες όμως τις δικές σου. Κοίτα μέσα σου: θα επισημάνεις πολλές. Και πρόσεξε: αν μπορείς και βλέπεις τις αιχμές και τις ανωμαλίες των άλλων, είναι γιατί τις έχεις και συ ο ίδιος – βλέπουμε στους άλλους ό, τι υπάρχει μέσα μας.
Ποιες οι αιχμές και ποιες οι κακίες σου; Μα τις ξέρεις, όπως πρέπει να τις ξέρει και κάθε άνθρωπος, πολύ περισσότερο ο χριστιανός: οι φιλήδονες τάσεις σου, οι κενοδοξίες και υπερήφανες σκέψεις σου, οι φιλαργυρίες και οι πλεονεξίες σου. Κάποια αιχμή μπορεί να είναι πιο… αιχμηρή σε έναν, κάποια άλλη μπορεί να εξογκώνεται περισσότερο σε άλλον.  Όλοι όμως «βράζουμε στο ίδιο καζάνι».
Δες λοιπόν το μεγαλείο της… συνύπαρξης! Αν μείνεις μόνος με τις αιχμές και τις ανωμαλίες σου, αυτές δεν πρόκειται να εξαλειφτούν ποτέ. Κι αν κάποια στιγμή συναντηθείς με τον συνάνθρωπό σου, αλλά και με κάθε κτίσμα του Θεού, θα τους… πληγώσεις. Αυτή θα είναι η «φυσιολογία» σου: και το καλημέρα σου θα αποτελεί τραύμα για τον άλλον. Αν όμως κατανοήσεις την ανάγκη της κοινωνίας και της επικοινωνίας, με το δεδομένο των «ανωμαλιών» όλων, τότε υπάρχει ελπίδα: θα γίνεις κι εσύ και οι άλλοι «στρογγυλοί». Θα δεις δηλαδή ότι μαζί με τους άλλους μπορείς να ζήσεις με αγάπη, κάνοντας υποχωρήσεις, κάνοντας υπομονή, αποκτώντας το ήθος της ταπείνωσης. 
Θα έχεις ακούσει την αρχαία χριστιανική ρήση: «ένας χριστιανός, κανένας χριστιανός». Για να υπάρχει χριστιανοσύνη σε κάποιον δηλαδή πρέπει οπωσδήποτε να συνυπάρξει με τους άλλους. Και πώς αλλιώς; Είναι μέλος Χριστού, μα και  «αλλήλων μέλος». Όσο ανοίγεσαι λοιπόν στον συνάνθρωπο, τόσο βρίσκεις και Χριστό. Η σωτηρία σου είναι «συν πάσι τοις αγίοις». Γι’ αυτό και οι πνευματικοί δρόμοι της Εκκλησίας είναι ή ο έγγαμος βίος ή ο μοναχισμός. Ο κοινοβιακός υποχρεωτικά στην αρχή, κι έπειτα αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ο αναχωρητικός για κάποιους. Κοινός παρανομαστής και των δύο δρόμων όμως: η κοινωνία, η ενότητα, η συνύπαρξη.
Πανηγύρισε λοιπόν που είσαι έγγαμος: το πρόσωπο με το οποίο δέθηκες, θα σε πάει στον παράδεισο: οι αιχμές του χαρακτήρα του - κι αν είναι πολλές, ακόμη... καλύτερα! -  με την υπομονή θα σε λειάνουν.  Πανηγύρισε που έγινες καλόγερος: στο μοναστήρι ο άλλος αδελφός σου εξίσου θα σε βοηθήσει για τη λείανσή σου. Το βότσαλο γιατί μας αρέσει; Γιατί έχει… χτυπηθεί πολλές φορές κι έχασε τα κοφτερά του σημεία.

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2019

"ΒΑΣΙΛΕΥ ΟΥΡΑΝΙΕ, ΠΑΡΑΚΛΗΤΕ..."


«Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός· ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καί καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πάσης κηλῖδος, καί σῶσον, ἀγαθέ, τάς ψυχάς ἡμῶν».
(Οὐράνιε Παρηγορητή μας Βασιλιά, Σύ πού εἶσαι τό Πνεῦμα τῆς ἀλήθειας, πού εἶσαι παντοῦ παρών καί γεμίζεις τά πάντα μέ τήν παρουσία Σου, ἔλα καί κατοίκησε μέσα μας κι ἀνάμεσά μας, καί καθάρισέ μας ἀπό κάθε ψυχική βρωμιά, καί σῶσε, ἀγαθέ, τίς ψυχές μας).
Τό δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ καί τῶν Αἴνων τῆς Πεντηκοστῆς, ἀλλά καί τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σέ ἦχο πλάγιο τοῦ δευτέρου, ἀποτελεῖ μετά τό «Πάτερ ἡμῶν» τήν πιό γνωστή προσευχή τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τήν προσευχή αὐτή μάλιστα ἀρχίζει κάθε ἀκολουθία, ὅπως καί μέ αὐτήν ξεκινᾶ τήν κάθε προσευχή του καί ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός. Ἀπευθύνεται στό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ἐκπορεύεται ἀπό τήν πηγή τῆς Θεότητος, τόν Πατέρα, ὅπως καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, γεννᾶται ἀπό Ἐκεῖνον, πού σημαίνει δέν ἔχουμε ἀσφαλῶς τρεῖς Θεούς, κάτι πού συνιστᾶ καταδικασμένη αἵρεση ἀπό τήν Ἐκκλησία μας, ἀλλά ἄλλον τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Ἑνός κατά τή φύση καί τήν Οὐσία Του Θεοῦ.
 Ὁ Τριαδικός Θεός μας δηλαδή, κατά τήν ἀποκάλυψη τοῦ Κυρίου μας, (ἡ ὁποία σκιωδῶς ἐμφαίνεται καί στήν Παλαιά Διαθήκη: ἄς θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τή φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ), εἶναι Ἕνας, ἀλλά καί τρεῖς· Ἕνας κατά τή φύση Του, Τρεῖς κατά τίς ὑποστάσεις Του - ὁ Θεός μας ἔχει τή δυνατότητα νά ζεῖ καί ὡς Πατέρας καί ὡς Υἱός καί ὡς Ἅγιον Πνεῦμα, ἤ κατά τά λεγόμενα ἰδιώματα πού ἀναφέραμε, ὡς ἀγέννητος, ὡς γεννητός καί ὡς ἐκπορευτός. Κι αὐτό ὄχι κατά συγκυρία, δηλαδή ἄλλοτε ὡς Πατέρας ἤ ἄλλοτε ὡς Υἱός καί ἄλλοτε ὡς Ἅγιον Πνεῦμα, σάν νά ἔχει τρεῖς «μάσκες», τίς ὁποῖες χρησιμοποιεῖ κατά τό δοκοῦν, ἀλλά ἔτσι Τριαδικός ζεῖ ἀενάως, ὁ ἕνας μέσα στόν ἄλλον, χωρίς νά χάνεται ποτέ τό ἴδιον τοῦ καθενός. Ὅπως τό ἀπεκάλυψε ὁ μόνος πού μποροῦσε νά τό ἀποκαλύψει, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ὡς Θεός: «ἐγώ ἐν τῷ Πατρί καί ὁ Πατήρ ἐν ἐμοί». Γι’ αὐτό καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς Θεός καί Κύριος, εἶναι ὁ Οὐράνιος Βασιλέας· εἶναι ὁ Παρηγορητής καί ἐνισχυτής τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἄλλωστε καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός· εἶναι ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν· εἶναι ὁ θησαυρός τῶν πιστῶν ἀνθρώπων καί πού δινει ζωή στούς πάντες καί στά πάντα, ἀντιστοίχως ὅπως καί τά ἄλλα πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Καί καλό νά εἶναι νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι κατά τήν πίστη μας, τή θεμελιωμένη στήν Ἁγία Γραφή καί στήν Ἱερά  Παράδοση, ὁ Θεός μας εἶναι μέν Τριαδικός, ἀλλά μέ κοινή ἐνέργεια καί τῶν Τριῶν Θείων Προσώπων - ὅπου δρᾶ ὁ Θεός δρᾶ πάντοτε τριαδικά: «ὁ Πατήρ δι’ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ποιεῖ τά πάντα». Τό ξεχωριστό τῆς δράσεως τοῦ κάθε Θείου Προσώπου ἔγκειται, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, στό γεγονός ὅτι σέ κάθε «ἐποχή», (ὅπου ὡς ἐποχή νοεῖται ἡ κάθε ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ γιά τό σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου: Παλαιά Διαθήκη, Καινή Διαθήκη, ἐποχή Ἐκκλησίας), ἔχουμε τό κάθε Πρόσωπο τῆς Τριαδικῆς Θεότητος νά διακονεῖ τήν κοινή ἐνέργεια ὅλης τῆς Θεότητος, πού σημαίνει ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Θεός Πατέρας ἦταν Ἐκεῖνος πού διακονοῦσε τήν κοινή ἐνέργεια ὅλων τῶν Προσώπων· στήν Καινή Διαθήκη ὁ Θεός Υἱός ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ· στήν ἐποχή τῆς Ἐκκλησίας ὁ Θεός Ἅγιον Πνεῦμα.
Μέ τήν Πεντηκοστή ἑπομένως ἔχουμε τήν ἀπαρχή τῆς δράσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό Ὁποῖο, σταλέν ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό,  ἔχει ὡς ἔργο νά καθιστᾶ οἰκεῖο καί ἐσωτερικό στόν ἄνθρωπο τό ἔργο σωτηρίας πού ἐπιτέλεσε Ἐκεῖνος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, χωρίς τή δράση αὐτή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά εἴχαμε μέν σωθεῖ ἀπό τόν Χριστό, ἀλλά ἡ σωτηρία αὐτή θά παρέμενε ξένη καί «ἄγνωστη» γιά ἐμᾶς, πού θά πεῖ ὅτι ὁ Θεός μας σήμερα, ὄντως ὁ Παρηγορητής καί ἐνισχυτής μας, εἶναι τό Παράκλητον Πνεῦμα. Κι ὅπως σημειώνει σύγχρονος Θεολόγος ἐπ’ αὐτοῦ, «ὅταν ἐμεῖς σήμερα κραυγάζουμε «Θεέ μας», στήν πραγματικότητα ἀναφερόμαστε στό Πνεῦμα Αὐτό, τό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος». Ἤδη ὁ ἀπόστολος Παῦλος, καί ὄχι μόνον, τό σημείωνε μέ ἔνταση: «Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» - κανείς δέν μπορεῖ νά ὁμολογήσει τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς Κύριο καί Θεό, παρά μόνον μέ τόν φωτισμό καί τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Κύριος τό εἶχε ὑπονοήσει τοῦτο, ὅταν ἔλεγε ὅτι δέν πρόκειται νά μᾶς ἀφήσει ὀρφανούς. Θά ξανάρθω σέ σᾶς, ἔλεγε στούς λυπημένους μαθητές Του, ἐννοώντας ἀκριβῶς τήν ἔλευσή Του ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, καί ὄχι τή Δευτέρα Του Παρουσία.
 Ὁπότε μέ τό Πνεῦμα Αὐτό δέν εἴμαστε ὀρφανοί. Γιατί τοῦτο ἔρχεται καί κατοικεῖ στήν καρδιά μας, ἰδίως ἀπό τήν ὥρα τοῦ ἁγίου βαπτίσματός μας, κατά τό ὁποῖο καθιστάμεθα μέλη Χριστοῦ,  καί μᾶς καθαρίζει ἀπό κάθε ψυχική βρωμιά πού ἀποτελεῖ φράγμα καί τροχοπέδη γιά τήν «ἀνάπαυσιν» τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή μας. Κι αὐτή ἡ ἐγκατοίκηση τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος πού ἐνεργοποιεῖ τόν Χριστό καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ Πατέρα μέσα μας, δέν χάνεται εὔκολα. Μπορεῖ νά ἁμαρτάνουμε δυστυχῶς καί μετά τό βάπτισμά μας, ἀλλά τό Πνεῦμα αὐτό τοῦ Θεοῦ μᾶς παρακινεῖ διαρκῶς σέ μετάνοια, ἡ ὁποία γίνεται πράξη καί γεγονός, ὅταν ἀνταποκριθεῖ καί ἡ δική μας βούληση, μέ ἀποτέλεσμα καί πάλι νά «ἐπανεμφανίζεται» τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέ τρόπο ἐνεργή καί αἰσθητό. Κι εἶναι σημαντικό νά τονίσουμε ὅτι τελικῶς μόνον τό Ἅγιον Πνεῦμα μπορεῖ νά καθαρίσει τίς ψυχές μας ἀπό κάθε τι ἁμαρτωλό – «Νοῦν καθαρίσαι μόνου τοῦ ἁγίου Πνεύματός ἐστι» (ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς) – γι’ αὐτό κι ἐκεῖνες οἱ φωνές πού μιλᾶνε κατά καιρούς γιά «κάθαρση» τῆς Ἐκκλησίας, ἐννοώντας την μέ ἕναν ἐξωτερικό τρόπο κατά τά ἀνθρώπινα πρότυπα, μόνον κάθαρση δέν μπορεῖ νά εἶναι. Ἐκκαθάριση ναί, ὄχι ὅμως κάθαρση ἐσωτερική καί πνευματική, πού μόνη αὐτή φωτίζει καί ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο, γιατί ἐκφράζει τό ταπεινό καί ἁγνό ἦθος τοῦ Θεοῦ μας. Μία τέτοια διαδικασία πού παραπέμπει μονίμως στή μετάνοια εἶναι καί αὐτό πού ἡ Ἐκκλησία μας χαρακτηρίζει ὡς σωτηρία, κι αὐτό θά πρέπει νά ἀποτελεῖ τή μόνιμη ἐπιλογή τῆς ζωῆς μας.

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

῾ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΝ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ…’


Δέκα ἡμέρες μετά τήν ᾽Ανάληψη τοῦ Κυρίου ἡ ᾽Εκκλησία μας ἑορτάζει τό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς, τότε πού τό Πνεῦμα τό ῞Αγιον κατῆλθε καί ἐπιφοίτησε στίς κεφαλές ὅλων τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στά ᾽Ιεροσόλυμα. Μέ τήν ἐπιφοίτηση αὐτή ἀρχίζει ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας, γι᾽ αὐτό καί ἡ Πεντηκοστή θεωρεῖται ἡ γενέθλια ἡμέρα της. Ἡ κάθοδος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἀποτελεῖ τήν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Κυρίου ὅτι θά ἔλθει ἄλλος Παράκλητος μετά τή δική Του ᾽Ανάληψη, ὁ ῾Οποῖος θά μείνει μαζί μέ τούς μαθητές Του καί θά τούς διδάξει καί ὁδηγήσει ῾εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν᾽ (᾽Ιωάν. 16, 13).
 
῎Ετσι τό ῞Αγιον Πνεῦμα ἐρχόμενο στόν κόσμο ῾ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς ᾽Εκκλησίας᾽ καί παραμένει σ᾽ αὐτήν ὡς ἡ ψυχή τῆς ᾽Εκκλησίας, κατά συνέπεια ἡ ᾽Εκκλησία μέ τή διηνεκή παρουσία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ζεῖ μία διαρκή Πεντηκοστή. Ζωή ἔκτοτε στήν ᾽Εκκλησία σημαίνει ζωή ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι, κάτι πού διαπιστώνεται κ α ί στή διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας κ α ί στή λατρεία της κ α ί στήν ἀσκητική της ζωή καί πού δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τό νομικό-τυπικό πνεῦμα τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ ἤ μέ τήν καπηλεία τοῦ Πνεύματος ἀπό τίς διάφορες προτεσταντικές ὁμάδες, ἀλλά εἶναι ἐλευθερία καί ἀγάπη καί παράκληση.
᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ ἐμπειρία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί ἡ μετοχή στίς δωρεές Του (πρέπει νά) ἀποτελοῦν στοιχεῖα ζωῆς ὅλων τῶν μελῶν τῆς ᾽Εκκλησίας, δηλαδή στήν πραγματικότητα τό κάθε μέλος της, ἄν ὀρθά εἶναι μέλος, πρέπει νά βρίσκεται σέ μία συνεχή κατάσταση ἐκπλήξεως, σέ μία πορεία πνευματικῆς αὐξήσεως, ῾ἀπό δόξης εἰς δόξαν᾽. Διότι ἀκριβῶς εἶναι μέτοχος τοῦ ἀπείρου Θεοῦ - ῾Αγίου Πνεύματος. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ πιστός γίνεται ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας πνευματικός. Πνευματικός δέν εἶναι αὐτός πού θεωρεῖται ἔτσι ἀπό τόν πολύ κόσμο: ὁ ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν, ὁ ἐπιστήμονας, ὁ ποιητής, ὁ ἠθοποιός. Μᾶλλον μπορεῖ νά θεωρηθεῖ κι αὐτός πνευματικός, ἀλλά ὄχι μέ τή χριστιανική κατανόηση τοῦ ὅρου: ἀσχολεῖται μέ τό ἀνθρώπινο πνεῦμα καί ὄχι μέ τό ῞Αγιον Πνεῦμα. Γιά τούς χριστιανούς  πνευματικός εἶναι αὐτός πού ἔχει ἐμπειρία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, πού τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ σέ αὐτόν. ῾Ὑμεῖς δέ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ᾽ ἐν Πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν᾽ λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιά νά συνεχίσει: ῾Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὔκ ἐστιν αὐτοῦ᾽ (Ρωμ. 8,9). Κι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος παρατηρεῖ ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ὁ ἄνθρωπος λέγεται πνευματικός ῾ἀπό τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας᾽.
Μιλώντας ὅμως γιά μετοχή στό ῞Αγιον Πνεῦμα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, μιλᾶμε γιά ἕνα γεγονός πού παραπέμπει κατ᾽ εὐθεῖαν στόν ἴδιο τόν Χριστό. Ἡ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι ζωή εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή. Αὐτό συμβαίνει διότι τόν Χριστό Τόν γνωρίζουμε στόν βαθμό πού τό ῞Αγιον Πνεῦμα μέσα στήν ᾽Εκκλησία Τόν φανερώνει στίς καρδιές μας. ῎Αν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργοῦσε μέσα μας, ἄν ᾽Εκεῖνο δέν μᾶς φώτιζε, ὁ Χριστός μπορεῖ νά εἶχε ἐπιτελέσει τό ἀπολυτρωτικό Του ἔργο γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, ἀλλά θά παρέμενε ἕνας ξένος γιά ἐμᾶς. ᾽Εκεῖνο πού τό γενικό ἔργο σωτηρίας τοῦ Χριστοῦ τό ἔκανε καί τό κάνει οἰκεῖο, δικό μας, εἶναι τό τρίτο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τό Παράκλητον Πνεῦμα, τό ῾Οποῖο ὁ Κύριος ἔστειλε στόν κόσμο μετά τήν ἄνοδό Του στούς Οὐρανούς, ἐνεργοποιώντας ἔτσι τήν ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας ὡς ζωντανοῦ σώματός Του ἀπό τόν ῎Ιδιο. Ὅπως τό εἶπε, ἄλλωστε, παρηγορώντας τούς μαθητές Του: ῾᾽Εάν ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς᾽ (᾽Ιωάν. 16, 7).
῎Ετσι ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στήν ᾽Εκκλησία, καλούμενος οὐσιαστικά ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν Θεό - ῾οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽ (᾽Ιωάν. 6, 44) - καί εἰσερχόμενος διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες διακονούμενες ἀπό τό Παράκλητον Πνεῦμα μετά πιά τήν ᾽Ανάληψη τοῦ Χριστοῦ, Τοῦ ἀποκαλύπτουν Αὐτόν στήν καρδιά του, μέ τήν ἔννοια ὅτι τόν ἐνσωματώνουν μέσα στόν ῎Ιδιο κάνοντάς τον μέλος Χριστοῦ. Καί γενόμενος ὁ ἄνθρωπος μέλος Χριστοῦ, μετά τήν προσωπική αὐτή Πεντηκοστή του, ὁδηγεῖται κατά φυσικό τρόπο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει ὅτι ῾οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν, εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽ (Α´Κορ. 12,3), ὅπως καί ὁ Κύριος ἀποκάλυψε ὅτι ῾οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα, εἰ μή δι᾽ ἐμοῦ᾽ (᾽Ιωάν. 14,6). ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή κατανοοῦμε ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι Θεός τάξεως καί ὄχι ἀκαταστασίας, ὅπως κι ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔχει χαρακτήρα Τριαδικό κι αὐτό σημαίνει ὅτι Θεολογία, Χριστολογία, Πνευματολογία, ᾽Εκκλησιολογία, Σωτηριολογία πᾶνε μαζί στήν ὀρθόδοξη πίστη καί ὁποιαδήποτε διάσπασή τους ἀποκαλύπτει τήν αἵρεση ἤ ὁδηγεῖ σ᾽ αὐτήν, ἄρα στήν ἔκπτωση ἀπό τή ζωή καί τή σωτηρία. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς εὔκολα τώρα, γιατί ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ τόνιζε ὅτι ῾σκοπός τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος᾽. Γιατί ὅποιος ἔχει τό ῞Αγιον Πνεῦμα ἔχει τόν ῎Ιδιο τόν Τριαδικό Θεό.
 Τό ἐρώτημα τό ὁποῖο τίθεται ἐν συνεχείᾳ εἶναι: πῶς κανείς ἀποκτᾶ τό ῞Αγιον Πνεῦμα; Βεβαίως ἀμέσως ἡ σκέψη μας, ὅπως ὑπονοήθηκε παραπάνω, πηγαίνει στά μυστήρια. Γιατί αὐτά ἀποτελοῦν τούς κρουνούς ἀπό τούς ὁποίους προχέεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στούς πιστούς. ᾽Αλλά τά μυστήρια δέν ἐπενεργοῦν θετικά κατά τρόπο μαγικό στούς ἀνθρώπους. ᾽Απαιτεῖται ἡ προσωπική τους συμμετοχή καί προσπάθεια. Κι ἐδῶ εἰσέρχεται κανείς σ᾽ αὐτό πού ὀνομάζουμε ἀσκητική καθαρή πνευματική ζωή. Ἡ ἀσκητική ζωή, ὡς προσωπικός ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση γιά νά ἐνεργοποιοῦνται τά μυστήρια πρός σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί νά μήν καταντοῦν ῾εἰς κρίμα ἤ εἰς κατάκριμα᾽. Μέ τήν παρατήρηση βεβαίως ὅτι καί ὁ ἀγώνας αὐτός δέν γίνεται ἐρήμην τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἡ χάρη Αὐτοῦ δίνει τή δυνατότητα καί τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. ῾Οὐ τοῦ θέλοντος οὐδέ τοῦ τρέχοντος, ἀλλά τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ᾽ (Ρωμ. 9, 16).
Τί μᾶς διδάσκει λοιπόν ἡ βιβλικο-πατερική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας μας, πάνω στό θέμα τῆς ἀποκτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί τῶν μυστικῶν τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς; Ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει τή χάρη αὐτή τῆς παρουσίας Του, νά ἔχει συνεπῶς τόν Θεό μέσα του, ἄν δέν ἀγωνιστεῖ νομίμως. Καί νομίμως σημαίνει νά ἀρχίσει μέ τή χάρη τοῦ θεοῦ τόν ἀγώνα καθάρσεως τοῦ ἑαυτοῦ του ἀπό τά ψεκτά λεγόμενα πάθη, ἰδίως κατά τοῦ κεντρικοῦ πάθους τοῦ ἀνθρώπου, τῆς φιλαυτίας (ἤ ἐγωϊσμοῦ), μέ τά παρακλάδια της, τῆς φιληδονίας, τῆς φιλαργυρίας καί τῆς φιλοδοξίας. ῎Ετσι ὁ πνευματικός ἀσκητικός ἀγώνας εἶναι στοχευμένος: ὁ πιστός καλεῖται νά μεταστρέψει τή φιλαυτία σέ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία, σέ ἀγάπη ἀληθινή δηλαδή, γι᾽ αὐτό καί στή θέση τῶν τέκνων τῆς φιλαυτίας θέτει τήν ἐγκράτεια, τήν ἐλεημοσύνη καί προσφορά, τήν ταπείνωση. Στό βαθμό πού ὁ ἐκκλησιαστικός πνευματικός αὐτός ἀγώνας γίνεται μέ σωστό τρόπο, μέ τήν καθοδήγηση δηλαδή τῶν ἁγίων μας καί τῶν ἐμπειροτέρων ἀπό ἐμᾶς χριστιανῶν, κυρίως δέ τοῦ πνευματικοῦ μας πατέρα, ἡ φιλαυτία ἐξαλείφεται, καθαρίζεται ἡ καρδιά μας καί τή θέση της παίρνει ἡ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅπου ἀγάπη ὅμως, ἐκεῖ καί ὁ Θεός, ὁ ἄνθρωπος δηλαδή φτάνει στό σημεῖο νά εἶναι κατοικητήριον ᾽Εκείνου.
Τήν κατάσταση αὐτή πού ἀκολουθεῖ τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει καί κυριαρχεῖ μέσα του, οἱ ἅγιοί μας ἔχουν ὀνοματίσει φωτισμό καί στή συνέχεια θέωση. Γι᾽ αὐτό καί συχνά ἀκοῦμε γιά τά στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς: τήν κάθαρση, τό φωτισμό, τή θέωση. Εἶναι φανερό ὅτι ἀπό τά τρία αὐτά στάδια μόνο τό πρῶτο σχετίζεται ἰδιαιτέρως μέ τήν ἀσκητική προσωπική προσπάθεια, ἐκεῖ πού ὁ πιστός φανερώνει τήν ἀγαθή του προαίρεση γιά προαγωγή τῆς σχέσης του μέ τόν Θεό. Μολονότι καί τό στάδιο αὐτό πραγματοποιεῖται μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο καί τό τρίτο θεωροῦνται καθαρά δῶρα τοῦ Θεοῦ, γιά τά ὁποῖα ὁ πιστός δέν πρέπει νά ἀνησυχεῖ καθόλου οὔτε καί νά τά θέτει ὡς ὅραμα καί προορισμό του. Ὁ πιστός ὡς ὅραμά του ἔχει τή σχέση μέ τόν Θεό, ἀγωνίζεται στή βασική ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀγάπη, μέ τήν ὁποία καθαρίζει τήν καρδιά του, καί ἀφήνει τόν Θεό ῾ἐλεύθερο᾽ νά προσφέρει, ὅσο θέλει καί ὅποτε θέλει, τά δῶρα τῆς παρουσίας Του, τόν φωτισμό καί τή θέωση.
Γι᾽ αὐτό καί τό οὐσιαστικότερο στοιχεῖο τελικῶς τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπομονή. ῎Ανθρωπος πού ξεκινᾶ τήν πνευματική ζωή καί ἀπαιτεῖ γρήγορα τήν ἀπόκτηση τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἔχει βάλει ῾νάρκη᾽ στήν προσπάθειά του. Ὁ Θεός δέν εἶναι παιχνίδι ὥστε ἐμεῖς νά Τόν ῾κανονίζουμε᾽ στίς ἐνέργειές Του, ἀλλά ὁ παντοδύναμος καί πανάγαθος Θεός πού ἔχει τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῶν πάντων, γνωρίζοντας τά πάντα καί στό ἔσχατο βάθος τους. ῎Ετσι ἡ ἀνυπομονησία ἀποτελεῖ σημάδι τελικῶς ταραγμένης ψυχῆς, ἄρα στήν πραγματικότητα φανερώνει τήν ἀπιστία τοῦ ἀνθρώπου καί τήν παρουσία τοῦ πονηροῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ μέγας ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος, στά ἀσκητικά του ἔργα, μνημονεύει ἕνα σπουδαῖο Γέροντα, ὁ ὁποῖος καθοδηγώντας ἕναν ἄπειρο νεαρό μοναχό, πού ῾βιαζόταν᾽ ν᾽ ἀποκτήσει τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ὁ ἴδιος ἄρχισε νά νιώθει τά χαρίσματα αὐτά μετά τά τριάντα πρῶτα χρόνια τῆς ἔντονης ἀσκητικῆς του ζωῆς.

Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς μᾶς ἀποκαλύπτει γιά μία ἀκόμη φορά τό μεγαλεῖο τῆς πίστεώς μας, ἀφοῦ εἴμαστε κλημένοι σέ ἄπειρη αὔξηση μετοχῆς στό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί συγχρόνως μᾶς δείχνει τίς δυσκολίες πού ὑπάρχουν λόγω τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν καί ἀδυναμιῶν. Εἶναι στή δική μας ὅμως τήν εὐθύνη νά ἀνταποκριθοῦμε στήν κλήση αὐτή, πού συνιστᾶ καί τήν ὑψηλότερη κλήση πού ὑπάρχει στόν κόσμο: νά εἴμαστε καί νά γίνουμε ῾συγκληρονόμοι Χριστοῦ᾽ (Ρωμ. 8, 17).

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2019

Ο ΦΟΝΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ… ΕΓΙΝΕ



Προβληματίστηκε πολύ ο καβιδάριος Νικόλαος. Οἱ δουλειές του πήγαιναν πολύ καλά, γιατί πάντοτε ὑπῆρχαν ἐκεῖνοι, κυρίως μάλιστα οἱ γυναῖκες, πού ἐπιζητοῦσαν τούς πολύτιμους λίθους του μέ τά ἐξαίσια χαρακτικά του πάνω σ’ αὐτούς. Αὐτή ἀκριβῶς ἦταν ἡ δουλειά του: νά προμηθεύεται πολύτιμους λίθους καί νά χαράσσει διάφορα σχέδια. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Θεός τοῦ εἶχε δώσει τό χάρισμα τῆς καλλιτεχνίας, ὁπότε ἔβαζε σέ ἐνέργεια τήν πλούσια φαντασία του καί δημιουργοῦσε τέτοια σχέδια πού ἦταν δύσκολο νά μήν ἑλκύσει τούς πελάτες του, προερχομένους βεβαίως ἀπό τήν ἀριστοκρατία καί τούς καλά κρατοῦντες κατά τό βαλάντιο! Διότι γιά νά ἀποκτήσει κανείς τά πολύτιμα αὐτά λιθάρια ἔπρεπε νά καταβάλει σεβαστά ποσά πού ἦταν τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατο νά τά ἔχει ἕνας ἁπλός μεροκαματιάρης ἤ ἔστω καί μεσαίας τάξεως ἄνθρωπος. Κι ὅσο ἔβλεπε ὁ Νικόλαος τήν ἀνταπόκριση, τόσο καί περισσότερο αὔξανε τήν ἐργασία του, τόσο καί ἔψαχνε νά βρεῖ τό πρωτότυπο καί τό μοναδικό σχέδιο, πού θά κάνει τή ματαιοδοξία τῶν ἀριστοκρατῶν νά θελχθεῖ ὡς μαγνήτης καί νά θελήσει… τρέχοντας νά τό ἀποκτήσει.
Ἔκανε εἶναι ἀλήθεια μετά ἀπό ἀρκετῶν χρόνων δουλειᾶς μεγάλη περιουσία. Ἔπαυλη τό σπιτικό του, ἀρκετό τό ὑπηρετικό του προσωπικό, ἐκτεταμένα καί εὔφορα τά κτήματά του. Οἰκογένεια μόνο δέν μπόρεσε νά δημιουργήσει. Κι ἦταν αὐτό πού συχνά τόν κατέτρωγε μέσα του. «Τί νά τά κάνω τόσα λεφτά μόνος μου;» διερωτᾶτο σέ στιγμές νηφαλιότητας. «Μαγκούφης τελικά εἶμαι». Ὄχι ὅτι δέν ὑπῆρξαν οἱ προτάσεις ἤ δέν τοῦ παρουσιάστηκαν πολλές εὐκαιρίες. Πάντοτε ὅμως στό τέλος κάτι συνέβαινε καί δέν εὐοδωνόταν καμιά. Σταμάτησε στό τέλος νά τόν ἀπασχολεῖ τό θέμα. Πίστεψε ὅτι αὐτό εἶναι τό ριζικό του· κι ἀφοσιώθηκε ἀκόμη περισσότερο στή δουλειά του. Δέν ἦταν ἄσχετος μάλιστα πρός τήν πίστη καί τήν Ἐκκλησία ὁ Νικόλαος. Συχνά τόν ἔβλεπε κανείς νά μετέχει στίς ἀκολουθίες καί ἀρκετοί μάλιστα ἤξεραν ὅτι ἕνα μέρος σεβαστό τῶν χρημάτων του τό διέθετε γιά ἀγαθοεργίες καί ἐλεημοσύνες. «Ποτέ δέν πρόκειται νά σέ ἀφήσει ὁ Θεός ἐσένα, κύριε Νικόλα μου», τοῦ εἶχε πεῖ μάλιστα ἕνας ἀπό τούς ἱερεῖς πού ἤξερε στήν περιοχή του. «Κι αὐτό γιατί εἶσαι ἐλεήμων. Τούς ἐλεήμονες ἀνθρώπους ὁ Θεός πάντοτε τούς προστατεύει».
Ποιός ὅμως ὁ προβληματισμός τοῦ πλούσιου καβιδάριου Νικόλαου; Τοῦ ἦλθε κάποια στιγμή ἡ σκέψη ὅτι θά ἦταν καλό νά ἐπεκτείνει τίς ἐπιχειρήσεις του. Νά φύγει σέ ἄλλα μέρη τῆς Ἀνατολῆς μέ σκοπό νά ἐμπορευτεῖ κι ἐκεῖ τά ἔργα του. Ἔβλεπε μέ τά νοερά μάτια του τήν ἀνταπόκριση καί τοῦ ἐκεῖ κόσμου. Ἦταν σίγουρος γιά τήν ἐπιτυχία του. Μά, δέν μποροῦσε νά κρυφτεῖ βεβαίως καί ἀπό τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Βαθιά μέσα του, ἔστω κι ἄν δέν τόν παραδεχόταν, ἤξερε ὅτι αὐτό εἶναι ἕνα εἶδος τυχοδιωκτισμοῦ καί μιά μάταιη ἴσως προσπάθεια νά ξεπεράσει τήν ἀκηδία καί τή μελαγχολία πού ἔβλεπε πώς ἄρχισε νά τόν κυριεύει. Δέν ἔκανε ὅμως πίσω. Καί ἡ πρώτη ἰδέα ἔγινε ἰδιαίτερος προβληματισμός, ἔγινε ἐμμονή, αἰχμαλωτίστηκε ἀπό αὐτήν καί τ’ ἀποφάσισε.
Ἀνακοίνωσε τήν ἀπόφασή του στούς ὑπηρέτες του καί στόν κύκλο τῶν πελατῶν του. Ὁρισμένοι ἀντέδρασαν, μά ὅλοι κατάλαβαν ὅτι ἦταν τόσο ἀποφασισμένος πού κανείς δέν θά μποροῦσε νά τόν μεταπείσει. Ἀσφάλισε τήν περιουσία του στόν τόπο του, ἄφησε ἐπιστάτες ἔμπιστους νά τήν διαφεντεύουν. Κι ἡ μέρα τῆς ἀναχώρησης ἔφτασε. Εἶχαν σχηματιστεῖ ἀρκετά σακούλια μέ ὅλη τήν κινητή περιουσία του: οἱ πολύτιμοι λίθοι του, τά πετράδια καί τά μαργαριτάρια του, τά σχέδιά του γέμιζαν ἀσφυκτικά τόν χῶρο τῶν σακουλιῶν. Μέ προσοχή μεταφέρθηκαν ἀπό τούς ὑπηρέτες του, ἀρκετοί τῶν ὁποίων θά τόν ἀκολουθοῦσαν στό ταξίδι του αὐτό. Τό πλοίο σαλπάρισε, ἔχοντας τόν θησαυρό στήν «κοιλιά» του καί μεταφέροντας ἐλπίδες γιά νέους κόσμους, ἀλλά καί κάποιες πολύ… σκοτεινές σκέψεις ἀπό ὁρισμένους ναῦτες. Ὁ καβιδάριος Νικόλαος δέν χρειαζόταν νά κρύψει, δέν μποροῦσε ἄλλωστε, τόν σκοπό τοῦ ταξιδιοῦ. Ἦταν ἀρκετά ἐπώνυμος, ὅλοι ἔβλεπαν τά σακούλια, τούς ὑπηρέτες, τήν κινητικότητα στήν ἀναχώρηση τοῦ πλοίου.
Ὁ Νικόλας ρέμβαζε χαμογελώντας καθισμένος σέ μία ἀναπαυτική πολυθρόνα στό κατάστρωμα. Ἔπλεκε τά ὄνειρά του γιά τόν ξένο τόπο πού θά πήγαινε – εἶχε ἔλθει ἤδη σ’ ἐπαφή μέ κάποιους ἔμπορους πετραδιῶν, οἱ ὁποῖοι τόν εἶχαν βεβαιώσει γιά τήν ἕτοιμη… πελατεία. «Σέ περιμένουν πῶς καί πῶς», τοῦ εἶπαν. Στήν καμπίνα του συνέχιζε νά δημιουργεῖ: νέα σχέδια σχημάτιζαν μικρές ντάνες πάνω στό γραφεῖο, ἕτοιμα νά χαραχτοῦν στούς λίθους. Κι εἶχε σκεφτεῖ μάλιστα νά ἐπεκταθεῖ καί στίς «φτωχότερες» τάξεις. Δέν ὑπῆρχαν μόνον οἱ πολύτιμοι λίθοι γιά τούς ἀρκετά πλούσιους· ὑπῆρχαν καί οἱ ἡμιπολύτιμοι, ὅπως καί οἱ ἁπλές πέτρες, πού θά ἔπαιρναν τήν ἀξία τους ὅμως ἀπό τά δικά του χαρακτικά. Ὑπῆρχε ὅμως καί ἕνας ἀκόμη λόγος πού ἔνιωθε χαρά: ἀνάμεσα στούς ναῦτες τοῦ πλοίου ἦταν κι ἕνας, ὁ Πέτρος, πού ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού τόν γνώρισε, τόν συμπάθησε πάρα πολύ. «Ἔνα τέτοιο παιδί θά ἤθελα σάν γιό μου», σκέφτηκε. Καλοδιάθετο παλληκάρι, σεμνό καί λιγομίλητο, μέ μία ταπείνωση πού σέ κέρδιζε ἀμέσως, ἕτοιμο νά ἱκανοποιήσει κάθε ἐπιθυμία του. Αὐτόν μάλιστα ὁ καπετάνιος ἔστειλε στόν πλούσιο ταξιδιώτη, σάν μία κίνηση ἁβρότητας ἀπέναντί του. «Ὅσο μπορεῖς, Πέτρο, νά εἶσαι κοντά του καί νά τόν ὑπηρετεῖς».  
«Πῶς καί βρέθηκες ἐδῶ, Πέτρο;» τόν ρώτησε κάποια στιγμή ὁ καβιδάριος. Ἔμαθε τήν ἱστορία του καί συγκινήθηκε ἀκόμη περισσότερο: φτωχόπαιδο, πού ἔμεινε ὀρφανό ἀπό πατέρα καί ἔπρεπε νά βοηθήσει τή χήρα μάνα του καί τά μικρότερα ἀδέλφια του. Τόν ἀντιμετώπισε πράγματι σάν γιό του. Τόν καλοῦσε, ὅποτε δέν εἶχε κάποια ἄλλη ὑπηρεσία, τόν ἔβαζε στό τραπέζι του καί γεύονταν τά ἴδια φαγητά. Δέν αἰσθανόταν καλά στήν ἀρχή ὁ νεαρός Πέτρος, ἀλλά ἀπό τήν ἄλλη ἔβλεπε στό πρόσωπο τοῦ κύριου Νικόλα, τόν πατέρα πού ἔχασε. Γι’ αὐτό καί τελικά ξεπέρασε τόν ἀρχικό δισταγμό καί πρόστρεχε μέ χαρά κάθε φορά κοντά του.
«Πέτρο, τί ἔχεις, παιδί μου, σήμερα καί εἶσαι τόσο βαρύθυμος;» εἶπε κάποια στιγμή ὁ Νικόλας, ὅταν πιά τό πλοῖο εἶχε καλύψει τό μισό περίπου τοῦ ταξιδιοῦ καί ἔπλεε μεσοπέλαγα. Εἶδε τόν ἀγαπημένο μικρό φίλο του νά μπαίνει στήν καμπίνα του τόσο στενοχωρημένο, ἕτοιμο νά κλάψει. «Τίποτε, τίποτε, κύριε Νικόλα», εἶπε ὁ νεαρός κι ἔσκυψε τάχα νά σηκώσει κάτι ἀπό κάτω γιά νά μή φανοῦν τά ὑγραμένα μάτια του. «Μά, ἐσύ σχεδόν κλαῖς, παιδί μου. Τί συνέβη; Σέ μάλωσε μήπως ὁ καπετάνιος ἤ μήπως – καί πῆγε νά ἀγριέψει – κάποιος ἀπό τούς ὑπηρέτες μου σοῦ μίλησε καί σοῦ φέρθηκε ἄσχημα; Γιατί τούς ἔχω ἐξηγήσει ὅτι γιά μένα εἶσαι σάν γιός μου κι ἔτσι πρέπει νά σέ ἀντιμετωπίζουν». «Ὄχι, ὄχι, κύριε Νικόλα», ἔσπευσε νά ἀπαντήσει ὁ Πέτρος. «Κάτι ἄλλο συμβαίνει, ἀλλά… μοῦ εἶναι δύσκολο νά σᾶς τό πῶ». Τόν πίεσε ὁ Νικόλαος. «Εἰλικρινά, παιδί μου, πές μου τί ἔχεις; Ξέρεις τήν ἀγάπη πού τρέφω ἀπέναντί σου. Εἶσαι σάν παιδί μου, δέν μπορῶ νά σέ βλέπω τόσο κατηφή».
Ὁ Πέτρος ἄφησε ἕνα μικρό διάστημα νά περάσει χωρίς νά πεῖ τίποτε. Φαινόταν ὅτι πάλευε μέσα του, ἀλλά τελικά τό ξεστόμισε μέσα σέ κλάματα. «Πρόκειται γιά ἐσᾶς, κύριε Νικόλα». Ὁ Νικόλαος ἔμεινε ἐμβρόντητος. «Γιά ἐμένα; Ἐγώ εἶμαι ὁ φταίχτης; Πές μου, σέ παρακαλῶ, ἄν σοῦ εἶπα ἤ ἔκανα κάτι πού σέ πρόσβαλα νά τό ἐπανορθώσω. Ζητῶ συγγνώμη ἐκ τῶν προτέρων, ἔστω κι ἄν δέν πάει σέ κάτι ὁ νοῦς μου» - σηκώθηκε κι ἀγκάλιασε τόν Πέτρο. «Ὄχι, καί πάλι ὄχι, κύριε Νικόλα. Πρός Θεοῦ, ὁ Θεός νά μέ κάψει, ἄν πῶ κάτι γιά σᾶς. Μόνο εὐγνωμοσύνη τρέφω ἀπέναντί σας γιά τή μεγάλη ἀγάπη πού μοῦ δείχνετε. Ὅπως σᾶς ἔχω ξαναπεῖ, σᾶς βλέπω σάν πατέρα μου καί ἡ συμπεριφορά σας εἶναι πράγματι ἀπέναντί μου πατρική».
«Τότε, λοιπόν, τί;» ὁ καβιδάριος δέν καταλάβαινε. «Ἤμουνα χτές βράδυ ἔξω στό κατάστρωμα», εἶπε ἀργά τό παλληκάρι, σκουπίζοντας μέ τήν ἀνάστροφη τοῦ χεριοῦ του τά μάτια του, «ὅταν ἄκουσα κάποιους ἀπό τούς ναῦτες τοῦ πλοίου νά συζητᾶνε κάτι σιγανά, ἀναφέροντας τό ὄνομά σας. Ἐκεῖ πού ἤμουνα δέν φαινόμουν, κι ὅταν ἄκουσα τό ὄνομά σας, τέντωσα τά αὐτιά μου νά ἀκούσω τί λένε. Καί τότε ἄκουσα καί… ἔφριξα!» «Τί, παιδί μου;» σηκώθηκε ὄρθιος ὁ Νικόλαος. «Τί ἄκουσες πού σέ ἔκανε νά στενοχωρηθεῖς τόσο;» «Κανόνιζαν σχέδιο νά σᾶς… σκοτώσουν, γιά νά πάρουν τά πετράδια καί τούς πολύτιμους λίθους πού εἶχαν ἀκούσει καί εἶχαν δεῖ νά μεταφέρετε μέ τούς ὑπηρέτες σας. Τό σχέδιό τους ἦταν ἁπλό: ὅταν θά ἤσασταν μόνος – κάτι πού τό συνηθίζετε πού βγαίνετε στό κατάστρωμα γιά νά ἀτενίζετε τή θάλασσα – θά προκαλοῦσαν ἕνα ἐπεισόδιο σάν ἀντιπερισπασμό σ’ ἕνα ἄλλο μέρος τοῦ πλοίου, ὁπότε στραμμένοι ὅλοι πρός τά ἐκεῖ, θά εὕρισκαν τήν εὐκαιρία τρεῖς ἀπό αὐτούς νά σᾶς ρίξουν στή θάλασσα!» Τό νεαρό παλληκάρι δέν ἄντεξε καί ξέσπασε καί πάλι σέ κλάματα.
Ὁ Νικόλαος δέν μίλησε. Στοχάστηκε ἐπ’ ἀρκετόν τήν ὅλη κατάσταση καί στό τέλος σάν νά ἔλαμψαν τά μάτια του καί εἶπε ἀποφασιστικά στόν καταβεβλημένο Πέτρο. «Μήν ἀνησυχεῖς, παιδί μου. Ξέρω τί θά κάνω γιά νά γλιτώσω ἀπό τή φονική διάθεσή τους. Ἦταν πράγματι παρακινδυνευμένο νά ταξιδέψω μέ τόση περιουσία μαζί μου. Φταίω κι ἐγώ, γιατί προκάλεσα τή φιλάργυρη διάθεση τῶν ναυτῶν. Βρῆκα ὅμως τή λύση πού θά τή μάθεις κι ἐσύ σέ λίγη ὥρα. Μόνο, θά σέ παρακαλέσω, μήν ἀναφέρεις τίποτε σέ κανέναν. Οὔτε στόν καπετάνιο οὔτε καί σέ κανέναν ἄλλον». Ἔνευσε θετικά ὁ Πέτρος, σκούπισε τά μάτια του καί ἔφυγε ἀπορημένος γιά τό σχέδιο τοῦ πλούσιου φίλου του.
 
Στήν καμπίνα του ὁ καβιδάριος ἐξηγοῦσε στούς κατάπληκτους ὑπηρέτες του τό σχέδιό του. Τούς εἶπε πῶς ἔχουν τά πράγματα, τούς ἀνέφερε τό σχέδιο κάποιων ναυτῶν νά τόν ρίξουν στή θάλασσα καί πῶς τό ἔμαθε, τούς παρακάλεσε νά εἶναι ὑπάκουοι χωρίς δισταγμό σ’ αὐτό πού εἶχε ἀποφασίσει. «Ἴσως, ἄν δέν κάνουμε αὐτό πού θά σᾶς πῶ, κινδυνέψετε κι ἐσεῖς», τούς εἶπε. «Τό χρῆμα εἶναι τό ὅπλο τοῦ Πονηροῦ διαβόλου γιά πολλούς ἀνθρώπους· κι ἄν δέν διστάσουν οἱ συγκεκριμένοι ἀπέναντί μου, τί θά τούς ἐμποδίσει νά ξεκάνουν κι ἐσᾶς, τούς δικούς μου ἀνθρώπους, πού θά εἶστε μάρτυρες σέ ὅ,τι ἀκολουθήσει;»
Ὅταν ἄκουσαν τό σχέδιό του, ἦταν σάν νά ἔπεσε κεραυνός πάνω τους. Μά δέν ἔφεραν ἀντίρρηση. Εἶδαν ὅτι ἀποτελοῦσε μονόδρομο, γιά νά σώσουν ὅλοι τελικά τή ζωή τους. «Φέρτε μου τά σακούλια μέ τά πετράδια στό κατάστρωμα», τούς εἶπε, καί πῆρε ἕνα μεγάλο σεντόνι, τό ὁποῖο κι ἅπλωσε μπροστά σέ ὅλους – οἱ ναῦτες παρακολουθοῦσαν ἔκπληκτοι χωρίς νά καταλαβαίνουν τί γίνεται. Ἄνοιξε τά σακούλια καί ἔβγαλε ἕνα ἕνα τούς πολύτιμους λίθους. Στό φῶς τῆς ἡμέρας ἄστραψαν ἐκθαμβωτικά πολλοί ἀπό αὐτούς. Ὅταν ὅλα τά πετράδια βρέθηκαν ἁπλωμένα στό σεντόνι, στάθηκε ὄρθιος καί τούς εἶπε μέ σοβαρή φωνή: «Αὐτή λοιπόν εἶναι ἡ ζωή; Γι’ αὐτά τά ὑλικά πράγματα κινδυνεύω, θαλασσοπνίγομαι καί σέ λίγο ἴσως πεθάνω, χωρίς νά πάρω τίποτε μαζί μου ἀπό τόν κόσμο αὐτόν; Ἀδειάστε τα ὅλα στή θάλασσα».
Ἀμέσως, χωρίς καμία χρονοτριβή, χωρίς κανείς νά μπορέσει νά ἀντιδράσει, τό περιεχόμενο τοῦ σεντονιοῦ μέ τόν σπουδαῖο θησαυρό μέσα,  ἐξακοντίστηκε μακριά ἀπό τούς ὑπηρέτες τοῦ Νικόλα μέσα στή βαθιά θάλασσα. Τό σεντόνι βυθίστηκε σχεδόν ἀμέσως ἀπό τό μεγάλο βάρος. Ἡ θάλασσα κατάπιε λαίμαργα τή λεία της. Ἦταν τό τίμημα πού «ζητοῦσε» γιά νά μή καταπιεῖ τόν πλούσιο κάτοχο τοῦ θησαυροῦ. Ὁ Νικόλας σταυροκοπήθηκε κι ὕψωσε εὐγνώμονα τό βλέμμα του στόν Οὐρανό. Ὁ Πέτρος ἀπό μιά πλευρά παρακολουθούσε δακρυσμένος τό σοφό σχέδιο τοῦ ἀγαπημένου φίλου του. Οἱ ὑπηρέτες τοῦ Νικόλα, μέ θλίψη ἀλλά καί ἀνακούφιση γύρισαν στή θέση τους, κάνοντας ὄνειρα γιά ἄλλα σχέδια τοῦ ἀφεντικοῦ τους. Μόνον οἱ ναῦτες, οἱ ἐσωτερικά «φονιάδες», ἔκπληκτοι, μή μπορώντας νά καταλάβουν τά γενόμενα, ἔτριζαν τά δόντια πού ὁ θησαυρός χάθηκε μέσα ἀπό τά χέρια τους. Τό σχέδιό τους δέν εἶχε πιά λόγο ὑπάρξεως. Ὁ Θεός θέλησε νά τούς προφυλάξει ἀπό ἕναν προμελετημένο… φόνο!
(Ἀπό "Λειμωνάριον" Ἰ. Μόσχου, κεφ. 203)

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΟΝΟΥΦΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ



 
Ο όσιος Ονούφριος ήταν από την Αίγυπτο και ζούσε σε κοινόβιο που βρισκόταν στην Ερμούπολη Θηβών. Όταν άκουσε τον βίο του προφήτη Ηλία και του αγίου Προδρόμου, άφησε το κοινόβιο και κατοίκησε στην έρημο επί εξήντα χρόνια, χωρίς να έχει δει καθόλου άνθρωπο. Τον όσιο Ονούφριο βρήκε ο μέγας Παφνούτιος, τότε που προχώρησε στα ενδότερα της ερήμου, προκειμένου να ευλογηθεί από άγιους άνδρες. Αφού είχε διανύσει λοιπόν ο Παφνούτιος δεκαεπτά ημέρες και έφτασε στον τόπο που ζούσε ο άγιος, τον πλησίασε και παρακάλεσε να του πει το όνομά του και να του εξηγήσει όλα τα σχετικά με τη ζωή του. Πράγματι τα έμαθε και αργότερα τα διηγήθηκε στους ασκητές μοναχούς, όχι μόνο γι᾽ αυτόν τον θεοφόρο Πατέρα Ονούφριο, αλλά και για άλλους, τους οποίους προχωρώντας βρήκε στην έρημο.
Τότε μάλιστα, όταν παρευρισκόταν ο Παφνούτιος εκεί, επειδή ο όσιος Ονούφριος εκδήμησε προς τον Κύριο, έσκισε το ένδυμά του σε δύο μέρη, και το ένα το έριξε πάνω στο άγιο λείψανο (διότι ήταν γυμνό, καλυπτόμενο από μόνες τις λευκές τρίχες), ενώ το άλλο το κράτησε για τη δική του κάλυψη. Θάβει λοιπόν το άγιο λείψανο σ᾽ αυτόν τον τόπο, κι αμέσως η καλύβα κατέπεσε και ο φοίνικας ξεράθηκε και το νερό χάθηκε. Τελείται δε η σύναξή του στο αγιότατο ευκτήριό του, που βρίσκεται στη Μονή του Αγίου Αλυπίου”.


Για έναν μεγάλο ασκητικό Πατέρα σαν τον όσιο Ονούφριο δεν περιμένει κανείς κάτι άλλο από αυτό που κάνει η υμνολογία της ημέρας: να τονίζει την ασκητική του διαγωγή, τις αρετές του, τη διαρκή αναγωγή του στον Θεό, και μάλιστα στην έρημο που είχε καταφύγει. Πράγματι λοιπόν το πρώτο που προβάλλει ο άγιος υμνογράφος για τον μεγάλο Ονούφριο είναι η απόσυρσή του από την κοινωνία του κόσμου πρώτα και του κοινοβίου έπειτα, σε ερημική τοποθεσία, ώστε μόνος μόνω Θεώ να λατρεύει ακατάπαυστα Εκείνον. Κι αυτό γιατί; Διότι έστω και σε κοινόβιο ευρισκόμενος ζούσε πολλές φορές τη σύγχυση που προκαλεί η συναναστροφή με τους άλλους. ῾Πατέρα θεόφρον Ονούφριε, απομάκρυνες τον εαυτό σου από την κοσμική σύγχυση και ανέβηκες στην υπερκόσμια ακρότητα᾽ (῾Πάτερ θεόφρον Ονούφριε, της κοσμικής σεαυτόν αποστήσας συγχύσεως, προς την υπερκόσμιον ανηνέχθης ακρότητα᾽) (στιχηρό εσπερινού). Ποια η αιτία της επιθυμίας του για πλήρη απομόνωση; Όχι βεβαίως ο δαιμονικός εγωισμός που δεν ανέχεται την παρουσία άλλων, αλλά ο πλούτος της αγάπης προς τον Θεό, η οποία κινεί τον άγιο άνθρωπο να μένει εντελώς απερίσπαστος στη λατρεία του Θεού. ῾Ανέβηκες στην υπερκόσμια ακρότητα, γιατί πόθησες την ίδια την πηγή των αγαθών, κι έφτασες αυτό το αληθινά αγαθό, τον Θεό᾽(῾Προς την υπερκόσμιον ανηνέχθης ακρότητα, αυτήν ποθήσας, των αγαθών την πηγήν, αυτό το όντως αγαθόν έφθασας᾽) (στιχηρό εσπερινού). ῾Μπήκες στον ζυγό του Χριστού, Ονούφριε, γιατί ποθούσες να συναναστρέφεσαι Αυτόν μόνος σου σε άβατες ερήμους και να νιώθεις την τρυφή από το κάλλος της θείας δόξης Του᾽(῾Υπήλθες τον Χριστού ζυγόν, Ονούφριε, ερήμοις αβάτοις συ καταμόνας ομιλείν επιποθών αυτώ και του κάλλους τρυφάν δόξης της θείας αυτού᾽) (ωδή γ´).


Χρειάζεται ιδιαιτέρως να επιμείνουμε σ᾽αυτήν την ερημική απόσυρση του οσίου. Διότι ίσως κάποιος να σκεφτεί ότι μπορεί κι αυτός να κάνει το ίδιο, αν θέλει να βρει τον Θεό. Ο όσιος Ονούφριος, το εξηγήσαμε, εξήλθε από τον κόσμο πηγαίνοντας σε κοινόβιο. Κι αφού έμεινε εκεί αρκετά χρόνια ασκούμενος μαζί με άλλους, κινήθηκε από την αγάπη του Θεού για πλήρη μόνωση, έχοντας ως παράδειγμα τους αγίους προφήτες Ηλία και Ιωάννη Πρόδρομο (῾την Ιωάνου γαρ και Ηλιού εζήλωσας πολιτείαν, παμμάκαρ Ονούφριε᾽) (ωδή ς´).  Αυτή είναι η κανονική πορεία: πρώτα εισέρχεται κανείς σε κοινόβιο κι έπειτα, αν νιώσει την κλήση του Θεού, ζητεί ευλογία για μεγαλύτερη μόνωση. Διότι αν κανείς, χωρίς να έχει αντιπαλέψει τα πάθη του σε σχέση με τους άλλους, χωρίς δηλαδή να έχει ῾στρογγυλοποιηθεί᾽ στον χαρακτήρα του, όπως διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες – η ῾στρογγύλευση᾽ αυτή γίνεται μόνον όταν σχετιζόμαστε με τους άλλους – απλώς στην έρημο θα μεταφέρει τα πάθη του και θα εμπαίζεται από τον διάβολο. Ο όσιος Ονούφριος λοιπόν αποσύρθηκε στην έρημο, διότι η σχέση του με τους άλλους τον είχε οδηγήσει ήδη σε εκείνη την πνευματική καλή κατάσταση της αγάπης, ώστε να ποθεί τη μεγαλύτερη ένωση με τον Θεό. Κι η ένωση αυτή επιβεβαιώθηκε ως αληθινή από το γεγονός ότι πλούτισε τόσο σε αγάπη προς τον Θεό, ώστε η αγάπη του προς τον συνάνθρωπο – η αγάπη προς τον συνάνθρωπο είναι η απόδειξη της αγάπης προς τον Θεό – να φτάνει μέχρι βαθμού θυσίας γι᾽ αυτόν. Ο άγιος υμνογράφος σε έκσταση σχεδόν ευρισκόμενος μπροστά στο μέγεθος αυτής της διπλής αγάπης του οσίου, προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, κραυγάζει: ῾Και την εντολή να δίνει κανείς τον ένα χιτώνα του, όταν έχει δύο, πάτερ, εσύ την ξεπέρασες, γιατί τα έδωσες όλα και έμεινες γυμνός εντελώς᾽(῾Και την ενός χιτώνος εντολήν, πάτερ, υπερβέβηκας, γυμνητεύσας εις τέλος᾽) (στίχοι συναξαρίου). Στον οίκο δε του κοντακίου πράγματι ξεσπά: ῾Ω αγάπη, το υπέρλαμπρο φως! Ω η ανακεφαλαίωση όλων των αρετών! Αυτή που γεμίζει πάντοτε τα ουράνια τάγματα από ευφροσύνη και χάρη. Αυτή που ενοίκησε στους αγίους: τους Πατριάρχες, τους Προφήτες και τους Αποστόλους᾽(῾Ω αγάπη, το φως το υπέρλαμπρον! Ω πασών αρετών το κεφάλαιον! Η αεί τα ουράνια τάγματα ευφροσύνης πληρούσα και χάριτος. Η ενοικήσασα τοις Αγίοις, Πατριάρχαις, Προφήταις και Αποστόλοις᾽).


Είναι απορίας άξιο πώς ένας τόσο ασκητικός Πατέρας, με τόση σκληρή ασκητική ζωή φτάνει σε τέτοια ευαισθησία καρδιάς και τέτοια αγάπη. Συνήθως οι απομονωμένοι άνθρωποι αποκτούν μία σκληρότητα στη συμπεριφορά τους. Αλλά αυτό συμβαίνει σε κοσμικούς ανθρώπους ή σε ασκητές άλλων θρησκειών. Ο χριστιανός ασκητής, σαν τον μέγα Ονούφριο, ασκητεύει, γίνεται σκληρός αλλά μόνον ως προς τον εαυτό του. Με σκοπό, υποτάσσοντας τα πάθη του και τα ενεργήματα του διαβόλου, να μαλακώσει στην καρδιά και να γίνει κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος και όλης της αγίας Τριάδος. Συνεπώς η αγάπη του Θεού γίνεται αγάπη και δική του. ῾Απομάκρυνες μεν τον εαυτό σου από τον κοσμικό τρόπο ζωής, όσιε, ζώντας όμως στις ερημιές έλαβες τον ουράνιο άρτο. Διότι είχες τον Χριστό ως σιτοδότη σου᾽(῾Εμάκρυνας μεν σεαυτόν εκ κοσμικής διαίτης, όσιε, εν ερημίαις δ᾽ αυλιζόμενος, άρτον ουράνιον είληφας. Είχες γαρ Χριστόν σιτοδότην᾽) (ωδή ζ´). ῾Επειδή επιθυμούσες την ουράνια μακαριότητα, θεώρησες, θεσπέσιε, ως τρυφή την εγκράτεια, την πτωχεία ως πλούτο, την ακτημοσύνη ως αληθινή περιουσία και την ταπείνωση ως δόξα᾽(῾Της μακαριότητος της υπέρ νουν ορεγόμενος, ελογίσω, θεσπέσιε, τρυφήν την εγκράτειαν, την πτωχείαν πλούτον, την ακτημοσύνην περιουσίαν αληθή, και ευδοξίαν την μετριότητα᾽) (απόστιχο εσπερινού). Αυτή είναι η πνευματική άσκηση: τα παρακλάδια της ουσίας της αμαρτίας ( που είναι ο εγωισμός), τη φιληδονία δηλαδή, τη φιλαργυρία και τη φιλοδοξία, να τα μεταποιεί ο πιστός με τη χάρη του Θεού σε παρακλάδια της ίδιας της ενέργειας της Θεότητας ( που είναι η αγάπη), δηλαδή σε εγκράτεια, σε ακτημοσύνη και πτωχεία, σε ταπείνωση.


Κι αξίζει να κάνει κανείς το παρακάτω σχόλιο, μέσα στα πλαίσια της πνευματικής άσκησης του οσίου, εξαφορμής  ενός και πάλι αποστίχου του εσπερινού. ῾Απαρνήθηκες, θεόσοφε, κάθε ηδυπάθεια καταπιέζοντας το σώμα σου, με το να πικραίνεις την αίσθηση με τους κόπους της εγκράτειας και της σκληραγωγίας, και με την υπομονή των πειρασμών και την καρτερία των περιστάσεων᾽(῾Πάσαν ηδυπάθειαν υπωπιάζων το σώμά σου, απηρνήσω, θεόσοφε, πικραίνων την αίσθησιν, εγκρατείας πόνοις και σκληραγωγίας, υπομονή τε πειρασμών και καρτερία των περιστάσεων᾽). Έχουν επισημάνει οι ιατροί με διάφορες έρευνές τους ότι ο καρκίνος που κατατρώγει το σώμα του ανθρώπου τρέφεται από τις ζάχαρες και τα εν γένει γλυκίσματα. Αντιθέτως, η λήψη πικρών ουσιών από τον άνθρωπο προλαμβάνει πολλές φορές την ανάπτυξη του καρκίνου, συχνά δε τον καταπολεμά. Αυτό που συμβαίνει στο σώμα, συμβαίνει και στην ψυχή. Η στροφή του ανθρώπου στις διάφορες ηδυπάθειες, στην καλλιέργεια δηλαδή της φιληδονίας, αυξάνει τον εγωισμό, δηλαδή την ουσία της αμαρτίας, άρα κάνει τον άνθρωπο έρμαιο του διάβολου και έρημο της χάρης του Θεού. Αντιθέτως, η στροφή του στην πικρότητα της εγκράτειας και της σκληραγωγίας,  ό,τι δηλαδή επισημαίνει και το τροπάριο για τον όσιο Ονούφριο, οδηγεί τον άνθρωπο στην υπέρβαση της φιληδονίας και τον καθιστά καλό έδαφος για την παρουσία  της χάρης του Θεού, συνεπώς της αληθινής αγάπης. Ο άγιος υμνογράφος θα χαιρόταν ιδιαιτέρως αν ζούσε στις ημέρες μας, που και η ίδια η ιατρική επιστήμη επιβεβαιώνει στο επίπεδο του σώματος ό,τι συμβαίνει και στην ψυχή.