Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

Η…ΣΗΜΕΡΟΝ (;) ΕΛΛΑΣ

 
Δίχως πνοή σχεδόν, γδαρμένη, ματωμένη
- τα χείλη έχουν ξεραθεί απ’ το νερό που λείπει -
πρησμένη απ’ τους μώλωπες και ξεσκισμένη όλη
με βλέμμα άδειο σα νεκρού κείται
στο χώμα μια ψυχή που με γυναίκα φέρνει.
Παράδοξα στην κόμη της τη χιλιοβρωμισμένη
στέμμα παλεύει να σταθεί – θύμησες μεγαλείου!
ενώ τα μάτια κόκκινα κι υγρά απ’ τη θολούρα
 σκιές μονάχα βλέπουνε κι ο φόβος αγρυπνάει.
Το χέρι σα ν’ απλώνεται, βοήθεια ζητάει
η θλιβερή η όψη της μοιάζει να ζωντανεύει.
Λόγια που βγαίνουν άκριτα το θέλω μαρτυράνε
 για ακριβή και «άξια» τάχα ωραία ζήση.
«Θέλω…»,  ίδιος λυγμός σταλάζουνε οι λέξεις,
 «θέλω… σαν ξένη να γενώ, με γόβες και τακούνια…
κι η γης που τώρα την πατώ, να την… αλλάξω θέλω!»
Η γης σταυροκοπήθηκε, π’ άκουσε τον ληρό της,
έπιασε κλάμα γοερό, κι εστράφη της στον Πλάστη…

                                                               
 

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (8)


 Όσοι τυχόν αρνήθηκαν τον Χριστό στη ζωή τους ήταν γιατί δεν Τον είχαν πραγματικά πιστέψει, που θα πει δεν είχαν νιώσει τη χάρη Του ενεργούσα μέσα στην καρδιά τους. Αιώνια θα ισχύει ο συγκλονιστικός λόγος του Κυρίου που είχε πει στους Ιουδαίους, γιατί δηλαδή δεν κατανοούν τον λόγο Του: δεν είχαν τη δύναμη εκείνη μέσα τους, τη χάρη του Θεού, που θα τους άνοιγε τα πνευματικά ώτα για να Τον ακούνε. "Διατί την λαλιάν την εμήν ου γινώσκετε; Ότι ου δύνασθε ακούειν τον λόγον τον εμόν". Για να ερμηνεύσει με δραματικό τρόπο: Δεν έχουν τη δύναμη αυτή, γιατί είναι προσκολλημένοι στον πατέρα τους διάβολο και επιτελούν τις επιθυμίες εκείνου. "Υμείς εκ του πατρός του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας του πατρός υμών θέλετε ποιείν". Οπότε "ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν".

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ


Η αφελής πεποίθηση πολλών ότι οι μαθητές του Κυρίου ήταν απλοϊκοί άνθρωποι, διότι ήταν ψαράδες, δεν ισχύει. Ψαράδες ήταν, απλοί άνθρωποι μπορεί, όχι όμως απλοϊκοί, με την έννοια του απροβλημάτιστου και επιφανειακού ανθρώπου. Καθώς τα πράγματα φανερώνουν, η ύπαρξή τους φλεγόταν από το ερώτημα περί της αληθείας, περί του Θεού και των ενεργειών Του, περί των δηλουμένων από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης.  Όπως σημειώνει ο συναξαριστής για τον σήμερα εορταζόμενο άγιο Ανδρέα :«Ένας από τους μαθητές  του Ιωάννη Προδρόμου ήταν και ο Ανδρέας, άνδρας κατά τα άλλα σεμνός και αξιοσέβαστος, που έψαχνε την αλήθεια πίσω από το γράμμα του νόμου με βαθύ φρόνημα, και που αναζητούσε στον λόγο, σαν πίσω από παραπέτασμα, τις κρυμμένες προφητείες για τον Χριστό, ακολουθώντας μέσω αυτών αυτό που δηλωνόταν». Που θα πει: τον Χριστό βρίσκει, ή καλύτερα ο Χριστός βρίσκει τους ανθρώπους που διακατέχονται από πάθος για την αλήθεια. Όταν κανείς αναζητά την αλήθεια οπωσδήποτε θα δει σύντομα τον Χριστό να του χτυπά την πόρτα της ψυχής του.

 

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ


 
           «Αὐτός ὁ νέος ἱερομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Φιλούμενος καταγόταν ἀπό τή νῆσο Κύπρο, ἀπό κάποιο χωριό τῆς ἐπισκοπῆς Μόρφου, Ὀροῦντα στό ὄνομα. Γεννήθηκε ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Γεώργιο καί τή Μαγδαληνή, κατά τό ἔτος 1913. Ἐπειδή ἀπό παιδί ἀγαποῦσε τήν ἡσυχία καί τή μοναχική ζωή, ἀναχώρησε σέ ἡλικία 14 ἐτῶν μαζί μέ τόν ἀδελφό του Ἀλέξανδρο καί πῆγε στό Σταυροβούνιο. Ἐκεῖ παρέμεινε στό μοναστήρι τῆς περιοχῆς καί ὑποτάχτηκε στόν γέροντα Βαρνάβα γιά πέντε χρόνια. Ἀναχώρησε ἔπειτα ἀπό τή Μονή καί πῆγε, μαζί καί πάλι μέ τόν ἀδελφό του, στά Ἱεροσόλυμα. Ἔζησε πιά ἐκεῖ, ἔλαβε τό σχῆμα τό μοναχικό καί χειροτονήθηκε ἱερέας. Μετά ἀπό λίγα ἔτη, ἔλαβε καί τό ὀφφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτη. Ὁ μακάριος αὐτός παρέμεινε στήν ἁγία Γῆ σαράντα πέντε ἔτη, ἀφοῦ φύλαξε μέ ἀκρίβεια τούς κανόνες καί τίς συμβουλές πού ἔλαβε ἀπό τούς πρώτους πνευματικούς του πατέρες στό Σταυροβούνιο. Ὑπηρετοῦσε σέ διάφορα προσκυνήματα καί διορίστηκε, τελευταία φορά, στό Φρέαρ τοῦ Ἰακώβ. Ἐκεῖ  ἔλαβε ὁ ἀοίδιμος, κατά τό ἔτος 1979, καί τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἀφοῦ τόν σκότωσαν μέ πέλεκυ κάποιοι Ἑβραῖοι Σιωνιστές. Μετά τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου, τό σῶμα του παρέμεινε γιά κάποιες ἡμέρες εὔκαμπτο, ἐνῶ κατά τήν ἀνακομιδή του, μετά ἀπό τέσσερα ἔτη, βρέθηκε ὅλος ἄφθαρτος καί νά εὐωδιάζει, σέ ἔνδειξη τῆς παρρησίας πού βρῆκε ἀπό τόν Θεό. Μετά ἀπό αὐτό τό θαυμαστό γεγονός, τό σκήνωμα τοῦ μάρτυρα τοποθετήθηκε στήν ἁγία Σιών, στόν ἐκεῖ εὑρισκόμενο ναό, καί ἐπιτελεῖ πολλά θαύματα σέ ὅσους τόν ἐπικαλοῦνται μέ πίστη».
Ὁ ἅγιος νέος ἱερομάρτυς τῆς Ἐκκλησίας Φιλούμενος μπορεῖ νά σχετίζεται ἰδιαιτέρως μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου καί τῶν Ἱεροσολύμων, ὅμως ἀποτελεῖ καύχημα καί καλλώπισμα ὅλης τῆς ἀνά τήν Ὑφήλιο Ἐκκλησίας. Διότι ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ εἶναι μία καί ἑνιαία ὅπου γῆς, διότι ἀκριβῶς Ἕνας εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός πού ἀποτελεῖ τήν παναγία κεφαλή της, συνεπῶς ὅ,τι συμβαίνει σέ μία τοπική φανέρωσή της ἔχει διαστάσεις οἰκουμενικές, κι ἀκόμη περισσότερο, ἀφοῦ ἀναφέρεται καί σ’ αὐτόν τόν κόσμο τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας, στόν κόσμο τῶν ἁγίων ἀγγέλων καί ὅλων τῶν ἁγίων. Ἐπανειλημμένως ὁ καλός ὑμνογράφος τῆς ἀκολουθίας τοῦ νέου ἁγίου Δρ. Χαράλαμπος Μπούσιας ἐπισημαίνει τή διάσταση αὐτή: Ὁ ἅγιος ἀποτελεῖ «τῆς Ὀρούντης ἐκβλάστημα νήσου Κύπρου, καλλώπισμα καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σιωνίτιδος», ἀλλά «φωτίζει τήν ὁμήγυρη τῶν Ὀρθοδόξων τῆς ὑφηλίου» (στιχ. μικρ. ἑσπερ.). Καί ἐπίσης: «εἶδε τό φῶς τοῦ ἥλιου στήν Ὀροῦντα τῆς Κύπρου, ἀλλά ἐξέλαμψε στόν κόσμο μέ τίς ἀκτίνες τῆς εὐσέβειας καί τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἄριστης ἄθλησης» (στιχ. ἑσπερ.). Καί σπεύδει βεβαίως ὁ ὑμνογράφος νά τονίσει γιά τόν ἅγιο Φιλούμενο ὅ,τι εἶχε ἐπισημάνει καί ὁ νεώτερος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης ὅταν ἔγραφε γιά τούς νεομάρτυρες τῆς πίστεως στό Μαρτυρολόγιό του: ὅτι οἱ νέοι αὐτοί ἅγιοι δέν ὑπολείπονται σέ τίποτε ὡς πρός τούς παλαιούς μεγάλους μάρτυρες, γιατί τόν ἴδιο μ’ ἐκείνους ἀγώνα ἐπέδειξαν καί τά ἴσα γι’ αὐτό βραβεῖα ἔλαβαν ἀπό τόν στεφανοδότη Κύριο. «Φιλούμενε, συναγωνίστηκες μέ τούς κόπους τοῦ μαρτυρίου σου μέ τούς παλαιούς μάρτυρες, γι’ αὐτό κι ἔγινες μέτοχος τῶν ἴσων βραβείων μ’ ἐκείνους» (λιτή). «Φιλούμενε,  ἀφοῦ ἔλαβες τά βραβεῖα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν συναγάλλεσαι μαζί μέ τούς ὁσίους ἱερεῖς καί τούς μάρτυρες» (δοξαστικό ἑσπερ.).
Τό ἰσάξιο καί τό ἰσότιμο τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἁγίου Φιλουμένου πρός τό μαρτύριο τῶν παλαιῶν μεγάλων μαρτύρων καταφαίνεται, κατά τόν σπουδαῖο ὑμνογράφο, καί ἀπό τό γεγονός ὅτι καί στίς δύο περιπτώσεις ποιητικό αἴτιο τοῦ μαρτυρίου ὑπῆρξε ἡ σφοδρή ἀγάπη πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἄν τιμῶνται τόσο πολύ οἱ μάρτυρες στήν Ἐκκλησία μας, εἶναι γιατί ἐκεῖνο πού τούς ὁδήγησε πρός αὐτό δέν ἦταν ἁπλῶς ἕνας ἰδεολογικός ψυχαναγκασμός ἤ ἕνας ἐγωϊσμός τοῦ τύπου «τό ‘πα καί θά τό κάνω», ἀλλά ὁ πόθος καί ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Δέν παύει ὁ ὑμνογράφος νά μᾶς λέει ὅτι ὁ ἅγιος Φιλούμενος χαρακτηριζόταν ἀπό τή μεγάλη αὐτή ἀγάπη, καί μάλιστα «παιδιόθεν». «Ὁ θεοφόρος Φιλούμενος ἀποτελεῖ τόν πολύφωτο πυρσό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ» σημειώνει  ἀπό τή μία (στιχ. ἑσπ.), «ἀπό παιδί αὐτός διψοῦσε τήν ἀγάπη καί τή δικαιοσύνη τοῦ Κυρίου» (δοξαστικό ἑσπ.), ὅπως καί ἦταν «τοῦ Ὑψίστου ὁ γνησιότατος φίλος» (ἀπολ.) καί «αὐτός πού ἀγάπησε τόν Κύριο παραπάνω ἀπό τόν ἑαυτό του καί ἀπό ὅλα τά προσφιλῆ καί τά ρέοντα τοῦ βίου αὐτοῦ» (δοξαστικό ἑσπερ.) ἐπισημαίνει ἀπό τήν ἄλλη.
Ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό ὅμως δέν ἔρχεται, πλήν σπανίων ἴσως περιπτώσεων, κατά αὐτοματικό τρόπο. Ξεκινᾶ ἀπό τήν ἕλξη πού ἀσκεῖ πάνω στήν ψυχή ὁ ἴδιος ὁ Θεός Πατέρας, ἀλλά ἀναπτύσσεται καί ἐξελίσσεται μέσα ἀπό τούς κόπους τῆς ἄσκησης τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Καί ὁ κατεξοχήν τόπος, ὄχι ἀσφαλῶς ὁ μόνος, πού καλλιεργεῖται αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πού μπορεῖ νά φθάσει μέχρι καί τή θυσία τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματος, εἶναι τό μοναστήρι. Αὐτό βλέπουμε καί στόν ἅγιο Φιλούμενο. Ἡ ἀγάπη του πρός τόν Χριστό τόν ὁδήγησε σέ πρώτη φάση στό εὐλογημένο μοναστήρι τοῦ Σταυροβουνίου στήν Κύπρο - στό μοναστήρι πού ἵδρυσε ἡ ἁγία Ἑλένη καί στό ὁποῖο, (γι’ αὐτό καί εἶναι ἀφιερωμένο στόν Τίμιο Σταυρό), ὑπάρχει τεμάχιο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖ λοιπόν ἀσκήθηκε ὡς ἔφηβος ἀκόμη ὁ νεαρός Φιλούμενος μαζί μέ τόν ἀδελφό του Ἐλπίδιο, διακρινόμενος γιά τήν ἀπόλυτη ὑπακοή του στόν Γέροντά του καί γιά τή θεάρεστη καθ’ ὅλα διαγωγή του, τήν εὐσέβεια καί τή σεμνότητά του. «Ἐγκατέλειψες τό πατρικό σπίτι σου καί προσήλθες, θεοφόρε Φιλούμενε, μαζί μέ τόν ἀδελφό σου, στό Σταυροβούνι, στό ὁποῖο διακρίθηκες ὡς πυξίδα ὑπακοῆς καί ὡς κρηπίδα  θεάρεστης διαγωγῆς, εὐσέβειας καί σεμνότητας» (στιχ. ἑσπερ.). Ἐκεῖ δηλαδή «διδάχτηκε τήν ὑπακοή καί τή νήψη» (στιχ. ἑσπ.) κι «ἔγινε τό πρότυπο τῆς μοναχικῆς ζωῆς» (ὠδή α΄).
Ὁ ὑμνογράφος μας μάλιστα δέν παραλείπει νά ὑπογραμμίσει κάτι πού προκαλεῖ ἰδιαιτέρως τή συγκίνηση τῶν πιστῶν, ὅταν μάλιστα αὐτοί διαπνέονται ἀπό τήν ἀγάπη τους καί γιά τόν ὅσιο Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη. Ὁ ἅγιος Φιλούμενος, γράφει, «ἄφησε μέ σοφό τρόπο ὅλα τά εὐχάριστα τοῦ κόσμου τούτου, ὅπως ἔκανε ἀπό παλιά καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καλυβίτης, τόν ὁποῖο αὐτός εἶχε ὡς πρότυπο βίου» (αἶνοι). Καί ὁ ἅγιος Φιλούμενος δηλαδή καί ὁ ὅσιος Πορφύριος ὄχι μόνο ἀπό μικρά παιδιά θέλχθηκαν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά εἶχαν καί οἱ δύο τό ἴδιο πρότυπο, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Καλυβίτη. Τόν βίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου δέν διάβαζε ἀπό παιδί καί ὁ μεγάλος ὅσιος Γέροντας Πορφύριος καί αὐτός δέν τοῦ κέντρισε τήν ἀγάπη τῆς πλήρους ἀφιέρωσης πρός τόν Θεό; Ἴδια ἐποχή, ἴδια ἀγάπη, μεγάλα χαρίσματα, στέφανοι ἀπό τόν Κύριο. Προφανῶς, μαζί καί ἀγάλλονται στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.  
Ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ ἁγίου Φιλουμένου πρός τόν Χριστό τόν φέρνει μέ τή σύμφωνη γνώμη τῶν Γερόντων τῆς Μονῆς Σταυροβουνίου στά ἅγια χώματα τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ, στήν ἁγιοταφική ἀδελφότητα,  ἀποφασίζει νά ζήσει καί νά πεθάνει ὡς ἀκόλουθος τῶν ἰχνῶν τοῦ Κυρίου. Καταλήγει στό προσκύνημα παρά τό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, κι ἐκεῖ ὁ Χριστός τόν χαριτώνει μέ τό μεγάλο χάρισμα τοῦ μαρτυρίου. «Ἡμῖν ἐδόθη οὐ μόνον τό εἰς Αὐτόν (τόν Χριστόν) πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ πάσχειν» (ἀπ. Παῦλος). Πολλά τροπάρια τῆς ἀκολουθίας πιά εἶναι ἀφιερωμένα ἀκριβῶς στόν ἐκεῖ τόπο τῆς διακονίας καί τοῦ μαρτυρίου του. «Ἔφτασες στό θεῖο τάγμα τοῦ Ἁγίου Τάφου, θεσπέσιε πάτερ, ποθώντας πανευλαβῶς νά διακονήσεις στά ἱερά προσκυνήματα κατά τούς ἔσχατους χρόνους, καί νά βαδίσεις στά βήματα τοῦ Παντοκράτορα Ἰησοῦ» (αἶνοι). Καί ὁ Χριστός τόν χαριτώνει μέ τό μαρτύριο, πού ὁ ὑμνογράφος τό θεωρεῖ ὡς μετοχή στό Πάθος τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί ὡς συνέχεια τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἁγίου Ζαχαρίου, τοῦ πατέρα τοῦ ἁγίου Προδρόμου. «Ὑπέμεινες ἀπό ἄνομα χέρια τά θανατηφόρα τραύματα τοῦ πέλεκυ, ὡς ἄμωμος ἀμνός κι ἐσύ καί θειότατο σφάγιο, παρά τό πανάγιο φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, μιμούμενος τό Πάθος τοῦ Σταυρωθέντος Χριστοῦ τοῦ Παντοκράτορος, κατά τά ἔσχατα χρόνια» (στιχ. ἑσπερ.). «Σφαγιάστηκες μεταξύ τοῦ Φρέατος τοῦ Ἰακώβ καί τοῦ Θυσιαστηρίου, ὅπως παλιά καί ὁ Ζαχαρίας, καί πρόσφερες ἔτσι τόν ἑαυτό σου ὡς ἱερό σφάγιο στόν Χριστό» (λιτή).
Ἡ ὥρα τοῦ μαρτυρικοῦ τέλους τοῦ ἁγίου Φιλουμένου, ἡ ὥρα τῆς σφαγῆς του, γίνεται γιά τόν ὑμνογράφο ἀντικείμενο ξεχωριστῆς ἀναφορᾶς. Ὁ ἅγιος «φονεύτηκε μέ τόν σκληρό τρόπο τοῦ πελεκισμοῦ του κατά τήν ὥρα τῆς ἑσπερινῆς προσευχῆς, κι ἔτσι  ἀνέβηκε τροπαιοῦχος στόν Χριστό πού ποθοῦσε» (λιτή). Γιά νά προχωρήσει ὁ εὐλαβής ὑμνογράφος μέ μία εἰκόνα πού καί μόνη αὐτή θά ἀποκάλυπτε τό σπουδαῖο ποιητικό του χάρισμα. Παραθέτουμε σέ μετάφραση ὁλόκληρο τό τροπάριο ἀπό τούς αἴνους: «Μόνος στό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, πανσεβάσμιε, ἀναπέμποντας δόξα στόν Δημιουργό καί Παντοκράτορα Θεό, καταπληγώθηκες, μακάριε, μέ πολύ θρασύ τρόπο ἀπό τόν πέλεκυ τῶν μισοχρίστων καί κατακοκκίνισες τή στολή τῆς ἱερωσύνης σου ἀπό τή ροή τῶν αἱμάτων σου, μέ ἀποτέλεσμα νά τρέξεις νά ἀναγνώσεις τό «ἑσπέρας προκείμενον» στά οὐράνια δώματα» (αἶνοι). Σάν σκηνοθέτης ὁ ὑμνογράφος ἐπικεντρώνει τόν φακό του σκηνή-σκηνή στό μαρτυρικό τέλος. Τά κτυπήματα τοῦ θράσους, τό αἷμα πού χύνεται καί κοκκινίζει τήν ἱερατική στολή, ἀλλά καί τό βάθος πού μόνο ἡ πίστη μπορεῖ νά τό ἐπισημάνει: ὁ ἅγιος δέν σταματᾶ τή δέηση. Ὁ ἑσπερινός συνεχίζεται λαμπρῶς καί θαυμαστῶς πιά στό ἄνω θυσιαστήριο, μαζί μέ τούς ἁγίους καί τούς ἀγγέλους. «Ἑσπέρας προκείμενον», δέν διακόπτει ὁ ἅγιος μάρτυρας, «Σοφία, πρόσχωμεν», σάν νά ἀκοῦμε πιά ἀπό τήν οὐράνια χορωδία.
Κι αὐτήν τή χαρισματική σκηνή τήν προεκτείνει ὁ ὑμνογράφος μας: ὁ ἅγιος «σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό», δέν φοβᾶται τούς ἄνομους. Πεπληρωμένη ἡ καρδιά του ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία «ἔξω βάλλει τόν φόβον» (ἅγ. Ἰωάννης Θεολόγος), μέ θάρρος καί τόλμη πού φανερωνόταν ἤδη ἀπό τή στάση του καί στίς παλαιότερες ἀπειλές τῶν μισοχρίστων, ἀντιμετωπίζει παρομοίως καί τά τελικά κτυπήματα. «Εἶχες τή δύναμη, Φιλούμενε, τοῦ Κυρίου, πού παρέχει τά γεμάτα ζωή νάματα, γι’ αὐτό καί δέν φοβήθηκες καθόλου τίς ἀπειλές τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως» (ὠδή στ’). Κι ἀκόμη: ἐν πνεύματι, μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ ὑμνογράφος, ὁ ἅγιος φανερώθηκε στόν ἀδελφό του, εὑρισκόμενο στό Ἅγιον Ὄρος,  γιά νά τοῦ πεῖ τό τί διαδραματίζεται τήν ὥρα τοῦ μαρτυρίου του. «Σέ ὑμνοῦμε, ἱερόαθλε Φιλούμενε, καί γιά τό ὅτι φανερώθηκες στόν ἀδελφό σου πού βρισκόταν στό Ἅγιον Ὄρος, καί τοῦ εἶπες τό ἱερό σου μαρτύριο στόν τόπο ἐκεῖνο» (ὠδή στ΄). (Κατά ἀκρίβεια, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ μακαριστοῦ καί αὐτοῦ Γέροντος π. Ἐλπιδίου, διδύμου ἀδελφοῦ τοῦ ἁγίου: "ἀδελφέ μου, μέ σκοτώνουν πρός δόξαν Θεοῦ. Μην αγανακτήσεις").
Ἡ παρρησία πού ἀπέκτησε ὁ ἅγιος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου πιά ἀποτελεῖ τή συνέπεια τῆς ὅλης ἀγιασμένης βιοτῆς του, ἐνῶ φανερώθηκε περίτρανα, κατά τόν ὑμνογράφο του, καί ἀπό τήν ἀφθαρσία καί εὐωδία τοῦ λειψάνου του, ἀλλά καί ἀπό τά πολλά πιά θαύματά του (ὠδή η΄ κ.ἀ.). Ὁ Κύριος θέλησε ὁ ἅγιος Φιλούμενος νά εἶναι ἕνας ἀκόμη πρεσβευτής τῶν ἀνθρώπων ἐνώπιόν Του, γι’ αὐτό καί ὅσοι τόν ἐπικαλοῦνται βλέπουν ἄμεσα τήν ἰαματική ἐπέμβασή του. Εἶναι πολύ ὡραῖος ὁ χαρακτηρισμός μάλιστα πού χρησιμοποιεῖ ὁ ὑμνογράφος γιά τούς πιστούς πού καταφεύγουν σ’ αὐτόν: «πρόσφυγες» - κάτι πού ἴσως πρέπει νά μᾶς δώσει τήν εὐκαιρία νά βλέπουμε καί τούς πρόσφυγες γενικά τῶν χειμαζομένων χωρῶν μέ «ἄλλο μάτι». «Ὅσοι γιορτάζουμε τή μνήμη τῆς τελειώσεώς σου, δοξασμένε Φιλούμενε,… κραυγάζουμε: ἀπό τόν οὐρανό πού βρίσκεσαι σκέπε καί διάσωζε ἀπό κάθε ἀνάγκη «σούς πρόσφυγας», ἐμᾶς πού προσφεύγουμε σέ σένα» (ὠδή θ΄).

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (7)



Η πίστη στον Χριστό δεν είναι εύκολη υπόθεση. Την ασπάζονται μόνον εκείνοι που η γενναιότητα και η ανδρεία χαρακτηρίζουν τη ζωή τους. Κι αυτό γιατί ο Χριστός ανατρέπει τα πάντα: όλες τις επίγειες αγάπες και τις δεσμεύσεις του κόσμου τούτου, προκειμένου ο πιστός να βάλει στην πρώτη θέση την αγάπη στον Θεό και σ’ Εκείνον. «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού». Η προτεραιότητα όμως του Θεού φέρνει και την απόλυτη έκπληξη: ο πιστός έχει διαρκώς γεύση Θεού και «βλέπει» ότι κι αυτός γίνεται ένας μικρός Θεός!

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ…


Τραντάχτηκε κι απόψε το Καράβι,
κι απάντηση να δώσει κανένας δεν γροικά.
Παίρνουνε όρκο μερικοί για ξέρα σκιασμένη
κι άλλοι για ύπουλο κρυφομιλούν εχθρό.
Σπασμωδικές κινήσεις φανερώνουν
το  δίχως κρίση σκοτισμένο τους μυαλό
κάποιων απλών μ’ αψύτητα ψαράδων
 αλλά κι ενίων με γαλόνια ναυτικών.
Μα ξαγρυπνούνε στο Καράβι μέσα
δακρυρροούντες και με πένθος στην καρδιά
λίγοι που κάτοχοι της γνώσης είναι μόνοι
πως ο εχθρός τη βίγλα του κρατά
στ’ άδυτα μέσα της ψυχής κρυμμένη.
Και δεν ανησυχούν για το Σκαρί.
Ένας Μεγάλος το τιμόνι του κρατάει!

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΝΕΟΣ


 
Η περιγραφή του υμνογράφου από τη ζωή του οσίου Στεφάνου του νέου (8ος αι.) – γονατιστός ο όσιος να παρακαλεί τον Ιησού Χριστό και την Παναγία Μητέρα Του να δώσουν λύση στο πρόβλημα της εικονομαχίας που ταλάνιζε χρόνια την Εκκλησία - εν προκειμένω γίνεται σημείο προσανατολισμού και για εμάς. Στο κάθε πρόβλημα, δικό μας ή των άλλων, η προσευχητική στάση μας μπροστά στην εικόνα του Κυρίου και της Παναγίας είναι το κατεξοχήν όπλο μας. Η προσευχή αυτή, ενδυναμούμενη και από την προσπάθεια εφαρμογής των εντολών του Κυρίου, μας οδηγεί στη διέξοδο των προβλημάτων μας. Κι η σπουδαιότερη διέξοδος τις περισσότερες φορές είναι η από τον Κύριο προσφορά της χάρης της υπομονής, ώστε να αντέχουμε τα προβλήματα.

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (6)


Το να διαγράφουμε ή να υποβαθμίζουμε την πρόσκληση που μας απευθύνει πάντοτε ο Θεός για μετάνοια, είναι θέμα μεν της ελευθερίας μας, αλλά μας θέτει σε κατάσταση κινδύνου. Δεν έχουμε την πολυτέλεια της επιλογής της «ώρας» ανταπόκρισής μας σ’ Εκείνον, γιατί πέρα από το γεγονός ότι μπορεί να έλθει ξαφνικά η ώρα του θανάτου μας, η διαρκής απόκρουση της πρόσκλησής Του μάς «πετρώνει» εσωτερικά και μας καθιστά κουφούς στον ήχο της φωνής Του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο λόγος της Αγίας Γραφής μιλάει πάντοτε για το «σήμερον» της αποδοχής της κλήσης Του.

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΠΕΡΣΗΣ


 
Ο άγιος μεγαλομάρτυς Ιάκωβος ο Πέρσης, όπως τον παρουσιάζει ο υμνογράφος του άγιος Ιωσήφ, εξαγγέλλει μεταξύ άλλων μία αλήθεια που δεν λαμβάνεται υπόψη όσο πρέπει: ό,τι υφίσταται ένας πιστός χάριν της πίστεώς του, τόσο αυτό που υφίσταται αναπληρώνεται αντιστοίχως από τον Θεό και γίνεται η δόξα του. Σαν τον Σταυρό του Κυρίου: το Πάθος έγινε η δόξα Του. Με τη διατύπωση του ιδίου του υμνογράφου: «Ει και τα μέλη μου αισθητά όντα τέμνετε, αλλ’ έχω Χριστόν, νοητώς μοι τα πάντα γινόμενον». (Αν και τα μέλη μου που είναι αισθητά τα κομματιάζετε, όμως έχω τον Χριστό, που νοητά γίνεται τα πάντα για μένα). Κι αυτό θα πει: ο πιστός, έστω κι αν βλέπει να του παίρνουν τα πάντα,  όσο έχει τον Χριστό, όσο η πίστη του είναι ζωντανή, θα βλέπει Εκείνον να του αναπληρώνει ό,τι έχασε με τρόπο θαυμαστό.

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (5)


 Η αντίληψη για την αμαρτία στους πολλούς, δυστυχώς και χριστιανούς, κυμαίνεται σε επίπεδα πλάνης: είτε θεωρείται ως μία απλή παράβαση ενός κανόνα ή ενός καθήκοντος είτε ως μία πρόκληση για εμπειρία που εμπλουτίζει τον άνθρωπο είτε – κυριολεκτικά δαιμονικό – ως γεγονός που υπερβαίνει την «πλήξη» της καλοσύνης, συνεπώς ως μακαριότητα! Ο Κύριος όμως τονίζει την τραγικότητα της αμαρτίας, για την οποία έπαθε και σταυρώθηκε: η αμαρτία αλλοιώνει την ψυχή και το σώμα του ανθρώπου και τον οδηγεί στον θάνατο. Και το χειρότερο, ακόμη κι από τον ίδιο τον θάνατο: τον οδηγεί σε απώλεια κάθε ελπίδας· αποτελεί «βουτιά» στην ίδια την απόγνωση… Κόλαση!

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (4)


 Η πίστη στον Χριστό είναι κυρίως θέμα της καρδιάς κι έπειτα της λογικής. Ο Κύριος δεν είπε «αν με καταλαβαίνετε», αλλ’ «ει αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε». Και βασική εντολή Του είναι η πίστη μας σ’ Αυτόν. Όλα τα της πίστεως είναι δεμένα με την αγάπη στο πρόσωπό Του. Κι η αγάπη αυτή δεν είναι μία αυτόνομη κίνηση του ανθρώπου. Δεν αγαπάμε τον Χριστό από μόνοι μας. Η αγάπη μας είναι ανταπόκριση στη δική Του αγάπη. «Ημείς αγαπώμεν, ότι Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς». Αν δεν πιστεύουμε στον Χριστό, είναι γιατί δεν έχουμε γνωρίσει το πόσο Εκείνος μας αγάπησε και μας αγαπά. Οπότε πρέπει να Του ζητάμε να νιώσουμε έστω και λίγο την αγάπη Του.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (3)



 Δεν υπάρχει αναμαρτησία ανθρωπίνως. Μόνον ο Κύριος ως Θεός και άνθρωπος είναι ο απολύτως αναμάρτητος. Όλοι οι άνθρωποι λίγο ή πολύ αμαρτάνουμε, γιατί έστω στο βάθος της ψυχής μας κάποια στιγμή μπορεί να ξεφύγουμε από την άγια εντολή Του, της αγάπης, και να βρεθούμε στο χάος της ορφάνιας από την παρουσία Του. Γι’ αυτό και η αγιότητα βρίσκεται στον αγώνα της μετανοίας. Όταν ο πιστός νιώσει ότι ξέπεσε από την αγάπη, πιάνει τον οδυρμό των δακρύων, για να επανέλθει και πάλι στη χάρη της εντολής. Η μετάνοια έτσι είναι ο μονόδρομος της πνευματικής ζωής.

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (2)

 

 Ζωή και Αγάπη συνυπάρχουν, κι αυτά τα δωρίζει μόνον Αυτός που τα έχει, καλύτερα: Αυτός που  ε ί ν α ι  και τα δύο. Ο Κύριος είναι η Ζωή, ο Κύριος είναι η Αγάπη, γι’ αυτό και προσφέροντάς τα σ’ εκείνον που θα θελήσει να Τον πιστέψει και να συνδεθεί μαζί Του, του προσφέρει και την Ειρήνη Του, «την πάντα νουν υπερέχουσαν», η οποία κάνει την καρδιά του ανθρώπου έναν παράδεισο. Κάθε βίος αγίου είναι η επιβεβαίωση της πραγματικότητας αυτής. Γι’ αυτό και προσεγγίζοντας τους αγίους αισθανόμαστε ότι αναπνέουμε αληθινά, ότι γέρνουμε μέσα στην αγκαλιά τους, ότι γαληνεύουμε κι εμείς. Μαζί τους απολαμβάνουμε λίγο παράδεισο... 

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ…


Η έλλειψη της χαράς, η θλίψη και η στενοχώρια αποτελούν διαχρονικά το τίμημα της ανυπακοής του ανθρώπου στο άγιο θέλημα του Θεού. «Θλίψις και στενοχωρία παντί τω εργαζομένω το κακόν», σημειώνει ο απόστολος Παύλος. Ήδη από τα πρώτα κεφάλαια της Γενέσεως, του πρώτου βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης, ακούμε ότι ο Κάιν εξαιτίας του φόνου που έκανε στον αδελφό του Άβελ δέχεται την επέμβαση του Θεού: “Σκυθρώπιασες, γιατί σκότωσες τον αδελφό σου. Κάνε το καλό και θα ξαναβρείς τη χαρά.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΒΑΡΛΑΑΜ


           Θα πίστευε κανείς ότι η δύναμη της ψυχής του αγίου Βαρλαάμ, με τόσα μαρτύρια που υπέστη, βρισκόταν σε σώμα νεανικό. Τέτοιο ακατάβλητο φρόνημα συνήθως έχουν οι νέοι. Τι έκπληξη όμως, να βλέπει κανείς αυτό το φρόνημα σε ένα γέροντα άνθρωπο! Ο άγιος Βαρλαάμ, κατά το συναξάρι, «γέρων ων την ηλικίαν δια την εις Χριστόν ομολογίαν προσήχθη τω άρχοντι». Ό,τι υπέστη, το υπέστη σε ηλικία που άλλοι τρέμουν και να βαδίσουν. Κι αυτός στεκόταν αγέρωχος, «ανένδοτος, άτρεπτος», με φωτιά στο χέρι του που του έκαιγε τη σάρκα. Ο ηρωισμός του έτσι φαίνεται να πολλαπλασιάζεται. Πώς μας θυμίζει τον αγαπημένο άγιο, αποστολικό Πατέρα και επίσκοπο Σμύρνης, Πολύκαρπο, που σε ηλικία ογδόντα έξι χρόνων συλλαμβάνεται και αυτός και ρίχνεται στη φωτιά. Και εκείνον μεν η φωτιά τον σεβάστηκε και έκανε καμάρα γύρω του, ενώ τον Βαρλαάμ  η φωτιά τον έκανε ίδιο λιβανωτό στον Κύριο. «Συν λιβανωτώ, Βαρλαάμ, το πυρ φέρων, εύοσμος ώφθης λιβανωτός Κυρίω». Πιστεύουμε ότι και οι δύο τότε γέροντες, την ώρα δηλαδή του μαρτυρίου τους, τώρα δε νέοι στη Βασιλεία του Θεού, παρίστανται μαζί δίπλα στον Κύριο, «παραστάται δεξιοί», «φορούντες πορφύραν, βεβαμμένην αίματι μαρτυρικώ».

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ (ΚΕ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)



«Παρακαλῶ ὑμᾶς, ἐγώ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ, ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε» (Ἐφ. 4, 1 )
α. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ συγγραφέας τῆς ἐπιστολῆς, βρίσκεται φυλακισμένος στή Ρώμη. Μαθαίνει ἐκεῖ ὅτι οἱ ἀγαπημένοι του Ἐφέσιοι, τούς ὁποίους διακόνησε ἐπί τριετία, ἄρχισαν νά προβαίνουν σέ ἐκδηλώσεις πού ἔδειχναν ὅτι κάποιες ἑβραϊκές ἀντιλήψεις ἄρχισαν νά τούς ἐπηρεάζουν. Αἰσθάνθηκε ἀμέσως τόν κίνδυνο τῆς διάσπασης τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητάς τους, τή διακύβευση ἑπομένως τῆς σωτηρίας τους, γι’ αὐτό καί ἀντιδρᾶ ἄμεσα. Γράφει τήν ἐπιστολή, προκειμένου νά τούς τονίσει γιά μία ἀκόμη φορά τό σχέδιο σωτηρίας τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ καί πῶς ὁ χριστιανός πιά πρέπει νά πορεύεται τή νέα ζωή του. Ἡ παράκλησή του ἔχει πράγματι δραματικό χαρακτήρα: «Σᾶς παρακαλῶ, ἐγώ ὁ φυλακισμένος γιά χάρη τοῦ Κυρίου, νά ζεῖτε ἀντάξια Ἐκείνου πού σᾶς κάλεσε στή νέα ζωή». 
β. 1. Ἀξίζει πρῶτα ἀπό ὅλα, πρίν δεῖ κανείς τό περιεχόμενο τῆς προτροπῆς τοῦ ἁγίου Παύλου, νά σημειώσει ὅτι ὁ ἀπόστολος γράφει ὄχι καθισμένος σέ κάποιο γραφεῖο ἤ σέ κάποια ἥσυχη γωνιά τοῦ σπιτιοῦ του, ὁπότε αὐτά πού γράφει ἴσως συνιστοῦν «καλολογίες», ἀλλά γράφει φυλακισμένος, ταλαιπωρημένος, «βαστάζει στό σῶμα του τά στίγματα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», ὅπως ἀλλοῦ θά σημειώσει, πού σημαίνει ὅτι ὁ λόγος του ἀποκτᾶ τή βαρύτητα τῆς μαρτυρίας ἑνός ἑτοιμοθάνατου μάρτυρα, αὐτοῦ πού λέει τήν ἀλήθεια, γιατί τήν ἐπιβεβαιώνει μέ τήν ἴδια τή ζωή του. Κι ἀκόμη: ἐνῶ καταθέτει τήν ἀλήθεια τῆς πίστης τῆς σαρκωμένης στή ζωή του, παρ’ ὅλη τήν ταλαιπωρία του καί τή δυσχέρειά του, ἀποκαλύπτει τήν εὐγένεια τῆς ψυχῆς του: δέν ἐπιτάσσει, δέν «διατάζει», μόνον παρακαλεῖ. «Σᾶς παρακαλῶ», λέει, «ἐγώ ὁ φυλακισμένος γιά χάρη τοῦ Κυρίου». Γιατί; Διότι τούς ἀγαπᾶ, διότι εἶναι ὁ πατέρας πού «καίγεται» γιά τά παιδιά του, ὅπως ἀλλοῦ καί πάλι ἔχει πεῖ: «Μπορεῖ νά ἔχετε πολλούς δασκάλους καί παιδαγωγούς, ἀλλά δέν ἔχετε πολλούς πατέρες. Ἐγώ εἶμαι ὁ πατέρας σας, γιατί σᾶς γέννησα στό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ποιός θά δεχόταν μιά τέτοια ἐπιστολή - ἀνεξάρτητα ἄν τήν ἔγραψε μόνο γιά τούς Ἐφεσίους ἤ καί γιά ἄλλους – καί θά μποροῦσε νά μήν τή λάβει σοβαρά ὑπ’ ὄψιν; 
2. Καί τί προτρέπει ὁ ἀπόστολος μέ δραματική ἔνταση; Νά ζοῦν οἱ πιστοί κατ’ ἀξίαν τῆς κλήσεως στήν ὁποία κλήθηκαν. Ποιά ἦταν συγκεκριμένα ἡ κλήση τους; Αὐτό πού πάντοτε ἐτόνιζε σέ ὅλους ὁ ἀπόστολος: νά ἔχουν κοινωνία μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, γιατί Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ μοναδικός Σωτήρας τοῦ κόσμου. «Πιστός ὁ Θεός», λέει κάπου σέ ἀνάλογο προβληματισμό, «δι’ οὗ ἐκλήθητε εἰς κοινωνίαν τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Κοινωνία μέ τόν Χριστό, σχέση προσωπική δηλαδή, ἔνταξη στό ἅγιο σῶμα Του, ὅ,τι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε ἀποκαλύψει: «ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα». Ὁ Κύριος δέν ἦλθε γιά νά μᾶς καλέσει νά γίνουμε ἁπλῶς καλοί ἄνθρωποι, δέν ἦλθε γιά νά δημιουργήσει μία ὁμάδα ὀπαδῶν Του, ἀλλά ἦλθε, «Θεός ὤν», προσλαμβάνοντας τήν ἀνθρώπινη φύση, νά μᾶς κάνει δικό Του κομμάτι, ἕνα μέ τή σάρκα Του, νά γίνουμε κι ἐμεῖς μία δική Του προέκταση – κλαδί στό δέντρο Του - ὥστε νά μπορεῖ καθένας πού Τόν πιστεύει καί Τόν ἀποδέχεται νά γίνει κι αὐτός παιδί τοῦ Θεοῦ. «Ὅσοι ἔλαβον Αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς τήν ἐξουσίαν γενέσθαι τέκνα Θεοῦ». Τή μέγιστη αὐτή προοπτική, τήν ὁποία δέν συναντᾶ κανείς βεβαίως σέ καμμία θρησκεία ἤ θεοσοφία, ἡ Ἐκκλησία μας τήν διατύπωσε καί ὡς θέωση. Πρόκειται γιά ἐκπλήρωση τοῦ προφητικοῦ λόγου τοῦ ἐξηγγελμένου ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, κατά τόν ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ Θεός ὑπόσχεται «Ἐγώ εἶπα Θεοί ἐστε καί υἱοί Ὑψίστου πάντες». 
3. Καί πρέπει νά τονιστεῖ ἡ ἀλήθεια: ὁ Θεός καλεῖ τόν ἄνθρωπο, Ἐκεῖνος ἔχει τήν πρωτοβουλία τῆς κλήσεως, πρῶτα σ’ ἕνα ἀρχικό ἐπίπεδο, ὅπου ἀσκεῖ μίαν ἕλξη ὁ Θεός γιά νά πλησιάσει ὁ ἄνθρωπος τόν Χριστό, κι ἔπειτα στό δεύτερο καί πιό κρίσιμο ἐπίπεδο, ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἐντάσσεται στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ὁπότε ἀπαλλαγμένος ἀπό τίς ἀρνητικές ροπές τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἀρχίζει νά ζεῖ πράγματι τήν εὐαγγελική ζωή, φανερώνοντας τή ζωή τοῦ Χριστοῦ στήν καθημερινότητά του. Κατά τόν ἴδιο τόν λόγο τοῦ Κυρίου «οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ Πατήρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν». Καί∙ «ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται». «Ἐάν μή τις γεννηθῆ ἄνωθεν ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Λοιπόν, ἡ πίστη στόν Χριστό δέν συνιστᾶ ἁπλή ἐπιλογή τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀνταπόκρισή του στήν κλήση ἀγάπης τοῦ ἴδιου τοῦ Δημιουργοῦ του, (καθώς τό λέει καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος: «Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς»).  Ἀνταπόκριση, καθώς εἴπαμε, σέ ὅ,τι ἀνώτερο μπορεῖ νά ὑπάρξει στή ζωή ἑνός ἀνθρώπου καί συνόλου τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ ἄνθρωπος μέ τό «ναί» στόν Θεό του γίνεται, κατά τόν θεολόγο Γρηγόριο, «θεός κεκελευσμένος». 
4. Τί λέει ὅμως ὁ ἀπόστολος; Ναί μέν κληθήκαμε οἱ χριστιανοί ἀπό τόν Χριστό, μέσω ἀσφαλῶς τῶν μαθητῶν Ἐκείνου, σέ προοπτική ἄπειρη, ὅμως ἀπαιτεῖται καί τό «ἀξίως περιπατῆσαι» τῆς ἀνταπόκρισης τοῦ πιστοῦ, ὄχι μόνον μία φορά, ἀλλά εἰς τό διηνεκές∙ ὅσο κρατάει ἡ ἐπίγεια ζωή μας. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά γίνει χριστιανός, ἀλλά καί νά ἐπιβεβαιώνει κάθε ὥρα καί κάθε στιγμή τή χριστιανικότητά του, νά ἐπιβεβαιώνει τή σπουδαία κλήση του, δηλαδή ὁ Χριστός μᾶς θέλει διαρκῶς ἐν ἐνεργείᾳ καί ζωντανούς, ὄχι μία φορά ζωντανούς καί μετέπειτα πτώματα. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Κύριος ἀποκάλυψε γιά τόν ἑαυτό Του ὅτι εἶναι  ἐκτός ἀπό ἀλήθεια καί ζωή, καί ἡ ὁδός. «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». Ἡ κλήση μας ἑπομένως εἶναι νά πορευόμαστε πάντοτε ἐπάνω στήν Ὁδό, ἐπάνω στόν ἴδιο τόν Χριστό, κι αὐτό θά πεῖ νά περιπατοῦμε πάνω στίς ἅγιες ἐντολές Του. Ἀκολουθῶ τόν Χριστό, βρίσκομαι στά χνάρια Ἐκείνου, σημαίνει ὅτι οἱ λογισμοί μου, τά λόγια μου, οἱ διαθέσεις τῆς ψυχῆς μου, ἡ ὅλη βιοτή καί συμπεριφορά μου δέν λειτουργοῦν πιά κατά τό δοκοῦν, δηλαδή κατά τά πάθη τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός μου, ἀλλά κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε ὁ χριστιανός εἶναι χριστιανός χωρίς διακοπές καί τό ἐρώτημα πού μονίμως τόν ἀπασχολεῖ εἶναι ἄν βρίσκεται πάνω σ’ αὐτήν τή διαδικασία, ἄν συνεπῶς βρίσκεται σέ μιά διαρκή ἔξοδο ἀναζήτησης τοῦ Κυρίου: ἀναζήτησής Του μέσα στίς ἐντολές Του,  ὅπως καί πάλι ὁ Κύριος τό ἔχει ἐπισημάνει: «Ὅπου εἰμί ἐγώ, ἐκεῖ καί ὁ διάκονος ὁ ἐμός ἔσται».
γ. Εὔκολα πράγματα; Κυριολεκτικά δύσκολα. Μά δυνατά, γιατί μᾶς ἐνισχύει ὁ Ἴδιος, ἀφοῦ εἴμαστε μέλη Του. Καί ταυτοχρόνως, σωτήρια γιά ἐμᾶς μ’ ἕναν ἐσωτερικό γλυκασμό πού γαληνεύει τίς καρδιές καί τίς κάνει νά νιώθουν ὅτι βρίσκονται ἀδιάκοπα μέσα στό ἡλιόλουστο περιβάλλον τῆς Οὐράνιας Παρουσίας Του. Γιατί ὁ Ἴδιος εἶπε καί οἱ ἅγιοι βεβαιώνουν ἀπό τήν ἐμπειρία τους: τήν ὥρα πού βρίσκεται κανείς στόν ἀγώνα τῶν ἐντολῶν Του, περιπατῶν ἀξίως τῆς κλήσεώς του, ἐκείνη τήν ὥρα νιώθει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Χριστοῦ, ὁ Χριστός φανερώνεται στήν ὕπαρξή Του, γίνεται κατοικητήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τυχαῖα ὁ ἅγιος Πορφύριος, γιά νά μνημονεύσουμε μόνον τόν μεγάλο αὐτό σύγχρονο ἅγιό μας, ἔλεγε ὅτι σέ κάθε πρόβλημα, σέ κάθε πειρασμό καί δυσκολία, ἡ λύση γι’ αὐτόν  ἦταν μία;  Ἡ στροφή πρός τόν Κύριο, δηλαδή ἡ στροφή πρός τίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Κυρίου. Μόνο βεβαίως ἄν μποῦμε κι ἐμεῖς σ’ αὐτόν τόν πειραματισμό θά μπορέσουμε νά κατανοήσουμε τήν ἀλήθεια αὐτῶν τῶν λόγων, πάντως ὄχι καθήμενοι ἁπλῶς στήν πολυθρόνα μας ἀντιμετωπίζοντας τήν πίστη ὡς θέαμα ἀπό τήν τηλεόραση.

    

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΝΕΟΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ


 
           Δεν είναι τυχαίο ότι τον βίο του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας  έγραψε ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος καταγράφει γι’ αυτόν συγκεκριμένα περιστατικά της ζωής του, όπως και διδασκαλίες του, τα οποία άκουσε, όταν ήταν ακόμη μικρό παιδάκι, από τη γιαγιά του αγία Μακρίνα, μαθήτρια και πνευματικοπαίδι του ίδιου του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας. Το ίδιο κάνει σε λόγους του και ο άγιος Βασίλειος. Και αυτός μνημονεύει με μεγάλο θαυμασμό τον σήμερα εορταζόμενο, καθώς και ο ίδιος υπήρξε αυτήκοος παρομοίων περιστατικών από τη γιαγιά του. Κι αξίζει εδώ να τονίσουμε την αξία των γιαγιάδων και των παππούδων, διαχρονικά, οι οποίοι μυούν στα νάματα της αγιασμένης μας χριστιανικής παραδόσεως τα εγγόνια τους. Ας φανταστούμε το σκηνικό: η γιαγιά Μακρίνα, αναπνέοντας την παράδοση του αγίου Γρηγορίου του θαυματουργού, δηλαδή την παράδοση του Χριστού και της Εκκλησίας μας, να έχει στην αγκαλιά της τα θαυμαστά, όπως θα αποδειχτεί αργότερα, εγγόνια της, και να  μεταγγίζει σ’  αυτά τη ζωντανή αυτή παράδοση. Πόσο συνήργησε η αγιασμένη αυτή γιαγιά στο να αναδειχτούν τέτοια αναστήματα για την Εκκλησία τα εγγόνια της, μόνον ο Θεός μπορεί να το ξέρει. Σίγουρα πάντως δεν ήταν άμοιρη σ’ αυτό και εκείνη.

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018

ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ...





Σου ‘δωσα το μαντήλι μου
τα δάκρυά σου για να μάσεις…
Δεν έχει πίκρα μοναχά
καθένας αποχωρισμός.
Σημαίνει πάλι την αρχή
τον ήλιο στο μέτωπό μου·
τ’ ανέμου τα χτυπήματα
και της βροχής τις στάλες.
Στο τέλμα μόνο δεν θα βρεις
το στέριο βήμα τ’ αρχικό.
Και… κράτα το μαντήλι·
τη θύμησή μου ζωντανή
κρατάς μες στην ψυχή σου.
Ίσως αυτή να ‘ν’ η φωνή
ξανά γιά να γυρίσω.



Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ

 
Δεν υπάρχει περίπτωση να μελετήσει κανείς το ευαγγέλιο του αγίου Ματθαίου και να μην αιχμαλωτιστεί από τα θεόπλοκα δίχτυα του. Αρκεί να το μελετήσει με καλή διάθεση και με πίστη. Θα διαπιστώσει ότι το Πνεύμα του Θεού που τον φώτισε, θα φωτίσει και εκείνον. Συνεπώς θα οδηγηθεί στην επίγνωση του ίδιου του Θεού, του μεγαλύτερου θησαυρού στον κόσμο τούτο. Όπως το λέει και ο υμνογράφος: «Ματθαίου ζωγρείται θεοπλόκοις του Μαθητού δικτύοις, τα συστήματα των πιστευόντων, διά παντός προς την σην επίγνωσιν, ευεργέτα, ποδηγούμενα». (Οι πιστοί αιχμαλωτίζονται από τα θεόπλοκα δίχτυα του μαθητή Ματθαίου, και καθοδηγούνται πάντοτε προς τη δική Σου επίγνωση, ευεργέτα Κύριε). Κι ακόμη: είναι το ευαγγέλιο του Ματθαίου που τονίζει κατεξοχήν και την ημέρα της Κρίσεως, της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Μια καταγραφή που όταν λαμβάνεται υπόψη σοβαρά, κάνει τον άνθρωπο να ξυπνάει από τη ραθυμία και να πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού. Διότι με όριο την Κρίση του Θεού επιλέγει να σκέπτεται και να πράττει εκείνα που θα αντέξουν την ώρα αυτή: ό,τι αποτελεί πλουτισμό της ψυχής. «Και των ραθύμων ήγειρας ψυχάς…πρώτος γεγονώς ευαγγελιστής εν τω κόσμω, καθυπογράψας την ώραν της κρίσεως».

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Η... ΜΕΙΩΜΕΝΗ ΑΙΣΘΗΣΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ


«Φτάσαμε, ἁγιώτατε», ἀκούστηκε ἡ φωνή τοῦ ἁμαξᾶ, ὁ ὁποῖος μ’ ἕνα σάλτο ἔσπευσε γρήγορα νά ἀνοίξει τήν πόρτα τοῦ κουβουκλίου, γιά νά κατέβει ὁ ἐπίσκοπος Ἀραβισσοῦ Ἀδέλφιος. Φτερούγισε ἡ καρδιά τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου∙ εἶχε πάρα πολύ καιρό νά ἐπισκεφτεῖ τό γυναικεῖο αὐτό μοναστήρι τῆς εὐρύτερης περιοχῆς του, στό ὁποῖο ἡγουμένη ἦταν ἡ μικρή ἀγαπημένη του ἀδελφή. Αὐτός καί κυρίως ἡ μεγαλύτερη ἀδελφή του Ἰανία ἦταν ἐκεῖνοι πού μεγάλωσαν τή μικρή τῆς οἰκογένειας - ἐννοεῖται ὡς βοηθοί τῶν εὐσεβῶν γονέων τους - ἡ ὁποία εἶχε δείξει σχεδόν ἀπό βρέφος τήν ἰδιαίτερη στροφή της πρός τά θεῖα, τήν ἀγάπη καί τόν βαθύ ἔρωτά της πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, γι’ αὐτό καί δέν εἶχε ἀργήσει νά ζητήσει τόν ἐγκλεισμό της σέ μοναστήρι. Δέν τό ἀρνήθηκαν οἱ γονεῖς, ἄλλωστε εἶχε προηγηθεῖ ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός, ἐνῶ ἡ μεγάλη τῆς οἰκογένειας, εὐσεβέστατη κι αὐτή κατά πάντα, ἐπέλεξε τόν ἔγγαμο βίο, τή δημιουργία τῆς κατ’ οἶκον οἰκογένειας, τή δημιουργία βλαστῶν πού θά ζοῦν γιά νά προσφέρουν τήν εὐωδία Κυρίου στό στενό καί στό εὐρύτερο περιβάλλον τους. Τό μόνο πού τῆς τόνισαν ὅλοι ἦταν ὅτι ἡ ἐπιλογή της δέν πρέπει νά εἶναι ἐπιπόλαιη, γιατί πρόκειται γιά ἀπόφαση πού θά σφραγίσει ὁλόκληρη τή ζωή της.
Ἔγινε καλόγρια καί «διέπρεψε». Τέκνο ἀπόλυτης ὑπακοῆς, φιλακόλουθη στό ἔπακρο, γλυκομίλητη καί εὐχάριστη πάντοτε στούς τρόπους της, κέρδισε τή συμπάθεια ὅλων, κι ὅταν μετά ἀπό χρόνια ἀρκετά τέθηκε τό θέμα τῆς διαδοχῆς στήν ἡγουμενία, ὅλοι μέ μιά φωνή ἐκείνην πρότειναν καί πίεσαν γιά νά δεχθεῖ. Μέ βαριά καρδιά ἀνέλαβε τό διακόνημα τῆς ἡγουμενίας: τριάντα τόσες ψυχές ἐξαρτῶνταν πιά ἀπό αὐτήν... Ὁ κατά σάρκα ἀδελφός της, Ἀδέλφιος, ὁ ὁποῖος ἐντωμεταξύ εἶχε γίνει ὁ ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς, στήν ἐπαρχία τῆς Ἀρμενίας, γνωρίζοντάς την ἀπό πρῶτο χέρι, ἐπικρότησε ἀμέσως τήν ἐκλογή. Μέσα σέ κλῖμα μεγάλης συγκίνησης ἔκανε τήν ἐνθρόνισή της, εἶπε τά δέοντα, τῆς εὐχήθηκε, τήν ἀσπάστηκε. Ἔκτοτε ὅμως τά μεγάλα καί σπουδαῖα καθήκοντά του ὡς ἐπισκόπου δέν τοῦ ἐπέτρεψαν καί πάλι νά τήν ἐπισκεφτεῖ. Κι αὐτό τόν ἔτρωγε πολύ τόν τελευταῖο καιρό, σάν ἀγκάθι  εἶχε σφηνώσει στή σκέψη του ἡ εἰκόνα τῆς μοναχῆς ἀδελφῆς του... «Μήπως ἀντιμετωπίζει ἰδιαίτερα προβλήματα;» τοῦ ἐρχόταν ὁ λογισμός. Καί νά πού τά κατάφερε καί ἦλθε. Ἡ καρδιά του χτυποῦσε ἀρκετά δυνατά.

Τό πόδι του ἀκούμπησε στό ἔδαφος, ἔφτιαξε λίγο τά ράσα του πού ἀνέμισαν ἀπό τόν ἐλαφρύ ἄνεμο, καί τό βλέμμα του ἀγκάλιασε τό μοναστήρι καί τή γύρω περιοχή: ἡ βλάστηση ἦταν πυκνή, ἡ ὀμορφιά μεγάλη, ἀλλά «θά τούς τρώει ἡ ὑγρασία», ἔκανε καί πάλι τή σκέψη. Προχώρησε πρός τή Μονή – δέν εἶχε εἰδοποιήσει ὅτι θά πάει, κανένας δέν φάνηκε νά τόν προϋπαντήσει - διάβηκε τή μεγάλη ἔξω θύρα, χαμογέλασε βλέποντας τή φροντίδα ἀπό τή γυναικεία πάστρα καί τακτοποίηση. Ἕνα σούσουρο καί κάποιες ἄναρθρες κραυγές τοῦ ἀπέσπασαν τήν προσοχή καί τόν ἔκαναν νά σπεύσει πρός τήν ἐσώτερη αὐλή τοῦ μοναστηριοῦ. Τό θέαμα πού ἀντίκρυσε τόν... πάγωσε. Σάν νά κοκκάλωσε στή θέση του κι ἄνοιξε ὀρθάνοιχτα τά μάτια του. Μιά μοναχή, μιά ρασοφερεμένη, σέ ἀπόσταση περίπου δέκα μέτρων ἀπό ἐκεῖ πού εἶχε φτάσει ἦταν πεσμένη κάτω καί κυλιόταν πότε στή μιά καί πότε στήν ἄλλη μεριά. Οἱ ἄναρθρες κραυγές ἔβγαιναν ἀπό τό δικό της στόμα, ἐνῶ κάποιες ἀδελφές τῆς Μονῆς  βρίσκονταν δίπλα της, ἀνήμπορες ἀπ’ ὅ,τι φαινόταν νά τή βοηθήσουν. 
Κάποιες τόν εἶδαν, θορυβήθηκαν, πῆραν νά ἰσιώνουν λίγο τη μαντίλα τους, τόν πλησίασαν. «Εὐλογεῖτε, ἁγιώτατε», ἔσπευσαν νά τόν προσκυνήσουν. «Ἡ ἡγουμένη, ἡ Γερόντισσσα, δέν εἶναι ἐδῶ;» ρώτησε, προσπαθώντας νά συνέλθει ἀπό τήν πρώτη ἔκπληξη. «Ἐδῶ εἶναι, ἐδῶ εἶναι, ἔρχεται ἀμέσως», εἶπε κι ἔφυγε τρέχοντας μία καλόγρια νά εἰδοποιήσει τήν ἡγουμένη πού εἶχε ἦλθε ὁ ἐπίσκοπος, ὁ ἀδελφός της, ὁ ἄνθρωπος μέ τή μεγάλη φήμη ἁγιότητας σέ ὁλόκληρη τήν περιοχή. Ἀλλιῶς εἶχε φανταστεῖ τή συνάντηση ὁ Ἀδέλφιος∙ ἤθελε νά κάνει ἔκπληξη στήν ἀδελφή του, εἶχε ἐπιθυμήσει νά τήν δεῖ, νά τήν ἀσπαστεῖ, νά χαρεῖ τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στά πρόσωπα τῶν ἀφιερωμένων μαζί της  ἀδελφῶν.

Ἦλθε σπεύδοντας ἡ ἡγουμένη, καταχάρηκε πού εἶδε τόν ἀδελφό της τόν ἐπίσκοπο, τόν προσκύνησε κι αὐτή, τοῦ φίλησε τό χέρι, μά λίγο τό αὐστηρό βλέμμα του τῆς μείωσε τόν ἐνθουσιασμό. Ἡ ἀπορία ἦταν ἔντονα ζωγραφισμένη στά μάτια του. Μίλησε ἐκεῖνος πρῶτος, ἀφήνοντας κατά μέρος κάθε ἁβρότητα καί συναισθηματική ἔκφραση. «Τί εἶναι αὐτό πού συμβαίνει ἐδῶ, ἀδελφή μου;» τῆς εἶπε. «Σοῦ ἀρέσει αὐτή ἡ ἀδικία πού ὑφίσταται ἡ μοναχή αὐτή ἀπό τόν δαίμονα καί πού φέρεται ἔτσι μέ τόσο ἄπρεπο καί ἀνάρμοστο τρόπο;» Πῆγε νά ἀπαντήσει κάτι ἡ Γερόντισσα μά συνέχισε ὁ ἐπίσκοπος, σχεδόν δακρυσμένος, τόν αὐστηρό ἔλεγχο. «Δέν γνωρίζεις τή θέση πού ἔχεις; Σάν ἡγουμένη εἶσαι ὑπεύθυνη γιά ὅλες τίς ἀδελφές τοῦ μοναστηριοῦ καί σηκώνεις ἐσύ κι αὐτές ἀκόμη τίς ἁμαρτίες τους! Τί γίνεται λοιπόν ἐδῶ;» «Μά, δέν βλέπετε ὅτι τήν περιπαίζει ὁ διάβολος; Αὐτό συμβαίνει ἐδῶ κι ἀρκετό καιρό. Ἀνθρωπίνως κάναμε ὅ,τι περνάει ἀπό τό χέρι μας. Φέραμε γιατρούς, κάναμε προσευχές. Τί μπορῶ νά κάνω ἐγώ πιά ἀπέναντι στόν δαίμονα, ἅγιε ἀδελφέ μου;» μπόρεσε νά ψελλίσει ἡ ἡγουμένη – περίμενε νά τήν καταλάβει καί νά τήν δικαιολογήσει τουλάχιστον ὁ ἀδελφός της.
«Τί μπορεῖς νά κάνεις;» ἔκανε μέ ἀπορία ἐκεῖνος. «Τόσα χρόνια στό μοναστήρι καί δέν ἔμαθες; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δέν μᾶς ἔδωσε ἐξουσία, σ’ ἐμᾶς τούς μαθητές καί ἀκολούθους Του, «τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων, καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ;» Λοιπόν, δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτε;» Ἡ ἡγουμένη ἀμίλητη, ντροπιασμένη, μέ σκυμμένο τό κεφάλι, σταμάτησε νά μιλάει. Παρακολουθοῦσε ἀπό δῶ καί πέρα τόν ἀδελφό της, τόν ἐπίσκοπο Ἀδέλφιο, νά ἐπιβεβαιώνει τή φήμη πού εἶχε τοῦ ἁγίου. Ἐκεῖνος μέ σταθερά βήματα προχώρησε πρός τή μεριά τῆς κυλιόμενης στά χώματα καλόγριας, ἡ ὁποία σάν νά κατάλαβε κάτι, προσπάθησε νά σηκωθεῖ καί νά ἀρχίσει τίς μετάνοιες καί τά προσκυνήματα ἀπέναντί του. Τό δαιμόνιο ἔβλεπε τό ἐπερχόμενο... τέλος του καί πῆγε νά τήν κάνει νά φύγει. «Στάσου!», τῆς φώναξε ἐκεῖνος μέ φωνή ἐπιτακτική, ἄπλωσε τά χέρια του κι ἔπιασε τό κεφάλι της, κι ἄρχισε μέ θέρμη ψυχῆς νά προσεύχεται στόν Κύριο.
Τό θαῦμα τό εἶδαν ὅλοι:  ὁ δαίμονας πού τήν κυριαρχοῦσε, μήν ἀντέχοντας τήν προσευχή τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου, ἀφοῦ λίγο τήν τάραξε, ἔφυγε. Ἡ καλόγρια ἀπελευθερώθηκε, ἡσύχασε, γονάτισε μέ δάκρυα στά μάτια καί φίλησε μέ αἴσθηση ψυχῆς τά ὑποδήματα τοῦ ἁγίου. Σηκώθηκε σέ λίγο καί εἰρηνεμένη πῆγε κι ἔβαλε μετάνοια καί στήν ἡγουμένη της. Παρ’ ὅλα τά δάκρυά της, ἡ Γερόντισσα μπόρεσε νά δεῖ τό γαλήνιο βλέμμα τῆς ὑποτακτικῆς της. Ἔπρεπε τώρα νά γαληνέψει καί ἡ δική της ψυχή. Λίγη ὥρα ἀργότερα, στό κελλάκι πού χρησιμοποιεῖτο γιά τήν ἐξομολόγηση, γονατιστή μπρός στόν ἀδελφό της, τόν ἅγιο ἐπίσκοπό της, συντετριμμένη κατέθετε τά κρίματά της, ἐκεῖνα πού κρυμμένα καί ἀθέατα μέσα της τήν ἔκαναν ν’ ἀδυνατεῖ νά βγάλει τά... δαιμόνια, ἐκεῖνα ἀκόμα πιό πολύ πού τῆς ἔκρυβαν τή βαθειά εὐθύνη πού εἶχε ἀπέναντι στίς ὑποτακτικές καί ἀδελφές της...
(Ἀπό τό «Λειμωνάριον» τοῦ Ἰ. Μόσχου, κεφ. 128)

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

ΟΙ «ΑΔΕΛΦΟΙ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ


«Η αυτοκράτειρα Ευδοξία, επειδή την ήλεγχε ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης για τις αδικίες που έκανε, ιδιαιτέρως απέναντι σε μία φτωχή χήρα γυναίκα που της άρπαξε το αμπέλι, έγινε σαν θηρίο, και κρατώντας σθεναρά το αμπέλι, τον εξορίζει από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο, την πρώτη φορά με δική της διαταγή, την δε δεύτερη με την ψήφο Επισκόπων, οι οποίοι ζούσαν μάλλον με τις διασυνδέσεις των ισχυρών, παρά με την ορθόδοξη πίστη…» (Από το συναξάρι του αγίου).

Τ’ «αδέλφια» σου, άγιε μου χρυσορρήμονα,
 Ιούδες δεύτεροι, σε πούλησαν κι εσένα.
Απ’ την αρχόντισσα την κοσμική το περιμένεις,
- μυρίζει σάρκα κι η ψυχή, «θεός» το χρήμα και η δόξα.
Των Αποστόλων όμως οι συνεχιστές,
οι θεωμένοι, καθώς λέει κι η Παράδοση,
πώς την τολμήσανε την άδικη την πράξη;
Πώς τα δικά τους χέρια, στο αίμα Κυρίου
βουτηγμένα, συρθήκανε – με τρέμουλο οργής
 Θεού επικρεμάμενης – σ’ υπογραφή ανίερη,
να εξοντώσουνε τον άγιο αδελφό;
«Τάφοι κεκονιαμένοι», αχειροτόνητοι απ’ τον Θεό,
λησμονημένοι εσαεί από Εκείνον!
Ο συναξαριστής μ’ ευθύτητα δηλώνει:
«με τις διασυνδέσεις των ισχυρών μάλλον εζούσαν,
παρά με την ορθόδοξη την πίστη!»