Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ


Ὁ χρόνος, κατά τήν πίστη μας, ἀποτελεῖ δωρεά τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο προκειμένου νά μετανοήσει. Ὅ,τι ζητεῖται ἐντέλει ἀπό τόν ἄνθρωπο εἶναι ἀκριβῶς ἡ μετάνοιά του. Καί μετάνοια σημαίνει νά ἀπομακρυνθῶ ἀπό ὅ,τι εἶναι ἁμαρτωλό καί νά στραφῶ πρός τόν Θεό μέ τή συνεπή τήρηση τοῦ θελήματός Του. Πῶς θά μάθω ὅμως μέ ἀκρίβεια τί εἶναι ἁμαρτία καί ποιό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἀκριβῶς στό σημεῖο αὐτό ἔχει κατεξοχήν τή θέση της ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Μέ τή μελέτη τοῦ αἰώνιου βιβλίου φωτίζεται ὁ σκοτισμένος ἀπό τήν ἁμαρτία νοῦς τοῦ ἀνθρώπου καί ἀρχίζει ὁ πιστός νά βλέπει γύρω του καθαρά: ποιό εἶναι τό ἀληθινό συμφέρον του, τί ζητᾶ ἀπό αὐτόν ὁ Θεός, ποιό εἶναι τό οὐσιῶδες καί ποιό τό ἐπουσιῶδες στή ζωή. 
Γιά τό θέμα τῆς μελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἔχουν ἀσχοληθεῖ καί ἔχουν γράψει πολλοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι ὁ ὅσιος Παΐσιος, μολονότι δέν εἶναι Δάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ἁγιασμένη ἐμπειρία του ἔχει κάτι σημαντικό νά μᾶς πεῖ. Ἄς τόν ἀκούσουμε καί ἄς τόν σχολιάσουμε. 
«Νά μήν προσπαθεῖς νά κατανοήσεις γραφικά χωρία μέ τή λογική. Ἐκεῖ δέν χωρᾶ ἡ λογική. Ἐσύ νά διαβάζεις καί ὅ,τι καταλάβεις. Ὅταν θά εἶναι πρός τό συμφέρον σου, θά σοῦ τό ἀποκαλύψει ὁ Θεός. Καί ἐγώ διαβάζω μερικές φορές καί δέν κατανοῶ κάτι. Καταλαβαίνω μόνο ὅτι ἐδῶ κάτι καλό λέει. Ὅμως φαίνεται ὅτι αὐτό το καλό δέν εἶναι γιά μένα κι ἔτσι τ’ ἀφήνω. 
Ἐκεῖνο πού ἔχει μεγάλη σημασία εἶναι νά κάνουμε αὐτά πού καταλαβαίνουμε, γιατί ἐμεῖς σήμερα ἔχουμε μιά τάση μόνο νά μαθαίνουμε. Στά σπίτια μας ἔχουμε μεγάλες βιβλιοθῆκες, παίζουμε τή “Φιλοκαλία” στά δάχυλα, ὅμως ἀπό πράξη τίποτα. 
Ἕνας μουσουλμάνος, ἐδῶ, στά μέρη τῆς Θράκης, μιά μέρα διάβασε τό Εὐαγγέλιο, ἐνθουσιάστηκε καί ἐπειδή ἦταν καλοπροαίρετος, πίστεψε ἀπό τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Κατάλαβε ὅμως ἀπ’ ὅλο τό Εὐαγγέλιο τρία μόνο πράγματα · ὅτι πρέπει: α) νά ἀγαπᾶ τόν Θεό καί νά εὔχεται πρός Αὐτόν συνέχεια, γιά νά τόν βοηθᾶ, β) νά ἀγαπᾶ τόν πλησίον του καί γ) νά κάνει ὑπομονή σ’ ὅ,τι τοῦ συμβαίνει, γιά νά ὠφελεῖται ἡ ψυχή του. Αὐτά μόνο κατάλαβε, ἀλλά πῆγε καί βαπτίστηκε καί προσπαθοῦσε νά τηρεῖ αὐτά τά τρία πού κατάλαβε. 
Ὁ χότζας καί οἱ ἄλλοι μουσουλμάνοι, ἀνάμεσά τους καί οἱ συγγενεῖς, ὅταν κατάλαβαν ὅτι ἀπό μουσουλμάνος ἔγινε χριστιανός, τοῦ κήρυξαν τόν πόλεμο καί δέν τόν ἄφηναν σέ ἡσυχία. Ἐκεῖνος ὅμως ἐφάρμοσε τά τρία πράγματα πού εἶχε καταλάβει. Προσευχόταν συνέχεια στόν Θεό, ἀγαποῦσε τούς πλησίον του καί ἔκανε καί ὑπομονή. Αὐτό ὅμως εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά κάνει τούς μουσουλμάνους νά θαυμάζουν τήν καλωσύνη του καί ν’ ἀρχίζουν νά πιστεύουν στόν Χριστό καί νά βαπτίζονται. Κι ἔτσι καί τόν ἑαυτό του βοήθησε καί τούς συνανθρώπους του. 
Ἐμεῖς ὅμως, ἐπειδή δέν κάνουμε αὐτά πού γνωρίζουμε, ἀλλά γεμίζουμε συνέχεια τήν ψυχή μας μέ γνώσεις, μπερδευόμαστε καί δέν μποροῦμε οὔτε κἄν τόν ἑαυτό μας νά βοηθήσουμε καί νά τόν ἀπαλλάξουμε ἀπό τούς μάταιους λογισμούς. Οὔτε ἕνα “μουσουλμάνο” λογισμό δικό μας δέν μποροῦμε νά τόν κάνουμε “ὀρθόδοξο”». 
(Ἱερομ. Χριστοδούλου, ὁ Γέρων Παΐσιος, σσ. 226-227).
1. Ἡ Ἁγία Γραφή δέν κατανοεῖται μέ τή λογική· ἡ θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 
Ἡ προτροπή τοῦ ὁσίου εἶναι σαφής: «Νά μήν προσπαθεῖς νά κατανοήσεις γραφικά χωρία μέ τή λογική». Γιατί ἄραγε; Ἡ Ἁγία Γραφή δέν εἶναι ἕνα ἁπλό βιβλίο γραμμένο ἀπό ταλαντούχους ἔστω ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι στηρίχθηκαν στίς δυνάμεις καί τή φαντασία τους γιά νά τό γράψουν. Οὔτε ὅμως πρόκειται γιά ἕνα σοφό βιβλίο, πού ἀποτυπώνει τήν ἐμπειρία τῆς ἀνθρώπινης σοφίας καί ἱστορίας. Τέτοια βιβλία, ἀνθρωπίνως σοφά καί ἐμπνευσμένα, ὑπάρχουν πολλά, εἶναι πιθανῶς πολλαπλῶς ὠφέλιμα, μά ὑπόκεινται πάντοτε στόν ἔλεγχο τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ λογική του μπορεῖ νά λειτουργήσει ὡς κριτήριο γιά νά τά δεχτεῖ ἤ νά τά ἀπορρίψει. 
Ἡ Ἁγία Γραφή ἀποτελεῖ τό βιβλίο ἐκεῖνο, στό ὁποῖο καταγράφεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός διά τοῦ Πνεύματός Του ἐνέπνευσε πιστούς καί ἁγίους Του ἀνθρώπους, ὥστε νά ἀποτυπώσουν, μέ τίς δικές τους δυνάμεις ἀσφαλῶς, ὅσα Ἐκεῖνος ἔκρινε ἀπαραίτητα γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. «Οὐ γάρ θελήματι ἀνθρώπου ἠνέχθη ποτέ προφητεία, ἀλλ’ ὑπό Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β΄ Πέτρ. 1, 21). Εἶναι λοιπόν βιβλίο θεόπνευστο καί ὡς θεόπνευστο ἀπαιτεῖ τήν πίστη καί τήν ὑπακοή τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν κατανόησή του. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἐκεῖνος πού διά τῆς λογικῆς καί μόνον θά θελήσει νά προσεγγίσει τήν Ἁγία Γραφή, οὐσιαστικά θά τή διαστρέψει. Ἀφοῦ γράφτηκε ἡ Ἁγία Γραφή ἐν Πνεύματι, ἄρα μόνον ἐν Πνεύματι μπορεῖ καί νά κατανοηθεῖ. 
Καί πράγματι· ὅσοι μέχρι σήμερα θέλησαν στηριγμένοι στίς δυνάμεις τους νά ἑρμηνεύσουν τό θεόπνευστο αὐτό βιβλίο, ὁδηγήθηκαν στήν αἵρεση, στή διαστροφή δηλαδή τῆς ἀλήθειας. Διότι ἔθεσαν τόν δικό τους λόγο ὑπεράνω τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ κρίνει τόν ἄνθρωπο· δέν κρίνεται ἀπό αὐτόν. Ἀπό τήν ἄλλη, ὅσοι προσήγγισαν μέ πίστη καί ταπείνωση τήν Ἁγία Γραφή ἔνιωσαν νά διανοίγονται οἱ ὀφθαλμοί τῆς καρδίας τους «τοῦ συνιέναι τάς Γραφάς». Τελικῶς, τό ἴδιο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ὁδηγός τοῦ ἀνθρώπου στήν κατανόηση τῶν Γραφῶν. 
«Γιά τήν κατανόηση τῶν κειμένων τῆς Ἁγίας Γραφῆς δέν χρειάζεται ἀνθρώπινη σοφία, ἀλλά ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε, ἀφοῦ κατανοήσουμε τήν ἀληθινή σημασία τῶν κειμένων της, νά δεχθοῦμε ἀπό ἐκεῖ μεγάλη ὠφέλεια» (ἱερός Χρυσόστομος). 
Κι ἐπειδή τό Πνεῦμα αὐτό ἀποτελεῖ τήν ψυχή τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό καί ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἔχει σαφῶς ἐκκλησιαστικό χαρακτήρα. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι πρό τῆς ἀναγνώσεως τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς στή Θεία Λειτουργία, ὁ ἱερέας ζητεῖ ἀπό τόν Θεό νά λάμψει στίς καρδιές τῶν πιστῶν καί νά διανοίξει τόν νοῦ τους γιά νά κατανοήσουν τά λόγιά Του: «Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τό τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καί τούς τῆς διανοίας ἡμῶν διάνοιξον ὀφθαλμούς εἰς τήν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν…». Ὅλοι γνωρίζουμε ἄλλωστε τήν ἀντίδραση τῶν δύο μαθητῶν στό χωριό Ἐμμαούς μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ: γεμᾶτοι θάμβος ἀπό τήν παρουσία τοῦ Κυρίου μαζί τους καί τή γιά δεύτερη φορά τέλεση ἀπό Αὐτόν τῆς Θείας Εὐχαριστίας, «ἐπιπλήττουν» τόν ἑαυτό τους λέγοντας: «Οὐχί ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καί ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τά γραφάς;» (Λουκ. 24, 32).
Ὥστε στήν Ἁγία Γραφή «δέν χωρᾶ ἡ λογική. Ἐσύ νά διαβάζεις καί ὅ,τι καταλάβεις. Ὅταν θά εἶναι πρός τό συμφέρον σου, θά σοῦ τό ἀποκαλύψει ὁ Θεός». 
2. Ἁγία Γραφή: ἡ γραπτή παράδοση τῆς Εκκλησίας.
Τό γεγονός ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή κατανοεῖται ὀρθά μέσα στά πλαίσια τῆς Ἐκκλησίας φανερώνει ὅτι τά κείμενά της δέν αὐτονομοῦνται. Μόνον στους αἱρετικούς Προτεστάντες ἔχουμε μιά αὐθαίρετη αὐτονόμηση καί ἀπολυτοποίηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, σάν νά εἶναι ἡ μοναδική πηγή τῆς ἀλήθειας. «Μόνη ἡ Γραφή» εἶναι τό βασικό τους δόγμα, πού ἀνοίγει βεβαίως, μαζί μέ τίς ἄλλες βασικές τους ἀρχές: «μόνη ἡ πίστη, μόνη ἡ χάρη», τόν δρόμο τῆς αὐθαιρεσίας καί τοῦ ἄκρατου ὑποκειμενισμοῦ. Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ εὔκολη ὑπέρβαση τῆς αὐθεντίας τῆς Γραφῆς ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς, μέ τόν ὑπερτονισμό τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως, ὁδηγεῖ σέ ἄλλου εἴδους αὐθαιρεσίες, γεγονός πού ἱστορικά ἐπισημαίνεται μέ τήν καθιέρωση δογμάτων, (π.χ. τό ἀλάθητο τοῦ πάπα, ἡ ἄσπιλη σύλληψη τῆς Θεοτόκου), ξένων πρός τήν ἀποκάλυψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐμπειρία τῆς πρώτης καί ἑνωμένης στή συνέχεια μιᾶς Ἐκκλησίας. 
Γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη μας, πηγή τῆς ἀποκάλυψης εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί φορέας της τό ζωντανό σῶμα Του, ἡ Ἐκκλησία. Στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας λοιπόν ὑπάρχει ἡ παράδοση τῆς ἀποκάλυψης, ἐνῶ τμῆμα τῆς παράδοσης αὐτῆς ἀποτυπώθηκε γραπτῶς καί ἀπετέλεσε τήν Καινή Διαθήκη. Ἡ Καινή Διαθήκη, μαζί μέ τήν προφητεία γι’αὐτήν, τήν Παλαιά Διαθήκη, ἀπαρτίζουν τήν Ἁγία Γραφή. Ἔτσι ἡ Ἁγία Γραφή, ὡς προαναγγελία γιά τόν Χριστό (Π. Δ.) καί ὡς διακήρυξη τοῦ ἐρχομοῦ Του (Κ.Δ.), ἀποτελεῖ γιά τήν Ἐκκλησία τή γραπτή παράδοση, ἡ ὁποία γιά νά κατανοηθεῖ ὀρθά ἀπαιτεῖ τό φῶς τῆς ὅλης ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας, πού ὀνομάζεται Ἱερά Παράδοση. 
Κατά συνέπεια οὔτε μόνη ἡ Γραφή οὔτε μόνη ἡ Ἱερά Παράδοση, ὡς φορεῖς τῆς ἀποκάλυψης, μποροῦν νά μᾶς δώσουν τήν ἀλήθεια περί Χριστοῦ, ἀλλ’ ἡ Γραφή κάτω ἀπό τό φῶς τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Αὐτό σημαίνει ὅτι μιά ἀλήθεια εἶναι γνησίως χριστιανική, ὅταν ἀφενός ἔχει στήριγμα στή Γραφή καί ἀφετέρου ἑρμηνεύεται ἀπό τήν Ἱερά Παράδοση. Καί οἱ Προτεστάντες λοιπόν καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἐν προκειμένῳ, πού ἀπολυτοποιοῦν τόν ἕνα φορέα τῆς ἀποκάλυψης εἰς βάρος τοῦ ἄλλου, βρίσκονται ἐκτός τῆς ἀληθείας. 
3. Ὁ τρόπος μελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 
Τό μέλος λοιπόν τῆς Ἐκκλησίας, ὁ κάθε χριστιανός, εἶναι ὑποχρεωμένος νά μελετᾶ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, γιά νά φωτίζεται καί νά ὀρθοποδεῖ στόν δρόμο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἀλλ’ ἡ μελέτη αὐτή χρειάζεται νά γίνεται μέ τόν τρόπο πού ὑποδεικνύουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι ὁ τρόπος αὐτός ἤδη ἐπισημάνθηκε προηγουμένως: νά γίνεται μέ πίστη καί μέ ταπείνωση. Χωρίς πίστη καί ταπείνωση ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ παραμένει ἑρμητικά κλειστός γιά τόν μελετητή του, καί μάλιστα λειτουργεῖ καί ἀρνητικά γιά τή ζωή του· τόν κάνει ὑπερήφανο καί χειρότερο. 
Ἡ πίστη καί ἡ ταπείνωση αὐτή ὁδηγοῦν τόν χριστιανό στό νά μελετᾶ τήν Ἁγία Γραφή ἔμπρακτα· μέ προσπάθεια ἐφαρμογῆς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στή ζωή του. Κι ἡ ἐφαρμογή αὐτή θά τοῦ ἀποκαλύπτει σταδιακά τόν Θεό στήν καρδιά του. Διότι ὁ Θεός φανερώνεται ὄχι στόν μελετητή, ἀλλά στόν τηρητή τοῦ θελήματός Του. «Ὁ τηρῶν τάς ἐντολάς Αὐτοῦ, ἐν Αὐτῷ μένει καί Αὐτός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωά. 3, 24). 
«Μή λές, δέν γνωρίζω τό πρέπον καί ἑπομένως δέν ἁμαρτάνω πού δέν τό πράττω. Γιατί ἄν ἔκανες ὅσα καλά γνώριζες, θά σοῦ φανερώνονταν στή συνέχεια καί τά λοιπά, ὅπως βλέπεις καθώς προχωρεῖς τό ἕνα σπίτι μετά τό ἄλλο… Δέν σέ συμφέρει πρίν ἐργασθεῖς τά πρῶτα, νά μάθεις τά δεύτερα. Ἐπειδή ἡ γνώση φουσκώνει, δηλαδή φέρνει ὑπερηφάνεια ἐξαιτίας τῆς ἀργίας, ἐνῶ ἡ ἀγάπη οἰκοδομεῖ, γιατί ὑπομένει τά πάντα. Μελέτα τά λόγια τῆς θείας Γραφῆς μέ τήν πράξη καί μήν ἐπεκτείνεσαι σέ πολυλογία, ὑπερηφανευόμενος γιά σκέψεις θεωρητικές. Ἐκεῖνος πού ἄφησε τήν πράξη καί βασίζεται σέ μιά ἁπλή γνώση, ἀντί γιά δίκοπο μαχαίρι κρατᾶ καλαμένιο ραβδί, τό ὁποῖο σέ καιρό πολέμου, κατά τή Γραφή, θά τοῦ τρυπήσει τό χέρι καί θά μπεῖ μέσα σ’αὐτό καί θά τοῦ βάλει τό φυσικό δηλητήριο προτοῦ τοῦ τό βάλουν οἱ ἐχθροί» (ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητής). 
Τίς παραπάνω ἀλήθειες ἐπισημαίνει καί ὁ ὅσιος Παΐσιος: «Ἐκεῖνο πού ἔχει μεγάλη σημασία εἶναι νά κάνουμε αὐτά πού καταλαβαίνουμε, γιατί ἐμεῖς σήμερα ἔχουμε μιά τάση μόνο νά μαθαίνουμε». «Πρᾶξίς ἐστιν θεωρίας ἐπίβασις» κατά τούς Πατέρες. Ἀπό τήν πράξη προχωρᾶμε στή θεωρία καί τή γνώση. 
4. Ἡ ἱεραποστολή τοῦ μελετῶντος τόν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Τά λεγόμενα τοῦ ὁσίου Παϊσίου μᾶς ἐπισημαίνουν καί μιά ἄλλη πτυχή τοῦ μελετητῆ τῆς Ἁγίας Γραφῆς· τήν ἱεραποστολική του δράση. Αὐτός πού ὀρθά μελετᾶ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐπιδρᾶ καί στούς γύρω του, πολλές φορές κατά τρόπο ἀνεπίγνωστο στόν ἴδιο. Ὄχι μόνο δηλαδή ἔχει τή δυνατότητα λόγω τῆς γνώσεως τῶν Γραφῶν νά φωτίζει καί τούς ἄλλους μέ τόν λόγο του, μετά τόν φωτισμό τόν δικό του, μά μέ τή φωτισμένη πιά ζωή του γίνεται ὁδοδείκτης καί γι’ ἄλλους συνανθρώπους του. «Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων – εἶπε ὁ Κύριος - ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν Πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 5, 16). Ὁ ὅσιος Γέροντας μνημονεύει τόν μουσουλμάνο τῆς Θράκης. Ἐφάρμοσε ἐκεῖνος ὅ,τι κατάλαβε ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί ἡ συνέπειά του αὐτή ὁδήγησε σιγά-σιγά καί τούς ἄλλους μουσουλμάνους στήν πίστη στόν Χριστό.
Πρόκειται, πέρα ἀπό τόν παραπάνω λόγο τοῦ Χριστοῦ, καί γιά τήν ἐπισήμανση τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρός τόν μαθητή του Τιμόθεο. Μελέτα, τοῦ γράφει, τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, μένε σ’ αὐτόν καί ἡ προκοπή σου θά γίνεται φανερή σέ ὅλους. «Ταῦτα μελέτα, ἐν τούτοις ἴσθι, ἵνα σου ἡ προκοπή φανερά ᾖ ἐν πᾶσι» (Α΄ Τιμ. 4, 15).
Ἄν εἴχαμε διάθεση γιά πραγματική σχέση μέ τόν Χριστό, ἄν ἀγαπούσαμε τόν Θεό καί τόν λόγο Του, ἡ παρουσία μας στόν κόσμο καί τό περιβάλλον μας θά ἦταν καταλυτική. Ὄχι τόσο ὁ λόγος μας, ἀλλά κυρίως ἡ ζωή μας θά κέρδιζε τούς συνανθρώπους μας. Γιατί, ἁπλούστατα, θά τούς ἕλκυε καί θά τούς γοήτευε ἡ ἐκπεμπόμενη ἀπό ἐμᾶς χάρη τοῦ Θεοῦ.