Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ (30 ΜΑΡΤΙΟΥ)


Σήμερα ἑορτάζεται η μνήμη τοῦ ὁσίου Πατρός ἡμῶν ᾽Ιωάννου τῆς Κλίμακος, πέρα ἀπό τήν Δ´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, ὅπου ἐπίσης εἶναι ἡμέρα ἀφιερωμένη σέ αὐτόν. Ἑορτάζουμε δηλαδή  ἕναν ἀσκητικό συγγραφέα, πού θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ὡς ὁ ἅγιος τῆς Σαρακοστῆς, ἀφοῦ τό βιβλίο του ῾Κλίμαξ᾽ ἀποτελεῖ τό βασικό ἀνάγνωσμα τῆς περιόδου αὐτῆς στά μοναστήρια μας, ἀλλά καί σε πολλούς Χριστιανούς μέσα στόν κόσμο. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἕνα ἀσκητικό κείμενο μπορεῖ νά εἶναι γραμμένο πρωτίστως γιά τούς καλογέρους, δέν παύει ὅμως νά ἀποτελεῖ ἐντρύφημα, ὅπου μπορεῖ νά ἐφαρμοστεῖ,  γιά κάθε πιστό πού διψάει γνήσια εὐαγγελική τροφή. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ὁ μοναχισμός γιά την ᾽Εκκλησία μας συνιστᾶ, πρέπει νά συνιστᾶ, τήν ἀκραιφνέστερη ἔφραση τῆς συνεποῦς χριστιανικῆς ζωῆς. Κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἀποτελεῖ ὁδοδείκτη γιά κάθε χριστιανό.

 Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης καταρχάς, γιά τόν ὁποῖο δέν ἔχουμε πολλά βιογραφικά στοιχεῖα, νεαρός,16 ἐτῶν περίπου, ἔγινε μοναχός στό ὄρος Σινᾶ, στή Μονή τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, ἀφοῦ ἤδη εἶχε μάθει ἀρκετά γράμματα. ᾽Επί 19 ἔτη παρέμεινε ὑποτακτικός ἑνός σπουδαίου Γέροντος, τοῦ ἀββᾶ Μαρτυρίου, στόν ὁποῖο ἔκανε ἀδιάκριτη ὑπακοή, ὁπότε μετά τό θάνατό του ἀπεσύρθη σέ ἐρημική τοποθεσία, ὀκτώ χιλιόμετρα μακριά ἀπό τή Μονή, στήν ὁποία καί ἔζησε ἐπί σαράντα χρόνια. ᾽Εκεῖ ἔζησε ὁσιακή ζωή, ὑπερβαίνοντας μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τά ψεκτά πάθη του καί ἀποκτώντας ὅλα τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, καί κυρίως τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη. Μετά τά σαράντα χρόνια παρακλήθηκε νά γίνει ἡγούμενος τῆς Μονῆς, γεγονός πού ἀποδέχθηκε, καί παρέμεινε στό ἀξίωμα αὐτό γιά κάποια χρόνια, ὁπότε θέλησε καί πάλι ν᾽ ἀποσυρθεῖ στήν ἀγαπημένη του ἡσυχία καί μετ᾽ ὀλίγο κοιμήθηκε.

῎Εχουν διασωθεῖ διάφορα θαυμαστά γεγονότα ἀπό τή ζωή του πού φανερώνουν τήν ἰδιαίτερη χάρη πού εἶχε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά τά μεγαλύτερα θαύματά του σχετίζονται μέ τίς μεταστροφές τῶν καρδιῶν πού προξενοῦν τά θεόπνευστα κείμενά του, κάτι πού μπορεῖ ὁ οἱοσδήποτε χριστιανός νά διαπιστώσει, ὅταν ἀρχίσει μέ γνήσια διάθεση νά τά μελετᾶ. Εἶναι γνωστό ἄλλωστε ὅτι οἱ ἅγιοι πού μέ τά κείμενά τους βοηθοῦν τούς συνανθρώπους τους ἔχουν πρωτίστως ὡς χάρισμα ῾θαυματουργίας᾽ ἀκριβῶς τή δύναμη τῶν λόγων τους καί ὄχι τά γνωστά θαύματα σωματικῶν ἰάσεων ἄλλων ἁγίων. Καί ἐξηγήσαμε παραπάνω ὅτι τά κείμενα τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου δέν εἶναι μόνο γιά τούς μοναχούς, γιατί μπορεῖ νά γράφτηκαν κυρίως γι᾽ αὐτούς, ὅμως ἡ ὠφέλεια πού εἰσπράττει καί ὁ κοσμικός λεγόμενος χριστιανός δέν εἶναι μικρή. Γι᾽ αὐτό καί ἀγαπήθηκε ἡ ῾Κλίμακά᾽ του σ᾽ ᾽Ανατολή καί Δύση καί θεωρεῖται τό σπουδαιότερο σέ κυκλοφορία βιβλίο μετά τήν ῾Αγία Γραφή.

 ᾽Από τά θαυμαστά περιστατικά πού καταγράφηκαν ἐν ὅσῳ ζοῦσε, μνημονεύουμε δύο: Τό πρῶτο, ὅταν ἦταν στήν ἔρημο κι εἶχε δεχθεῖ ἕναν ὑποτακτικό, ὀνόματι Μωϋσῆ. Κάποια φορά, σέ διακόνημα εὑρισκόμενος ὁ νεαρός ὑποτακτικός, κουράστηκε κάτω ἀπό τόν καυτό ἥλιο τοῦ Αὐγούστου καί κάθησε νά ξεκουραστεῖ στόν ἴσκιο μεγάλης πέτρας, ὁπότε καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Τήν ἴδια ὥρα ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης εἶδε σέ ὅραμα κάποιον πού τοῦ ἔλεγε ὅτι κινδυνεύει ὁ μαθητής του. ᾽Αμέσως ἄρχισε ἔντονη προσευχή γι᾽ αὐτόν καί μετά ἀπό λίγο κατέφθασε καί ὁ ὑποτακτικός, ἀναγγέλλοντάς του τή φοβερή ἀγωνία πού πέρασε, καθώς ξύπνησε ξαφνικά ἀπό τή φωνή τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη, πού τόν καλοῦσε νά ἐγκαταλείψει ἀμέσως τόν τόπο πού βρισκόταν. Πράγματι, τό ἔκανε καί στή στιγμή ἔπεσε στόν τόπο αὐτό ἡ μεγάλη πέτρα, χωρίς βεβαίως ὁ ἴδιος νά πάθει κάτι. Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ἀνελύθη σέ δοξολογίες πρός τόν Θεό, χωρίς ὅμως νά ἀναφέρει καί τό τί προηγήθηκε στό μαθητή του. Τό δεύτερο: τήν ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεώς του ὡς ἡγουμένου ἦλθαν στή Μονή περί τά 600 ἄτομα. Ὅλοι ἔβλεπαν νά ὑπηρετεῖ σέ ὅλα τά διακονήματα κάποιος σάν ἰουδαῖος, μέ κοντό μαλλί, πού ἔτρεχε πάνω κάτω καί γιά τά πάντα. Στό τέλος τῆς ἡμέρας τόν ἀνεζήτησαν, ἀλλά δέν τόν βρῆκαν πουθενά. Καί στήν ἀπορία τους, ὅταν ἀπευθύνθηκαν στόν ἡγούμενο, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη, εἰσέπραξαν τήν ἀπάντηση: Τί πιό φυσικό νά ὑπηρετεῖ τό δικό του τόπο ὁ προφήτης Μωϋσῆς;
 
 Τό βιβλίο του ῾Κλίμαξ᾽, εἴπαμε, προξενεῖ τό πραγματικό καί μεγαλύτερο θαῦμα: τή μεταστροφή τῶν καρδιῶν, τή δημιουργία μετανοίας στόν ἄνθρωπο. Καί δίνει τήν ἀπάντηση στό πῶς ἀποκτᾶται ἡ πραγματική καί γνήσια πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός: ῾Τό εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δύνατά τῷ πιστεύοντι᾽! Δέν μποροῦμε νά ποῦμε πολλά. Θά σημειώσουμε ὅμως ἐπιγραμματικά αὐτά πού θίγει, ἀπό τούς 30 λόγους του – σκαλοπάτια στήν πνευματική ζωή, στόν πρῶτο καί στόν τελευταῖο λόγο του. Ὁ πρῶτος, ἡ ἀποταγή: δέν μπορεῖ κανείς νά προσεγγίσει τόν Θεό, χωρίς νά πεῖ ὄχι στήν ἁμαρτία καί μάλιστα στά ἐγωϊστικά θελήματά του. Γιατί αὐτά τά θελήματα μᾶς κρατοῦν δέσμιους στόν ἁμαρτωλό κόσμο. Ὅπως τό λέει καί ὅσιος Ποιμήν: ῾Τό θέλημά μου εἶναι χάλκινο τεῖχος πού μέ χωρίζει ἀπό τόν Θεό᾽! Κι ὁ τελευταῖος: ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη πού ἀποτελεῖ τό ἐπιστέγασμα τῶν πάντων στή χριστιανική πίστη, ἀφοῦ ὅ,τι λέμε καί κάνουμε σ᾽ αὐτήν, εἴτε προσευχή εἴτε νηστεία εἴτε μελέτη εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο, ἄν δέν καταλήγει στήν ἀγάπη, δέν ἔχει νόημα. Καί τοῦτο, γιατί ἀγάπη εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Κι αὐτό σημαίνει: ἡ πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός καί κινητοποιεῖ τόν Θεό καί βγάζει καί δαιμόνια, προϋποθέτει τήν ἄρνηση τοῦ ἐγωϊσμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί τή στροφή του στή ζωή τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη. Στό βαθμό πού ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ, τόν ὅποιο συνάνθρωπό του, τόσο καί αὐξάνει ἡ πίστη του, ὅπως τό διακηρύσσει καί ὁ ἀπ. Παῦλος: ῾πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽!

 

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΛΗΣΤΗ… (Μια άλλη ματιά)


Δέν ἔφευγε ἀπό τόν νοῦ καί τήν καρδιά του αὐτό πού εἶχε ἀκούσει, στήν πραγματικότητα κρυφακούσει, καθισμένος σέ μιά γωνιά τοῦ δωματίου,  μικρό παιδί σάν ἤτανε, ἀπό ἕναν Γέροντα σοφό πού εἶχε καταλύσει ἕνα βράδυ στό σπίτι τῶν γονιῶν του. «Ὑπάρχει ἕνα μυστικό βασίλειο, ἀδέλφια μου», εἶχε πεῖ ὁ Γέροντας,  «τό μεγαλύτερο στόν κόσμο, πού ἔχει μέσα ὅλα τά καλά τοῦ Θεοῦ. Καί δέν μιλᾶμε γιά τά μικρά, τά ὑλικά καί τά ἐπίγεια, ἀλλά γιά ὅλες τίς σοφίες καί τούς πνευματικούς θησαυρούς πού μπορεῖ κανείς νά ποθήσει καί νά ὀνειρευτεῖ… Δέν θά ὑπάρχει μάλιστα μακαριότερος ἄνθρωπος, ἀπ’ ὅσους ἔχουν γεννηθεῖ μέχρι τώρα, ἀλλά καί ἀπ’ ὅσους πρόκειται νά ἔλθουν, ἀπό ἐκεῖνον πού θά μπορέσει νά ἀνακαλύψει τό βασίλειο αὐτό, νά τό βρεῖ καί νά περάσει τήν κλεισμένη θύρα του... Γιατί ἔχει μία τεράστια θύρα, βαριά κι ἀσήκωτη, πού ὅσο καί νά ἐπιχειρήσει κανείς νά τήν ἀνοίξει, δέν πρόκειται ποτέ νά καταφέρει τίποτε. Τό μόνο πού τήν ἀνοίγει καί σέ πηγαίνει σέ ὅλους τούς θησαυρούς εἶναι ἕνα κλειδί. Ἕνα κλειδί πού ὅποιος τό βρεῖ γίνεται θά λέγαμε ὁ κατακτητής τοῦ βασιλείου αὐτοῦ. Ναί, μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού θά πατήσει τό ποδάρι του στόν εὐλογημένο αὐτόν τόπο…».  Εἶχε κουνήσει τό κεφάλι του ὁ Γέροντας στοχαστικά, λέγοντας τά τελευταῖα λόγια του, ἐνῶ τά μάτια του, ἀστραπόμορφα, χάνονταν στό βάθος ἑνός ὁρίζοντα πού μόνον ἐκεῖνος ἔβλεπε…
Εἶδε τά κατάπληκτα μάτια τῶν γονιῶν του, εἶδε τή λαχτάρα τοῦ ἴδιου τοῦ Γέροντα, καί τόσο καρφώθηκε ἡ εἰκόνα τοῦ κλειδιοῦ αὐτοῦ καί τοῦ κρυμμένου βασιλείου στή σκέψη του, ὥστε δέν ἄκουσε πιά τίποτε ἄλλο ἀπό τά λεγόμενα τοῦ ἀνθρώπου. Ἀποκοιμήθηκε μάλιστα ἐκεῖ, στή γωνιά πού καθότανε, βλέποντας στόν ὕπνο του ὅτι βρίσκεται σ’ ἕνα μεγάλο καί πυκνό δάσος κι ὅτι μαζί μέ τούς γονεῖς του ψάχνουν γιά τό μυστικό πέρασμα, γιά τό θαυμαστό μονοπάτι πού θά τούς πάει στή βαριά καί ἐξωτική θύρα τοῦ βασιλείου…
Ἀπό τότε δέν ξανάδε τόν Γέροντα οὔτε κι ἄκουσε ποτέ νά μιλάει κανείς γι’ αὐτόν. Ἀλλά καί οἱ γονεῖς του, σάν νά θεώρησαν ἀλαφροΐσκιωτο τόν Γέροντα, δέν ξαναμίλησαν γιά τό βασίλειο καί τό μυστήριο κλειδί του, ἐνῶ ὅσες φορές ἔφερε ὁ ἴδιος τήν κουβέντα στό θέμα  αὐτό, ἐκεῖνοι τόν ἀποπῆραν, λέγοντάς του ὅτι αὐτά εἶναι λόγια τῆς φαντασίας ἑνός ἀλλοπαρμένου γέρου, πού ἁπλῶς ἔτυχε νά τόν φιλοξενήσουν μιά κρύα βραδιά τοῦ χεμώνα… «Μήν ἀσχολεῖσαι μ’ αὐτά πού εἶναι ὄνειρα», τοῦ εἶπε ὁ πατέρας του. «Πάτα γερά στή γῆ καί κοίτα αὐτήν νά κατακτήσεις. Ὅ,τι εἶναι στά μάτια σου μπροστά, αὐτό ν’ ἀναζητεῖς».
Αὐτό τελικά ἀναζήτησε στή ζωή του. Τόν λόγο τοῦ πατέρα του τόν ἄκουσε, ἁπλά σκέφτηκε ὅτι θά ‘ταν προτιμότερο νά κατακτήσει τή γῆ μ’ ἕναν εὔκολο καί ἄκοπο γι’ αὐτόν τρόπο: κλέβοντας τό βιός τοῦ συνανθρώπου του, ἁρπάζοντας ὅ,τι εὕρισκε μπροστά του. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι τά κατάφερνε καλά. Δέν χρειαζότανε νά πολυδουλέψει. Τά μάτια του ἤτανε πάντα ἀνοιχτά σ’ ὅ,τι τοῦ φάνταζε ὡραῖο κι ἐπιθυμητό, κι ἔβρισκε τρόπους, χωρίς νά τόν πάρει κανείς εἴδηση, τελικά νά τό κάνει δικό του. Τί ‘ταν ὅμως τοῦτο πού τοῦ συνέβαινε κατά καιρούς καί τόν ἔκανε τότε νά βλέπει ἐφιάλτες στόν ὕπνο του; Μιά θλίψη βάραινε τήν καρδιά του, μιά πέτρα ἀσήκωτη τοῦ πλάκωνε τά σωθικά, κι ἔπαιρνε ἡ πέτρα τή μορφή μιᾶς θύρας πού ὑψωνότανε ὁλόρθη καί θεόρατη μπροστά του. «Νά ‘βρω τό κλειδί… τό κλειδί…», σαν νά ‘κουγε τότε τά χείλη του νά σιγοψιθυρίζουν… Καί ξυπνοῦσε μούσκεμα στόν ἱδρῶτα, κοιτώντας τά χέρια του μήπως κρατοῦσε κάνα κλειδί… Μέχρι νά ξημερώσει παρέμενε ξάγρυπνος, φέρνοντας στή μνήμη του τήν ἀχνή μορφή τοῦ περίεργου Γέροντα στό πατρικό του σπίτι καί φτιάχνοντας εἰκόνες γιά τό κρυφό βασίλειο καί τό κλειδί πού θά ‘νοιγε τή βαριά κλεισμένη θύρα του…
Δέν μπόρεσε νά κρύβεται γιά πάντα ἀπό τήν ἐξουσία τῆς ἐποχῆς. Τοῦ ‘στησαν καρτέρι μιά βραδιά μετά ἀπό ληστρική καί πάλι ἐπίθεσή του – κι ἔγινε εὔκολο αὐτό, γιατί ἕνας συνεργός του ἄρχισε τίς ἀποκαλύψεις,  μετά τό πιοτό σ’ ἕνα καπηλειό – τόν συνέλαβαν καί τόν καταδίκασαν στόν πιό ἀτιμωτικό θάνατο τῆς ἐποχῆς: νά πεθάνει πάνω σέ σταυρό. Ὅπως ἔκαναν γιά τούς μεγαλύτερους κακούργους…Πού ἔπρεπε ὄχι μόνο νά φύγουν ἀπό τή ζωή αὐτή, ἀλλά καί μέ τή μεγαλύτερη ταπείνωση!
Τοῦ εἶπαν ὅτι δέν θά εἶναι μόνος! «Θά εἶναι καί ἄλλοι δυό σάν τά δικά σου μοῦτρα», τοῦ σφύριξε χασκογελώντας μέ μίσος ἕνας ρωμαῖος στρατιώτης. «Αὐτή θά εἶναι ἡ… παρηγοριά σου. Ὁ ἕνας μάλιστα εἶναι καί… βασιλιᾶς! Βασιλιᾶς, ἀκοῦς;» Τό συρτό κοροϊδευτικό γέλιο παρέμεινε γιά ὥρα στά αὐτιά του.
Τόν εἶδε! Ἦταν δίπλα του καρφωμένος κι Αὐτός στόν σταυρό! Μιά  ἐπιγραφή στήν κορυφή ἔλεγε περιπαικτικά ὅτι ἦταν ὁ βασιλιᾶς τῶν Ἰουδαίων… Ἡ ὀδύνη ἦταν ζωγραφισμένη στά μάτια Του. Μιά ὀδύνη ὅμως - ἔτσι τοῦ φάνηκε - πού δέν ἦταν ἴδια μέ τή δική του ἤ τοῦ ἄλλου συσταυρωμένου κι αὐτοῦ ληστῆ. Διαισθανόταν, παρ’ ὅλο τόν πόνο καί τή δυσκολία πού εἶχε στήν ἀναπνοή του, μιά ἱερότητα πού τόν «μπέρδευε». Τόν ἄκουσε κάποια στιγμή νά μιλάει σέ κάποιους κάτω ἀπό τόν Σταυρό: μιά  γυναίκα μέ δάκρυα στά μάτια καί ἕναν νεαρό ἄνδρα. Κάτι ἄκουσε νά λέει ὅτι εἶναι μάνα Του. Τόν ἄκουσε ἐπίσης νά λέει ὅτι διψάει… καί νά φωνάζει τόν Ἠλία… Δέν δέχθηκε τό ξίδι πού Τοῦ πρόσφεραν κάποιοι στρατιῶτες. 
Κάποια στιγμή Ἐκεῖνος γύρισε καί τόν κοίταξε. Τά μάτια τους διασταυρώθηκαν. Τέτοιο βλέμμα ἀγάπης καί εἰρήνης δέν εἶχε δεχτεῖ ποτέ ἐπάνω του. Ἔνιωσε σάν νά ἔχει στραφεῖ ὁ Ἥλιος μόνον πρός αὐτόν καί νά τόν χαϊδεύει μέ τίς ἀκτίνες του. Μιά ἀπροσδιόριστη δροσιά ἄρχισε νά ἁπλώνεται στό κορμί του· δροσιά πού ἀνακούφιζε μ’ ἕναν μυστήριο τρόπο τούς ἄφατους πόνους του· δροσιά πού ἁπάλυνε τά τραύματα τῆς ψυχῆς του. Χωρίς νά καταλαβαίνει τό γιατί, αἰσθάνθηκε τά μάτια του νά πλημμυρίζουν ἀπό δάκρυα. Κι ἦταν τόσο παράδοξο αὐτό πού ζοῦσε: ἔβλεπε ὅλες τίς ἁμαρτίες πού εἶχε διαπράξει, ἔβλεπε τή σκιά στήν ὁποία βρισκόταν ὅλα τά χρόνια τῆς ζωῆς του, ζοῦσε τήν ἁμαρτωλότητά του, ἀλλά χωρίς ἀπόγνωση καί ἀπελπισμό! Τό φῶς πού ἐξέπεμπαν τά μάτια τοῦ συσταυρωμένου βασιλιᾶ λειτουργοῦσαν μέσα του σάν χάδι μητρικό: λές πράγματι κι ἦταν βρέφος στήν ἀγκαλιά τῆς μάνας του! Ὅλα τότε γύρω του πῆραν ν’ ἀλλάζουν: ὁ βασιλιᾶς στόν Σταυρό πῆρε τή μορφή τοῦ Γέροντα τῶν παιδικῶν του χρόνων πού φιλοξενήθηκε στό σπίτι τους·  ὁ Σταυρός Του, ἐπίσης, ἔγινε μιά πελώρια θύρα γεμάτη ἀπό ἐξαίσια εὐωδιά. Σάν νά βρέθηκε σέ ἕναν ἄγνωστο καί ὑπερφυσικό χῶρο, ὁ ὁποῖος ὅμως δέν τόν φόβιζε καί δέν τόν τρόμαζε καθόλου. Τά λόγια πού ἄκουσε νά ψιθυρίζει τό δικό του στόμα βγῆκαν μ’ ἕναν ἐντελῶς αὐθόρμητο τρόπο: «μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου». Ναί, ὁ συσταυρωμένος μ’ αὐτόν ἦταν πραγματικός καί ἀληθινός βασιλιᾶς. Δέν εἶχε τήν παραμικρή  ἀμφιβολία. Ἡ ἀπάντηση μάλιστα πού τοῦ  ‘δωσε στό δικό του «μνήσθητι» ἀκούστηκε σάν μουσική στ’ αὐτιά του: «Ἀμήν, λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ». 
Τό ὄνειρο τῶν παιδικῶν του χρόνων ἔγινε πραγματικότητα. Ὅ,τι εἶχε καρφωθεῖ μέσα του γιά τό κρυμμένο βασίλειο καί τό περίεργο κλειδί πού ἀνοίγει τή μεγάλη θύρα του, τό εἶχε ἐκεῖ μπροστά του. Τό μυστήριο εἶχε βρεῖ τή λύση του: τό κλειδί τελικά τό ‘χε πάντοτε μέσα στά δικά του χέρια! Ἦταν τό ξέσπασμα τῆς καρδιᾶς του μπροστά σ’ Αὐτόν τόν ἄγνωστο, μά καί τόσο πολύ δικό του καί γνωστό του πού ἔλεγαν Χριστό·  ἦταν τά δάκρυα τῆς μετάνοιάς του καί τό «μνήσθητι» πού ψέλλισε· αὐτά   πού μ’ ἕναν θαυμαστό τρόπο τόν ἔφεραν στόν χῶρο τοῦ κρυμμένου βασιλείου κι ἄνοιξαν τή βαριά πύλη του…
«Κεκλεισμένας ἤνοιξε τὰς πύλας, βαλών ὁ Λῃστὴς κλεῖδα τὸ μνήσθητί μου» (Ἄνοιξε τίς κλεισμένες πύλες τοῦ Παραδείσου ὁ ληστής, ἀφοῦ ἔβαλε σάν κλειδί τό μνήσθητί μου) (στίχοι στό συναξάρι τῆς ἑορτῆς τοῦ εὐγνώμονος ληστοῦ).
Ἀπό τότε καί μετά θά μάθαινε ὅτι ὁ βασιλιᾶς, ὁ Κύριος καί Θεός του, θά τόν κατέβαζε συχνά ἀπ’ τόν σταυρό - σάν τότε πού τόν πρόσταξε νά θεραπεύσει ἐκεῖνον τόν ἅγιο ἐπίσκοπο Πορφύριο τῆς Γάζας - γιά νά ἐπουλώνει τά τραύματα τῶν ἀνθρώπων, ψυχικά καί σωματικά, ὅπως, ἀκόμη πιό θαυμαστά, τό δικό του «μνήσθητι» θά γινόταν τό αἴτημα τῆς καρδιᾶς τῶν ἀληθινά πιστῶν τῆς κάθε ἐποχῆς· τό «μνήσθητι» πού ἔχει τή δύναμη νά μεταθέτει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό πλάι τῆς σκιᾶς στό φῶς τοῦ Σωτῆρα Θεοῦ!

 

 

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΛΕΞΙΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (17 ΜΑΡΤΙΟΥ)


Ο άγιος Αλέξιος καταγόταν από τη Ρώμη κι οι γονείς του, ο πατέρας του  πατρίκιος Ευφημιανός και η μητέρα του Αγλαΐδα, ήταν πλούσιοι και πολύ ευγενείς, έχοντας τον Αλέξιο το μοναδικό τους παιδί. Ο πατέρας του όταν ήλθε σε κατάλληλη ηλικία ετοίμασε τα του γάμου του υιού του, οπότε τότε που έπρεπε να αποσυρθεί με τη νύφη στη νυφική παστάδα, εκείνος αφού έδωσε σ᾽ αυτήν το δαχτυλίδι του γάμου και προσευχήθηκε, έφυγε κρυφά από τον οίκο του κι ἔφτασε στην ´Εδεσσα. ´Εμεινε στην πόλη αυτή και στην εκεί Εκκλησία δεκαοκτώ έτη, φορώντας πάμπτωχα ρούχα σαν ράκη και τρεφόμενος από τις προσφορές ελέους και φιλανθρωπίας των αθρώπων.
´Εφυγε όμως κι από κει (διότι δεν ήταν δυνατόν να διαφεύγει την προσοχή των ανθρώπων και να κρύβεται η αρετή του πάντοτε, καθώς ήδη τον προσήγγιζαν και τον ενοχλούσαν πολλοί), και καθώς έμελλε να μεταβεί στην Ταρσό της Κιλικίας, στον ναό του αγίου αποστόλου Παύλου, δέν μπόρεσε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του, διότι το πλοίο από τους ενάντιους ανέμους οδηγήθηκε αλλού. Έφτασε και πάλι στη Ρώμη, οπότε πήγε στον οίκο του πατέρα του. Κι αφού δεν τον αναγνώρισε κανείς, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στους πυλώνες της εισόδου του οίκου του, υφιστάμενος τις κοροϊδίες και τους εμπαιγμούς από τους υπηρέτες του πατέρα του και πάσχοντας πολλά δεινά, όσα συνήθως πάσχει από τους ανθρώπους της τρυφής και της αταξίας άνθρωπος ξένος που δεν μπορεί καθόλου να σηκώσει το κεφάλι.
 ´Οταν πλησίασε το μακάριο τέλος του, ζήτησε χαρτί, κι αφού έγραψε το ποιός ήταν και ποιοι ήταν οι γονείς του, το κράτησε πάνω του, μέχρις ότου ο βασιλιάς Ονώριος μετά από τη θεϊκή αποκάλυψη έφτασε εκεί. Ο βασιλιάς τον παρακάλεσε, ενώ ήδη είχε πεθάνει, και πήρε το χαρτί. Κι όταν το διάβασε εις επήκοον όλων τότε μαθεύτηκαν τα σχετικά μ᾽ αυτόν. Καθώς η έκπληξη όλων ήταν τεράστια, πήραν το άγιο λείψανό του και το ενταφίασαν με τιμή και μεγαλοπρέπεια στον ναό του αγίου αποστόλου Πέτρου. Έκτοτε το λείψανό του προχέει αδιάκοπα μύρα ευώδη και ιάματα σ᾽ όλους τους πιστούς που προσέρχονται εκεί”.
 
Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ όλοι οι άγιοι είναι άγιοι γιατί ακριβώς υπήρξαν άνθρωποι του Θεού, ο μόνος που έμεινε στην ιστορία με τη συγκεκριμένη προσωνυμία είναι ο άγιος Αλέξιος, ο άνθρωπος του Θεού. Η επισήμανση του αγίου υμνογράφου Ιωσήφ είναι σαφής: ῾Κλήθηκες συ μόνος πάνω στη γη άνθρωπος του Θεού᾽ (῾άνθρωπος εν γη του Θεού κληθείς μόνος᾽) (στίχος συναξαρίου). Η εξήγηση που φέρνει είναι πειστική: Πρώτον, γιατί ῾σε γνωρίσαμε άνθρωπο του Θεού όχι μόνο από την κλήση σου αλλά και από τα πράγματα᾽ (῾άνθρωπόν σε έγνωμεν Θεού, κλήσει τε και πράγματι᾽) (στιχηρό εσπερινού). Η ζωή του αγίου Αλεξίου, κατά τον υμνογράφο, ήταν μία διαρκής επιβεβαίωση της υπακοής του στο θέλημα του Θεού, μία εγκόλπωση τής χωρίς μέτρο πτωχείας, της στενής και θλιμμένης οδού στην οποία ο Κύριος κάλεσε κάθε πιστό. Γι᾽ αυτό και γέμισε από αρετές, ενώ του δόθηκε από τον Θεό το χάρισμα της θαυματουργίας. ῾Ταις αρεταίς γαρ διέλαμψας, πτωχείαν άμετρον, και στενοχωρίαν επί γης κτησάμενος. Και θαύμασι πιστούς πιστωσάμενος᾽ (στιχηρό εσπερινού). ῾Διάβηκες οδό στενότατη, γιατί ακολούθησε από τη νεότητά σου άμεμπτο και όσιο βίο᾽ (῾Στενοτάτην ώδευσας οδόν, άμεμπτον και όσιον βίον, σοφέ, μετελθών εκ νεότητος᾽) (ωδή α´). 
Εκείνο στο οποίο επιμένει ο υμνογράφος Ιωσήφ - γιατί πέραν της εξαιρετικής δυσκολίας του υπήρξε και το κύριο στοιχείο που οδήγησε σε αγιότητα τον Αλέξιο - ήταν το γεγονός ότι πριγκιπόπουλο αυτός με όλη τη δόξα και τα πλούτη της οικογένειάς του όχι μόνο τα καταφρόνησε, αλλά υπέμεινε καρτερικά και την ατίμωση της ξενιτείας μπροστά στο ίδιο του το σπίτι. Γνωρίζουμε ότι η ξενιτεία ως αρετή που ασκείται από πολλούς αγίους μας είναι πράγματι πολύ δύσκολη, αφού αναγκάζεται κανείς να παλέψει με ό,τι πιο φυσικό αναβλύζει από την ύπαρξη του ανθρώπου: την ανάγκη για αποδοχή και αναγνώριση, την ανάγκη της αγάπης από τους άλλους ή έστω της μη καταφρόνιας του, στον άγιο όμως  Αλέξιο (και σε ορισμένους άλλους αγίους είναι αλήθεια) η αρετή αυτή ῾απογειώθηκε᾽ κατά το κοινώς λεγόμενο, αφού την εξάσκησε στο ίδιο του το σπίτι. Να είσαι στο σπίτι σου, να ξέρεις ότι όλα είναι δικά σου, να έχεις τη δύναμη επιβολής επί των άλλων, και να μένεις κρυμμένος και άγνωστος, δεχόμενος τη διακωμώδηση και από τους υπηρέτες ακόμη, τούτο υπέρκειται της φυσικής ζωής και κινείται στο χαρισματικό επίπεδο του υπέρ φύσιν. Φανερώνει τον πλούτο της ταπείνωσης και τη βία πάνω στα ανθρώπινα πάθη, για τα οποία μίλησε ο Κύριος, συνεπώς την από τη ζωή αυτή είσοδο στη βασιλεία του Θεού. ῾Η Βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν᾽. ῾Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν᾽. ῾Απονέκρωσες το φρόνημα της σάρκας σου, βλέποντας τους γονείς σου. Και καθώς δεν σε αναγνώριζαν, υπέμενες τη βία της φύσεως και την καταφρόνια και εξουθένηση των άπειρων υπηρετών σου που σε έθλιβαν᾽ (῾Σαρκός σου το φρόνημα απονεκρώσας, ορών τους γεννήτορας, και τούτοις αγνοούμενος, της φύσεως έστεγες τηνβίαν, όσιε, και την εξουθένησιν των σων απείρων παίδων επιθλιβόντων σε᾽) (ωδή ζ´). (Ω θαύμα! πώς έμεινας αεί πτωχεύων, εν πλούτω, Αλέξιε, απείρου ταπεινώσεως᾽) (ωδή ζ´). Και δεν ήταν μόνο η βία που ασκούσε στον εαυτό του από την άγνοια των γονέων του, αλλά και η βία και το ατσάλινο φρόνημα που επιδείκνυε καθώς έβλεπε και άκουγε τους πικρούς θρήνους και αυτών και της ίδιας της συζύγου του! ῾Πόσο μεγάλο θαύμα! Πώς σα διαμάντι κρατήθηκες στους πυλώνες των γονιών σου όλα τα χρόνια, χωρίς να καμφθείς, ασκώντας βία στη φύση σου, από τους πικρούς θρήνους των γονιών σου και της συζύγου σου, Αλέξιε᾽ (῾Ω θαύμα! πώς εν πυλώσι των γεννητόρων χρονίως, ώς τις αδάμας, υπέστης φύσεως βία μη καμφθείς  γονέων τε και συζύγου, Αλέξιε, πικροίς θρήνοις᾽) (εξαποστειλάριο όρθρου).
 
Στην ουσία – και αυτό είναι το δεύτερο σημείο της εξήγησης του υμνογράφου – ο άγιος Αλέξιος έζησε ακριβώς τη ζωή του Χριστού. Η ταπείνωση του Χριστού, του Υιού του Θεού που ῾εκένωσεν εαυτόν᾽, άδειασε από τον πλούτο της θεότητός Του για να γίνει ένας απλός άνθρωπος, υφιστάμενος τα πάνδεινα από τα δημιουργήματά Του, είναι εκείνο που διαβάζει ο υμνογράφος καθώς βλέπει την υπερφυά ζωή και του Αλεξίου. ῾´Αφησες τους κοσμικούς θορύβους και το βάρος του πλούτου κι έγινες μετανάστης από την πατρίδα σου, πάτερ Αλέξιε, μιμούμενος την πτωχεία του Χριστού᾽ (῾πλούτου έλιπες, και μετανάστης γέγονας της Πατρίδος, πάτερ Αλέξιε, του Χριστού την πτωχείαν εκμιμούμενος᾽) (ωδή γ´). Μίμημα Χριστού ο άγιος Αλέξιος, γι᾽ αυτό και ορισμός του γνησίου χριστιανού. ῾Χριστιανός εστι μίμημα Χριστού κατά το δυνατόν ανθρώπω᾽ (άγιος Ιωάννης της Κλίμακος). Κι ακόμη περισσότερο: ο άγιος Ιωσήφ βλέποντας όλη την πορεία του αγίου μαζί με το τέλος του νιώθει ότι ῾καθρεπτίζει᾽ και από την άποψη αυτή την όλη πορεία του Χριστού. Εκείνος Θεός ων κατέρχεται, ζει, πάσχει, ανέρχεται εν δόξη. Ο άγιος Αλέξιος πλούσιος ων τα εγκαταλείπει όλα, περνάει ζωή ταπείνωσης και στένωσης, πάσχει, στο τέλος φανερώνεται εν δόξη από τον ίδιο τον Κύριο. ῾Ήσουν κόσμημα με την ιερά πολιτεία σου, ένδοξε, γι᾽ αυτό πάλι ο Χριστός παρά τη θέλησή σου σε δίνει την πατρίδα σου, ενώ απέφευγες την πρόσκαιρη δόξα᾽ (῾Ιερά πολιτεία κοσμούμενον, πάλιν ο Χριστός μη βουλόμενον, ένδοξε, σε τη πατρίδι δίδωσιν, αποφεύγοντα δόξαν την πρόσκαιρον᾽) (ωδή ς´). ῾Ο Κύριος με μεγάλη φωνή σε φανερώνει σ᾽ όλη τη Ρώμη, εσένα που ήσουν ο κρυμμένος θησαυρός που βρισκόσουν σε σχήμα πτωχού᾽ (῾Κύριος φωνή μεγάλη φανεροί σε πάση τη Ρώμη, τον κρυπτόμενον θησαυρόν, πανόλβιε, εν πτωχού σχήματι κείμενον᾽) (ωδή η´).
Στην όλη αγισμένη πορεία του Αλεξίου ο υμνογράφος Ιωσήφ επισημαίνει το βασικό κίνητρό της. Τι ήταν εκείνο που έκανε τον Αλέξιο να προβεί στις ῾παράδοξες᾽ αυτές θεωρούμενες κινήσεις του, σαν τον απόστολο Παύλο που διεκήρυσσε ῾ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι ίνα Χριστόν κερδήσω᾽; Δύο πράγματα κυρίως, λέει ο Ιωσήφ: πρώτον ο θείος έρωτας που ερέθιζε διαρκώς την καρδιά του, κάνοντάς τον να ποθεί μόνο τον ουράνιο πλούτο (῾έρως γάρ θείος ηρέθιζε, μάκαρ, την καρδίαν σου, επιποθούσαν τον πλούτον τον ουράνιον᾽) (ωδή δ´), δεύτερον η βαθειά αγάπη του προς την Μητέρα του Κυρίου, την Υπεραγία Θεοτόκο. Η Παναγία ήταν το εντρύφημα του αγίου, καθώς στον ναό της ήθελε πάντοτε να κάθεται, γεγονός που επέσυρε την αγάπη Εκείνης απέναντί του με αποκορύφωμα τη φανέρωσή του από Αυτήν και τη δόξα του μέσα στην κρύπτη του. ῾Ζητώντας να κάνεις την καρδιά σου ναό του Θεού, αγάπησες να κάθεσαι, ένδοξε, πάντοτε στον οίκο της Θεομήτορος και να θεωρείς τα ουράνια κάλλη᾽ (῾Ναόν Θεού την καρδίαν ζητών απεργάσασθαι, εν οίκω ηγάπησας της Θεομήτορος, ένδοξε, πάντοτε καθέζεσθαι, και τα ουράνια κάλλη ενοπτρίζεσθαι᾽) (ωδή δ´). ῾Εσένα που έγινες ζωντανός ναός του Θεού, σε φανερώνει, ενώ κρυβόσουν, αυτή που είναι  το σκήνωμα του Θεού η Απειρόγαμος Δέσποινα, και σε δοξάζει ενώ προσπαθούσες να μένεις άγνωστος᾽ (῾Ναόν ζώντα Θεού σε γενόμενον, του Χριστού το σκήνωμα η Απειρόγαμος, προσφανεροί κρυπτόμενον, και δοξάζει λανθάνειν σπουδάζοντα᾽) (ωδή ς´).
 
Γι᾽ αυτό τελικώς ο άγιος υμνογράφος θεωρεί πέραν των όσων είπαμε ότι ο άγιος Αλέξιος ῾κατέκτησε᾽ τα ουράνια: διότι έζησε την άσαρκη ζωή των αγγέλων του Θεού και διότι με τα παθήματά του αποδείχθηκε δεύτερος Λάζαρος της γνωστής παραβολής του Κυρίου. ῾Φάνηκες να μιμείσαι στη γη την άσαρκη πολιτεία᾽ (῾Ωράθης εν γη πολιτείαν άσαρκον μιμούμενος᾽) (ωδή ε´). ῾Υπέμεινες την πτωχεία καθώς έγινες ζητιάνος, σαν τον πτωχό Λάζαρο᾽ (῾Υπέμεινας την πτωχείαν προσαίτης γενόμενος, πτωχός ώσπερ Λάζαρος᾽) (ωδή δ´).


 

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ



χει πολλές φορές τονισθεῖ ὅτι ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἀποτελεῖ τή σπουδαιότερη περίοδο ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς στήν Ἐκκλησία μας, δεδομένου ὅτι τότε προετοιμάζεται ὁ πιστός γιά τή συμμετοχή του στά γεγονότα πού σφράγισαν καί χάραξαν αὐτό πού λέμε σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή τή ζωντανή καί πραγματική σχέση του μέ τόν Θεό, καί πού τα γεγονότα αὐτά δέν εἶναι ἄλλα ἀπό τή Σταύρωση καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας. Ἐνόψει δηλαδή τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνάστασης προβάλλεται ἡ ἱερότητα καί ἡ σπουδαιότητα τῆς Σαρακοστῆς, γεγονός πού σημαίνει ὅτι τελικῶς λειτουργεῖ ἡ περίοδος αὐτή ὡς ἕνα εἶδος πνευματικῆς κολυμβήθρας γιά τόν πιστό, ἀφοῦ προκαλεῖται μέ τόν ἐντονότερο τρόπο, μέσω τοῦ πολλαπλασιασμοῦ κυρίως τῶν ἀκολουθιῶν καί τῶν προσευχῶν καί μέσω τῆς συστηματικότερης νηστείας, γιά νά ξαναβρεῖ τόν χαμένο λόγω τῶν παθῶν του ἑαυτό, τόν χαρισματικό ἑαυτό, αὐτόν πού ἀναδύθηκε ἀπό τήν ἁγία κολυμβήθρα κατά τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος. Μέ ἄλλα λόγια ὅ,τι προσέλαβε ὁ χριστιανός ἀπό τό ἅγιο βάπτισμά του: τήν ἔνταξή του στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ τήν Ἐκκλησία, αὐτό ἐπιχειρεῖ νά τοῦ καταστήσει ζωντανό καί ἐμφανές ἡ πνευματική αὐτή περίοδος, πού θά πεῖ ὅτι εἶναι μία περίοδος μετανοίας καί καθάρσεως, συνεπῶς καί ἰδιαίτερου φωτισμοῦ, κάτι πού θά διατρανωθεῖ ὡς ἀλήθεια τήν ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς, τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, κατά τήν ὁποία τά πάντα θά λάμψουν μέσα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια». Δέν εἶναι τυχαῖο ἔτσι ὅτι ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού ἀκούγεται ἤδη στίς ἀπαρχές τῆς Σαρακοστῆς «ἀποθώμεθα τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός», λειτουργεῖ ὡς τό κεντρικό «σύνθημα» τῆς περιόδου καί καθορίζει τίς συντεταγμένες τῆς ὅλης πορείας τοῦ χριστιανοῦ.

Τήν παραπάνω ἀλήθεια τονίζει ἡ Ἐκκλησία μας ἐντονότερα καί  στό μέσον τῆς Σαρακοστῆς. Θεωρώντας δεδομένη τήν κόπωση τοῦ συνειδητοῦ πιστοῦ ἀπό τήν ἔνταση τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, προβάλλει τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, γιά νά ὑπενθυμίσει ἀφενός ὅτι Αὐτός συνιστᾶ τό ὅραμα πού φωτίζει τόν δρόμο μας, (αὐτονοήτως δέ καί ἡ Ἀνάσταση πού ἀποτελεῖ τήν ἄλλη ὄψη Του), ἀφετέρου ὅτι Αὐτός ὁ Σταυρός συνοδεύει καί τήν κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας ὡς παρουσία τοῦ Χριστοῦ πού μᾶς ἀγκαλιάζει καί μᾶς ξεκουράζει στό κάθε λύγισμά μας. Κι εἶναι τοῦτο ἡ κατεξοχήν παρηγοριά πού μᾶς δίνει ἡ ἡμέρα τῆς Σταυροπροσκυνήσεως: ἔχουμε πάντοτε, στήν κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας, τόν ἴδιο τόν Κύριο συνοδοιπόρο μας, παραστάτη μας, πατέρα, φίλο καί ἀδελφό μας, πού συγκαταβαίνει στήν κάθε πραγματική ἀδυναμία μας, δηλαδή μᾶς κρατάει σέ ὅλες τίς διαστάσεις τῆς ζωῆς μας παντοτινά. Διότι πότε δέν εἴμαστε ἀδύνατοι; Ἕνα «μηδέν» ἀποτελοῦμε, πού ὁ Κύριος τό παίρνει γιά νά τό κάνει ἑκατομμύρια.

Περίοδος λοιπόν πνευματική ἡ Σαρακοστή, τονισμός ξεχωριστός  τῆς πνευματικότητας αὐτῆς ἡ ἡμέρα τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, συνεπῶς τί πιό ταιριαστό πρός τήν ἡμέρα καί τήν περίοδο αὐτή ἡ ὑπενθύμιση τοῦ τί σημαίνει πνευματική ζωή καί τί μυστικά ἐνδεχομένως περικλείει. Κι ἀξίζει κανείς νά κάνει τήν ὑπενθύμιση αὐτή, γιατί εἴπαμε καί προηγουμένως ὅτι χανόμαστε πολλές φορές λόγω τῶν παθῶν μας στή γῆ αὐτή τοῦ κλαυθμῶνος πού βρισκόμαστε, καί χανόμαστε γιατί ξεχνιόμαστε. Αὐτό πού θά ἔπρεπε νά ἰσχύει διαρκῶς ὡς προτεραιότητά μας: ὁ χαρισματικός ἐν Χριστῶ ἑαυτός μας καί οἱ ἐνέργειές μας γιά νά τόν καλλιεργοῦμε, δέν ἰσχύει σ’ ἕνα μεγάλο βαθμό, συνεπῶς κάθε τι πού μᾶς τόν ὑπενθυμίζει πρέπει νά τό ἐνισχύουμε, νά τό ὑποστηρίζουμε, νά τό ἀγαπᾶμε.     

 «Μυστικά τῆς πνευματικῆς ζωῆς» τό θέμα πού σύντομα στή συνέχεια θά διαπραγματευτοῦμε. Κι εἶναι εὐνόητο ὅτι, μέ βάση τά παραπάνω, θά κινηθοῦμε ἀκριβῶς πάνω στά χνάρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας, γιά νά διαπιστώσουμε κι ἐμεῖς ὅ,τι διεπίστωσαν καί διαπιστώνουν ὅλοι οἱ αἰῶνες: ὅτι τά χνάρια αὐτά ἀποτελοῦν στήν πραγματικότητα τά πατήματα τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ μας, μέ ἄλλα λόγια κάθε θεωρούμενο μυστικό τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι καί μία ἀποκάλυψη τοῦ Σωτήρα μας στή ζωή μας, πού θά πεῖ ὅτι  ἡ πνευματική αὐτή ζωή τελικῶς εἶναι ἡ ἴδια ἡ χριστιανική ζωή, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἐκκλησιαστική ζωή.

Ἡ ἐξίσωση αὐτή τῆς πνευματικῆς ζωῆς μέ τή χριστιανική ἀλλά καί μέ τήν ἐκκλησιαστική ζωή μᾶς ἀναγκάζει βεβαίως νά κάνουμε κατά πρῶτον τήν ἀπαραίτητη βασική διευκρίνιση στό θέμα μας: τί ἐννοοῦμε λέγοντας πνευματική ζωή. Κι ὅλοι καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ πνευματική ζωή στήν ὁποία ἀναφερόμαστε δέν ἔχει καμία σχέση μέ τήν πνευματική ζωή, ὅπως τήν ἐκλαμβάνουν οἱ πολλοί, καί μάλιστα οἱ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοί θεωροῦν ὅτι πνευματική ζωή εἶναι ἡ ζωή πού σχετίζεται μέ τίς τέχνες καί τά γράμματα, μέ τό θέατρο, τήν ποίηση, τή λογοτεχνία. Πνευματικός ἄνθρωπος ἀκοῦμε νά λένε εἶναι ὁ ἐπιστήμονας, ὁ λογοτέχνης, ὁ ποιητής. Καί δέν ἔχουν ἄδικο ἀπό μιά ἄποψη. Γιατί ἀσχολοῦνται ἀκριβῶς μέ τό πνεῦμα, ἀλλά στήν ἀνθρώπινη μόνο διάστασή του. Γιά τήν Ἐκκλησία μας ὅμως ἡ πνευματική ζωή δέν εἶναι ἡ ζωή ἡ ἀσχολούμενη μέ τό ἀνθρώπινο πνεῦμα, πολύ δέ περισσότερο ἡ ἀσχολούμενη μέ ἄλλα πνεύματα πού δέν εἶναι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.  Πνευματική ζωή γι’ αὐτήν ἀκριβῶς  εἶναι ἡ ζωή ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὅπως αὐτό φανερώθηκε συνεσκιασμένα στήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, κατεξοχήν δέ μετά τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι καλό νά θυμόμαστε τίς ἐπισημάνσεις ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὁ ὁποῖος μιλώντας γιά τίς ἐποχές τῆς δράσεως τοῦ Θεοῦ  ἔλεγε ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη δρᾶ τό πρῶτο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος, ὁ Θεός Πατέρας, στήν Καινή Διαθήκη δρᾶ τό δεύτερο πρόσωπο, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός Ἰησοῦς Χριστός, ἐνῶ στήν ἐποχή τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν Πεντηκοστή καί ἐφεξῆς, δρᾶ τό τρίτο πρόσωπο, τό Ἅγιον Πνεῦμα, μέ τήν ἔννοια βεβαίως ὅτι σέ κάθε ἐποχή τό κάθε πρόσωπο τοῦ Θεοῦ ὑπηρετεῖ τήν κοινή ἐνέργεια τῆς θεότητας. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή  τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός τοῦ Παρόντος, τό πρόσωπο πού ἐκπορεύεται μέν ἀπό τόν Θεόν Πατέρα, ἀλλά στάλθηκε ἀπό τόν Θεό Υἱό, καί ἔκτοτε παραμένει στήν Ἐκκλησία, τό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἡ ψυχή τῆς Ἐκκλησίας.

Πνευματική λοιπόν ζωή εἶναι ἡ ζωή σέ σχέση μέ τό ἅγιον Πνεῦμα, συνεπῶς ἡ ζωή πού ζεῖ κανείς στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καί πού περιεχόμενό της  εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Καί τοῦτο διότι ἔργο τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἦταν καί εἶναι νά ἀποκαλύπτει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων τόν Σωτήρα Κύριο, γεγονός πού σημαίνει ὅτι χωρίς τήν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος ὁ Χριστός θά παρέμενε πάντοτε ἕνας ἄγνωστος καί ξένος τελικῶς στούς ἀνθρώπους. Κατά τήν περιεκτική διατύπωση τοῦ ἀποστόλου Παύλου «οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ἁγίῳ». Γι’ αὐτό λοιπόν, ἐπανερχόμαστε, ἡ πνευματική ζωή ταυτίζεται μέ τή χριστιανική ζωή, ὅπως καί μέ τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Τόν Χριστό ζοῦμε στήν Ἐκκλησία καί τοῦτο «οὐκ ἐξ ἡμῶν, Θεοῦ τό δῶρον». «Ὑμεῖς δέ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ’ ἐν Πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν», συμπληρώνει ὁ ἅγιος Παῦλος καί πάλι, γιά νά συνεχίσει: «Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὔκ ἐστιν αὐτοῦ». Ὁ ἄνθρωπος ἔτσι λέγεται καί εἶναι πνευματικός «ἀπό τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας» (Ἰωάννης Χρυσόστομος).

Μέ βάση τήν κεντρική αὐτή ἀλήθεια ἀρχίζει κανείς καί συνειδοτοποιεῖ κάποια θεωρούμενα «μυστικά» τῆς πνευματικῆς χριστιανικῆς ζωῆς, τά ὁποῖα ἐνῶ δέν εἶναι μυστικά, τελικῶς θεωροῦνται μέ τόν τρόπο αὐτόν, λόγω τῆς ὕπαρξης τοῦ μεγαλυτέρου προβλήματος πού ἀναπτύσσεται στήν πνευματική ζωή καί πού δέν εἶναι ἄλλο – τό ἐπισημάναμε παραπάνω - ἀπό τή λεγόμενη «λήθη», τή λησμονιά. Τί ἐννοοῦμε;   Ἐνῶ δόθηκε σέ μᾶς τούς χριστιανούς τό ἅγιον Πνεῦμα ἀπό τήν ὥρα τῆς εἰσόδου μας στήν Ἐκκλησία μέ τό ἅγιο βάπτισμα, ξεχνᾶμε τή μεγίστη αὐτή δωρεά τοῦ Θεοῦ καί ἐμπλεκόμαστε μέ ὁτιδήποτε ἄλλο στόν κόσμο τοῦτο πέρα ἀπό τήν προσφορά αὐτή. Ποιός χριστιανός, ἤ καλύτερα πόσοι ἀπό τούς χριστιανούς ζοῦν μέ τό διαρκές βίωμα αὐτοῦ πού ἔλαβαν κατά τό βάπτισμά τους καί κατά τό μυστήριο τοῦ χρίσματός τους; Τό βάπτισμα εἶναι ἐκεῖνο πού μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τό προπατορικό λεγόμενο ἁμάρτημα, μέ τήν ἔννοια τῆς ἐξάλειψης ἀπό τό κέντρο τῆς καρδιᾶς μας τῆς ἀναγκαστικῆς πρός τήν ἁμαρτία φορᾶς, καί πού μᾶς ἐνσωματώνει στόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς ὀργανικά μέλη Αὐτοῦ. «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Λοιπόν, ὁ κάθε βαπτισμένος καί χρισμένος χριστιανός ἀποτελεῖ μία προέκταση τοῦ Χριστοῦ, μία ἄλλη δική Του παρουσία μέσα στόν κόσμο. «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα». Ποιά ὅμως ἡ καθημερινότητα τῶν πολλῶν; Ξεχνοῦν τό μέγιστο τοῦτο ἀξίωμα καί ζοῦν «ὡς ἄθεοι ἐν τῶ κόσμῳ», συναγωνιζόμενοι τούς ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας καί αὐξανόμενοι διαρκῶς στίς ἁμαρτίες. Κι αὐτό γιατί; Λόγω τῆς λήθης, τῆς ξεχασιᾶς. Ὁ κόσμος, ὁ πεσμένος δηλαδή στήν ἁμαρτία περίγυρος, γίνεται ἡ προτεραιότητα καί τοῦ χριστιανοῦ, μέ ἀποτέλεσμα ὅ,τι ἦλθε νά καταργήσει ὁ Χριστός, αὐτό νά ζεῖ βασιλικά καί αὐτοκρατορικά στό θεωρούμενο μέλος Χριστοῦ. Μά ἔτσι δέν ἰσχύει καί γιά ἐμᾶς, (ἄν ἀνήκουμε στή συγκεκριμένη αὐτή ὁμάδα «χριστιανῶν»), αὐτό πού διεκτραγώδησε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος «δι’ ὑμᾶς βλασφημεῖται τό ὄνομά μου ἐν τοῖς ἔθνεσιν»;

Συνεπῶς τό πρῶτο καί σπουδαιότερο μυστικό τῆς πνευματικῆς ζωῆς, μετά τή διευκρίνηση τοῦ ὅρου, εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: ἡ συναίσθηση ὅτι ἔχουμε λάβει τόν Θεό μέσα μας καί ὅτι σκοπός μας πιά εἶναι ἡ διαρκής φανέρωσή Του, τό «περιπατεῖν κατά Χριστόν», νά εἴμαστε μία ἄλλη «ἐν ἑτέρᾳ μορφῆ» παρουσία Του στόν κόσμο. Εἶναι αὐτό πού ἔλεγε μέ τόν δικό του τρόπο καί ὁ ἀγαπημένος καί σέ μᾶς τούς      Ἕλληνες ἅγιος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ. Σέ σχετική μέ τόν σκοπό τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἐρώτηση πού τοῦ ἔθεσαν ἀπάντησε: «Σκοπός τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Ὄχι ἁπλῶς νά εἴμαστε καλοί ἄνθρωποι, ὄχι νά ἀποκτήσουμε ἁπλῶς οἰκογένεια, ὄχι νά ἀποκτήσουμε θέσεις καί νά κάνουμε καριέρα, ὄχι νά αὐξήσουμε τό βιός μας καί τά χρήματά μας - ὅ,τι συνήθως θεωρεῖται πιά αὐτονόητη προτεραιότητα καί στούς χριστιανούς - ἀλλά νά ἔχουμε ἐνεργή μέσα μας τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀποκτῶ τό ἅγιον Πνεῦμα δηλαδή σημαίνει γιά μένα τόν βαπτισμένο καί χρισμένο νά ἔχω ἀφενός ἐπίγνωση τῆς ὕπαρξης τοῦ Πνεύματος μέσα στήν καρδιά καί τήν ὕπαρξή μου, ἀφετέρου συναίσθηση ὅτι αὐτό συνιστᾶ τήν προτεραιότητά μου καί τόν διαρκή ὁραματισμό μου: πῶς νά αὐξάνομαι ἐν Πνεύματι, πῶς τόν σπόρο πού πῆρα νά τόν καλλιεργήσω, ὥστε νά αὐξηθεῖ καί νά γίνει δέντρο μεγάλο καί ὑψηλό - ὅ,τι στήν οὐσία ἔλεγε καί ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐξηγώντας τή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὡς κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ δημιουργημένου. Τό κατ’ εἰκόνα, διευκρίνιζε, εἶναι ὁ σπόρος, τό καθ’ ὁμοίωσιν εἶναι ἡ προοπτική, δηλαδή ἡ αὔξηση σέ δένδρο.

Εἶναι εὐνόητο ἔτσι ὅτι κατανοεῖ κανείς κι ἕνα δεύτερο σπουδαιότατο μυστικό τῆς πνευματικῆς αὐτῆς ζωῆς. Ποιό εἶναι αὐτό; Ὅτι ἡ πνευματική ζωή δέν εἶναι μία ἀπηρτισμένη καί τετελειωμένη κατάσταση στόν ἄνθρωπο· ἔχει πολλές διαβαθμίσεις, οἱ ὁποῖες μάλιστα δέν τελειώνουν ποτέ. Ὅλοι, νομίζω, γνωρίζουμε, ἀλλά καί πού πάλι ξεχνᾶμε, ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες μας περιγράφουν τήν πνευματική ζωή μέ κλιμακωτή διαβάθμιση. Πρῶτο στάδιο, μᾶς λένε, εἶναι τό στάδιο τῆς κάθαρσης ἀπό τά πάθη. Δεύτερο στάδιο εἶναι τό στάδιο τοῦ φωτισμοῦ. Τρίτο στάδιο εἶναι τό στάδιο τῆς θέωσης. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ πνευματική ζωή εἶναι ἕνας διαρκής ἀγώνας, θέλει τεράστια ὑπομονή καί ἐπιμονή, καί προϋποθέτει τήν ταπείνωση τοῦ ἀνθρώπου. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς ὅτι ἐκεῖνο πού μοναδικά ἀνήκει στήν εὐθύνη τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ὁ ἀγώνας του γιά τήν κάθαρση. Διότι ὁ φωτισμός καί ἡ θέωση εἶναι καθαρά δῶρα τοῦ Θεοῦ πού τά δίνει σ’ ἐκεῖνον πού ἔχει τή διάθεση νά παλέψει μέ τά πάθη του καί τίς ἁμαρτίες του. Στήν πραγματικότητα βέβαια καί τό πρῶτο στάδιο τῆς κάθαρσης εἶναι κι αὐτό δῶρο Θεοῦ, διότι κανείς δέν μπορεῖ νά ξεκινήσει ὁτιδήποτε πνευματικό χωρίς τήν ἐνίσχυση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν», θά πεῖ ἀξιωματικά ὁ Κύριος, ἐνῶ ὁ ἀπόστολός Του Παῦλος θά ἑρμηνεύσει: «Καί τό θέλειν καί τό εὐδοκεῖν ὑπέρ τῆς εὐδοκίας, τοῦ Θεοῦ ἐστι». Κι ἄν, ἀκόμη καί στό στάδιο αὐτό, ἀπαιτεῖται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, πόσο περισσότερο στά ἄλλα τά ἀνώτερα καί ὑψηλά;

Λοιπόν ὁ χριστιανός κάνει τόν πνευματικό του ἀγώνα ὄχι στά τυφλά, ἀλλά ξέροντας ποῦ θά στοχεύσει. Προσπαθεῖ νά καθαρίσει τήν καρδιά του ἀπό ὅ,τι τήν βρωμίζει, κι αὐτό πού τήν βρωμίζει εἶναι μόνον ἡ ἁμαρτία. Καί ἁμαρτία εἶναι τελικῶς ἡ ἀρρωστημένη καί διεστραμμένη ἀγάπη πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τόν ἐγωισμό. Ὁ ἐγωισμός ὅμως εἶναι ἡ ρίζα πού ἔχει τρεῖς κεντρικούς κλάδους: τή φιληδονία, τή φιλοδοξία καί τή φιλαργυρία. Συνεπῶς κάθε φιλήδονη καί φιλόσαρκη τάση μου, κάθε φιλόδοξη, κενόδοξη καί ὑπερήφανη ἐνέργειά μου, κάθε φιλάργυρη καί φιλοκτήμονη ἐπιθυμία μου, πρέπει νά τίς ἐξαλείψω, γιά νά μπορεῖ νά παραμείνει ἡ καρδιά μου ἐλεύθερη προκειμένου νά ἀντιφεγγίζει τίς λαμπηδόνες τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Κι ἔχουμε τή δύναμη τῆς ἐξάλειψης, γιατί ἐνεργεῖ ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ἡ χάρη τοῦ ἁγίου βαπτίσματος.

Πρέπει ὅμως νά γνωρίζουμε – κι ἐδῶ ἔχουμε κι ἄλλο τρίτο μυστικό -  ὅτι ἡ ἐξάλειψη καί ἡ ἀπαλλαγή τῶν παθῶν αὐτῶν δέν γίνεται μέ ἕναν ἀρνητικό τρόπο: νά τά ξεριζώσουμε ἀπό μέσα μας. Ἡ πνευματική ζωή στόν χριστιανισμό ἔχει πάντοτε θετικό χαρακτήρα. Ξεριζώνω κάτι γιατί, τήν ἴδια ὥρα, φυτεύω κάτι ἄλλο στή θέση του. Συνεπῶς, παλεύουμε νά ἐξαλείψουμε τά πάθη μας, νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό αὐτά, διά τῆς στροφῆς τῆς θελήσεώς μας στά ἀντίστοιχα καλά καί φιλόθεα πάθη: στή θέση τῆς φιληδονίας νά θέσουμε τήν ἐγκράτεια, στή θέση τῆς φιλοδοξίας καί ὑπερηφανείας νά θέσουμε τήν ταπείνωση, στή θέση τῆς φιλαργυρίας νά θέσουμε τήν ἀνιδιοτελή ἀγάπη καί προσφορά. Ἔτσι κάθαρση τῆς καρδιᾶς σημαίνει μεταμόρφωση τῶν παθῶν: τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς νά τίς στρέψουμε στήν ὀρθή κατεύθυνσή τους. Τό ἀποτέλεσμα ἀρχίζει καί γίνεται γρήγορα ὁρατό: ὁ νοσηρός ἐγωισμός παίρνει τόν φωτισμό τῆς ἔνθεης ἀγάπης. Ἡ φιλαυτία γίνεται σταδιακά φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία. Τό πρῶτο στάδιο ἁπαλά καί χωρίς διατυμπανισμούς παραχωρεῖ τή θέση του στό δεύτερο, τόν φωτισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Παρομοίως ἄς σκεφτοῦμε καί γιά τά μετέπειτα τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Θυμᾶται κανείς ἐδῶ αὐτό πού τόνιζε γιά παράδειγμα, γιά νά περιοριστοῦμε στή νεώτερη μόνον ἐποχή, ὁ ὅσιος Γέροντας Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης. «Τό σκοτάδι δέν πολεμιέται μέ ἄλλον τρόπο, παρά ἀνάβοντας τό φῶς». Γιά τόν ἅγιο Γέροντα δηλαδή ἡ πνευματική ζωή καί ὁ ἀγώνας γιά τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἦταν σχετικά εὔκολη ὑπόθεση, γιατί ὁ χριστιανός δέν εἶχε νά κάνει κάτι ἄλλο, ἰδιαιτέρως στίς δύσκολες στιγμές τῶν σκοτεινῶν πειρασμῶν, ἀπό τό νά στρέψει τόν νοῦ καί τή διάθεση τῆς καρδιᾶς του στό φῶς τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων Του. «Ὄχι πόλεμος κατευθεῖαν – συνήθιζε νά λέγει, συνεχίζοντας τόν λόγο ὅλων τῶν προγενεστέρων ἁγίων - ἀλλά πλαγίως καί μέ ἔξυπνο τρόπο». Ὅ,τι παρότρυνε καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «νίκα ἐν τῶ ἀγαθῶ τό κακόν».

Ἡ προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅπως καί ἡ ἐπισήμανση τοῦ ἁγίου Πορφυρίου καί ὅλων ἀσφαλῶς τῶν ἁγίων περί στροφῆς τοῦ νοῦ καί τῆς διάθεσης τῆς καρδιᾶς πρός τόν Χριστό, ἀναδεικνύει καί τή σημασία τῶν λεγομένων λογισμῶν. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι τό θέμα αὐτό εἶναι τόσο σημαντικό γιά τήν πνευματική ζωή, ὥστε θά ἔλεγε κανείς ὅτι σχεδόν αὐτό, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν τέταρτη θέση πού τό θέσαμε, κατέχει θεμελιακή θέση στόν ὅλο πνευματικό ἀγώνα. Ἀπό τό τί λογίζομαι, ἀπό τό τί σκέψεις δηλαδή καί εἰκόνες ἀφήνω νά ἀναπτύσσονται μέσα στήν καρδιά καί στή διάνοιά μου, ἐξαρτᾶται καί ἡ ποιότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ μου κόσμου. Θά πρέπει ὁ χριστιανός, ὅπως συμβουλεύει καί ὁ ἅγιος Πορφύριος, νά μάθει νά στρέφεται πρός τό φῶς καί ὄχι πρός τό σκοτάδι, πρός τό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ πάντοτε καί ὄχι πρός αὐτό πού ὕπουλα δημιουργεῖ ὡς διάθεση ὁ Πονηρός, κατά παραχώρηση θεία. Ὁπότε ἐκεῖ κρίνεται ἡ ἀγαθή ἤ ὄχι διάθεση τῆς ψυχῆς, τό πνεῦμα πού θά κυριαρχήσει σέ ὅλη τήν πνευματική ὕπαρξη τοῦ χριστιανοῦ. Ὁ χριστιανός λοιπόν ἐπιλέγει μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ πάντοτε νά λογίζεται «ὅσα ἀγνά, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἀληθῆ, ὅσα προσφιλῆ, τήν ἀρετήν καί τόν ἔπαινον», ὥστε «ἡ πάντα νοῦν ὑπερέχουσα εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ» νά βραβεύει τήν καρδιά του. Ἄν κάνει τό σφάλμα νά ἀφεθεῖ σέ ὅ,τι ἁπλῶς τοῦ ἔρχεται στόν νοῦ, (κι εἶναι ὁ Πονηρός πού τοξεύει διαρκῶς σχεδόν τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου μέ πονηρούς λογισμούς), τότε δυστυχῶς ἐμπειρικά θά μάθει τί σημαίνει «θλίψις καί στενοχωρία» τῆς ἁμαρτίας. Γι’ αὐτό καί τί τονίζουν ἐν περιλήψει οἱ ἅγιοί μας στό θέμα αὐτό τῶν λογισμῶν; Περιφρόνηση πλήρης καί ἀπόλυτη σέ κάθε τι ξένο πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητική προσήλωση σέ κάθε τι πού συνιστᾶ Ἐκείνου τήν παρουσία. Τό «γίνου πιστός ἄχρι θανάτου» τῆς Ἀποκάλυψης καί τό «ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω Σου» τοῦ ψαλμωδοῦ, θά πρέπει πρωτίστως νά ἐφαρμόζεται ἀπό τόν χριστιανό ἰδίως στό θέμα τῶν λογισμῶν πού ἀνήκουν στόν Θεό.

Ὁπότε μέ τά παραπάνω εἶναι ἡλίου φαεινότερον καί ἕνα πέμπτο μυστικό τῆς πνευματικῆς ζωῆς, πού ἐπισημάναμε ἀκροθιγῶς καί προηγουμένως: ἡ πνευματική ζωή δέν θέλει βιασύνες. Ὅποιος πίστεψε ὅτι πολύ γρήγορα θά προχωρήσει τή σχέση του μέ τόν Θεό καί θά φτάσει τό φῶς Του, συνήθως πλανήθηκε. Βεβαίως, ὑπάρχουν καί κάποιες ἔκτακτες περιπτώσεις, ὅπου ἕνας χριστιανός ἀνέβηκε πολύ γρήγορα τήν πνευματική κλίμακα. Μά αὐτές εἶναι ἡ ἐξαίρεση. Ὁ κανόνας, τό σύνηθες, αὐτό στό ὁποῖο ὑποκείμεθα οἱ πολλοί, εἶναι ἡ ὑπομονή πού ἀπαιτεῖ ἡ πνευματική ζωή. Μπορεῖ νά ὁραματίζομαι νά γίνω θεόπτης σαν τόν ἀπόστολο Παῦλο καί τόν ὅσιο Ἀντώνιο, ἀλλά χρειάζεται νά φτύσω αἷμα, κατά τό κοινῶς λεγόμενο, γιά νά προχωρήσω ἔστω καί μόνο ἕνα βῆμα παραπάνω στή ζωή μου. Νά θυμηθοῦμε ἐδῶ μία πραγματική περίπτωση πού καταγράφει ὁ μεγάλος δάσκαλος τοῦ ἀσκητισμοῦ ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος. Ἐπρόκειτο γιά ἕναν νέο μοναχό, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφτηκε ἕναν ἅγιο Γέροντα πού ἀριθμοῦσε δεκαετίες πολλές στήν ἀσκητική καί ἐρημική ζωή, μέ τό ἐρώτημα ὅτι ἀντιμετωπίζει μεγάλους πειρασμούς. Κι ὅταν ὁ Γέροντας ἀμφισβήτησε τούς μεγάλους καί δύσκολους πειρασμούς του, λόγω, ὅπως εἶπε, τῆς νεότητάς του - ὁ Θεός δέν ἐπιτρέπει στούς νέους μεγάλους πειρασμούς - ἐκεῖνος ἐπέμενε ὅτι εἶναι κάτι πού ἰσχύει ὁπωσδήποτε σ’ αὐτόν. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Γέροντα ἦταν συντριπτική καί καταλυτική γιά τό ὑπόψιν θέμα μας: «ἄκουσε, παιδί μου», τοῦ εἶπε. «Ἐγώ γιά νά ἀρχίσω νά νιώθω κάποιο φῶς μέσα στήν καρδιά μου πέρασα εἴκοσι χρόνια στήν ἄσκηση. Μετά τά εἰκοσιπέντε, ἔνιωσα λίγο περισσότερο φῶς. Καί νά, τώρα, μετά πιά τά τριάντα τόσα χρόνια πού βρίσκομαι ἐδῶ, δέν προλαβαίνω νά πῶ ἕνα δόξα τῶ Θεῶ, καί ὁ νοῦς μου ἁρπάζεται στή θεωρία τοῦ Κυρίου μας». Βιασύνη λοιπόν καί πνευματική ζωή εἶναι ἔννοιες ἀλληλοαναιρούμενες. Ὅπου ὑπάρχει ἡ βιασύνη ἐκεῖ ἐλλείπει καί τό παραμικρό ἴχνος τῆς παρουσίας τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Κι ὅπου ἐλλείπει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ ἔχει ἀρχίσει νά ἔχει τό πάνω χέρι κάποιος ἄλλος πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν Πονηρό.

Κι ἀκριβῶς μέ τήν παρουσία τοῦ Πονηροῦ ἐρχόμαστε στήν ἐπισήμανση ἑνός ἀκόμη, ἕκτου πιά, μυστικοῦ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὅλοι γνωρίζουμε ὡς χριστιανοί ἔστω καί ἀρχάριοι, ἀπό τή θεωρία καί τήν πράξη τῆς ὅποιας πνευματικῆς ζωῆς μας, ὅτι ὁ Πονηρός ὑπάρχει καί ἐνεργεῖ στόν κόσμο κατά τόν τρόπο πού τόν περιγράφει καί ὁ Χριστός μας, ἀλλά καί οἱ ἀπόστολοί Του καί οἱ λοιποί ἅγιοί μας, παλαιότεροι καί νεώτεροι. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος μάλιστα μᾶς ἀνοίγει τά μάτια, λέγοντάς μας ὅτι ὁ διάβολος «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ». Πόσο ἐλεύθερος ὅμως εἶναι ὁ διάβολος νά δρᾶ ἀπέναντι ἰδίως στούς χριστιανούς; Εἶναι θέμα μέ τεράστια σημασία, διότι ὑπάρχουν χριστιανοί – καί δέν μιλᾶμε γι’ αὐτούς  πού μᾶλλον ὑποταγμένοι στόν Πονηρό τόν ἀφισβητοῦν πλήρως – οἱ ὁποῖοι μεγεθύνουν τή δράση καί τήν ἐνέργειά του, προσδίδοντας σ’ αὐτόν δυνάμεις πού ἐξ ἀντικειμένου μετά τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει. Λοιπόν, βεβαίως ὁ διάβολος ὑφίσταται, βεβαίως δρᾶ μέσα στόν κόσμο,  βεβαίως εἶναι μονίμως ἀρνητικά διακείμενος στόν ἄνθρωπο καί δή τόν χριστιανό, ὅπως καί σέ ὅλη τή δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ὅμως μετά τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ εἶναι καταργημένος. Εἶναι ἕνας ξεπεσμένος ἄρχοντας, ἀπό τόν ὁποῖο ὁ Χριστός, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ἀφαίρεσε κάθε ἰκμάδα καί δύναμη, καί γιά νά χρησιμοποιήσουμε τά λόγια τοῦ γνωστοῦ καί ἀγαπημένου ὁσίου Παϊσίου ἁγιορείτου, «εἶναι σάν τό φίδι πού δέν ἔχει πιά δηλητήριο, καί σάν τό σκυλί πού δέν ἔχει δόντια». Κατά τόν λόγο τῆς Γραφῆς ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός «κατήργησε τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστιν τόν διάβολον», ὁπότε εἶναι ἀνίσχυρος καί ἀνενέργητος. Αὐτό πού κάνει ὅμως ὁ Κύριος εἶναι νά τοῦ παραχωρεῖ τή δυνατότητα νά πειράζει τόν ἄνθρωπο, καί μάλιστα τόν χριστιανό, προκειμένου μέ τίς δοκιμασίες καί τούς πειρασμούς νά αὐξάνεται πνευματικά. Κι ἄν ἔχει κάποια ἐξουσία ὁ διάβολος πιά στόν ἄνθρωπο, εἶναι γιατί ὁ ἴδιος ἄνθρωπος, λόγω τῆς ἀμέλειάς του στά πνευματικά, τοῦ ἀφήνει χῶρο στή ζωή του γιά νά δράσει πάνω του. Μέ ἄλλα λόγια ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τροφοδοτοῦμε τόν διάβολο γιά νά ἔχει δύναμη ἀπέναντί μας. Εἶναι πολύ ὡραῖοι οἱ στίχοι πού βρήκαμε κάπου ἐν προκειμένῳ: «Δέν θά μᾶς κρίνει ὁ Θεός γιά προσευχές π’ ἀφήσαμε, μά πού αὐτές ἀφήνοντας στό πονηρό γλιστρήσαμε. Γιατί ‘ναι νόμος μυστικός, ὁ νοῦς πού ‘ναι ἀλήτης, ἄν δεν δεθεῖ μέ τόν Θεό, νά ‘ναι δαιμόνων θύτης». Λοιπόν, ὅσο στρεφόμαστε στόν Χριστό, ὅσο ζοῦμε τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας, τόσο καί ὁ Πονηρός ἀδυνατίζει ἀπέναντί μας, τόσο δέν παίρνουμε εἴδηση κἄν τά ὅποια πυρφόρα βέλη πού ρίχνει ἐναντίον μας. Γιατί εἴμαστε καλυμμένοι ἀπό τή μεγαλύτερη ἀσπίδα καί τήν πανοπλία πού ὑπάρχει, τόν ἴδιο τόν Κύριό μας.

Θά κλείσουμε μέ τήν ἀναφορά ἑνός ἀκόμη, ἕβδομου, μυστικοῦ τῆς πνευματικῆς ζωῆς, χωρίς νά σημαίνει ὅτι ἐξαντλοῦμε τό θέμα μας. (Αὐτό πού μποροῦμε νά ποῦμε ὅμως εἶναι ὅτι ὅσο κάνουμε πράξη τήν ὅποια διάσταση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τόσο καί ἡ ἴδια αὐτή πνευματική ζωή μᾶς ἀποκαλύπτει τόν ἑαυτό της καί τά μυστικά της. Γινόμαστε αὐτοδίδακτοι, διότι στήν πραγματικότητα γινόμαστε θεοδίδακτοι). Ποιό εἶναι τό τελευταῖο αὐτό μυστικό; Ὅτι ἡ πνευματική ζωή δέν θέλει ἀναβολές. Εἶναι μέσα στήν ἀνθρώπινη φύση μας, τήν πεσμένη ὅμως στήν ἁμαρτία, παρ’ ὅλη τή θεοείδειά μας ὡς μελῶν Χριστοῦ καί τίς τεράστιες πνευματικές δυνάμεις πού ἔχουμε λόγω τούτου ἀποκτήσει, νά τεμπελιάζουμε καί νά ἀκηδιοῦμε. Ἡ ἀκηδία καί ἡ πνευματική τεμπελιά εἶναι σύμπτωμα τῆς τραγικότητας πού ἀναφέραμε παραπάνω, τῆς λήθης καί λησμονιᾶς τῶν οὐσιωδῶν καί τῶν τιμίων τῆς ζωῆς μας καί γι’ αὐτό τῆς  ἐμπαθοῦς προσκόλλησής μας στή γοητεία τοῦ κόσμου τούτου. Γι’ αὐτό καί μεταθέτουμε διαρκῶς αὐτό πού θά ἔπρεπε νά ἐπιτελοῦμε σήμερα, τήν ὥρα αὐτή, στό ἐδῶ καί τώρα πού λέμε. Κι αὐτό συμβαίνει διότι ζοῦμε φαντασιακά τήν ὕπαρξη καί τή ζωή μας: πιστεύουμε ὅτι θά ζοῦμε αἰώνια στόν κόσμο τοῦτο – τόν θάνατο τόν σκεπτόμαστε μερικές φορές ἀλλά ὡς πρός τούς ἄλλους καί ὡς κάτι πολύ μακρινό γιά ἐμᾶς! -   ὅπως καί ὅτι τόν χρόνο τόν ἔχουμε πάντοτε στή διάθεσή μας, ὁ ὁποῖος θά λειτουργεῖ μέ τόν τρόπο πού θέλουμε κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας. Ἀλλά καταλαβαίνουμε ὅτι καί τά δύο δέν ἰσχύουν καθόλου: αἰώνιος εἶναι μόνον ὁ Θεός· ὁ χρόνος μᾶς δίνεται ὡς δωρεά τοῦ Θεοῦ γιά νά μετανοοῦμε, («τόν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καί μετανοίᾳ ἐκτελέσαι» δεόμεθα καθημερινῶς στόν Κύριο),  δηλαδή νά ἐπιστρέφουμε διαρκῶς πρός Ἐκεῖνον πού εἶναι ὁ Δημιουργός καί τοῦ χρόνου! Ἡ κατάστασή μας αὐτή χαρακτηρίζεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο, ὅπως φαίνεται κυρίως μέσα ἀπό τήν παραβολή τοῦ ἄφρονος πλουσίου, ὡς ἀφροσύνη! Ἡ ὅποια ἀναβολή τῆς ἐπιτέλεσης τῶν πνευματικῶν μας καθηκόντων δηλαδή συνιστᾶ τήν ἀνοησία μας ἀλλά τελικῶς καί τήν ἀπιστία τῆς ζωῆς μας. Εἶναι σχεδόν βέβαιο ὅτι ἄν δέν κάνω αὐτό πού πρέπει – τό θέλημα τοῦ Θεοῦ - τότε πού πρέπει, δέν πρόκειται ποτέ νά τό κάνω. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἰσχύει πάντοτε  ὡς ἀξίωμα τό ρητό «ἡ ἀναβολή ὁδηγεῖ στή χώρα τοῦ ποτέ»! Λοιπόν, «σήμερα ἄν ἀκούσετε τή φωνή τοῦ Θεοῦ, μην κάνετε σκληρές τίς καρδιές σας, ὅπως τόν καιρό πού οἱ Ἑβραῖοι παρεπίκραναν τόν Θεό στήν ἔρημο» (ἀπ. Παῦλος).

περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τῆς ὁποίας φθάσαμε τό μέσον, εἶναι ἡ κατεξοχήν πνευματική περίοδος τῆς Ἐκκλησίας μας. Κατ’ αὐτήν προβάλλεται μέ τόν πιο δυνατό τρόπο ὅ,τι σπουδαιότερο ὅπλο κρατάει στά χέρια της ἡ Ἐκκλησία, προκειμένου νά βρισκόμαστε σ’ αὐτό πού ἀποτελεῖ τό μοναδικό μονοπάτι τῆς ζωῆς πού ἐκβάλλει στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τή μετάνοια. Ὅσο περισσότερο γνωρίζουμε τά μυστικά τῆς πνευματικῆς αὐτῆς ζωῆς, τόσο καί πιό εὔκολα καί ἄνετα περπατᾶμε σ’ αὐτήν, τόσο καί περισσότερο ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀναδύεται στήν ὕπαρξή μας. Βλέποντας ἰδίως σήμερα τόν Σταυρό, ὁ Ὁποῖος περικλείει ὅλη τήν τελειότητα, κατά τούς ἁγίους μας, σπουδάζουμε στήν οὐσία ὅλα τά μυστικά τοῦ κόσμου, ὅλα τά μυστικά τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἄς ἀγκαλιάζουμε νοερῶς τόν Σταυρό πάντοτε, ἄς βρισκόμαστε δηλαδή διαρκῶς σέ ἐγρήγορση ἀγάπης πρός Ἐκεῖνον πού Τόν ἁγίασε καί Τόν κατέστησε σύμβολο τῆς παρουσίας Του καί τῆς ἀπολυτρωτικῆς Του ἐνεργείας. Καί τίποτε ἄλλο θά λέγαμε νά μην κάνουμε ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς, κι ἄν αὐτό μόνον ἐπιλέγουμε νά κάνουμε στήν καθημερινότητά μας κατά τρόπο ἀφανῆ, ἴσως αὐτό νά ἐπαρκεῖ γιά νά ἐνεργοποιεῖται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Κι ἄν ἀρχίσει νά ἐνεργοποιεῖται ἡ χάρη, τότε θά φέρει τόν μεγαλύτερο γλυκασμό πού ὑπάρχει, δηλαδή νά βρισκόμαστε ἐσαεί πάνω στίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Κυρίου, οἱ ὁποῖες συνιστοῦν καί τό ἅπαν τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Τότε πράγματι θά δοῦμε νά μᾶς ἀποκαλύπτονται κι ὅλα τά μυστικά τῆς σοφίας πού ὁ Θεός ἔχει κρυμμένα γιά τούς δικούς Του, δηλαδή τούς ἁγίους Του!  

(Ὁμιλία πού πραγματοποιήθηκε στό ἐκκλησιαστικό Μέγαρο τῶν Πυλῶν  Καρπάθου, την Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018, μετά τόν Κατανυκτικό Ἑσπερινό καί τούς Χαιρετισμούς τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ).

 

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2018

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΤΟΥ ΑΠΛΟΥ




Ο ΓΕΡΟ ΧΩΡΙΑΤΗΣ

Βαριά ριγμένος σα νεκρός, στην καρέκλα την πιο κει,
στο βρώμικο το  καπηλειό μες στο παλιό σοκάκι,
ίδιος πολύ  με θλιβερό φτωχολογειάς   σακκί,
ένας χωριάτης που γυροδρομεί  με το δισάκι.

Κρυφή κι οδυνηρή φωτιά τον τρώγει μες στα στήθη,
πιο δυνατή και τρομερή απ᾽ ό,τι του κορμιού.
Στεφανωμένος πριν μ᾽ ό,τι φαινόταν παραμύθι,
σύντροφος ψεύτρα με τη μορφή του πονηρού φιδιού.

Δεν σβιέται ᾽κόνα μαύρη εφιάλτης από μπρος του
- την είδε μοιχαλίδα σε αγκαλιά περιπαθή–
ο εραστής της φάνταξε ο δαίμων κι ο εχθρός του,
είπε, θα τονε κόψω, με δίκοπο οργής σπαθί.

Απότομα κι αλλόκοτα έριξε τον θυμό του,
η κόλαση που ‘ ρχότανε, τού έπνιξε την οργή.
Τα δάκρυα, του έλιωσαν το μαύρο εαυτό του,
τρισήλιο φως εμέριασε την έχθρητα να βγει.

«Σας συγχωρώ», εψέλλισε απ’ το κλειστό του στόμα,
να φύγει κίνησε γοργά, μ’ ελπίδα δυνατή.
Ένα πλανιόταν όραμα μες στης ψυχής το χώμα
να πάει στον Αντώνιο, τον μέγα ασκητή.

Τον δέχτηκε ο άγιος με τρυφερή συμπόνια,
τον φίλησε, του μίλησε, του έκλεισε την πληγή.
Μα κείνος είδε τα βουνά, σαν τα ψηλά αλώνια,
καταφυγή και όριο πάνω σ’ αυτήν τη γη.

Με τον Αντώνιο έμεινε, σιμά εις το κελλί του,
να ζητιανεύει του Θεού, καλόγερος  καλός.
Και πρόκοψε και θέριεψε η χάρη στην ψυχή του
κι έγινε μέγας και τρανός, ο Παύλος ο απλός.

 

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

ΕΠΙ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

  
 
 
     
Ὡς γνωστόν ἡ Ἐκκλησία μας ἔθεσε τή μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τοῦ θαυματουργοῦ, τή Δεύτερη Κυριακή τῶν Νηστειῶν, ὡς συνέχεια τῆς προηγουμένης Κυριακῆς, τῆς   Ὀρθοδοξίας ὀνομαζομένης, διότι στό πρόσωπό του εἶδε μία δεύτερη νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας, μία ἐπέκταση τῆς διατρανώσεως τῆς ἀλήθειας ὅτι «αὕτη ἐστίν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν». Στό πρόσωπο δηλαδή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, τόν 14ο  αἰ., τότε πού πνευματικές δυνάμεις ξένες πρός τήν γνήσια ἀποστολική Παράδοση  θέλησαν νά ἀλλοιώσουν τήν Παράδοση αὐτή, ἡ Ἐκκλησία βρῆκε τόν ἰδανικό ἐκφραστή της, τό σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Κυρίου, ὥστε νά δώσει τή θαυμαστή ἀπάντηση στίς παραδοξότητες τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν καί νά ὀρθοτομήσει γιά μία ἀκόμη φορά τή σωτήρια ἀλήθεια της. Κι ὄχι μόνον τοῦτο: ἡ ἐπιχειρούμενη τότε ἀλλοίωση τῆς πίστεως καί τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας ἔδωσε τήν εὐκαιρία στόν φωτισμένο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ Γρηγόριο νά ἀνακεφαλαιώσει τήν ὅλη Παράδοση αὐτῆς καί νά δείξει μ’ ἕναν πολύ ἄμεσο καί ἀνάγλυφο τρόπο τί σημαίνει τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ποιός εἶναι ὁ Τριαδικός Θεός μας, ποιός ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ποιά ἡ παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος στήν ἐν γένει ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά καί τήν προσωπική ζωή τοῦ κάθε ξεχωριστά πιστοῦ. Κι ἦταν τοῦτο μία ἐξαιρετική εὐλογία γιά τόν κόσμο, μία νέα εὐκαιρία χάρης τοῦ Θεοῦ πρός σωτηρία, γεγονός πού ἐπιβεβαιώθηκε ἀπό τίς τότε συνελθοῦσες συνόδους, οἱ ὁποῖες, οἰκουμενικοῦ  ὄντως χαρακτήρα, ἐπιβράβευσαν θεόπνευστα τή μαρτυρία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου καί τόνισαν ὅτι ἡ μαρτυρία του αὐτή ἀποτελεῖ αὐθεντική συνολική ἔκφραση τῆς πίστεως καί τοῦ βιώματος τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, χωρίς τήν ἀποδοχή τῶν ὁποίων, (τῆς πίστεως καί τοῦ βιώματος), δέν μπορεῖ κανείς νά θεωρεῖται γνήσιο τέκνο αὐτῆς. Ἔτσι ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς θεωρεῖται μέγας Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας, κυριολεκτικά ὅριο πάνω στό ὁποῖο μετράει κανείς τήν πίστη του ἄν εἶναι ἀληθινά ὀρθόδοξος ἤ ὄχι, ἄν δηλαδή μπορεῖ νά μετέχει στή σωτηρία πού ἔφερε ὁ Χριστός. Διότι μέ τή θεολογία του, θεολογία στήν πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας, βλέπει κανείς τόν ἀληθινό Χριστό, ἀναπνέει τή ζωή τῶν ἁγίων ἀποστόλων τοῦ Χριστοῦ, ζεῖ καί κινεῖται μέ τά βιώματα τῶν μεγάλων παλαιῶν Πατέρων, Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Γρηγορίου τοῦ Νύσσης, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή  ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ εἶναι ὄχι ἁπλῶς ἡ ἀνάμνηση ἑνός ἱστορικοῦ προσώπου, ἀλλά ἡ πρόκληση πού δίνει ἡ Ἐκκλησία μας νά ἀνοίξουμε τά μάτια μας καί τίς ὅλες αἰσθήσεις μας  καί νά δοῦμε ὅτι ἡ χριστιανική ζωή μας εἶναι ζυμωμένη μέ τόν συγκεκριμένο ἅγιο καί ὅτι αὐτός συνιστᾶ τόν πνευματικό ἀνάδοχό μας πού μᾶς βοηθᾶ στή σχέση μας μέ τόν ζωντανό Θεό.
 
 

 

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΠΛΑΝΑΣ


 
Εκεί που αποκαλύπτεται περίτρανα η αγιότητα του παπα-Νικόλα ήταν στον λειτουργικό τομέα. Ο άγιος υπήρξε άφθαστος λειτουργός του Υψίστου, όχι γιατί ήταν καλλίφωνος ή έβγαζε ωραία κηρύγματα – τίποτε από αυτά – αλλά γιατί λειτουργούσε με αίσθηση ψυχής, «κατεβάζοντας στη γη τον ουρανό». Τα παιδιά ιδιαιτέρως, και όσοι είχαν καρδιά παιδιού, τον έβλεπαν να λειτουργεί μαζί με τους αγγέλους και να ίπταται πάνω από το έδαφος. «Από τη θεϊκή δόξα σου, φάνηκες στα μάτια των παιδιών, πάτερ, σαν λαμπτήρας φωτεινότατος, και όταν ιερουργούσες με λαμπρούς αγγέλους φαινόσουν να μη πατάς πάνω στη γη» («Λαμπτήρ φαεινότατος, επί τη θεία δόξη σου, φαίνει οφθαλμοίς παιδίων, πάτερ, ιερουργών δε μετά αγγέλων φαιδρών ώφθης μη πατών επί της γης») (ωδή ε΄). Σαν τον άγιο Σπυρίδωνα, που απλός και αυτός ως άνθρωπος, «αγγέλους έσχε συλλειτουργούντας αυτώ». Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι οι πράγματι σπουδαίοι άνθρωποι της εποχής του, οι μεγάλοι Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, όπως και πλήθος άλλων, αυτόν προτιμούσαν για λειτουργό στις διάφορες ακολουθίες, αυτόν κυρίως ένιωθαν ως μύστη των αρρήτων και αθεάτων μυστηρίων, αυτόν έρχονταν να βοηθήσουν στο ψαλτήρι του.  Ο υμνογράφος, συνεσκιασμένα είναι αλήθεια, κάνει λόγο και για τη σχέση του αγίου, χωρίς ο ίδιος να το επιδιώκειμε τους ανθρώπους αυτούς των γραμμάτων. Οι εγγράμματοι θέλγονταν από τον αγράμματο. Όχι βεβαίως για την αγραμματοσύνη του, αλλά για την πλησμονή της χάρης του Θεού που ζούσε πλούσια στην καρδιά του. «Είχες άξιους συνεργάτες, που τραγουδούσαν και έψαλλαν με την καρδιά τους στον Κύριο. Τα ονόματα αυτών είναι πασίγνωστα στους εραστές των γραμμάτων, αλλά και γραμμένα από τον Θεό στο βιβλίο της ζωής» («Αξίους έσχες συνεργούς, άδοντας και ψάλλοντας εν τη καρδία αυτών τω Κυρίω. Τούτων τα ονόματα περίπυστα τοις των γραμμάτων ερασταίς, τω δε Θεώ γεγραμμένα εν βίβλω ζωής») (λιτή).