Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

ΤΡΕΙΣ ΟΣΙΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ (ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ, ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ)


1.   Ἡ σύγχρονη ἐποχή μας εὐλογήθηκε ἀπό τόν Θεό νά ἀναδείξει μεγάλα πνευματικά ἀναστήματα, μεγάλους ἁγίους, σαν τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς, ὅπως τούς τρεῖς ὁσίους γιά τούς ὁποίους θά κάνουμε ἰδιαίτερο λόγο: τόν Πορφύριο, τόν Παϊσιο καί τόν Ἰάκωβο, ἀλλά καί ἄλλους λιγότερο ἤ περισσότερο γνωστούς: τόν Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ, τόν Γέροντα Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη, τόν Γέροντα Φιλόθεο Ζερβᾶκο, τόν Γέροντα Ἀμφιλόχιο τῆς Πάτμου. Κι ἀκόμη: σύγχρονοι ἤ καί λίγο παλαιότεροι ἀπό αὐτούς βρίσκονται καί ἄλλοι, ὅπως ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς, ὁ ἅγιος Λουκᾶς ὁ νέος, ὁ ἰατρός, ἐπίσκοπος Συμφερουπόλεως, ὁ ἅγιος Νικηφόρος ὁ Λεπρός, ὁ ἅγιος Γεώργιος Καρσλίδης, ἡ ὁσία Σοφία τῆς Κλεισούρας. Μία πληθώρα δηλαδή ἁγίων, ἐπισήμως ἤ ὄχι ἐνταγμένων στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, πού φανερώνει τή διαχρονική καί αἰώνια παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν ὅτι οἱ ἅγιοι ἀποτελοῦν τόν καρπό τοῦ ἁγίου Πνεύματος – τό Ἅγιον Πνεῦμα δημιουργεῖ τίς συνθῆκες γιά νά ὑπάρχουν ἅγιοι, ἄνθρωποι δηλαδή ὄχι ἀναμάρτητοι, ἀλλά ἀγωνιστές πάνω στή μόνη ὁδό πού ὁδηγεῖ στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τή μετάνοια.
 Ὁ λόγος ξεχωριστός ὅμως, ὅπως εἴπαμε, γιά τούς τρεῖς ἐσχάτως ἐνταχθέντας στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται μᾶλλον καί οἱ πιο γνωστοί, κι ἴσως καί οἱ πιο ἀγαπητοί ἀπό τό εὐρύ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσιος Πορφύριος, ὅσιος Παϊσιος, ὅσιος Ἰάκωβος. Καί τί νά πρωτοπεῖ κανείς γι’ αὐτούς; Ἔχουν γραφεῖ καί συνεχῶς γράφονται βιβλία πού καί μόνη ἡ ἀναφορά τους θά ἔπαιρνε πολύ χρόνο… Ἀπέναντί τους αἰσθάνομαι προσωπικά δύο πράγματα: πρῶτον χαρά, γιατί δέησε ὁ Θεός καί γνώρισα καί τούς τρεῖς. Δεύτερον λύπη, γιατί δέν μοῦ δόθηκε ἡ χάρη νά τούς γνωρίσω περισσότερο καί βαθύτερα. Ἡ γνωριμία μου μαζί τους ἔγινε ἀργότερα, κυρίως μέσα ἀπό τά βιβλία καί τίς μαρτυρίες πού κατατέθηκαν ἀπό ἄλλους ἀδελφούς γι’ αὐτούς.
Πῶς θά κινηθοῦμε ἐμεῖς σήμερα; Πρῶτον, θά ποῦμε μερικά βιογραφικά σύντομα γιά τόν καθένα, κι ἔπειτα, θά δώσουμε κάποια στοιχεῖα τῆς κατά Χριστόν πολιτείας τους, πού νομίζουμε ὅτι χαρακτηρίζουν ὁλόκληρη τή ζωή τους.
 
2. Σύντομα βιογραφικά στοιχεῖα

Ὁ ὅσιος Γέρων Πορφύριος.
(Κατὰ κόσμον Εὐάγγελος Μπαϊρακτάρης). Γεννήθηκε στὶς 7 Φεβρουαρίου 1906, στὴν Εὔβοια, στὸ χωριὸ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας. Οἱ γονεῖς του, Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης καὶ Ἑλένη, ἦταν εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεοι ἄνθρωποι. Ὁ πατέρας του, μάλιστα, ἦταν ψάλτης στὸ χωριὸ καὶ εἶχε γνωρίσει προσωπικὰ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. Ἡ οἰκογένειά του ἦταν πολυμελὴς καὶ οἱ γονεῖς, φτωχοὶ γεωργοί, δυσκολεύονταν νὰ τὴ συντηρήσουν. Γι᾿ αὐτὸ ὁ πατέρας ὑποχρεώθηκε νὰ φύγει στὴν Ἀμερική, ὅπου δούλεψε στὴν κατασκευὴ τῆς διώρυγας τοῦ Παναμᾶ.
Ὁ μικρὸς Εὐάγγελος ἦταν τὸ τέταρτο παιδὶ τῆς οἰκογένειας. Φύλαγε πρόβατα στὸ βουνὸ καὶ εἶχε παρακολουθήσει μόνο τὴν πρώτη τάξη τοῦ δημοτικοῦ, ὅταν ἀναγκάστηκε καὶ αὐτὸς λόγω τῆς μεγάλης φτώχειας νὰ πάει στὴ Χαλκίδα γιὰ νὰ δουλέψει. Ἦταν μόλις ἑπτὰ χρονῶν. Ἐργάστηκε δύο τρία χρόνια σ᾿ ἕνα κατάστημα. Μετὰ πῆγε στὸν Πειραιᾶ, ὅπου δούλεψε δύο χρόνια στὸ παντοπωλεῖο ἑνὸς συγγενοῦς.
Στὰ δώδεκά του χρόνια ἔφυγε κρυφὰ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, μὲ τὸν πόθο νὰ μιμηθεῖ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Καλυβίτη, τὸν ὁποῖο εἶχε ἰδιαίτερα ἀγαπήσει, ὅταν παλαιότερα εἶχε διαβάσει τὸ βίο του. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τὸν ὁδήγησε στὴν καλύβη τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Καυσοκαλυβίων καὶ στὴν ὑποταγὴ δύο Γερόντων, τοῦ Παντελεήμονος, ὁ ὁποῖος ἦταν καὶ πνευματικός, καὶ τοῦ Ἰωαννικίου, ἀδελφῶν κατὰ σάρκα. Ἀφοσιώθηκε στοὺς δύο Γέροντες, ποὺ κατὰ κοινὴ ὁμολογία ἦταν ἰδιαίτερα αὐστηροί, μὲ μεγάλη ἀγάπη καὶ μὲ πνεῦμα ἀπόλυτης ὑπακοῆς.
Ἔγινε μοναχὸς σὲ ἡλικία δεκατεσσάρων ἐτῶν καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Νικήτας. Μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια ἔγινε μεγαλόσχημος. Λίγο ἀργότερα ὁ Θεὸς τοῦ δώρισε τὸ διορατικὸ χάρισμα.
Στὰ δεκαεννέα του χρόνια ὁ Γέροντας ἀρρώστησε πολὺ σοβαρά, γεγονὸς ποὺ τὸν ἀνάγκασε νὰ ἐγκαταλείψει ὁριστικὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐπέστρεψε τότε στὴν Εὔβοια, ὅπου ἐγκαταβίωσε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους Λευκῶν. Ἕνα χρόνο ἀργότερα, τὸ ἔτος 1926, σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, χειροτονήθηκε ἱερέας στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο Κύμης ἀπὸ τὸν Πορφύριο Γ´, Ἀρχιεπίσκοπο Σινᾶ, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Πορφύριος. Στὰ εἴκοσι δύο του ἔγινε πνευματικὸς-ἐξομολόγος καὶ λίγο ἀργότερα ἀρχιμανδρίτης. Γιὰ ἕνα διάστημα ἐργάστηκε ὡς ἐφημέριος στοὺς Τσακαίους, χωριὸ τῆς Εὔβοιας.
Στὴν Εὔβοια, στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Χαραλάμπους, ἔζησε δώδεκα χρόνια, διακονώντας τοὺς ἀνθρώπους ὡς πνευματικὸς καὶ ἐξολόγος, καὶ τρία χρόνια στὴν Ἄνω Βάθεια, στὴν ἐγκαταλελειμμένη Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου.
Στὰ 1940, παραμονὲς τοῦ Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, ὁ Γέροντας Πορφύριος ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀθήνα, ὅπου ἀνέλαβε καθήκοντα ἐφημερίου καὶ πνευματικοῦ στὴν Πολυκλινικὴ Ἀθηνῶν. Ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, ἔζησε ἐκεῖ τριάντα τρία χρόνια σὰν μία μέρα, ἀσκώντας ἀκαταπόνητα τὸ πνευματικὸ ἔργο καὶ ἀνακουφίζοντας τὸν πόνο καὶ τὴν ἀσθένεια τῶν ἀνθρώπων.
Ἀπὸ τὸ 1955 εἶχε ἐγκατασταθεῖ στὰ Καλλίσια, ὅπου εἶχε μισθώσει ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Πεντέλης τὸ ἐκεῖ εὑρισκόμενο μονύδριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου μὲ τὴν ἀγροτικὴ περιοχὴ ποὺ τὸ περιέβαλλε, τὴν ὁποία καλλιεργοῦσε μὲ μεγάλη ἐπιμέλεια. Ἐδῶ, παράλληλα ἐξασκοῦσε τὸ πλούσιο πνευματικό του ἔργο.
Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1979, ἐγκαταστάθηκε στὸ Μήλεσι μὲ τὸ ὄνειρο νὰ χτίσει μοναστήρι. Ἐκεῖ ζοῦσε στὴν ἀρχὴ σὲ ἕνα τροχόσπιτο κάτω ἀπὸ ἰδιαίτερα ἀντίξοες συνθῆκες καὶ μετὰ σὲ ἕνα ἀπέριττο κελλάκι ἀπὸ τσιμεντόλιθους, ὅπου καὶ ὑπέμενε ἀγόγγυστα τὶς πολλὲς δοκιμασίες τῆς ὑγείας του. Τὸ 1984 μεταφέρθηκε σὲ κτίσμα τοῦ ὑπὸ ἀνέγερση μοναστηριοῦ, γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ὁποίου ὁ Γέροντας, παρόλο ποὺ ἦταν πολὺ ἄρρωστος καὶ τυφλός, ἐργαζόταν ἀκατάπαυστα καὶ ἀκαταπόνητα. Μὲ τὴ θεμελίωση τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς Μεταμορφώσεως, στὶς 26 Φεβρουαρίου 1990, ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὸ ὄνειρό του νὰ γίνεται πραγματικότητα.
Τὰ τελευταῖα χρόνια της ἐπίγειας ζωῆς του ἄρχισε νὰ προετοιμάζεται γιὰ τὴν κοίμησή του. Ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀποσυρθεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὰ ἀγαπημένα του Καυσοκαλύβια, ὅπου μυστικὰ καὶ ἀθόρυβα, ὅπως ἔζησε, θὰ ἔδιδε τὴν ψυχή του στὸ Νυμφίο της. Πολλὲς φορὲς τὸν ἄκουσαν νὰ λέει: «Ἐπιδιώκω καὶ τώρα ποὺ ἐγήρασα νὰ πάω καὶ νὰ πεθάνω ἐκεῖ πάνω».
Πράγματι, τὸ ὁσιακὸ τέλος τὸν βρῆκε στὰ Καυσοκαλύβια, στὴν καλύβη του, τὸ πρωὶ τῆς 2ας Δεκεμβρίου 1991.
Τὰ τελευταῖα λόγια ποὺ ἀκούστηκαν ἀπὸ τὸ στόμα του ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τοῦ Κυρίου, αὐτὰ ποὺ τόσο ἀγαποῦσε καὶ πολὺ συχνὰ ἐπαναλάμβανε: «ἵνα ὦσιν ἕν».

 Ὁ ὅσιος Γέρων Παΐσιος
Ο Όσιος πατήρ Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε από ευλαβείς γονείς, τον Πρόδρομο και την Ευλαμπία Ενζεπίδη, στα Φάρασα της Καππαδοκίας στις 25 Ιουλίου του 1924, λίγες μέρες πριν από τη φυγή των Φαρασιωτών από την πατρώα γη για την Ελλάδα. Στη βάπτισή του, ο Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, ο πλήρης ημερών και αγιότητος βίου κοσμούμενος ιερέας των Φαράσων, τον ονόμασε Αρσένιο, «για να τον αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είπε.
Στην Ελλάδα, η οικογένεια του μικρού Αρσενίου εγκαταστάθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου ο ίδιος πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Ακολούθησαν καιροί ταραχής και αναστάτωσης για την Ελλάδα, λόγω της ξένης Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Ο Όσιος όμως, τόσο ως πολίτης όσο και ως στρατιώτης κατά τη θητεία του (1945 - 1949), επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία. Ύστερα και από αυτές τις περιπέτειες, θέλησε να καταταγεί στο αγγελικό τάγμα των μοναχών, με τα φτερά που δίνει ο θείος έρωτας.
Αφού περιήλθε σκήτες και καλύβες, εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου, με το όνομα Αβέρκιος. Έχοντας όμως άσβεστο μέσα του τον πόθο για τον ησύχιο και απράγμονα βίο, πήρε την ευλογία του Ηγουμένου και πήγε να μονάσει στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, που ήταν τότε σε κατάσταση ιδιόρρυθμη. Στις 12 Μαρτίου 1956 εκάρη μικρόσχημος μοναχός και έλαβε το όνομα «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του.
Τον Αύγουστο του 1958 υπακούοντας σε θεία βουλή, δεν εγκαταστάθηκε στην έρημο, για την οποία προετοιμαζόταν, αλλά στην κατεστραμμένη Ιερά Μονή της Παναγίας του Στομίου, που βρίσκεται κοντά στην Κόνιτσα. Σε αυτήν έζησε 4 χρόνια, ζώντας ισάγγελο βίο και ανακαινίζοντας με πολύ μόχθο το Μοναστήρι.
Τo 1962 όταν και ολοκληρώθηκε το έργο της ανακαίνισης και ο κίνδυνος από τις ετερόδοξες ομάδες εξέλιπε, ο Όσιος δέχθηκε ως θεόσταλτη την πρόσκληση κάποιου ιεροδιακόνου να τον συνοδεύσει στο θεοβάδιστο Όρος του Σινά. Πάνω σε κείνον τον άνυδρο και ξερό τόπο, στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, έζησε επιτέλους αυτό που χρόνια ποθούσε, την προς Θεόν μόνωση.
Δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να εγκαταλείψει το στάδιο εκείνο της αρετής, εάν δεν ενέσκηπτε η σωματική ασθένεια από το τραχύ κλίμα, η οποία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην κατά σάρκα πατρίδα του. Επανερχόμενος στο Άγιο Όρος το 1964, δεν ελάττωσε το πλήθος των ασκητικών αγώνων του, παρά την καταβολή του σώματος, καθώς στο πνεύμα διατηρούσε την πρότερη ζέση του. Το 1966 ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ελλάδας (Νοσοκομείο Παπανικολάου). Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου (Βλάχικα).
Στις 12 Αυγούστου 1968 ο Όσιος Παΐσιος, εισήλθε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα και μόνασε στο κελί του Τιμίου Σταυρού.
Το 1979 αφήνει τον Τίμιο Σταυρό και αναζητώντας κελί πηγαίνει στην εγκαταλελειμμένη «Παναγούδα», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές.
Σε όλη αυτήν την καθημερινή κούραση του γέροντος Παϊσίου έρχονται να προστεθούν και τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν. Μετά το 1993 παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιον Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 χειρουργήθηκε. Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.
Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Κοιμήθηκε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.
 Ὁ ὅσιος Γέρων Ἰάκωβος.
Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης γεννήθηκε στο Λιβίσι της Μικράς Ασίας στις 5 Νοεμβρίου του 1920. Ήταν μέλος χριστιανικής οικογένειας (η μητέρα του είχε γεννήσει 9 παιδιά, αλλά από τις κακουχίες είχαν επιζήσει μόλις τα τρία), που στα παιδικά του χρόνια έζησε τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία. Αρχικά εγκαταστάθηκε στο χωριό Άγιος Γεώργιος Άμφισσας, όπου οι συνθήκες διαβίωσής του ήταν πολύ δύσκολες, κυριολεκτικά στα όρια της ανέχειας. Το 1925 η οικογένειά του μετακινήθηκε στα Φάρακλα της βόρειας Εύβοιας. Εκεί ο Γέροντας Ιάκωβος, διδάχτηκε τα θύραθεν και εκκλησιαστικά γράμματα, στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής του χωριού.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής ο μικρός Ιάκωβος έδειχνε από την τη νεανική του ηλικία κλίση προς το μοναχισμό. Είναι χαρακτηριστικό πως πολλοί τον αποκαλούσα καλόγερο, ένεκα του ασκητικού βίου που διήγαγε καθώς και εξ αιτίας των πρώτων χαρισμάτων που είχαν αρχίσει να διαφαίνονται. Η εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής την ίδια περίοδο τον στιγμάτισε και τελικά αποφάσισε ότι θα ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Σε ότι αφορά την εκπαίδευσή του, ο Γέροντας Ιάκωβος δεν κατάφερε να παρακολουθήσει το Γυμνάσιο, εξ αιτίας των οικονομικών αναγκών της οικογένειάς του, με αποτέλεσμα να εργάζεται από μικρή ηλικία σε οικοδομή.
Το 1947 κλήθηκε στο στρατό και το 1949 απολύθηκε. Ήταν η χρονιά που πέθανε και ο πατέρας του.Το 1951 και αφού παντρεύτηκε η αδελφή του, οδηγήθηκε στη μοναχική ζωή. Επέλεξε να εισέλθει στη μονή του Οσίου Δαυίδ στην Εύβοια, που την εποχή εκείνη είχε τρεις μοναχούς. Η κατάσταση εκεί όμως ήταν δύσκολη. Αφενός το μοναστήρι ήταν εγκαταλελειμμένο, αφετέρου οι μοναχοί δεν του έδωσαν ιδιαίτερη σημασία, με αποτέλεσμα να γυρίσει πίσω στα Φάρακλα. Τελικά, παρά τις αντίθετες πιέσεις ξανά πήγε στο Μοναστήρι. Στις 31 Νοεμβρίου του 1952 εκάρη μοναχός και στις 17 Δεκεμβρίου στη Χαλκίδα διάκονος και δύο ημέρες μετά ιερέας. Το 1975 ανέλαβε την Ηγουμενία της Μονής. Ήδη όμως και ιδίως μετά το 1970 είχε γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής με αποτέλεσμα αρκετός κόσμος να εισέρχεται στη Μονή για εξομολόγηση και ποιμαντική καθοδήγηση. Το αποτέλεσμα ήταν να εισέρχονται σημαντικοί οικονομικοί πόροι τους οποίους ο Γέροντας τους χρησιμοποιούσε για σημαντικό φιλανθρωπικό έργο.
Η σκληρή άσκηση του Γέροντα επιδείνωνε συχνά την υγεία του. Στις 23 Σεπτέμβρη του 1990 νοσηλεύτηκε με καρδιακή αρρυθμία. Ένα έτος αργότερα στις 21 Νοεμβρίου ο Γέροντας εκοιμήθη, αφού συμμετείχε στη Θεία Λειτουργία των Εισοδίων της Θεοτόκου και μετάλαβε του Σώματος και Αίματος του Κυρίου.
3. Ἄν θέλαμε νά ποῦμε ποιά ἦταν τά καίρια χαρακτηριστικά καί τῶν τριῶν, πέρα ἀπό ὅσα τούς διέκριναν ὡς ἀνθρώπους, ἀφοῦ κάθε ἄνθρωπος, ἔστω καί ἅγιος, διαφέρει ἀπό κάθε ὁποιονδήποτε ἄλλον, θά ἐπισημαίναμε τά ἑξῆς:
(1) Τή βαθειά πίστη τους στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὄχι μία πίστη γενική καί ἀόριστη σέ Θεό, ἀλλά συγκεκριμένα στόν Ἰησοῦ Χριστό καί συνεπῶς στόν Τριαδικό Θεό πού φανέρωσε Ἐκεῖνος. Κι αὐτό συνιστᾶ μία χαρισματική πραγματικότητα, γιατί κανείς ἀπό μόνος του δέν γίνεται πιστός στόν Χριστό. «Οὐ πάντων ἡ πίστις», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε πώς «οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ Πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν». Ὁ Θεός Πατέρας δηλαδή ἀσκεῖ μία ἕλξη, μία γοητεία στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ὁπότε κι ἐκεῖνος κατά τήν ἀναλογία τῆς καλῆς του διάθεσης ἀνταποκρίνεται στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ.
Κι αὐτή ἡ ἀνταπόκριση ὁδηγεῖ σέ δύο καταστάσεις: πρῶτον, στήν ἔνταξή του στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, δεύτερον, σέ συνθῆκες καρδιακῆς ἀγάπης πρός τόν Κύριο. Πού θά πεῖ: ἡ ἀληθινή πίστη στόν Χριστό πάντοτε ἔχει ἐκκλησιαστικό χαρακτήρα - στήν Ἐκκλησία ζεῖ κανείς τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό ζωντανό σῶμα Του, ὁπότε τό «πιστεύω καί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν» πηγαίνει πάντοτε μέ τό πιστεύω «καί εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν  Ἐκκλησίαν». Κι εἶναι ἐξόχως συγκινητική ἡ διαπίστωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος καί τῶν τριῶν ὁσίων αὐτῶν Γερόντων. Ὁ ὅσιος Πορφύριος γιά παράδειγμα ἦταν αὐτός πού ἔλεγε ὅτι «προτιμῶ νά πλανῶμαι μέσα στήν Ἐκκλησία παρά νά εἶμαι ἅγιος ἐκτός αὐτῆς». Τό ἴδιο καί οἱ ἅλλοι Πατέρες: πάντοτε ἀκολουθοῦσαν ὅ,τι ἔλεγε καί ἀποφάσιζε ἡ Ἐκκλησία. Ποτέ δέν διαφοροποιοῦνταν, στηριζόμενοι τάχα στά χαρίσματά τους καί στά κελεύσματα τῆς ὅποιας ἁγιότητάς τους. Ἀκριβῶς τό ἀντίθετο: ἦταν ἅγιοι, γιατί ἀκριβῶς ἦταν ἐνταγμένοι ὀρθά μέσα στήν Ἐκκλησία. Κι ἀπό τήν ἄλλη: ἡ καρδιακή σχέση τους μέ τόν Χριστό. Ἡ πίστη τους δηλαδή δέν ἦταν κάτι τό τυπικό ἤ ἕνα θέμα ἰδεολογίας. Αὐτό πού τούς συνεῖχε ἦταν ἡ βαθειά ἀγάπη τους στόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος μέ τίς ἐντολές Του καθόριζε τήν πορεία τῆς ζωῆς τους. Ἄς ἀκούσουμε τόν ἴδιο τόν ὅσιο Γέροντα Πορφύριο καί πάλι νά λέει: «Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν. Εἶναι ἡ χαρά, εἶναι ἡ ζωή, εἶναι τό φῶς, τό φῶς τό ἀληθινόν, πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται, νά πετάη, νά βλέπη ὅλα, νά βλέπη ὅλους, νά πονάη γιά ὅλους, νά θέλη ὅλους μαζί του, ὅλους κοντά στόν Χριστό. Ἀγαπήσατε τόν Χριστό καί μηδέν προτιμῆστε τῆς ἀγάπης αὐτοῦ. Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν, εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, εἶναι τό ἄκρον τῶν ἐφετῶν, εἶναι τό πᾶν. Ὅλα στόν Χριστό ὑπάρχουν τά ὡραῖα. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά ἀγαπήση τόν Χριστό, κι ὅταν ἀγαπήση τόν Χριστό, ἀπαλλάττεται ἀπό τόν διάβολο, ἀπό τήν κόλαση καί ἀπό τόν θάνατο». Στό ἴδιο μῆκος κινοῦνταν καί οἱ ἄλλοι δύο ὅσιοι. Τό «ζῆ Κύριος ὁ Θεός», γιά παράδειγμα, τοῦ ὁσίου Ἰακώβου, συνιστᾶ τήν ἐκφρασμένη διά τῶν χειλέων του σχέση του μέ τόν ζῶντα καί πανταχοῦ παρόντα Θεό. Ὅπως καί τοῦ ὁσίου Παϊσίου: «Ἄν δέν εἶχα ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, δέν ξέρω τί θά γινόμουν. Ὁ ἄνθρωπος νά ἐνεργῆ μέχρις ἑνός σημείου. Μετά ὁ Θεός, Νά ἔχουμε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη».
(2) Τήν ἀγάπη τους πρός τον συνάνθρωπο. Δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού γνώρισε καί τούς τρεῖς ὁσίους, ὁ ὁποῖος νά μή βεβαίωσε καί νά μή βεβαιώνει ὅτι πράγματι αὐτό πού εἰσέπρατταν ἀπό τήν παρουσία τους καί τήν προσευχητική τους διάθεση ἦταν μία ἀνοιχτή ἀγκαλιά πού τούς «ἔλιωνε» μέ τή θέρμη τῆς ἀγάπης της. Δέν διέκριναν τούς ἀνθρώπους ἀπό τό ποιόν τους, ὥστε ἀνάλογα νά τούς συμπεριφερθούν. Ὅπως σημειώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος «οὐκ ἐσκόπουν τά βλεπόμενα, ἀλλά τά μή βλεπόμενα», δηλαδή μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἔβλεπαν τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ μέσα του, καί εἴτε χαίρονταν ἀπό τή φωτεινότητά της εἴτε θλίβονταν καί προσεύχονταν γι’ αὐτήν λόγω τῆς σκοτεινιᾶς  τῶν παθῶν της. Ἔτσι κι ἀλλιῶς ὅμως ἡ στάση τους ἦταν στάση πάντοτε ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης. «Αἰσθάνομαι - ἔλεγε ὁ ὅσιος Παΐσιος – γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους τήν ἴδια ἀγάπη πού εἶχα γιά τούς συγγενεῖς μου. Τώρα αἰσθάνομαι ὅλον τόν κόσμο σάν ἀδελφούς». Εἶναι γνωστό ἐπίσης γιά τόν ὅσιο Ἰάκωβο πώς ὅ,τι χρήματα τοῦ προσέφεραν γιά τίς ἀνάγκες τίς δικές του ἤ τοῦ μοναστηριοῦ κατέληγαν σχεδόν ἀμέσως στά χέρια τῶν πτωχῶν πού γνώριζε ἤ τοῦ ἔλεγαν. Πακτωλός χρημάτων πού σέ χέρια ἄλλου θά τόν εἶχα κάνει πάμπλουτο. Καί γιά τόν ὅσιο Πορφύριο βεβαίως τί νά πεῖ κανείς; Ἄς μνημονεύσουμε μόνο αὐτό τό κείμενο πού εἶχε ζητήσει νά τό βάλουν στό κελάκι του, προκειμένου νά «καθρεπτίζεται» καθημερινά σ’ αὐτό, καθώς ἐπίσης καί εἶχε πεῖ σέ πνευματικά του παιδιά νά τό φωτοτυπίσουν καί νά τό διαμοιράζουν σέ κάθε ἕνα πού ἐρχόταν κοντά του: «Ὅλους τούς πιστούς ὀφείλουμε νά τούς βλέπουμε σαν ἕνα καί νά σκεπτόμαστε ὅτι στόν καθένα ἀπό αὐτούς εἶναι ὁ Χριστός. Καί νά ἔχουμε γιά τόν καθένα τέτοια ἀγάπη, ὥστε νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά θυσιάσουμε γιά χάρη του καί τή ζωή μας. Γιατί ὀφείλουμε νά μή λέμε, οὔτε νά θεωροῦμε κανέναν ἄνθρωπο κακό, ἀλλά ὅλους νά τούς βλέπουμε ὡς καλούς… Ἡ ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό σέ προετοιμάζει ν’ ἀγάπήσεις περισσότερο τόν Θεό. Τό μυστικό τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό. Γιατί, ἄν δέν ἀγαπάεις τόν ἀδελφό σου πού τόν βλέπεις, πῶς εἶναι δυνατόν ν’ ἀγαπάεις τόν Θεό πού δέν Τόν βλέπεις;»
(3) Τή μεγάλη τους ταπείνωση. Ἡ ταπείνωση γιά τούς τρεῖς αὐτούς ὁσίους δέν ἦταν ἁπλῶς μία ἐπιμέρους ἀρετή. Ἀποτελοῦσε τή βάση ὅλων, δεδομένου ὅτι ἀπό αὐτήν κρίνεται ἡ ποιότητα καί τῆς ἀληθινῆς πίστης στόν Χριστό, ὅπως καί τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο. Καί τοῦτο γιατί χωρίς ταπείνωση ὁ ἄνθρωπος, ἔστω κι ἄν ἔχει τοῦ κόσμου τίς ἀρετές, ἐκπίπτει σ’ ἕναν δαιμονισμό πού λίγο ἀπέχει ἀπό τόν δαιμονισμό τοῦ ἴδιου τοῦ… διαβόλου. Καί οἱ τρεῖς ὅσιοι ἤξεραν πολύ καλά ὅτι ὁ πρῶτος ἀρχάγγελος, ὁ Ἑωσφόρος, ξέπεσε ἀπό τήν πρώτη θέση πού κατεῖχε λόγω ἀκριβῶς τῆς ὑπερηφάνειας πού ἀνέπτυξε, λόγω δηλαδή τῆς ἀδυναμίας ἐπιμονῆς στήν πραγματικότητα τοῦ ἑαυτοῦ του: ὅτι ὅλα τά καλά ἀνήκουν στόν ἴδιο τόν Θεό καί τό μόνο πού ἔχουμε τά κτιστά ὄντα εἶναι τό τίποτε. Γι’ αὐτόν τόν λόγο καί συχνά ἐπανελάμβαναν αὐτό πού ὁ Κύριος μέ ἀπόλυτο τρόπο εἶχε ἀποκαλύψει:  «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Καί: «ὅταν ποιήσητε πάντα τά διατεταγμένα ὑμῖν, λέγετε ὅτι  ἀχρεῖοι δοῦλοί ἐσμεν· ὅτι ὅ ὀφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν». Ἡ αἴσθηση τῆς μηδαμινότητάς τους συνεῖχε τή ζωή τους, κρατώντας τους ἑπομένως στήν ἰσορροπία τῆς πνευματικῆς τους ζωῆς, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη εἶχαν πλήρη ἐπίγνωση τῶν χαρισμάτων τους, τά ὁποῖα ὅμως ἀπέδιδαν στόν ἴδιο τόν Χριστό. «Ἐκεῖνος, (ὁ γέρων Πορφύριος), - ἔλεγε ὁ ὅσιος Παΐσιος – εἶναι ἔγχρωμη τηλεόραση. Ἐγώ εἶμαι ἀσπρόμαυρη». Καί ἀντιστρόφως ὁ ὅσιος Πορφύριος γιά τόν ὅσιο Παϊσιο: «Ὁ π. Παΐσιος εἶναι κατά πολύ ἀνώτερός μου, γιατί αὐτός ἀγωνίστηκε καί κουράστηκε πολύ γιά νά ἀποκτήσει τά χαρίσματά του, ἐνῶ ἐμένα μοῦ δόθηκαν ἀπό νεαρή ἡλικία». Εἶναι πολύ συγκινητικά τά λόγια τοῦ ὁσίου Παϊσίου ἐπίσης, τά ὁποῖα ἄφησε ὡς πνευματική του διαθήκη: «Τοῦ λόγου μου ὁ Μοναχός Παΐσιος, ὅπως ἐξέτασα τόν ἑαυτό μου, εἶδα ὅτι ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου τίς παρέβην, ὅλες τίς ἁμαρτίες τίς ἔχω κάνει. Δέν ἔχει σημασία ἐάν ὁρισμένες ἔχουν γίνει σέ μικρότερο βαθμό, διότι δέν ἔχω καθόλου ἐλαφρυντικά, ἐπειδή μέ ἔχει εὐεργετήσει πολύ ὁ Κύριος. Εὔχεσθε νά μέ ἐλεήσει ὁ Κύριος…». Ὁ ἴδιος, ἀκόμη, δέν ἔλεγε ὅτι «ὁ κόσμος τόν πῆρε μέ καλό μάτι καί νομίζει ὅτι εἶναι χρυσάφι, ἐνῶ στήν πραγματικότητα εἶναι ἕνας τενεκές»; Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ἀπό τήν ἄλλη ὁμολογοῦσε διαρκῶς ὅτι εἶναι «μουρλόπραμα» καί ὅτι «βρωμίζει καί τόν ἀέρα πού ἀναπνέει». «Ποιός εἶμαι ἐγώ – συνήθιζε νά λέει – πού ἔρχονται σέ μένα τόν ἀγράμματο, ἄνθρωποι σπουδαῖοι καί μορφωμένοι, καθηγητές Πανεπιστημίου, δικαστικοί, Ἐπίσκοποι; Δέν ἀξίζω τίποτε».
 
4. Συνήθως μιλώντας γιά τούς ὁσίους αὐτούς μένουμε ἔκθαμβοι μπροστά στά πολλά καί σπουδαῖα χαρίσματά τους: τό προορατικό, τό διορατικό, τό θαυματουργικό τους χάρισμα. Μά αὐτά, γιά ἐκείνους, ἦταν δεύτερα. Δέν εἶναι τά χαρίσματα, δηλαδή οἱ δωρεές τοῦ Θεοῦ, αὐτά πού βάζουν στόν Παράδεισο: αὐτά μπορεῖ νά τά δίνει καί τά παίρνει ὁ Θεός ὅποτε κρίνει ὅτι συμφέρει τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἀγάπη στόν Θεό καί στόν ἄνθρωπο, καί ἡ αἴσθηση τῆς μικρότητάς μας εἶναι τά πρῶτα καί οὐσιώδη. Στήν κρίση τοῦ Θεοῦ, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, δέν θά κριθοῦμε γιά τό ἄν δέν θαυματουργήσαμε κλπ., ἀλλά ἄν δέν πενθήσαμε γιά τίς ἁμαρτίες μας. «Δέν θά κατηγορηθοῦμε, ἀγαπητοί μου, δέν θά κατηγορηθοῦμε τήν ὥρα τοῦ θανάτου μας, διότι δέν θαυματουργήσαμε ἤ διότι δέν θεολογήσαμε ἤ διότι δέν γίναμε θεωρητικοί. Ὁπωσδήποτε ὅμως θά δώσουμε λόγο στόν Θεό, διότι δέν πενθήσαμε συνεχῶς».
Μακάρι, οἱ εὐχές καί οἱ πρεσβεῖες τῶν ὁσίων αὐτῶν τῆς ἐποχῆς μας νά σκέπουν καί νά φωτίζουν τή ζωή ὅλων μας.

(Κύρια σημεῖα ὁμιλίας πού πραγματοποιήθηκε στήν Εὐαγγελίστρια Πειραιῶς, τήν 13η Ἰανουαρίου 2018, στήν κοπή πίτας τῆς ἐνορίας πρός τιμήν τῶν συνεργατῶν τοῦ Ναοῦ).