Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

"ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ" ΣΤΗΝ "ΠΑΡΟΥΣΙΑ"

 
 
 
Οι εκδόσεις «ἀκολουθεῖν» και το βιβλιοπωλείο «Παρουσία»
 Σας προσκαλούν το Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018 στις 19:00
 στη στοά του βιβλιοπωλείου Παρουσία,
 Αγ. Κωνσταντίνου 5, Πειραιάς,
(πεζόδρομος Δημοτικού Θεάτρου Πειραιώς)
στην παρουσίαση του νέου βιβλίου
του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Δορμπαράκη
«Μικρές Στάσεις στην Κλίμακα του αγίου Ιωάννου».
Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
                                Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Πέτρου,                 
Πολιτικός επιστήμων, θεολόγος.
                    Πρωτοπρεσβύτερος  Σπυρίδων Βασιλάκος,                 
 θεολόγος, συγγραφέας, διευθυντής Ρ/Σ
Ι.Μ. Θηβών και Λεβαδείας.
Είσοδος ελεύθερη
 
 

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ


Βρισκόμαστε για μία ακόμη φορά σ’ αυτόν τον ευλογημένο χώρο*, όπου οι προκλήσεις για πνευματική ανύψωση, για ώθηση δηλαδή για σχέση με τον Χριστό, είναι διαρκείς και πολλαπλές. Δεν θα αφίστατο κανείς από την πραγματικότητα αν έλεγε ότι ο χώρος αυτός, μέσα στο κέντρο της πολύβουης Αθήνας, μαζί βεβαίως και με άλλους αντίστοιχους  ναών και πνευματικών αιθουσών, λειτουργεί ως μία πνευματική όαση, ως μία «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», που θα πει ότι έλκει και μαγνητίζει κάθε καλοπροαίρετη καρδιά που αναζητεί Κύριο τον Θεό της. Νομίζω ότι αγαλλιά  πολύ και η ψυχή του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος βλέπει ότι μέσα στους αιώνες το έργο του του κηρύγματος της μετανοίας συνεχίζεται, ακόμη και μετά τον ερχομό του Χριστού. Κι ίσως στο μετά Χριστόν χρειάζεται δυνατότερη φωνή για μετάνοια, γιατί ακριβώς έχει έλθει ο Λυτρωτής και ο Σωτήρας, συνεπώς δεν υπάρχει μεγάλο περιθώριο δικαιολογίας στους ανθρώπους.  Και τι λέμε για τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο; Ο ίδιος ο Τριαδικός Θεός μας, η ίδια η Παναγία μας, όλοι τελικώς οι άγιοι και οι άγγελοι, χαίρουν και αγάλλονται, επειδή ακριβώς συνεχίζονται οι προσπάθειες της ορθοτομήσεως της αληθείας από πολλές πλευρές, του κηρύγματος της μετανοίας δηλαδή, μέσα εννοείται στο πλαίσιο της Εκκλησίας μας, αφού έξω από το ζωντανό σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία, «ελεύθερος χριστιανισμός» δεν φαίνεται να υπάρχει, ή κι αν υπάρχει, δεν μπορεί να φανερώνει τον αληθινό Χριστό στις πραγματικές και ολόκληρες διαστάσεις Του. Και παραποιημένος, ξέρουμε, Χριστός προσφέρει παραποιημένη και σωτηρία, δηλαδή καμία σωτηρία.
Σήμερα έχουμε την εξαιρετική ευκαιρία, με την ευκαιρία της μνήμης του οσίου και θεοφόρου Πατρός Αντωνίου του μεγάλου και καθηγητού της ερήμου, να μιλήσουμε ακριβώς γι’ αυτόν, τον Αντώνιο, πού όλοι οι αιώνες έκλιναν γόνυ ευλαβικό ενώπιόν του, κι όχι μόνο στο πρόσωπο των ορθοδόξων χριστιανών, αλλά και στο πρόσωπο απάντων των ετεροδόξων, οι οποίοι και αυτοί βλέπουν και αισθάνονται τη μεγάλη χάρη που έχει εκ Θεού ο τρισμέγιστος αυτός άγιος.
Πώς θα κινηθούμε απόψε; Θα πούμε καταρχάς ορισμένα σύντομα βιογραφικά για τον όσιο, βασισμένα στο συναξάρι του Μηναίου της Εκκλησίας μας. Θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια μία πνευματική ακτινογραφία της ψυχής του, όπως μας καθοδηγεί η ίδια η Εκκλησία μας διά στόματος του αγίου υμνογράφου της ακολουθίας του, με τονισμό ορισμένων σημείων ύμνων του. Κι έπειτα, θα αφεθούμε στην καθοδήγηση του ίδιου του αγίου, ο οποίος, μέσα από τις καταγραφές του βιογράφου και υποτακτικού του για ένα διάστημα οικουμενικού Πατέρα και Διδασκάλου αγίου Αθανασίου του μεγάλου, θα μας πει ορισμένα μυστικά της πνευματικής πορείας για να βαδίζουμε κι εμείς με σχετική αναμαρτησία.  Πολλές υποσχέσεις που στο τέλος θα δούμε αν πράγματι βρήκαν την εκπλήρωσή τους. 
«Ο Αντώνιος γεννήθηκε το 251 μ.Χ. στην κωμόπολη Κομά της Αιγύπτου. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς Χριστιανοί, πλούσιοι και αριστοκράτες που του μετάγγισαν την πίστη τους στον Χριστό. Σε νεαρή ηλικία τους έχασε κι έμεινε μόνος με τη μικρή αδελφή του. Είκοσι ετών περίπου νιώθει την κλήση του Θεού να αποσυρθεί από τα κοσμικά και να αφιερωθεί πλήρως στον Θεό. Εμπιστεύεται την αδελφή του σε παρθενώνα (ένα είδος γυναικείου μοναστηριού) της περιοχής του, μοιράζει στους φτωχούς όλη την περιουσία που είχε από τους γονείς του και αποσύρεται πρώτα κοντά στο χωριό του κι ύστερα σε πιο απομακρυσμένες κι ερημικές περιοχές. Η δίψα του κι ο πόθος του για τον Θεό και την αρετή ήταν πολύ μεγάλοι. Όπου άκουγε ότι υπάρχει κάποιος ενάρετος ασκητής πήγαινε και τον επισκεπτόταν για να τον μιμηθεί στον καλό τρόπο της ζωής του. Σιγά σιγά έτσι απέκτησε σχεδόν όλες τις αρετές, χαρακτηριζόμενος από όλους θεοφιλής. Ο Θεός επέτρεψε, για να του αυξήσει τις δωρεές και τα χαρίσματα, να μπει και στη σκληρή δοκιμασία των δαιμονικών πειρασμών. Μέσα από το καμίνι αυτό, με τη βοήθεια του Θεού, αναδείχτηκε ως «χρυσός εν χωνευτηρίω». Προχώρησε πολύ στην αγιότητα, απέκτησε τα μεγάλα χαρίσματα της διόρασης και της προόρασης, καθώς και της διάκρισης των πνευμάτων. Η φήμη του από τα θαύματα και τα χαρίσματά του άρχισε να απλώνεται παντού. Έγινε πρότυπο στους πάντες, κοσμικούς και μοναχούς. Η ταπείνωσή του όμως τον κρατούσε προσγειωμένο στην πραγματικότητα. Αποσύρθηκε σε ακόμη ερημικότερες περιοχές, μα ο πιστός λαός τον αναζητούσε οπουδήποτε. Τέλος σε βαθύτατο γήρας, το 356 μ.Χ., σε ηλικία 105 ετών, αφού έδωσε τις τελευταίες συμβουλές στους συνασκητές του και με την εντολή να τον θάψουν σε μέρος που δεν θα το γνωρίζει κανείς, παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Δημιουργού του, μέσα σε άφατη χαρά και ιλαρότητα».
 
Ο Μέγας Αθανάσιος, ο μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας που συνέγραψε τον βίο του αγίου Αντωνίου – στην πραγματικότητα μία εκτεταμένη επιστολή – λέει καταρχάς ότι είναι «μεγάλο κέρδος γι’ αυτόν και να θυμάται μόνον τον Αντώνιο». Ο ιερός Αυγουστίνος, ο μεγάλος κι αυτός άγιος της Εκκλησίας, πήρε την οριστική απόφαση να μεταστραφεί στη χριστιανική πίστη και να βαπτιστεί, με την καθοδήγηση βεβαίως του επισκόπου Μεδιολάνων αγίου Αμβροσίου, όταν μελέτησε τον βίο του αγίου Αντωνίου. Ο σπουδαίος ασκητής του Γεροντικού, ο οποίος ζήτησε από τον Θεό να του φανερώσει όλους τους μεγάλους αγίους της εποχής του, είδε να εκπληρώνεται το αίτημά του, πλην του Αντωνίου. Και στο ερώτημά του στον Κύριο γιατί συνέβη αυτό, έλαβε την πληροφορία ότι «ο Αντώνιος είναι πολύ κοντά μου και δεν μπορείς να τον δεις». Όταν μιλάμε για τον άγιο Αντώνιο λοιπόν δεν μιλάμε για απλό άγιο της Εκκλησίας. Το πνευματικό ύψος του είναι τρισμέγιστο, φθάνει μέχρι και σ’ αυτά τα «κράσπεδα» της Τριαδικής Θεότητος.
Η υμνολογία της Εκκλησίας μας, (στην υμνολογία μπορούμε να έχουμε τη σωστή θέαση ενός αγίου, γιατί ο υμνογράφος ή οι υμνογράφοι με έμπνευση και φωτισμό Θεού, αλλά και με γνώση των δεδομένων της ζωής των αγίων, δίνουν και τη γήινη πορεία τους, αλλά και το βάθος της ζωής τους: την κατά Χριστόν πολιτεία τους – γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο το πόσο όλοι οι άγιοι τονίζουν την ανάγκη της εμβαπτίσεώς μας στα εκκλησιαστικά γράμματα, όπως ο όσιος Γέροντας Πορφύριος για παράδειγμα), τον παραλληλίζει με τον προφήτη Ηλία και τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. Ό,τι ο ίδιος ο άγιος Αντώνιος είδε σαν τρόπο ζωής στον προηγηθέντα από αυτόν όσιο Παύλο τον Θηβαίο («του Παύλου συμμέτοχος του Θηβαίου»),  το ίδιο αγωνίστηκε και αυτός να πράξει. Νέος προφήτης Ηλίας και νέος Ιωάννης Πρόδρομος ο όσιος Παύλος, παρομοίως και ο άγιος Αντώνιος. Κατά πώς το λέει και το απολυτίκιό του: «Τον ζηλωτήν Ηλίαν τοις τρόποις μιμούμενος, τω Βαπτιστή ευθείαις ταις τρίβοις επόμενος, Πάτερ Αντώνιε» (μιμήθηκες στον τρόπο της ζωής τον ζηλωτή Ηλία κι ακολούθησες τους ίσιους δρόμους του Βαπτιστή, πάτερ Αντώνιε). Κι ακόμη: τον παραλληλίζει και με τον Μωυσή, ονομάζοντάς τον «νέον Μωυσή», διότι «στην έρημο έστησε το τρόπαιο κατά των εχθρών και των αντιπάλων, ως αρχηγός του λαού» («Νέος Μωυσής γενόμενος, εν ερήμω το τρόπαιον κατά των εχθρών και πολεμίων έστησας, λαού προηγούμενος»). Δεν παραξενεύουν λοιπόν οι χαρακτηρισμοί που του αποδίδει η Εκκλησία μας διά των ύμνων της: «Πατήρ Πατέρων», «φωστήρ φωστήρων», «οικουμένης το κλέος», «ο επί γης άγγελος και εν ουρανοίς άνθρωπος Θεού».
Ακριβώς γι’ αυτό, δεν μας παραξενεύει το γεγονός ότι λειτουργούσε ως «μαγνήτης» κυριολεκτικά των ανθρώπων, είτε των απλών αλλ’ είτε και των αξιωματούχων, ακόμη δε και αυτών των αυτοκρατόρων. Είναι γνωστό π.χ. ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε επισημάνει το πνευματικό μέγεθος του οσίου μεγάλου Αντωνίου, του ζητούσε καθοδήγηση σε διάφορα θέματα, όπως και τον είχε παρακαλέσει να έλθει στην πρωτεύουσα για να τον δει από κοντά. Και ξέρουμε βεβαίως ότι προβληματίστηκε ο όσιος, γιατί αφενός δεν ήθελε να φύγει από την ερημία του, αφετέρου όμως διέβλεπε το καλό που θα μπορούσε να προκύψει για τους χριστιανούς από μία ενδεχόμενη παρουσία του στο κέντρο της αυτοκρατορίας. Τελικώς, την απάντηση στον προβληματισμό του την πήρε από τον υποτακτικό του, όσιο Παύλο τον απλό. Όταν κατέφυγε δηλαδή ο μέγας όσιος στον Παύλο για να τον ρωτήσει τι να κάνει, εκείνος του είπε: «Αν πας θα είσαι Αντώνιος· αν δεν πας θα είσαι αββάς Αντώνιος». Δηλαδή το να παραμείνει στην ταπείνωση της αφάνειας και στην αποφυγή της πρόκλησης της όποιας κενοδοξίας θα απέφερε ίσως η τιμή του αυτοκράτορα, ήταν και το όντως πνευματικό. Γι’ αυτό και ο όσιος έκανε υπακοή και δεν ανταποκρίθηκε στην κλήση του αυτοκράτορα.
Όπως και δεν μας παραξενεύει επίσης το γεγονός ότι ακόμη και οι εχθροί της πίστεως μπροστά του στέκονταν με σεβασμό, σαν να αναγνώριζαν το άλλο επίπεδο από πλευράς πνευματικής στο οποίο βρισκόταν. Εννοούμε το πώς στέκονταν και οι ίδιοι οι κριτές των υποψηφίων μαρτύρων απέναντί του, όταν οι μάρτυρες κρίνονταν για τη χριστιανικότητά τους και την επιμονή στην αλήθεια της πίστης τους στον Χριστό. Ο όσιος Αντώνιος, με παραθεώρηση του όποιου κινδύνου για τη ζωή του, πήγαινε στα δικαστήρια, εκεί στην Αλεξάνδρεια σε περίοδο διωγμών, ώστε με την παρουσία του να τονώνει και να ενισχύει τους υποψηφίους μάρτυρες. Και πράγματι, οι δικαστές τον έβλεπαν με ένα είδος σεβασμού, χωρίς να του πουν ή να του κάνουν τίποτε. Θυμίζει αυτό που γράφει ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος για τον ίδιο τον Κύριο, όταν βρέθηκε να κρίνεται από τον Πόντιο Πιλάτο. Η ίδια η ύπαρξη του Κυρίου, όπως και η σεμνή σιωπή Του, ανάγκασαν τον περίεργο αυτόν άνθρωπο της ιστορίας, να κρατήσει στάση σεβασμού απέναντι στον χωρίς να το γνωρίζει Δημιουργό του.
Ο άγιος υμνογράφος κάνοντας, με τα δεδομένα της ζωής του οσίου και με φωτισμό Θεού όπως είπαμε, μία πνευματική «ακτινογραφία» του Αντωνίου, επικεντρώνει στην καρδιά του: ήταν ένα πυρακτωμένο καμίνι αγάπης και έρωτα που η φλόγα του ανέβαινε διαρκώς στο ακρότατο των επιθυμητών, στην πιο υψηλή κορυφή της αγάπης, τον ίδιο τον Θεό. «Σε ο ένθεος έρως ανέφλεξε και την ψυχήν ανεπτέρωσε αυτό ποθήσαι, το της αγάπης όντως ακρότατον» (ο θείος έρωτας σου έβαλε φωτιά και έδωσε φτερά στην ψυχή σου να ποθήσεις το πράγματι ακρότατο όριο της αγάπης, τον Θεό δηλαδή). Αυτός ο έρωτάς του ήταν η κινητήρια δύναμη για να απαγκιστρωθεί από όλες τις γοητείες του παρόντος κόσμου του απατεώνος, και στη συνέχεια με την πολλή άσκησή του και την ησυχία να αυξηθεί  σ’ αυτήν την  αγάπη του Θεού, να ενωθεί πλήρως με Αυτόν και να γεμίσει από όλα τα καλά που ο Θεός ξέρει να δίνει: όχι κάτι από Αυτόν, αλλά ολόκληρο τον Εαυτό Του. «Τότε κατεφρόνησας σαρκός και αίματος και έξω κόσμου γεγένησαι, πολλή ασκήσει και ησυχία τούτω ενούμενος∙ όθεν επλήσθης, ως εζήτησας, των εκείθεν καλών και ανέλαμψας, ως αστήρ, καταυγάζων τας ψυχάς ημών, Αντώνιε» (Τότε λοιπόν, με τον θείο έρωτά σου, έκανες πέρα οποιαδήποτε  σχέση με άνθρωπο και ήλθες στην έρημο, αγωνιζόμενος να ενωθείς με Αυτόν με την πολλή άσκηση και την ησυχία. Γι’ αυτό και γέμισες, όπως ζήτησες, από τα καλά του Θεού και έλαμψες σαν ήλιος, φωτίζοντας τις ψυχές μας, Αντώνιε).
Οι επισημάνσεις του υμνογράφου για τον όσιο είναι πολύ σοβαρές. Μας αποκαλύπτουν πρώτον ότι δεν μπορεί κανείς να απεγκλωβιστεί από την έλξη και τη γοητεία που ασκεί στην ψυχή μας ο πεσμένος στην αμαρτία κόσμος, παρά μόνον αν στραφεί με αγάπη και έρωτα προς τον Θεό. Με άλλα λόγια, πρέπει μία μεγαλύτερη έλξη και γοητεία, μία μεγαλύτερη δύναμη να υπάρξει, προκειμένου να φύγει κανείς από ό,τι εμπαθές τον δένει με τον κόσμο και τα πάθη του κόσμου τούτου. Όπως συμβαίνει με ένα στρείδι που είναι κολλημένο σ’ έναν βράχο: για να το ξεκολλήσει κανείς πρέπει να ασκήσει μία μεγαλύτερη της προσκόλλησής του στον βράχο δύναμη, κατά τον ίδιο τρόπο και στα πνευματικά: μόνον η αγάπη προς τον Θεό αποτελεί τη μεγαλύτερη δύναμη από οτιδήποτε άλλο προκειμένου να ξεκολλήσουμε από τα πάθη μας. (Κι έχουμε τη δύναμη της αγάπης αυτής, γιατί είμαστε βαπτισμένοι στο όνομα του Κυρίου, που σημαίνει ότι γίναμε μέλη Του και συνεπώς Εκείνου η δύναμη ενεργεί μέσω ημών, εφόσον βεβαίως Τού αφήνουμε χώρο να δράσει).
Δεύτερον, το «έξω κόσμου γεγένησαι» που λέει ο υμνογράφος, ασφαλώς και αναφέρεται στην έξοδο του αγίου Αντωνίου από τον κόσμο από πλευράς τοπικής, αλλά πρωτίστως αναφέρεται στην έξοδο από πλευράς πνευματικής. Δεν είναι δηλαδή η τοπική αναχώρηση αυτό που αυξάνει την αγάπη προς τον Θεό, αλλά η αναχώρηση από τα πάθη μας, από ό,τι συνιστά κόσμο αμαρτίας και αμαρτωλό φρόνημα μέσα μας. (Θυμόμαστε εδώ τον όσιο Γέροντα Πορφύριο, ο οποίος ευρισκόμενος μέσα στην Ομόνοια ζούσε την ερημική ζωή των ασκητών, εν αντιθέσει προς κάποιους ίσως ερημίτες, οι οποίοι αν και έξω κόσμου ζουν σαν στο κέντρο της Ομόνοιας, γιατί ακριβώς «κρατούν» και σέρνουν τον κόσμο μέσα τους). Θυμίζει ακόμα η περίπτωση αυτό που επισημαίνει ο άγιος μέγας Βασίλειος, ο οποίος σε έργο του για τον Άγιον Πνεύμα λέει ότι βρίσκει κανείς τον Θεό, ανάλογα με το πού βρίσκεται ο νους του. Αν ο νους διαχέεται στα εξωτερικά και αισθητά πράγματα, τότε τον Θεό δεν πρόκειται να Τον βρει. Ενώ αν ο νους σταματήσει να περιφέρεται τήδε κακείσε, επιστρέφει στον εαυτό του, δηλαδή μέσα στο κέντρο του: την καρδιά του, οπότε με τον τρόπο αυτόν διαβαίνει στην αληθινή σχέση με τον Θεό. Από την άποψη αυτή, περιορίζεσαι για να αναπτυχθείς και να ανοιχτείς· κατεβαίνεις στην καρδιά σου για να ανέλθεις στον Θεό. Όπως το διατυπώνει πολύ ωραία και ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος: μία είναι η σκάλα, λέει, που οδηγεί στην καρδιά και στον Θεό.
Η από πλευράς και τοπικής όμως έξοδος από τον κόσμο του οσίου Αντωνίου πρέπει λίγο να μας παραδειγματίσει. Βεβαίως η προτεραιότητα είναι η εσωτερική έξοδος από τα πάθη μας, αλλά χρειάζεται και λίγο, ακόμη και για εμάς που βρισκόμαστε μέσα στον κόσμο, η ησυχία. Θέλουμε να πούμε ότι θα ήταν πολύ καλό για την πνευματική μας ζωή κάποια λεπτά της ημέρας να κλεινόμαστε μέσα στο ταμείο μας, της ψυχής και του δωματίου μας, ώστε εκεί να σταθούμε ενώπιοι ενωπίω του Θεού μας, να προσευχηθούμε με μεγαλύτερη επίγνωση, να μελετήσουμε μερικές σειρές από την Αγία Γραφή ή από κάποιο πνευματικό βιβλίο. Όταν και ο ίδιος ο Κύριος αποσυρόταν κάποιες φορές σε ερημική περιοχή προκειμένου να προσευχηθεί, ας φανταστούμε πόσο πολλαπλάσια ανάγκη έχουμε εμείς, οι οποίοι είμαστε μπλεγμένοι με τα πράγματα του κόσμου και ο νους μας τις περισσότερες φορές διαχέεται σε οτιδήποτε πέρα από την εντός ημών βασιλεία του Θεού.
Επανερχόμαστε: ο άγιος υμνογράφος με τα παραπάνω λεγόμενά του για τον μέγα Αντώνιο δίνει απάντηση και σε ένα ερώτημα που μπορεί να δημιουργηθεί και σε εμάς σήμερα: τι ήταν εκείνο που έκανε τον Θεό να δώσει τόση χάρη στον Αντώνιο; Διότι λέει ότι γέμισε ο Αντώνιος με όλα τα καλά του Θεού και αναδείχτηκε σε πνευματικό ήλιο που λάμπει σε όλη την οικουμένη. Κάνει διακρίσεις ο Θεός; Αγάπησε περισσότερο εκείνον από ό,τι εμάς ή άλλους άλλων εποχών; Η απάντηση ασφαλώς είναι αρνητική. Ο Θεός αγαπά τους πάντες εξίσου. «Ουκ έστιν προσωπολήπτης ο Θεός». Ό,τι αγάπη είχε στον Αντώνιο έχει και σε εμάς και σε όλους τους ανθρώπους. Ποιο τότε το «μυστικό» του Αντωνίου; «Ως εζήτησας» σημειώνει ο υμνογράφος. Η απάντηση βρίσκεται στη μικρή αυτή φράση. Ο άγιος Αντώνιος πυρακτώθηκε από την χάρη του Θεού, έγινε όλος φωτιά, διότι και ο ίδιος αναζητούσε τον Θεό. Κι εκεί υπάρχει το έλλειμμα το δικό μας. Ε μ ε ί ς  δεν αναζητούμε τον Θεό ή αν Τον αναζητούμε, Τον αναζητούμε με πολύ αναιμικό τρόπο. Ο Θεός προσφέρεται στον άνθρωπο κατά την αναλογία και της δικής του επιθυμίας. Μεγάλη αναζήτηση; Μεγάλη και η προσφορά. Μικρή αναζήτηση; Μικρή και η προσφορά. Με άλλα λόγια και εμείς θα μπορούσαμε να αναδειχτούμε άγιοι της περιωπής του αγίου Αντωνίου. Δεν καταθέτουμε όμως την καρδιά και τη διάθεσή μας στον Θεό με απόλυτο τρόπο, χωρίς προαπαιτούμενα, σαν τον άγιο Αντώνιο. Την ευθύνη της μικρής ή και της μηδαμινής χάρης του Θεού μέσα μας πρέπει να την αναζητήσουμε στον ίδιο μας τον εαυτό.
Κι ερχόμαστε στη συνέχεια να δούμε ορισμένα πράγματα που λέει ο ίδιος ο άγιος Αντώνιος, προκειμένου και εμείς όντως, εφόσον τα ενστερνισθούμε, να περπατήσουμε κατά τον ίδιο τρόπο με εκείνον, δηλαδή να ζήσουμε ενωμένοι με τον Χριστό, συνεπώς να γεμίσουμε – γιατί όχι; - με τη χάρη τη μεγάλη του Αντωνίου. Πρόκειται για τρία σημεία, τα οποία θα έλεγε κανείς ότι αποτελούν προτάσεις αναμαρτησίας για τον κάθε χριστιανό όποιας εποχής, που επειδή τα έζησε ο άγιος Αντώνιος ξέρουμε ότι μπορούν να εφαρμοστούν και από εμάς.
(Αποσπάσματα πάνω στο θέμα αυτό παίρνουμε από το έργο του Μ. Αθανασίου: Βίος του οσίου πατρός ημών Αντωνίου του μεγάλου (έκδ. ΤΗΝΟΣ).
       1. Χρειάζεται όμως στην αρχή να κάνουμε μία εισαγωγική παρατήρηση, σχετικά με την «αναμαρτησία» τη δική μας: αυτήν που προτείνει ο όσιος,  και την αναμαρτησία του ίδιου του Κυρίου. Δεν εννοούμε ασφαλώς ότι πράγματι ο χριστιανός μπορεί να φτάσει σε σημείο που δεν θα αμαρτάνει καθόλου. Ενώ δηλαδή κλήθηκε ο πιστός για κάτι τέτοιο – «όποιος είναι ενωμένος με τον Χριστό παύει ν’ αμαρτάνει. Όποιος αμαρτάνει αυτός ούτε είδε ούτε γνώρισε ποτέ τον Χριστό… Όποιος έχει γεννηθεί από τον Θεό και είναι παιδί Του παύει ν’ αμαρτάνει, γιατί η δύναμη της ζωής του Θεού που τον γέννησε, μένει μέσα του. Αφού ο Θεός τον γέννησε, δεν μπορεί να συνεχίσει να αμαρτάνει» (Α΄ Ιωάν. 3, 6.9) – η αμεσότητα της ζωής τον κάνει να διαπιστώνει την πικρή πραγματικότητα: έστω και μία ώρα να είναι η ζωή του στον κόσμο θα αμαρτήσει. Και τούτο γιατί η απόλυτη αναμαρτησία ανήκει μόνο στον Ιησού Χριστό. Εκείνος ως Θεός και άνθρωπος όχι μόνο δεν αμάρτησε, όσο ήταν στη ζωή αυτή, αλλ’ ούτε καν μπορούσε ν’ αμαρτήσει. Εμείς οι άνθρωποι όμως, έστω και ενισχυόμενοι από τη χάρη του Θεού, μπορούμε να φτάσουμε μόνο σε σχετική αναμαρτησία, που θα πει ότι η αμαρτία είναι μία πραγματικότητα σύμφυτη – μετά την πτώση – με το είναι του ανθρώπου. «Αν ισχυριστούμε πως είμαστε αναμάρτητοι, εξαπατούμε τον εαυτό μας και δεν λέμε την αλήθεια» (Α΄ Ιωάν. 1,8). Άλλωστε η αμαρτία δεν βιώνεται το ίδιο από όλους. Αλλιώς τη βιώνει ο αρχάριος στην πίστη κι αλλιώς ο προχωρημένος. Το βάθος της αμαρτίας βαίνει συνήθως παράλληλα προς το βάθος της σχέσεώς μας με τον Θεό.

Γι’ αυτό ακριβώς και η Εκκλησία μας δεν χωρίζει τους ανθρώπους σε αμαρτωλούς και αναμαρτήτους: όλοι είμαστε αμαρτωλοί. Η μόνη διάκριση στην οποία προβαίνει είναι σε μετανοημένους και σε αμετανοήτους αμαρτωλούς. Κατά συνέπεια, οι προτάσεις-μέθοδοι αναμαρτησίας του αγίου Αντωνίου κατανοούνται ως τρόποι για να αμαρτάνουμε λιγότερο. Να φτάνουμε στη σχετική και κατ’ άνθρωπο αναμαρτησία. «Είναι αλήθεια πως η συνείδησή μου δεν με ελέγχει για τίποτα – ομολογεί ο απόστολος Παύλος – αλλά αυτό δεν αποδεικνύει πως είμαι πραγματικά αθώος. Αυτός που μπορεί να με κρίνει είναι μόνο ο Κύριος» (Α΄ Κορ. 4,4).

2. Πολλές λοιπόν μεθόδους προτείνει ο άγιος Αντώνιος για να μην αμαρτάνουμε. Κι είναι μέθοδοι που προτείνουν σχεδόν όλοι οι άγιοί μας. Από τις πολλές αυτές θα επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον μας σε τρεις όπως είπαμε, που πιστεύουμε ότι μπορούν να βοηθήσουν τον κάθε πιστό στον δρόμο της πνευματικής του προκοπής.
α. Η κάθε ημέρα: αρχή της ασκήσεως.
-      «Πραγματικά (ο Αντώνιος) δεν θυμόταν ποτέ το παρελθόν, αλλά την κάθε ημέρα την είχε σαν αρχή της ασκήσεώς του… Φαινόταν πως, όταν έλεγε «σήμερον», δεν υπελόγιζε το παρελθόν, αλλά κάθε ημέρα φρόντιζε σαν να έκανε αρχή να παρουσιάζει τον εαυτό του στα μάτια του Θεού όπως πρέπει, δηλαδή καθαρό στην καρδιά και έτοιμο να υπακούει στο δικό Του θέλημα» (σελ. 29-30).

Ο Αντώνιος ήταν απόλυτα προσγειωμένος στην πραγματικότητα. Ήξερε ότι ο μόνος χρόνος που «έχει» στα χέρια του είναι μόνο το παρόν, το σήμερα. Το χθες έχει πια παρέλθει. Είτε καλό είτε κακό γι’ αυτόν, έχει πια φύγει. Το μέλλον είναι άδηλο και άγνωστο. Το γνωρίζει αποκλειστικά ο Θεός. Έτσι το πεδίο που είχε ν’ αγωνισθεί ήταν το βάθος της μίας ημέρας, της κάθε ημέρας, της «σήμερον». «Των όπισθεν επιλανθανόμενος, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενος» κατά τη φράση του αποστόλου Παύλου (Φιλ. 3, 13-14).
«Για την αποφυγή της αμελείας είναι καλό να μελετάμε το ρητό του αποστόλου, το «καθ’ ημέραν αποθνήσκω». Διότι αν κι εμείς ζούμε έτσι, σαν πεθαμένοι κάθε ημέρα, δεν θα αμαρτάνουμε. Ακόμα ας συλλογιζόμαστε, ότι δεν θα μείνουμε ζωντανοί ως το βράδυ. Και πάλι, όταν πρόκειται να κοιμηθούμε, ας σκεφτώμαστε ότι δεν θα σηκωθούμε, διότι ο χρόνος της ζωής μας είναι φύσει άγνωστος και ρυθμίζεται κάθε ημέρα από τη Θεία Πρόνοια. Αν ζούμε έτσι την κάθε μας ημέρα και αν συμπεριφερώμαστε ανάλογα, ούτε θ’ αμαρτήσουμε ούτε θα επιθυμήσουμε υλικό πράγμα ούτε θα οργισθούμε με κανένα ούτε θα θησαυρίζουμε πάνω στη γη. Αλλά με την καθημερινή προσδοκία του θανάτου θα είμαστε ακτήμονες, θα συγχωρήσουμε τους πάντες για όλα» (σελ. 46-47).
Η προοπτική της κάθε ημέρας ως της μοναδικής της ζωής του ήταν σε συμφωνία με τα λόγια του Κυρίου: «μη μεριμνήσητε εις την αύριον. Η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής. Αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής» (Ματθ. 6, 34). Κι επίσης εναρμονίζεται με την προσευχή της Εκκλησίας μας, η οποία  συνεχώς εύχεται να μας αξιώνει ο Θεός να παραμένουμε αναμάρτητοι μόνο «διά την ημέραν ταύτην», «διά την εσπέραν ταύτην», «διά την νύκτα ταύτην». Κι ακριβώς η αναμαρτησία που εύχεται η Εκκλησία ήταν και το περιεχόμενο της πνευματικής ασκήσεως του αγίου για την κάθε ημέρα του. «Άγιος μόνο για σήμερα» -«σαν να κάνετε αρχή κάθε ημέρα», ήταν το σύνθημα, θα λέγαμε, του μεγάλου οσίου. «Κάθε ημέρα φρόντιζε σαν να έκανε αρχή να παρουσιάζη τον εαυτό του στα μάτια του Θεού, όπως πρέπει, δηλαδή καθαρό στην καρδιά και έτοιμο να υπακούη στο δικό Του θέλημα».
Είναι ευνόητο έτσι ότι μία τέτοια προοπτική δεν αφήνει κανένα περιθώριο ανάπτυξης ούτε εγωισμού και υπερηφάνειας από τυχόν σώφρονα και καλή ζωή ούτε όμως μελαγχολίας και απόγνωσης από τυχόν παραστρατήματα. Το παρελθόν, είπαμε, έχει πια φύγει. Από την άλλη οποιοδήποτε άγχος και οποιαδήποτε καλλιέργεια φαντασίας και ονειροπολήματος αφανίζεται. Η μνήμη του ενδεχομένου θανάτου στο τέλος της ημέρας λειτουργεί ως ανάχωμα για παρόμοιες εκτροπές.

β. Η καλλιέργεια των καλών λογισμών.
-      «Ας μην απατώμεθα…ούτε να φαινώμεθα δειλοί, ούτε να δημιουργούμε φόβους… Ας μη φέρνουμε καθόλου τέτοιες σκέψεις στο νου μας, ούτε να μας πιάνη η λύπη σαν να είμαστε πια χαμένοι. Απεναντίας να νιώθουμε θαρραλέοι και πάντοτε χαρούμενοι, σαν να έχουμε ήδη σωθή» (σελ. 81).

Πέρα από την πρώτη, η πιο κύρια μέθοδος αναμαρτησίας του οσίου ήταν η καλλιέργεια καλών λογισμών. Από το τι λογισμούς καλλιεργεί κανείς στην καρδιά και τον νου του εξαρτάται η ποιότητα του εσωτερικού του κόσμου. Ο Αντώνιος ευρισκόμενος μέσα στην Παράδοση της Εκκλησίας πίστευε ότι οι καλοί λογισμοί και η εξάσκηση των αρετών είναι τα μόνα σύμφωνα προς τη φύση του ανθρώπου. Διότι ο Θεός μάς δημιούργησε για να ζήσουμε μαζί Του, τηρώντας το θέλημά Του και καλλιεργώντας τις αρετές. Οι φαύλοι λογισμοί και οι πονηρές σκέψεις αποτελούν εκτροπή από την ορθή πορεία.
«Η αρετή είναι φυσική κατάσταση… Το να είναι η ανθρώπινη ψυχή ευθεία, αυτό αποτελεί τη φυσική της νοερά κατάσταση, όπως δηλαδή δημιουργήθηκε. Όταν όμως πάλι παρεκκλίνει και διαστραφεί «το κατά φύσιν», τότε αυτή η κατάσταση ονομάζεται κακία της ψυχής. Διότι αν μείνουμε όπως πλασθήκαμε, είμαστε μέσα στην περιοχή της αρετής. Όταν όμως σκεπτόμαστε τα φαύλα πράγματα, σαν κακοί αξίζει να κριθούμε… Εφ’ όσον είναι στα χέρια μας, ας φυλαχθούμε από τους βρωμερούς λογισμούς και ας φυλάξουμε την ψυχή μας για τον Κύριο» (σελ. 48-49).
Ιδιαιτέρως είναι σημαντική η επισήμανση του οσίου, όταν αντιμετωπίζει κανείς αυξημένες δυσκολίες στον πνευματικό αγώνα: «να νιώθουμε θαρραλέοι και χαρούμενοι, σαν να έχουμε ήδη σωθή». Όχι μόνο δηλαδή απαιτείται να καλλιεργεί κανείς καλούς λογισμούς, μα εξαιρέτως στις δυσκολίες θα πρέπει να παραστήσει με εικονιστική δύναμη ενώπιόν του τη διέξοδο, την υπέρβαση και τη λύση των δυσκολιών. Με άλλα λόγια μία δυσκολία και ένα πρόβλημα θα ξεπεραστούν στον βαθμό που απεγκλωβίσει κανείς τον νου και τη διάνοιά του από το πρόβλημα και τα προσανατολίσει στη λύση και τη νίκη. «Νίκα εν τω αγαθώ το κακόν» κατά τη φράση της Γραφής (Ρωμ. 12, 21).
Η διδασκαλία αυτή του αγίου Αντωνίου περί της καλλιεργείας των καλών λογισμών δεν είχε χαρακτήρα θεωρητικό. Δεν ήταν μία γνώση που απέκτησε ο άγιος μελετώντας βιβλία ή ακούγοντας διαφόρους σοφούς. Ήταν έκφραση της δικής του εμπειρίας που τον οδήγησε στα ύψη της αγιότητας. Για πολλά χρόνια πήγαινε και παρακολουθούσε από κοντά φημισμένους ασκητές και πατέρες. Κι η προσοχή κι η σκέψη του ήταν συγκεντρωμένη στα καλά στοιχεία της ζωής τους. Δεν έψαχνε τα τυχόν ψεγάδια των ασκητών που ασφαλώς ως άνθρωποι είχαν. Τον ενδιέφερε η αρετή που καλλιεργούσαν και αυτήν σημείωνε για δικό του παραδειγματισμό.
«Υποτασσόταν πραγματικά σε φημισμένους πατέρες. Πήγαινε να τους συναντήσει κι εφάρμοζε στον εαυτό του του καθενός το προτέρημα της αρετής και της ασκήσεως. Έβλεπε στον ένα τον ευχάριστο χαρακτήρα, στον άλλον την προθυμία στην προσευχή, του ενός μελετούσε την πραότητα, του άλλου τα φιλάνθρωπα  αισθήματα. Αυτόν πρόσεχε που έμενε άγρυπνος ή τον πλαϊνό του που ήταν δοσμένος στην σπουδή των ιερών γραμμάτων. Τον ένα εθαύμαζε για την υπομονή του και τον άλλον για τις νηστείες και την χαμαικοιτία. Του ενός παρατηρούσε την ημερότητα και του άλλου την μακροθυμία. Όλων όμως μαζί σημείωνε τον έρωτά τους για τον Χριστό και την μεταξύ τους αγάπη» (σελ. 21-22).
Ο έρωτας για τον Χριστό που έβλεπε στους πατέρες πυράκτωσε και τη δική του καθαρή ψυχή. Ό,τι σκεφτόταν, ό,τι έλεγε και έκανε πήγαζε από την αγάπη του αυτή. Το είχε άλλωστε επισημάνει και στον απόστολο Παύλο. Εκείνος δεν έγραφε προς τους Ρωμαίους ότι τίποτε δεν μπορεί να τον χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού;… Ουδέν ημάς δυνήσεται χωρίσαι από της αγάπης Αυτού» (πρβλ. Ρωμ. 8, 39). Κατά τον ίδιο τρόπο και ο Αντώνιος είχε διαρκώς τα βλέμματα και τους λογισμούς του στην αγάπη Εκείνου. «Δεν με τρομάζουν τα τραύματα που μου κάνατε (οι δαίμονες). Και αν με γεμίσετε με περισσότερα, «τίποτε δεν θα με χωρίσει από της αγάπης του Χριστού» (σελ. 31-32). Δεν υπήρχε λοιπόν πιο φυσιολογικό πράγμα γι’ αυτόν να καταλήγει πάντα οποιοδήποτε λόγο του με τον ίδιο επίλογο: «Τίποτα να μην προτιμάτε στον κόσμο από την αγάπη προς τον Χριστό» (σελ. 140). Κι η προτροπή του πάντα ήταν η ίδια:  «Χριστόν πάντοτε αναπνέετε» (σελ. 145).

γ. Καταγραφή και ανακοίνωση πονηρών λογισμών.
-      «Ο καθένας μας ας σημειώνη και ας γράφη τις πράξεις και τις διαθέσεις της ψυχής του, σαν να πρόκειται να τις γνωστοποιήση ο ένας στον άλλον. Και πιστέψτε ότι, επειδή θα ντρεπώμαστε να μαθευτούν, θα πάψουμε τις αμαρτίες και δεν θα θυμώμαστε κανένα κακό. Διότι, ποιος θέλει να φαίνεται κάνοντας την αμαρτία; Ή, ποιος, αφού αμαρτήση, δεν ψεύδεται όσο μπορεί πιο πολύ θέλοντας να κρυφθή; Καθώς λοιπόν δεν θα πορνεύαμε βλέποντας ο ένας τον άλλον, έτσι αν γράφουμε τους λογισμούς μας σαν να τους λέμε μεταξύ μας, θα φυλαχθούμε καλύτερα από αυτούς, διότι θα ντρεπώμαστε να μαθευτούν. Ας είναι τα γραφτά μας στη θέσι των ματιών των συνασκητών μας. Κι αυτό, για να κοκκινίζουμε από ντροπή να γράφουμε, σαν να τα έβλεπαν οι άλλοι κι έτσι να μη σκεφτώμαστε καθόλου τα αισχρά πράγματα. Με τη μέθοδο αυτή στον εαυτό μας, θα μπορέσουμε να υποτάξουμε το σώμα, να αρέσουμε στον Κύριο και να ποδοπατήσουμε τα τεχνάσματα του διαβόλου» (σελ. 100).
Χρησιμοποιούσε και δίδασκε λοιπόν ο όσιος και αυτήν την  τρίτη μέθοδο αναμαρτησίας, πολύ πρακτική και άμεση: την καταγραφή και ανακοίνωση των πονηρών λογισμών. Για να μην αμαρτάνουμε δηλαδή να είμαστε έτοιμοι να γράφουμε τους λογισμούς μας σε χαρτί, σαν να πρόκειται να τους δώσουμε να τους διαβάσουν οι άλλοι συνάνθρωποί μας. Ποιος δεν θα ντραπεί να αφήσει πονηρούς λογισμούς στον νου του, όταν θα ξέρει ότι θα γίνουν σε όλους φανεροί; Θυμίζει η πρόταση του οσίου αυτό που ζούσε και έλεγε και ο γνωστός όσιος Γέροντας Θαδδαίος της Βιτόβνιτσα. Το αποδίδουμε λίγο ελεύθερα: «ζω έτσι σαν να βρίσκομαι σε ένα γυάλινο δωμάτιο, το οποίο μπορούν να παρακολουθήσουν οι πάντες».
«Ας υπάρχει μάλιστα και η παρατήρηση αυτή, που θα μας ασφαλίζη από την αμαρτία: Ο καθένας μας ας σημειώνη και ας γράφη τις πράξεις και τις διαθέσεις της ψυχής του, σαν να πρόκεται να τις γνωστοποιήση ο ένας στον άλλον. Και πιστέψτε ότι, επειδή θα ντρεπώμαστε να μαθευτούν, θα πάψουμε τις αμαρτίες και δεν θα θυμώμαστε κανένα κακό…» (σελ. 100).
Πραγματικά, μένει κανείς έκθαμβος μπροστά στην εφευρετικότητα των πατέρων μας, προκειμένου να μην αμαρτάνουν. Τα πάντα επινοούσαν, κάθε τι ανθρώπινο σκέφτονταν, για να μείνουν πάνω στην αγάπη του Χριστού. Διότι το μυστικό της ζωής τους ήταν ακριβώς αυτό που επισημάναμε προηγουμένως και για τον όσιο Αντώνιο: ο βαθύς έρωτας προς το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού!
Το λιγότερο λοιπόν που έχουμε σήμερα να κάνουμε, πέρα από την προσευχή μας στον όσιο να πρεσβεύει και υπέρ ημών, είναι να πάρουμε στα χέρια μας τον βίο του τον γραμμένο από τον άγιο Αθανάσιο, να εντρυφήσουμε στις γραφές που αποδίδονται σ’ αυτόν, μέσα στα μεγαλειώδη κείμενα της Φιλοκαλίας, να αποκτήσουμε αν δεν έχουμε μία εικόνα του προς προσκύνηση καθημερινή στο σπίτι μας, και νοερώς τέλος να μεταφερθούμε στη Νοτιοανατολική Γαλλία, στην περιοχή του αγίου Αντωνίου του Αββαείου, κοντά στις πόλεις Γκρενόμπλ και Λυών, όπου υπάρχει και σπουδαίο ορθόδοξο μοναστήρι επ’ ονόματί του, μετόχι της μεγάλης Μονής της Σιμωνόπετρας του Αγίου Όρους, για να προσκυνήσουμε τα άγια λείψανά του. Γιατί ο ίδιος ζήτησε και τάφηκε στην Αίγυπτο, σε περιοχή που κανείς δεν ήξερε, γιατί αυτή ήταν η εντολή του, προκειμένου να αποφύγει οποιεσδήποτε τιμές από τους χριστιανούς, όμως αργότερα ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός έμαθε τον κρυφό τόπο και τα μετέφερε στον άγιο Ιωάννη Πρόδομο στην Αλεξάνδρεια, από όπου αργότερα, το 635 άλλοι τα μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Τελικώς, ένα γάλλος ευγενής, για λόγους που ξέρει ο Κύριος, όπως συνέβη βεβαίως και με πολλούς άλλους αγίους μας, τα πήρε και τα πήγε στην παραπάνω περιοχή που είπαμε, οπότε και εκεί βρίσκονται και φυλάσσονται, ίσως για να αγιάζουν και να προκαλούν σε μετάνοια τους ανθρώπους στο κέντρο της Ευρώπης.

(Ομιλία που πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2018, στην αίθουσα πνευματικών συνάξεων του χριστιανικού συλλόγου ΦΩΣ-ΧΕΕΝ, στην Αθήνα, Γ΄ Σεπτεμβρίου 11).

 

 

 

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ Ο ΚΟΙΝΟΒΙΑΡΧΗΣ


«Ο όσιος πατέρας μας Θεοδόσιος ήταν από την κώμη Μωγαρισό της επαρχίας της Καππαδοκίας, τον πατέρα του τον έλεγαν Προαιρέσιο και τη μητέρα του Ευλογία, που ήταν και οι δύο ευσεβείς και πιστοί χριστιανοί. Ακολούθησε δε τη μοναχική ζωή και το ιερό ένδυμα αυτής. Πήγε στα Ιεροσόλυμα και από εκεί έφθασε στην Αντιόχεια προς τον μέγα Συμεών τον Στυλίτη, από τον οποίο και μυήθηκε την επίδοση στην αρετή, που θα παρουσίαζε αργότερα. Διότι θα γινόταν ποιμένας πολλών λογικών προβάτων. Έπειτα ησυχάζει κοντά σε κάποιο σεβαστό άνδρα, ονόματι Λογγίνο. Ακολουθώντας την άκρα εγκράτεια, ώστε να σιτίζεται μία φορά την εβδομάδα, και χωρίς να γευτεί καθόλου άρτο για τριάντα χρόνια, κι αφού εξάσκησε κάθε άλλη αρετή, έφτασε σε τόσο μεγάλο πνευματικό ύψος, ώστε να επιτελεί και παράδοξα θαύματα. Για παράδειγμα: - Τον μοναχό Βασίλειο, ο οποίος τελείωσε τη ζωή του και εγκαινίασε τον τάφο που ο άγιος είχε κατασκευάσει για τον ίδιο, για μνήμη θανάτου, ο όσιος μόνος με έναν ακόμη μοναχό, ενώ στους υπόλοιπους ήταν αθέατοςτον έβλεπε να στέκεται μαζί με τους αδελφούς και να συμψάλλει· - χωρίς να υπάρχει φωτιά, άναψε τα σβησμένα κάρβουνα, εκεί που επρόκειτο να ιδρύσει το μοναστήρι· - κάποια γυναίκα που τον πλησίασε, την απάλλαξε από την αιμορραγία της· - από έναν κόκκο, τον οποίο ευλόγησε  και τον έδωσε πίσω, έκανε να ξεχειλίζουν τα χωράφια με σιτάρι· - ένα παιδί που έπεσε μέσα σε φρεάτιο, ήλθε αόρατα και το έβγαλε από τον λάκκο· - σταμάτησε τον θάνατο των παιδιών που γεννώνταν, τα οποία δεν πρόφταιναν να φτάσουν ζωντανά στη ζωή. Τη μητέρα τους λοιπόν, που ήταν όπως σχεδόν οι στείρες γυναίκες, με την προσευχή του την έκανε εύτεκνο· - και απεσόβησε νέφος ακρίδων με μόνη την επιτίμησή του· - και τον Κήρυκο, τον κόμητα της Ανατολής, τον έκανε άτρωτο στους πολέμους, διότι αντί για θώρακα φόρεσε αυτός την τρίχινη εσθήτα του αγίου· - και τη γη που ταλαιπωρείτο από την ξηρασία, την απάλλαξε από την αδικία περί τους καρπούς, κάνοντας να έλθει βροχή με την προσευχή του· - προείπε και την πτώση των οικοδομημάτων από σεισμό που επρόκειτο να καταλάβει την Αντιόχεια, όπως και πολλούς έσωσε από τα θαλάσσια κύματα, εμφανιζόμενος σαυτούς που κινδύνευαν. Έγινε καθηγητής πολλών μαθητών και έτσι εξεδήμησε προς τον Κύριο. Τελείται δε η σύναξή του στο σεπτό αποστολείο του αγίου αποστόλου Πέτρου».
Ο  όσιος Θεοδόσιος ήταν φωτισμένος εκ Θεού άνθρωπος, ο οποίος φώτιζε και τους μοναχούς του και τον κόσμο που τον επισκεπτόταν. Κι ο φωτισμός αυτός φανερωνόταν και με τις θεόπνευστες διδασκαλίες του. Ο όσιος μπορεί να ήταν μέγας ασκητής, αλλά λόγω της θέσεώς του και της ευθύνης την οποία είχε, είχε και διδασκαλικό χάρισμα. Και τι δίδασκε; Μα, ό,τι η Εκκλησία μας εκήρυσσε. Δεν θα ήταν άλλωστε ο άγιος που ξέρουμε, αν η αγιότητά του δεν στηριζόταν στην παράδοση της Εκκλησίας. Ελεύθερη και αυτόνομη αγιότητα δεν υφίσταται. Ό,τι αγιότητα έχει κανείς, οφείλεται στην ένταξή του στην Εκκλησία και τη σχέση του με τον Χριστό, τους Αποστόλους, τους προηγουμένους από αυτόν αγίους. Ο όσιος λοιπόν ήταν παραδοσιακός, συνδεδεμένος δηλαδή με την πηγή της χάρης, γιαυτό και εκήρυσσε τα δόγματα της πίστεως. Υπέρμαχος των Οικουμενικών Συνόδων, των τεσσάρων δηλαδή που υφίσταντο μέχρι την εποχή του, κήρυσσε ορθά το τριαδολογικό και το χριστολογικό δόγμα. Και μάλιστα η υπερμάχησή του για την ορθή εικόνα του Χριστού, ως τελείου Θεού και τελείου ανθρώπου, δηλαδή ως έχοντος δύο φύσεις, συνεπώς και δύο θελήσεις και ενέργειες, αλλά μία θεϊκή προσωπικότητα, ήταν εκείνο που τον συνείχε, μέχρι σημείου να θέλει να δώσει και τη ζωή του για την αλήθεια αυτή. Γιαυτό και οι ύμνοι της Εκκλησίας μας τονίζουν και την ορθή από αυτόν εξαγγελία της πίστεως, αλλά και το μαρτυρικό του φρόνημα. «Ενθυμούμενοι τα διδάγματά σου, Θεοδόσιε, κηρύσσουμε τον Χριστό  με δύο ουσίες, γνωρίζοντας δύο και τις φυσικές θελήσεις και τις ενέργειες και τα αυτεξούσια, του Θεού που βαπτίστηκε ως άνθρωπος». «Κήρυξες, θεόφρον Θεοδόσιε, τις ισάριθμες με τα σεπτά ευαγγέλια του Χριστού Συνόδους, έτοιμος να δώσεις το αίμα της προαίρεσής σου με μαρτυρικό ζήλο, γιαυτό και αναδείχτηκες και αναίμακτος μάρτυρας της πίστεως». 

Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΝΥΣΣΗΣ


 
«Ο άγιος Γρηγόριος ήταν αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου, λαμπρός στους λόγους και ζηλωτής της ορθόδοξης πίστης. Γι’ αυτόν τον λόγο κι έγινε προεστώς της Εκκλησίας του Χριστού. Κι όταν ήλθε μαζί με αυτούς που συγκρότησαν την Δευτέρα στην Κωνσταντινούπολη Οικουμενική Σύνοδο (381 μ.Χ.), οι οποίοι εναντιώνονταν κατά των δυσσεβών αιρέσεων, βρέθηκε υπέρμαχος των Πατέρων, κατατροπώνοντας τους αιρετικούς με τη δύναμη των λόγων του και με τις αποδείξεις που έφερνε από τις Άγιες Γραφές. Διότι νίκησε, μετερχόμενος κάθε επιχείρημα λόγων και ευδοκιμώντας στην αρετή. Έφτασε σε προχωρημένο γήρας και εκδήμησε προς τον Κύριο. Ήταν δε κατά τον τύπο του σώματος, όμοιος σχεδόν με τον αδελφό του Βασίλειο».

Ο υμνογράφος του αγίου Γρηγορίου δράττεται της ευκαιρίας να προβάλει – πέραν βεβαίως της όλης θεολογικής προσφοράς του αγίου ανδρός - τη νηπτική και εσωτερική της καρδιάς  διάθεση του αναφερόμενος στο ίδιο του το όνομα: Γρηγόριος.  Ο άγιος Γρηγόριος ήταν «ο γρήγορος νους», «ο το όμμα της ψυχής γρηγορών ως γρήγορος ποιμήν» (αυτός που ήταν σε εγρήγορση ως προς το όμμα της ψυχής και σε εγρήγορση ποιμένας), ο οποίος «σαρκός μεν τω ηγεμόνι νω τα σκιρτήματα τω Παμβασιλεί δε τον νουν υπέταξε» (υπέταξε στον μεν ηγεμόνα νου τα αμαρτωλά σκιρτήματα της σάρκας, τον δε νου στον Παμβασιλέα Χριστό), γι’ αυτό και χωρίς εμπόδια διήνυσε την οδόν των εντολών του Χριστού και έγινε εύκολα κατοικητήριο της αγίας Τριάδος («όθεν απροσκόπτως την οδόν των εντολών ανύσας, συ της Τριάδος ενδιαίτημα γέγονας εικότως, Γρηγόριε»). Η πρακτική αυτή εξάσκηση των αρετών διά των εντολών του Κυρίου, η οποία τον οδήγησε  και στη θεωρία του Θεού («τη πράξει την θεωρίαν, Πάτερ, προσέθηκας»), ήταν η προϋπόθεση για τον ιδιαίτερο φωτισμό του από τον Θεό, προκειμένου να διακρίνει την αλήθεια της πίστης από την πλάνη των αιρέσεων. Κι είναι τούτο βασικότατη αλήθεια της χριστιανικής πίστης: μόνον όποιος καθαρίζει την καρδιά του από τις πονηρίες των παθών, μπορεί και να δεχτεί τον φωτισμό του αγίου Πνεύματος, συνεπώς να γίνει και αληθής θεολόγος.

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΧΟΖΕΒΙΤΗΣ


«Ο Όσιος Γεώργιος καταγόταν από την Κύπρο και οι γονείς του ήταν ευσεβείς χριστιανοί. Ο μεγαλύτερος αδελφός του, ονόματι Ηρακλείδης, ενόσω ζούσαν ακόμη οι γονείς του, πήγε στους αγίους Τόπους για να προσκυνήσει, οπότε θέλησε να παραμείνει εκεί ως μοναχός, στη Λαύρα του Καλαμώνα, κοντά στο σημερινό μοναστήρι του οσίου Γερασίμου τον Ιορδανίτη. Ο  Γεώργιος παρέμεινε κοντά στους γονείς του, έως ότου έφυγαν από τη ζωή αυτή, οπότε τον παρέλαβε μαζί με την κληρονομιά του ο θείος του, που είχε μια μοναχοκόρη και ήθελε να τον κάνει γαμπρό του. Ο Γεώργιος όμως δεν ήθελε να παντρευτεί και έφυγε στον άλλο του θείο, που ήταν ηγούμενος σ' ένα Μοναστήρι. Αλλά επειδή ο προηγούμενος θείος του πίεζε τον αδελφό του ηγούμενο ν' αφήσει τον Γεώργιο να φύγει από το μοναστήρι, ο Γεώργιος έφυγε κι από 'κει και πήγε στον αδελφό του Ηρακλείδη στη Λαύρα του Καλαμώνα. Λόγω του νεαρού της ηλικίας του όμως, τον οδήγησε στη Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου, την λεγόμενη Χοζεβά που βρίσκεται σε μια ερημική και άγρια χαράδρα - εκεί υπάρχει το σπήλαιο στο οποίο είχε καταφύγει καταδιωγμένος από τους βασιλείς του Ισραήλ Αχαάβ και Ιεζάβελ ο προφήτης Ηλίας - κι είναι κοντά στην αρχαία Ρωμαϊκή οδό, που οδηγεί από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ. Εκεί πλέον ο Γεώργιος αφού έγινε μοναχός, έζησε αυστηρή ασκητική μοναχική ζωή. Η φήμη της αρετής του ήταν μεγάλη και τα άγια έργα του δίδαξαν πολλούς. Τελικά, ειρηνικά παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Θεό».
Είναι πολύ όμορφη η εικόνα του υμνογράφου που περιγράφει την ασκητική βιοτή του οσίου Γεωργίου, ο οποίος φανερώνοντας τον εγκάρδιο έρωτά του προς τον Χριστό, εν κατανύξει ψυχής κατέβρεχε την αγία γη με τα δάκρυά του – πολλές φορές τονίζουν οι ύμνοι το χάρισμα των δακρύων που είχε ο όσιος – και με τις τρίχες της κεφαλής του νοερώς σφούγγιζε τα πόδια του Κυρίου, σαν να Τον έβλεπε νοερώς μπροστά του. «Φανερώνοντας τον εγκάρδιο έρωτά σου προς τον Χριστό, ένδοξε, εν κατανύξει κατάβρεχες τη γη με τα δάκρυα, και με τις τρίχες της κεφαλής σου σφούγγιζες τα πόδια του Χριστού, βλέποντάς Τον και εννοώντας Τον ως παρόντα, Αυτόν που πόθησες». Κι όχι μόνον τούτο: οι άγιοι τόποι, η αγία Σιών, θεωρούνται από τον υμνογράφο ως σκαλοπάτι για να ανέλθει ο όσιος στην άνω Σιών, τη Βασιλεία των Ουρανών. Ο αγιασμένος τόπος δηλαδή λειτουργούσε για τον όσιο Γεώργιο ως διαρκής πρόκληση και αφορμή μνήμης του Χριστού και ενθυμήσεως της αληθινής πατρίδας. Ο ίδιος ο Χριστός εξέλεξε ως τόπο ερχομού Του τη Σιών, ο τόπος αυτός έγινε για τον όσιο, λόγω της αγάπης του προς τον Χριστό, εφαλτήριο ανόδου του προς Εκείνον. «Ο Δεσπότης ουρανόθεν δι’ ημάς κατερχόμενος, την Σιών ευρίσκει θείον αληθώς ευναστήριον∙ η ενσκηνώσας συ πόθω, ώσπερ κλίμακι, προς την άνω ανήλθες Σιών ταύτη χρώμενος».

 

Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

Πρωϊνό Σαββάτου



Του Στέφανου Δορμπαράκη

Αυτή τη φορά δεν θα «φιλοσοφήσω» ψάχνοντας περίεργες παρομοιώσεις και μεγάλες βαθυστόχαστες κουβέντες. Από τέτοια εχόρτασε ο κοσμάκης. Πολλά γράφτηκαν… Λίγοι τα κατάλαβαν… Μα και ουσία να είχαν κάποια απ’ αυτά, στο τέλος γίνηκαν «έντεχνες πομφόλυγες» με τα πομπώδη επίθετα που χρησιμοποιούσαν για να περιγράψουν το απλό… 
Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να μου τα πω λιτά και κατανοητά – γιατί, όπως κατάλαβες, για μένα γίνεται κυρίως όλη αυτή η κουβέντα τελικά, μπας και δω λιγάκι Ουρανό σ’ αυτό το ανταριασμένο σύννεφο που μού ’χει κρύψει τις ολόχρυσες αχτίδες του Ηλίου…     
                            
 Ένα τυχαίο πρωινό Σαββάτου στη λαϊκή αγορά της γειτονιάς. Εκεί τα βλέπεις όλα. Εκεί καταλαβαίνεις τι συμβαίνει γύρω σου. Εκεί μυρίζεις το άρωμα του κόσμου τούτου. Έρχεσαι αντιμέτωπος με τα μαρούλια… τις πατάτες… ακόμα και με τα κρεμμύδια – την ίδια τη ζωή. Γιατί όσο πιο πολύ πας να την ξεφλουδίσεις, τόσο πιο πολύ θα χρειαστεί και να δακρύσεις. Όσες περισσότερες φλούδες πας να αφαιρέσεις για να φτάσεις στην καρδιά του κρεμμυδιού, τόσο περισσότερο τα μάτια θα σε «κάψουν» από την ένταση της πάλης που θα έχεις δώσει.               
 Μην τα παρατήσεις όμως… Μετά το ξεφλούδισμα, σε περιμένουν δάκρυα πολλά… Δάκρυα ωστόσο που το ίδιο βράδυ θα σε λυτρώσουν από τον τάχα «παραδεισένιο» κόσμο που νομίζεις ότι ζεις. Γιατί κι εκείνος ο Απόστολος κάποτε, πριν γίνει ο Φύλακας βαστώντας τα κλειδιά του Παραδείσου, μπόρεσε να «ξεφλουδίσει» τ’ απαρνήματα μετά το λάλημα του πετεινού και μέσα απ’ τα καυτά και πικρά του δάκρυα να βρει ξανά τον εαυτό του.        
Μην φοβηθείς κι αν στάξει πάνω σου καμιά σταγόνα δάκρυ. Κι ας ρέει πιο μετά και σαν ποτάμι. Θα γίνει χείμαρρος να καθαρίσει τις πίκρες και τις πληγές που σε χτυπάνε. Μόνο τότε θα ξέρεις πως υπάρχει ακόμα ελπίδα για να βρεθείς μαζί Του και να Τον αντικρύσεις με μάτια καθαρά στο μέγα πανηγύρι του αιώνιου ταξιδιού…

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (6 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)



«Τα άγια Θεοφάνεια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζουμε κατά την ημέρα αυτή, και στη Μεγάλη Εκκλησία και στις κατά τόπους άγιες Εκκλησίες, επιτελώντας την παννυχίδα από το εσπέρας. Ο ίδιος ο Θεός Λόγος αφού ενδύθηκε τον παλαιό Αδάμ και εκτέλεσε όλα τα νόμιμα, έρχεται για να βαπτισθεί προς τον μέγα Ιωάννη τον Προφήτη, ο οποίος και τον εμπόδιζε λέγοντας: Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από Εσένα, και Συ έρχεσαι σε μένα; Όταν όμως άκουσε από τον Κύριο το, άσε τώρα αυτά, και κατάλαβε ότι το Βάπτισμά Του αποτελεί εκπλήρωση όλης της δικαιοσύνης του Θεού, είναι δηλαδή μέσα στο σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου, δεν Του έφερε εμπόδιο. Βαπτίσθηκε λοιπόν ο Κύριος και αγίασε όλη τη φύση των υδάτων. Κι αφού έθαψε στα ρείθρα του Ιορδάνου όλη την αμαρτία των ανθρώπων, αμέσως βγήκε από το νερό. Έτσι ανακαίνισε και ανάπλασε τον άνθρωπο που είχε παλιώσει λόγω των αμαρτιών, οπότε του χάρισε τη Βασιλεία των Ουρανών».
Εδώ και μερικές ημέρες η Εκκλησία μάς προετοιμάζει, μετά την Γέννηση του Κυρίου, για την δεύτερη (τρίτη στην πραγματικότητα μετά και την περιτομή Αυτού) μεγάλη Δεσποτική εορτή, των Θεοφανείων, της Βαπτίσεως του ενανθρωπήσαντος Θεού. Η μία, σημειώνουν οι άγιοι υμνογράφοι, παραπέμπει στην άλλη,  μολονότι και οι δύο εορτάζονταν από κοινού στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, ως εορτή των Επιφανείων, της Φανέρωσης του Θεού στον κόσμο, κάτι που διακρίθηκε από τον τέταρτο μ. Χ. αιώνα, για λόγους περισσότερο πρακτικούς παρά πίστεως. Τελικώς όμως καθιερώθηκε ο ξεχωριστός εορτασμός τους, ο οποίος μολονότι ξεχωριστός, συνθεωρείται από τη λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας μας. Ο υμνογράφος Ιωάννης ο μοναχός, μάλιστα, συγκρίνει τις δύο εορτές, για να καταλήξει σε κάτι που ξενίζει: η Βάπτιση του Κυρίου είναι λαμπρότερη από την εορτή των Χριστουγέννων. «Λαμπρά μεν η παρελθούσα εορτή – σημειώνει – λαμπροτέρα δε Σωτήρ η επερχομένη». Και εξηγεί: «Εκείνη άγγελον έσχε ευαγγελιστήν και αύτη Πρόδρομον εύρε προετοιμαστήν. Εν εκείνη, αιμάτων εκχεομένων, ως άτεκνος ωδύρετο η Βηθλεέμ∙ εν ταύτη, υδάτων ευλογουμένων, πολύτεκνος γνωρίζεται η Κολυμβήθρα. Τότε Αστήρ τους Μάγους εμήνυσε, νυν δε Πατήρ κόσμω σε υπέδειξεν. Ο σαρκωθείς και πάλιν ερχόμενος εμφανώς, Κύριε, δόξα σοι» (Λαμπρή η προηγουμένη εορτή της Γεννήσεως του Κυρίου, λαμπρότερη όμως, Σωτήρα, αυτή που έρχεται. Εκείνη είχε ως ευαγγελιστή άγγελο, και αυτή βρήκε προετοιμαστή Πρόδρομο. Σε εκείνη, επειδή χύθηκαν τα αίματα των νηπίων, οδυρόταν η Βηθλεέμ ως άτεκνη, ενώ σε αυτήν, επειδή ευλογήθηκαν τα ύδατα, η Κολυμβήθρα της Εκκλησίας γίνεται γνωστή ως πολύτεκνη. Τότε Αστέρας φανερώθηκε στους Μάγους, τώρα δε ο Πατέρας Σε υπέδειξε στον κόσμο. Συ που σαρκώθηκες και πάλιν έρχεσαι φανερά, Κύριε, δόξα Σοι).
Ο ίδιος υμνογράφος, συνθεωρώντας, όπως είπαμε, τις δύο εορτές, τις βλέπει ως επί μέρους φάσεις εκπλήρωσης της αρχικής υποσχέσεως του Θεού, ήδη από την εποχή της πτώσεως στην αμαρτία των πρωτοπλάστων, περί της σωτηρίας του κόσμου. Σε κάθε φάση μάλιστα ο Θεός χρησιμοποίησε και τα ανάλογα μέσα, τους «λειτουργούς του μυστηρίου» Του. «Κύριε, πληρώσαι βουλόμενος α ώρισας απ’ αιώνος, από πάσης της κτίσεως, λειτουργούς του μυστηρίου σου έλαβες∙ εκ των Αγγέλων τον Γαβριήλ, εκ των ανθρώπων την Παρθένον, εκ των Ουρανών τον Αστέρα, και εκ των υδάτων τον Ιορδάνην∙ εν ω το ανόμημα του κόσμου εξείληψας, Σωτήρ ημών δόξα Σοι» (Κύριε, θέλοντας να εκπληρώσεις όλα όσα καθόρισες προαιώνια, απ’ αρχής της δημιουργίας, έλαβες λειτουργούς συνεργάτες του μυστηρίου σου: από τους Αγγέλους τον Γαβριήλ, από τους ανθρώπους την Παρθένο Μαρία, από τους Ουρανούς τον Αστέρα, και από τα ύδατα τον Ιορδάνη, μέσα στον οποίο εξάλειψας την αμαρτία του κόσμου, Σωτήρα μας, δόξα Σοι).
Η επισήμανση του υμνογράφου περί της εξαλείψεως της αμαρτίας του κόσμου μέσα στον Ιορδάνη συνιστά την απαρχή αυτού που θα ολοκληρωθεί επάνω στον Σταυρό του Κυρίου και στην Ανάστασή Του. Ό,τι αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού - ότι δηλαδή ο Κύριος στον Σταυρό «κατήργησε το σώμα της αμαρτίας του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία», όπως και με την Ανάστασή Του καταπάτησε τον θάνατο και τον διάβολο -  ξεκίνησε από τη Βάπτιση του Κυρίου. (Ένας ύμνος μάλιστα του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου προσφέρει ανάγλυφα την αλήθεια αυτή. Ο Κύριος έρχεται στον Ιορδάνη με τον τρόπο που Τον υπέδειξε ο Ιωάννης: «ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο Ιωάννης βλέπει τον Κύριο, αλλά Τον βλέπει φορτωμένο με τις αμαρτίες του κόσμου. Κι έτσι φορτωμένος έρχεται στον Ιορδάνη, οπότε ο Ιωάννης Τον αντιμετωπίζει με φόβο και τρόμο. «Αίρων τας ημών αμαρτίας επί ώμων, ήλθες Ιησού προς τα ρείθρα του Ιορδάνου∙ εγώ δε δέδοικά σου το φρικτόν της ελεύσεως∙ πώς ουν μοι κελεύεις σε βαπτίσαι; Αυτός εμέ καθάραι ήκεις, και πώς Βάπτισμα το παρ’ εμού επιζητείς, το πάντων καθάρσιον;». Δηλαδή: Με σηκωμένες τις αμαρτίες μας στους ώμους Σου, ήλθες Ιησού στα ρείθρα του Ιορδάνου. Εγώ δε φοβάμαι τη φρικτή έλευσή Σου. Πώς λοιπόν με διατάζεις να σε βαπτίσω; Συ ο ίδιος ήλθες να με καθαρίσεις και πώς ζητάς το δικό μου βάπτισμα, το βάπτισμα που εσύ φέρνεις και καθαρίζει τα πάντα;)
Η Γέννησή του Κυρίου αποτέλεσε τη βάση της νίκης κατά της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου, η Βάπτισή Του ενεργοποίησε τη νίκη αυτή, ο Σταυρός και η Ανάσταση την οριστικοποίησαν. Ο Κύριος με άλλα λόγια λύτρωσε το ανθρώπινο γένος από τη δουλεία της αμαρτίας με όλες τις φάσεις της ζωής Του. Η αποστολή έπειτα από Αυτόν του αγίου Πνεύματος, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, σήμανε την απαρχή της οικειοποιήσεως της λύτρωσης αυτής από όσους θα Τον αποδέχονταν. Στην Εκκλησία δηλαδή αυτό που ο Κύριος έφερε στο ανθρώπινο γένος θα γινόταν και προσιτό και οικείο στις καρδιές των ανθρώπων. Κι όπως με το Βάπτισμα του Κυρίου έχουμε την απαρχή της νίκης κατά της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου, όπως είπαμε, έτσι και με το βάπτισμα στην κολυμβήθρα πια της Εκκλησίας, ο πιστός εντάσσεται στο σώμα του Χριστού και γεύεται ψυχοσωματικά τις δωρεές αυτής της λύτρωσης.
Η υμνολογία της Εκκλησίας μας αδιάκοπα και πολλαπλώς τονίζει τις διαστάσεις αυτές της κάθαρσης του κόσμου και του ανθρώπου από την αμαρτία διά της Βαπτίσεως του Κυρίου. Δεν βαπτίστηκε ο Κύριος, διότι είχε ανάγκη Αυτός του βαπτίσματος: απόδειξη το γεγονός ότι αμέσως βγήκε από τον Ιορδάνη, ελλείψει αμαρτιών, την ώρα που οι άλλοι βαπτιζόμενοι παρέμεναν εξομολογούμενοι τις αμαρτίες τους. Το βάπτισμα, όπως είπαμε, ήταν για εμάς τους ανθρώπους. Εισερχόμενος στον Ιορδάνη Αυτός που σήκωνε τις αμαρτίες των ανθρώπων, βύθισε και εξάλειψε τις αμαρτίες αυτές, όπως παλαιότερα ο Ίδιος ως μόνον Θεός εξάλειψε τις αμαρτίες των ανθρώπων διά του κατακλυσμού των υδάτων επί Νώε, κι όπως έδωσε νέα αρχή στη ζωή του Ισραήλ, κάνοντάς τους να περάσουν μέσα από τα σχισμένα ύδατα της ερυθράς θάλασσας με τον Μωυσή. Έτσι τα νερά λειτούργησαν πάντοτε, πραγματιστικά, αλλά και συμβολικά, για την κάθαρση των αμαρτιών των ανθρώπων. Γι’ αυτό και ο Κύριος, είδαμε, τη σωτηρία την «έδεσε» με το «νερό και το Πνεύμα». «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος ου μη εισέλθη εις την Βασιλείαν των Ουρανών».
Και βεβαίως η εξάλειψη των αμαρτιών διά του Βαπτίσματος του Κυρίου ήταν το αποτέλεσμα του αγιασμού των υδάτων και του φωτισμού που έφερνε η είσοδός Του στο νερό του Ιορδάνη, συνεπώς σε όλη τη φύση, κύριο και καθοριστικό στοιχείο της οποίας είναι το νερό. Ο Κύριος δηλαδή, η πηγή της αγιότητας και του σωτηρίου πνευματικού φωτός, εισάγει με την είσοδό Του στο νερό, τον αγιασμό και το φως Του. Έκτοτε η φύση αγιάστηκε και η Εκκλησία μας συνεχίζει και διαιωνίζει τον αγιασμό αυτόν με τον Σταυρό του Κυρίου που εμβαπτίζεται κατά την τελετή του Αγιασμού των υδάτων. Είπαμε όμως: ο αγιασμός αυτός συνιστά την απαρχή, η οποία οριστικοποιήθηκε  τελεσίδικα με τον Σταυρό και την Ανάσταση, περαιτέρω δε με την αποστολή του αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.
Η υμνολογία μας είναι ανεξάντλητη στη διαπίστωση των επί μέρους θεολογικών όψεων της Βαπτίσεως του Κυρίου. Και βεβαίως είναι αυτονόητο ότι αφενός εξαγγέλλει πάντοτε την αιτία του χαρακτηρισμού της Βαπτίσεως του Κυρίου ως εορτής Θεοφανείων: στη Βάπτιση φανερώθηκε ο Τριαδικός Θεός. «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις». Ο Πατέρας που προσμαρτυρεί τον Ιησού ως μονογενή Του Υιό, ο Χριστός που βαπτίζεται, το άγιον Πνεύμα που βεβαιώνει την αλήθεια των λόγων του Θεού Πατέρα. Και αφετέρου επισημαίνει ότι με το Βάπτισμά Του ο Κύριος αρχίζει κατά επίσημο, θα λέγαμε, τρόπο τη δράση Του στον κόσμο προς σωτηρία αυτού. Όπως παλιά στον Ισραήλ ένας προφήτης ή ένας ιερέας έχριε διά μύρου τον βασιλιά, ώστε αυτός επισήμως να κατασταθεί στη θέση του, έτσι και εδώ: ο ίδιος ο Θεός Πατέρας χρίει διά του πνευματικού μύρου, του αγίου Πνεύματος, τον Υιό Του ως τον Μεσσία του κόσμου.

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΛΕΠΡΟΣ (4 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)



«Αὐτός ὁ πασίγνωστος καί καρτερόψυχος ὅσιος εἶχε ἐπίγεια πατρίδα τή μεγαλόνησο Κρήτη, καί μάλιστα τήν ἁγιοτόκο Κίσαμο. Γεννήθηκε κατά τό σωτήριο ἔτος 1890 στό Σηρικάριο τῆς ἐπαρχίας Κισάμου, ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς, τόν Ἰωάννη καί τή Γλυκερία Τζανακάκη, παίρνοντας κατά τό θεῖο βάπτισμα τό ὄνομα Νικόλαος. Παιδί ἀκόμα, δυστυχῶς, ἔμεινε ὀρφανός καί διαπαιδαγωγήθηκε ἀπό τόν ἐκ πατρός παπποῦ του Ἰωάννη. Σέ νεαρή ἡλικία πορεύτηκε  στήν πόλη τῶν Χανίων γιά νά ἐργαστεῖ καί νά ἔχει τά ἀναγκαῖα νά ζήσει, μαθητεύοντας στήν κομμωτική τέχνη. Γιά πρώτη φορά ὅταν ἦταν δεκαέξι ἐτῶν ἐμφανίστηκε στό σῶμα του στίγμα πού δήλωνε τή βδελυκτή νόσο τῆς λέπρας. Γι’ αὐτόν τόν λόγο, προκειμένου νά ἀποφύγει τόν ἐγκλεισμό του στό νησί τῆς Σπιναλόγκας, ἔφυγε κρυφά καί πῆγε στήν περίλαμπρη πόλη τῆς Ἀλεξάνδρειας στήν Αἴγυπτο. Ἡ νόσος ὅμως προχωροῦσε, καί ἔτσι, μέ τήν προτροπή κάποιου Ἱεράρχη τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας πού καταγόταν ἀπό τή Χίο, προσῆλθε στό λωβοκομεῖο τῆς Χίου, κοντά στόν ἅγιο Ἄνθιμο (Βαγιάνο) τῆς Χίου, ὁ ὁποῖος καί φρόντισε γιά τήν εἰσαγωγή τοῦ νεαροῦ Νικολάου στό συγκεκριμένο ἵδρυμα. Ἐκεῖ ὁ Νικόλαος βρῆκε ἄριστο ὁδηγό τῆς ψυχῆς του καί κάνοντας ἀπόλυτη ὑπακοή στόν ἅγιο ντύθηκε τό ἀγγελικό σχῆμα, παίρνοντας τό ὄνομα Νικηφόρος, προμηνύοντας ἔτσι  τίς λαμπρές νίκες τοῦ πνεύματος, τίς ὁποῖες πέτυχε νηστεύοντας, παλεύοντας, ἀγρυπνώντας, κάνοντας ὑπομονή καί γενικά δουλαγωγώντας τό ἀσθενικό του σῶμα. Μετά παρέλευση σαράντα τριῶν ἐτῶν παραμονῆς στή Χίο, ὁδηγήθηκε στόν ἀντιλεπρικό σταθμό τῆς συνοικίας Ἁγίας Βαρβάρας Ἀθηνῶν, ὅπου πέρασε τό ὑπόλοιπο τοῦ βίου του, λάμποντας στούς Ἀθηναίους σάν ἀστέρας ὑπομονῆς, καρτερίας καί προσευχῆς. Τήν προσευχή μάλιστα προέτρεπε νά ἐργάζονται οἱ Ἀθηναῖοι κατά τόν τύπο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, (δηλαδή τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με»). Κοιμήθηκε στίς 4  Ἰανουρίου τοῦ 1964, ἀφήνοντας σ’ ἐμᾶς παράδειγμα καρτερίας ἀλλά καί τά μυρωμένα λείψανά του ὡς ἀδάπανο ἰατρεῖο γιά κάθε εἴδους ἀρρώστημα».
Ὁ καλός ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου Νικηφόρου τοῦ λεπροῦ Ἰωάννης Γ.  Παναγόπουλος, (τοῦ ὁποίου τήν ἀκολουθία γιά τόν ὅσιο ὡς ἄριστη καθ’ ὅλα ἀποδέχθηκε εὐχαρίστως ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης), ἀκολουθεῖ ἐν πρώτοις ὅ,τι ἐπισημαίνει κανείς στούς παλαιούς μεγάλους ἁγίους ὑμνογράφους τῆς Ἐκκλησίας μας: Ἰωσήφ, Θεοφάνη, Ἰωάννη, Ἀνδρέα Κρήτης κ.λπ., οἱ ὁποῖοι πολύ συχνά σχολιάζουν μέ πνευματικό τρόπο τό ὄνομα τοῦ ἁγίου γιά τόν ὁποῖο γράφουν. Τό ἴδιο κάνει καί ὁ κ. Ἰ. Παναγόπουλος. Πάρα πολλές φορές παίρνει τήν ἀφορμή ἀπό τό ὄνομα τοῦ ὁσίου: Νικηφόρος, γιά νά πεῖ ὅτι ὅλη ἡ ζωή του ὑπῆρξε νικηφόρα, μέ τήν ἔννοια ὅτι κατήγαγε συνεχεῖς πνευματικές νίκες ἀπέναντι στά πάθη του, ἀπένατι στόν πονηρό διάβολο, ἀπέναντι στόν κατεξοχήν «ἄγγελον σατάν» πού τοῦ δόθηκε, τή «βδελυκτή λέπρα» στό ἴδιο του τό σῶμα. «Φέρεις τῆς νίκης τήν κλῆσιν ἐπαξίως, ὅτι κατετρόπωσας δράκοντος ἔπαρσιν» (φέρεις ἐπάξια τό ὄνομα τῆς νίκης, γιατί κατατρόπωσες τήν ἔπαρση τοῦ δράκοντος διαβόλου) (προσόμοιο ἑσπερινοῦ)· «χαίροις ὁ καρτερός ἀθλητής, ὁ νίκης φέρων ἐπαξίως τό κλήτευμα» (νά χαίρεσαι ὁ δυνατός ἀθλητής, πού φέρει ἐπάξια τό ὄνομα τῆς νίκης) (στιχηρό ἑσπερ.)· «νικήσας πάθη χαλεπά κλῆσιν φέρεις τῆς νίκης, Νικηφόρε» (φέρεις τό ὄνομα τῆς νίκης, Νικηφόρε, γιατί νίκησες τά δύσκολα πάθη) (ὠδή γ΄)· «μηδαμῶς ἡττηθείς ὑπό τῆς ἀρχεκάκου δυνάμεως, κατ’ ὁμωνυμίαν εἰσῆλθες νικηφόρως εἰς τήν Ἐδέμ» (δέν ἡττήθηκες καθόλου ἀπό τήν ἀρχέκακο δύναμη τοῦ πονηροῦ, γι’ αὐτό καί εἰσῆλθες νικηφόρα, ὅπως δηλώνει καί τό ὄνομά σου, στόν Παράδεισο) (δοξαστικό αἴνων) κ.ο.κ.
Τί ἦταν ἐκεῖνο πού ἔκανε τόν ὅσιο νά ἀντιμετωπίσει νικηφόρα ὅλες τίς ἐνάντιες δυνάμεις, εἴτε διάβολο εἴτε πάθη εἴτε ἀρρώστιες; Μά ἀσφαλῶς καί πρωτίστως ἡ πίστη του στή ζωντανή παρουσία Κυρίου τοῦ Θεοῦ του, στήν πίστη του δηλαδή στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὁ ὅσιος ζοῦσε ἐκ παιδός μέ αὐτήν τήν αἴσθηση τῆς προσωπικῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος «ἔχει ἀριθμημένες καί τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς μας» καί  μᾶς ἀγαπᾶ μέ ὑπέρμετρο τρόπο, γι’ αὐτό καί ἐκεῖνο πού γιά τούς περισσοτέρους ἦταν τραγικό: ἡ προσβολή τῆς ἀρρώστιας τῆς λέπρας πού κατατρώγει τό ἀνθρώπινο σῶμα, γιά ἐκεῖνον ἦταν μία παραχώρηση τῆς ἀγάπης Του, μία δόση τῆς πρόνοιάς Του, προκειμένου νά τοῦ δώσει ὤθηση γιά πνευματική προαγωγή του. «Χριστέ, ὁσίου σου ἡ ψυχή ἐδείχθη δόκιμος, τήν λέπρωσιν τῆς σαρκός λογισαμένου ὡς δόσιν προνοίας σου» (Χριστέ, ἡ ψυχή τοῦ ὁσίου σου ἀποδείχθηκε δόκιμη, γιατί θεώρησε τή λέπρα τῆς σάρκας του σάν δόση τῆς πρόνοιάς Σου) (στιχ. ἑσπερ.).
Κι ὄχι μόνον τοῦτο: ὁ ὑμνογράφος ἐπισημαίνει ὅτι ἐν προκειμένῳ ὁ ὅσιος Νικηφόρος ζοῦσε κάτι παρόμοιο μέ ὅ,τι πέρναγε καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἀντιμετώπιζε «ἄγγελον σατάν» πού τόν ταλαιπωροῦσε πάρα πολύ κατά τό σῶμα του, ὥστε ἀναγκάστηκε τρεῖς φορές νά προσφύγει ἐν προσευχῆ πρός τόν Κύριο γιά νά τόν θεραπεύσει. Καί ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου βεβαίως στόν μέγιστο αὐτόν ἀπόστολό Του ἦταν ἀρνητική! «Ὄχι! Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη μου». Τό ἴδιο λοιπόν καί μέ τόν μεγάλο ὅσιο Νικηφόρο: ἡ κάθε προσευχή του πρός ἴασή του προσέκρουε σέ ἄρνηση τοῦ Κυρίου, ὥστε καί αὐτός κατάλαβε ὅτι ἡ βαριά ἀρρώστια του ἦταν κατά παραχώρηση τοῦ Κυρίου «γιά νά πιάσει οὐρανό!» «Τήν νόσον ἐν σαρκί περιφέρων ἐβόας τοῦ Παύλου τήν φωνήν· μοί ἐδόθη ὁ σκόλοψ παντοίως κολαφίζων με, ἵνα μή ὑπεραίρωμαι. Ἡ γάρ δύναμις, ἡ ἐκ Θεοῦ τελειοῦται ἐν νοσήματι· διό ἀρκεῖ μοι ἡ χάρις, ἥν ἔλαβον, Κύριε» (Περιφέροντας τή νόσο στή σάρκα φώναζες δυνατά τή φωνή τοῦ Παύλου: μοῦ δόθηκε ὁ σκόλοπας νά μέ κολαφίζει μέ διαφόρους τροπους, γιά νά μήν ὑπερηφανεύομαι. Διότι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ φτάνεις στήν τελείωσή της μέ τήν ἀρρώστια. Γι’ αὐτό μοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη, πού ἔλαβα, Κύριε) (κάθισμα ὄρθρου). «Νόσον ἡγησάμενος τήν πολυχρόνιον οἰκονομίαν θεόπεμπτον τοῦ χαλινῶσαι κακοπαθείᾳ μέλη τοῦ σώματος» (Θεώρησες τήν πολυχρόνια νόσο ὡς ἐκ Θεοῦ οἰκονομία, προκειμένου νά χαλιναγωγήσεις μέ τήν κακοπάθεια τά μέλη τοῦ σώματος) (στιχ. ἑσπερ.).
Χρησιμοποιεῖ μάλιστα ὁ ὑμνογράφος μία πολύ ὄμορφη εἰκόνα ἀπό τά ὄστρακα γιά νά καταδείξει τήν παραπάνω ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή ἡ μέ ὑπομονή ἀποδοχή ἑνός πειρασμοῦ τελικῶς κάνει τόν ἄνθρωπο νά γίνεται πράγματι πολύτιμος. «Ὥσπερ ὄστρακον θαλάσσης, τό παρεμβληθέν σῶμα εἰς μαργαρίτην κατεργάζεται, τήν ἔμπονον σαρκός σου ἀσθένειαν, εἰς εὐλογίαν ἀπειργάσθης θεόσδοτον. Καί οὕτω πᾶσιν ἐδείχθης πολύτιμον μάργαρον, τῆς ἄνω Ἐδέμ πυλῶνας στολίζον» (Ὅπως συμβαίνει στό ὄστρακο τῆς θάλασσας, ὅταν κάποιο σῶμα πού εἰσέρχεται σ’αὐτό γίνεται μαργαριτάρι, ἔτσι καί τή γεμάτη πόνο ἀσθένεια τῆς σάρκας σου τήν ἔκανες γιά σένα θεόσδοτη εὐλογία. Καί ἔτσι ἀποδείχθηκες γιά ὅλους πολύτιμο μαργαριτάρι, πού στολίζει τίς πύλες τῆς ἄνω Ἐδέμ) (λιτή).
Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή καταλαβαίνει κανείς πολύ καλά γιατί τελικῶς ἡ σημαντικότερη ἀρετή πού καλλιέργησε ὁ ὅσιος Νικηφόρος, αὐτή πού πράγματι τόν χαρακτήριζε τόσο, ὥστε νά σημαδέψει κυριολεκτικά ὅλη τή ζωή του, ἦταν ἡ καρτερία: ἡ ψυχική δύναμη δηλαδή καί ἡ ὑπομονή. Θά μποροῦσε κανείς ἔτσι νά τόν ὀνοματίζει: Νικηφόρος ὁ καρτερόψυχος. Πού θά πεῖ: Νικηφόρος ὁ ἄνθρωπος τῆς ὑπομονῆς, ὁ δεύτερος Ἰώβ, ὁ ἐστεμμένος μέ τόν κότινο τῆς νίκης ἐν Πνεύματι ἀπό τά χέρια τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου («ὅθεν ἐστέφθης ὁ νικώνυμος τῶ κοτίνῳ τῆς νίκης ἐν Πνεύματι ταῖς χερσί τοῦ Κυρίου») (στιχ. ἑσπερ.). Πράγματι, δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού ὁ καλός ὑμνογράφος παραλληλίζει τόν ὅσιο μέ τόν δίκαιο καί ὑπομονετικό Ἰώβ. Γιατί ὅπως ὁ Ἰώβ πέρασε τοῦ κόσμου τούς πειρασμούς ἀλλά ἔμεινε σταθερός στήν πίστη του – μόνον στό τέλος «λύγισε» ἀδυνατώντας νά κατανοήσει τό γιατί πάσχει, ὡς ἄνθρωπος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης - ἔτσι καί ὁ Νικηφόρος: μέχρι τό τέλος του ἔμεινε σταθερός στήν πίστη του, ἀποδεχόμενος τό θέλημα τοῦ Κυρίου. Καί ἀναδείχθηκε ἴσως καί ὑπέρτερος τοῦ Ἰώβ, διότι τό «γιατί» δέν ἔφτασε στά χείλη τά δικά του. Ἄς ἀκολουθήσουμε τό σκεπτικό καί πάλι τοῦ ὑμνογράφου στό δοξαστικό τῶν αἴνων: «Ὅσιε Πάτερ, τῆς ἀσθενείας σου ζυγόν αἴρων ἀγογγύστως καί αὐτόν λογισάμενος οἰκονομίαν Θεοῦ, ἄλλος Ἰώβ ἡμῖν ἐδείχθης. Τοῦ δέ ἀσθενεστάτου σου σαρκίου μή φειδόμενος, ἀλλά συντόνῳ ἀσκήσει τά λεπρωθέντα σου μέλη δουλαγωγῶν, θέλων ἀναπτερῶσαι τόν ἐν σοί ἔνθεον ἵμερον, ὑπέρτερος ἐγένου τοῦ πολυάθλου (Ἰώβ)» (Ὅσιε Πάτερ, σηκώνοντας ἀγόγγυστα τόν ζυγό τῆς ἀσθένειάς σου καί θεωρώντας αὐτόν ὡς οἰκονομία Θεοῦ, ἀναδείχθηκες σέ ἐμᾶς ἄλλος Ἰώβ. Χωρίς νά λυπηθεῖς μάλιστα τό ἀσθενέστατο σαρκίο σου, ἀλλά δουλαγωγώντας μέ τή μεγάλη ἄσκηση τά λεπρωθέντα μέλη σου, διότι  ἤθελες νά ἀναπτερώσεις τόν καρδιακό ἔνθεο πόθο σου, ἔγινες ὑπέρτερος καί τοῦ πολύαθλου Ἰώβ).
Περιττό βεβαίως νά σημειώσουμε ὅ,τι διαπιστώνει καί ὁ ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου: γιά νά φτάσει σέ αὐτό τό ἀποστολικό καί χαρισματικό ὕψος ὁ ὅσιος Νικηφόρος, ἐκτός ἀπό τά ἀσκητικά μέσα τῆς προσευχῆς, τῆς νηστείας, τῆς γονυκλισίας, χρησιμοποίησε καί τά κλασικότερα μέσα τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης: τήν ὑπακοή σέ ἅγιο Γέροντα, ἐν προκειμένῳ τόν ἅγιο Ἄνθιμο τῆς Χίου, τήν καταφυγή στήν ὑπεραγία Θεοτόκο. Ὄχι λίγες φορές ὁ ὑμνογράφος μᾶς ἀποκαλύπτει μέ τήν χαριτόβρυτη γραφίδα του τίς πραγματικότητες αὐτές. «Ἰθύνας πάλαι σε Ἄνθιμος ὡς μέδων τήν ψυχήν σου προσώρμισεν εἰς τόν Παράδεισον» (Πρό πολλοῦ ὁ Ἄνθιμος σέ κατεύθυνε ὡς κυβερνήτης καί προσόρμισε τήν ψυχή σου στόν Παράδεισο) (ὠδή στ΄). Καί μάλιστα ὡς καθαρός στήν ψυχή καί ὁ Νικηφόρος τοῦ δόθηκε ἡ χάρη ἐκ Θεοῦ νά γίνει αὐτόπτης θαυμασίων γεγονότων πού τελέσθηκαν ἀπό τόν πνευματικό του ἅγιο Ἄνθιμο καί μάλιστα νά μπορέσει νά τά καταγράψει πρός ὠφέλεια καί τῶν ἀναγνωστῶν (κάθισμα ὄρθρου). Κι ἀπό τήν ἄλλη, ἡ καταφυγή στήν ὑπεραγία Θεοτόκο, τήν ὁποία ὁ ὅσιος Νικηφόρος ἀγαποῦσε ὑπερβαλλόντως καί μπροστά στό εἰκόνισμα τῆς ὁποίας καθημερινῶς ἔκλινε γόνυ ψυχῆς καί σώματος. Ἡ εἰκόνα πού περιγράφει ὁ ὑμνογράφος εἶναι πολύ συγκινητική. «Τλημόνως διήνυσε τόν βίον ποτέ Νικηφόρος ὁ λεπρός, ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος σου, Ὑπακοῆς, ὡς λέγεται, ἐν ἀποδείπνοις κράζων σοι· ὦ Νύμφη, χαῖρε ἀνύμφευτε» ( Καρτερικά πέρασε τή ζωή του ὁ Νικηφόρος ὁ λεπρός, μπροστά στήν εἰκόνα σου Θεοτόκε, τῆς Ὑπακοῆς ὅπως λέγεται, φωνάζοντάς σου δυνατά κατά τά ἀπόδειπνα: ὦ Νύμφη, χαῖρε ἀνύμφευτε) (ὠδή γ΄).  
Ὁ ὅσιος Νικηφόρος, ὅπως ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἄλλωστε, εἶναι οἰκουμενικοί ἅγιοι. Γιατί συνιστοῦν ἐξαίρετα μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, συνεπῶς ἡ ἀγάπη τους ἀποτελεῖ προέκταση τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀγκαλιᾶς Ἐκείνου. Ἰδιαιτέρως ὅμως ἀγαποῦν καί στέγουν τούς τόπους πού ἔζησαν καί διήνυσαν τόν βίο τους. Τήν πραγματικότητα αὐτή ἐξαίρει ἐπανειλημμένως καί ὁ ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου. Ὁ ὅσιος ἀποτελεῖ μία ἀγκαλιά ἰδίως γιά τούς τόπους  πού πέρασε καί ἔζησε: τήν Κίσαμο, τά Χανιά, τήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, τή Χίο, τήν Ἀθήνα.  «Τῶν Κισαμαίων Μητρόπολις ἀγάλλου, χόρευε γηθόμενον τό Σηρικάριον… Χίος εὐφραίνου… ἄστυ κλεινόν Ἀθηναίων τέρπου μάλα…» (στιχ. ἑσπ.). «Κρητῶν ἡ νῆσος κατέχουσα, ὡς ἔφορον λαμπρόν, Ἀλεξάνδρεια, ὡς ἄλλον φάρον σε, Χίος, ὡς πύργον νεότευκτον καί κλειναί Ἀθῆναι, ὡς ῥύστην, γάνυνται» (Χαίρονται τό νησί τῶν Κρητῶν πού σέ κατέχει ὡς ἔφορο λαμπρό, ἡ Ἀλεξάνδρεια πού σέ ἔχει ὡς ἄλλον φάρο της, ἡ Χίος ὡς νεότευκτο πύργο της καί ἡ λαμπρά Ἀθήνα ὡς σωτήρα της) (ὠδή στ΄). Δέν ἔχουμε λοιπόν καί ἐμεῖς παρά νά τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς ἔχει στήν προσευχή του καί στήν ἀγκάλη του. Κι αὐτό γιά νά δίνει μέσω αὐτοῦ ὁ Κύριος καί σέ ἐμᾶς νίκες κατά τῶν παθῶν μας, κατά τοῦ πονηροῦ διαβόλου, κατά ὅλων τῶν κακιῶν μας - «νίκας ὡς φερώνυμος νῦν χορήγει κατ’ ἐχθρῶν τοῖς τέκνοις σου» (αἶνοι) - κατεξοχήν δέ νά μᾶς δωρίζει «πνεῦμα καρτερόν» (δοξ. ἑσπερ.), μέ τό ὁποῖο καί μόνο μπορεῖ κανείς νά ὀρθοποδεῖ στήν πνευματική ζωή.