Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (50)


«Μετά τον Θεό ας έχουμε σε κάθε ενέργειά μας ως άγρυπνο φρουρό και ως γνώμονα ασφαλή τη συνείδησή μας. Έτσι αντιλαμβανόμενοι από πού φυσά ο άνεμος θα ανοίγουμε προς τα εκεί και τα ιστία που πλοίου μας» (λόγ. κστ΄ 5).
Ένα καραβάκι είναι ο καθένας μας  στη θάλασσα του βίου. Στη θάλασσα αυτή που έχει και μπουνάτσες, αλλά συνήθως έχει φουρτούνες. Τα κύματα υψώνονται μανιασμένα τις περισσότερες φορές πάνω στο καραβάκι αυτό, που κινδυνεύει γι’ αυτό συχνά να καταποντιστεί. Φτάνουμε τότε στο σημείο να χάνουμε τον προσανατολισμό μας. Κύματα και φουρτούνες βέβαια οι δοκιμασίες της ζωής, οι πειρασμοί, ο κόσμος ο κείμενος εν τω πονηρώ που παραμονεύει πώς να μας καταπιεί.
Ευτυχώς υπάρχει πάντοτε η πυξίδα. Αυτή που και στη μεγαλύτερη μαυρίλα και καταιγίδα μάς δείχνει την ορθή πορεία. Κι ορθή πορεία είναι αυτή που μας οδηγεί στον ουρανό: τη σχέση μας με τον Θεό. Αν χάσουμε τον προσανατολισμό αυτόν, πράγματι και αληθώς χανόμαστε. Τι νόημα  έχει μια ζωή δίχως Θεό; Δεν θα ‘ναι μια πορεία στα… τυφλά; «Κι άλλη μια μέρα δίχως σκοπό», που λέει ο στίχος ενός παλιού τραγουδιού.
Ποια είναι η πυξίδα; Το θέλημα του Θεού. Που είναι γνωστό αφότου ο Θεός σαρκώθηκε κι έγινε άνθρωπος. Μας είχε δώσει τα κεντρικά σημεία της πορείας μας, ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, κατεξοχήν μας τα έδωσε, τότε που ήλθε, γιατί όχι μας έδειξε τον ουρανό ως σημάδι προσανατολισμού, αλλά μας πήρε, μας έκανε κομμάτι του Εαυτού Του, και μαζί πια με Εκείνον πορευόμαστε στη θάλασσα του βίου. Πόσο παρήγορη είναι η πορεία του χριστιανού. Γιατί τελικώς καπετάνιο στο σκαρί του έχει τον ίδιο τον Χριστό! (Μια παλιά εικόνα αποτυπώνει με μεγάλη αμεσότητα την πραγματικότητα αυτή: Ο Χριστός να κρατάει το τιμόνι του δικού μας καραβιού)!
Όχι λοιπόν στα… κουτουρού! Ό,τι μας λέει ο λόγος του Θεού.  «Όπου και να είσαι, έχε ως βάση σου την Αγία Γραφή» (Μ. Αντώνιος). Αλλά ο όσιος επισημαίνει και κάτι άλλο πολύ σημαντικό: μαζί με τον Θεό που μας καθοδηγεί με τον λόγο Του, έχεις και τη συνείδησή σου. «Η συνείδησή σου είναι ο άγρυπνος φρουρός σου και ο ασφαλής σου γνώμονας».  Αρκεί βεβαίως να λειτουργεί η συνείδηση. Γιατί δυστυχώς πολύ συχνά δεν την ακούμε σ’ αυτά που μας συμβουλεύει, οπότε σιγά σιγά τη θέτουμε σε αχρηστία, κι η φωνή της, αν δεν σβήσει εντελώς, είναι τόσο ψιθυριστή, που είναι σαν να μην υπάρχει. «Αν θέλεις να προκόψεις,  επιμέλησαι της συνειδήσεώς σου και όσα σοι λέγει, ποίησον» (αββάς Μάρκος). Ν’ ακούμε τη φωνή της συνείδησής μας. Εκείνης όμως που έχει εμβαπτιστεί και διαποτιστεί από τον λόγο του Χριστού. Εκείνης που έχει μπει στον ρυθμό της εκκλησιαστικής ζωής. Αν δεν λειτουργεί έτσι, τότε καλύτερα μην… την ακούς!  Γιατί δεν θα σου λέει τα σωστά.  

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΜΑΤΡΩΝΗΣ ΤΗΣ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


Ενώπιον του Θεού εκείνο που μετράει κι έχει σημασία δεν είναι ασφαλώς τα πλούτη και η δόξα,  η επίγεια κατάσταση του ανθρώπου, είτε της ελευθερίας είτε της δουλείας, ό,τι δηλαδή είναι φθαρτό με ημερομηνία λήξεως, αλλά ό,τι παραμένει στην αιωνιότητα. Κι αυτό είναι η αρετή του ανθρώπου, η ζωή η σύμφωνη με το θέλημα του Θεού.῾῾Μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της γης -  όπως λέει ο Κύριος - όπου σης και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι. Θησαυρίζετε θησαυρούς εν ουρανώ᾽᾽. Ο άγιος υμνογράφος φωνάζει εν προκειμένω στην ωδή ς´, αντιδιαστέλλοντας τη δούλη Ματρώνα προς την κυρία της Παντίλα: ῾῾Η Ματρώνα δεν κρίνεται σαν δούλη ή σαν ελεύθερη, με βάση τον Χριστό. Κρίνεται από την ομορφιά της αρετής της, γιατί ήταν στολισμένη με τους τρόπους της ευσέβειας᾽᾽ (῾῾Ου δούλος εν Χριστώ ουκ ελεύθερος κρίνεται, αλλ᾽ αρετής ευμορφία, ευεβείας τρόποις κεκοσμημένη᾽᾽). Κι αυτό σημαίνει ότι η αγία Ματρώνα, και βεβαίως κάθε χριστιανός συνεπής, κινείται σε επίπεδο αληθινής ελευθερίας, πέρα από τις δεσμεύσεις που προκαλεί ο κόσμος αυτός στην ψυχή του ανθρώπου. Διότι ελεύθερος είναι αυτός που προσβλέπει πέρα από τα επίγεια κι είναι έτοιμος να δώσει και τη ζωή του προς χάρη του Κυρίου, ο Οποίος ήρθε στη γη ως δούλος, ακριβώς για να δώσει ελευθερία στον άνθρωπο. ῾῾Αυτός που καταδέχτηκε τη μορφή δούλου, να γίνει δηλαδή άνθρωπος,  ο Χριστός ο Θεός μας, θέλοντας να ελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά της φθοράς και του θανάτου, μνηστεύτηκε εσένα ως μάρτυρα νύμφη Του και σε ελευθέρωσε από το ζυγό της δουλείας᾽᾽ (῾῾Ο δούλου καταξιώσας δέξασθαι μορφήν Χριστός ο Θεός, ελευθερώσαι ταύτην βουληθείς εκ φθοράς και θανάτου δεσμών, από ζυγού δουλείας σε, Μάρτυρα Νύφην εμνηστεύσατο᾽᾽) (ωδή α´).

 

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΞΕΩΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ


Ο κκλησιαστικός ποιητής, παρ᾽ ὅλο τό θάμβος πού νιώθει μπροστά στόν γιο τοΘεοῦ ἀρχάγγελο, τόσο πού τόν χαρακτηρίζει διαρκς λόγω τς μετοχς του στό ϋλότατο φς τοΘεοῦ...φς δεύτερον᾽ (ὠδή γ´), δέν παύει νά τονίζει τι καί ατός συνιστδημιούργημα τοΘεοῦ, συνεπς εναι περιορισμένος καί στή δύναμη καί στή γνώση. ᾽Επανειλημμένως σημειώνει τι τό μυστήριο τοῦ ἐρχομοτοΘεοστόν κόσμο ταν πόκρυφο καί γιά τούς γγέλους, ὁ ἴδιος δέ Γαβριήλ, ὁ ὑπηρέτης τοθαύματος, ἀδυνατοσε νά κατανοήσει ὅ,τι διαδραματιζόταν. Τό δοξαστικό μάλιστα τοῦ ἑσπερινοτς ορτς, ἔργο χι τοῦ ᾽Ιωσήφ λλά τοῦ ἐξίσου γνωστοῦ ὑμνογράφου αγίου ᾽Ιωάννου τομοναχοῦ, εναι πό τά ραιότερα τροπάρια πού πάρχουν στήν μνολογία τς Εκκλησίας μας. ῾Στάλθηκε πό τόν Θεό ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ γιά νά εαγγελιστεστήν Παρθένο τή σύλληψη. Κι ταν λθε στή Ναζαρέτ, σκεπτόταν μέσα του τό θαμα μέ κπληξη, ὅτι δηλαδή πς ὁ ἀκατάληπτος Θεός θά γεννηθεῖ ἀπό Παρθένο! Ατός πού χει θρόνο Του τόν ορανό καί ποπόδιο τή γῆ, πς θά χωρέσει στή μήτρα μίας γυναίκας! Ατόν πού δέν μπορον νά Τόν τενίσουν τά ξαπτέρυγα καί τά πολυόμματα, θέλησε μέ μόνο τόν λόγο Του νά σαρκωθεῖ ἀπό ατήν! Ατός πού παρευρίσκεται εναι Λόγος τοΘεοῦ. Τί λοιπόν στέκομαι καί δέν λέγω στήν Κόρη: Χαρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος εναι μαζί Σου;᾽ (῾᾽Απεστάλη ξ ορανοΓαβριήλ ὁ ἀρχάγγελος, εαγγελίσασθαι τΠαρθέντήν σύλληψιν. Καί λθών ες Ναζαρέτ, ἐλογίζετο ν αυττό θαμα κπληττόμενος, ὅτι πς ὁ ἐν ψίστοις κατάληπτος ν, ἐκ Παρθένου τίκεται! ῾Ο χων θρόνον ορανόν καί ποπόδιον τήν γν, ἐν μήτρχωρεται γυναικός! ῟ῼ τά ξαπτέρυγα καί πολυόμματα τενίσαι οδύνανται, λόγμόνῳ ἐκ ταύτης σαρκωθναι ηδόκησε! Θεοῦ ἐστι Λόγος παρών. Τί ον σταμαι καί ολέγω τΚόρῃ; Χαρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σο᾽.

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (49)


«Η αρχή, (η εξουσία), έγινε αιτία υψηλοφροσύνης σ’ έναν Άγγελο· αλλά βεβαίως δεν του δόθηκε η εξουσία για να πέσει στην υψηλοφροσύνη» (λόγ. κε΄ 55).
Ένα βαθύ μυστήριο που σχετίζεται όχι πια με τους αγγέλους, αλλά κυρίως μ’ εμάς τους ανθρώπους: η αρχή, η εξουσία. Δωρεά του Θεού στον πρώτο αρχάγγελο καταρχάς, τον εωσφόρο: για να δοξολογεί πληρέστερα τον Θεό, συνεπώς να αυξάνει εν Θεώ, για να καθοδηγεί και τους άλλους αγγέλους, και με προοπτική να βοηθάει αργότερα τα άλλα πλάσματα του Θεού. Κι η δοσμένη αυτή από τον Θεό εξουσία γίνεται στα χέρια του αρχαγγέλου εκείνου από πρόκληση δοξολογίας και διακονίας,  πρόσκομμα και θανατερή πτώση: η ελευθερία του, ελευθερία για διαρκή χαρισματική αύξησή του, μεταποιεί το δώρο σε κατοχή και αλαζονικό λογισμό· σε υψηλοφροσύνη: «δεν είμαι κι εγώ Θεός; Θα στήσω τον θρόνο μου απέναντι στον Ύψιστο»!
«Εθεώρουν τον σατανά ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα». Η αποκάλυψη από τον Κύριο της τραγικής στιγμής του εωσφόρου, του πρώτου αγγέλου: η θανατερή και οριστική και αμετάκλητη πτώση του. Ουδέποτε θα επανερχόταν. Μονίμως και αιωνίως σατάν, αντίπαλος δηλαδή του Θεού, δαίμονας, διάβολος, πονηρός, βεελζεβούλ, άρχων του σκότους! Κι αυτό λόγω του ζόφου που περικλείουν αφενός η ελευθερία των λογικών κτισμάτων του Θεού, αφετέρου η θέση της εξουσίας, η αρχή!
Ισχύει το ίδιο και με τον άνθρωπο! Η εξουσία, η αρχή -  επίζηλη για τους πολλούς, μαγνήτης κυριολεκτικά – πρέπει να περικλείει μέσα της κάποιες περίεργες δυνάμεις: σαν να ζαλίζει αυτόν που την κατακτά. Και την ώρα που την κατακτά, κατακτιέται από αυτήν! Πρέπει να εισέρχεται ο «άρχων» πια σ’ ένα είδος περιδίνησης που προκαλεί το έσχατο βάθος της ψυχής του – ενεργοποιούνται όλες οι δυνάμεις και οι… αντοχές του. Και γίνεται έτσι η εξουσία το κριτήριο της ποιότητάς του: του βγάζει ό,τι κυριαρχεί μέσα του· το αγαθό ή το πονηρό. Η εξωτερική εξουσία δηλαδή που ανασύρει ό,τι είναι... εξουσία μέσα στην ψυχή!
Είναι τυχαίο ότι ήδη από την αρχαία εποχή οι φιλόσοφοι Έλληνες το είχαν επισημάνει; «Αρχή άνδρα δείκνυσι»! Η εξουσία φανερώνει τον άνθρωπο. Μπορεί να φαίνεσαι καλός, σεμνός, πειθήνιος και υπάκουος. Ο αληθινός εαυτός σου θα φανεί όμως την ώρα που θα αποκτήσεις κάποιο είδος εξουσίας. Κι εκεί θα φανερωθεί η αλήθεια ή η υποκρισία σου. Μην πας μακριά! Δες τον εαυτό σου την ώρα που… οδηγείς! Εξουσία δεν είναι και η θέση σου στο κάθισμα του οδηγού; Ηγείσαι μίας μηχανής, που έχει πολλές αναμφισβήτητα δυνατότητες. Και τι βλέπεις; Ανάλογα με το μέγεθος της μηχανής αυτής, τον κυβισμό και τη δύναμή της, νιώθεις αντιστοίχως και πιο… σπουδαίος και πιο ηγεμόνας! Στο τιμόνι, έχουν πει, βγαίνει ό,τι πιο πρωτόγονο στον άνθρωπο!
Να φοβάσαι τις θέσεις εξουσίας. Είναι θέσεις για διακονία και υπηρεσία του συνανθρώπου κι όχι για υψηλοφροσύνη. Πάλεψε γι’ αυτό, γιατί σου δίνουν την ευκαιρία να δεις τον εαυτό σου. Να φτιάξεις τον εαυτό σου. Και τέτοιες θέσεις έχουν όχι μόνο οι πολιτικοί ή εκκλησιαστικοί άρχοντες, αλλά σχεδόν όλοι: ο γονιός, ο δάσκαλος, ο κάθε άνθρωπος που είναι υπεύθυνος σ’ ένα τομέα εργασίας…   

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ


Τό βιβλίο «Κλίμαξ» τοῦ ὁσίου Ἰωάννου πού ἑορτάζουμε σήμερα, προξενεῖ τό πραγματικό καί μεγαλύτερο θαῦμα πού ὑπάρχει: τή μεταστροφή τῶν καρδιῶν, τή δημιουργία μετανοίας στόν ἄνθρωπο. Καί δίνει τήν ἀπάντηση στό πῶς ἀποκτᾶται ἡ πραγματική καί γνήσια πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός, ὅπως φαίνεται καί στό εὐαγγέλιο τῆς ἡμέρας. ῾Τό εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δύνατά τῷ πιστεύοντι᾽! Δέν μποροῦμε νά ποῦμε πολλά. Θά σημειώσουμε ὅμως ἐπιγραμματικά αὐτά πού θίγει, ἀπό τούς 30 λόγους του – σκαλοπάτια στήν πνευματική ζωή, στόν πρῶτο καί στόν τελευταῖο λόγο του.
 Ὁ πρῶτος, ἡ ἀποταγή: δέν μπορεῖ κανείς νά προσεγγίσει τόν Θεό, χωρίς νά πεῖ ὄχι στήν ἁμαρτία καί μάλιστα στά ἐγωϊστικά θελήματά του. Γιατί αὐτά τά θελήματα μᾶς κρατοῦν δέσμιους στόν ἁμαρτωλό κόσμο. Ὅπως τό λέει καί ὅσιος Ποιμήν: ῾Τό θέλημά μου εἶναι χάλκινο τεῖχος πού μέ χωρίζει ἀπό τόν Θεό᾽!
Κι ὁ τελευταῖος: ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη πού ἀποτελεῖ τό ἐπιστέγασμα τῶν πάντων στή χριστιανική πίστη, ἀφοῦ ὅ,τι λέμε καί κάνουμε σ᾽ αὐτήν, εἴτε προσευχή εἴτε νηστεία εἴτε μελέτη εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο, ἄν δέν καταλήγει στήν ἀγάπη, δέν ἔχει νόημα. Καί τοῦτο, γιατί ἀγάπη εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Κι αὐτό σημαίνει: ἡ πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός καί κινητοποιεῖ τόν Θεό καί βγάζει καί δαιμόνια, προϋποθέτει τήν ἄρνηση τοῦ ἐγωϊσμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί τή στροφή του στή ζωή τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη. Στό βαθμό πού ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ, τόν ὅποιο συνάνθρωπό του, τόσο καί αὐξάνει ἡ πίστη του, ὅπως τό διακηρύσσει καί ὁ ἀπ. Παῦλος: ῾πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽!

 

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (28)


Ο διπλός θάνατος
Ο Σωφρόνιος βάδιζε κατά μήκος της Νεκράς Θάλασσας. Η σκιά του κάτω από τον ισχυρό ήλιο σχηματιζόταν με περίεργες γραμμές, κι ό,τι διαγραφόταν απ’ αυτήν έγλυφε τα αλμυρά νερά της Θάλασσας. Στην πραγματικότητα μιλάμε για τη σκιά της… σκιάς του εαυτού του. Γιατί ο Σωφρόνιος ήταν αυτό που λένε «πετσί και κόκκαλο». Η σκληρή άσκηση της πρακτικής καλογερικής ζωής τον είχε πλήρως απορροφήσει: είχε κατανοήσει αφότου έγινε καλόγερος ότι αν θέλει να προχωρήσει στην πνευματική ζωή, αν θέλει να νιώσει αληθινά την παρουσία του Κυρίου στη ζωή του, θα έπρεπε να αντιμετωπίσει έναν επικίνδυνο «εχθρό», που την ίδια στιγμή ήταν και ο καλύτερος και πρώτος φίλος του! Το ίδιο το σώμα του… Χρόνια λοιπόν πάλευε στον αγώνα της νηστείας και της εγκράτειας.  Και μαζί μ’ αυτήν και στον αγώνα της φτώχειας. Δεν είχε τίποτε δικό του, ενώ και τα ρούχα του ήταν κυριολεκτικά κουρέλια απ’ την πολυκαιρία, που αν τα ‘δινε και στον πιο φτωχό ζητιάνο,  εκείνος δεν θα καταδεχόταν να τα πάρει.
Είχε επιλέξει εκ νεότητος την καλογερική ζωή. Σε κοινόβιο πρώτα, κι έπειτα μόνος στην έρημο της Νεκράς Θάλασσας. Με την άδεια του ηγουμένου του, ο οποίος έβλεπε τις ασκητικές επιδόσεις του καλογέρου του και τη βαθιά αγάπη που τον συνείχε για τον Ιησού Χριστό τον Κύριο, βρέθηκε σε μια σπηλιά της σκληρής και απαράκλητης αυτής περιοχής. Θέλησε να γίνει «βοσκός». Όχι με την κοινή έννοια, αλλά με την ερημήτικη ονομασία της εποχής: του αναχωρητή που ζει στα βουνά και τρώει μόνο άγρια χόρτα! Και δεν ήταν ο μόνος εκεί.
Η σκληρή ασκητική του ζωή βέβαια πήγαινε αντιστρόφως ανάλογα προς ό,τι ο Κύριος από πλευράς πνευματικής τού πρόσφερε: μία χάρη τόσο μεγάλη μερικές φορές, που όχι μόνο γλύκαινε τις πνευματικές του αισθήσεις και τον έκανε να βυθίζεται στη θεωρία του αγαπημένου προσώπου Εκείνου, όπως και της Παναγίας Μητέρας Του, αλλά τον έκανε να χάνει τότε και την έννοια του χρόνου, μεταφερόμενος σε άλλες υψιπετείς καταστάσεις που δεν είναι εύκολο να περιγραφούν. Ω, ο Σωφρόνιος μακάριζε την ώρα και τη στιγμή της εξόδου του από τον κόσμο. Γιατί ήταν η ώρα της εισόδου του στα μυστικά και άρρητα κάλλη του «κρυπτού της καρδίας ανθρώπου»· της εύρεσης αυτού που ο Κύριος ονόμασε «εντός ημών Βασιλεία των Ουρανών».
Βάδιζε λοιπόν ο μεσήλικας Σωφρόνιος κάτω από τον πυρωμένο ήλιο, και αν είχε κανείς τη δυνατότητα να τον προσεγγίσει από κοντά θα έβλεπε το σκαμμένο από την άσκηση πρόσωπό του, αλλά και τα δάκρυα που έρρεαν διαρκώς από τα βαθουλωμένα μάτια του, ψάχνοντας τρόπο σαν από ντροπή να βρουν καταφύγιο και να χαθούν μέσα στα ψαρά και δασιά γένια του. Έκλαιγε ο καλόγερος, κι όχι μόνο τώρα – τα δάκρυα είχαν γίνει δεύτερη φύση του – γιατί ένιωθε το βάρος των αμαρτιών του. Όσο μάλιστα ο Κύριος τον φώτιζε και του έδινε τις δωρεές των χαρίτων Του, τόσο καταλάβαινε σε τι άβυσσο πτώσης βρίσκεται, πόσο ο άδης της ψυχής του τον καταβάλλει και τον σέρνει στη δίνη της δικής της κόλασης! Πενθούσε λοιπόν ο Σωφρόνιος, γιατί έβλεπε τις αμαρτίες του. Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο αύξανε και το πένθος, τόσο αύξανε και το βάθος της ταπείνωσής του.
Ένας λογισμός άρχισε να αναπτύσσεται μέσα του και να παίρνει τη μορφή της έμπονης προσευχής: να φύγει από τη ζωή αυτή, γιατί όσο μένει, τόσο και αυξάνει τις αμαρτίες του. Διαπίστωνε ότι υπήρχαν φορές, πολλές φορές, ότι το μυαλό του δεν βρίσκεται εκεί που ζητάει ο Κύριος: στην απόλυτη αγάπη προς Εκείνον. Η απαρχής εντολή του Θεού, «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν» τον συνείχε σε τέτοιο βαθμό, ώστε αποτελούσε τη μοναδική σκέψη και εργασία του νου του. Αυτό μάλιστα το «εξ όλης» το βίωνε ως μαστίγωμα της ύπαρξής του. Γιατί έφερνε στην επιφάνεια την… αμέλεια της ζωής του. Πώς να μπορέσει να βρίσκεται εκατό τοις εκατό στην αγάπη του Θεού και του συνανθρώπου; Κατ’ ανάγκην ως άνθρωπος έπρεπε να ασχοληθεί και με τα… επίγεια. Κάθε φορά λοιπόν που ο λογισμός του ξέφευγε σ’ αυτά, δεν έχανε την αγάπη του Θεού; Οπότε ένιωθε… βρώμικος ψυχικά. Γιατί ήξερε πως «ακάθαρτος ενώπιον  Κυρίου πας παράνομος». «Κι εγώ είμαι παράνομος, αφού παραβαίνω τον νόμο του Θεού», ψιθύριζε διαρκώς μέσα του.
Αυτό τον διακατείχε και την ώρα που βάδιζε στην ακροθαλασσιά. Κι αισθανόταν ότι η περίεργη και μοναδική αυτή ιστορική θάλασσα, που ήταν το αποτέλεσμα της αμετανοησίας των ανθρώπων της περιοχής παλιά – ό,τι εισέπραξαν οι άνθρωποι των Σοδόμων και των Γομόρρων από τη φωτιά και το θειάφι που έβρεξε ο Θεός – του ταίριαζε απόλυτα. Γι’ αυτό άλλωστε και κατέβαινε στη θάλασσα αυτή, από τη σπηλιά του στο βουνό. Γιατί τον προκαλούσε να σκεφτεί, να στοχαστεί, να πενθήσει ακόμη περισσότερο για τον «άδη» του, να προσευχηθεί με πύρινα δάκρυα. «Φωτιά και αρμύρα των δακρύων», έκανε τον συσχετισμό με τη Νεκρά Θάλασσα, και ήταν η στιγμή που λίγο σαν να χαμογέλασε. Για να συνέλθει αμέσως από το… ολίσθημα. «Κύριε, πάρε με για να μη συνεχίζω να αμαρτάνω», επανέλαβε. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Άκουσε ξάφνου φωνές, δυνατές και αγριωπές. Μαζί και γέλια αδιάντροπα. Παραξενεύτηκε. Και λίγο ταράχτηκε. Χαλούσαν την ησυχία του τοπίου.  Στο βάθος μπροστά του διέκρινε φιγούρες, που λίγο λίγο γίνανε πιο ευδιάκριτες.
«Σαρακηνοί», μονολόγησε, και σκοτείνιασε λίγο το πρόσωπό του. Πήρε να προσεύχεται για τα πλανεμένα αυτά αδέλφια του. Τα ‘δε όπως είχε πια συνηθίσει να βλέπει όλον τον κόσμο, γνωστό και ξένο: σαν την άλλη, άγνωστη, πλευρά του εαυτού του. «Τον πλησίον σου ως σεαυτόν», ήλθε και πάλι η εντολή στη σκέψη του.
Τον πλησίασαν. Τον κοίταξαν περίεργα, άγρια, με μίσος. Ένας σαν να κοντοστάθηκε. Ο Σωφρόνιος προσευχήθηκε ακόμη περισσότερο. Έκανε ένα νεύμα σαν υπόκλιση. Τους προσπέρασε. Τον προσπέρασαν. Οι φωνές τους γίνηκαν ακόμη πιο άγριες. Φάνηκε ότι τον ειρωνεύονταν και ότι τον σάρκαζαν. Ο Σωφρόνιος συνέχιζε την προσευχή του. Τους στοχασμούς του. Ο νους του σαν να αρπάχτηκε σε θεωρία του Κυρίου. Μια γαλήνη δέσποζε μέσα στην καρδιά του. Ένιωσε τη χάρη του Θεού ολότελα ξαφνικά εκείνη την ώρα να τον πλημμυρίζει.
Ξαφνικά, έγινε σιωπή. Οι φωνές των Σαρακηνών σταμάτησαν. Ασυναίσθητα, στράφηκε προς τα πίσω. Κι είδε τον ένα από αυτούς και πάλι να τον πλησιάζει. Ερχόταν σχεδόν τρέχοντας προς αυτόν, ίσια καταπάνω του. Το χέρι του Σαρακηνού οπλίστηκε με το κοφτερό σπαθί του. «Κύριε Ιησού Χριστέ…», ήταν οι τελευταίες λέξεις του, κι η εικόνα του άγριου Σαρακηνού έγινε η εικόνα του αγίου αγγέλου του. Το αγιασμένο κεφάλι έπεσε και κύλισε προς την πλευρά της θάλασσας, η οποία ξαφνιάστηκε και ρίγησε, νιώθοντας την αρμύρα της ν’ αυξάνει από τα δάκρυα που ακόμη κυλούσαν από τα βαθουλωμένα μάτια…
Δεν επέτρεψε ο Κύριος να δει ο Σωφρόνιος δύο πράγματα. Δεν είδε  την άμεση επέμβαση της Πρόνοιας του Θεού. Γιατί έδωσε εντολή ο Κύριος σ’ ένα όρνιο που πετούσε λίγο παραπέρα, να γυρίσει σαν αέρας καταπάνω στον Σαρακηνό. Το όρνιο άρπαξε το όργανο του διαβόλου με τα τεράστια σιδερένια νύχια του, το πήγε ψηλά στον ουρανό και το άφησε να πέσει πάνω στις πέτρες, θρυμματίζοντας κάθε κόκκαλο και ακέραιο σώμα. Οι δαίμονες παραμόνευαν και παρέλαβαν με χαρά και ουρλιαχτά την άθλια ψυχή του.
Δεν είδε επίσης ο Σωφρόνιος, σκεπασμένος από τους αγίους αγγέλους και προσβλέποντας στο φως του Ήλιου της δικαιοσύνης που τον φώτιζε, τρεις άλλους ερημίτες, «βοσκούς» σαν κι αυτόν, που από παρακείμενο βουνό παρακολουθούσαν ό,τι διαδραματιζόταν.
Συγκλονισμένοι αυτοί, σταυροκοπήθηκαν και γονάτισαν. Με δάκρυα στα μάτια ξεκίνησαν να προσεύχονται και για τις δύο ψυχές…
(Από το «Λειμωνάριον» του Ιωάννου Μόσχου, κεφ. 21)

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (48)


«Γνωρίζοντας  ο Δεσπότης Χριστός ότι προς την εξωτερική εμφάνιση συμμορφώνεται και η αφανής αρετή της ψυχής, φορώντας το λέντιο μάς υπέδειξε μέθοδο για να βαδίζουμε την οδό της ταπεινώσεως. Διότι η ψυχή εξομοιώνεται με ό,τι ασχολείται και λαμβάνει τον τύπο και τη μορφή αυτών τα οποία πράττει» (λόγ. κε΄ 54).
Κοίταξε για μία ακόμη φορά πόσο καλός γνώστης της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ο όσιος – άνθρωπος που δεν σπούδασε σε Σχολές και σε Πανεπιστήμια.  Οι γνώσεις του περί του ανθρώπου βασίζονται στην εκκλησιαστική παράδοση, κυρίως όμως στην ίδια την βαθιά προσωπική του πείρα από τον πολυχρόνιο αγώνα του κατά του Πονηρού διαβόλου και κατά των ψεκτών παθών του. Κι είναι γνωστό ότι μόνον ένας που έχει παλέψει με τον ίδιο τον εαυτό του μπορεί να έχει αληθινή αυτογνωσία, που θα πει ταυτοχρόνως και αληθινή ανθρωπογνωσία, αφού όλοι οι άνθρωποι στο βάθος μας είμαστε τελικώς ίδιοι.
Πρόσεξε, σου λέει λοιπόν ο όσιος. Αυτό με το οποίο ασχολείσαι και το οποίο πράττεις στην καθημερινότητά σου δεν είναι κάτι που το κάνεις για κάποιες ώρες ανεξάρτητα από τον ψυχισμό σου. Οι ασχολίες σου και οι πράξεις σου, δηλαδή οι σωματικές σου δραστηριότητες, σε στιγματίζουν και σε καθορίζουν: επηρεάζουν άμεσα την ψυχή σου, τόσο που εξομοιώνεται η ψυχή σου με αυτές! Κι αυτό συμβαίνει προφανώς, γιατί είμαστε ψυχοσωματικές οντότητες: ψυχή και σώμα συνθεωρούνται πάντοτε, χωρίς να μπορεί κανείς να  ξεδιαλύνει το ένα από το άλλο  – είμαστε η ψυχή μας, είμαστε το σώμα μας.  Μόνο ο θάνατος καταφέρνει το ακατόρθωτο αυτό, γι’ αυτό ακριβώς και χαρακτηρίζεται μυστήριο.
Ολόκληροι λοιπόν ως ψυχή και σώμα βρισκόμαστε κάθε φορά σε ό,τι πράττουμε.  Κι έχει τρομακτική σημασία η αλήθεια αυτή για την πνευματική σου ζωή. Σκέψου μόνο την προσευχή: αν προσεύχεσαι και συνηθίζεις να γονατίζεις, τότε και η ψυχή σου παίρνει τη φορά του γονατίσματος, δηλαδή της ταπείνωσης. Τα εκκλησιαστικά μας κείμενα βρίθουν από τις προτροπές του «κλίνειν το γόνυ της καρδίας»! Το ίδιο και οι μετάνοιες, μικρές και μεγάλες: μαθαίνουν και την ψυχή να προσπίπτει στον Κύριο. Προέκτεινε τον λόγο, όπως κάνει και ο όσιος με τον ίδιο τον Κύριο στο πλύσιμο των ποδιών των μαθητών Του: η διακονική ποδιά, το λέντιο, που φορούσε, λειτουργούσε ως δύναμη προσομοίωσης και για τη διακονική και ταπεινή στάση της ψυχής. Οπότε και τα ρούχα που φοράς και η εν γένει εξωτερική σου εμφάνιση δεν είναι άσχετα προς το περιεχόμενο της ψυχής σου. Σεμνή εμφάνιση σημαίνει ελκτική δύναμη για τη σεμνότητα και της ψυχής. «Χλιδάτη» και προκλητική εμφάνιση οδηγεί σε φυσίωση και αλαζονεία της ψυχής.
Τελικά, με ό,τι ασχολείσαι, αυτό και γίνεσαι! Είτε θετικά είτε αρνητικά!

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Το απολυτίκιο της ημέρας του Ευαγγελισμού μας επισημαίνει μεταξύ άλλων και το πώς πρέπει να στεκόμαστε απέναντι στη Θεοτόκο. Καλούμαστε να τη δούμε γεμάτη από τη χάρη και το φως του Θεού. Όχι γιατί από μόνη της έχει την ιδιαιτερότητα αυτή, αλλά γιατί ο ίδιος ο Θεός προσέβλεψε πάνω της και την επισκίασε με το Πανάγιο Πνεύμα Του. Η Παναγία, ιδίως μετά τον Ευαγγελισμό, ποτέ δεν είναι μόνη της. Μολονότι και προ του Ευαγγελισμού είχε τη χάρη του Θεού λόγω της αγιασμένης ζωής της – μη ξεχνάμε ότι από παιδούλα τριών ετών εισήλθε στον Ναό και ζούσε με συνεχείς προσευχές και νηστείες – όμως εκεί που έλαβε τη σχετική πληρότητα της χάρης ήταν στον Ευαγγελισμό της, οπότε έκτοτε η παρουσία του Χριστού την συνόδευε σε κάθε βήμα της και σε κάθε εκδήλωση της ζωής της. Γι’ αυτό και στο πρόσωπο της Παναγίας κρίνεται και η ποιότητα της πίστης των Χριστιανών: τυχόν αποδοχή της Παναγίας ως Κεχαριτωμένης και φανέρωσης του Ιησού Χριστού σημαίνει ορθή αποδοχή και Εκείνου. Τυχόν απόρριψη ή υποβάθμιση της Παναγίας σημαίνει ταυτοχρόνως και απόρριψη ή αλλοίωση της εικόνας και του Χριστού.

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

… ΚΑΙ ΛΟΓΟΝ ΕΡΕΥΞΟΜΑΙ ΤΗ ΒΑΣΙΛΙΔΙ ΜΗΤΡΙ…


Δ΄ Χαιρετισμοί
«Χαίρε, χρωτός του εμού θεραπεία· χαίρε, ψυχής της εμής σωτηρία»
(Χαίρε Παναγία, που είσαι η θεραπεία του σώματός μου και η σωτηρία της ψυχής μου).
Σε κάθε πρόβλημα αρρώστιας και πόνου, το πρώτο όνομα που έρχεται στα χείλη των πιστών, κι ίσως και πιο μπροστά και από τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, είναι της Παναγίας. «Παναγία μου, βοήθα με», κραυγάζουν όλοι, μυστικά, νοερά, φωναχτά – ακόμη κι οι θεωρούμενοι «άθεοι» -  νιώθοντας ότι Αυτή είναι η πρώτη καταφυγή τους, Εκείνη που θα σκύψει να αφουγκραστεί το πρόβλημά τους και θα δώσει απάντηση στον όποιο πόνο και την όποια δοκιμασία τους. Και μην πει κανείς ότι αυτό δεν είναι σωστό γιατί προηγείται ο Κύριος,  διότι ο Κύριος αφενός χαίρεται όταν αναφέρονται οι άνθρωποι στην Παναγία Μητέρα Του – η Παναγία αποτελεί  τη μεγαλύτερη χαρά Του ως συνισταμένη όλων των χαρίτων και όλης της ομορφιάς του κόσμου! – αφετέρου η όποια, παρακλητική ή δοξολογική, αναφορά σ’ Εκείνην στην πραγματικότητα είναι αναφορά στον Ίδιο: η Παναγία μας παίρνει τις προσευχές και τις επικλήσεις μας για να τις καταθέσει ενώπιον του Υιού και Θεού Της.
Και πράγματι: όλη η ιστορία της χριστιανικής πίστεως έχει καταγράψει άπειρο αριθμό θαυμάτων από τις φιλεύσπλαχνες επεμβάσεις της για τη θεραπεία όλων των σωματικών ασθενειών που έχουν αναφανεί στο ανθρώπινο γένος, κάθε φορά βεβαίως που υπάρχει η απαραίτητη προς τούτο προϋπόθεση: η πίστη προς τον Κύριο και την Ίδια. Ο λαός μας το γνωρίζει πολύ καλά: «Πολύ ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου». Κι ίσως για τους περισσοτέρους ισχύει αυτό που συνέβαινε και με τον όσιο Γέροντα Παΐσιο, ο οποίος συνήθιζε να λέγει ότι στο κάθε πρόβλημά του στρεφόταν πρώτα στην Παναγία, γιατί «ντρεπόταν» να στραφεί σ’ Εκείνον που είναι ο άπειρος και παντοδύναμος Θεός. «Την Παναγία την κρατάω από το φουστάνι διαρκώς» ήταν ένας συγκινητικός και χαριτωμένος λόγος του.
Όμως η Εκκλησία μας επισημαίνει το αυτονόητο: μαζί με τις δεήσεις στην Παναγία για τη θεραπεία των σωματικών μας ασθενειών πρέπει να καταφεύγουμε σ’ Εκείνην και για την ίαση των ψυχικών πνευματικών μας ασθενειών, την ίαση δηλαδή από τα πάθη μας. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο σώμα. Είναι και ψυχή, η οποία όταν πάσχει  λόγω των παθών της οδηγεί σε ό,τι χειρότερο υπάρχει: τον χωρισμό από τον αιώνιο Θεό. Οπότε μια θεραπεία σωματική χωρίς την ψυχική ίαση τι νόημα θα είχε; Να είναι ίσως κάποιος υγιής για να μπορεί να συνεχίζει μάλλον τις αμαρτίες του!
Την Παναγία πρέπει να Την επικαλούμαστε πάντοτε: πρώτα όμως για τη σωτηρία της ψυχής μας – ό,τι μας διδάσκει η Εκκλησία μας με το «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς» - κι έπειτα, αν είναι προς το συμφέρον μας, και για τη θεραπεία του σώματός μας. Μη ξεχνάμε: ο Χριστός και η Παναγία μάς θέλουν ολόκληρους κοντά Τους, δηλαδή και με την ψυχή και με το σώμα μας. Για να μη συμβαίνει αυτό που και ο όσιος Γέροντας Πορφύριος είχε παρατηρήσει σε κάποια κυρία, που προσευχόταν μόνο για τη θεραπεία οφθαλμικής της πάθησης: «Δεν μου δόθηκες πνευματικά ολόκληρη. Προσευχόσουν μόνο για τη σωματική σου θεραπεία, κι όχι και της ψυχής σου»!  

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (47)


«Θα μας αναγνωρίσουν όλοι ως μαθητές του Θεού, όχι διότι μας υποτάσσονται οι δαίμονες, αλλά διότι τα ονόματά μας έχουν γραφεί στον ουρανό της ταπεινώσεως (πρβλ. Λουκ. ι΄ 20)» (λόγ. κε΄ 43).
Καυχιέσαι ότι είσαι μαθητής του Κυρίου κι ότι φέρεις πάνω σου το τιμημένο όνομα του χριστιανού. Στ’ αυτιά σου ίσως ηχεί νοερά η φωνή των πρώτων μαρτύρων της πίστεως, όταν σέρνονταν από τους άνομους προκειμένου να «δικαστούν», στην πραγματικότητα να καταδικαστούν με προειλημμένη απόφαση: «Χριστιανός είναι το όνομά μου». Μπορεί  να εύχεσαι και να οραματίζεσαι τη στιγμή που ο Θεός θα σου δώσει σπουδαία και μεγάλα χαρίσματα, σαν το… χάρισμα της θαυματουργίας! Και πες ότι ο Θεός σου τα έδωσε! Και κάνεις θαύματα, θεραπεύεις αρρώστιες, να σου πω ότι ανασταίνεις και νεκρούς, βγάζεις με την επίκληση του Κυρίου ακόμη και… δαιμόνια!
Αν νομίζεις ότι τα παραπάνω σε έχουν… σώσει, είσαι πολύ γελασμένος! Ο Κύριος καταρχάς ήταν απολύτως σαφής: «Εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε – είπε -  εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις». Το μοναδικό γνώρισμα ότι ανήκουμε στον Κύριο κι είμαστε μαθητές Του είναι, κατά τον ίδιο τον Κύριο, η αγάπη. Μπορεί λοιπόν να θαυματουργείς, να υποτάσσεις ακόμη και τον… διάβολο, και να είσαι δούλος του «υποταγμένου»! Πώς; Αν δεν έχεις την αγάπη Εκείνου, του ίδιου του Χριστού, που για να δεις την αγάπη Του αυτή πρέπει να κοιτάξεις τον Σταυρό Του! Μη ψάχνεις λοιπόν για θαύματα στη ζωή σου και χαρίσματα που ο Θεός τα δίνει μόνο σ’ αυτούς που είναι πράγματι δικοί Του! Μη ξεχνάς ότι θαύματα μπορεί να κάνει ακόμη κι αυτός ο Πονηρός. Όπως μπορεί να υποκριθεί την… ήττα του, ακριβώς για να σου μεταδώσει την αρρώστια του, την υπερηφάνεια!
Ο όσιος Ιωάννης εξηγεί τα παραπάνω, διευκρινίζοντας έναν άλλο λόγο του Κυρίου: Εκείνος είπε στους μαθητές Του, όταν γύρισαν αυτοί από το έργο που τους είχε αναθέσει κι ενθουσιασμένοι Του ανέφεραν ότι «και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν»: «μη χαίρεστε γι’ αυτό· να χαίρεστε, γιατί τα ονόματά σας είναι γραμμένα στον Ουρανό»! Κι εδώ βρίσκεται η συμβολή του οσίου: Ουρανός είναι ακριβώς η ταπείνωση! Αν τα ονόματά μας είναι γραμμένα πάνω της, που θα πει στην ουσία ότι εκείνη έχει κατασκηνώσει μέσα στην καρδιά μας, τότε όντως βρισκόμαστε από τώρα στους Ουρανούς. Με την ταπείνωση έχεις ανοίξει την κλειστή αλλιώς θύρα της καρδιάς σου, κι έχεις βρεις τον Παράδεισο, τον ίδιο τον Θεό σου!
Μην αγωνίζεσαι λοιπόν για λάθος πράγματα: να μπορείς να έχεις χαρίσματα και να κάνεις και θαύματα! Αγωνίσου για το «εν ου εστι χρεία». Την αγία ταπείνωση!

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (46)


«Είναι ακατόρθωτο να προέλθει από το χιόνι φλόγα. Περισσότερο όμως ακατόρθωτο είναι να ευρεθεί ταπείνωση στους ετεροδόξους, διότι το κατόρθωμα αυτό ανήκει μόνο στους πιστούς και ορθοδόξους και μάλιστα σε όσους εξ αυτών έχουν καθαρθεί από τα πάθη» (λόγ. κε΄31).
Το παράδειγμα είναι για να επιτείνει ο όσιος το αδύνατο και το ακατόρθωτο: χιόνι και φλόγα είναι αντιθετικές καταστάσεις· πολύ περισσότερο αντιθετικές είναι η ταπείνωση με την ετεροδοξία – νοουμένη η δεύτερη ασφαλώς είτε ως δόξα (=πίστη) άλλης θρησκείας είτε ως δόξα  αιρετικού χριστιανισμού. Που σημαίνει: αν είχε κανείς τη δυνατότητα να διανοίξει την καρδιά ενός εν επιγνώσει ετεροδόξου, όσο και να έψαχνε δεν θα έβρισκε μέσα της την ταπείνωση, άρα δεν θα έβρισκε και το κλειδί που ανοίγει τη θύρα της Βασιλείας του Θεού, μάλλον λόγω τύφλωσης δεν θα υπήρχε η δυνατότητα εύρεσης και της ίδιας της θύρας. Διότι θύρα αυτής της Βασιλείας είναι ακριβώς η αρετή αυτή! (29)
Τι θα έβρισκε τότε μέσα της; Γιατί πολλοί ετερόδοξοι σε όλες τις εποχές, και πριν από τον όσιο και μετέπειτα μέχρι σήμερα, αφιερώνονται στον Θεό, αγωνίζονται με πολλές πνευματικές ασκήσεις, λιώνουν ίσως ακόμη και στις προσευχές, στις νηστείες, στις αγρυπνίες, στις χαμαικοιτίες! Θα έβρισκε πολλές πιθανόν αρετές, πολλές «προκοπές», αλλά αναμειγμένες όλες με το δηλητήριο της αρρώστιας του διαβόλου, τον εγωισμό και την υπερηφάνεια. Κι αυτό συνιστά τη μέγιστη τραγωδία του θρησκευτικού λεγομένου ανθρώπου: να αγωνίζεται και να καταβάλλει κόπους, αλλά με μηδενικό τελικώς αποτέλεσμα! Κλασικό παράδειγμα; Ο Φαρισαίος της γνωστής παραβολής. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τις αρετές και τα κατορθώματά του; Προσευχόταν, νήστευε, έδινε ελεημοσύνες… Δεν δικαιώθηκε όμως! Γιατί ακριβώς του έλειπε το ένα και μοναδικό: η ταπείνωση!
Μη σπεύσεις όμως να καυχηθείς για την ορθοδοξία σου! Ο όσιος αποκαλύπτει και τη δική σου πνευματική γύμνωση· και τη δική σου… ετεροδοξία! Γιατί ναι μεν επισημαίνει ότι στην ορθόδοξη μόνο πίστη φύεται η ταπείνωση -  άρα η πίστη αυτή μόνη οδηγεί στη Βασιλεία του Θεού ως και διαφυλάττουσα την αληθινή εικόνα του Θεού εν Χριστώ και προσφέρουσα την ασφαλή οδό της μετανοίας στον άνθρωπο – όμως ορθόδοξος δεν είναι αυτός που η ορθοδοξία του μετριέται μόνο στα λόγια, αλλά αυτός που ασκείται πάνω στις εντολές του Χριστού και  που η ζωή του με τη χάρη Εκείνου γίνεται ζωή Χριστού! Συνεπώς ορθόδοξος είναι αυτός που έχει καθαρίσει, ή τουλάχιστον προσπαθεί να καθαρίζει, την καρδιά του από ό,τι εμπαθές και ψεύτικο υπάρχει, κι έτσι η καρδιά του είναι γεμάτη από το άρωμα της αληθινής αγάπης, που πατάει στέρεα στο έδαφος της ταπείνωσης! Λοιπόν, αναρωτήσου: είσαι πράγματι ορθόδοξος;

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΩΝΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΜΑΘΗΤΩΝ


Ο άγιος Ιωσήφ στέκεται με προσοχή και στο χαρισματικό σημείο της επίδρασης της μητέρας του οσίου επάνω του. Πράγματι, δεν μπορεί κανείς να ξεπεράσει εύκολα αυτό που επισημαίνει το συναξάρι του, ότι στην πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής του θυμήθηκε τις παραινέσεις της μητέρας του. Πρόκειται ασφαλώς για μία ιδιαίτερη χάρη του Θεού, ο Οποίος δεν μας αφήνει σε ησυχία κι έρχεται να μας υπενθυμίσει την παρουσία Του, τότε που υπάρχει κάποια κρίση στη ζωή μας. Τα λόγια της μητέρας του οσίου, με άλλα λόγια, ειπωμένα σε χρόνο ανύποπτο προφανώς, καρποφόρησαν τότε που ήταν έτοιμος να τα αποδεχτεί. Και η πιο πρόσφορη ώρα για κάτι τέτοιο ήταν η ώρα της μάχης που διακυβευόταν και η ίδια η ζωή του. Στο σκοτάδι της δυσκολίας λειτούργησαν τα λόγια αυτά που παρέπεμπαν στον Χριστό ως φως.῾Έλαμψε φως στην καρδιά σου από τα θεία λόγια της μητέρας σου, όσιε᾽ (῾Φως επέλαμψε σου τη καρδία, θείοις ρήμασι της σε τεκούσης) (κάθισμα όρθρου). Αυτό που συνέβη στον όσιο θυμίζει μία σύγχρονη περίπτωση αδελφού, ο οποίος σε κάποια περιοχή της πατρίδος μας ευρισκόμενος επηρεάστηκε πολύ από Βουδιστές, τόσο που πήγε και έζησε και στο Θιβέτ. Κι εκεί που ο νους του ήταν εντελώς θολωμένος και συγχυσμένος από ό,τι τον έβαζαν να κάνει και να λέει, ξαφνικά του ήρθε στη σκέψη το όνομα του Χριστού. Αυτό που είχε ακούσει παλαιότερα, η μνημόνευση του αγίου ονόματός Του, λειτούργησε εντελώς θεραπευτικά και προς εξυπνισμό του. Ήταν η ώρα της επίσκεψης του Θεού και από τότε, έστω και με δυσκολία, επανήλθε στην πίστη, γινόμενος ένθερμος πιστός. Και οι δύο περιπτώσεις – ελάχιστες μέσα σε απειρία παρομοίων – μας θυμίζουν ότι ο λόγος του Θεού έχει τεράστια δύναμη, που λειτουργεί όμως υπογείως᾽. Κανείς δεν πρέπει να βιάζεται ούτε και να απογοητεύεται, όταν δεν βλέπει άμεσα αποτελέσματα της σποράς του λόγου του. Η καρποφορία είναι θέμα του Θεού, που ενεργοποιεί τον σπόρο, όταν υπάρχει βεβαίως και η καλή διάθεση του ανθρώπου. Κι αυτήν την τελευταία επισήμανση περί καλής διαθέσεως την καταγράφει ο άγιος υμνογράφος: ῾Υπακούοντας στις θεϊκές παραινέσεις της μητέρας σου, απόκτησες Νίκων τη  δύναμη του Σταυρού στους πολέμους᾽(῾Ταις θείαις της μητρός ευπειθών παραινέσεσι, την δύναμιν, Νίκων, έσχες του Σταυρού εν πολέμοις᾽) (ωδή ε´). 

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (45)


«Η ταπεινοφροσύνη είναι ανώνυμη χάρη της ψυχής, η οποία μπορεί να ονομαστεί μόνο από όσους την δοκίμασαν εκ πείρας. Είναι ανέκφραστος πλούτος, ονομασία του Θεού, δωρεά του Θεού» (λόγ. κε΄ 3).
Θέλει πολλή προσοχή με την αρετή της ταπεινοφροσύνης. Μπορεί να νομίζεις ότι την… κατέχεις, γιατί βλέπεις ίσως ότι είσαι απλός άνθρωπος, μα τελικώς να δουλεύεις στον εγωισμό σου και τον Πονηρό διάβολο! Κι αυτό γιατί η ταπεινοφροσύνη παρουσιάζεται με πολλά… ενδύματα που εξωτερικά και μόνο μοιάζουν μ’ αυτήν. Η ταπεινοσχημία για παράδειγμα και η ταπεινολογία - μία υπόκριση δηλαδή συμπεριφοράς και λόγων που παραπέμπει στην αληθινή εικόνα της - αποτελούν τις συνηθέστερες μορφές διαστροφής της. Δεν είναι τυχαίο γι’ αυτό που ο μέγας Γέρων της εποχής μας άγιος Πορφύριος συνήθιζε να λέγει όταν μιλούσε γι’ αυτήν: «να λέτε η  α γ ί α  ταπείνωση, κι όχι απλώς ταπείνωση που μπορεί να είναι και ψεύτικη».
Ακόμη και η αληθινή εκδοχή της στη ζωή των αγίων ίσως να μη συνιστά αυτό που και πράγματι είναι – άλλο κάποια σημάδια της παρουσίας της και άλλο η ίδια η ταπείνωση στον πυρήνα της! Κι αυτό για δύο λόγους: Πρώτον, έχει πολλές διαβαθμίσεις: «άλλο πράγμα είναι το να ταπεινοφρονεί κανείς, και άλλο το να αγωνίζεται να ταπεινοφρονεί, και άλλο το να επαινεί τον ταπεινόφρονα» (18). Δεύτερον, αποτελεί  ένδυμα της ίδιας της θεότητας. Κι αυτό το δεύτερο κυρίως τονίζει ο όσιος: «είναι ανώνυμη χάρη της ψυχής», λέει. Γιατί; Διότι φανερώνει την παρουσία του ίδιου του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Του Θεού που υπέρκειται όλων των ονομάτων, γι’ αυτό και είναι ανώνυμος. Όταν μιλάμε λοιπόν για την ταπείνωση, μιλάμε τελικώς για τον ίδιο τον Θεό, ο Οποίος είναι μεν αγάπη, αλλ’ είναι και ταπείνωση. Τα δύο αυτά πάνε αδιάλυτα, γιατί Εκείνος μας τα αποκάλυψε. «Ο Θεός αγάπη εστί», και «μάθετε απ’ ε μ ο ύ  ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία». «Αγάπη και ταπείνωση! Ιερό ζεύγος!» θα πει θαυμαστικά παρακάτω και πάλι ο όσιος Ιωάννης (36).
Οπότε μη ψάχνεις να βρεις αγάπη, όπως και όποια άλλη αρετή,  όπου ελλείπει η ταπείνωση: δεν υπάρχει. Κι όπου θεωρείται παρούσα αποτελεί υποκρισία και πονηρία! «Βγάλε την ταπείνωση και όλα τα κατορθώματά μας είναι άχρηστα!» (15).
Και το τελικό αποτέλεσμα; Μόλις αρχίζεις και οσμίζεσαι την αγία αυτή ταπείνωση, δηλαδή μόλις αρχίζει η ενεργής εμφάνιση του Κυρίου στη ζωή σου, καταπαύουν όλοι οι πειρασμοί! Φυγαδεύεται και ο ίδιος ο δαίμων! Θυμήσου τον λόγο του οσίου μεγάλου Αντωνίου: «Είδα απλωμένες στη γη όλες τις παγίδες του διαβόλου. Και τρόμαξα και στέναξα και είπα: Ποιος θα τις διέλθει χωρίς να πέσει μέσα; Κι άκουσα φωνή που μου έλεγε: Μόνον ο ταπεινόφρων!»

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (27)


Ο αυστηρός νεαρός παπάς!
Η φωνή της μεσήλικης γυναίκας ακουγόταν ταραγμένη και ελαφρώς οργισμένη. Και φαινόταν να έχει δίκιο.
 Είχε μπει στο εξομολογητάρι, είχε αποθέσει το φορτίο των αμαρτιών της, αλλά ήθελε να συζητήσει με τον πνευματικό κι ένα πρόβλημα που φαινόταν ότι την ταλάνιζε αρκετά. Στην εξιστόρηση του προβλήματος αυτού ήταν που η συναισθηματική της ένταση ανέβηκε.
«Πάτερ», του είπε, «η μητέρα μου είναι μεγάλης ηλικίας και χήρα  εδώ και πολλά χρόνια. Είναι άνθρωπος της Εκκλησίας, προσεύχεται διαρκώς, το καντηλάκι στο σπίτι της δεν σβήνει σχεδόν ποτέ, θυμιατίζει πάντοτε. Και θέλησε να πάει να εξομολογηθεί στη μεγάλη πόλη που βρέθηκε για να δει τα παιδιά και τα εγγόνια της. Γιατί ζει σε χωριό κι εκεί ο παπάς τους δεν είναι πνευματικός. Ο πνευματικός έρχεται στις μεγάλες μόνο γιορτές σταλμένος από τη Μητρόπολη, οπότε πράγματι τότε τον επισκέπτεται. Της έχει δώσει μάλιστα και την άδεια, βλέποντας την αφοσιωμένη στον Θεό ζωή της, να κοινωνεί πολύ τακτικά».
«Και ποιο το πρόβλημα»; ρώτησε με απορία ο ιερέας.
«Μέχρι εδώ δεν υπάρχει πρόβλημα, πάτερ. Το πρόβλημα αρχίζει από την ώρα που η μητέρα μου επισκέφτηκε τον παπά που σας είπα, για να εξομολογηθεί. Ζει στο σπίτι του αδελφού μου, αρκετά μακριά από εδώ, οπότε και πήγε στην κοντινή εκεί ενορία. Ο παπάς ήταν πολύ νέος στην ηλικία κι απ’ ό,τι φάνηκε μάλλον… άπειρος για το σπουδαίο αυτό έργο που επιτελείτε εσείς οι πνευματικοί ιερείς».
«Τι έκανε δηλαδή»; ξαναρώτησε ο πνευματικός, και λίγο τα μάτια του σαν να σκοτείνιασαν. Όταν άκουγε για περιπτώσεις αδελφών ιερέων, που κάποιες άστοχες ίσως ενέργειές τους σκανδάλιζαν τους πιστούς, ήταν σαν να μπηγόταν ένα αγκάθι μέσα στην καρδιά του. Προετοιμάστηκε για να ακούσει τα χειρότερα.
«Η μητέρα μου, όπως σας είπα, άρχισε την εξομολόγησή της. Είπε ό,τι είχε να πει και περίμενε τις συμβουλές του ιερέα. Αυτός όμως σαν να… δυσαρεστήθηκε από την εξομολογούμενη γερόντισσα. Δεν την θεώρησε αξιόπιστη για όσα του είπε, γιατί η μητέρα μου, όπως μου τα εξιστόρησε πολύ ταραγμένη αργότερα, δεν είχε και πολλά σοβαρά αμαρτήματα να πει. Χήρα γυναίκα, πάτερ, πονεμένη, με πολλούς αγώνες για να αναθρέψει τα τρία παιδιά της. Και να σας πω, ήταν τόσο ταραγμένη που έφυγε από την Εκκλησία παραπατώντας, κι αν δεν βρισκόταν κάποια ευλογημένη ψυχή να την κρατήσει και να την οδηγήσει στο σπίτι της, θα έπεφτε κάτω».
Ο ιερέας συμμετείχε με πόνο στην εξιστόρηση της γυναίκας. Δεν αμφισβητούσε καθόλου τα λόγια της, γιατί όχι μόνο την ήξερε από χρόνια που την εξομολογούσε, αλλά και για το γεγονός ότι ήταν σοβαρή και μορφωμένη γυναίκα, που δεν είχε πει ποτέ πράγματα που δεν ίσχυαν.
«Τι την τάραξε τη μητέρα σας;» είπε ο ιερέας. «Απλώς και μόνη η αμφισβήτηση του νεαρού παπά;»
«Και ναι και όχι, πάτερ. Θέλω να πω ότι η αμφισβήτηση του παπά ήταν μεν η κύρια αιτία, αλλά το πώς εκφράστηκε αυτή ήταν αυτό που προκάλεσε την ταραχή. Γιατί ο παπάς καταρχάς θεώρησε ως δεδομένο ότι η πολυχρόνια χηρεία της μάνας μου θα την είχε οδηγήσει σίγουρα σε σχέσεις μοιχείας. Δεν είναι δυνατόν, της είπε, τόσα χρόνια μόνη και να μην έκανες κάποια άλλη σχέση. Κι όταν η μάνα μου εντελώς απορημένη του εξήγησε ότι πράγματι ουδέποτε διανοήθηκε να κάνει κάτι τέτοιο, γιατί η πίστη μας δεν το επιτρέπει πρώτον, αλλά και δεύτερον γιατί είχε να αναθρέψει και να μεγαλώσει τρία παιδιά, εκείνος άρχισε να οργίζεται. Πίστεψε ότι η μάνα μου τον κοροϊδεύει κι ότι θέλει να του παρουσιαστεί ως άγγελος και αναμάρτητη. Και δεν τελειώνει το πράγμα εδώ, πάτερ, συνέχισε την εξιστόρηση η γυναίκα. Αφού είπε ό,τι είπε ο παπάς σχετικά με το θέμα αυτό, με πολύ επιθετικό τρόπο άρχισε να τη ρωτάει πώς ζει τώρα στην ηλικία που βρίσκεται. Σημειωτέον, πάτερ, ότι η μητέρα μου πλησιάζει τα ογδονταπέντε χρόνια της, οπότε μαζεμένη από τον επιθετικό τρόπο του νεαρού παπά, του εξήγησε ότι και λόγω ηλικίας μένει κυρίως μέσα στο σπίτι, κι ότι πέρα από τις καθημερινές της εργασίες, η προσευχή και η ακρόαση του εκκλησιαστικού ραδιοφώνου είναι οι προτεραιότητές της. Τότε, μετά από αυτό ήταν που ο παπάς έγινε έξαλλος. Και το επιβεβαίωσα, πάτερ, γιατί επισκέφτηκα τον ναό που είχε εξομολογηθεί η γερόντισσα μάνα μου, και ρώτησα και τον νεωκόρο, όπως και ένα κατάστημα καλλυντικών δίπλα στον ναό, που και εκεί με παρέπεμψαν, αφού εκεί μου είπαν κατέφυγε η μητέρα μου, προκειμένου να μη σωριαστεί στον δρόμο».
Ο παπάς άκουγε και προσπαθούσε να μην φανερώσει τα συναισθήματα που άρχισαν να τον διακατέχουν. «Είναι δυνατόν;» διερωτάτο μέσα του. «Τόση απειρία πια; Τόση αδιακρισία από τον νεαρό παπά;» Αλλά από την άλλη, σκεφτόταν, ακόμη και ο όσιος της εποχής μας, μέγας Γέρων Πορφύριος, σε νεαρή ηλικία που ανέλαβε το διακόνημα της εξομολόγησης και της πνευματικής καθοδήγησης, δεν ήλθε η ώρα που μετανόησε φρικτά για την αυστηρότητά του σ’ εκείνα τα νεανικά του χρόνια; Ο ίδιος δεν έλεγε ότι πιθανόν έβλαψε ανθρώπους, μέσα στα πλαίσια της πνευματικής ευθύνης που είχε αναλάβει, αλλά λειτουργώντας αδιάκριτα;
«Όταν λέτε ότι έγινε έξαλλος, τι εννοείτε;» ρώτησε πολύ σιγά και με σκυμμένο το κεφάλι, ενώ το στομάχι του σφίχτηκε ακόμη περισσότερο, παραμένοντας όμως εξωτερικά απαθής και ψύχραιμος.
«Με δυνατή φωνή την κατηγόρησε ότι του λέει ψέματα για μια ακόμη φορά, κι ότι οπωσδήποτε θα περνάει την ώρα της πηγαίνοντας σε διάφορα σπίτια ή δεχόμενη άλλες γειτόνισσες στο δικό της, προκειμένου να πίνουν καφέ και να κουτσομπολεύουν. Η μάνα μου βεβαίως κόντευε να πεθάνει. Μετάνιωνε την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκε στη συγκεκριμένη Εκκλησία, ενώ αναπολούσε τις ώρες εξομολόγησης στον πνευματικό της Μητροπόλεως της περιοχής της, και τη διακριτικότητα και την ευγένεια των λόγων και της συμπεριφοράς του.  Κι όταν τελικά επεχείρησε να αρνηθεί τις κατηγόριες του παπά, εκείνος σηκώθηκε όρθιος και κραυγάζοντας, τόσο που ακούστηκε σε όλον τον ναό, της είπε να σηκωθεί να φύγει, γιατί αυξάνει τις αμαρτίες της με τα ψέματα που του αραδιάζει».
Η γυναίκα σταμάτησε. Η ταραχή της και η οργή της ήταν εμφανείς. Τα μάτια της είχαν υγρανθεί κι έβγαλε ένα μαντήλι να τα σκουπίσει. Κράτησε το κεφάλι της αρκετά ώρα κάτω.
Ο ιερέας προβληματίστηκε. Σκέφτηκε να δικαιολογήσει τον νεαρό ιερέα λόγω της απειρίας του. Η ιστορία φαινόταν απίστευτη, αλλά δεν είχε λόγους να την αμφισβητήσει – άλλωστε και άλλες φορές είχε ακούσει παρόμοιες περιπτώσεις. Έστρεψε το βλέμμα του νοερά στον Κύριο να τον φωτίσει. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Μήπως μία απόπειρα δικαιολόγησης του ιερέα θα έφερνε αντίθετο αποτέλεσμα; Και τι δικαιολογία να έβρισκε;
«Πάτερ, αν θέλετε, να σας πω τον ναό που έγινε το γεγονός και το όνομα του ιερέα», ακούστηκε η φωνή της γυναίκας.
«Δεν χρειάζεται, παρακαλώ. Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα. Απλώς σκέπτομαι τι θα μπορούσα να πω. Σας ομολογώ ότι βρίσκομαι σε τρομερή αμηχανία. Δεν μπορώ να αποδεχτώ από τη μια τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του νεαρού ιερέα, από την άλλη δεν ξέρω τι φωτισμό είχε εκείνη τη στιγμή για να συμπεριφερθεί έτσι. Το μόνο στο οποίο καταλήγω είναι ότι η νεότητά του και ένας αδιάκριτος ίσως ζήλος του τον έκανε να φτάσει σ’ αυτήν την ακρότητα, όπως είμαι σίγουρος ότι πρέπει να έχει μετανιώσει πικρά για τη συμπεριφορά του αυτή, κι αν συναντούσε ενδεχομένως τη μητέρα σας θα της ζητούσε γονατιστός συγγνώμη. Μου έρχεται όμως και μία άλλη σκέψη – κι είναι τούτο κάτι που αναδεικνύει ίσως το πνευματικό μεγαλείο της μάνας σας».
Ανασήκωσε το κεφάλι της η γυναίκα απορημένη. «Το πνευματικό μεγαλείο της μάνας μου;» είπε. «Δηλαδή, πάτερ;»
«Να, μου έρχεται στον νου αυτό που συνέβη στον όσιο Γέροντα Παΐσιο, όταν ήταν στο μοναστήρι του στη Μακεδονία και κατέβαινε στο κοντινό χωριό για να λειτουργείται και να κοινωνεί, γιατί ο ίδιος δεν ήταν παπάς. Μέσα στο ιερό κάποια φορά και την ώρα της Θείας Κοινωνίας, ο ιερέας στράφηκε στον ίδιο και με επιθετικό τρόπο του είπε να βγει έξω μαζί με τον υπόλοιπο λαό και να κοινωνήσει. Συνήθιζε να κοινωνεί μέσα στο ιερό, ως καλόγερος που ήταν. Λοιπόν, εκείνος ταράχτηκε από την επίθεση, αλλά δεν είπε τίποτε. Έσκυψε το κεφάλι, βγήκε έξω, κοινώνησε. Κι όταν στο τέλος της Λειτουργίας είδε τον ιερέα, εκείνος πρόσπεσε στον Γέροντα με δάκρυα στα μάτια, ικετεύοντας τη συγγνώμη του. «Δεν ξέρω τι με έπιασε, Γέροντα – του είπε. Σαν μια δύναμη να με έσπρωξε να σου πω αυτά που σου είπα, που δεν τα πίστευα». Συγχωρέθηκαν. Προβληματίστηκε όμως ο όσιος Γέροντας, γιατί συνέβη αυτό. Και σκέφτηκε ότι κατά τη διάρκεια της ακολουθίας παρακαλούσε τον Χριστό μας να του δίνει μετάνοια και προπαντός ταπείνωση. «Και να, ο Κύριος μου έδωσε αφορμή ταπείνωσης με τα λόγια του παπά. Γιατί ο Θεός όταν του ζητάμε κάποιο χάρισμα, δεν μας το δίνει έτοιμο. Μας δίνει την αφορμή για να το παλέψουμε και να το αποκτήσουμε». Λοιπόν, το ίδιο σκέπτομαι μη συνέβη και με τη μάνα σας. Είναι μια πιστή γυναίκα, αγωνιστής άνθρωπος, ήρωας θα έλεγε κανείς, κι ο Θεός με τη συμπεριφορά του παπά τής έδωσε ευκαιρία για μεγάλη ταπείνωση και για απόκτηση πνευματικών στεφανιών».
«Ποτέ μου δεν σκέφτηκα κάτι τέτοιο», είπε η γυναίκα, εμφανώς πιο ήσυχη. «Αν όντως ισχύει αυτό, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Θα της το πω, πάτερ, και νομίζω ότι ο λογισμός της θα ησυχάσει πάρα πολύ. Γιατί ποτέ μου δεν την έχω ακούσει να κατηγορεί παπά, και μάλιστα επανειλημμένως μας μάθαινε από μικρά, ότι τον παπά δεν πρέπει να τον πιάνουμε στο στόμα μας. «Ο παπάς είναι σαν το κάρβουνο», μας έλεγε. «Αν είναι καλός, μας καίει, γιατί είναι αναμμένο κάρβουνο. Αν δεν είναι καλός, μας λερώνει, γιατί είναι σαν το σβηστό κάρβουνο». Και με την περίπτωση αυτή βρέθηκε σε μεγάλο πειρασμό. Πάτερ, σας ευχαριστώ. Κάντε προσευχή για μένα και για τη μητέρα μου».
«Ασφαλώς», είπε ο ιερέας. «Κι εσείς θα σας παρακαλέσω, να προσεύχεσθε και για μένα, αλλά και για όλους τους ιερείς. Μας πολεμάει αρκετά ο Πονηρός τους ιερείς, και γι’ αυτό έχουμε ανάγκη πολύ την προσευχή των υπολοίπων πιστών. Και, αν θέλετε τη γνώμη μου: κυρίως βάλτε στην προσευχή σας, εσείς και η μάνα σας κυρίως, τον νεαρό αυτόν παπά. Να του δίνει ο Κύριος τον φωτισμό που πρέπει για το υψηλό έργο που έχει αναλάβει. Αν δεν μπορεί ίσως να κάνει το καλό, τουλάχιστον να μη βλάπτει στη φάση που βρίσκεται…».

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (44)


«Όσο εύκολα αλλάζουν και ξεπέφτουν οι ευθείς, τόσο δύσκολα μπορούν να μεταβληθούν οι αντίθετοι, οι πονηροί» (λόγ. κδ΄ 11).
Η τρεπτότητα είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Μόνον ο Θεός είναι άτρεπτος και απολύτως αναλλοίωτος – ο μόνος όντως πιστός. Δεν αναφερόμαστε στα κτιστά πνεύματα, αγγέλους και δαίμονες: και αυτοί μετά την πτώση του πρώτου αγγέλου, του εωσφόρου, καταστάθηκαν μερικώς άτρεπτοι: οι μεν άγγελοι παγιωμένοι στο αγαθό, οι δε δαίμονες παγιωμένοι στο πονηρό και κακό.
Τι τραγικότητα όμως για τον άνθρωπο! Η τροπή προς το πονηρό είναι απείρως ευκολότερη από την τροπή προς το αγαθό, προς τον Θεό. Να είσαι δημιούργημα του Θεού, να σε διακρατεί με τη γεμάτη αγάπη Πρόνοιά Του, να σου δίνει διαρκώς ώθηση προς τον αληθινό σκοπό σου: τη ζωντανή σχέση σου μαζί Του, κι εσύ να ρέπεις αδιάκοπα προς το αντίθετο! Τι μυστήριο περικλείει την ελευθερία του ανθρώπου! Ποιος μπορεί να εξηγήσει αυτό που λογικά δεν μπορεί να κατανοηθεί με τίποτε;
Το ‘δειξε η δημιουργία του ανθρώπου: με μόνη την υποκίνηση του Πονηρού, ο άνθρωπος δείχνει ανυπακοή προς τον Πατέρα και Πλάστη του· το ‘δειξε όλη η πορεία της πρώτης αποκάλυψης στην Παλαιά Διαθήκη: ο εκλεκτός Ισραήλ διαρκώς αμφισβητεί και αντιδρά στις επεμβάσεις του Θεού· το βεβαίωσε με τον πιο περίτρανο τρόπο ο ερχομός του Χριστού, του Ίδιου του Θεού ως ανθρώπου: οι άνθρωποι Τον περιφρόνησαν, Τον αμφισβήτησαν, Τον σταύρωσαν! Κι έκτοτε το ίδιο: «ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών και εις σημείον αντιλεγόμενον»! «Οι ίδιοι ουκ έλαβον Αυτόν»!
Το βλέπεις κι εσύ στην καθημερινότητά σου: πιο εύκολα στρέφεσαι προς το κακό - το κακό, με ωραίο ασφαλώς περιτύλιγμα, σε έλκει περισσότερο. Αυτό που λέει ο στίχος του λαϊκού άσματος: «είναι γλυκό το πιοτό της αμαρτίας», φαίνεται να ισχύει και σε σένα.
Τι γίνεται λοιπόν; Υπάρχουν ασφαλώς εξηγήσεις, αλλά δεν επαρκούν για μία πλήρη απάντηση. Για παράδειγμα: η ροπή προς το κακό λειτουργεί εγγενώς πια προς τη φύση σου, φτιάχνοντας μία δεύτερη φύση, τη συνήθεια. Πόσο εύκολα μπορείς να αντισταθείς σε ό,τι έχεις κακώς συνηθίσει; Τα πάθη έπειτα: οι δυνάμεις δηλαδή της ψυχής σου που λόγω ακριβώς της κακής συνήθειας έχουν διαστρεβλωθεί, έχοντας σύμμαχο και το ίδιο το σώμα σου: νιώθουν την ηδονή που τους δημιουργεί η πονηρία και η αμαρτία. Πόσο εύκολα μπορείς να αντιπαλέψεις με αυτό που σου είναι τόσο ευχάριστο;
Κι όμως!  Είναι τόσο αναγκαία η στροφή τελικώς προς τον ανηφορικό δρόμο της αρετής, κατά τον Κύριο, διότι είναι η μόνη που οδηγεί στη ζωή. Ο άλλος δρόμος είναι ο δρόμος του θανάτου. Κι έχεις δύο στοιχεία «καταπέλτες» για να πάρεις τον δρόμο αυτό: Πρώτον, τη βοήθεια του ίδιου του Κυρίου – δεν παλεύεις μόνος! Και δεύτερον, όσο επιμένεις και συνηθίζεις στο αγαθό, τόσο πια αυτό γίνεται η τρυφή και η απόλαυσή σου.

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (43)


«Πονηρός σημαίνει, άνθρωπος που κάνει ψευδείς προβλέψεις και που φαντάζεται ότι αντιλαμβάνεται τους λογισμούς των άλλων από τα λόγια τους, και τα μυστικά των καρδιών τους από τις εξωτερικές κινήσεις» (λόγ. κδ΄ 9).
Δεν αναφέρεται προφανώς ο όσιος σ’ εκείνον που βλέποντας κάποια γεγονότα μπορεί να προβλέψει την επόμενη κίνηση: τον οδηγό για παράδειγμα που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και προβλέπει ότι με τον τρόπο αυτόν οδεύει με μαθηματικό τρόπο σε σύγκρουση. Ούτε σ’ αυτόν που καταλαβαίνει τι γίνεται γιατί τα λόγια ενός συνανθρώπου του φανερώνουν εξόφθαλμα τη σκέψη του, ή οι βίαιες ενέργειές του δείχνουν το εσωτερικό της καρδιάς του: τον έξω φρενών για παράδειγμα άνθρωπο που οι ύβρεις που εκτοξεύει ή οι σπασμωδικές κινήσεις του δείχνουν ανάγλυφα το μίσος και την έχθρα που κυριαρχούν στη σκέψη του και στην καρδιά του. Αυτό συμβαίνει κατά αυτόματο τρόπο σχεδόν σε όλους.
Αναφέρεται στον άνθρωπο που έχει κάνει στάση ζωής την τάχα πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων, διαρκώς η φαντασία του καλπάζει για να διεισδύει από τα λόγια του άλλου, τα οποία «ψειρίζει»,  στους υποτιθέμενους λογισμούς του, όπως και συνεχώς παρατηρεί τις σωματικές κινήσεις των συνανθρώπων του για να υποθέτει το τι μυστικά καρδιάς κρύβουν αυτές. Μ’ ένα λόγο περιγράφει τον εκτός εαυτού, κι έτσι και εκτός Θεού, άνθρωπο, που κύριο γνώρισμά του έχει την πνευματική τύφλωση. Τύφλωση μάλιστα τέτοια που να πιστεύει ακράδαντα ότι είναι ο κατεξοχήν… ανοικτομάτης!
Είναι ο ορισμός του πονηρού ανθρώπου, αποφαίνεται αξιωματικά ο όσιος. Γιατί πονηρός; Διότι και ο κατεξοχήν Πονηρός, ο διάβολος, με τον ίδιο τρόπο κινείται και φανερώνεται. Κι αυτός - μολονότι ως πνεύμα με «πολυχρόνια» πείρα είναι πιο… μέσα στις διαπιστώσεις του - αναγγέλλει πολλές φορές στα δικά του ως επί το πλείστον όργανα τα μελλούμενα, υποθέτει τους λογισμούς των ανθρώπων από τα λόγια τους, φαντάζεται τα μυστικά της καρδιάς τους από τις εξωτερικές κινήσεις τους. Διότι μη ξεχνάς: ο διάβολος δεν γνωρίζει το μέλλον ούτε και τον εσωτερικό μας κόσμο! Ο μόνος γνώστης ως παντογνώστης και καρδιογνώστης είναι ο Θεός, «ο Πατήρ του μέλλοντος αιώνος», στον Οποίο «τα πάντα είναι γυμνά και φανερά ενώπιόν Του»! Κάθε απόπειρα λοιπόν να σε πείσουν οι αστρολόγοι, οι χειρομάντεις, οι καφετζούδες και όλοι οι σχετικοί, ότι μπορούν να γνωρίσουν το μέλλον και να αποκαλύψουν τα κρυπτά των ανθρώπων, είναι εκ του Πονηρού και ψεύτικα.
Κι αυτή είναι η βασική διαφορά μεταξύ των αγίων και των πονηρών: οι πρώτοι έχοντας το Πνεύμα του Θεού γνωρίζουν τα μυστικά και τα κρύφια και τα μελλοντικά, για να βοηθήσουν τον άνθρωπο και να τον οδηγήσουν σε μετάνοια και εύρεση του Θεού· οι δεύτεροι, καθοδηγούμενοι από τον πατέρα τους διάβολο δεν γνωρίζουν, αλλά υποθέτουν ψευδώς τα παραπάνω, κι αυτό για να πλανέψουν τον άνθρωπο και να τον κάνουν υποχείριο του δικού τους πατέρα.
Πρόσεξε μόνο μη πέσεις κι εσύ στην παγίδα και γίνεις πονηρός!

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (26)


«Μία ευχή μόνο!»
«Αμέσως. Έρχομαι αμέσως, παρακαλώ», φώναξε.  
Ο ιερέας άνοιξε τη νότια θύρα του ιερού, για να δει ποιος ήταν αυτός που κτυπούσε έντονα και παρατεταμένα. Βρέθηκε μπροστά σε μία γιαγιά που κρατούσε ένα μπαστούνι στο χέρι της και κτυπούσε τη θύρα.
«Πάτερ», είπε εκείνη παίρνοντας το δεξί χέρι του ιερέα να το φιλήσει. «Θέλω να μου διαβάσεις μία ευχή για να κοινωνήσω».
Ο ιερέας δεν την είχε ξαναδεί. Μα δεν παραξενεύτηκε. Πολλοί άνθρωποι, και αρκετά προχωρημένης ηλικίας, έρχονταν στον κεντρικό ναό που υπηρετούσε, γιατί ήταν προσκυνηματικός ναός πρώτον, αλλά και πέρασμα γι’ αυτούς που κατέφθαναν από την επαρχία και έρχονταν είτε για δουλειές είτε και για ιατρικούς λόγους.
«Μία ευχή; Τι ευχή;» είπε ο ιερέας, περισσότερο για να δώσει ώθηση για περισσότερες διευκρινίσεις στη μεγάλης ηλικίας γυναίκα, παρά γιατί δεν… κατάλαβε.
«Μία ευχή, πάτερ. Αυτό που διαβάζετε οι παπάδες στην εξομολόγηση. Ήρθα από το νησί μου για κάποιες εξετάσεις στην καρδιά μου εδώ στη μεγάλη πόλη, κι είπα να έρθω για να μπορώ να κοινωνήσω».
Η Εκκλησία ήταν πολύ ήσυχη εκείνη την πρωινή ώρα. Η πρωινή ακολουθία του όρθρου είχε τελειώσει προ πολλού. Υπήρχαν κάποιοι προσκυνητές, οι οποίοι όμως άναβαν διακριτικά το κεράκι τους και προσκυνούσαν τις εικόνες. Μερικοί κάθονταν σε απομονωμένα στασίδια και έκαναν την προσευχή τους. Το μόνο που ακουγόταν ήρεμα και μελωδικά, ήταν το απαλό ψάλσιμο από ένα cd της μικρής παράκλησης της Υπεραγίας Θεοτόκου. Σαν «απόηχος» από τον όρθρο είχε μείνει και το… «άκουσμα» της ευωδίας του λιβανιού από το πρωινό θυμιάτισμα.
«Να σας ρωτήσω κάτι;» είπε με μεγάλη στοργή ο ιερέας στη γιαγιά,  που του θύμιζε τη δική του γιαγιά, καθώς την πήρε από το χέρι και την καθοδήγησε να κάτσει σ’ ένα κάθισμα στο σολέα του ναού. Κάθισε κι αυτός δίπλα της. Τον κοίταξε ερωτηματικά η ηλικιωμένη νησιώτισσα.
«Κάθε πότε περίπου κοινωνάτε;»
«Ε, τηρούμε τις παραδόσεις μας, παππούλη μου. Οι γονείς μου ήταν καλοί άνθρωποι και μας έμαθαν να πηγαίνουμε πάντοτε στην Εκκλησία και να παίρνουμε τακτικά την αγία μεταλαβιά».
«Δηλαδή, κάθε πότε;» επέμεινε ο ιερέας.
«Κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα, της Παναγιάς μας το δεκαπενταύγουστο», είπε η γιαγιά και σταυροκοπήθηκε.
«Δεν είναι λίγες οι φορές αυτές;» τη ρώτησε ο παπάς, κι άθελά του επικέντρωσε στο αριστερό ροζιασμένο ρυτιδωμένο χέρι της γιαγιάς. «Πόσες δουλειές και μάλιστα βαριές δεν έχουν κάνει αυτά τα χέρια!» του ήλθε η σκέψη. «Χέρια ανθρώπου… δουλευταρά!». Του ‘ρθε να βάλει μετάνοια και να τα φιλήσει. Γιατί τα συνέκρινε ντροπιασμένος με τα δικά του χέρια, τα ντελικάτα, τα συνηθισμένα να τελούν μόνο τις ακολουθίες, κάποιες εργασίες στο ιερό, άντε και τις γραφικές στο γραφείο, μερικά διακονήματα στο σπίτι, για να βοηθήσει λίγο την παπαδιά του! Το μυαλό του πέταξε και στα χέρια κάποιων ιερέων της επαρχίας, οι οποίοι παράλληλα με τα ιερατικά τους ήταν και αγρότες! Την πρώτη φορά που τα ‘χε δει κι έσκυψε να τα φιλήσει, σαν να… σοκαρίστηκε! Σαν πέτρες του φάνηκαν. Και τότε είχε νιώσει το ίδιο ντροπιασμένος!
«Εμ, πόσες πρέπει να κοινωνάμε τον Κύριο;» άκουσε τη γυναίκα να του λέει,  και… επανήλθε. «Ο πατέρας μου μας έλεγε, θυμάμαι από τα μικράτα μου, ότι η μεταλαβιά δεν είναι… σούπα – συγγνώμη για την έκφραση, παπά μου! – για να την παίρνει κανείς συνεχώς. Κι απορώ κι εγώ που βλέπω μερικές και στο δικό μου το νησί, πολύ περισσότερο εδώ στην πόλη που έρχομαι, να κοινωνάνε πολύ συχνά. Μερικές φορές και κάθε φορά που ο παπάς λειτουργάει!» Η απορία της φαινόταν να συμπλέκεται μ’ ένα είδος αδιόρατης οργής. Οι πιστοί που κοινωνούσαν συχνά ήταν για τη γιαγιά αυτή, τη νησιώτισσα, την άξια γυναίκα, κάποιοι ίσως… βλάσφημοι και ιερόσυλοι!
Ο παπάς αισθάνθηκε κάποια δυσφορία, την οποία είχε νιώσει και την ένιωθε αρκετά συχνά, όταν βρισκόταν μπροστά σε παρόμοιες αντιλήψεις. Δεν έφταιγαν οι απλοί ή και απλοϊκοί μερικές φορές αυτοί άνθρωποι. Έτσι είχαν μάθει έτσι έκαναν. Κι ήταν μέσα στην «ευλογημένη» γι’ αυτούς… παράδοση του τόπου και της εκκλησιάς τους. Αλλά δεν θα έπρεπε να υπάρχει κάποια κατήχηση; Να μάθει ο λαός μας, ο καλός αυτός λαός μας, το μεγαλείο της πίστης του, τις δωρεές του ενανθρωπήσαντος Θεού μας, τη χαρά Εκείνου όταν εμείς Του προσφέρουμε τη συμμετοχή μας στο σώμα και το αίμα Του;
«Γιαγιά μου», έπιασε να λέει ο ιερέας πιάνοντας το γεροντικό χέρι,  κι ήταν σαν να απευθυνόταν στη δική του γιαγιά. «Μου επιτρέπετε να σας προσφωνώ με τον τρόπο αυτόν, έτσι δεν είναι;» Δεν είπε τίποτε η γιαγιά, κι έδειξε ότι χαίρεται την κίνηση του παπά. «Η χαρά του Θεού μας είναι να κοινωνάμε όσο το δυνατόν πιο συχνά. Γι’ αυτό άλλωστε ήλθε ο Κύριος στον κόσμο. Σταυρώθηκε για εμάς, πήρε πάνω Του τις αμαρτίες μας, αναστήθηκε, αναλήφθηκε, έστειλε το άγιο Πνεύμα Του στην Εκκλησία που είναι το δικό Του σώμα, για να μπορούμε ακριβώς να είμαστε πάντοτε μαζί Του. Και είμαστε κυρίως μαζί Του, όταν Τον κοινωνάμε. Όταν Τον μεταλαβαίνουμε, και το σώμα Του και το αίμα Του γίνεται ένα με το δικό μας σώμα και με το δικό μας αίμα. Υπάρχει σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο από αυτό;»
Η γιαγιά δεν κουνιόταν. Μόνον άκουγε. «Γι’ αυτό και εκείνοι που βλέπετε να κοινωνάνε τακτικά, κάποιοι μάλιστα κάθε φορά που τελείται η θεία Λειτουργία, καλώς πράττουν. Αυτοί πρέπει να είναι τα παραδείγματά μας, ώστε κι εμείς αν είναι δυνατόν να τους μοιάσουμε. Αρκεί βεβαίως…», κοντοστάθηκε ο παπάς, γιατί κάτι είδε σαν παραξένεμα στα μάτια της γιαγιάς, «… οι πιστοί αυτοί να έχουν την άδεια του πνευματικού τους, που σημαίνει ότι εξομολογούνται κατά καιρούς τις αμαρτίες τους, καθοδηγούνται από τον πνευματικό, κι εκείνος επομένως κρίνει ότι μπορούν να συμμετέχουν όσο πιο τακτικά γίνεται στη Θεία Ευχαριστία. Αυτό γινόταν, γιαγιά μου, και στα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Τότε μάλιστα οι χριστιανοί κοινωνούσαν καθημερινά, ορισμένοι μάλιστα, όταν για διαφόρους λόγους δεν μπορούσαν να πάνε να κοινωνήσουν, έπαιρναν και τη θεία κοινωνία και στο… σπίτι τους! Τέτοιο πόθο και αγάπη είχαν προς τον Κύριο. Αλλά και ζούσαν ασφαλώς και αγιασμένη ζωή. Γιατί η θεία Κοινωνία πάντοτε, το ξέρετε αυτό καλά, πρέπει να συμβαδίζει με την τήρηση από εμάς των εντολών του Χριστού μας. Θέλω να πω, γιαγιά μου, ότι ένας πιστός χριστιανός, που αγαπάει τον Κύριο, που προσπαθεί να ζει όσο είναι δυνατόν  σαν κι Εκείνον, αυτός αμαρτάνει αν δεν κοινωνεί τακτικά».
Η νησιώτισσα φαινόταν λίγο να… χάνει τη σειρά. «Αμαρτάνει αν δεν κοινωνεί τακτικά; Δηλαδή, εγώ, παππούλη, που δεν κοινωνάω τόσες φορές σαν τους άλλους που σας είπα, αυξάνω τις αμαρτίες μου;»
«Εξαρτάται, όπως σας είπα. Αν προσεύχεσθε, αν δεν κρατάτε κακίες μέσα στην καρδιά σας για τον όποιο συνάνθρωπό σας, αν προσπαθείτε να αναπνέετε, όπως λέμε, τον Χριστό, τότε, ναι! Αμαρτάνετε! Αν όμως, δεν πολυπροσεύχεσθε, αν κυρίως δεν συγχωρείτε με την καρδιά σας κάποιον που σας αδίκησε και σας έβλαψε, αν… κι άλλα πράγματα, τότε όχι! Δεν αμαρτάνετε που δεν κοινωνάτε, αλλά αμαρτάνετε πολύ περισσότερο γιατί ακριβώς δεν μένετε πάνω στα λόγια του Χριστού μας. Δεν εφαρμόζετε τις εντολές Του!»
Ο παπάς στράφηκε και κοίταξε την απορημένη λίγο γερόντισσα στα μάτια. «Να σας ρωτήσω και κάτι ακόμα; Μου ζητήσατε να σας διαβάσω μία ευχή. Δηλαδή να εξομολογηθείτε χωρίς εξομολόγηση. Έτσι δεν είναι;» «Ναι, παιδάκι μου. Γιατί ούτε έκλεψα ούτε σκότωσα, παιδί δεν έριξα, αντρόγυνο δεν χώρισα. Τι άλλο λοιπόν να πω;»
«Κρατάτε καμία κακία μέσα σας για κανέναν συγχωριανό σας  ή για κάποιον τέλος πάντων συνάνθρωπό σας; Γιατί, το έχετε ακούσει από το Ευαγγέλιο αυτό, αν κρατάμε μέσα μας κακία απέναντι στον όποιον συνάνθρωπό μας, ακόμη και τον εχθρό μας, τότε δεν μπορούμε όχι μόνο να κοινωνάμε, αλλ’ ούτε καν και να προσευχόμαστε και να βλέπουμε στα μάτια τον Χριστό,  την Παναγία μας, τους αγίους μας. Κι είδατε, γιαγιά, τι λέει ο Χριστός μας; Όχι μόνο να μην κρατάμε κακία, αλλά και να τον αγαπάμε τον εχθρό μας. «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών…».
Η γιαγιά που καθόταν κι άκουγε τον παπά ήταν απλή γυναίκα, αλλά όχι βεβαίως χαζή. Καταλάβαινε τι έλεγε ο ιερέας του Θεού κι έβλεπε ότι τα λόγια του μπαίνουν στην καρδιά της και της προκαλούν ένα είδος… αναστάτωσης. Ειδικά αυτά που είπε στο τέλος για αγάπη και προς τους εχθρούς. Αυτή δεν είχε εχθρούς, έτσι πίστευε, μα δεν μπορούσε να συγχωρήσει τον κουνιάδο της που είχε βλάψει τόσο πολύ τον άνδρα της. Θέλησε να του φάει την περιουσία των γονιών τους, και σ’ ένα βαθμό το είχε καταφέρει. Κι έβλεπε την αδικία. Και της δημιουργούσε τούτο μέσα της αντάρα και πόνο. Γιατί η αρπαγή των χωραφιών του άντρα της από τον αδελφό του, πλήγωνε και αδικούσε και τα δικά της παιδιά. Αυτό δεν μπορούσε να το σηκώσει. Πώς να συγχωρήσει αυτό που και ο ίδιος ο Θεός δεν… ήθελε;
«Παππούλη, έχω μέσα μου θυμό για τον κουνιάδο μου. Αλλά αυτό είναι το δίκιο. Γιατί μας έκανε κακό μεγάλο. Και δεν νομίζω ότι μπορώ να τον συγχωρέσω. Δεν το θέλει ούτε … ο Θεός!»
Ο ιερέας ξαναείπε τα λόγια του Κυρίου. Έπιασε από τον ώμο τη γερόντισσα και με πολλή ταπείνωση και σεβασμό της εξήγησε ότι κατανοεί τη θέση της – κι αυτός στον κόσμο τούτο ζει – μα αν δεν συγχωρήσουμε κυρίως αυτόν που μας έχει αδικήσει και βλάψει, όχι μόνο δεν θα συγχωρηθούμε από τον Θεό, αλλά κι εμείς οι ίδιοι θα σέρνουμε μέσα μας πάντοτε ένα τεράστιο αγκάθι. «Εμείς τελικά την πληρώνουμε όταν δεν συγχωρούμε τους άλλους. Μένει μέσα μας μία αρρώστια και ζούμε μία κόλαση. Ξέρετε τι να κάνετε, γιαγιά;» είπε τελικά ο ιερέας.
«Τι;» έκανε η ηλικιωμένη γυναίκα, φανερά εξουθενωμένη, που πήγε για μία… «ευχή» ενός λεπτού, και βρέθηκε να κάθεται ώρα τώρα και να ακούει τους λόγους του παπά. Το ‘νιωθε όμως ότι ο παπάς έκανε αυτό που έπρεπε. Βαθιά μέσα της ήξερε την αλήθεια αυτών που της εξηγούσε. Αισθανόταν όμως τόσο αδύναμη. Το δίκιο της την… έπνιγε και την «κατάπινε».
«Γιαγιά μου», άκουσε τα τελευταία λόγια του ιερέα πριν εκείνος την σηκώσει για να την αποχαιρετίσει, «όταν δεν μπορούμε κάτι να κάνουμε από αυτό που μας ζητάει ο Χριστός μας, στρεφόμαστε σ’ Εκείνον και του λέμε την αδυναμία μας. Του ζητάμε να μας βοηθήσει κι Εκείνος ανάλογα με το τι καρδιά Του το λέμε, μας δίνει τη χάρη και γίνεται πράξη το αδύνατο. Γιαγιά, ζητήστε από τον Κύριο να σας βοηθήσει. Και θα δείτε το θαύμα στη ζωή σας».
Σηκώθηκε ο παπάς κι έπιασε και τη γερόντισσα να τη σηκώσει. Σηκώθηκε με δυσκολία. «Πάτερ, τώρα που σας είπα αυτό που υπάρχει στην καρδιά μου, δεν θα μου διαβάσετε τη συγχωρητική ευχή; Να μην μεταλαβαίνω;»
«Θα κάνετε προσευχή να σας δώσει ο Θεός δύναμη να απαλλαγείτε από το βάρος σας αυτό;» ρώτησε σχεδόν με αγωνία ο ιερέας, ικετεύοντας σχεδόν την θετική απάντηση της σεβαστής νησιώτισσας.
«Ναι, πατέρα μου. Θα προσπαθήσω. Θα παρακαλέσω τον Χριστό και την Παναγιά μας. Το ξέρω μέσα μου ότι έτσι είναι τα πράγματα, όπως μου τα είπατε».
Ο ιερέας φόρεσε το πετραχήλι του και διάβασε με αίσθηση ψυχής τη συγχωρητική ευχή. Ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια του.
«Και κάνοντας την προσευχή αυτή διαρκώς, να παίρνετε και σεις τον Κύριο με την αγία κοινωνία όσο μπορείτε πιο συχνά», απόσωσε τον λόγο του ο παπάς, κι αγκάλιασε την πονεμένη και αδικημένη γερόντισσα, ενθυμούμενος τον παρήγορο λόγο του οσίου Γέροντα Παϊσίου: «Οι αδικημένοι του κόσμου τούτου, είναι τα πιο αγαπημένα παιδιά του Χριστού μας. Τους βάζει κατευθείαν στην καρδιά Του».