Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (22)

 
«Δεν θα κατηγορηθούμε, αγαπητοί μου, δεν θα κατηγορηθούμε την ώρα του θανάτου μας, διότι δεν θαυματουργήσαμε ή διότι δεν θεολογήσαμε ή διότι δεν γίναμε θεωρητικοί. Οπωσδήποτε όμως θα δώσουμε λόγο στον Θεό, διότι δεν πενθήσαμε συνεχώς» (λόγ. ζ΄ 73).
Η ώρα του θανάτου λειτουργεί ως όριο κρίσεως: ενόψει της ώρας αυτής κατανοούμε την αλήθεια από το ψέμα της ζωής. Δεν λέει τυχαία η Γραφή ότι αν θυμόμαστε το τέλος μας, δύσκολα θα αμαρτήσουμε. «Μιμνήσκου τα έσχατά σου, και ου μη αμάρτης εις τον αιώνα». Κι αυτό γιατί η καθημερινότητα μάς «ρουφάει» στα γρανάζια της και μας σπρώχνει αποκοιμισμένους στη βολή συνήθως του κόσμου τούτου,  «του απατεώνος». Η μνήμη του θανάτου λειτουργεί έτσι ως φάρος: προφυλάσσει από τους σκοπέλους και τα ναυάγια. Μας ανοίγει τα μάτια για τα τίμια και τα ουσιώδη. Κανείς άγιος δεν άγιασε, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του καθημερινά την πραγματικότητα αυτή.
Και ποια είναι η αλήθεια που μας φέρνει ενώπιόν μας; Ποιο το ουσιώδες της ζωής; Ό,τι προτρέπει ο Κύριος για το μεσοδιάστημα που ζούμε μεταξύ του ήδη της παρουσίας Του και του όχι ακόμη της Δευτέρας παρουσίας Του: τη μετάνοια. Το πένθος δηλαδή που επιδεικνύουμε για τις αμαρτίες μας, για τις αμέλειές μας, για τις πτώσεις μας, για το έλλειμμα μ’ ένα λόγο της αγάπης μας. Προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Ποιος μπορεί να είναι βέβαιος για το «ύψος» της πνευματικής του ζωής; Αν ο απόστολος Παύλος, ο μέγιστος των αποστόλων, θέτει ερωτηματικό για τη ζωή του – δεν βλέπω, σημειώνει, να με ενοχλεί η συνείδησή μου για κάτι, όμως δεν δικαιώνομαι από αυτό: ο κριτής είναι ο Κύριος! – ποιος λοιπόν είναι εκείνος που θα νιώθει «ασφαλής» για την «αγιότητά» του; Να μετανοούμε λοιπόν αδιάκοπα όσο ζούμε είναι ο δρόμος της πνευματικής ζωής.
Αλλά αυτό συνιστά τελικώς και την αγιότητα! Η διαρκής αμφισβήτησή της για μας τους ίδιους. Και κοίτα πόσο φιλάνθρωπος είναι ο Κύριος, διά στόματος του οσίου Του. Δεν θα κατηγορηθείς, λέει, γιατί δεν θαυματούργησες ούτε γιατί δεν θεολόγησες κι ούτε γιατί δεν έφτασες στα υψηλά επίπεδα της χριστιανικής ζωής: αυτά είναι χαρίσματα που δίνει ο ίδιος ο Θεός σε εκείνους που κρίνει ότι μπορούν να βοηθήσουν τον συνάνθρωπό τους – το όποιο χάρισμα, μη ξεχνάς, είναι εκ Θεού όταν προσφέρεται ως διακονία του πλησίον. Θα κατηγορηθούμε μόνο γιατί δεν μετανοήσαμε και δεν κλάψαμε για τις αμαρτίες μας. «Γέροντα, κέρδισες τον παράδεισο με τους αγώνες σου», είπαν οι υποτακτικοί στον όσιο Γέροντά τους, στο τέλος της ζωής του. «Πιστέψτε με ότι δεν έχω βάλει ακόμη αρχή μετανοίας», απάντησε ο όσιος. Κι η ψυχή του φτερούγισε και πήγε στα χέρια του Δημιουργού του.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΣΥΜΒΟΛΟΙΣ


Εντελώς παράδοξη η ζωή του αγίου Τιμοθέου με την ανθρώπινη λογική: ζούσε στα όρη, τριγύριζε στις ερήμους, δεν ήθελε να δει πρόσωπο γυναίκας, και όμως αναδείχτηκε, όπως σημειώνει ο υμνογράφος του άγιος Θεοφάνης, «πατέρας των ορφανών, προστάτης των χηρών, αμφίεση των γυμνών, τροφή των πεινασμένων». Να κυνηγάς διά παντός τον Θεό με απομάκρυνση από τους ανθρώπους και να γίνεσαι ο μεγαλύτερος κοινωνικός εργάτης, είναι πράγματι, το λιγότερο, παράδοξη κατάσταση. Αλλά ο άγιος Τιμόθεος βίωσε αυτό που έζησαν και οι περισσότεροι ασκητές άγιοι: όσο στρέφεσαι προς τον Θεό, τόσο ο Θεός σε στρέφει προς τους ανθρώπους. Γιατί; Διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Και Τον βρίσκουμε εκεί που κατεξοχήν φανερώνεται: στα πρόσωπα των κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργημάτων Του. Όπως το είπε στην παραβολή της κρίσεως ο ίδιος ο Κύριος: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Γι’ αυτό και ο βαθμός αγάπης μας προς τον Θεό φανερώνεται από τον βαθμό αγάπης μας προς τον συνάνθρωπό μας. Και με τον άγιο Αντώνιο το ίδιο δεν έγινε; Απομακρυνόταν για χάρη του Θεού από τον κόσμο, κι ο Θεός τελικώς τον οδηγούσε στον κόσμο. Κι ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ: την απομόνωση και τον εγκλεισμό του ζητούσε. Κι η Παναγία του παρουσιάστηκε για να του πει να βγει να βοηθήσει τον κόσμο. Ήταν και το παράπονο του οσίου Γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου: ήλθα στο Όρος να βρω ησυχία, και μπήκα στο πρόγραμμα των ανθρώπων. Αλλά είπαμε: κριτήριο της πίστεώς μας και των αγίων είναι η αγάπη. Όπου αγάπη εκεί και ο Θεός. Φεύγει κανείς από την αγάπη, έστω και για λόγους «πίστεως»; Χάνει τον Θεό. «Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ».

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (21)

 
«Ο Θεός, αγαπητοί μου, δεν έχει ανάγκη από δάκρυα ούτε επιθυμεί να πενθεί ο άνθρωπος από την οδύνη της καρδιάς του· αλλά μάλλον να τον βλέπει να αγάλλεται και να ευθυμεί εσωτερικά από την αγάπη του προς Αυτόν» (λόγ. ζ΄45).
Ακούς και διαβάζεις ότι ο Κύριος μακαρίζει αυτούς που πενθούν. Για τις αμαρτίες τους και για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Το ίδιο βλέπεις ότι κάνουν και οι άγιοι Πατέρες: όλοι τονίζουν πόσο αναγκαία είναι τα δάκρυα και το πένθος στην πνευματική ζωή. Μην σου μπει ο λογισμός ότι αυτό συμβαίνει γιατί ο Θεός αρέσκεται στην πένθιμη γενικά  κατάσταση του ανθρώπου. Αν συνέβαινε αυτό, ο Θεός δεν θα ήταν Αυτός που αποκάλυψε ο Κύριος Ιησούς Χριστός: ο Θεός Πατέρας με την άπειρη αγάπη Του απέναντί μας, αλλά ένας «Θεός» σκληρός και σαδιστής, που χαρά του θα είχε τον πόνο και τα δάκρυα των ανθρώπων. «Άπαγε της βλασφημίας!» Μακριά από τέτοιες βλάσφημες σκέψεις!
Ο Θεός μας, ο αληθινός Τριαδικός Θεός, είναι αγάπη, και η χαρά Του είναι να χαίρεται ο άνθρωπος: «να τον βλέπει να αγάλλεται και να ευθυμεί εσωτερικά». Να είναι δηλαδή μέσα στα πλαίσια της απαρχής δημιουργίας Του: σε διαρκή αναφορά και αγάπη προς Αυτόν!  «Στον Αδάμ πριν από την παράβαση δεν υπήρχαν δάκρυα» (46). Δάκρυα ήρθαν στον Αδάμ και σε όλους τους απογόνους του, γιατί αμάρτησε. Η θλίψη και η στενοχώρια ήταν το τίμημα της ανυπακοής του προς τον Θεό. Κι αυτό ισχύει διαχρονικά, όσο υπάρχει άνθρωπος.
Αλλά ήρθε ο Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός. Και κατάργησε το αίτιο της θλίψης και των δακρύων, δηλαδή την αμαρτία και το αποτέλεσμά της, τον θάνατο. Και έφερε και πάλι τη χαρά και την ευθυμία - «Χαίρετε», ήταν και είναι η αδιάκοπη προτροπή Του. Σε ποιον όμως; Σ’ εκείνον που Τον αγαπά και μένει μαζί Του, σ’ εκείνον που ανήκει στο σώμα Του, την Εκκλησία, και δεν αμαρτάνει. Γιατί κάθε που αμαρτάνει, ξεπηδά εκ νέου η οδύνη των δακρύων: το μόνιμο τίμημα της αμαρτίας.
Και τότε καταλαβαίνεις ότι έχεις ν’ αντιπαλέψεις ως πιστός με δύο είδη πένθους: με το πένθος της ίδιας της αμαρτίας - θλίψη και αμαρτία πάνε πάντοτε μαζί· και το πένθος που πρέπει πια να καλλιεργείς, επειδή ακριβώς βλέπεις ότι αμαρτάνεις και χάνεις την αγάπη προς τον Χριστό. Το ένα είναι η κόλαση. Το άλλο συνυπάρχει με τον παράδεισο - οι άγιοι το λένε «χαρμολύπη»: πενθώντας για τις αμαρτίες σου αρχίζει και γελά η καρδιά σου. Ζεις λοιπόν το παράδοξο της χριστιανικής ζωής: χαίρεσαι και πενθείς. Μάλλον πενθείς και γι’ αυτό χαίρεσαι. Το πένθος αυτό είναι συμμετοχή στον Σταυρό. Η χαρά είναι συμμετοχή στην Ανάσταση. Σταυρός και Ανάσταση είναι οι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας.
«Θανάτωσε την αμαρτία, και τότε θα είναι περιττά τα δάκρυα της οδύνης στους οφθαλμούς σου» (46).

 

 

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΛΕΟΝΤΟΣ ΚΑΤΑΝΗΣ


Αξίζει όμως να δούμε και την ερμηνεία του αγίου υμνογράφου στο παράδοξο θαύμα της αποτέφρωσης του μάγου Ηλιοδώρου. Παραξενεύει η ενέργειά του: αποτέφρωσε έναν άνθρωπο. Αλλά ο άγιος δεν προέβη στη βίαιη αυτή κίνηση από μίσος και φανατισμό: το μίσος και ο φανατισμός στοχοποιούν κάποιον και παλεύουν να τον εξοντώσουν, ερήμην των ίδιων. Ο «αντίπαλος» στέκει ακριβώς απέναντι και πετροβολείται. Εδώ έχουμε τη συγκλονιστική συμπαράταξη του αγίου στην ίδια τιμωρία: εισέρχεται κι αυτός στη φωτιά, συμπαρασύροντας το όργανο του διαβόλου. Η κίνησή του βρίσκεται μέσα στην ενέργεια της χάρης του Θεού -  το αποτέλεσμα το αποδεικνύει.  Διότι λειτουργεί ως ποιμένας που πρέπει να σώσει τις ψυχές των πιστών του. Ο Ηλιόδωρος παρέσυρε πολλούς. Μπροστά στο φαινόμενο αυτό ο άγιος πρέπει να αντιδράσει. Προς χάρη ακριβώς του ποιμνίου του. «Αυτόν που μώραινε με τις απάτες των δαιμόνων όλους τους πιστούς στον Χριστό, τον παρέδωσες με δίκαιη ψήφο στη φωτιά, μακάριε, και έσωσες τις ψυχές από την ολέθρια αυτή βλάβη, σαν Ποιμένας αληθινός και σωτήριος» («Τον απάταις δαιμόνων πάντας τους πιστεύοντας Χριστώ μωραίνοντα, τω πυρί δικαία παραδέδωκας ψήφω, μακάριε, και ψυχάς ερρύσω της ολεθρίου τούτου βλάβης, ως ποιμήν αληθής και σωτήριος») (ωδή ε΄). Ο άγιος Λέων εν προκειμένω αποτελεί παράδειγμα και πρότυπο για όλους τους χριστιανούς, και μάλιστα τους κληρικούς, στο πώς αντιμετωπίζονται οι εχθροί της Εκκλησίας: μόνον όταν έχει κανείς τη διάθεση να θυσιαστεί και ο ίδιος. Όταν κίνητρό μας είναι η αγάπη μας στον λαό του Θεού, με απόφαση να πεθάνουμε κι εμείς γι’ αυτήν την αγάπη, τότε η στροφή μας κατά της πλάνης αποκτά αποτελεσματικότητα και γίνεται σωτήρια.

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (20)


Το θαύμα του οσίου Αθανασίου
Ο προβληματισμός του Γέροντα και των μοναχών
«Τι θα γίνει, Γέροντα, με το νερό; Σκεφτήκατε κάτι;» Η αγωνία ήταν έκδηλη στο πρόσωπο του π. Σίλα, του δεύτερου στην τάξη στο μοναστήρι, αλλά και στα πρόσωπα των άλλων καλογέρων. Ήταν συναγμένοι στη μικρή τραπεζαρία, είχαν αποφάει, αλλά δεν είχαν σηκωθεί. Το πρόβλημα ήταν έντονο και όσο δεν βρισκόταν λύση, τόσο και το όνειρό τους απομακρυνόταν. Ο Γέροντας είχε πει να καθίσουν και να συζητήσουν.
«Άλλη λύση από αυτήν που είχαμε καταλήξει την προηγούμενη φορά δεν βλέπω», και τα ήρεμα μεγάλα μάτια του σαν να σκοτείνιασαν λίγο.  «Θα φωνάξουμε τους μηχανικούς, τους ειδικούς για το θέμα αυτό, και ό,τι μας πουν εκείνοι. Ο κυρ Γιώργος που τόσο τρέχει για τις ανάγκες του μοναστηριού, μας βεβαιώνει ότι πρόκειται για καλούς ανθρώπους με καλή γνώση του αντικειμένου τους. Έχουν πέσει «μέσα» τις περισσότερες φορές σε ό,τι έχουν υποδείξει».
Οι μηχανικοί για τους οποίους μιλούσαν ήταν ειδικοί στα θέματα της γεωλογίας, και μάλιστα για τη συγκεκριμένη περιοχή.  Είχαν μεγάλη πείρα, ήξεραν πολύ καλά τη διαμόρφωση του εδάφους, μπορούσαν με σχετική ακρίβεια να υποδείξουν το σημείο που έπρεπε να γίνει η γεώτρηση.
Αυτό ήταν το άμεσο πρόβλημα του μοναστηριού. Είχαν συστήσει τη συνοδεία τους, χώρο όμως, όπως τον ήθελαν και τον οραματίζονταν δεν είχαν. Το είχαν συζητήσει με τον Μητροπολίτη τους, ο οποίος τους αγαπούσε υπερβαλλόντως – παντού διαλαλούσε το πόσο ευεργετημένος από τον Θεό ένιωθε που έχει τέτοιους ανθρώπους στη Μητρόπολή του – αλλά κι εκείνος δεν έβλεπε να υπάρχει κάτι που να καλύπτει τις ανάγκες τους.  Φιλοξενούνταν προσωρινά σε χώρο που τους είχε παραχωρήσει ένας ευσεβής κύριος, τελούσαν όλα τα καλογερικά τους καθήκοντα, δρούσαν ιεραποστολικά στη Μητρόπολη, κι από κει και πέρα…  κυνηγούσαν το όνειρό τους!  Βρήκαν μετά από αρκετή αναζήτηση κάτι από το ποθούμενό τους – είχαν υπάρξει και αρκετοί χορηγοί μάλιστα για να τους ενισχύσουν – είχαν ξεκινήσει τα πρώτα κτίσματα, αλλά… χωρίς νερό πώς θα προχωρούσαν; Πώς θα ζούσαν έπειτα εκεί; Υπήρχε βέβαια η λύση να αγοράζουν νερό. Μα ήταν ιδιαίτερα δαπανηρή. Για να βάλουν σωλήνες ούτε… συζήτηση: το μοναστηράκι τους ήταν αρκετά μακριά από την κατοικημένη περιοχή. Μονόδρομος η γεώτρηση.
«Γέροντα», πήρε τον λόγο ο επί των οικονομικών της Μονής π. Μάρκος. «Αυτή η λύση της γεώτρησης είναι μονόδρομος, όπως λέτε, αλλά είναι και μέσα στα πλαίσια των οικονομικών μας δυνατοτήτων. Μπορούμε να τα καταφέρουμε. Μας βοηθάει πολύ και ο κόσμος».
«Τι λες εσύ, π. Πρόδρομε;» στράφηκε ο Γέροντας στον νεώτερο της συνοδείας. «Έχεις καμία ιδέα άλλη;»
Ο νέος καλόγερος σαν να κοκκίνισε. «Γέροντα, να με συμπαθάτε», είπε συνεσταλμένα, «αλλά δεν πρέπει να βοηθήσουν και οι άγιοι; Κάνουμε καθημερινά αυτό που μας έχετε πει τόσο καιρό τώρα: προσευχόμαστε στον Κύριο και την Παναγία μας. Έχουμε πολλαπλασιάσει μάλιστα τα κομποσχοίνια μας. Προσευχόμαστε ακόμη και σε όλους τους αγίους που έχουμε διαβάσει ότι είχαν παρόμοιο πρόβλημα και ο Κύριος τούς βοήθησε να το ξεπεράσουν. Σαν τον όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, αλλά και σαν τον Γέροντα Πορφύριο, τον δικό μας, της εποχής μας. Κάτι δεν πρέπει να κάνουν κι αυτοί; Για τη δόξα του Κυρίου και την υπακοή στο άγιο θέλημά Του βρισκόμαστε στο μοναστήρι. Ας βοηθήσουν λοιπόν». Φαινόταν απογοητευμένος. Ίσως περίμενε λίγο πιο… γρήγορη και άμεση την ανταπόκριση των αγίων.
Χαμογέλασε λίγο ο π. Μακάριος, ο Γέροντας. «Πάτερ», είπε με συγκατάβαση και τα μάτια του χάιδεψαν τον καλόγερο, «αγωνιζόμαστε για το ανθρώπινο – αυτό το νόημα έχει ο προβληματισμός μας εδώ και η καταφυγή μας στα ανθρώπινα μέσα – αλλά εννοείται ότι θα επιμένουμε στις προσευχές μας. Θα παρακαλούμε τον Κύριο, την Παναγία μας, τους αγίους μας. Χωρίς αυτούς άλλωστε τι νόημα έχει η επιλογή μας να γίνουμε καλόγεροι, αλλά και όλη η ζωή μας; Αλλά… μη βιάζεσαι. Δεν πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στο θέλημα του Κυρίου; Πόσες φορές έχουμε πει ότι η βιασύνη όχι μόνο σε θέματα της πνευματικής ζωής, αλλά και στην καθημερινότητά μας δεν οδηγεί συνήθως σε καλά αποτελέσματα; Πράγματι, κάνουμε πολύ καιρό τώρα προσευχή. Ίσως όμως η απάντηση του Κυρίου να είναι αυτή: να καταφύγουμε απλώς στα ανθρώπινα. Το ίδιο δεν συμβαίνει και με τις αρρώστιες; Παρακαλούμε τον Κύριο, αλλά πηγαίνουμε και στον γιατρό. Κι η καταφυγή αυτή στον γιατρό είναι μάλλον αυτή που θέλει ο Κύριος περισσότερο, γιατί είναι σημάδι ταπείνωσης. Είναι σχεδόν αξίωμα στην πίστη μας: ό,τι γίνεται ανθρώπινα, ο Θεός δεν θέλει να το κάνουμε… θαυματουργικά».
«Λοιπόν, τότε, Γέροντα», είπε και πάλι παίρνοντας τον λόγο ο δεύτερος π. Σίλας. «Να ορίσουμε ένα ραντεβού με τους μηχανικούς. Σε πρώτη φάση ίσως δεν χρειάζεται καν να παρευρισκόμαστε κι εμείς. Θα είναι ο κύριος Γιώργος, ο οποίος θα τους οδηγήσει στην περιοχή μας, θα τους δείξει τα όριά μας, κι από κει και πέρα ό,τι μας πουν».
«Να ‘ναι ευλογημένο», σηκώθηκε ο Γέροντας. «Ας πάμε για το απόδειπνο και ας παρακαλέσουμε πιο έντονα και καρδιακά τους αγίους μας. Σίγουρα δεν θα μας αφήσουν έτσι».
Ο όσιος
«Κύριε», είπε ο δούλος του Θεού Αθανάσιος, κι έλαμψε πιο πολύ το πρόσωπό του, καθώς ενατένιζε τον λατρευτό Του Κύριο. «Κύριε, οι δούλοι Σου απευθύνονται και σε μένα για την εύρεση νερού. Δεν είναι τυχαίο αυτό: το ξέρεις πως κι εγώ όταν ήμουν στον κόσμο, κει πάνω στον ευλογημένο Άθωνα, το Περιβόλι της Υπεραγίας Μητέρας Σου, το είχα αντιμετωπίσει. Τους καταλαβαίνω απόλυτα. Το νερό είναι πρώτης ανάγκης. Και δεν είναι ένας μόνο. Είναι ολόκληρη συνοδεία. Χωρίς αυτό μάλλον δεν θα μπορέσουν να συνεχίσουν. Σε παρακαλώ, στο όνομα της αγάπης Σου, ας γίνει το θέλημά τους. Όπως τότε μου έδωσες κι εσύ την παρόμοια ευκαιρία, δώσε τώρα και στους ανθρώπους σου αυτούς – φίλοι Σου είναι, Κύριε – να βρουν νερό. Εσύ ο ίδιος δεν είπες ότι όποιος τηρεί τα λόγια Σου, θα βλέπει να πραγματοποιούνται τα αιτήματά του;».
«Αθανάσιε», ακούστηκε η φωνή του Κυρίου σαν το γάργαρο νερό που ξεδιψάει τον διψασμένο διαβάτη και μόνο με το άκουσμά του, και τα μάτια Του σαν ήλιος φώτισαν ακόμη περισσότερο την ευλογημένη ύπαρξη του αγίου Του, «έχεις την ευλογία να τους βοηθήσεις. Πράγματι, είναι αγαπημένοι μου. Αγωνίζονται πάνω στο θέλημά μου. Χαίρομαι με την ύπαρξή τους και τους ευλογώ και με τα δυο μου χέρια!»
Ο όσιος βρισκόταν ήδη στον χώρο του μοναστηριού που αγωνιζόταν να ολοκληρώσει τις εργασίες του. Με μία ματιά είδε ό,τι βρισκόταν κάτω από το έδαφος. Είδε τον υδροφόρο ορίζοντα, αρκετά μέτρα κάτω από την επιφάνεια, και στάθηκε πάνω στο πιο ενδεδειγμένο σημείο. Ήταν εκεί που θα έπρεπε να σκάψουν. Εκεί που θα έβρισκαν το νερό. Στάθηκε προς Ανατολάς και βυθίστηκε στη θεωρία του Ουρανού. Το αστραπόμορφο πρόσωπό του έλαμπε με μία υπερκόσμια λάμψη. Μέσα στην αγιασμένη καρδιά του είχαν ξεχωριστή θέση τα αγαπημένα παιδιά της Μονής αυτής. «Κύριε, φώτιζέ τους να επιτελούν πάντα το άγιο θέλημά Σου. Κύριε, μην τους εγκαταλείπεις ποτέ. Κι αν κάπου κάποιος πάει να ξεστρατίσει, πρόλαβέ τον. Αποτελούν φάρο για την εποχή αυτή». Ο άγιος βρισκόταν πάντα στο συγκεκριμένο σημείο. Η προσευχή του ήταν χωρίς διακοπή, κι ένιωσε τα χέρια του να υψώνονται στον Ουρανό. Κάποια στιγμή έλαμψε το πρόσωπό του περισσότερο: είδε να ενώνονται οι προσευχές του με τις προσευχές του πολυαγαπημένου του φίλου, του Γέροντα Πορφυρίου. «Κι αυτός προσεύχεται για τα παιδιά αυτά», σκέφτηκε κι αναγάλλιασε.
Ο… τρόμος των μηχανικών
«Όπου να ‘ναι φτάνουμε», είπε ο κύριος Γιώργος. «Θέλει λίγη προσοχή μόνο ο δρόμος, γιατί είναι χωματόδρομος κι έχει αρκετά εξογκώματα από τις πέτρες».
Ο άνθρωπος της Μονής συνόδευε τους μηχανικούς. Είχε κλειστεί το ραντεβού μαζί τους και προθυμοποιήθηκε αμέσως να εκτελέσει το… διακόνημα. Φτάσανε, στάθμευσαν, προχώρησαν.
«Αυτό είναι το κτίσμα που έχει γίνει», είπε στους μηχανικούς, «λίγο πιο πέρα σκέφτονται να φτιάξουν τα κελιά, εκεί – κι έδειξε με το χέρι – υπάρχει  η σκέψη για να κτίσουν αργότερα τον μεγάλο ναό».
Οι μηχανικοί ήξεραν την περιοχή. Μακριά κάτω εκτεινόταν το γαλάζιο της θάλασσας. Γύρω η πυκνή βλάστηση έκανε τον τόπο να μοιάζει με μικρό παράδεισο.
«Πολύ ωραίο το μέρος», είπε ο ένας, «και θαυμάσια η θέα. Ας κοιτάξουμε τώρα πού μπορεί να υπάρχει νερό».
Ξεκίνησαν τη δουλειά τους. Στρέφονταν στα διάφορα μέρη του ορίζοντα, κοίταζαν προσεκτικά το έδαφος, συζητούσαν μεταξύ τους, κι άρχιζαν να προσανατολίζονται σε κάποιο πιο συγκεκριμένο σημείο.
«Εδώ πρέπει να υπάρχει νερό. Εδώ πρέπει να γίνουν οι εργασίες της γεώτρησης», είπαν και σταμάτησαν.
«Μα…, κ. Γιώργο», είπε ξαφνιασμένος ο ένας. «Δεν είπατε ότι θα είμαστε μόνοι μας; Ότι οι καλόγεροι δεν μπορούν να έλθουν;» Κι έδειξε με το χέρι τον υψηλόκορμο καλόγερο που ήταν στραμμένος προς την Ανατολή με υψωμένα χέρια και προσευχόταν.
Είδε ο κυρ Γιώργος και τα ‘χασε. Και συγκλονίστηκε. Πράγματι, ένας ψηλός και λίγο ογκώδης καλόγερος, προσευχόταν με ανοιχτά και υψωμένα τα χέρια. Αλλά δεν έμοιαζε με κανέναν από τους καλόγερους του Μοναστηριού. Δεν του θύμιζε κανέναν.
«Γέροντα», φώναξε και πήγε να πλησιάσει προς τη μαύρη φιγούρα. «Γέροντα, από πού είστε;»
Η μαύρη φιγούρα, ο καλόγερος, φάνηκε να τους άκουσε, αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Σαν να περίμενε εκείνοι να τον πλησιάσουν.
«Γέροντα, ποιος είστε;» ξανάπε ο κυρ Γιώργος, μ’ ένα δάγκωμα στην καρδιά και μ' έναν φόβο αυτήν τη φορά.
Του φάνηκε πως ο Γέροντας τους ευλογεί, και πριν προλάβει να πει ή να κάνει κάτι άλλο, ο καλόγερος εξαφανίστηκε από μπροστά τους…
«Τον… είδατε κι εσείς! Έτσι δεν είναι;» είπε συγκλονισμένος ο κυρ Γιώργος.  «Δεν ήταν πλάσμα της φαντασίας μου!»
Οι μηχανικοί φάνηκαν να… τρέμουν. Όχι μόνο τον είδαν, αλλά ήταν εκείνοι που πρώτοι τον επεσήμαναν.
«Πάμε να φύγουμε, γρήγορα!» είπε ο ένας. «Πάμε να φύγουμε γρήγορα!»
Τρέχοντας σχεδόν μπήκαν στο αυτοκίνητο και έφυγαν. Ο ιδρώτας τους ήταν παγωμένος στο πρόσωπό τους…
Ο Γέροντας και οι μηχανικοί
Ο κυρ Γιώργος είπε «με το νι και με το σίγμα» στον Γέροντα και στους καλόγερους τι διαδραματίσθηκε. Σταυροκοπιόταν συνέχεια.
«Κάποιος άγιος ήταν, δεν μπορεί», επανελάμβανε συνέχεια. «Εγώ δεν πιστεύω στα… φαντάσματα!»
Ο Γέροντας ήταν βέβαιος. Όταν άκουσε τι είχε συμβεί, όταν το επιβεβαίωσε και με τη συνομιλία του στο τηλέφωνο με τους μηχανικούς, δεν του έμεινε καμία αμφιβολία. Ο Θεός απάντησε με έναν άγιό Του. Ήξερε πια ότι το σημείο που θα έπρεπε να γίνει η γεώτρηση, ήταν ακριβώς το σημείο που στεκόταν η… μαύρη φιγούρα με τα υψωμένα χέρια. Δοξολογούσε τον Κύριο, κι αυτός και όλοι οι καλόγεροι. Ένιωσαν  έντονα την παρουσία του Κυρίου στη ζωή τους. Η Πρόνοιά Του ήταν υπερβολικά… έκδηλη ενώπιόν τους.
«Ποιος άγιος όμως μπορεί να ήταν;»
«Μα είναι φως… φανάρι ποιος ήταν!  Ο όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης», είπε ο π. Σίλας. «Πέντε Ιουλίου δεν έχουμε σήμερα που ήταν το ραντεβού; Πέντε Ιουλίου δεν τον είδατε τον… καλόγερο; Πέντε Ιουλίου είναι του οσίου Πατέρα μας Αθανασίου του εν Άθω. Ο άγιος, στον οποίο τόσες προσευχές και παρακλήσεις κάναμε, έδωσε την απάντησή του. Μας υπέδειξε το μέρος που θα γίνει η γεώτρηση. Αυτήν την ημέρα πρέπει να την τιμούμε ιδιαίτερα. Κι είμαι βέβαιος ότι δεν θα έχουν αντίρρηση και οι μηχανικοί για το συγκεκριμένο σημείο».
Οι μηχανικοί είχαν… αντίρρηση. Οι γνώσεις και η εμπειρία τους έδειχναν ότι το σημείο που υπεδείκνυε πια ο ηγούμενος ήταν στη σωστή μεριά, αλλά λίγο πιο πέρα, καμιά πενηνταριά μέτρα υψηλότερα. Ο Γέροντας δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει την επιστημοσύνη τους, την εμπειρία τους, αλλά είχε κάθε λόγο από την άλλη να εμπιστεύεται περισσότερο την υπόδειξη του οσίου.
«Θα σας παρακαλέσω, χωρίς να με παρεξηγήσετε, να σκάψετε στο σημείο της εμφάνειας του οσίου. Για μένα, υπάρχει εδώ σημάδι του ουρανού». Η πίστη του στον Θεό τον καθοδηγούσε απόλυτα. «Διά πίστεως περιπατούμεν, ου δι’ είδους».
Έσκαψαν. Πήγαν αρκετά μέτρα σε βάθος. Νερό δεν βρήκαν. Οι μηχανικοί αισθάνονταν ότι δικαιώνονται.
«Πιο κάτω», είπε ο Γέροντας. «Πηγαίνετε όσο βαθύτερα μπορείτε».
Είχαν τις αντιρρήσεις τους, αλλά κάμφθηκαν μπρος… στο καλογερικό πείσμα.
Και τελικά το βρήκαν! Καθαρό, γάργαρο νερό, αρκετό νερό. Τόσο που να καλύπτει υπερπερισσού τις ανάγκες τους. Ο Θεός μέσα από τον άγιό Του είχε μιλήσει.
Η τιμή του οσίου
Το προσκυνητάρι του οσίου έκτοτε είναι στη συγκεκριμένη θέση της γεώτρησης. Ο προσκυνητής που έρχεται και μαθαίνει τι είχε συμβεί νιώθει την ανάγκη να έλθει να βάλει μετάνοια στον άγιο του Θεού. Τον άγιο που είναι τόσο κοντά μας.
Κι ακόμη: οι αγαπημένοι του Θεού και των αγίων Του έφτιαξαν παρεκκλήσι προς χάρη του. Εκεί πια στη μνήμη του αλλά και πολλές άλλες φορές λειτουργείται ο άγιος. Λειτουργείται ο Κύριος. Αγιάζονται οι καλόγεροι. Αγιάζονται οι πιστοί. Αγιάζεται ο τόπος όλος. «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις Αυτού»!

 

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (20)


«Όπως σε όλα τα άλλα, έτσι και στην περίπτωση των δακρύων ο καλός και δίκαιος Κριτής μας λαμβάνει υπόψη Του και τη φυσική προδιάθεση και δύναμη του καθενός. Είδα μικρές σταγόνες να χύνονται με πόνο σαν αίμα. Και είδα βρύσες δακρύων που έτρεχαν χωρίς δυσκολία. Εγώ τουλάχιστον βαθμολόγησα τους αγωνιστές ανάλογα με τον πόνο και όχι με το ποσόν των δακρύων. Και ο Θεός νομίζω παρόμοια θα τους έκρινε» (λόγ. ζ΄ 25).
Δεν σου θυμίζει καταρχάς ο όσιος τον απόστολο Παύλο όταν με πλήρη επίγνωση της αποστολικότητάς του και της αλήθειας των λόγων του λέει ότι «και ημείς νουν Χριστού έχομεν»; Ο όσιος είναι κι αυτός εντελώς βέβαιος για την κρίση του: «Και ο Θεός νομίζω παρόμοια θα έκρινε». Πού έγκειται το απόλυτο της κρίσης του οσίου; Ότι ο Θεός κρίνει τους ανθρώπους, και μάλιστα εκείνους που αγωνίζονται πάνω στο άγιο θέλημά Του, όχι με κριτήριο κάποιες εξωτερικές εκδηλώσεις τους, σαν τα δάκρυα για παράδειγμα, αλλά την πνευματική τους διάθεση. Κι αυτό γιατί ο Κύριος βλέπει την καρδιά του καθενός, τη φυσική προδιάθεση και τη δύναμή του, τον αληθινό δηλαδή εαυτό του. Τον κρίνει εξατομικευμένα: ο καθένας είναι ξεχωριστός και μοναδικός για την αγάπη Του! Πόσες ανατροπές θα περιλαμβάνει η τελική κρίση Του για τους ανθρώπους!
Έχε θάρρος λοιπόν! Μπορεί εκ φύσεως να μην είσαι πολύ συναισθηματικός και γι’ αυτό τα δάκρυα, οι διαχυτικότητες, τα χαμόγελα να μην σου πάνε και να μη… σου βγαίνουν. Η παραμικρή όμως γνήσια κίνηση της καρδιάς σου προς τον Θεό, αυτή που γίνεται με πόνο κυρίως και όχι τόσο εύκολα, αυτή μετράει πρωτίστως ενώπιόν Του. Ο Θεός μάς βαθμολογεί «ανάλογα με τον πόνο και όχι με το ποσόν». Και αυτό ισχύει για τα πάντα, όχι μόνο για τα δάκρυα. Αν λοιπόν προσεύχεσαι και η προσευχή σου περιέχει ένα στοιχείο θυσίας – καταβάλλεις κόπο – τότε ναι! Γίνεται αποδεκτή η προσευχή σου. Αν είσαι θυμώδης και προσπαθείς να περιορίσεις λίγο το στόμα σου, έστω κι αν βράζεις μέσα σου, τότε ναι!  Ο Θεός θα σε χαριτώσει σύντομα. Σε όλα λοιπόν βάζε τον κόπο και τον πόνο: είναι η συμμετοχή στον δικό Του Σταυρό που θα σου φέρει τη χαρά.
Καυχώνται κάποιοι αιρετικοί χριστιανοί για τις πληθωρικές εκδηλώσεις τους, για τις συναισθηματικές τους εκρήξεις, για τις κραυγές και τους αλαλαγμούς τους στις συνάξεις τους!  «Είναι η παρουσία του Πνεύματος», λένε. Μα, κράτα… μικρό καλάθι! Πρόκειται για την επιφάνεια και όχι για την ουσία. Όπως το είπε σπουδαίος μακαριστός Γέροντας του Όρους σ’ έναν τέτοιο χριστιανό, που του μίλησε για τις συνάξεις τους αυτές: «Εσείς μένετε σ’ έναν συναισθηματισμό. Εμείς καλλιεργούμε την κατάνυξη. Η κατάνυξη κινείται από το Πνεύμα του Θεού. Ο συναισθηματισμός κινείται από ανθρώπινα αίτια, που τις περισσότερες φορές είναι σκέτος… εγωισμός».

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΦΙΛΟΘΕΗΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΙΑΣ


Ημέρα ξεχωριστής χαράς η σημερινή, και μάλιστα για την Αθήνα, η οποία τιμά ιδιαιτέρως την οσιομάρτυρα Φιλοθέη. Και δικαίως: στην Αθήνα έζησε και αγίασε και μαρτύρησε η αγία. Κι ακόμη περισσότερο: εκεί βρίσκονται και τα τίμια λείψανά της. Τα λείψανα των αγίων, ως γνωστόν, αποτελούν το μεγαλύτερο θησαυρό για έναν τόπο, με το δεδομένο βεβαίως ότι υπάρχουν πιστοί ορθόδοξοι χριστιανοί. Διότι οι ορθόδοξοι έχουμε τα «μάτια»   να μπορούμε να βλέπουμε τη χάρη του Θεού σ’ αυτό που για τους απίστους είναι ένα νεκρό σώμα, ένα πτώμα. Για εμάς, το «πτώμα» είναι η ζωντανή παρουσία του αγίου και η απτή απόδειξη ότι ο Χριστός αγιάζει τον άνθρωπο ολοτελή: και στην ψυχή και στο σώμα. Πού σημαίνει: η ψυχή ζει την ενέργεια του Θεού, καθώς είναι στραμμένη σ’ Εκείνον, κι αυτή η ενέργεια μεταγγίζεται και στο συνδεδεμένο με αυτήν σώμα. Κανείς υλισμός δεν είναι ανώτερος και δραστικότερος από αυτόν της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα καθημερινά θαύματα που επιτελούνται από τον άγιο, μέσω των λειψάνων του, είναι η επιβεβαίωση της παραπάνω αλήθειας. Κι ακόμη: τα λείψανα, ευωδιάζοντα και μυροβολούντα, δείχνουν σε πόση πλάνη βρίσκονται όλοι εκείνοι που πρεσβεύουν την καύση των νεκρών. Πόσος πνευματικός μυωπασμός και έλλειμμα πίστεως κρύβεται πίσω από την πεποίθηση αυτή. Η ακολουθία της ημέρας έρχεται να εξαγγείλει αυτήν τη χαρά. «Σήμερα η ένδοξη Αθήνα χαίρεται, γιατί τίθενται σε προσκύνηση τα θεία λείψανα της Φιλοθέης, κι όλος ο λαός κατασπάζεται αυτά με πόθο» («Σήμερον χαίρουσιν αι κλειναί Αθήναι, ότι εις προσκύνησιν τα θεία λείψανα της Φιλοθέης προτίθεται και μετά πόθου πας ο λαός ταύτα κατασπάζεται»). Η χαρά όμως, κατά τον υμνογράφο, δεν είναι μόνον για την ύπαρξη των λειψάνων της αγίας. Η πόλη χαίρεται – και μαζί της κάθε πόλη και χώρα -  και για το γεγονός ότι η αγία υπήρξε μία ζωντανή και αληθινή φανέρωση, όσο ζούσε, του ίδιου του Θεού. Διότι φανέρωνε την αγάπη Εκείνου – «ο Θεός αγάπη εστί» - σε βαθμό που υπήρξε μία δεύτερη ακένωτη πηγή της κεφαλαιώδους αυτής αρετής. Η οσιομάρτυς δηλαδή όχι μόνον είχε συμπάθεια προς τον συνάνθρωπο, αλλά είχε την αγάπη του Χριστού, η οποία φθάνει σε σημείο θυσίας για χάρη του συνανθρώπου, ακόμη και του θεωρούμενου εχθρού.

 

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (19)


Ο… «αναμάρτητος»!
Ο κύριος που μπήκε στο εξομολογητάρι περίμενε στην αναμονή αρκετή ώρα. Τον είχε δει ο ιερέας μαζί με τους άλλους, όταν ξεκίνησε την εξομολόγηση. Ήταν αρκετά ευπαρουσίαστος και πολύ ευγενικός. Σταυροκοπήθηκε, φίλησε το χέρι του ιερέα, κάθισε στη θέση του εξομολογουμένου.
«Πρώτη φορά εξομολογείσθε;» ρώτησε ο ιερέας. «Δεν σας έχω ξαναδεί».
«Όχι, πάτερ. Εξομολογούμαι κατά καιρούς, αλλά δεν έχω σταθερό εξομολόγο. Όταν πλησιάζουν οι μεγάλες γιορτές, μπαίνω σε κάποιο ναό και όταν βρω πνευματικό εξομολογούμαι. Δεν θέλω να κοινωνώ χωρίς εξομολόγηση».
«Κάνετε πολύ σωστά. Κι αυτό δείχνει ότι μάλλον έχετε συναίσθηση των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Η ιερά εξομολόγηση – το γνωρίζετε - είναι από τα υποχρεωτικά λεγόμενα μυστήρια, μαζί με το βάπτισμα, το χρίσμα και τη θεία κοινωνία, γιατί δυστυχώς μετά το βάπτισμά μας αμαρτάνουμε. Οπότε ο Κύριος μάς το πρόσφερε ως τη μεγαλύτερη δωρεά: να μπορούμε και πάλι να καθαρίζουμε την ψυχή μας και να ξαναζούμε τη χάρη της αναγέννησής μας, όπως τότε που βγήκαμε από την αγία κολυμβήθρα. Αρκεί βεβαίως και η εξομολόγηση να γίνεται με τον σωστό τρόπο».
«Ποιος είναι ο σωστός τρόπος, πάτερ;» είπε ο μεσήλικας.
«Αυτό που δηλώνει και το όνομα του μυστηρίου. Λέμε μυστήριο μετανοίας. Συνεπώς πρέπει κανείς να είναι σε αυτήν την ατμόσφαιρα της επίγνωσης των αμαρτιών του και της πίστης στην αγάπη του Θεού, ώστε να προσέλθει σωστά. Χωρίς τη μετάνοια και την απόφαση για αλλαγή της ζωής του, ώστε να βαδίζει πια όσο γίνεται πάνω στις εντολές του Χριστού μας, η εξομολόγηση καταντά μάλλον ένας τύπος που δεν ξέρω κατά πόσο προσφέρει στον άνθρωπο τη χάρη του Θεού».
«Ναι, πάτερ», έδειχνε να συμφωνεί ο κύριος.
«Θέλω όμως και κάτι ακόμη να σας πω», είπε ο ιερέας, «πριν ξεκινήσετε να εξομολογείσθε. Είπατε ότι δεν έχετε σταθερό πνευματικό. Αυτό πρέπει να σας προβληματίσει λίγο. Χωρίς να είναι θέμα δογματικό, όπως λέμε, για την πίστη μας, δηλαδή ότι χωρίς αυτό δεν είμαστε πιστοί και δεν ζούμε τη σωτηρία μας – εκτός κι αν κανείς δεν έχει σταθερό τόπο που ζει - όμως έχει διαπιστωθεί ότι η αναφορά σε ένα μόνο πνευματικό βοηθάει στην πνευματική μας πορεία, για τον λόγο ότι επέρχεται  γνωριμία πραγματική, ψυχική, μεταξύ του εξομολόγου και του εξομολογουμένου, κι επομένως μπορεί ο πνευματικός και να μας καταλάβει καλύτερα και να μας δώσει τις πιο καλές ίσως συμβουλές για τη σχέση μας με τον Θεό. Και το ερώτημα βεβαίως πάντα είναι «γιατί θέλω να αλλάζω πνευματικό;» Αν, σας είπα, είναι λόγω των μετακινήσεων του ανθρώπου, έχει καλώς. Αν όμως η διαρκής αλλαγή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν θέλω να δεθώ με κάποιον συγκεκριμένα, τότε τα πράγματα είναι πιο σύνθετα και μοιάζουν με το φυτό που διαρκώς μεταφυτεύεται. Δηλαδή δεν μπορεί τελικώς να καρποφορήσει. Σκεφθείτε μήπως συμβεί τούτο και σε σας. Η πρότασή μου θα ήταν λοιπόν να αποφασίσετε να πηγαίνετε σε κάποιον πιο σταθερά, πιο συγκεκριμένα. Συγγνώμη που σας τα λέω αυτά, αλλά είμαι υποχρεωμένος να σας τα πω. Κι εγώ έχω σταθερό πνευματικό, που επειδή ακριβώς με ξέρει, δεν χρειάζεται να εξηγώ πολλά πράγματα από τη ζωή μου. Ομολογώ εν μετανοία τις αμαρτίες μου, κάνει κάποια παρατήρηση ίσως ο αδελφός κληρικός, και μου διαβάζει την ευχή».
Ο κύριος δεν μιλούσε. Φαινόταν προβληματισμένος και ο ιερέας αναρωτήθηκε μήπως του τα είπε… μαζεμένα και τον φόβισε. Στράφηκε νοερά στον Κύριο να φωτίσει τον άνθρωπο και να του δώσει πραγματική μετάνοια.
«Τι έχετε να πείτε, λοιπόν; Αντί να μιλήσετε εσείς, σας έπιασα… μονότερμα που λέμε».
«Όχι, πάτερ, καλά κάνατε. Εσείς πρέπει να λέτε αυτά που πρέπει. Λοιπόν – ξερόβηξε – δεν έχω να σας πω πολλά πράγματα. Είμαι άνθρωπος της Εκκλησίας, εκκλησιάζομαι δηλαδή, προσεύχομαι, νηστεύω όσο μπορώ, δίνω ελεημοσύνη εκεί που πρέπει. Δεν βλέπω κάτι να βαραίνει την ψυχή μου».
Κάτι του θύμισε του ιερέα η απαρίθμηση αυτή… «Έχετε κάτι εναντίον κάποιου συνανθρώπου σας;» ρώτησε ο ιερέας χαμηλόφωνα.
«Όχι, πάτερ. Τους αγαπώ όλους. Με όλους τα έχω καλά».
«Μελετάτε κανένα πνευματικό βιβλίο;»
 «Ναι, πάτερ, μολονότι δεν μου μένει και πολύς χρόνος λόγω της εργασίας μου».
«Τους λογισμούς σας τους προσέχετε; Γιατί γνωρίζετε ασφαλώς ότι αμαρτία δεν είναι μόνον οι πονηρές πράξεις, αλλά και οι αμαρτωλοί λογισμοί. Ο ίδιος ο Κύριος για παράδειγμα μας είπε ότι «και μία πονηρή επιθυμία για τον άλλο συνάνθρωπό μας – μίλησε για τη γυναίκα απευθυνόμενος σε άνδρες – αποτελεί μοιχεία». Με τους λογισμούς σας λοιπόν πώς τα πάτε;»
«Μια χαρά, πάτερ. Τους προσέχω όλους. Όλα στην πνευματική μου ζωή είναι τακτοποιημένα».
«Πιο πάνω και από τον όσιο Παΐσιο!», του ‘ρθε αυθόρμητα η σκέψη του παπά.  Κατάλαβε ότι υπάρχει κάτι… «προβληματικό» στον κύριο. Να μην έχει καμία αμαρτία, να μην ενοχλείται από κανένα λογισμό και να τα αντιμετωπίζει όλα τόσο θεάρεστα!  «Αγγελικό σύνδρομο» δεν το λένε αυτό;
«Έχετε κάποια  αμαρτία σας να εξομολογηθείτε;»
«Όχι, πάτερ. Αυτά που σας είπα. Κι ευχαριστώ που με ακούσατε και με συμβουλεύσατε».
«Θα σας παρακαλέσω», ένιωσε την ανάγκη να πει ο ιερέας, «να κάνετε προσευχή παρακαλώντας τον Κύριο να σας δίνει αληθινή μετάνοια. Συνηθίστε να λέτε εκτός από το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και την προσευχή που έλεγε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος». Γιατί μετάνοια υπάρχει εκεί που διαπιστώνεται η αμαρτία».
Σηκώθηκε ο παπάς από τη θέση του.
«Αν δεν έχετε κάτι άλλο, να σας διαβάσω τη συγχωρητική ευχή, μολονότι μάλλον είναι… περιττή, αφού δεν έχετε κάτι για να… συγχωρηθείτε».

 

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (19)



        «Ανώτερη από το βάπτισμα αποδεικνύεται η μετά το βάπτισμα πηγή των δακρύων (της μετανοίας), αν και είναι κάπως τολμηρό αυτό που λέγω. Διότι εκείνο μας καθαρίζει από τα προηγούμενά μας κακά, ενώ τούτο, το βάπτισμα των δακρύων, από τα μετέπειτα. Και το πρώτο, εφόσον το ελάβαμε όλοι στη νηπιακή ηλικία, το εμολύναμε. Ενώ με το δεύτερο καθαρίζουμε πάλι και το πρώτο. Και εάν η φιλανθρωπία του Θεού δεν το είχε χαρίσει αυτό στους ανθρώπους, οι σωζόμενοι θα ήταν πράγματι σπάνιοι και δυσεύρετοι» (λόγ. ζ΄ 8).
Υποκλίνεσαι στην τόλμη του αγίου! Η μετάνοια υπεράνω του αγίου βαπτίσματος; Το βάπτισμα δεν είναι εκείνο που μας ενσωματώνει στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, και μας κάνει να είμαστε μέλη Του και ένα μαζί Του; Τι ανώτερο και κοντινότερο από το κλαδί σε σχέση με το δέντρο; Το κλαδί είναι το ίδιο το δέντρο: η προέκτασή του. «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς ούτος σωθήσεται».
Κι όμως! Ο τολμηρός λόγος του αγίου μάλλον  είναι φυσιολογικός. Εκφράζει την πίστη της Εκκλησίας και την πνευματική της ζωή μ’ έναν βαθιά προσωπικό τρόπο: με τον τρόπο εκείνου που έχει εκκλησιάσει και διαποτίσει τη χριστιανικότητά του με τα πιο καθαρά και γνήσια νάματα της αμώμητης ορθόδοξης πίστης.
Μπορείς να βαπτισθείς και να γίνεις μέλος Χριστού, αν δεν έχεις μετανοήσει; Και για μεν τον ενήλικα κατανοητό: προηγείται η μετάνοια. Με τα νήπια όμως; Η  Εκκλησία έστω και νήπιο σε θεωρεί ανοικτό στη χάρη του Θεού, εξαλείφοντάς σου την αναγκαστική ροπή προς την αμαρτία. Οπότε σου δίνει τη δύναμη να μπεις σωστά στον πνευματικό αγώνα, της αέναης δηλαδή ανάβασής σου στην κλίμακα της μετάνοιας.  Γιατί η καθημερινότητα και η πραγματικότητα της ζωής σε προσγειώνει: έστω και απελευθερωμένος συνεχίζεις να υποδουλώνεσαι στην αμαρτία: εξακολουθούν και σε πειράζουν τα πάθη σου,  δέχεσαι πολλαπλασίως τις επιθέσεις του Πονηρού, επηρεάζεσαι από τον κόσμο της πτώσης. Λοιπόν θα μπορούσες να είσαι αναμάρτητος, όμως τελικώς… δεν είσαι. Κι είναι τόσο σίγουρο αυτό, ώστε ο Ευαγγελιστής της αγάπης σημειώνει: «Αν πει κανείς ότι δεν έχει αμαρτίες, είναι ψεύτης».
Έτσι δυστυχώς η αμαρτία μάς κυνηγά σαν τη σκιά μας  και μετά το βάπτισμα. Είναι ο ρεαλισμός της ανθρώπινης φύσης μας. Και τότε τι γίνεται με τις αμαρτίες αυτές τις μετά το βάπτισμα; Δοξάζουμε τον Θεό για την άπειρη φιλανθρωπία του και τη φιλάνθρωπη  συγκατάβασή του! Μας έδωσε άλλο πνευματικό βάπτισμα, που όχι μόνο εξαλείφει τις αμαρτίες μας αυτές, αλλά καθαρίζει και το πρώτο, με την έννοια ότι μας φέρνει και πάλι στο αφετηριακό σημείο της εξόδου μας από την κολυμβήθρα, αμόλυντους και κατακάθαρους πνευματικά! Και το άλλο αυτό βάπτισμα, ως διαρκές δεύτερο βάπτισμα, είναι ακριβώς η μετάνοια. Η αληθινή όμως: αυτή που σε βαπτίζει στις πηγές των δικών σου δακρύων! Για σκέψου το μεγαλείο και τη δυναμική του μυστηρίου αυτού: το χαρισματικό παρελθόν σου αδιάκοπα ολοζώντανο παρόν!   Με τα δάκρυά σου κάθε φορά να λάμπεις ως μέλος Χριστού και να φοράς… φωτοστέφανο! Να ζεις αδιάκοπα την Πεντηκοστή!
 

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΛΕΟΝΤΟΣ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ


Ίδιος στη γνώμη και τον ζήλο για την πίστη με τον Κορυφαίο απόστολο Πέτρο, στον θρόνο του οποίου βρέθηκε στη Ρώμη («Πέτρου του Κορυφαίου θρόνου κληρονόμος εχρημάτισας, την αυτού έχων γνώμην και τον ζήλον της πίστεως») (ωδή α΄), προεστώς των δογμάτων της Εκκλησίας και οδηγός ορθοδοξίας («των της Εκκλησίας δογμάτων, Πάτερ, προϊστασο») (ωδή γ΄), ανατολή εκ δυσμών («όρθρος εκ δυσμών ανέτειλας») (ωδή δ΄), «δεύτερος Μωυσής» (ωδή η΄): να μερικές πινελιές από το πορτραίτο που ζωγραφίζει ο άγιος Θεοφάνης σήμερα για τον εορταζόμενο άγιο, πάπα Ρώμης Λέοντα.      Και δικαίως: την εποχή της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου, τότε που η Εκκλησία μας αντιμετώπιζε τις αιρετικές ανοησίες και τα φιλοσοφικά τεχνολογήματα των μονοφυσιτών, που αρνούνταν την πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης του Κυρίου μας, συνεπώς έθεταν εν αμφιβόλω τη σωτηρία του ανθρώπου από τον Κύριο, δηλαδή τη σχέση του με τον Θεό, ο άγιος Λέων υπήρξε, κατά την υμνολογία της Εκκλησίας μας, ο πνευματικός ήλιος, ο οποίος έλαμψε τις ακτίνες της ορθοδοξίας και κατηύθυνε το σκάφος της Εκκλησίας στην αλήθεια της αποκάλυψης του Κυρίου. Κι οι ακτίνες της ορθοδοξίας του ήταν ακριβώς ό,τι ο Κύριος φανέρωσε με την επί γης παρουσίας Του: ότι ήταν ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο οποίος έγινε πραγματικός άνθρωπος, προκειμένου να εντάξει στον εαυτό Του τον πεσμένο στην αμαρτία άνθρωπο και να τον κάνει και αυτόν χάριτι υιό Θεού. Κι αυτό σημαίνει: ο Κύριος έχει μία υπόσταση σε δύο ουσίες, δηλαδή είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, άρα με θεϊκή και ανθρώπινη θέληση, αλλά έχει μία υπόσταση, του Υιού και Λόγου του Θεού. «Μίαν υπόστασιν εν δύο ταις ουσίαις τον Χριστόν ομολογήσας, ενεργούντα διττώς και θέλοντα» (ωδή ζ΄).

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ


Η παραβολή της κρίσεως αποτελεί και τη μεγαλύτερη πρόκληση για μετάνοια του ανθρώπου. Διότι πράγματι ενόψει της βεβαίας αυτής πραγματικότητας: του και πάλι ερχομένου Κυρίου «κρίναι ζώντας και νεκρούς», ο άνθρωπος και ιδίως ο βαθιά πιστός κινητοποιείται σε εγρήγορση και μετάνοια. Γνωρίζει ότι δεν μπορεί να επαναπαυθεί στον κόσμο τούτο. Η κάθε πράξη και σκέψη του θα ελεγχθεί από τον Χριστό. Αληθινά, η παραβολή ειπώθηκε από τον Κύριο μέσα στην προοπτική της εγρηγόρσεως: να είμαστε ανά πάσα στιγμή έτοιμοι, γιατί έρχεται ο Κύριος ως κριτής την ώρα που δεν Τον περιμένουμε. Κι αυτό ήταν και το κυριότερο κίνητρο της πρώτης Εκκλησίας, όπως φαίνεται από όλη την Καινή Διαθήκη, για να κρατούν οι χριστιανοί ζωντανή τη σχέση τους με τον Χριστό. «Μαράν αθά», δηλαδή ο Κύριος έρχεται ή έλα Κύριε, ήταν το σύνθημα θα λέγαμε της ζωής τους.
 Αυτό όμως σημαίνει ότι η προσμονή της κρίσεως δεν ήταν γι’ αυτούς τόσο ένα όριο φόβου, όσο μία λαχτάρα αγάπης: περίμεναν συνεχώς τον αγαπημένο τους Κύριο, τον νυμφίο της ψυχής τους, οπότε η τήρηση των εντολών του Χριστού ποτέ δεν κατενοείτο ως πίεση και δέσμευση, αλλά ως χαρούμενη αυτοπροσφορά μπροστά στο χάραμα της μεγάλης ημέρας: του και πάλι ερχομού Του!

 

ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ


῾Ο ἀπόστολος μᾶς πάει σέ βαθιά νερά: μᾶς ἀνοίγει τά μάτια καταρχάς νά δοῦμε τά πραγματικά ὅρια τῆς ἁμαρτίας. Διότι μᾶς λέει ὅτι ἁμαρτία δέν εἶναι μόνον ὅ,τι εὐθέως προκαλεῖ τόν ἄνθρωπο – τόν ἑαυτό μας ἤ τόν συνάνθρωπο – δηλαδή οἱ βαριές λεγόμενες ἁμαρτίες: φόνος, ὕβρεις, μοιχεῖες, πορνεῖες κλπ., ἀλλά καί αὐτό πού ἔστω ἐπ᾽ ἐλάχιστον προκαλεῖ τή συνείδηση τοῦ ἄλλου, ὅπως γιά παράδειγμα μία καλή θεωρούμενη δική μας ἐνέργεια, ἡ ὁποία ὅμως μπορεῖ νά σκανδαλίσει ἕναν ἀρχάριο ἐν Χριστῷ ἀδελφό. Καί πέραν τούτου: ἁμαρτία εἶναι, ὅπως διδάσκει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, καί ὅ,τι μπορεῖ νά τόν προκαλέσει καί σέ ἐπίπεδο λογισμῶν μέ τίς κατά διάνοιαν λεγόμενες ἁμαρτίες. Διότι δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ἡ ἁμαρτία ξεκινᾶ ὡς λογισμός στή διάνοια κι ἔπειτα προχωρεῖ καί γίνεται πράξη. ῎Ετσι μπορεῖ κανείς νά βλάπτει τόν συνάνθρωπό του – καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του βεβαίως: ὁ πρῶτος συνάνθρωπος εἶναι ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός - ἀπό τήν ὥρα πού θά δεχθεῖ καί τήν παραμικρή ὑποψία ἤ κακή σκέψη ἀπέναντί του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ ἅγιοί μας, παλαιότεροι καί νεώτεροι, ἐπανειλημμένως τόνιζαν τή σημασία τῶν λογισμῶν πού καλλιεργοῦμε μέσα μας ἀπέναντι στόν συνάνθρωπό μας: καλός λογισμός σημαίνει οὐσιαστική βοήθεια σ᾽ αὐτόν, κακός λογισμός σημαίνει ἀρνητική ἐνέργεια πού τόν ὠθεῖ σέ ἄσχημους ἀτραπούς. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή λοιπόν ἡ ἔννοια τῆς ἁμαρτίας βαθαίνει πάρα πολύ, διότι ἀνάγεται στό βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ἄνθρωπος ἁμαρτάνει εἴτε λόγῳ εἴτε ἔργῳ εἴτε διανοίᾳ.
 
 Τά πράγματα ῾σκληραίνουν᾽ ἀκόμη περισσότερο ὅμως μέ τήν ἀναγωγή πού κάνει ὁ ἀπόστολος: ἡ ὅποια ἁμαρτία μας, ἀκόμη καί ἡ παραμικρότερη, δέν ἔχει τελικό ἀποδέκτη τόν συνάνθρωπο, ἀλλά τόν ἴδιο τόν Χριστό. ῾Εἰς Χριστόν ἁμαρτάνετε᾽. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία δέν κατανοεῖται σέ ἐπίπεδο μόνο ὁριζόντιο· ἁπλώνεται σέ χῶρο πέραν τῆς κτιστῆς πραγματικότητας, στήν ἴδια τή θεότητα. ῾Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα᾽ ἀκοῦμε ἤδη ἀπό τόν ψαλμωδό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. ῞Οταν ἁμαρτάνουμε λοιπόν δέν καταστρατηγοῦμε ἁπλῶς ἕναν κανόνα, δέν γίνεται μία παρέκκλιση πού εἶναι ἐπιφανειακή, ἀλλά χαλᾶμε τή σχέση μας μέ τόν ἴδιο τόν Θεό, πού θά πεῖ δέν παθαίνει βεβαίως κάτι ὁ Θεός ἀπό ἐμᾶς, ἀλλά ἀλλοιώνονται ὅλες οἱ δικές μας σχέσεις μαζί κι ὁ ἑαυτός μας. ῾Η παραβολή τοῦ ἀσώτου μάλιστα τῆς προηγουμένης Κυριακῆς μέ τρόπο ἀνάγλυφο καί συγκλονιστικό μᾶς περιέγραψε τίς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας ὡς ἀπομάκρυνσης ἀπό τόν Θεό Πατέρα: ἡ ἀπώλεια τοῦ ἑαυτοῦ καί ὁ ἴδιος ὁ θάνατος. ῾῾Ο υἱός μου οὗτος νεκρός ἦν...καί ἀπολωλός᾽.

 

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (18)


Ο… υποψήφιος!
«Τον πάτερ θα θέλαμε!», ακούστηκε κάποια φωνή έξω από το γραφείο των ιερέων.
«Μέσα είναι, περάστε», υπέδειξε ο νεωκόρος.
Η πόρτα κτύπησε, άνοιξε.
«Πάτερ, μπορούμε να σας απασχολήσουμε για λίγο;», μίλησε ο μεγαλύτερος.
Ήταν ένας μεσήλικας άνδρας και ένας περίπου τριαντάχρονος. Πατέρας και γιος απ’ ότι είπαν αργότερα.
«Τι θα θέλατε;» είπε ο ιερέας καλόκαρδα. «Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;» Τους χαμογέλασε.
«Πάτερ, είναι κάτι σοβαρό και θα θέλαμε τη βοήθειά σας», μίλησε και πάλι ο μεγαλύτερος, ο πατέρας. Ήταν εκείνος που τελικά  μονοπώλησε τον λόγο. Ο γιος του ελάχιστα μίλησε, πλην μερικών γνεψιμάτων και μονολεκτικών φράσεων.
«Περί τίνος πρόκειται;»
«Πάτερ, θέλουμε να δώσετε στον γιο μου ένα χαρτί που να το πάμε στον Δεσπότη – έτσι μας είπανε – για να τον κάνει… παπά!»  
Τα ‘χασε λίγο ο ιερέας. Ανέκτησε όμως σύντομα την ψυχραιμία του.
«Δεν σας έχω ξαναδεί στον ναό. Είστε της ενορίας;» είπε κάπως επιφυλακτικά. Η στάση τους και τα πρόσωπά τους δεν του ενέπνεαν και πολλή εμπιστοσύνη. Πολύ περισσότερο δεν φαίνονταν  να μυρίζουν ... λιβάνι!
«Όχι. Ούτε της ενορίας, αλλά ούτε και αυτής της Μητρόπολης. Ερχόμαστε από πιο βορεινά, αλλά εδώ θέλει να ζήσει ο γιος μου, η περιοχή που είστε του αρέσει, οπότε σκεφτήκαμε να έλθουμε σε σας».
«Γιατί θέλετε να γίνετε παπάς;» στράφηκε ο ιερέας στον νέο.
Έσπευσε όμως να απαντήσει και πάλι ο πατέρας.
«Πάτερ, κοντεύει τα τριάντα και δεν έχει κάποια δουλειά. Οπότε σκεφτήκαμε να γίνει παπάς, για να έχει κάτι να κάνει και κάτι να… τρώει».
 Η ειλικρίνεια του πατέρα ήταν αφοπλιστική. Προφανώς όχι από την υπάρχουσα σ’ αυτόν συγκεκριμένη αρετή, αλλά από άγνοια και μάλλον… θράσος.
«Ανεπίγνωστη πορεία. Θεέ μου, βόηθα», ύψωσε νοερά το βλέμμα στον Κύριο ο ιερέας.
«Δεν είναι εύκολα τα πράγματα», άρχισε κάτι να λέει ο παπάς. «Δεν πάει έτσι το… πράμα», είπε να μιλήσει στη γλώσσα τους.
«Έχετε σπουδάσει κάτι;» στράφηκε και πάλι στον νεαρό. «Θεολογία μήπως; Έχετε πάει στην Ανωτέρα; Κάποια εκκλησιαστική σχολή τέλος πάντων;»
«Όχι», απάντησε ο νεαρός – και φάνηκε ότι η ερώτηση ερχόταν από άλλον… κόσμο.
«Τι σχέση έχετε με την Εκκλησία;» επέμεινε ο ιερέας. «Εκκλησιάζεστε τις Κυριακές, τις εορτές; Έχετε πνευματικό; Γιατί αυτά είναι πράγματα που με τον πνευματικό σας πρέπει να τα συζητήσετε».
«Τι πνευματικό, πάτερ;» επανήλθε δριμύτερος ο πατέρας. «Παπάς θέλει να γίνει. Τι δουλειά έχει ο πνευματικός; Κι από Εκκλησία, πάμε. Τα Χριστούγεννα, το Πάσχα. Αλλά τώρα που θα γίνει παπάς, θα πηγαίνει τακτικά. Έτσι δεν είναι;» έπιασε να γελάει, ευχαριστημένος από το… αστείο του!
«Αν δεν είναι ανέκδοτο, μάλλον ζω σε άλλον… πλανήτη!» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο παπάς. Είπε να δώσει ένα τέλος στο… ανέκδοτο.
«Δυστυχώς, δεν μπορώ να δώσω εγώ ένα τέτοιο χαρτί, το οποίο μάλιστα δεν υφίσταται. Αλλά και να υφίστατο, τι να βεβαιώσω για κάποιον που τον βλέπω πρώτη φορά, και μάλιστα δεν έχει και κάποια σχέση με την Εκκλησία; Κοιτάξτε: αυτό που ζητάτε είναι πολύ σοβαρό, ίσως το σοβαρότερο στον κόσμο, αφού η ιερωσύνη «τελείται μεν επί της γης, αλλ’ έχει τάξιν επουρανίων πραγμάτων», κατά τον άγιο Χρυσόστομο. Δηλαδή, ο ιερέας κάνει πράγματα εδώ στον κόσμο, αλλά ανήκει στους ουρανούς, όπως και οι άγγελοι. Δεν ξέρω πόσοι ιερείς είναι στην υψηλή αυτή κατάσταση, αλλά τουλάχιστον πρέπει να υπάρχει ένα ελάχιστο ποσοστό, ένα μίνιμουμ προϋποθέσεων, που απ’ ότι φαίνεται δεν πρέπει να το έχει ο γιος σας. Δηλαδή να υπάρχει έστω και κάποια επίγνωση. Και ξέρετε ότι υπάρχουν και τα λεγόμενα κωλύματα της ιερωσύνης. Εμπόδια για να γίνει κανείς ιερέας. Δεν του ζητείται βεβαίως η αναμαρτησία, κάτι ανέφικτο, αλλά απαιτείται να είναι πιστό μέλος της Εκκλησίας, να πιστεύει ορθά στον Κύριο, να εκκλησιάζεται τακτικά, να εξομολογείται, να ζει όσο μπορεί την παρουσία του Κυρίου».
«Είναι παντρεμένος;» ρώτησε τον πατέρα, γιατί έβλεπε ότι μάλλον δεν θα έπαιρνε απάντηση από τον νέο.
«Όχι, αλλά θα παντρευτεί. Συζεί με κάποια κοπέλα - τι κοπέλα δηλαδή, μεγαλοκοπέλα - χωρισμένη με ένα παιδάκι, αλλά θα την πάρει. Αυτό είναι κανονισμένο. Απλώς δουλειά δεν έχει και γι’ αυτό, όπως σας είπα, σκεφτήκαμε να γίνει παπάς».
«Αυτό που λέτε δεν μπορεί να γίνει», απάντησε κοφτά ο ιερέας, «γιατί δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Και το κυριότερο: δεν τον συμφέρει τον γιο σας να γίνει. Γιατί είναι σαν να αποφασίζει τον… χαμό του. Και να σας πω: δεν νομίζω ότι θα βρεθεί παπάς, οπουδήποτε στον κόσμο, που θα σας δώσει αυτό που ζητάτε. Και πείτε ότι βρίσκετε τέτοιον παπά. Δεν υπάρχει Δεσπότης που να χειροτονήσει τον γιο σας. Κι αυτό για το καλό του. Δεν παίζουμε με τον Θεό και με την αγία Του Εκκλησία». Είπε ο ιερέας και φάνηκε εξουθενωμένος. Του ήλθε να κλάψει από την άγνοια, από την επιπολαιότητα, από… ένα σωρό πράγματα που έβλεπε μπροστά του.
«Πάτερ, σας παρακαλώ…», άρχισε να κλαψουρίζει λίγο ο αγέρωχος μέχρι τώρα πατέρας. «Βοηθείστε μας. Μία δουλειά ψάχνει για να ζήσει. Θα έχετε και σεις παιδιά και μπορείτε να με καταλάβετε».
«Δεν είναι θέμα ελεημοσύνης η ιερωσύνη, σας είπα, μα δεν το καταλάβατε. Σας παρακαλώ, μην μπαίνετε σε μία τέτοια διαδικασία, που διακυβεύεται το αιώνιο μέλλον σας, και του παιδιού σας και το δικό σας. Το παιδί σας φαίνεται καλό παιδί, γι’ αυτό ας ψάξει να βρει μία δουλειά, ας παντρευτεί την κοπέλα με την οποία συζεί, ας κάνει και δικά του παιδάκια, και όσο μπορεί ας ζει χριστιανικά μέσα στην Εκκλησία. Όπως λένε σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι άγιοί μας, «μπορεί να γίνει άγιος, όχι όμως παπάς».
Άστραψε λίγο το μάτι του πατέρα τώρα. Σαν να αγρίεψε. Κάτι πήγε να πει με οργή, αλλά τον έκοψε με αποφασιστικό τρόπο ο ιερέας. Σηκώθηκε όρθιος, τους έτεινε το χέρι προς χαιρετισμό, άνοιξε την πόρτα και τους ξεπροβόδισε.
«Στην ευχή της Παναγίας να πάτε. Εύχομαι να σας φωτίσει ο Θεός!» Έφυγαν… παρεξηγημένοι. Σαν να άκουσε κάποιες ψιθυριστές βρισιές ο παπάς και από τους δυο.
Γύρισε και κάθισε πάλι στο γραφείο. Ένιωσε το κεφάλι του βαρύ και ασήκωτο. Το κράτησε και με τα δυο του χέρια, κι έμεινε εκεί μέχρι που άκουσε την καμπάνα του εσπερινού να χτυπάει…

 

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (18)


«Μην απατάσαι, ανόητε εργάτη, ότι με τον επόμενο χρόνο θα αναπληρώσεις τον χρόνο που έχασες. Διότι και της κάθε ημέρας ο χρόνος δεν επαρκεί ώστε να εκπληρώσουμε όπως πρέπει τις καθημερινές μας υποχρεώσεις προς τον Δεσπότη (Χριστό)» (λόγ. στ΄ 25).
Μην παραξενεύεσαι με τον αυστηρό τόνο του αγίου. Δεν είναι πράγματι ανόητος εκείνος που πιστεύει ότι τον χρόνο τον έχει στη διάθεση και την κατοχή του; Πετάει στα σύννεφα χωρίς να βλέπει την πραγματικότητα της ζωής: ο θάνατος παραμονεύει σε κάθε βήμα της ζωής!  Είναι πιο… πραγματικός απ’ ότι η ίδια η ζωή! Εκεί που λες ζω, εκεί ήδη έχεις φύγει! Είναι τυχαίο που ο  ίδιος ο Κύριος χαρακτήρισε με τον ίδιο τρόπο τον πλούσιο που πίστευε ότι θα ζήσει αιώνια; «Άφρων!»
Μα είναι ανόητος και για άλλον λόγο, κατά τον άγιο: πιστεύει ότι ο επόμενος χρόνος θα αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο. Μα πρέπει να είσαι σε τέτοια εγρήγορση προκειμένου να τηρείς το θέλημα του Θεού, ώστε η κάθε στιγμή γίνεται στιγμή κρίσης αν δεν αξιοποιείται. Η κάθε στιγμή δηλαδή είναι μοναδική και ανεπανάληπτη! Και «δεν επαρκεί ούτε για τις υποχρεώσεις της ίδιας»!
Τι κρύβεται πίσω από τον αφυπνιστικό λόγο του αγίου; Αφενός η εντολή του Κυρίου περί της αγάπης προς τον Θεό «εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας και εξ όλης της ισχύος» - δεν έχεις περιθώρια… χρόνου αφού ο Θεός σου ζητάει το εκατό τοις εκατό της ενέργειάς σου, αφετέρου ότι ο χρόνος συνιστά δωρεά Εκείνου στον άνθρωπο προς αξιοποίησή του, δηλαδή προς τήρηση ακριβώς των αγίων Του εντολών. «Δίνω χρόνο για μετάνοια» (πρβλ. Αποκ. 3, 23), επισημαίνει ο λόγος του Θεού.  Αναξιοποίητος χρόνος λοιπόν δεν είναι περιφρόνηση του δώρου αυτού; Δεν είναι σαν να πετάς αυτό που σου δίνει ο Δημιουργός σου;
Η εξαπάτηση και η ανοησία βεβαίως επαυξάνεται, όταν ληφθεί υπόψη και ένας ψυχολογικός παράγων: η βαριεστημάρα που καραδοκεί πάντοτε στα λεγόμενα πνευματικά. Είναι αξίωμα πια: ό,τι αναβάλλουμε να κάνουμε σήμερα, δύσκολα γίνεται αύριο. «Η αναβολή οδηγεί στη χώρα του ποτέ»!