Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (28)


«Αν δεν μπορείς, μολονότι πάλεψες πολύ, να διαλύσεις εντελώς το σκάνδαλο της μνησικακίας, δείξε στον εχθρό σου, έστω με λόγια, ότι μετανόησες. Έτσι θα συμβεί να εντραπείς την παρατεινόμενη υποκρισία σου, και να τον αγαπήσεις ολοκληρωτικά, κεντώμενος και καιόμενος σαν με πυρ από τις τύψεις της συνειδήσεως» (λόγ. θ΄ 10).
Υπάρχει και καλή υποκρισία! Να υποκρίνεσαι ότι αγαπάς τον άλλο, κυρίως τον εχθρό σου, κι ότι θέλεις να αποκαταστήσεις τη σχέση σου μαζί του  - αναλαμβάνοντας μάλιστα και το βάρος της ενοχής – έστω κι αν δεν έχεις φτάσεις στην καρδιακή αγάπη, στην πλήρως αγαθή διάθεση προς εκείνον!  Κάν’ το με τα λόγια, προτρέπει ο όσιος.
Και μάς καθοδηγεί στα ιερά άδυτα της καρδιάς του αγωνιστή χριστιανού: ο αγωνιστής γνωρίζει ότι το θέλημα του Κυρίου είναι πάντοτε και μονίμως η αγάπη: η αληθινή, αυτή που πηγάζει από την καρδιά του ανθρώπου, συνεπώς εκείνη που κινείται από το Πνεύμα του Θεού. Μα, βλέπει ότι δεν έχει φτάσει ακόμη σ’ αυτό το υψηλό και χαρισματικό σημείο, και μάλιστα απέναντι σ’ εκείνον που τον έχει αδικήσει και τον έχει προσβάλει, δηλαδή τον… εχθρό! Δεν αφήνεται σε λογισμούς μνησικακίας: νιώθει το σκάνδαλό της μέσα του  που του φυγαδεύει τη χάρη του Θεού. Δεν παραδίδεται στον Πονηρό που του υποβάλλει τη δικαιολογία της ανταπόδοσης. Επιμένει, προσβλέποντας «τι το θέλημα του Κυρίου, το αγαθόν και ευάρεστον Αυτώ»· προσβλέποντας στον παράδειγμα του Ιδίου, ο Οποίος πάνω στον Σταυρό συγχωρούσε τους εχθρούς Του και έψαχνε δικαιολογίες γι’ αυτούς: «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι»!
Και γι’ αυτό… σέρνει τον εαυτό του έστω και με τη βία. Ακόμη και με την… υποκρισία! Κι ενώ βρίσκεται στη διαδικασία αυτή, τη χαρισματική εξίσου, κλαίει την κατάντια του, γιατί βλέπει τη μικρότητά του. «Κεντάται και καίγεται σαν να έχει φωτιά μέσα του από τις τύψεις της συνειδήσεως». Ζει όμως με το όραμα: να φτάσω να αγαπήσω τον εχθρό μου ολοκληρωτικά. Όπως ο Χριστός. Τι ευλογημένη «ντροπή»! Τι ευλογημένη υποκρισία!
Δεν σου έρχεται να προσκυνήσεις μία τέτοια καρδιά; Δεν χτυπάς το στήθος σου για τη δική σου ανύπαρκτη χριστιανική ζωή, το ύψος της οποίας φτάνει τις περισσότερες φορές στο να μην ανταποδώσεις στον άλλο την εχθρότητά του; «Δεν θέλω το κακό του», μουρμουράς, κι αισθάνεσαι δικαιωμένος. Μην τρέφεις αυταπάτες για τον εαυτό σου: βρίσκεσαι ακόμη σε… ιουδαϊκά επίπεδα. Δεν έχεις φτάσεις καν στα πρώτα κράσπεδα της πνευματικής ζωής!

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ΣΥΝΑΣΚΗΤΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ

Πάντοτε η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας προβάλλει ως τρόπο ζωής κάτι που προκαλεί τη λογική του κοσμικού μη εν Θεώ ζώντος ανθρώπου, έστω κι αν χαρακτηρίζεται επιφανειακά χριστιανός: ότι δηλαδή η εγκράτεια ως περιορισμός των σαρκικών ηδονών αποτελεί την τρυφή του πιστού, η πτωχεία ως συνειδητή επιλογή συνιστά τον πλούτο του, η ακτημοσύνη ως άρνηση κατοχής οιωνδήποτε υλικών πραγμάτων, κυρίως δε εσωτερικής δέσμευσης σε αυτά, είναι η μεγάλη περιουσία του, η ταπείνωση είναι ο έπαινός του. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο χριστιανός αγωνίζεται κατά του κεντρικού πάθους του ανθρώπου, της φιλαυτίας με όλα τα παρακλάδια της: της φιληδονίας, της φιλαργυρίας, της φιλοδοξίας, ώστε να τη μεταστρέψει και να την κάνει φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Δηλαδή κτυπά τα πάθη του με τις αντίστοιχες αρετές, ώστε μεταστρέφοντας με τη χάρη του Θεού τη φιλαυτία σε φιλοθεΐα και φιλανθρωπία, να βρει  το σημείο συντονισμού του με τη χάρη του Θεού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ζητούμενο πάντοτε είναι ο ίδιος ο Θεός και η χάρη Του στη ζωή του ανθρώπου και το μόνο σημείο που ο άνθρωπος βρίσκει όντως τον Θεό είναι η αγάπη. Από την άποψη αυτή δεν δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε ό,τι στο Γεροντικό για παράδειγμα διαβάζουμε για οσίους μας, που έλεγαν: «Πηγαίνω όπου υπάρχει κόπος και εκεί βρίσκω ανάπαυση».
Το παραπάνω σκεπτικό επισημαίνουμε και στην ασκητική ζωή του οσίου Βασιλείου. Ο υμνογράφος μας καθοδηγεί και μας λέει: «Επιθύμησες την πάνω από τον ανθρώπινο νου μακαριότητα του Θεού, γι’ αυτό και θεώρησες, θεσπέσιε, την εγκράτεια ως τρυφή σου, την πτωχεία ως πλούτο σου, την ακτημοσύνη ως μεγάλη περιουσία, την ταπείνωση ως έπαινό σου» («Της μακαριότητος της υπέρ νουν ορεγόμενος, ελογίσω, θεσπέσιε, τρυφήν την εγκράτειαν, την πτωχείαν πλούτον, την ακτημοσύνην περιουσίαν δαψιλή, και ευδοξίαν την μετριότητα») (στιχηρό εσπερινού).  Με άλλα λόγια κανείς δεν μπορεί να συναντηθεί αληθινά με τον Θεό, να νιώσει ζωντανή μέσα του τη χάρη του Πνεύματός Του, έχοντας μέσα του ενεργό το πάθος του εγωισμού με τα παρεπόμενά του. Κι από την άποψη αυτή καταλαβαίνει και την ευλογία της περιόδου της Σαρακοστής, που δίνει πάμπολλες αφορμές ελέγχου των ψεκτών παθών μας και μεταστρέψεώς τους σε ένθεα πάθη, δηλαδή σε αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο.
 
 
 
 


Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (27)

 
«Μοιάζουν οι μεν ευλογημένες και όσιες αρετές με την κλίμακα του Ιακώβ, οι δε ανόσιες κακίες με την αλυσίδα που έπεσε από τα χέρια του κορυφαίου Αποστόλου Πέτρου (πρβλ. Πράξ. ιβ΄ 7). Διότι οι μεν πρώτες, καθώς η μία οδηγεί στην άλλη, ανεβάζουν στον ουρανό εκείνον που το επιθυμεί. Ενώ οι άλλες, οι κακίες, έχουν τη συνήθεια να γεννούν η μία την άλλη και να συσφίγγονται μεταξύ τους» (λόγ. θ΄ 1).
Με άμεσο και εποπτικό τρόπο ο όσιος, χρησιμοποιώντας εικόνες από περιστατικά της Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, σου τονίζει μία κεντρική αλήθεια της πνευματικής ζωής: τα πάντα σ’ αυτήν είναι ενοποιημένα – το ένα παραπέμπει στο άλλο· το ένα γεννά το άλλο! Που σημαίνει: αγωνίζεσαι στην απόκτηση μίας αρετής; Θα δεις ότι η αρετή αυτή σε παίρνει από το χέρι και σε πάει και σε άλλη, κι ακόμη σε άλλη. Το ίδιο και αντίστροφα: πήρες τον κατήφορο; Μην περιμένεις καμία… μαγική στάση! Η μία πτώση θα ακολουθεί την άλλη χωρίς σταματημό.
Αυτό δεν συμβαίνει μόνο σε έναν ή σε κάποιους μόνον ανθρώπους. Συμβαίνει σε όλους μας. Είναι τέτοια η φύση της ανθρώπινης ύπαρξης, που δεν υπάρχουν στεγανά σ’ αυτήν: όλος ο άνθρωπος, ψυχοσωματικά, τοποθετείται ενιαία είτε προς το θετικό είτε προς το αρνητικό. Άκου τα φοβερά λόγια του Κυρίου: «ο μη ων μετ’ εμού εστί, και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει»! «Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Γι’ αυτό, δεν μπορείς να… αλλοιθωρίζεις στη ζωή σου. Αν πιστέψεις ότι μόνος εσύ μπορείς να συμβιβάσεις τα ασυμβίβαστα, έχεις μπλεχτεί με τον πιο οδυνηρό τρόπο στα δίχτυα του πονηρού, και σε δουλεύει… ψιλό γαζί που λένε. Οπότε μην ακούς τον γλυκερό ψίθυρο του Πονηρού και των υποτακτικών του: «δοκίμασέ τα όλα· απόκτησε εμπειρίες· εμπλούτισε… τον εαυτό σου»! Η δοκιμασία του κακού, η εμπειρία της αμαρτίας είναι μεν εμπλουτισμός, αλλά μόνο στο κακό. Σου θολώνει τον νου, χάνεις τον Θεό σου, πληγώνεσαι, πετρώνεις, νεκρώνεσαι…
Στοχάσου λοιπόν τον λόγο του οσίου: αδιάκοπα ή θα ανεβαίνεις ή θα καταποντίζεσαι. Οπότε πάρε τον δρόμο της ελπίδας: μένε όσο μπορείς πάνω στο αγαθό, και θα βλέπεις τις αρετές χωρίς σταματημό ν’ αστράφτουν σαν μαργαριτάρια πάνω σου. Και: αποτινάξου μακριά, σαν να συναντάς φίδι, από το όποιο κακό. Ο πειραματισμός με αυτό είναι χαλκάς που αδιάκοπα θα συσφίγγεται γύρω σου…
Προχώρησε λίγο τον στοχασμό: η παραπάνω αλήθεια δεν ισχύει μόνο για τη ζωή αυτή. Προεκτείνεται και στην άλλη! Που θα πει: αδιάκοπα θα αυξάνεις εν Θεώ ακόμη και στον Παράδεισο· αδιάκοπα θα αυξάνεις στον κολασμό, όντας και μέσα στην κόλαση!

 



 
 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΟΛΙΤΟΥ


Ο υμνογράφος σημειώνοντας την αληθινή  προοπτική του ανθρώπου: την εν Χριστώ θέωσή του, προβαίνει και σε δύο εκτιμήσεις: πρώτον∙ ο άνθρωπος που έχει ως προτεραιότητα της ζωής του το θέλημα του Θεού, είναι ο ισορροπημένος άνθρωπος, ο ψυχικά ομαλός, που δεν εκτρέπεται στη μανία της αθεΐας και της αίρεσης. «Διότι αληθινά καταφρόνησες τη μανία και την τρέλα των αθέων» («της γαρ μανίας αληθώς των αθέων κατεφρόνησας») (ωδή δ΄). Ο υμνογράφος εν προκειμένω κινείται αγιογραφικά. Η παραπάνω εκτίμησή του είναι η εκτίμηση της θεόπνευστης Γραφής: «Είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού: ουκ έστι Θεός»: Είπε ο ανόητος  μέσα στην καρδιά του: Δεν υπάρχει Θεός. Και δεύτερον∙ ο αληθινός χριστιανός είναι και ο πραγματικά προοδευτικός άνθρωπος, εκείνος που κοιτάζει μπροστά στη ζωή του, υπερβαίνοντας διαρκώς τα όποια σφάλματά του ή τις αμαρτίες του. Η ζωή του χριστιανού με άλλα λόγια αποτελεί μία διαρκή υπέρβαση προς ό,τι αληθινό και ανθρώπινο υπάρχει: την επικράτηση της δικαιοσύνης του Θεού στον κόσμο. Σε έναν ωραιότατο ύμνο από την ωδή ε΄ ο υμνογράφος σημειώνει: «Ανέλαβες στους ώμους σου την πανοπλία του Σταυρού κι ακολούθησες, πάτερ, τον Χριστό, αφήνοντας στη λήθη τα περασμένα και προχωρώντας στους δρόμους που βρίσκονται μπροστά» («Επί των ώμων αναλαβών την διά Σταυρού πανοπλίαν, συ τω Χριστώ ηκολούθησας, των οπίσω, πάτερ, λήθην ποιούμενος και τοις έμπροσθεν δρόμοις επεκτεινόμενος»). Την αλήθεια αυτή μπορεί να τη δανείζεται ο υμνογράφος από τον απόστολο Παύλο, αλλά για να τονίσει ότι ο χριστιανός έχει μία δυναμικότητα που μπορεί να τραντάξει τον κόσμο. Διότι ακολουθεί πάντοτε τον Χριστό κι αφήνει πίσω του οτιδήποτε σάπιο και ευτελές. Η ζωή του χριστιανού, αν είναι λίγο συνεπής, είναι μία βόμβα ανθρωπισμού στον αιχμαλωτισμένο από τον διάβολο κόσμο μας. Τα αποτελέσματα μπορεί να μην είναι αμέσως εμφανή και ορατά, υπάρχουν όμως και δρουν κατά υπόγειο τρόπο, όπως και ο σπόρος που δεν φαίνεται θαμμένος στη γη, έρχεται ώρα που καρποφορεί, για να γίνει δέντρο μεγάλο.

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ



Αν ο χριστιανός δεν συζητά για την ύπαρξη και την αξία της νηστείας, προβληματίζεται πολύ σοβαρά για το είδος και τις διάφορες εκφάνσεις της. Διότι διαπιστώνει συχνά διαστρεβλωμένες αντιλήψεις γι’ αυτήν ακόμη και σε εκκλησιαστικούς θεωρούμενους ανθρώπους, πολύ περισσότερο όταν ο ίδιος ο Κύριος αναφέρεται στη νοσηρότητα που παρουσιάζεται στη νηστεία, κατεξοχήν με την υποκριτική μορφή της. «Μη νηστεύητε ώσπερ οι υποκριταί» σημείωσε,  που σημαίνει ότι δεν δικαιώνεται απλώς ο νηστεύων, αλλ’ ο ορθά νηστεύων. Ποια είναι νοσηρή νηστεία κατά τον Κύριο; Η νηστεία που δουλεύει στην ανθρωπαρέσκεια και τον εγωϊσμό, εκείνη δηλαδή που τελική αναφορά δεν έχει τον Θεό αλλά τον άνθρωπο ως θήρευση του «εύγε» και του «μπράβο» αυτού («όπως φανώσιν τοις ανθρώποις νηστεύοντες»). Είναι ευνόητο έτσι ότι η νηστεία αυτή όχι μόνο δεν φέρνει κανένα θετικό πνευματικό αποτέλεσμα, αλλ’ αντιθέτως απομακρύνει τον άνθρωπο από τον Θεό, όπως το βλέπουμε τούτο πολύ καθαρά στο πρόσωπο του Φαρισαίου της γνωστής παραβολής.
Και ποια είναι η υγιής νηστεία; Η νηστεία που αναφορά έχει τον ίδιο τον Θεό και συνεπώς αποφεύγει τη δημοσιοποίησή της. Πρόκειται δηλαδή για τη νηστεία που λειτουργεί ως μέσον και εργαλείο για την ορθή στάση του ανθρώπου έναντι του Θεού. Κι επειδή ορθά στέκεται ο άνθρωπος έναντι του Θεού όταν ζει όπως Εκείνος, δηλαδή όταν αγαπά – «ο γάρ Θεός αγάπη εστί» - άρα η νηστεία καταξιώνεται στον βαθμό που συνεργεί στην απόκτηση της αγάπης από τον άνθρωπο. Αν με άλλα λόγια νηστεύοντας δεν αυξάνω την αγάπη μου προς τον Θεό και κυρίως προς τον συνάνθρωπο, τότε η νηστεία μου πάσχει ως υποκριτική και ψευδής με αποτέλεσμα την καταδίκη της από τον Θεό.

 
 
 

ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ


«Η νυξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν» (Ρωμ. 13, 12)
Ο απόστολος χρησιμοποιεί την καθημερινή εικόνα της έγερσης από τον ύπνο ενόψει της ημέρας που έρχεται για να μας μιλήσει για τα πνευματικά. Τρία στοιχεία συνιστούν τον ερχομό αυτό: ο (πνευματικός) ύπνος, η έγερση, η ώρα.
 1. Ο (πνευματικός) ύπνος:  Είναι η κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος ζει τη ζωή αυτή χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τον Θεό. Τον απασχολούν όλα τα επίγεια θέματα, μετέχει ενδεχομένως σε όλα αυτά, αλλά χωρίς Θεό. Κι αυτό σημαίνει ότι σε πνευματικό ύπνο βρισκόμαστε όταν
- ενδιαφερόμαστε μόνο για το τι θα φάμε, τι θα πιούμε, με τι θα ντυθούμε,
- μας ενδιαφέρει αποκλειστικά η επαγγελματική καριέρα και η θέση μας,
- μας απορροφά το κυνηγητό του χρήματος ή ίσως μόνο η ίδια η οικογένειά μας, πράγματα που επιτείνονται από τον «άθεο» μάλλον περίγυρό μας, όπως π.χ. το βλέπουμε με τα Μ.Μ.Ε. κυρίως την τηλεόραση.
Οι περιπτώσεις αυτές είναι περιπτώσεις πνευματικού θανάτου. Όπως στον ύπνο έχουμε έναν μικρό θάνατο, έτσι και στον πνευματικό. Ο ίδιος ο Κύριος χαρακτήρισε την ασωτία του υιού της παραβολής του ασώτου ως κατάσταση θανάτου και απώλειας.
2. Έγερση: Η διέξοδος είναι η έγερση, να ξυπνήσει δηλαδή από τον πνευματικό ύπνο και να ζει έτσι ώστε ο Θεός να προσδιορίζει τη ζωή του. Κι αυτό σημαίνει ενεργοποίηση του βαπτίσματος: επανεύρεση του ενδύματός μας που είναι ο Χριστός. «Ενδύσασθε τον Ιησούν Χριστόν». Αφ’ ης στιγμής ο Χριστός ήλθε στον κόσμο η πνευματική έγερση του ανθρώπου είναι γεγονός. Δεν μπορούμε να ζούμε σαν να μην έχει έλθει. Ο χριστιανός είναι πια ξύπνιος και παλεύει διαρκώς να φανερώνει τον Χριστό στη ζωή του. Αυτή είναι και η αληθινή έννοια της εξυπνάδας. Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε έξυπνο εκείνον που καταλαβαίνει σ’ ένα βαθμό το βάθος και το πλάτος ίσως της ζωής. Μα αληθινά έξυπνος είναι εκείνος που βλέπει το πραγματικό βάθος της ζωής, δηλαδή τις ενέργειες του ίδιου του Θεού. Κι αυτή η εγρήγορση συνιστά το μυστήριο της συμμετοχής του ανθρώπου στη διαρκή έγνοια και αγάπη του Χριστού για τον κόσμο, συμμετοχή που οδηγεί στη σωτηρία του ανθρώπου αφού τον κοινωνεί με τον Χριστό.
3. Ώρα: Ποια είναι η κατάλληλη ώρα για να ξυπνήσει κανείς; Μα το κάθε τ ώ ρ α.  Η κάθε στιγμή, ανάλογα με το πώς τη ζούμε, αποκαλύπτει το έξυπνο (=ξυπνητό) ή τον ύπνο μας. Και τούτο γιατί αφενός ο θάνατος είναι διαρκώς μπροστά μας, αφετέρου επίκειται ανά πάσα στιγμή η ώρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Αυτό τονίζει και ο απόστολος στο ανάγνωσμα. Διότι μετά τον ερχομό του Χριστού στην πρώτη Του παρουσία έχουμε εισέλθει στα λεγόμενα έσχατα, στους τελευταίους χρόνους. Η κάθε στιγμή μπορεί να είναι η ώρα της Δευτέρας ελεύσεώς Του, συνεπώς δεν είναι δυνατόν να κοιμόμαστε.

 

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ (26)


«Είδα τρεις μοναχούς που εξυβρίσθηκαν συγχρόνως. Ο πρώτος απ’ αυτούς δαγκώθηκε και ταράχθηκε, αλλά δεν μίλησε. Ο δεύτερος χάρηκε για τον εαυτό του, αλλά λυπήθηκε για τον υβριστή. Και ο τρίτος αφού αναλογίστηκε την ψυχική βλάβη του υβριστή έχυσε θερμά δάκρυα. Έτσι έχεις μπροστά σου τον εργάτη του φόβου, τον μισθωτό και τον εργάτη της αγάπης» (λόγ. η΄ 29).
Ένα το γεγονός, τρεις οι αντιδράσεις. Εξωτερικά, η πρόκληση είναι η ίδια: η εξύβριση. Εσωτερικά, τρεις άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά στη ίδια πρόκληση. Δεν το λέει ο άγιος για να σου πει πόσο πλανεμένη μπορεί να είναι η όποια κρίση σου τις περισσότερες φορές, αφού σου διαφεύγει το βάθος, δηλαδή η αλήθεια. Εδώ τον ενδιαφέρει να τονίσει τη διαβάθμιση που υπάρχει στην αγιότητα: υπάρχει άγιος και υπάρχει αγιότερος αυτού. Και πάει… λέγοντας. Τρεις είναι οι συνηθέστερες διαβαθμίσεις: η πρώτη του δούλου, που γνώρισμα έχει τον φόβο: μένω στο θέλημα του Θεού, γιατί φοβάμαι μην τιμωρηθώ. Η δεύτερη του μισθωτού, που γνώρισμα έχει την ελπίδα της ανταπόδοσης: είμαι υπάκουος στον Θεό, γιατί περιμένω να με ανταμείψει με τα δώρα της Βασιλείας Του. Κι η τρίτη του υιού, που γνώρισμα έχει την αγάπη: τηρώ το θέλημα του Θεού, γιατί Τον αγαπώ. Και μαζί Του αγαπώ και την εικόνα Του τον άνθρωπο και κάθε περαιτέρω κτίσμα Του.
Οραματίζεσαι το τρίτο σκαλοπάτι; Καλά κάνεις, γιατί είναι το πραγματικά κανονικό: σ’ αυτό αναπαύεται πλήρως ο Θεός. Μα, το τονίζει πολλές φορές ο άγιος: κανείς δεν φτάνει στο τρίτο, αν δεν περάσει πρώτα από τα άλλα. Κανείς δεν πάει διαμιάς στην τελειότητα. Σιγά σιγά κτίζεται το πνευματικό οικοδόμημα της ψυχής. Λοιπόν, αγωνίζου για το πρώτο: να είσαι σωστός δούλος Θεού, κι από κει και πέρα θα δεις το ανέβασμά σου κατά ένα μυστικό και ανεπίγνωστο τρόπο. Με τρόπο που δεν το καταλαβαίνεις, θα παίρνεις τον φωτισμό του μισθωτού. Κι επιμένοντας και υπομένοντας, θα σου δίνει στιγμές υιοθεσίας, μέχρις ότου παγιωθείς σ’ αυτήν.
Η καθημερινότητα όμως σου «προδίδει» την αλήθεια της χριστιανικότητάς σου: σε αμφισβητούν και νευριάζεις· λίγο σε ελέγχουν και θέλεις να χαθούν οι ελεγκτές σου από προσώπου γης· σε υβρίζουν και σπεύδεις να ανταποδώσεις, πολλές φορές και τρισχειρότερα, σε αδικούν και κινείς γη και ουρανό ή περιπίπτεις σε μαύρη κατάθλιψη. Μάλλον πρέπει να μετράς με αρνητικούς βαθμούς την «αγιότητά» σου. Οπότε τα υψηλά για σένα, που μάλλον τα βλέπεις με το… «κιάλι», είναι το… πρώτο σκαλοπάτι. Πρέπει να προσγειωθείς!  Δεν είσαι ακόμη ούτε… δούλος! Η μετάνοια και το πένθος είναι κι απ’ αυτήν την άποψη μονόδρομός σου…

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΤΑΡΑΣΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


Ο σεμνός υμνογράφος του αγίου Ταρασίου Γεώργιος, γνωστός υμνογράφος της Εκκλησίας μας, θέλοντας να προβάλει ζωντανά και παραστατικά το μέγεθος της αγιότητάς του στους πιστούς, τον παρουσιάζει ως ζωντανή εικόνα και στήλη  που στέκει ενώπιόν μας καλώντας μας να τον ακολουθήσουμε σε ό,τι αυτός πάλεψε να έχει στη ζωή του: την πίστη και τις αρετές. «Στέκεσαι μπροστά μας, σαν γεμάτη πνοή εικόνα και ζωντανή στήλη των αρετών και της πίστεως, Ταράσιε, φωνάζοντας αδιάκοπα με τα έργα και τα λόγια σου, σοφέ, και προτρέπεις όλους τους πιστούς να μιμηθούν εσένα» («Έμπνους ως εικών και στήληΤαράσιε, ζώσα προκείμενος αρετών και πίστεως, βοάς απαύστως έργοις και λόγοις, σοφέ, και προς οικείαν μίμησιν πάντας προτρέπεις πιστούς») (ωδή θ΄). Ο υμνογράφος με τον τρόπο αυτό διακηρύσσει την παρρησία στον Θεό του αγίου Ταρασίου. Διότι μόνον ένας που έχει γίνει χριστομίμητος, σαν τον απόστολο Παύλο, μπορεί να έχει το θάρρος να καλεί και τους άλλους να τον ακολουθήσουν στον τρόπο της ζωής του. Όπως δηλαδή ο απόστολος έλεγε «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού», κατά τον ίδιο τρόπο και ο άγιος Ταράσιος: προέτρεπε τους πιστούς να τον μιμηθούν. Σε αποστολικά ύψη λοιπόν η ζωή του, όπως μας τον παρουσιάζει η Εκκλησία μας.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (21)


"Θέλω να πάρω... διαζύγιο!"
Περίμενε τον ιερέα υπομονετικά. Είχε μπει στον ναό, άναψε κεράκι, ασπάστηκε τις εικόνες. Είχε δει τον ιερέα να συζητάει με κάποιον έξω  από το εξομολογητάρι – κάθονταν και οι δύο στη νότια πλευρά του σολέα.
Στοχάστηκε τι ήθελε να συζητήσει μαζί του. Ήταν λίγο πριν από το μεσημέρι κι ήλπιζε ότι θα είχε χρόνο να την ακούσει. Τον ήξερε και τον σεβόταν πολύ. Η ίδια δεν ήταν από τις «φανατικές» της Εκκλησίας, αλλά δεν ήταν και άπιστη. Βαθιά μέσα της πίστευε στον Κύριο, πίστευε στην Εκκλησία. Η Παναγία μάλιστα ήταν η μεγάλη… αγάπη της. Όταν Την κοιτούσε, σχεδόν βούρκωνε. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που την τραβούσε τόσο σ’ Εκείνην, μα αυτό το απροσδιόριστο την έκανε να Την επικαλείται πολλές φορές την ημέρα. Θα περνούσε κάποιος καιρός ακόμη, για να καταλάβει ότι η «αδυναμία» της στη Θεοτόκο, ήταν η χάρη του Θεού, που ενεργοποιούσε την κρυμμένη μέσα της φλόγα του αγίου βαπτίσματος. Γιατί πράγματι, πώς μπορεί κανείς να αγαπά τη Μητέρα του Κυρίου, χωρίς να αγαπά τον Ίδιο τον Κύριο; Οι δρόμοι του Θεού αποτελούν μυστήριο και τον κάθε άνθρωπο ο πανάγαθος Πατέρας τον ελκύει με τον τρόπο που του πρέπει.
«Πάτερ», του είπε όταν είδε ότι τελείωσε η συζήτηση με τον κύριο. «Έχετε καθόλου χρόνο για να συζητήσουμε κάτι που για μένα είναι σοβαρό πρόβλημα;»
Την είδε και την θυμήθηκε. Ερχόταν όχι πολύ συχνά, αλλά τόσες φορές ώστε να μπορεί να τη θυμηθεί.
«Σας έχω ξαναδεί», είπε ο ιερέας. «Στη δική μας ενορία μάλλον ανήκετε, έτσι δεν είναι;»
«Μάλιστα, πάτερ», είπε η κυρία, η οποία πρέπει να πλησίαζε τα πενήντα της χρόνια, αλλά φαινόταν να διατηρείται αρκετά καλά. Καλοκαμωμένη, με προσεγμένη αμφίεση, απέπνεε με όλο το παρουσιαστικό της  σοβαρότητα και σεμνότητα.
«Δεν πρόκειται για εξομολόγηση απ’ ό, τι καταλαβαίνω», είπε ο πάτερ, και η κυρία έγνεψε καταφατικά.
Της πρότεινε να καθίσει, εκεί μπροστά στο σολέα και πάλι. Κάθισε κι αυτός δίπλα,  έχοντας μπροστά τους τον Κύριο Ιησού Χριστό και τον άγιο Ιωάννη Πρόδρομο.
«Κύριε, φώτισέ με να καταλάβω το πρόβλημα του πλάσματός Σου και βάλε τα δικά Σου λόγια στο στόμα μου», ψιθύρισε νοερά ο ιερέας, πριν ξεκινήσει η κυρία.
«Σας ακούω, ποιο το πρόβλημα;»
«Πάτερ, είμαι παντρεμένη αρκετά χρόνια, έχω και δύο παιδιά, μεγάλα πια, φοιτητές είναι. Αγόρια και τα δύο. Με τον σύζυγό μου παντρευτήκαμε από αγάπη και έρωτα που λένε, περάσαμε καλά, αλλά  μέχρι… εκεί. Δύο δεκαετίες πια, έχει επέλθει κούραση στη σχέση μας, κι ένα χρόνο τώρα παλεύω με τον λογισμό… - δυσκολεύτηκε να το ξεστομίσει  - του διαζυγίου. Θέλω να τον χωρίσω, πάτερ, τον άντρα μου. Βλέπω ότι δεν τον αγαπώ όπως παλιά. Ο έρωτας έχει ξεθωριάσει μέσα μου, κι αιτία απ’ ό, τι βλέπω είναι η… ατημελησιά του». Σταμάτησε.  
«Μπορείτε να γίνετε λίγο πιο σαφής;»  ρώτησε ο ιερέας. Του φάνηκε ότι είχε ακούσει κι άλλες φορές την ίδια ή και παρόμοια ιστορία. Ζευγάρια που μετά παρέλευση κάποιων χρόνων ή και δεκαετιών ακόμη, ζητούν να χωρίσουν. Γιατί κουράστηκαν. Γιατί αποξενώθηκαν μεταξύ τους. Γιατί διαπίστωσαν ότι η σχέση τους κρατήθηκε αρκετά χρόνια λόγω των παιδιών τους και μόνο. Όταν τα παιδιά άρχισαν να μεγαλώνουν και να φεύγουν, είδαν το… κενό μεταξύ τους και τρόμαξαν! Πολλοί δυστυχώς βρήκαν τη λύση της εξωσυζυγικής σχέσης: νόμισαν ότι θα ανανέωναν τη ζωή τους. Αλλά μάλλον εις μάτην…
«Ναι, πάτερ. Όπως σας είπα ξεκινήσαμε με έρωτα και μάλιστα μεγάλο. Αλλά το ξέρω ότι αυτό δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα. Είχα ακούσει και σε ένα κήρυγμά σας ότι ο ανθρώπινος έρωτας είναι σαν την μπαταρία: έχει ημερομηνία λήξεως».
«Γι’ αυτό και πρέπει να είμαστε συνδεδεμένοι με την πηγή της αγάπης, τον Κύριο, για να παραμένει πάντοτε ζωντανός», έσπευσε να προσθέσει ο ιερέας. «Κι αυτό είχα πει».
«Το θυμάμαι. Αλλά είναι αρκετά χρόνια τώρα, που εκείνο που μου προκαλεί σχεδόν απέχθεια απέναντι στον άνδρα μου είναι το… πάχος του. Ήταν καλοκαμωμένος, αλλά μετά αφέθηκε. Πήρε αρκετά κιλά, αλλοιώθηκε η σιλουέτα του, έγινε δυσκίνητος. Προσπάθησα πολλές φορές να τον πείσω να κάνει δίαιτα, να προσέξει και την υγεία του μ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά μου δηλώνει ότι δεν βρίσκεται στην κατάλληλη ψυχολογία, για να ξεκινήσει κάτι τέτοιο. Κι αυτό μου το λέει χρόνια τώρα. Νιώθω σαν να έχω έναν ξένο δίπλα μου. Δεν τον θέλω πια…». Η γυναίκα έσκυψε το κεφάλι και δύο σταγόνες βρήκαν την ευκαιρία να ξεστρατίσουν από τα βλέφαρά της.
«Να σας ρωτήσω κάτι;» είπε ο ιερέας, ο οποίος συμπάθησε πολύ τη γυναίκα, γιατί είδε ότι ο Πονηρός την πολεμάει με πλάγιους και δόλιους λογισμούς.
«Ασφαλώς, πάτερ», είπε και σκούπισε μ’ ένα μαντηλάκι τα δάκρυά της.
«Σαν άνθρωπος πώς είναι; Είναι βάναυσος απέναντί σας ή απέναντι στα παιδιά σας; Και δεν εννοώ τώρα που είναι μεγάλα τα παιδιά, αλλά και όταν ήταν μικρά. Μήπως είναι μέθυσος; Μήπως τεμπέλης ή γυναικάς; Μήπως χαρτοπαίκτης;»
Δεν δίστασε η γυναίκα. «Όχι, πάτερ. Δεν έχω να του προσάψω κάποια τέτοια κατηγορία. Μπορεί να μην είναι … «θεούσος», αλλά κι αυτός έρχεται κατά καιρούς στην εκκλησία. Και μάλιστα χαίρεται όταν με βλέπει να έρχομαι εγώ συχνότερα από αυτόν. Σας είπα όμως ότι ο βασικός λόγος είναι η έλλειψη φροντίδας για τον εαυτό του. Κι αυτό είναι που με… «δαιμονίζει»: για μένα η έλλειψη αυτή σημαίνει αδιαφορία απέναντί μου. Σημαίνει ότι δεν είμαι γι’ αυτόν κάτι που έχει σημασία. Είναι η απόδειξη ότι απλώς… συνυπάρχει μαζί μου. Ίσως γιατί με θεωρεί απολύτως δεδομένη πια».
Σταμάτησε για λίγο. Για να συνεχίσει πιο σταθερά: «Πάτερ, μπορεί να σταθεί ένας τέτοιος γάμος κάτω από αυτές τις συνθήκες; Δεν είναι πια σαν να παίζουμε θέατρο; Άρχιζα να σκέπτομαι τον χωρισμό, γιατί μεγάλωσαν τα παιδιά και θα μας καταλάβουν καλύτερα. Άλλωστε, νομίζω ότι κι αυτά βλέπουν την κατάσταση. Μας αγαπούν, νομίζω, και τους δύο, αλλά διαπιστώνουν ότι μεταξύ μας τα πράγματα δεν είναι και τόσο… ρόδινα».
Ο ιερέας προσευχόταν. Είχε προσηλώσει το βλέμμα του στο τέμπλο, στο πρόσωπο του Κυρίου, και Τον παρακαλούσε να φωτίσει κι αυτόν και κυρίως τη γυναίκα. Έβλεπε το δίκιο της, αλλά δεν μπορούσε να έχει σφαιρική άποψη για τη σχέση του ανδρογύνου. Άκουγε μονομερώς τα πράγματα.
«Να σας πω», έκανε κάποια στιγμή. «Νομίζετε ότι – το λέω επειδή είστε πιστή γυναίκα –  αν βρεθείτε στην κρίση του Θεού, ο Θεός θα σας δικαιώσει; Θέλω να πω, πιστεύετε αληθινά ότι το πρόβλημα αυτό συνιστά πραγματικό λόγο διαζυγίου; Ο ίδιος ο Κύριος τον μόνο λόγο διαζυγίου που αναγνώρισε ήταν η πορνεία και η μοιχεία. Και μου λέτε ότι κάτι τέτοιο δεν συντρέχει στην περίπτωση του συζύγου σας. Η ατημελησιά του μάλιστα έρχεται προς επίρρωση αυτού. Συνήθως ένας που… ξενοκοιτάει, φροντίζει τον εαυτό του ιδιαίτερα. Δεν ξενοκοιτάει λοιπόν, δεν είναι πότης, δεν είναι χαρτοπαίκτης, δεν είναι τεμπέλης, δεν είναι βάναυσος. Δεν είναι καν άπιστος. Χαίρεται μάλιστα που εσείς πηγαίνετε και στην Εκκλησία, την οποία και αυτός κάποιες φορές την επισκέπτεται».
Η γυναίκα σαν να άκουγε πρώτη φορά τα… προτερήματα του άνδρα της. Ο ιερέας… ζωγράφιζε το πορτρέτο του, με βάση τα στοιχεία που η ίδια του είχε δώσει. Μάλλον έβλεπε ότι ήταν υπερβολική στις εκτιμήσεις της και στις αποφάσεις της.
«Μα, δεν είναι σοβαρό πρόβλημα αυτό που συμβαίνει;» είπε, κι έκανε μία προσπάθεια να ζωντανέψει το… κλονισμένο της ηθικό.
«Βεβαίως και είναι», συμφώνησε ο ιερέας. «Το ζευγάρι πρέπει να προσέχει πάρα πολύ τη μεταξύ τους σχέση. Γι’ αυτό και σας υπενθύμισα ότι χρειάζεται σύνδεση με την πηγή της αγάπης, τον Κύριο» - Τον έδειξε στο τέμπλο και φαινόταν να παρακολουθεί φιλάνθρωπα τη συζήτηση. «Κανονικά, η σχέση του ζευγαριού πρέπει να είναι το αντικείμενο της καθημερινής φροντίδας του κάθε μέλους. Κάθε μέρα δηλαδή πρέπει ο καθένας: ο άντρας, η γυναίκα, να έχει την έγνοια πώς να αρέσει στον άλλον. Μας το λέει τόσο ωραία ο απόστολος Παύλος: «ο άντρας πρέπει να φροντίζει πώς να αρέσει στη γυναίκα του. Η γυναίκα πρέπει να φροντίζει πώς να αρέσει στον άνδρα της». Κι αυτό γιατί η σχέση τους δεν είναι απλώς μία συνύπαρξη. Αποτελεί μυστήριο που εικονίζει τη σχέση του Χριστού με την Εκκλησία. Υπάρχει περίπτωση ο Χριστός να μην ενδιαφέρεται για την Εκκλησία Του; Καθημερινά θυσιάζεται γι’ Αυτήν. Μπορεί η Εκκλησία να μην ενδιαφέρεται για τον Κύριο; Μα είναι η ζωή και το κεφάλι της. Το ίδιο συμβαίνει και με το ανδρόγυνο. Η ετοιμασία έτσι για τον γάμο δεν τελειώνει με τον… γάμο. Συνεχίζεται και μετά από αυτόν. Όπως σας είπα, καθημερινά. Και για πάντα. Μέχρι το τέλος. Κι όταν έτσι πορεύεται το ζευγάρι, η σχέση τους αυτή προεκτείνεται και στην αιωνιότητα. Μαζί και μετά τον θάνατο, όταν βεβαίως έλθει η ώρα του καθενός. Να σας υπενθυμίσω και μάλιστα κάτι επ’ αυτού για τον όσιο της εποχής μας, τον μεγάλο Γέροντα Πορφύριο. Είδε κάποια φορά την πρεσβυτέρα ενός ιερέα να φεύγει από τη ζωή αυτή και να συναντάται η ψυχή της με την ψυχή του συζύγου της στα Ουράνια. Και δάκρυσε γιατί έβλεπε να την υποδέχεται ο ιερέας με άρρητη χαρά και να λάμπουν και οι δύο μέσα στη χάρη του Θεού. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι μιλάμε για μία σχέση, την έγγαμη, που υπερβαίνει ακόμη και τον θάνατο». Δάκρυσε κι ο ιερέας.
«Τι μου προτείνετε, πάτερ;» είπε η γυναίκα, εμφανώς συγκινημένη κι αυτή.
«Εφόσον εσείς είστε εδώ – μακάρι να ερχόσασταν κάποια φορά μαζί με τον σύζυγό σας, θα ήταν το καλύτερο – θα σας πρότεινα δύο πράγματα: πρώτον, όσο μπορείτε να βαθύνετε τη σχέση σας με την Εκκλησία μας, δηλαδή με τον ίδιο τον Κύριο. Εκείνος θα σας ενισχύει σε κάθε δυσκολία και σε κάθε σας πρόβλημα. Η αγάπη Του είναι η μόνη απόλυτη, πιστή και δεδομένη».
«Και δεύτερον;» ρώτησε η γυναίκα.
«Δεύτερον, πάρτε μία σελίδα και χωρίστε την κάθετα στη μέση. Από τη μία γράψτε σαν τίτλο «Θετικά». Από την άλλη γράψτε «Αρνητικά». Στα Θετικά λοιπόν σημειώστε ό,τι καλό επισημαίνετε για τον άνδρα σας, όπως μερικά μου απαριθμήσατε προηγουμένως. Στα Αρνητικά γράψτε ό,τι σας ενοχλεί και σας πειράζει. Θα διαπιστώσετε, με ευχάριστη έκπληξη νομίζω, ότι τα Θετικά θα υπερτερήσουν συντριπτικά. Και μείνετε σ’ αυτά. Μη ξεχνάτε άλλωστε ότι τέλειος άνθρωπος δεν υπάρχει. Κι ο πιο τέλειος θεωρούμενος έχει πολλές παραξενιές και πολλές αδυναμίες. Προσαρμοστείτε λοιπόν στις αδυναμίες του άνδρα σας, όπως ασφαλώς κι εκείνος στις δικές σας. Και… κάτι ακόμη».
Ανασήκωσε το κεφάλι της η γυναίκα περιμένοντας.
«Αν αρχίσετε να βλέπετε τον άνδρα σας και πάλι με ενδιαφέρον, αν ζωντανέψετε λίγο την αγάπη σας γι’ αυτόν, θα δείτε και την αναθέρμανση του δικού του ενδιαφέροντος και της δικής του αγάπης. Και τότε, να είστε βέβαιη, ότι και τα κιλά του θα ρίξει, και θα γίνει και πάλι κομψός. Γιατί θα έχει λόγο να το κάνει».
Η κυρία, μάλλον ανακουφισμένη και συγκινημένη, ευχαρίστησε τον ιερέα, του φίλησε το χέρι και απομακρύνθηκε.
«Πάτερ», είπε γυρίζοντας ελαφρά προς τα πίσω, «θα σας δω σύντομα. Αλλά στο εξομολογητάρι αυτήν τη φορά…».

 

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (25)


«Μερικές φορές η ψαλμωδία, όταν είναι μέτρια, καταπραΰνει άριστα τον θυμό. Και μερικές φορές, όταν είναι άμετρη και άκαιρη, δημιουργεί φιληδονία. Γι’ αυτό ας την χρησιμοποιούμε διακριτικά ανάλογα με τις περιστάσεις» (λόγ. η΄ 19).
Έχει επαρκώς στις ημέρες μας κατανοηθεί το πνευματικό ύψος της εκκλησιαστικής ψαλμωδίας, και μάλιστα της πιο καθαρής μορφής της, της βυζαντινής. Είναι ό, τι ανώτερο έχει εμπνεύσει το Πνεύμα του Θεού για τις εκκλησιαστικές συνάξεις. Είναι η συνέχεια των ψαλμών της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι λειτουργούν απαρχής της Εκκλησίας  ως το βασικό προσευχητάρι της. Για τους ψαλμούς - συνεπώς και για τους εκκλησιαστικούς ύμνους πια -  έχει ειπωθεί ότι είναι «τα λόγια που θέλει να ακούει ο ίδιος ο Θεός». Άλλωστε και ο Κύριος δεν προσευχόταν μέσω αυτών; Και η υμνολόγησή τους δεν ήταν κάτι που εξέφραζε και τη δική Του καθημερινότητα, όπως σημειώνει και το Ευαγγέλιο;
Λοιπόν, μάθε όσους ψαλμούς μπορείς, αποστήθισε όσες ψαλμωδίες θέλεις, και κάλυπτε τα «κενά» του χρόνου σου και όποιες δραστηριότητές σου δεν απαιτούν απόλυτη συγκέντρωση του νου. Δεν είναι μόνο το «Κύριε ελέησον» που βοηθάει. Είναι και όλα τα άλλα όπλα που μας δίνει η Εκκλησία μας στον πνευματικό μας αγώνα, μεταξύ των οποίων και η ψαλμωδία. Πόσες φορές δεν έχεις διαβάσει ότι πολλοί άγιοι, μεταξύ των οποίων και οι σύγχρονοί μας όσιοι Πορφύριος και Παΐσιος, χρησιμοποιούσαν σε κάθε ευκαιρία το όπλο αυτό;
Γι’ αυτό και πρέπει ιδιαιτέρως εκείνοι που έχουν τη συγκεκριμένη ευθύνη, κληρικοί και λαϊκοί, ιδίως οι ιεροψάλτες, να προσέχουν το πώς υμνολογούν τον Κύριο, την Παναγία μας, τους αγίους. Δεν είναι τυχαίο ότι όχι ένας αλλά πολλοί κανόνες της Εκκλησίας μας ασχολούνται με το κρίσιμο αυτό θέμα. Και ζητούν και προτρέπουν η ψαλμωδία να γίνεται με ήπιο τρόπο, χωρίς κραυγές και επιδείξεις, με συγκέντρωση του νου στα ψαλλόμενα, με κατάνυξη, ώστε να δημιουργείται και το ανάλογο αποτέλεσμα στο εκκλησίασμα. Θυμόμαστε την επέμβαση του αγίου Σπυρίδωνα στον διάκονο που έψελνε με κενοδοξία. Τον έλεγξε για ασέβεια και εκείνος έμεινε άφωνος!
Πρόσεξε και κάτι άλλο, επισημαίνει ο όσιος. Μπορείς να ψέλνεις, να κάνεις δηλαδή κάτι θεάρεστο, κι αυτό να σου βγαίνει σε… σατανική ενέργεια: να σε οδηγεί σε φιληδονία! Πότε; Όταν δεν έχεις διάκριση. Ακόμη και στα πνευματικά δηλαδή χρειάζεται το σωστό μέτρο. Ό,τι είναι υπερβολή είναι του διαβόλου, σημειώνουν οι άγιοι.   Και ποια η αδιακρισία; Να ψέλνεις «άμετρα και άκαιρα». Όπως μπορεί να γίνεται και στην προσευχή: κι ο Φαρισαίος προσευχήθηκε, αλλά κατακρίθηκε! Διακριτική  ψαλμωδία είναι η με επίγνωση της κάθε στιγμής  άσκησή της: το σιγοψιθύρισμά της ιδίως στις ατομικές σου ενέργειες. Χωρίς να προκαλείς τους άλλους. Χωρίς να επιδεικνύεσαι. Τότε και οργισμένος να είσαι, θα δεις τη χάρη του Θεού να σε σκεπάζει και να σε καταπραΰνει. Να σου δημιουργεί ειρήνη ψυχής.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ Α΄ ΚΑΙ Β΄ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


 Η υμνολογία της Εκκλησίας μας σήμερα έρχεται να μας εξηγήσει γιατί ο Κύριος θέλησε να τον φανερώσει από την κρυμμένη στη γη για πολλά χρόνια θέση του. Κι η εξήγηση που προσάγει είναι διπλή: αφενός να κηρύξει εκ νέου μετάνοια  στους ανθρώπους, αφετέρου να γίνει ίαμα γι’ αυτούς με τα διάφορα θαύματά του. Με άλλα λόγια η εύρεση της κεφαλής του τιμίου Προδρόμου κατανοείται μέσα στα πλαίσια της ευεργεσίας του Χριστού στον πιστό λαό του, αποτελεί δηλαδή δώρο Του στην Εκκλησία, γιατί θέλει και να τον παρηγορήσει στον κόσμο τούτο με τα ιάματα που προσφέρει δια της κάρας του Ιωάννου, και να τον βοηθήσει και πάλι να βρει τον αληθινό δρόμο της ζωής, που δεν είναι άλλος από τον δρόμο της μετανοίας και του αγιασμού. Οι πολλές αναφορές του υμνογράφου επί των παραπάνω συγκεφαλαιώνονται θα λέγαμε στους στίχους του συναξαρίου: «Από τη γη φανερώνει ο Πρόδρομος τη σεβάσμια κάρα του, προτρέποντας πάλι να κάνουμε καρπούς άξιους της μετάνοιας. Πρόδρομε, συ που βάπτισες παλιά τον λαό στις πηγές των υδάτων, συ τώρα που φάνηκες από τη γη, βάπτιζέ τον στις πηγές των θαυμάτων» («Εκ γης προφαίνει Πρόδρομος σεπτήν Κάραν, καρπούς παραινών αξίους ποιείν πάλιν. Ο Βαπτίσας πριν υδάτων πηγαίς όχλους, γήθεν φανείς βάπτιζε πηγαίς θαυμάτων»).

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (24)


«Μία πέτρα με πολλές αιχμές και ανωμαλίες, όταν συγκρούεται και κτυπάται με άλλες πέτρες, συντρίβει όλα τα απότομα και σκληρά σημεία της και γίνεται στρογγυλή» (λόγ. η΄ 12).
Μιλάει για μένα και για σένα. Ο καθένας μας σ’ έναν κόσμο πεσμένο στην αμαρτία έχει τα καλά, αλλά και τα κακά του σημεία. «Ουδείς αναμάρτητος». Μπορεί με το άγιο βάπτισμα να πήραμε τη δύναμη για σχετική αναμαρτησία, αλλά τούτο δυστυχώς δεν υφίσταται για κανέναν. Οπότε μην κοιτάς τις αιχμές και τις ανωμαλίες των άλλων – πράγματι υπάρχουν και θα τις δεις, αλλά δεν σε συμφέρει. Βρες όμως τις δικές σου. Κοίτα μέσα σου: θα επισημάνεις πολλές. Και πρόσεξε: αν μπορείς και βλέπεις τις αιχμές και τις ανωμαλίες των άλλων, είναι γιατί τις έχεις και συ ο ίδιος – βλέπουμε στους άλλους ό, τι υπάρχει μέσα μας.
Ποιες οι αιχμές και ποιες οι κακίες σου; Μα τις ξέρεις, όπως πρέπει να τις ξέρει και κάθε άνθρωπος, πολύ περισσότερο ο χριστιανός: οι φιλήδονες τάσεις σου, οι κενοδοξίες και υπερήφανες σκέψεις σου, οι φιλαργυρίες και οι πλεονεξίες σου. Κάποια αιχμή μπορεί να είναι πιο… αιχμηρή σε έναν, κάποια άλλη μπορεί να εξογκώνεται περισσότερο σε άλλον.  Όλοι όμως «βράζουμε στο ίδιο καζάνι».
Δες λοιπόν το μεγαλείο της… συνύπαρξης! Αν μείνεις μόνος με τις αιχμές και τις ανωμαλίες σου, αυτές δεν πρόκειται να εξαλειφτούν ποτέ. Κι αν κάποια στιγμή συναντηθείς με τον συνάνθρωπό σου, αλλά και με κάθε κτίσμα του Θεού, θα τους… πληγώσεις. Αυτή θα είναι η «φυσιολογία» σου: και το καλημέρα σου θα αποτελεί τραύμα για τον άλλον. Αν όμως κατανοήσεις την ανάγκη της κοινωνίας και της επικοινωνίας, με το δεδομένο των «ανωμαλιών» όλων, τότε υπάρχει ελπίδα: θα γίνεις κι εσύ και οι άλλοι «στρογγυλοί». Θα δεις δηλαδή ότι μαζί με τους άλλους μπορείς να ζήσεις με αγάπη, κάνοντας υποχωρήσεις, κάνοντας υπομονή, αποκτώντας το ήθος της ταπείνωσης.
Θα έχεις ακούσει την αρχαία χριστιανική ρήση: «ένας χριστιανός, κανένας χριστιανός». Για να υπάρχει χριστιανοσύνη σε κάποιον δηλαδή πρέπει οπωσδήποτε να συνυπάρξει με τους άλλους. Και πώς αλλιώς; Είναι μέλος Χριστού, μα και  «αλλήλων μέλος». Όσο ανοίγεσαι λοιπόν στον συνάνθρωπο, τόσο βρίσκεις και Χριστό. Η σωτηρία σου είναι «συν πάσι τοις αγίοις». Γι’ αυτό και οι πνευματικοί δρόμοι της Εκκλησίας είναι ή ο έγγαμος βίος ή ο μοναχισμός. Ο κοινοβιακός υποχρεωτικά στην αρχή, κι έπειτα αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ο αναχωρητικός για κάποιους. Κοινός παρανομαστής και των δύο δρόμων όμως: η κοινωνία, η ενότητα, η συνύπαρξη.
Πανηγύρισε λοιπόν που είσαι έγγαμος: το πρόσωπο με το οποίο δέθηκες, θα σε πάει στον παράδεισο: οι αιχμές του χαρακτήρα του - κι αν είναι πολλές, ακόμη... καλύτερα! -  με την υπομονή θα σε λειάνουν.  Πανηγύρισε που έγινες καλόγερος: στο μοναστήρι ο άλλος αδελφός σου εξίσου θα σε βοηθήσει για τη λείανσή σου. Το βότσαλο γιατί μας αρέσει; Γιατί έχει… χτυπηθεί πολλές φορές κι έχασε τα κοφτερά του σημεία.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣ


Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης  δεν παύει να τονίζει -  εκτός βεβαίως της μαθητείας του Πολυκάρπου στον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, από τον οποίο, λέγει, ότι δέχτηκε και τα ρείθρα της ζωής σαν από χείμαρρο: «Δέχτηκες το ρείθρο της ζωής σαν από χείμαρρο τρυφής, όσιε, γιατί μαθήτευσες στον αγαπημένο μαθητή που άντλησε από τον Χριστό την άβυσσο της σοφίας» (ωδή ε΄) – και το μαρτύριο αίματος του αγίου. Δεν πρέπει μάλιστα να ξεχνάμε ότι το μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου καταγράφηκε απαρχής σ’ ένα μικρό κείμενο, λίγο μετά την αποτομή της κεφαλής του, από ένα Σμυρναίο χριστιανό, ονόματι Μαρκίωνα, και επέδρασε καταλυτικά στη μετέπειτα Παράδοση της Εκκλησίας ως προς την κατανόηση γενικώς του μαρτυρίου και της θεολογίας αυτού. Το μαρτύριο λοιπόν του αγίου τονίζεται επαρκώς από τον άγιο υμνογράφο. Δίνει όμως και τις βαθύτερες διαστάσεις του: ο άγιος Πολύκαρπος μαρτύρησε βεβαίως, αλλά προ του μαρτυρίου του ήδη μαρτυρούσε ως προς τη συνείδησή του, δηλαδή τηρώντας τις εντολές του Κυρίου. Που σημαίνει: κανείς δεν φτάνει στο σημείο ολοκληρωτικής θυσίας, χωρίς να είναι έτοιμος εσωτερικά γι’ αυτό.  «Πρόσφερες ολόκληρο τον εαυτό σου στον Χριστό, σαν ζωντανή θυσία, με την άσκηση του μαρτυρίου σου, παμμακάριε, αφού προηγουμένως προαθλήθηκες στο μαρτύριο της συνειδήσεως» («Ολόκληρον σαυτόν Χριστώ προσήγαγες ως ζώσαν θυσίαν τω μαρτυρίω, συνειδήσεως μαρτύριον  προαθλήσας, παμμάκαρ, δι’ ασκήσεως») (ωδή γ΄). Κι ακόμη: Πριν ριχτεί στη φωτιά για να καεί, έκαιγε μέσα του η φλόγα της δόξας του αγίου Πνεύματος. Συνεπώς η αισθητή φωτιά ολοκλήρωσε την τελείωσή του που ήδη βρισκόταν σε εξελικτική πορεία διά του Πνεύματος του Θεού. «Με λαμπρό τον νου από τη δόξα του αγίου Πνεύματος, όσιε, σαν να φλεγόσουν, για να το πούμε συμβολικά, από τη φωτιά Εκείνου, μυήθηκες σαφώς στην τελείωσή σου, θεόφρον, μέσα από την αισθητή φωτιά» («Αίγλη του Πνεύματος συ καταλαμπόμενος τον νουν,  όσιε, συμβολικώς, πυρί φλεγομένω, σαφώς εμυήθης την διά πυρός σου, θεόφρον, τελείωσιν») (ωδή ε΄).

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (23)


«Πραότης σημαίνει, να παραμένει ακίνητη και ατάραχη η ψυχή, τόσο στις ατιμίες όσο και στους επαίνους» (λόγ. η΄ 3).
Μην πάει το μυαλό σου στην πραότητα ως φυσικό χάρισμα – υπάρχουν άνθρωποι που είναι πράοι λόγω χαρακτήρα. Ούτε βεβαίως και σ’ εκείνους που έχουν μάθει να «υποκρίνονται» τον πράο, γιατί δεν αντέχουν γενικώς τις συγκρούσεις και τις εντάσεις. Και η μία και η άλλη περίπτωση δεν θεωρούνται αρετές που ελκύουν τη χάρη του Θεού.
Η πραότητα για την οποία κάνει λόγο ο όσιος είναι υπέρ φύσιν κατάσταση, κατεξοχήν χαρισματική, που προϋποθέτει τεράστιο πνευματικό αγώνα: εκείνος που την «κατέκτησε», «έδωσε αίμα και πήρε πνεύμα». Και γι’ αυτό συνυπάρχει με την ταπείνωση, με την αγάπη, με την ειρήνη της ψυχής, με ό,τι χαρακτηρίζει ο απόστολος «καρπόν του Πνεύματος». Το ίδιο το Πνεύμα του Θεού αποκαλύπτει: «Προς τίνα επιβλέψω, αλλ’ ή επί τον πράον και ταπεινόν και ησύχιον, και ακούοντά μου τους λόγους και ποιούντα αυτούς;»
Η πραότητα έτσι είναι το χαρακτηριστικό του αγίου: την έχει εκείνος που ζει ως μέλος Χριστού κι η διαρκής αναφορά του είναι ακριβώς ο Χριστός. Όταν είσαι σε διαρκή σχέση με τον Κύριο και Θεό σου, όταν έφτασες στο σημείο η ψυχή σου να αναπαύεται μόνον σ’ Εκείνον, τι μπορεί να σε κινήσει και να σε ταράξει από τη «θεωρία» αυτή; Σε προσβάλλουν και σε υβρίζουν, και παραμένεις στη… θέση σου - ο Κύριος σε κρατάει. Σε επαινούν, αλλά δεν φουσκώνεις από υπερηφάνεια - πώς να χάσεις τη γλυκύτητα του τροφέα σου, του ταπεινού Κυρίου σου; Που σημαίνει: η οργή και ο θυμός είναι καταστάσεις που σε κάνουν να χάνεις την επαφή σου με Αυτόν· που αποκαλύπτουν την απιστία και τη μικρότητά σου.
Να παρακαλείς λοιπόν τον Κύριο να σου δίνει δύναμη για τον αγώνα της πραότητας. Ο όσιος σε βοηθάει με τον γνωστό ρεαλισμό του: «πρώτα θα μάθεις να σφίγγεις τα χείλη σου να μη βγαίνει άσχημος λόγος στις προσβολές που δέχεσαι, έστω κι αν είσαι μέσα σου ανταριασμένος. Έπειτα θα μάθεις να σιωπούν οι ενάντιοι στον συνάνθρωπο λογισμοί σου, έστω κι αν νιώθεις ελαφρά ταραχή. Και τέλος θα δεις την «τέλεια» καρποφορία: την παγιωμένη ειρήνη και πραότητα στην καρδιά σου, σε ό,τι κι αν συμβαίνει» (4).
«Γέροντα, τι κέρδισες τόσα χρόνια στην άσκηση;» ρώτησαν όσιο αββά. «Το νερό που είναι ταραγμένο – απάντησε - δεν μπορεί να καθρεπτίσει το πρόσωπο του ανθρώπου. Όταν ησυχάσει, τότε το καθρεπτίζει σωστά». Στην ταραχή των παθών χάνεις τον εαυτό σου. Όταν τα πάθη ειρηνεύουν με τον πνευματικό αγώνα, βρίσκεις τον εαυτό σου. Η πραότητα είναι το κατεξοχήν δείγμα της αληθινής αυτογνωσίας.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ Ι. ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΤΟΙΣ ΕΥΓΕΝΙΟΥ


Στον οίκο του κοντακίου της ακολουθίας ο άγιος υμνογράφος μάς προσφέρει μία εικόνα για τα τίμια λείψανα των αγίων μαρτύρων που εορτάζουμε σήμερα, που παραπέμπει στη μεγαλοφυή εικόνα που συνέλαβε για την ελευθερία ο εθνικός ποιητής μας Διονύσιος Σολωμός και κατέγραψε στον Ύμνο εις την Ελευθερίαν, τμήμα του οποίου αποτέλεσε και τον εθνικό ύμνο της πατρίδας μας: «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη (η ελευθερίατων Ελλήνων τα ιερά».  Ο Διονύσιος Σολωμός μπορεί να επηρεάστηκε για να συλλάβει την πολύ όμορφη αυτή εικόνα και από τη γνωστή προφητεία περί της ζωογονήσεως των οστών του προφήτη Ιεζεκιήλ (κεφ. 37) – που τη διαβάζουμε στην Εκκλησία μας το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής μετά την επιστροφή του επιταφίου, ως προαναγγελία της πίστεως στην ανάσταση εκ νεκρών του Χριστού και των σωμάτων των ανθρώπων – όμως και ο υμνογράφος σήμερα κινείται στο ίδιο μήκος κύματος: βλέπει ότι η ορθοδοξία αναδύεται ως ρόδινη οσμή μέσα από τα λείψανα αυτά των αγίων. Με άλλα λόγια, όπως η ελευθερία για τον εθνικό μας ποιητή είναι καρπός θυσίας των Ελλήνων – έπεσαν στις μάχες οι Έλληνες και έμειναν μόνον τα κόκκαλά τους – κατά τον ίδιο τρόπο και η ορθόδοξη πίστη δεν είναι θέμα λόγων και μελετών, νοησιαρχιακών θεωριών, αλλά καρπός ολοκαυτωμάτων, εκεί δηλαδή που οι άγιοι δίνουν τη ζωή τους χάριν της πίστεως στον Χριστό. «Σαν ρόδα που ανθοφορούν ανάμεσα στ’ αγκάθια τα λείψανά σας, πηγάζετε στον κόσμο, ένδοξοι σεπτοί μάρτυρες, την οσμή της ορθοδοξίας» («Ως ρόδα μέσον ακανθών τα λείψανα ανθούντα, οσμήν ορθοδοξίας πηγάζετε εν κόσμω, μάρτυρες ένδοξοι σεπτοί»).

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (22)

 
«Δεν θα κατηγορηθούμε, αγαπητοί μου, δεν θα κατηγορηθούμε την ώρα του θανάτου μας, διότι δεν θαυματουργήσαμε ή διότι δεν θεολογήσαμε ή διότι δεν γίναμε θεωρητικοί. Οπωσδήποτε όμως θα δώσουμε λόγο στον Θεό, διότι δεν πενθήσαμε συνεχώς» (λόγ. ζ΄ 73).
Η ώρα του θανάτου λειτουργεί ως όριο κρίσεως: ενόψει της ώρας αυτής κατανοούμε την αλήθεια από το ψέμα της ζωής. Δεν λέει τυχαία η Γραφή ότι αν θυμόμαστε το τέλος μας, δύσκολα θα αμαρτήσουμε. «Μιμνήσκου τα έσχατά σου, και ου μη αμάρτης εις τον αιώνα». Κι αυτό γιατί η καθημερινότητα μάς «ρουφάει» στα γρανάζια της και μας σπρώχνει αποκοιμισμένους στη βολή συνήθως του κόσμου τούτου,  «του απατεώνος». Η μνήμη του θανάτου λειτουργεί έτσι ως φάρος: προφυλάσσει από τους σκοπέλους και τα ναυάγια. Μας ανοίγει τα μάτια για τα τίμια και τα ουσιώδη. Κανείς άγιος δεν άγιασε, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του καθημερινά την πραγματικότητα αυτή.
Και ποια είναι η αλήθεια που μας φέρνει ενώπιόν μας; Ποιο το ουσιώδες της ζωής; Ό,τι προτρέπει ο Κύριος για το μεσοδιάστημα που ζούμε μεταξύ του ήδη της παρουσίας Του και του όχι ακόμη της Δευτέρας παρουσίας Του: τη μετάνοια. Το πένθος δηλαδή που επιδεικνύουμε για τις αμαρτίες μας, για τις αμέλειές μας, για τις πτώσεις μας, για το έλλειμμα μ’ ένα λόγο της αγάπης μας. Προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Ποιος μπορεί να είναι βέβαιος για το «ύψος» της πνευματικής του ζωής; Αν ο απόστολος Παύλος, ο μέγιστος των αποστόλων, θέτει ερωτηματικό για τη ζωή του – δεν βλέπω, σημειώνει, να με ενοχλεί η συνείδησή μου για κάτι, όμως δεν δικαιώνομαι από αυτό: ο κριτής είναι ο Κύριος! – ποιος λοιπόν είναι εκείνος που θα νιώθει «ασφαλής» για την «αγιότητά» του; Να μετανοούμε λοιπόν αδιάκοπα όσο ζούμε είναι ο δρόμος της πνευματικής ζωής.
Αλλά αυτό συνιστά τελικώς και την αγιότητα! Η διαρκής αμφισβήτησή της για μας τους ίδιους. Και κοίτα πόσο φιλάνθρωπος είναι ο Κύριος, διά στόματος του οσίου Του. Δεν θα κατηγορηθείς, λέει, γιατί δεν θαυματούργησες ούτε γιατί δεν θεολόγησες κι ούτε γιατί δεν έφτασες στα υψηλά επίπεδα της χριστιανικής ζωής: αυτά είναι χαρίσματα που δίνει ο ίδιος ο Θεός σε εκείνους που κρίνει ότι μπορούν να βοηθήσουν τον συνάνθρωπό τους – το όποιο χάρισμα, μη ξεχνάς, είναι εκ Θεού όταν προσφέρεται ως διακονία του πλησίον. Θα κατηγορηθούμε μόνο γιατί δεν μετανοήσαμε και δεν κλάψαμε για τις αμαρτίες μας. «Γέροντα, κέρδισες τον παράδεισο με τους αγώνες σου», είπαν οι υποτακτικοί στον όσιο Γέροντά τους, στο τέλος της ζωής του. «Πιστέψτε με ότι δεν έχω βάλει ακόμη αρχή μετανοίας», απάντησε ο όσιος. Κι η ψυχή του φτερούγισε και πήγε στα χέρια του Δημιουργού του.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΣΥΜΒΟΛΟΙΣ


Εντελώς παράδοξη η ζωή του αγίου Τιμοθέου με την ανθρώπινη λογική: ζούσε στα όρη, τριγύριζε στις ερήμους, δεν ήθελε να δει πρόσωπο γυναίκας, και όμως αναδείχτηκε, όπως σημειώνει ο υμνογράφος του άγιος Θεοφάνης, «πατέρας των ορφανών, προστάτης των χηρών, αμφίεση των γυμνών, τροφή των πεινασμένων». Να κυνηγάς διά παντός τον Θεό με απομάκρυνση από τους ανθρώπους και να γίνεσαι ο μεγαλύτερος κοινωνικός εργάτης, είναι πράγματι, το λιγότερο, παράδοξη κατάσταση. Αλλά ο άγιος Τιμόθεος βίωσε αυτό που έζησαν και οι περισσότεροι ασκητές άγιοι: όσο στρέφεσαι προς τον Θεό, τόσο ο Θεός σε στρέφει προς τους ανθρώπους. Γιατί; Διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Και Τον βρίσκουμε εκεί που κατεξοχήν φανερώνεται: στα πρόσωπα των κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργημάτων Του. Όπως το είπε στην παραβολή της κρίσεως ο ίδιος ο Κύριος: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Γι’ αυτό και ο βαθμός αγάπης μας προς τον Θεό φανερώνεται από τον βαθμό αγάπης μας προς τον συνάνθρωπό μας. Και με τον άγιο Αντώνιο το ίδιο δεν έγινε; Απομακρυνόταν για χάρη του Θεού από τον κόσμο, κι ο Θεός τελικώς τον οδηγούσε στον κόσμο. Κι ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ: την απομόνωση και τον εγκλεισμό του ζητούσε. Κι η Παναγία του παρουσιάστηκε για να του πει να βγει να βοηθήσει τον κόσμο. Ήταν και το παράπονο του οσίου Γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου: ήλθα στο Όρος να βρω ησυχία, και μπήκα στο πρόγραμμα των ανθρώπων. Αλλά είπαμε: κριτήριο της πίστεώς μας και των αγίων είναι η αγάπη. Όπου αγάπη εκεί και ο Θεός. Φεύγει κανείς από την αγάπη, έστω και για λόγους «πίστεως»; Χάνει τον Θεό. «Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ».

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (21)

 
«Ο Θεός, αγαπητοί μου, δεν έχει ανάγκη από δάκρυα ούτε επιθυμεί να πενθεί ο άνθρωπος από την οδύνη της καρδιάς του· αλλά μάλλον να τον βλέπει να αγάλλεται και να ευθυμεί εσωτερικά από την αγάπη του προς Αυτόν» (λόγ. ζ΄45).
Ακούς και διαβάζεις ότι ο Κύριος μακαρίζει αυτούς που πενθούν. Για τις αμαρτίες τους και για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Το ίδιο βλέπεις ότι κάνουν και οι άγιοι Πατέρες: όλοι τονίζουν πόσο αναγκαία είναι τα δάκρυα και το πένθος στην πνευματική ζωή. Μην σου μπει ο λογισμός ότι αυτό συμβαίνει γιατί ο Θεός αρέσκεται στην πένθιμη γενικά  κατάσταση του ανθρώπου. Αν συνέβαινε αυτό, ο Θεός δεν θα ήταν Αυτός που αποκάλυψε ο Κύριος Ιησούς Χριστός: ο Θεός Πατέρας με την άπειρη αγάπη Του απέναντί μας, αλλά ένας «Θεός» σκληρός και σαδιστής, που χαρά του θα είχε τον πόνο και τα δάκρυα των ανθρώπων. «Άπαγε της βλασφημίας!» Μακριά από τέτοιες βλάσφημες σκέψεις!
Ο Θεός μας, ο αληθινός Τριαδικός Θεός, είναι αγάπη, και η χαρά Του είναι να χαίρεται ο άνθρωπος: «να τον βλέπει να αγάλλεται και να ευθυμεί εσωτερικά». Να είναι δηλαδή μέσα στα πλαίσια της απαρχής δημιουργίας Του: σε διαρκή αναφορά και αγάπη προς Αυτόν!  «Στον Αδάμ πριν από την παράβαση δεν υπήρχαν δάκρυα» (46). Δάκρυα ήρθαν στον Αδάμ και σε όλους τους απογόνους του, γιατί αμάρτησε. Η θλίψη και η στενοχώρια ήταν το τίμημα της ανυπακοής του προς τον Θεό. Κι αυτό ισχύει διαχρονικά, όσο υπάρχει άνθρωπος.
Αλλά ήρθε ο Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός. Και κατάργησε το αίτιο της θλίψης και των δακρύων, δηλαδή την αμαρτία και το αποτέλεσμά της, τον θάνατο. Και έφερε και πάλι τη χαρά και την ευθυμία - «Χαίρετε», ήταν και είναι η αδιάκοπη προτροπή Του. Σε ποιον όμως; Σ’ εκείνον που Τον αγαπά και μένει μαζί Του, σ’ εκείνον που ανήκει στο σώμα Του, την Εκκλησία, και δεν αμαρτάνει. Γιατί κάθε που αμαρτάνει, ξεπηδά εκ νέου η οδύνη των δακρύων: το μόνιμο τίμημα της αμαρτίας.
Και τότε καταλαβαίνεις ότι έχεις ν’ αντιπαλέψεις ως πιστός με δύο είδη πένθους: με το πένθος της ίδιας της αμαρτίας - θλίψη και αμαρτία πάνε πάντοτε μαζί· και το πένθος που πρέπει πια να καλλιεργείς, επειδή ακριβώς βλέπεις ότι αμαρτάνεις και χάνεις την αγάπη προς τον Χριστό. Το ένα είναι η κόλαση. Το άλλο συνυπάρχει με τον παράδεισο - οι άγιοι το λένε «χαρμολύπη»: πενθώντας για τις αμαρτίες σου αρχίζει και γελά η καρδιά σου. Ζεις λοιπόν το παράδοξο της χριστιανικής ζωής: χαίρεσαι και πενθείς. Μάλλον πενθείς και γι’ αυτό χαίρεσαι. Το πένθος αυτό είναι συμμετοχή στον Σταυρό. Η χαρά είναι συμμετοχή στην Ανάσταση. Σταυρός και Ανάσταση είναι οι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας.
«Θανάτωσε την αμαρτία, και τότε θα είναι περιττά τα δάκρυα της οδύνης στους οφθαλμούς σου» (46).