Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (2)


«Χριστιανός είναι η απομίμηση του Χριστού, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο, και στα λόγια και στα έργα και στη σκέψη. Πιστεύει δε ορθά και αλάνθαστα στην Αγία Τριάδα» (λόγ. α΄, 7).
Ο άγιος Ιωάννης σου δίνει τα κριτήρια.  Πρώτον· είσαι χριστιανός αν πιστεύεις «ορθά και αλάνθαστα στην Αγία Τριάδα». Που σημαίνει ότι ζεις και αναπνέεις τη ζωή της Εκκλησίας, αφού εκεί διαφυλάσσεται και κηρύσσεται η ορθή πίστη που απεκάλυψε ο Κύριος Ιησούς. Το «πιστεύω εις ένα Θεόν…και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν», δηλαδή, πάει πάντα μαζί με το πιστεύω και «εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν». Είμαι μέλος της Εκκλησίας θα πει είμαι μέλος του Χριστού και βλέπω με την όραση που μου έδωσε και μου δίνει ο ίδιος ο Χριστός. Η ορθή πίστη έτσι υπάρχει εκεί που υπάρχει η κοινή πίστη: των Αποστόλων, των Πατέρων, όλων των αγίων. Χωρισμένος από την Εκκλησία, το μόνο που βλέπω είναι ο εαυτός μου και τα πάθη μου, έστω κι αν επικαλούμαι το όνομα του Χριστού.
Και δεύτερον, μάλλον πρώτον κατά τον άγιο: είσαι χριστιανός, όταν φανερώνεις στην καθημερινότητά σου τον Χριστό. Στο πρόσωπό σου ο κάθε άλλος, γνωστός ή ξένος, να μπορεί να βλέπει την παρουσία Εκείνου. Όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στα έργα, ακόμη και στη σκέψη. Άλλωστε ο λόγος και τα έργα είναι γνήσια στον βαθμό που εκφράζουν τον νου και τη σκέψη του ανθρώπου. Όπως το έλεγε ο μέγιστος των αποστόλων άγιος Παύλος: «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού». Γιατί; Διότι «και ημείς νουν Χριστού έχομεν». Έτσι μη θεωρήσεις χριστιανό εκείνον που πάει να μιμηθεί τον Χριστό με έναν εξωτερικό τρόπο. Είναι υποκριτής. Παίζει θέατρο. Ο χριστιανός ζει τον Χριστό στην καρδιά του και αυτό κατά φυσικό τρόπο αντανακλάται σε όλο το είναι του. Εκεί άλλωστε βρίσκεται και το μεγαλείο του αγίου βαπτίσματος, κατά το οποίο γίνεται ο άνθρωπος πραγματικό μέλος του Χριστού.
Γι’ αυτό βεβαίως και η ζωή του στον κόσμο δεν είναι ρόδινη. Ό,τι σταυρό πέρασε ο Χριστός, το ίδιο, με τη χάρη Εκείνου, περνά και ο χριστιανός. «Ει εμέ εδίωξαν, και υμάς διώξουσιν». Μη δυσανασχετείς λοιπόν με τα βάσανα και τις οδύνες της ζωής. Όταν υπάρχουν σημαίνει ότι βρίσκεσαι στον σωστό δρόμο. Αλλά το τέρμα είναι η χαρά και Ανάσταση. «Ιδού γαρ ήλθε δια του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω». Οπότε «ου πάντων η πίστις». «Μικρόν γαρ το ποίμνιον».

 

 

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ…(4)


Ο ιερέας σηκώθηκε από το γραφείο του κι ένα πλατύ χαμόγελο άνθισε στα χείλη του.
«Καλώς τους, καλώς τους», είπε με μεγάλη εγκαρδιότητα.
Ήταν ένα γνωστό του ζευγάρι, πιστά μέλη της Εκκλησίας, που μόλις είχαν φέρει στον κόσμο το τρίτο παιδάκι τους.
«Πάτερ, ήλθαμε για να κανονίσουμε τα της βαπτίσεως. Έχουν παρέλθει πια οι πρώτοι μήνες και τώρα που πάει να ζεστάνει λίγο ο καιρός θέλουμε να το βαπτίσουμε».
Ο ιερέας σημείωσε την ημερομηνία που σκέπτονταν και τους ρώτησε: «Έχετε συμφωνήσει στο όνομα του παιδιού; Δεν είναι προτεραιότητα στη βάπτιση αυτό βεβαίως, αλλά έχει και τούτο τη σημασία του. Η προτεραιότητα είναι το ίδιο το μυστήριο, εκεί που το παιδί, ή ο μεγάλος ίσως, γίνεται πια μέλος του σώματος του Χριστού, εκεί που ο Κύριος τον ενσωματώνει στον εαυτό Του, οπότε του δίνει τη δύναμη να μπορεί να Τον φανερώνει στον κόσμο, δηλαδή να γίνεται ο άνθρωπος μία προέκταση δική Του. Κι αυτό συνιστά, όπως ήδη ξέρετε, τον σκοπό από κει πέρα της ζωής του πιστού ανθρώπου: πώς θα διακρατεί την καθαρότητα του βαπτίσματος, πώς το ένδυμα που ενδύθηκε: τον ίδιο τον Χριστό, να το κρατά καθαρό και αμόλυντο».
«Μάλιστα, πάτερ, δόξα τω Θεώ, την αλήθεια αυτήν την έχουμε κατανοήσει, και μακάρι κι εμείς και τα παιδιά μας να βρισκόμαστε πάντοτε σ’ αυτήν την πορεία. Αλλά στο όνομα δεν έχουμε ακόμη συμφωνήσει. Έχουμε βγάλει τα ονόματα των γιαγιάδων – μη ξεχνάτε ότι όλα τα παιδιά μας είναι κοριτσάκια – και συνεπώς θέλουμε αυτή τη φορά να βγάλουμε το όνομα μιας αγίας που μας αρέσει ιδιαίτερα. Πολλές όμως άγιες έχουν ωραία ονόματα…».
«Το κάθε όνομα, εφόσον είναι χριστιανικό, είναι φορέας της χάρης του Θεού», είπε ο ιερέας με χαρούμενο πρόσωπο, «και έτσι δεν πρέπει τόσο πολύ να σας απασχολεί η ονοματοδοσία. Τέλος πάντων, δεν έχετε σκεφθεί κάτι;»
«Σε τρία ονόματα αγίων έχουμε περίπου καταλήξει», είπε η νεαρή μητέρα. «Αλεξία, Θεοδώρα και Άννα. Τώρα τι θα διαλέξουμε, θα δούμε…».
«Να πάτε στην ευχή του Θεού, και εύχομαι μέχρι τον άλλο μήνα που θα γίνει η βάπτιση να έχετε καταλήξει. Ωστόσο, ετοιμαστείτε κι εσείς να μετάσχετε στο μεγάλο αυτό γεγονός της εισόδου ενός νέου μέλους στο σώμα του Χριστού, που δεν είναι άλλο από την ετοιμασία σας για θεία κοινωνία. Ξέρω ότι μετέχετε συχνά στο σώμα και το αίμα του Χριστού μας, αλλά τη συγκεκριμένη Κυριακή της βάπτισης οπωσδήποτε να είστε έτοιμοι. Η θεία κοινωνία είναι η σπουδαιότερη συμμετοχή μας στις εορτές και τα πανηγύρια της Εκκλησίας, και η βάπτιση είναι ένα τέτοιο μεγάλο πανηγύρι για όλους τους πιστούς. Θα κρατήσω κι εγώ θεία κοινωνία για να κοινωνήσει για πρώτη φορά και η μικρούλα μας, όπως κι αν θα ονομαστεί. Άντε και στην ευχή του Θεού. Τα ξαναλέμε».
«Την ευχή σας, πάτερ».
«Τι έγινε, παιδιά; Καταλήξατε στο όνομα;», είπε χαμογελώντας ο ιερέας, καθώς είχε φτάσει η ώρα για την ακολουθία της βάπτισης της μικρής. «Πώς τελικά θα την πούμε;»
Οι γονείς, κρατώντας το μικρό παιδάκι, τον κοίταξαν αμήχανα και με μία ελαφριά ντροπή.
«Πάτερ, δυστυχώς δεν έχουμε καταλήξει ακόμη».
«Και πώς θα την ονομάσουμε, βρε παιδιά;», έπιασε να γελάει ο ιερέας. «Καλά, τελευταία διορία μέχρι το τέλος της κατήχησης».
Τελειώνοντας ο ιερέας την κατήχηση, κοίταξε προς τους γονείς που ήταν δίπλα του με τον ανάδοχο. Στην τελευταία ευχή έπρεπε να ονοματίσει το παιδί. Καμία λέξη, τσιμουδιά από πλευράς όλων.
«Πάτερ, αποφασίστε εσείς», είπε ψιθυρίζοντας η μητέρα. «Εμείς δεν βρίσκουμε άκρη».
«Καλά», είπε ο ιερέας, απορώντας λίγο με το αναποφάσιστο των γονιών. «Του Κυρίου δεηθώμεν. Δέσποτα Κύριε, ο Θεός ημών, προσκάλεσαι την δούλην σου  Ά ν ν α ν  προς το άγιόν σου φώτισμα, και καταξίωσον αυτήν της μεγάλης ταύτης χάριτος του αγίου σου Βαπτίσματος…». Έλαμψαν τα πρόσωπα των γονιών και του νονού.
Κάνοντας την απόλυση ο παπάς κοίταξε αριστερά του τη μεγάλη εικόνα της Παναγίας στο προσκυνητάρι. Δεν ξέρει, μα του φάνηκε πως η Μάνα Παναγιά σαν να του χαμογέλασε. Η Μάνα που βγήκε το όνομα της Μάνας Της…
«Τίποτε μάλλον δεν είναι τυχαίο», σκέφτηκε ο ιερέας. «Ούτε κι αυτό ακόμη…».

 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ

           

          
          Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας ενώ αναφέρονται στη θεραπευτική εκ Θεού χάρη των αγίων για τον όλο άνθρωπο, την ψυχή και το σώμα του, τονίζουν ιδιαιτέρως την ιατρεία που παρέχουν ως προς τα ψυχικά πάθη των ανθρώπων, καλύτερα: ο υμνογράφος στρέφει εκεί περισσότερο την προσοχή μας. «Του νοός μου εκτροπάς τυραννούσας με θραύσατε, και ιάσασθε της ψυχής μου τα πάθη» (συντρίψατε τις αμαρτωλές εκτροπές του νου μου που με τυραννούν, και γιατρέψτε τα πάθη της ψυχής μου)∙ «Δυάς μαρτύρων σήμερον ανέτειλεν ημίν, τας ψυχικάς αλγηδόνας ημών θεραπεύουσα, Κύρος και Ιωάννης οι θαυματουργοί» (Ανέτειλε για εμάς σήμερα η δυάδα των μαρτύρων, που θεραπεύει τα ψυχικά τραύματά μας, ο Κύρος και ο Ιωάννης, οι θαυματουργοί).
Δεν πρόκειται ασφαλώς περί υποβάθμισης της σημασίας των σωματικών πόνων και ασθενειών: το σώμα μας είναι και αυτό δημιούργημα του Θεού, αξιότιμο και ισοστάσιο με την ψυχή μας, γι’ αυτό και ο Κύριος θεράπευε και τις σωματικές αρρώστιες των ανθρώπων. Ο άγιος υμνογράφος όμως θέλει να τονίσει την προτεραιότητα της ψυχής, διότι όταν πάσχει η ψυχή, το αντίκτυπο είναι αιώνιο, κάτι που δεν συμβαίνει με τις σωματικές αρρώστιες, οι οποίες μάλιστα πολλές φορές γίνονται μέσον αγιασμού των ανθρώπων με την υπομονή που μπορεί αυτοί να επιδείξουν. «Καυχήσομαι εν ταις ασθενείαις μου» (θα καυχηθώ για τις ασθένειές μου) όπως λέει και ο απόστολος, διότι «όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμι», αφού ο ίδιος ο Κύριος βεβαιώνει: «η δύναμίς μου εν ασθενείαις τελειούται» (η δύναμή μου φθάνει στην τελείωσή της μέσα από τις αρρώστιες). Και βλέπουμε μάλιστα ότι ο υμνογράφος θεωρεί ως αρρώστια, ως «τυραννία» κυριολεκτικά της ψυχής, «τις εκτροπές του νοός». Γιατί άραγε; Διότι ο νους του ανθρώπου, ο ηγεμόνας της ψυχής, θα έπρεπε πάντοτε να είναι στραμμένος προς τον Θεό, με όλη την αγάπη και την έντασή του. Η εντολή του Θεού είναι σαφής: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος».
 

 

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ


«Άνθρωπος ασεβής είναι μία ύπαρξη λογική και θνητή, η οποία θεληματικά αποφεύγει τη ζωή· και τον Δημιουργό της, που υπάρχει αιώνια, Τον θεωρεί ως ανύπαρκτο» (Λόγος α΄, 5).

Το να διαγράφεις τον Θεό και Δημιουργό από τη ζωή σου, είναι θέμα ίσως της λογικής και ελεύθερης ύπαρξής σου - ο Θεός σού  έδωσε τη δυνατότητα να Του λες όχι και να μην Τον λαμβάνεις καθόλου υπόψη σου σε κάθε τι από την επίγεια πορεία σου. Σου έδωσε δηλαδή τη δυνατότητα να είσαι εντελώς… απελευθερωμένος από Αυτόν. Σου έδωσε τη δυνατότητα να είσαι ακόμη και ασεβής! Τι σημασία θα είχε άλλωστε μία αναγκαστικού τύπου σχέση με Αυτόν, που είναι η πηγή της ελευθερίας;

Δεν πρέπει όμως να παραπονιέσαι, όταν εισπράττεις και το τίμημα της επιλογής σου: τον ψυχικό πνιγμό σου, το κενό της καρδιάς σου, τη θλίψη και τη διαρκή στενοχώρια και μελαγχολία σου, το να μην είσαι ευχαριστημένος με τίποτε στη ζωή σου. Γιατί εσύ «θεληματικά αποφεύγεις Αυτόν που είναι η ζωή». Και τι γίνεται; Προσπαθείς να γεμίσεις το κενό και το ανικανοποίητο της καρδιάς σου, με  υποκατάστατα: το ρίχνεις στις διασκεδάσεις – όσες μπορείς μέσα στο στένεμα της καθημερινότητας πια -, ίσως σε ταξίδια, σε βόλτες, σε κάθε είδους συναναστροφές, σε ύποπτους «παραδείσους»…

Μα, είναι σαν να έχεις κατεβάσει τον διακόπτη του ρεύματος και πας να ανάψεις το φως με σπίρτα. Δεν βγαίνει άκρη: η αιτία βρίσκεσαι μέσα σου· στο βάθος της καρδιάς σου. Το κενό και η αίσθηση της κόλασης διαρκώς και αυξάνει.

Προσοχή όμως και στην παγίδα: μπορεί να αποδέχεσαι τον Θεό, να Τον επικαλείσαι ίσως στα λόγια και στην καθημερινότητά σου, αλλά να ζεις τα ίδια συμπτώματα του κενού και της κόλασης με τον άθεο. Εκεί τότε χτυπάει το καμπανάκι του κινδύνου: είσαι το ίδιο ασεβής, έστω κι αν νομίζεις ότι ανήκεις στον Θεό! Γιατί το αν έχεις Θεό ή όχι, φαίνεται από τους καρπούς που παρουσιάζεις στη ζωή σου: τη χαρά, την ειρήνη της καρδιάς, την αγάπη στους άλλους. «Εκ των καρπών το δένδρον γινώσκεται». Προσοχή στο είδος της ευσέβειάς σου! Η ασέβεια πολλές φορές παρουσιάζεται με το ένδυμα της «ευσέβειας»!  

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ...(3)


Ο τριαντάχρονος περίπου νέος ήλθε κατευθείαν πάνω στον ιερέα.
«Πάτερ, θέλω να εξομολογηθώ. Μπορείτε;»
«Βεβαίως, παιδί μου. Ορίστε, πέρασε στο εξομολογητάρι».
Ο ιερέας φόρεσε το πετραχήλι και έκανε μία σύντομη ακολουθία, επικαλούμενος το έλεος του Κυρίου επί τον εξομολογούμενο. Κάθισαν.
«Τι σε απασχολεί, παιδί μου; Τι είναι εκείνο που βαραίνει την ψυχή σου, ώστε να θέλεις τόσο άμεσα εξομολόγηση; Πριν πεις όμως οτιδήποτε,  θα μου επιτρέψεις να σου υπενθυμίσω ότι η εξομολόγηση γίνεται όχι στον ιερέα, αλλά στον ίδιο τον Κύριο. Σ’ Εκείνον απευθυνόμαστε, γιατί Εκείνος είναι ο αρχηγός της πίστης μας και ο Σωτήρας της ζωής μας. Έχει προηγηθεί βεβαίως η μετάνοια του πιστού για όποιες αμαρτίες έχει επισημάνει στον εαυτό του, έχει πάρει την απόφαση για αλλαγή του, και έρχεται στη συνέχεια στον ιερέα, προκειμένου να βοηθηθεί στη γνησιότητα της μετανοίας του και να πάρει την άφεση των αμαρτιών του. Η εξομολόγηση δηλαδή στον ιερέα είναι η κατάληξη θα λέγαμε της πρώτης και σημαντικότερης εξομολόγησης που γίνεται στον ίδιο τον Κύριο, μέσα στην καρδιά του πιστού. Με τον τρόπο αυτόν, ετοιμασμένος, δοκιμασμένος, όπως λέει ο απόστολος, ιδίως εκείνος που έχει καιρό να κοινωνήσει το σώμα και το αίμα του Κυρίου, μπορεί να προσέλθει στη Θεία Κοινωνία αυτήν, όπου κατεξοχήν εκεί το αίμα του Κυρίου μάς καθαρίζει από κάθε αμαρτία. Λοιπόν, τι θα ήθελες να εξομολογηθείς;»
Ο νέος δεν μίλησε αμέσως. Φαινόταν σαν να στοχαζόταν τα λόγια του πνευματικού. Αλλά η συνέχεια αποκάλυψε πως μάλλον δεν συνέβαινε αυτό.
«Πάτερ», είπε ξαφνικά και με ένα είδος οργής ο νεαρός άνδρας. «Θέλω τρία πράγματα να σου ζητήσω».
«Τι πράγματα;» είπε ο ιερέας ανασηκώνοντας λίγο το κεφάλι του και βλέποντας το πρόσωπο του νέου, που είχε ελαφρώς κοκκινίσει από μία παράξενη έξαψη.
«Πρώτον, θέλω να μου βρεις γυναίκα». Σταμάτησε για λίγο, για να συνεχίσει,  κτυπώντας μάλιστα αυτήν τη φορά και το χέρι του πάνω στο μικρό τραπεζάκι με τον Εσταυρωμένο και το καντηλάκι που έκαιγε μπροστά Του.  «Δεύτερον, θέλω να μου βρεις δουλειά. Και τρίτον, επειδή ασχολούμαι με το θέατρο, θέλω να μου βρεις μία θεατρική σκηνή για να μπορώ να παίζω εκεί».
Ο ιερέας δεν έσπευσε να απαντήσει. Ένιωσε μόνο ένα πικρό δάκρυ να παλεύει να βγει από το κέντρο της καρδιάς του.
Σηκώθηκε, έβγαλε το πετραχήλι του και ξανακάθισε.
Κοίταξε ίσια στα μάτια τον νεαρό άνδρα που απορημένος τον κοιτούσε, και του είπε ήρεμα:
«Ας συζητήσουμε λοιπόν τι μπορώ να κάνω εγώ σ’ αυτά που μου ζητάς…».

 

ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 
      Η παιδεία για τους τρεις ιεράρχες δεν εξαντλείτο στην κατά κόσμο μόρφωσή τους, την οποία αυτοί πλούσια κατείχαν – ό,τι συνήθως θεωρείται από τους πολλούς παιδεία. Η κοσμική παιδεία, η ανθρώπινη σοφία μόνη της, η επιστήμη θα λέγαμε,  όπως ήδη είχαν επισημάνει και οι αρχαίοι Έλληνες «πανουργία και ου σοφία φαίνεται», δεν θεωρείται δηλαδή αληθινή σοφία αλλά πονηρία. Διότι η ανάπτυξη μόνο της λογικής, χωρίς παράλληλη καλλιέργεια της καρδιάς οδηγεί συνήθως σε καταστροφή. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, όλες οι αναταραχές μέχρι σήμερα στην ανθρωπότητα αποτελούν την επιβεβαίωση και του λόγου το αληθές. Για την Εκκλησία μας, όπως φαίνεται από τους τρεις αυτούς οικουμενικούς πατέρες και διδασκάλους, η αληθινή παιδεία είναι αυτή που οδηγεί τον άνθρωπο σε τέτοια εσωτερική καλλιέργεια, ώστε να γίνει μία φανέρωση του Χριστού μέσα στον κόσμο. Το όραμα της χριστιανικής παιδείας, που πρόβαλλαν διαρκώς οι τρεις Ιεράρχες, ήταν το «μορφωθήναι Χριστόν εν ημίν». Να φθάσουμε οι άνθρωποι στον τύπο του αληθινού ανθρώπου που έδειξε ο Χριστός. Διότι Αυτός εκτός από Θεός είναι και ο αληθινός άνθρωπος. Οι άγιοι Ιεράρχες μας λοιπόν χρησιμοποίησαν την ανθρώπινη γνώση και τη σοφία τους, προκειμένου να συσταθεί, με την έννοια να στερεωθεί και να αρθρωθεί σε λόγο, η απλότητα του κηρύγματος των Αποστόλων. Ο άγιος Ιωάννης ο Ευχαΐτων, ο υμνογράφος των αγίων, μας το λέει και ως εξής: «Γίνατε νοήμονες άνθρωποι από την κοσμική και γήινη σοφία, ένδοξοι Πατέρες, αλλά αποκτήσατε κυβέρνηση από τη σοφία του Θεού, δηλαδή η θεϊκή σοφία σας καθοδηγούσε και σας κατεύθυνε. Γι’ αυτό και σαν θεραπαινίδα, σαν δούλη δηλαδή, υποτάξατε την κοσμική στη θεία με πάνσοφο τρόπο» («Νοήμονες εκ της κάτω σοφίας γενόμενοι, κυβέρνησιν, ένδοξοι, παρά της θείας εκτήσασθε∙ όθεν ως θεράπαιναν ταύτην εκείνη πανσόφως υπετάξατε»). Βεβαίως αξίζει η επιστήμη και κάθε ανθρώπινη γνώση και σοφία. Αλλά για να βοηθά τον άνθρωπο στην αναγωγή του προς τον Θεό. Κάτι που δυστυχώς ήδη εδώ και αρκετά χρόνια έχει χαθεί από την ελληνική εκπαίδευση. Η εορτή έτσι των Τριών Ιεραρχών στην εποχή μας μένει μετέωρη. Η παιδεία που προβάλλουν οι άγιοι αποτελεί ένα διαρκώς ζητούμενο.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

ΕΠΙ ΤΗ ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ


 
Οι ύμνοι της Εκκλησίας μάς υπενθυμίζουν σήμερα ότι ο άγιος Χρυσόστομος, «ο κήρυξ της μετανοίας», κηρύσσει εκείνη τη μετάνοια στον πιστό λαό, η οποία προϋποθέτοντας την άπειρη αγάπη του Θεού προς αυτόν, γίνεται η μεγαλύτερη παρηγοριά του, εκείνη που του «σφουγγίζει οποιαδήποτε υγρότητα  της φοβερής απόγνωσης και δροσίζει τις καρδιές που έχουν καεί από την αμαρτία». «Της μετανοίας τον κήρυκα, τον σπόγγον τον πάγχρυσον, τον υγρότητα δεινής απογνώσεως αίροντα, και δροσίζοντα εκτακείσας καρδίας αμαρτίαις, Ιωάννην επαξίως τον Χρυσολόγον τιμήσωμεν» (Ας τιμήσουμε με επάξιο τρόπο τον χρυσό στους λόγους Ιωάννη, τον κήρυκα της μετάνοιας, το πάγχρυσο σφουγγάρι που παίρνει την υγρότητα της φοβερής απόγνωσης και δροσίζει τις καμένες από τις αμαρτίες καρδιές).

Και τι τόνιζε ιδιαιτέρως ο άγιος; Μπορεί κάποιος να έχει αμαρτήσει με πολλά και μεγάλα αμαρτήματα, όμως τα αμαρτήματα αυτά δεν μπορεί να θεωρηθούν ισοστάσια της αγάπης του Θεού. Τίποτε δεν είναι σαν εκείνην, διότι η αυτοαγάπη, ο ίδιος ο Θεός,  τόσο μας αγάπησε, ώστε έπαθε και θυσιάστηκε για εμάς τους ανθρώπους, παρέχοντάς μας τη συγχώρηση. Αρκεί βεβαίως να θέλουμε κι εμείς τη συγχώρηση αυτή, δηλαδή να μετανοούμε. Διότι η όλη προσφορά του Θεού υπάρχει άπειρη και αιώνια, μένει όμως ανενέργητη χωρίς και τη δική μας θέληση. Αυτό τόνιζε λοιπόν ο άγιος Χρυσόστομος ενόσω ζούσε, αλλά και το ίδιο κηρύσσει και μετά θάνατον, γινόμενος έτσι ο μεγαλύτερος παρηγορητής των ανθρώπων.  Ο άγιος Θεοφάνης με πολλή ενάργεια και σαφήνεια μας το επισημαίνει: «Ει και νεκρός ει εν τάφω, αλλά ζων εν τω κόσμω, Χρυσόστομε, κηρύττεις μετάνοιαν και γράφεις συγχώρησιν, εγγυώμενος τοις μετανοούσι θερμώς» (Αν και είσαι νεκρός μέσα στον τάφο, όμως  ως ζωντανός μέσα στον κόσμο, Χρυσόστομε, κηρύσσεις και γράφεις τη μετάνοια, δίνοντας την εγγύηση της συγχώρησης γι’ αυτούς που μετανοούν με θερμό τρόπο).

 

 

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ


 


Η πορεία του πιστού πάνω στις εντολές του Χριστού συνιστά αξίωμα της χριστιανικής ζωής, διότι ακριβώς πρόκειται περί εντολών του Χριστού, του ίδιου του Θεού δηλαδή. Δεν ανήκει επομένως στην επιλογή ενός χριστιανού να τηρήσει ή όχι τις εντολές Εκείνου, εφόσον θέλει να είναι χριστιανός. Είναι ο μονόδρομος της ζωής του, που τον κάνει πράγματι να είναι αληθινά μαζί με τον Χριστό. Ο Ίδιος ήταν απολύτως σαφής: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε». «Ο μη αγαπών με του λόγους μου ου τηρεί». Και οι εντολές Του, όλοι γνωρίζουμε, συγκεφαλαιώνονται σ’ αυτό που διασώζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Αύτη εστίν η εντολή Αυτού, ίνα πιστεύσωμεν τω ονόματι του Υιού Αυτού και αγαπώμεν αλλήλους». Πίστη και αγάπη: ο δρόμος του χριστιανού, ο δρόμος της αγιότητας. Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης αυτό μας θυμίζει για τον όσιο Ξενοφώντα και τη συνοδεία του: πορεύτηκαν πάνω στην πίστη και την αγάπη, που φανερωνόταν κυρίως με την ελεημοσύνη τους. «Λάμπων αξιώμασι ψυχής, ελεημοσύνη και πίστει σαυτόν ελάμπρυνας» (Λάμποντας, λάμπρυνες τον εαυτό σου από τα αξιώματα της ψυχής, την ελεημοσύνη και την πίστη). Η φράση «αξιώμασι ψυχής» δεν πρέπει να παρέλθει ασχολίαστη. Ο υμνογράφος εδώ μας αποκαλύπτει ότι τηρώντας κανείς την πίστη και την ελεημοσύνη, δηλαδή την αγάπη, αποκτά αξιώματα, γίνεται αξιωματούχος. Η πίστη και η ελεημοσύνη είναι, μας λέει, τα πραγματικά αξιώματα του ανθρώπου: ό,τι συνιστά την τιμή, την υπόληψη και την αξία του.  Όχι αυτά που θαυμάζουν οι πολλοί, τα επίγεια και κοσμικά αξιώματα, αλλά τα ψυχικά και πνευματικά, συνεπώς αυτά που μπορεί να αποκτήσει ο οποιοσδήποτε, αρκεί να θελήσει και να προσπαθήσει.


 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ...(2)


Η μεσήλικη κυρία, με το κορακί κατάμαυρο πρόσφατα βαμμένο μαλλί της, το ξεκαθάρισε από την αρχή:
«Πάτερ, εγώ εξομολογούμαι, έχω δηλαδή πνευματικό, αλλά σε άλλη ενορία».
Ο ιερέας την κοίταξε με ελαφρά έκπληξη. Πρόλαβε όμως την ερώτησή του.
«Θα μου πείτε, γιατί τότε βρίσκομαι εδώ. Ήρθα όχι γιατί θέλω να φύγω από τον πνευματικό μου, αλλά γιατί έχω ακούσει καλά λόγια για σας, ότι είστε καλός πνευματικός, κι είπα να έλθω και σε σας».
 Άφησε ένα κενό ο ιερέας. «Ποιο είναι το όνομά σας;» ρώτησε στη συνέχεια χαμηλόφωνα. «Καίτη, μάλιστα. Από τη μεγαλομάρτυρα αγία Αικατερίνα, προφανώς. Λοιπόν, κ. Καίτη μου, χαίρομαι καταρχάς που ήλθατε για εξομολόγηση κι ευχαριστώ για την εκτίμησή σας. Όμως, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, είστε άνθρωπος της Εκκλησίας, εφόσον εκκλησιάζεσθε και έχετε και πνευματικό, και γι’ αυτό θα ξέρετε ότι αυτό που λέτε δεν είναι και πολύ σωστό. Δεν πρέπει κανείς χωρίς ιδιαίτερο λόγο να αλλάζει πνευματικό. Αν υπήρχε τέτοιος λόγος θα το καταλάβαινα και θα το δεχόμουνα. Μα δεν υπάρχει, συνεπώς θα σας συμβούλευα να μην ξεκινήσουμε».
Η γυναίκα έδειχνε να μην καταλαβαίνει. Να της αρνείται ο παπάς να την εξομολογήσει! «Μα, πάτερ, θέλω να εξομολογηθώ και σε σας. Ποιο είναι το κακό;»
«Δεν είναι κακό», είπε ο ιερέας, κι ένιωσε την ανάγκη να στρέψει νοερά το βλέμμα του στην εικόνα του Κυρίου που κρεμόταν δίπλα του. «Απλώς δεν είναι σύμφωνο με την παράδοση της Εκκλησίας μας, γιατί ο πνευματικός με τον εξομολογούμενο έχει μια σχέση πατέρα και παιδιού, πατέρα κι αδελφού. Στον πνευματικό ανοίγει κανείς την καρδιά του, - μολονότι όχι κατ’ ακρίβεια στον πνευματικό αλλά στον ίδιο τον Κύριο εξομολογείται ο πιστός με την παρουσία του ιερέα ως μάρτυρα της μετανοίας αυτού -, στον πνευματικό ομολογεί κανείς τις αμαρτίες του, σ’ εκείνον αποκαλύπτει τους φόβους, τις αγωνίες αλλά και τις προσδοκίες και τις χαρές του. Λοιπόν, αναπτύσσεται μέσα στο μυστήριο αυτό της μετανοίας μία εσωτερική και καρδιακή σχέση, που όταν πράγματι υφίσταται θεωρείται ότι είναι το κατάλληλο έδαφος για να χορηγήσει ο Κύριος τη χάρη Του. Κι η χάρη αυτή είναι εκείνη που οδηγεί τον πιστό σε ανανέωση της ύπαρξής του, σε ξανάνιωμα πνευματικό, σε μία ξαναβίωση του ίδιου του βαπτίσματός του. Αυτό λοιπόν που τελεσιουργείται στο εξομολογητάρι δεν μπορεί να κατανοηθεί με τον τρόπο που – συγγνώμη για το παράδειγμα, δεν είναι ίσως εύστοχο - κάποιος πηγαίνει σε μία ταβέρνα, και λέει έπειτα, ας πάω και στην παραδίπλα γιατί έχω ακούσει ότι έχει κι αυτή ωραίο μενού».
«Τέλος πάντων, πάτερ», - έδειξε η κυρία ότι «κατάλαβε» -, «μια που ήλθα δεν μπορώ να εξομολογηθώ;»
«Καλά, πείτε στον Κύριο τι σας βαραίνει», είπε ο ιερέας μάλλον εξουθενωμένος, γιατί φάνηκε ότι τα λόγια του δεν έγιναν αντιληπτά.
«Λοιπόν, πάτερ», πήρε φόρα η κυρία και το πρόσωπό της άρχισε να κοκκινίζει. «Λοιπόν, τα έχω με τον γαμπρό μου. Δεν ήταν εκείνος που περίμενα. Εμένα η κόρη μου έπρεπε να παντρευτεί άλλον. Έναν που να της ταιριάζει, να την καταλαβαίνει, να της προσφέρει τα πάντα. Όχι αυτό το παλιόμουτρο, - συγγνώμη για την έκφραση αλλά είναι το λιγότερο που μπορώ να πω σ’ αυτόν τον ιερό χώρο -, που νομίζει ότι έχει το πάνω χέρι σαν να είναι αφεντικό».
«Κυρία Καίτη, πρέπει να σας διακόψω», είπε ο ιερέας. «Δέχτηκα να εξομολογηθείτε, παρόλο ότι δεν έπρεπε, αλλά τώρα δεν κάνετε εξομολόγηση. Ήρθατε να εξομολογηθείτε τα δικά σας αμαρτήματα· όχι του γαμπρού σας, όσο πολλά και μεγάλα κι αν είναι. Λοιπόν, θα σας παρακαλέσω να πείτε για τον εαυτό σας».
«Ναι, καλά», είπε μάλλον φουρκισμένη η κ. Καίτη. «Ο γαμπρός μου είναι το πρόβλημά μου, πάτερ. Η κόρη μου μάλλον φαίνεται να μη περνάει καλά. Δεν θέλει να μου πει κάτι περισσότερο, αλλά εγώ το καταλαβαίνω. Αυτός ο τύραννος δεν λέω βέβαια ότι την χτυπάει ή την βασανίζει, αλλά την ταλαιπωρεί. Να σας πω συγκεκριμένα…».
«Όχι, κ. Καίτη», ξανάπε λίγο πιο αυστηρά αυτή τη φορά ο ιερέας. «Σας είπα ότι στην εξομολόγηση λέμε τα δικά μας αμαρτήματα κι όχι των άλλων. Κι αν τέλος πάντων ταλαιπωρείσθε από τον γαμπρό σας, θα πρέπει ως αμαρτία σας ίσως να πείτε ότι δεν έχετε την υπομονή που πρέπει να τον ανεχθείτε. Παρακαλώ, λοιπόν, επικεντρωθείτε στα δικά σας. Ο γαμπρός σας αν είναι, μπορεί να έλθει και να εξομολογηθεί μόνος του τις δικές του αμαρτίες».
«Ναι, καλά. Μα, τι λέτε, πάτερ; Σιγά μην έλθει αυτός ο ακατανόμαστος για να εξομολογηθεί. Αυτός, πάτερ, δεν πατάει το πόδι του στην Εκκλησία. Αυτός είναι αθεόφοβος. Αμ, τέτοια ανατροφή που έλαβε από τους γονείς του. Γιατί κι αυτοί, πάτερ, δεν πάνε πίσω. Ξέρετε τι σόι είναι οι συμπέθεροι;».
«Κυρία Καίτη, δυστυχώς δεν μπορούμε να συνεχίσουμε», είπε ο πνευματικός και σηκώθηκε όρθιος. «Σας παρακαλώ, για να μην εμπαίζουμε το μυστήριο που είναι μυστήριο μετανοίας του εξομολογουμένου και όχι έδρα εισαγγελέως που απαγγέλλονται κατηγορίες, θα πρέπει να πάτε στον πνευματικό σας και εκεί να πείτε τα όποια προβλήματά σας. Αλλά, θα σας παρακαλέσω, στο όνομα του Χριστού: κοιτάξτε μέσα στην καρδιά σας και προσευχηθείτε ο Κύριος να σας φωτίσει να δείτε τον δικό σας χώρο. Αν συνεχίσουμε εδώ, ή αν στον πνευματικό σας πηγαίνετε για να κατηγορήσετε άλλους, δυστυχώς η χάρη του Θεού δεν θα βρίσκει τόπο αναπαύσεως σε σας. Το αντίθετο μαλιστα: κάθε φορά θα αυξάνετε τις αμαρτίες σας. Στο καλό, κ. Καίτη».
Άνοιξε την πόρτα του εξομολογηταρίου ο ιερέας.
«Μα…», πήγε να ψελλίσει πάλι κάτι η μεσήλικη. «Στο καλό…». Δάκρυα ανέβλυσαν από τα μάτια του πνευματικού.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Η ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΩΝ ΕΣΧΑΤΩΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


 Τό θέμα ἐμπερικλείει καί τούς βασικούς ἄξονες διαπραγμάτευσής του: «Ἡ πρόληψη τῶν ἐσχάτων μέσα ἀπό τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας». Πού σημαίνει, πρῶτον, ὅτι πρέπει νά καθορίσουμε ὅσο εἶναι δυνατόν τήν ἔννοια τῶν ἐσχάτων, καί δεύτερον, πῶς αὐτά τά ἔσχατα πού μᾶς παραπέμπουν στό μέλλον ἤδη προλαμβάνονται στό ἑκάστοτε παρόν, συνεπῶς τό μέλλον βιώνεται ἤδη ὡς παρόν μέσα στήν Ἐκκλησία καί μάλιστα μέσα στά μυστήριά της, πάντοτε μέ τήν προϋπόθεση ὅτι προκειμένου νά ἐνεργοποιηθεῖ ἡ ἐσχατολογία τῶν μυστηρίων στήν προσωπική ζωή τοῦ πιστοῦ, ἄλλη ὁδός  ἀπό τή συνειδητή ἀνταπόκρισή του διά τῆς ἀσκητικῆς ὁδοῦ, ἤτοι τῆς τηρήσεως ἀπό αὐτόν τοῦ ἀγαθοῦ θελήματος τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ, δέν ὑπάρχει. 

1. Ἡ ἔννοια τῶν ἐσχάτων στήν Ἐκκλησία.

Πρίν κάνουμε εἰδική ἀναφορά στήν ἐσχατολογία τῆς Ἐκκλησίας, δύο παρατηρήσεις εἶναι νομίζουμε ἀναγκαῖες. Ἡ πρώτη ἀναφέρεται στήν προϋπόθεση στήν ὁποία στηρίζεται κάθε λόγος περί ἐσχάτων: ὅτι ὑφίσταται χρόνος ἔχοντας ἀρχή καί κάποιο τέλος, γεγονός τό ὁποῖο ἀποκλείει ἀπό τήν ἔννοια τῆς ἐσχατολογίας κάθε θρησκευτική δοξασία ἤ φιλοσοφία πού ἐκλαμβάνει τόν χρόνο ὡς ἀεί ἀνακυκλούμενο, ὅπως γιά παράδειγμα συμβαίνει μέ τούς ἀρχαίους Ἕλληνες, διότι ὁ κόσμος ἐκεῖ θεωρεῖται αἰώνιος, χωρίς ἀρχή καί τέλος, μέσα στόν ὁποῖο ἐνυπάρχουν ὄχι μόνον οἱ ἄνθρωποι καί ἡ φυσική πραγματικότητα, ἀλλά καί οἱ ἴδιες οἱ θεότητες. Στήν περίπτωση τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ἡ ὅποια ἐσχατολογία, ἄν μπορεῖ πιά νά ὀνομαστεῖ ἔτσι,  ἁπλῶς κατανοεῖται ὅπως συμβαίνει στήν τραγωδία, δηλαδή «ὅ,τι συμβαίνει στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι προκαθορισμένο ἀπό τούς θεούς» (Ζηζιούλας). Ἡ δεύτερη παρατήρηση ἀναφέρεται στήν κοσμικοῦ τύπου λεγόμενη ἐσχατολογία, ὅπως ἐκφράστηκε «στή νεώτερη δυτική σκέψη, στήν ὁποία ἐπικρατεῖ ὁ οὐμανισμός (πρβλ. μαρξισμό καί καπιταλισμό), (σύμφωνα μέ τήν ὁποία) ὁ ἄνθρωπος μέ τήν πράξη του μπορεῖ νά δημιουργήσει τό μέλλον του». Προϋπόθεση καί στά δύο αὐτά, ἀρχαιοελληνισμό καί οὐμανισμό, εἶναι ὅτι τό παρελθόν καθορίζει τό μέλλον, ὅτι «τό μέλλον μπορεῖ νά προγραμματιστεῖ καί νά ἀποτελέσει αἰτιατό ἑνός αἰτίου πού βρίσκεται στό παρελθόν» (Ζηζιούλας).

Στή χριστιανική ἐσχατολογία τά πράγματα ἀνατρέπονται ὁλοκληρωτικά: ὄχι τό παρελθόν, ἀλλά τό μέλλον εἶναι ἐκεῖνο πού καθορίζει τό παρελθόν, τά ἔσχατα μέ τήν παρουσία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκεῖνα πού ρίχνουν ἰσχυρό φῶς στά γεγονότα τοῦ παρελθόντος. Ἡ κατανόηση τῆς παράδοξης αὐτῆς πραγματικότητας γίνεται καλύτερα ἄν ἐξετάσουμε ἐν συντόμῳ καί τό τί συμβαίνει στόν χῶρο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (βλ. π.χ. Λεξικό Βιβλικῆς Θεολογίας, «Ἡμέρα Κυρίου»). Διότι στόν χῶρο αὐτό, πού συνιστᾶ τό πρῶτο μέρος τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ μέ τήν προοπτική τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Μεσσία Χριστοῦ, ἔχουμε τήν ἴδια θεώρηση τοῦ χρόνου, ὡς εὐθύγραμμης πορείας μέ ἀρχή καί τέλος, μέσα στόν ὁποῖο παρεμβαίνει δυναμικά ὁ ἴδιος ὁ Θεός πού ἀποκαλύπτεται - ὅ,τι ὀνομάζουμε ἐσχατολογία. Ἡ ἱστορία δηλαδή τοῦ Ἰσραήλ, κατά τούς προφῆτες, ἀποκτᾶ ἱερό χαρακτήρα λόγω τῶν παρεμβάσεων τοῦ Θεοῦ Γιαχβέ, ὁ Ὁποῖος περιγράφεται ὅτι ἐπεμβαίνει στά γεγονότα τῆς ἱστορικῆς πορείας τοῦ λαοῦ Του, τέλος δέ ὅτι θά ἐπέμβει καί τήν ἔσχατη ἡμέρα, κατά τήν ὁποία θά παύσει νά ὑπάρχει πιά ὁ κόσμος μέ τή μορφή πού τόν ξέρουμε, τότε πού θά ἔχουμε τή συντέλεια τοῦ κόσμου. Οἱ ἐπεμβάσεις αὐτές ὀνομάζονται «ἡμέρα Κυρίου», καί διαπιστώνουμε ἔτσι ὅτι χαρακτηρίζονται ἀπό μία προοδευτικότητα ἀπό πλευρᾶς τοῦ Θεοῦ: ἀπό «ἡμέρα Κυρίου» μόνο γιά τόν Ἰσραήλ, γίνεται «ἡμέρα Κυρίου» καί γιά ὅλα τά ἔθνη, καί μάλιστα ὄχι πιά μέσα στόν χρόνο, ἀλλά στό τέλος τῶν καιρῶν, στό τέλος ὅπως εἴπαμε τοῦ σημερινοῦ κόσμου. Ἔτσι καί στήν Π. Δ. ἡ κάθε «ἡμέρα Κυρίου», ἡ κάθε παρέμβαση καί ἐπέμβασή Του εἴτε στόν Ἰσραήλ εἴτε στόν ὑπόλοιπο κόσμο ἔχει ἐσχατολογικό χαρακτήρα, ἀφοῦ βεβαίως Ἐκεῖνος, ὁ Γιαχβέ, εἶναι τό πλήρωμα τοῦ χρόνου καί «ὁ πατήρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».

Ἡ κατανόηση αὐτή τῆς ἐσχατολογίας ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη συνεχίζεται καί στήν Καινή, μᾶλλον παίρνει μία νέα διάσταση, ἀφοῦ  ἔκτοτε ὁ χρόνος θεωρήθηκε ὅτι ἔφθασε πιά στήν πληρότητά του στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ὅτε δέ ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τόν Υἱόν Αὐτοῦ…»(Γαλ. 4,4). Μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό δηλαδή, τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό, τά ἔσχατα εἶναι ἤδη ἐδῶ, εἶναι παρόντα, γι’ αὐτό καί ὁ ἐρχομός Του συνιστᾶ τήν ἡμέρα «τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Κυρίου» (Α΄ Πέτρ. 2, 12), τήν ἡμέρα «τῆς κρίσεως»(Β΄ Πέτρ. 2, 9), τήν ἡμέρα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Πρόκειται ἀλλιῶς γιά τήν ἀποκάλυψη (Β΄ Θεσ. 1,7), γιά τήν ἐπιφάνεια τοῦ Θεοῦ (Α΄Τιμ. 6, 14, Τίτ. 2, 13) καί γιά τήν παρουσία Του (Α΄ Θεσ. 2, 19, Β΄ Θεσ. 2, 1, Α΄ Κορ. 15, 23), παρουσία μάλιστα σωματικῆς φύσεως (Β΄Κορ. 10, 10). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως καί ἄλλα Καινοδιαθηκικά κείμενα, «βιάζονται νά τοποθετήσουν τήν «ἐπιφάνεια» τοῦ Κυρίου ἀκόμη καί στήν ἐνσάρκωση»: «…τήν δοθεῖσαν ἡμῖν ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ πρό χρόνων αἰωνίων, φανερωθεῖσαν δέ νῦν διά τῆς ἐπιφανείας τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β΄ Τιμ. 1, 10) (Λ.Β.Θ).

Ὅπου Χριστός λοιπόν ἐκεῖ καί ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ καί ἡ παρουσία τῶν ἐσχάτων. Μποροῦμε νά προχωρήσουμε τήν ἀλήθεια αὐτή. Πῶς; Ἄν λάβουμε ὑπόψιν ὅτι κατά πολλούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἤδη ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου ἀπό τόν Θεό γίνεται μέ τήν προοπτική τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ - (εἶναι πολύ χαρακτηριστικά ὅσα ἐπισημαίνει ἐπ’ αὐτοῦ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής γιά παράδειγμα κατά τήν παρουσίαση τῆς θεολογίας του ἀπό τόν μακαριστό καθηγητή Παναγόπουλο: «Ὅπως ἡ ἐκ τοῦ μηδενός δημιουργία εἶναι φανέρωση τῆς ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί ἡ ἐνσάρκωση ἀνήκει στή λυτρωτική οἰκονομία Του, εἶναι ἡ τελική φάση τοῦ δημουργικοῦ του σχεδίου. Γιά τόν λόγο τοῦτο ὁ ἅγιος Μάξιμος διακρίνει δύο ἐποχές στήν ἱστορία τῆς θείας οἰκονομίας. Ἡ πρώτη κατακλείνεται καί ὁλοκληρώνεται μέ τήν ἐνσάρκωση, ὅπου ὁ Θεός συγκαταβαίνει, ἐνανθρωπίζεται. Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ ἐποχή τῆς ἀναβάσεως τοῦ ἀνθρώπου στή δόξα τῆς θεώσεως…Ἔτσι ἡ ἐνσάρκωση ὑπάρχει ἐξαρχῆς στή δημιουργική καί λυτρωτική βουλή τοῦ Θεοῦ, εἶναι τό ἔσχατο τέλος της, ὁ προεπινοούμενος θεῖος σκοπός της») - , ὅπως καί τό γεγονός ὅτι ἀπαρχῆς, ἀπό τό λεγόμενο πρωτευαγγέλιο καί ἐφεξῆς διά τῶν προφητῶν, σταθερά ὑπάρχει αὐτή ἡ προσμονή τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Μεσσία Χριστοῦ προκειμένου νά «ἀνακεφαλαιώσει» τά πάντα στόν κόσμο καί νά τά θέσει καί πάλι μέσα στό πλαίσιο τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου τοῦ  Θεοῦ, δηλαδή τῆς διαρκοῦς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου μέ Αὐτόν, (ὅλη ἡ Παλαιά Διαθήκη δέν ἔχει ἔντονο χριστολογικό χαρακτήρα καί δέν γίνεται κατά τή χριστιανική πίστη ἀποδεκτή ὡς προφητεία γιά τόν Χριστό;), τότε κατανοεῖ κανείς ὅτι ἡ ὅποια «ἡμέρα Κυρίου», ἡ ὅποια ἐσχατολογία ὡς παρουσία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο εἶναι τελικῶς παρούσα ἀπαρχῆς.

Κι ὄχι μόνο γιά τό παρελθόν, ἀλλά κυρίως καί γιά τό μέλλον: ὁ  ἐρχομός τοῦ Χριστοῦ ἔφερε ἤδη τά ἔσχατα ὡς παρόντα, ὁ Ἴδιος ὅμως «καί πάλιν ἔρχεται μετά δόξης κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς». Ἔσχατα λοιπόν μέ τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὡς προφητεία καί ἐκπλήρωση, ἔσχατα μέ τήν προσδοκία καί πάλι τῆς Δευτέρας Του Παρουσίας. Κατά τούς βιβλικούς θεολόγους μάλιστα «μία ὁρισμένη ἔνταση παραμένει ἀνάμεσα στήν παραδοσιακή ἐσχατολογία καί στήν πραγμάτωσή της» (Λ.Β.Θ.). Διότι οἱ χριστιανοί, ἡ Ἐκκλησία δηλαδή μέλη τῆς ὁποίας εἴμαστε οἱ πιστοί, ζοῦμε τό ἤδη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τό ὄχι ἀκόμη τῆς Δευτέρας Του Παρουσίας. Ἡ Δευτέρα Του αυτή Παρουσία εἶναι ὁ ἐν δόξῃ αὐτή τή φορά ἐρχομός τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, κατά τόν ὁποῖο ἐρχομό ὁ ἀπόστολος Παῦλος «μνημονεύει τή σάλπιγγα καί τόν ἀρχάγγελο τῆς συντελείας (Ζ΄ Θες. 4, 16 ἑξ., Α΄Κορ. 15, 52) καί ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ ἡμέρα θά ἔρθει «ὡς κλέπτης ἐν νυκτί…ὥσπερ ἡ ὠδίν τῆ ἐν γαστρί ἐχούσῃ»(Α΄Θεσ. 5,3), καί ὅτι θά σημειώσει τήν ὁριστική νίκη πάνω στούς ἐχθρούς (Α΄ Κορ. 15, 24-28). Προσθέτει ὅμως συνάμα ὅτι τότε θά πραγματοποιηθεῖ ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καί ἡ συνάντηση μέ τόν Χριστό πού θά κατεβαίνει ἀπό τόν Οὐρανό (Α΄Θεσ. 4, 16 ἑξ.)… Κοντολογίς, τήν ἡμέρα τοῦ Κυρίου θά λάμψει ὁ θρίαμβος τοῦ Θεοῦ (Π.Δ.) διά τοῦ Υἱοῦ Του Ἰησοῦ (Κ.Δ.). Ὅλα θά ἀποκατασταθοῦν (Πράξ. 1,6. 3,20), μέ τήν προοπτική τῆς σωτηρίας (Α΄Πέτρ. 1,4 ἑξ.) καί τά σώματά μας θά μεταμορφωθοῦν, θά γίνουν «σύμμορφα τῶ σώματι τῆς δόξης Αὐτοῦ» (Φιλ. 3, 20 ἑξ.)» (Λ.Β.Θ.).

Αὐτό τό ἤδη καί τό ὄχι ἀκόμη τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου, ἡ ἔνταση μεταξύ τῆς πρώτης καί δεύτερης παρουσίας Του, δημιούργησε κάποια προβλήματα στούς πιστούς χριστιανούς τῶν πρώτων χρόνων, ὁρισμένα ἀπό τά ὁποῖα ἀντιμετωπίστηκαν ἤδη ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο. Ὅλοι γνωρίζουμε γιά παράδειγμα τό τί συνέβη στή χριστιανική κοινότητα τῆς Θεσσαλονίκης, στήν ὁποία ὁρισμένοι χριστιανοί, μέ τήν ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι ὅπου νά ‘ναι ξανάρχεται ὁ Κύριος ἐγκατέλειπαν τήν οἰκογένειά τους καί ἄφηναν τίς ἐργασίες τους. Ὁ ἀπόστολος τούς ἔλεγξε. Χωρίς καί ὁ ἴδιος νά ἐγκαταλείπει τήν πίστη στήν ἀμεσότητα παρουσίας τοῦ Κυρίου (Α΄ Θεσ. 4, 17), τούς λέει νά γυρίσουν πίσω στήν καθημερινότητά τους, ζώντας ὅμως μέ τήν ἐπαγρύπνηση τῆς παρουσίας Του, διότι «ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί οὕτως ἔρχεται» (Α΄ Θεσ. 5, 2).

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε ἀναγγείλει βεβαίως αὐτήν τήν ἀργοπορία, «προτρέποντας γιά τόν λόγο αὐτόν σέ μία ἐπίμονη ἐγρήγορση – («γίνεσθε ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται» (Ματθ. 24, 44) – πού ἐπιτρέπει τήν ἀκέραια διατήρηση τῆς ἐντολῆς (Α΄ Τιμ. 6, 15). Ὁ χρόνος πού μᾶς χωρίζει ἀπό τήν Παρουσία τοῦ Κυρίου πρέπει νά ἀναλωθεῖ στήν αὔξηση τῶν ταλάντων (Μτ. 25, 14-30), στή βοήθεια τῶν ἄλλων (25, 31-46), σύμφωνα μέ τή νέα ἐντολή πού δίδαξε ὁ Ἰησοῦς, προκειμένου νά ἀναχωρήσει καί νά ἀναγγείλει τήν ἐπάνοδό Του (Ἰω. 13, 33-36). «Ἄρα οὖν», καταλήγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «ὡς καιρόν ἔχομεν, ἐργαζώμεθα τό ἀγαθόν εἰς πάντας» (Γαλ. 6, 10). Ἄν ἡ Παρουσία καθυστερεῖ, πρέπει πράγματι νά εἴμαστε ἐπιφυλακτικοί στά κηρύγματα τῶν ψευτοδιδασκάλων: θά ἔρθει σίγουρα (Β΄ Πέτρ. 3, 10). Ἄν σήμερα φαινομενικά τίποτα δέν ἄλλαξε (3,4), εἶναι γιατί ἀναμένεται ἡ τιμωρία τοῦ κόσμου μέ τή φωτιά (3,7). Ἄν καθυστερεῖ, εἶναι γιατί ὁ Κύριος δέν μετρᾶ τόν χρόνο ὅπως οἱ ἄνθρωποι (3,8) καί γιατί ἐλπίζει, μέ τήν ὑπομονή Του, στή μετάνοια ὅλων τῶν ἀνθρώπων (3,8 ἑξ.). Ὁ πιστός λοιπόν πρέπει νά προσεύχεται ὥστε νά πραγματοποιηθεῖ ἡ Παρουσία, γιατί εἶναι ἡ ἔλευση τῆς Βασιλείας σέ ὅλη της τήν πληρότητα: «Κύριε ἔρχου!»ἔλεγαν οἱ πρῶτοι χριστιανοί (Α΄ Κορ. 16, 22. Ἀπ. 22, 17.20)» (Λ.Β.Θ.).

Εἶναι εὐνόητο λοιπόν μέ τά παραπάνω ὅτι ἡ ἐσχατολογία οὐδέποτε ἀφίσταται τελικῶς ἀπό τήν ἱστορία. Μία ἐσχατολογία ὡς ἀποκλειστική στροφή πρός τό μέλλον μέ παραθεώρηση τοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι θά σήμαινε μᾶλλον ἄρνηση τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ ἤ τουλάχιστον ὑποβιβασμό τοῦ Λόγου πού «σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω. 1, 14). Ἀπό τήν ἄλλη μία ἀποκλειστική προσκόλληση στήν ἱστορία χωρίς ἐνατένιση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ καί βίωση τοῦ ἤδη ἐρχομοῦ Του ὅπως καί τῆς πάλιν ἐν δόξη παρουσίας Του θά σήμαινε ἀπιστία καί εἰδωλολατρία. Ἡ ἐσχατολογία λοιπόν μᾶς θέτει στό σημεῖο τῆς ὀρθῆς θεώρησης τῆς ἱστορίας· ὁ ἐρχομός τοῦ Χριστοῦ: τό ἤδη καί τό ὄχι ἀκόμη πού εἴπαμε, ἀποτελεῖ τόν ἰσχυρό προβολέα γιά νά μποροῦμε νά πορευόμαστε στόν κόσμο αὐτόν κατά τόν τρόπο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων, πού σημαίνει ὅτι ἡ χριστιανική ὕπαρξη, ὅπως ἀσφαλῶς καί ἡ καθόλου Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ, ἔχουν βαθύτατη ἐσχατολογική διάσταση. Μία φράση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συγγραφέα Εὐσεβίου ἀποδίδει θαυμάσια αὐτήν τήν ἀλήθεια. Ὁ χριστιανός, σημειώνει, εἶναι «ἐν σαρκί περιπολῶν Θεός».

Ἡ ἀποδοχή καί ἡ βίωση τοῦ ἐσχατολογικοῦ αὐτοῦ στοιχείου ἀπό τούς πιστούς καί τήν Ἐκκλησία, ἀφενός ὁδηγεῖ στή συνειδητοποίηση ὅτι δέν ὑπάρχει χριστιανική πίστη ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἐσχατολογία της, κάτι πού τονίστηκε μέ ἰδιαίτερη ἔνταση στά νεώτερα ἰδίως χρόνια στόν χῶρο τῆς θεολογίας, ἀκόμη καί τόν ἑτερόδοξο, μέ ἀποτέλεσμα καί ἡ ἴδια (ἡ θεολογία) νά πάψει νά θεωρεῖ ἀκριβῶς τήν ἐσχατολογία ὡς τό τελευταῖο ἁπλῶς κεφάλαιο τῆς Δογματικῆς διδασκαλίας καί νά τήν θέσει στό κέντρο τῆς ὅλης διαπραγμάτευσής της, ἀφοῦ ὅλα τελικῶς σφραγίζονται καί κατανοοῦνται κάτω ἀπό τό ἐσχατολογικό αὐτό φῶς. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικές οἱ ἐπισημάνσεις σπουδαίων συγχρόνων θεολόγων ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ π. Ἰωάννης Μάγεντορφ γιά παράδειγμα γράφει: «Ἡ ἐσχατολογία δέν μπορεῖ ποτέ πραγματικά νά θεωρηθεῖ ὡς ξεχωριστό κεφάλαιο τῆς χριστιανικῆς θεολογίας, διότι προσδιορίζει τό χαρακτήρα τῆς θεολογίας συνολικά». Καί ὁ ἡμέτερος μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης σημειώνει: «Ἄν ἡ Ἐκκλησία εἶναι «ἐν τῶ κόσμῳ» ἀλλά ὄχι «ἐκ τοῦ κόσμου», ἄν «οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν», τότε ἡ ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὑπόστασή της, ἡ ὀντολογία της, εἶναι ἐσχατολογική. Τό εἶναι της βρίσκεται στή μέλλουσα Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, οἱ ρίζες της εἶναι στά ἔσχατα, καί μόνον τά κλωνάρια καί τά φύλλα τοῦ δένδρου της βρίσκονται στό παρελθόν καί τό παρόν τῆς ἱστορίας».

Ἀφετέρου, τό ἐσχατολογικό αὐτό ἦθος γιά τήν Ἐκκλησία καί τούς πιστούς τούς διαφυλάσσει ἀπό τόν μεγαλύτερο νομίζουμε κίνδυνο πού διατρέχουν πάντοτε καί παντοῦ οἱ πιστοί: τόν συσχηματισμό τους μέ τόν κόσμο, τήν ἔκπτωσή τους ἀπό τό «καινόν» πού ἔφερε ὁ Χριστός στό «κοινόν» τοῦ κόσμου, δηλαδή καί σέ αὐτό πού κάνουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι οἱ ἀποκομμένοι ἀπό τόν Θεό καί στό ρυπαρό συνεπῶς στοιχεῖο τῆς ἁμαρτίας πού τούς διακατέχει. Πρόκειται ὅπως καταλαβαίνουμε γιά τόν κίνδυνο τῆς ἐκκοσμικεύσεως πού ἐλλοχεύει στή ζωή ὅλων μας, εὐθύς ὡς ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό αὐτό τό ἦθος, τό ὁποῖο μᾶς θέτει ἀδιάκοπα πάνω στήν ἐγρήγορση πού ζήτησε καί ζητᾶ ὁ Χριστός ἀπό τούς πιστούς. Ἡ αἴσθηση ὅτι ὁ κόσμος δέν εἶναι ἡ τελική ἀναφορά μας, διότι «παράγει», παρέρχεται, ἡ βαθειά πεποίθηση ὅτι ὡς μέλη τοῦ Χριστοῦ δέν μποροῦμε παρά νά προσβλέπουμε στόν μόνο καί αἰωνίως Ὄντα, τόν Τριαδικό Θεό καί τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, δίνει τήν ἀποφασιστική ὤθηση ὥστε νά ζοῦμε σύμφωνα μ’ αὐτό πού ἐπισημαίνει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ὡς τέκνα ὄχι πιά τοῦ σκότους, ἀλλά τοῦ φωτός, διότι ἡ νύκτα ἔχει παρέλθει  καί τό φῶς ἤδη ἔχει φανεῖ (πρβλ. Ρωμ. 13, 11 ἑξ.).  Μόνον ὅταν ἡ λήθη, πού συνιστᾶ τή μεγαλύτερη τυραννίδα κατά τούς Πατέρες, μᾶς καταλάβει, τότε πράγματι μποροῦμε νά χάσουμε αὐτό πού εἶναι ἡ προτεραιότητά μας, δηλαδή ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ» (Ματθ. 6, 33) προτρέπει συνεχῶς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.

Κατά συνέπεια εἶναι δύσκολο κανείς ἔτσι νά ἀρνηθεῖ αὐτό πού τονίζει γενικῶς ἡ Ἐκκλησία μας διά τῶν ἁγίων της, ὅτι δηλαδή ἡ ἐμπροσθοφυλακή της εἶναι ὁ μοναχισμός, ἡ «μοναδική πολιτεία» κατά τόν Κλίμακος Ἰωάννη. Διότι ὁ μοναχισμός, ὅταν ὀρθά – καί τό τονίζουμε τό ὀ ρ θ ά  -  βιώνεται ἀπό τούς ἐπιλέγοντάς τον, βιώνει ἤδη μέσα στήν ἱστορία τήν ἐσχατολογία στόν ἀπόλυτο δυνατό βαθμό. Διακηρύσσει ἀπό τώρα, στό μεταξύ τοῦ ἤδη καί τοῦ ὄχι ἀκόμη τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὅ,τι ἀπεκάλυψε ὁ Κύριος καί δίδαξαν καί ἔζησαν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, δηλαδή στήν πραγματικότητα τό «ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ» τοῦ ἀποστόλου Παύλου, «ζῆ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. 2,20). Γι’ αὐτό καί οἱ μοναχοί ἀποτελοῦν τά «δεύτερα φῶτα» μετά τό πρῶτο πού εἶναι ὁ Χριστός μας, ἀποτελοῦν τό «ἀγγελικόν πολίτευμα», συνιστοῦν τό «βία φύσεως διηνεκής» ὡς ἀγώνα ὑποτάξεως μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τῶν ψεκτῶν παθῶν τοῦ ἐγωϊσμοῦ στόν ἡγεμόνα νοῦ καί μεταμορφώσεώς τους σέ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία, συνεπῶς τήν ὅποια θλίψη καί ὀδύνη τήν ζοῦν καί ὡς χαρά καί ἡδονή. Κοντολογίς, ἡ ἐσχατολογική δόξα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ διαπερνάει τήν καθημερινότητα τοῦ μοναχοῦ, κάνοντάς τον νά ἐναλλάσσει τό ἀδιάκοπο ἀπό τά χείλη του ἐκφερόμενο «Κύριε ἐλέησον» μέ τό «Δόξα τῷ Θεῷ».

2. Τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ὡς πρόληψη τῶν ἐσχάτων.

Ὄχι μόνο στήν Ἐκκλησία, τό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅπου τό Ἅγιον Πνεῦμα σφραγίζει τή ζωή της ὡς ψυχή αὐτῆς, ἀλλά ἤδη καί στήν Παλαιά Διαθήκη, ἡ «ἡμέρα τοῦ Κυρίου» «πρῶτα εἶναι ἕνα ἱστορικό γεγονός, ἡ κατεξοχήν ἡμέρα πού ἀντικρίζει τόν θρίαμβο τοῦ Θεοῦ», ἀλλά «εἶναι συνάμα (καί) μία λατρευτική διατύπωση, ἡ ἡμέρα πού ἀφιερώνεται εἰδικά στή λατρεία τοῦ Θεοῦ. Οἱ δύο αὐτές σημασίες δέν εἶναι ἄσχετες μεταξύ τους. Ἡ λατρεία μνημονεύει καί ἀναγγέλλει τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ στήν ἱστορία. Τό ἱστορικό γεγονός…ἀνήκει στό αἰώνιο παρόν τοῦ Θεοῦ, πού ἡ λατρεία πρέπει νά τό πραγματώσει στά πλαίσια τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου» (Λ.Β.Θ.). Ἄν συμβαίνει λοιπόν αὐτό στήν Π. Δ., πολύ περισσότερο τοῦτο συμβαίνει στήν Ἐκκλησία: ἐκεῖ πού πραγματώνεται τό αἰώνιο παρόν τοῦ Θεοῦ ὡς ἐπέμβασή Του στόν κόσμο ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ λατρεία της καί τά μυστήριά της. Τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας δηλαδή πού συνιστοῦν τή λατρεία της ὁρίζουν καί φανερώνουν αὐτό πού ὁ Κύριος ἔφερε, τήν ἴδια τή Βασιλεία Του. Διότι «Βασιλεία Θεοῦ», ὅπως χαρακτηριστικά γράφει ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, «αὐτός ὁ Χριστός (ἐστι)». Ἔτσι ὁ Χριστός, συνεπῶς καί ἡ Ἐκκλησία Του, «σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις», ὅπως συνοψίζει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Ἡ φράση ἔχει ἐπαρκῶς ἐξηγηθεῖ. «Ἡ φράση «ἐν τοῖς μυστηρίοις», σημαίνει ἁπλῶς «ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ», σημειώνει ὁ Περγάμου Ἰωάννης, «διότι σέ ὅλη τήν πατερική περίοδο - ὅπως ἄλλωστε καί στό κείμενο τῆς θείας Λειτουργίας πού χρησιμοποιοῦμε σήμερα - ἡ θεία Εὐχαριστία καλεῖται «τά μυστήρια». Καί συνεχίζει ὁ ἴδιος: «Ἄλλωστε ὁ Καβάσιλας εἶναι σαφής ὡς πρός τήν ταύτιση Εὐχαριστίας καί Ἐκκλησίας, ὅταν γράφει: «τήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν εἴ τις ἰδεῖν δυνηθείη, οὐδέν ἕτερον ἤ αὐτό μόνον τό Κυριακόν σῶμα ὄψεται». Δηλαδή, ἄν θελήσει κανείς νά ἰδεῖ τήν Ἐκκλησία, δέν θά τήν δεῖ παρά μόνον (εἶναι σημαντικό αὐτό τό «μόνον») στό Κυριακό σῶμα. Γι’ αὐτό καί συνεχίζει: «διά τοῦτο οὐδέν ἀπεικός ἐνταῦθα διά τῶν μυστηρίων τήν Ἐκκλησίαν σημαίνεσθαι», δηλαδή δέν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο τό νά ὁρίζει κανείς τήν Ἐκκλησία ταυτίζοντάς την μέ τήν Εὐχαριστία». Στήν πραγματικότητα ἡ ταύτιση αὐτή πού κάνει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας στοιχεῖ στήν ταύτιση πού ἔκανε ἡ πρώτη Ἐκκλησία. Στά κείμενα τῆς Κ. Δ. καί δή στόν ἀπόστολο Παῦλο βλέπουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία σχετιζόταν ἀπολύτως μέ τή σύναξη τῶν πιστῶν προκειμένου νά τελεστεῖ ἡ Θεία Εὐχαριστία. Εἶναι κλασική ἡ φράση μεταξύ ἄλλων τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «συνερχομένων ὑμῶν ἐν ἐκκλησίᾳ» (Α΄Κορ. 11, 18), ἐννοώντας ἀκριβῶς τήν πραγματικότητα αὐτή.

Θά μπορούσαμε νά σταματήσουμε ἐδῶ τό θέμα τῶν μυστηρίων σέ σχέση μέ τήν ἐσχατολογία, ἀφοῦ ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι ἐκείνη πού ἀποτελεῖ τό ὅλον τελικῶς τῶν μυστηρίων. Διότι στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας πράγματι ἐκεῖνο τό μυστήριο (ἤ τά μυστήρια ὅπως εἰπώθηκε), ἐκεῖνο λοιπόν τό μυστήριο πού περικλείει καί νοηματίζει καί ὅλα τά ὅλα, βάπτισμα, χρίσμα, μετάνοια, ἱερωσύνη, εὐχέλαιο, γάμο κλπ., εἶναι ἡ θεία Εὐχαριστία. Στή θεία Εὐχαριστία εὕρισκαν τό νόημά τους καί ὅλα τά ὑπόλοιπα μυστήρια. Ἡ ἀποσύνδεση πού ἔγινε, μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου γιά λόγους πρακτικούς, τῶν ἄλλων μυστηρίων πλήν τῆς ἱερωσύνης ἀπό τή Θεία Εὐχαριστία, ὄχι μόνον δέν ὑποβαθμίζει τήν ἀλήθεια αὐτή, ἀλλ’ ἀντιθέτως τήν ἐνισχύει, διότι διαπιστώνει κανείς τήν ἀλλοίωση πού ἔχει ἐπέλθει μέ τήν μετατόπιση αὐτή ἀπό τήν κανονική τους θέση.

Γιατί ὅμως εἴπαμε ὅτι ἡ ἐσχατολογία κατεξοχήν φανερώνεται στή Θεία Εὐχαριστία; Διότι ἡ ἐσχατολογία εἶναι ὁ ἐρχομός τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ Χριστός πού ἦλθε καί ταυτοχρόνως ἔρχεται, καί αὐτό τό βιώνουμε στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἐκεῖ, ὅπως σημειώνει καί πάλι ὁ ἀπόστολος Παῦλος, τρῶμε καί πίνουμε τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου, μετέχοντας ἑπομένως καί ἐμεῖς στόν Μυστικό Δεῖπνο Του, καί ταυτοχρόνως μετέχοντας σ’ αὐτόν ἔχουμε στραμμένα τά μάτια τῆς ψυχῆς μας στόν καί πάλι ἐρχόμενο Κύριο. Θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὅπως ὁ Κύριος ξεκινώντας τό κήρυγμά Του γιά τήν ἤδη μέ Αὐτόν ἐρχόμενη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ μόνη στάση ἀποδοχῆς της εἶναι ἡ μετάνοια: «μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» (Ματθ. 4, 17), δηλαδή ὅτι μπροστά στήν ἐσχατολογική αὐτή πραγματικότητα τῆς παρουσίας Του ἄλλος δρόμος δέν ὑπάρχει πέραν τῆς μετανοίας: ἡ μετάνοια ὡς διαρκής προσαρμογή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ τόν μονόδρομο εἰσόδου στή Βασιλεία Του, κατά τόν ἴδιο τρόπο, ἐνόψει ἀνά πᾶσα στιγμή τοῦ ἐρχομοῦ Του καί πάλι στή Δευτέρα Παρουσία Του, μαζί μέ τή μετάνοια ἀσφαλῶς, ἡ μόνη ὀρθή στάση εἶναι ἡ μετοχή στό Κυριακό Δεῖπνο. «Ὁσάκις γάρ ἄν ἐσθίητε τόν ἄρτον τοῦτον καί τό ποτήριον τοῦτο πίνητε, τόν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἄν ἔλθῃ» (Α΄ Κορ. 11, 26). (Γιατί ὡσότου νά ἔρθει ὁ Κύριος, πάντοτε, ὅποτε τρῶτε αὐτό τό ψωμί καί πίνετε αὐτό τό ποτήριο, διακηρύττετε τό θάνατο τοῦ Κυρίου). Εἶναι πολύ σημαντικές ἐπ’ αὐτοῦ οἱ ἐπισημάνσεις τοῦ ἁγίου Περγάμου: «Ὁ ταυτισμός τῆς Ἐκκλησίας μέ τή θεία Εὐχαριστία ἀποκαλύπτει τόν ἄρρηκτο δεσμό τῆς Ἐκκλησίας μέ τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τόν ἐσχατολογικό χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας. Γιά νά τό καταλάβουμε αὐτό, πρέπει νά ξαναβροῦμε τή χαμένη ἀντίληψη γιά τή Θεία Εὐχαριστία ὡς εἰκόνας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὡς κοινωνίας τῶν ἐσχάτων». Καί συνεχίζει παρακάτω: «Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι ἡ στιγμή καί τό γεγονός κατά τό ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία βιώνει τήν ἐσχατολογική της ὑπόσταση, παύει νά εἶναι αὐτό πού εἶναι καί γίνεται αὐτό πού θά εἶναι».

Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι καί ἡ πρόσφατα συγκληθεῖσα Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τόν Ἰούνιο τοῦ 2016 στήν Κρήτη ἐπισημαίνει στό «μήνυμά της πρός τόν ὀρθόδοξο λαό καί κάθε ἄνθρωπο καλῆς θελήσεως» τή σπουδαία αὐτή ἀλήθεια ἤδη ἀπό τό πρῶτο σημεῖο της: «Βασική προτεραιότητα τῆς ἁγίας καί μεγάλης Συνόδου ὑπῆρξε ἡ διακήρυξη τῆς ἑνότητος τῆς Όρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στηριγμένη στή θεία Εὐχαριστία καί τήν Ἀποστολική Διαδοχή τῶν Ἐπισκόπων, ἡ ὑφισταμένη ἑνότητα εἶναι ἀνάγκη νά ἐνισχύεται καί νά φέρνει νέους καρπούς. Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινη κοινωνία, πρόγευση καί βίωση τῶν Ἐσχάτων ἐντός τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὡς μία διαρκής Πεντηκοστή εἶναι ἀσίγαστη προφητική φωνή, παρουσία καί μαρτυρία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης».

Ὑπό τό παραπάνω πρίσμα κατανοεῖ κανείς καί τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος. Τί εἶναι τό βάπτισμα παρά, κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου («ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται», «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος»), τό εἰσαγωγικό μυστήριο προκειμένου κανείς νά εἰσέλθει στήν Ἐκκλησία, δηλαδή νά γίνει μέλος Χριστοῦ καί συνεπῶς  μία Ἐκείνου προέκταση στόν κόσμο; Ὁπότε λόγω τῆς ἐνσωματώσεως αὐτῆς στόν Ἰησοῦ Χριστό ἡ ἁμαρτία πού καταδυνάστευε ἀναγκαστικά τόν ἄνθρωπο χάνει τήν ἐξουσία της. Ὁ Χριστός πού «ᾖρε τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰω. 1, 29) πάνω στόν Σταυρό, δίνει τή χάρη τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν προσωπικά στόν βαπτισμένο, ἀφοῦ τό βάπτισμα, κατά τόν ἀπόστολο, σημαίνει συμμετοχή στόν θάνατο καί στήν ἀνάστασή Του. Μέ τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ ἀποστόλου: «ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστόν Ἰησοῦν, εἰς τόν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν. Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διά τοῦ βαπτίσματος εἰς τόν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη  Χριστός ἐκ νεκρῶν διά τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν. Εἰ γάρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλά καί τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα. Τοῦτο γινώσκοντες, ὅτι ὁ παλαιός ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη ἵνα καταργηθῇ τό σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ» (Ρωμ. 6, 3-6). Ὥστε «εἴ τις ἐν Χριστῷ καινή κτίσις».

Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὅταν ὁ ἀπόστολος σημειώνει τή μυστηριακή αὐτή πραγματικότητα ὅτι κάθε βαπτισμένος ἐνδύθηκε τόν Χριστό, ὅτι κάθε βαπτισμένος ἔγινε μέλος Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας, συνεπῶς ἀλλήλων μέλος, ὅτι τό σῶμα καί ἡ ψυχή του συνιστοῦν πιά ναό τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὥστε ἐφεξῆς ὁ πιστός νά ἀνήκει στόν Θεό καί ὁ Θεός νά δοξάζεται δι’ Αὐτοῦ, τί ἄλλο  μαρτυρεῖ παρά τήν ἐσχατολογική αὐτή διάσταση τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν ὁποία ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι παρούσα ἤδη πραγματικότητα στόν κόσμο πού διαλαλεῖ καί πραγματώνει τήν ἑνότητα μέ τόν Θεό καί μέ τούς ἀνθρώπους; Γι’ αὐτό οἱ παραπάνω φράσεις στήν κανονική τους ἐκφορά: «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε», «ἡμεῖς μέλη Χριστοῦ ἐσμεν», «οὐκ οἴδατε ὅτι τό σῶμα ὑμῶν ναός ἐστι τοῦ ἁγίου Πνεύματος; Δοξάσατε οὖν τόν Θεόν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καί ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινα ἐστί τοῦ Θεοῦ», ἀποτελοῦν κυριολεκτικῶς διαμάντια, τά ὁποῖα ἀνακυκλούμενα διαρκῶς στόν νοῦ καί τήν καρδιά τοῦ πιστοῦ τόν διαποτίζουν ἔτσι, ὥστε πράγματι νά νιώθει τόν χρωματισμό τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ πού ἤδη ἔχει ὡς μέλος Χριστοῦ, καί νά τόν καθιστοῦν ὄντως μία ἄλλη παρουσία Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς, «ἐν σαρκί περιπολοῦντα Θεόν» κατά τήν ἔκφραση πού μνημονεύσαμε καί παραπάνω. Γι’ αὐτό καί ὁ πιστός συνιστᾶ ὅπως καί ὁ Χριστός ἕνα παράδοξο γιά τόν κόσμο. Ἐνῶ εἶναι ἴδιος μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ταυτοχρόνως δέν εἶναι ἴδιος. Ἡ ζωή του εἶναι κρυμμένη μέσα στόν Χριστό καί στόν Θεό, ἡ δόξα τῆς ἐνεργείας τοῦ Χριστοῦ ὑφίσταται σ’ αὐτόν ἀλλά μέσα στήν ὀδύνη τῶν θλίψεων τῆς παρούσης ζωῆς, (ἄς θυμηθοῦμε ὅτι ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου χαρακτηρίζεται ἐσχατολογικά δόξα Αὐτοῦ), καί ἡ προσδοκία του εἶναι πότε θά φανερωθεῖ ἐν δόξῃ Ἐκεῖνος, προκειμένου νά φανερωθεῖ κι ὁ πιστός στήν ἀληθινή διάσταση τῆς ζωῆς του. «Ἀπεθάνετε γάρ, καί ἡ ζωή ὑμῶν κέκρυπται σύν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ. Ὅταν ὁ Χριστός φανερωθῇ, ἡ ζωή ἡμῶν, τότε καί ὑμεῖς φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ» (Κολ. 3, 3-4).

Τό χρίσμα ἀπό τήν ἄλλη: Πραγματοποιούμενο διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων καί τῶν διαδόχων τους ἐπισκόπων στήν ἀρχή καί ἔπειτα διά τῆς χρίσεως μέ τό ἅγιο μύρο, δέν συνιστᾶ καί αὐτό στοιχεῖο πού ἀποκαλύπτει στόν πιστό τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Ὅπως ἐξηγοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, ἡ εἰσδοχή στό μυστικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ γίνεται μέν διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἐκεῖνο ὅμως τό ὁποῖο ἐνεργοποιεῖ τή χάρη αὐτή τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ στήν ὕπαρξη τοῦ πιστοῦ εἶναι τό ἅγιο χρίσμα. Γιά νά μνημονεύσουμε καί πάλι τόν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα, ὁ πιστός ἀποκτᾶ τή νέα ἐν Χριστῶ ὕπαρξη διά τοῦ βαπτίσματος, ὅπως τό βρέφος πού ἔρχεται στόν κόσμο, ἀρχίζει καί τίθεται σέ ἐνέργεια αὐτή ἡ νέα ὕπαρξη διά τοῦ χρίσματος, ὅπως καί τό βρέφος μετά τή γέννησή του ἀρχίζει καί κινεῖται, δείχνοντας ὅτι εἶναι φυσιολογικό, καί τέλος παίρνει τήν τροφή του διά τῆς Θείας Εὐχαριστίας προκειμένου νά μεγαλώσει καί νά αὐξηθεῖ, ὅπως καί τό βρέφος χρειάζεται τήν τροφή τῆς μάνας του γιά νά διατηρηθεῖ καί νά αὐξηθεῖ.

Τό μυστήριο τῆς μετανοίας ἔπειτα: Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἴπαμε καί παραπάνω μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ μετάνοια συνιστᾶ τόν μονόδρομο ἐνόψει τῆς ἐλθούσης καί ἐρχομένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ἀκόμη καί μετά τήν εἰσδοχή τοῦ ἀνθρώπου στήν Ἐκκλησία ὡς μέλους Χριστοῦ, εἰσδοχή πού κανονικά ὅπως σημειώσαμε τόν καθιστᾶ ἀναμάρτητο, ἀπαιτεῖται ἡ μετάνοια, διότι ἡ ἀλλαγή τοῦ ἀνθρώπου προκειμένου αὐτός νά εὑρίσκεται πάντοτε πάνω στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου παρουσιάζει κενά καί ἐλλείμματα, ὀφειλόμενα στή λήθη καί τήν πνευματική του χαλάρωση, ἀλλά καί τίς ἀέναες ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἐπιθέσεις, κατά παραχώρηση Θεοῦ, τοῦ κοσμοκράτορος διαβόλου. «Ὅτι οὐκ ἔστιν ἡ πάλη ἡμῶν πρός αἷμα καί σάρκα, ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά  τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφ. 6, 12). Ἀκόμη καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ θεολόγος στήν Α΄ Καθολική του ἐπιστολή, ἐνῶ ἐπισημαίνει ὅτι μέ τό σπέρμα τοῦ Θεοῦ πού πήραμε ὡς μέλη Χριστοῦ γίναμε ἀναμάρτητοι, συμπληρώνει ὅτι αὐτό εἶναι τελικῶς ἀνέφικτο. «Ἐάν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτούς πλανῶμεν καί ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν» (1,8). Ἡ μετάνοια λοιπόν, βοᾶ ἡ Καινή Διαθήκη καί σύνολη ἡ πατερική Παράδοση,  ἀποτελεῖ βίωμα διαρκείας, ἐκφραζόμενο διά τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως, ὥστε νά καθαρίζει τόν ἄνθρωπο ὡς δεύτερο βάπτισμα ἀπό κάθε ἁμαρτία καί νά τόν ἐπαναφέρει στό ἀφετηριακό σημεῖο πού βγῆκε ἀπό τό ἅγιο βάπτισμα. Μόλις παραπάνω σημειώσαμε τήν ἀπόλυτη ἀνάγκη μετοχῆς στή Θεία Εὐχαριστία, κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο πού κηρύσσει καί αὐτός μαζί μέ τούς ἄλλους ἀποστόλους ὅ,τι ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε, ὁ ὁποῖος ὅμως Παῦλος προκειμένου νά μετάσχει κανείς στό κατεξοχήν αὐτό μυστήριο τῆς Βασιλείας θεωρεῖ ὅρο καί προϋπόθεση τήν ἐξέταση καί τόν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ. «Δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν, καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω. Ὁ γάρ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει, μή διακρίνων τό σῶμα τοῦ Κυρίου» (Α΄ Κορ. 11,28). Εἶναι τόσο σημαντικός μάλιστα αὐτός ὁ ἔλεγχος γιά τόν πιστό προκειμένου νά προσέλθει ἐν ἐπιγνώσει στό μυστήριο, ὥστε ὁ ἀπόστολος καταγράφει τίς συγκλονιστικές περιπτώσεις ἀσθενείας ἤ καί θανάτου πιστῶν πού ἀδοκιμάστως προσῆλθαν στή θεία Εὐχαριστία (Α΄ Κορ. 11, 28-30).

Ἀλλά βεβαίως καί τά ὑπόλοιπα μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καταλαβαίνουμε, βρίσκονται στήν ἴδια προοπτική: δίνουν τή δυνατότητα στόν πιστό, μέ τό δεδομένο τῆς μετοχῆς του στή νέα πραγματικότητα πού ἔφερε ὁ Κύριος καί ἀναλόγως τῆς καταστάσεώς του, νά βιώσει τή δόξα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ  μέσα ἀπό τίς συνθῆκες πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου στόν κόσμο τοῦτο.

 Ὁ γάμος ἔτσι: ἀπό μία φυσική καί ὁριζόντια σχέση ἀνδρός καί γυναικός, ὅπως ἴσχυε πρό τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν ὁποία καλύπτεται μέν ψυχολογικά ἤ καί συναισθηματικά ἴσως ὁ ἄνθρωπος, διαιωνίζει καί τροφοδοτεῖ ὅμως στήν πραγματικότητα τόν ἴδιο τόν θάνατο, μεταμορφώνεται σέ ὑπέρ φύσιν γεγονός, πού φανερώνει τήν κατεξοχήν εἰκόνα τῆς Βασιλείας, τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία. Ἰδίως θά λέγαμε στόν γάμο διαπιστώνεται τό ἐσχατολογικό στοιχεῖο τοῦ μυστηρίου, ἀφοῦ «τό μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστί, ἐγώ δέ λέγω εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν», κατά τόν μέγα ἀπόστολο (Ἐφ. 5, 32). Ἐνῶ φαίνεται ὅτι μέ τήν ἀνδρογυνική σχέση ὑπηρετεῖται ἡ φύση, ὅμως κυριαρχεῖ ἡ χάρη, ἀφοῦ δίνεται ἡ ἀποφασιστική ὤθηση στό πιστό ἀνδρόγυνο, νά ὑπερβεῖ καί τήν ἴδια τή φύση καί νά καταστεῖ ἡ σχέση  τους μέσον ἀναγωγῆς τους στόν Θεό, κυριολεκτικά μέσον σωτηρίας, δηλαδή χαρούμενης προσωπικῆς σχέσης τους μέ τόν Τριαδικό Θεό. Κι ὅ,τι λέει ὁ ἀπόστολος συνιστᾶ ἑρμηνεία τοῦ ἀρχικοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο κι ἐπιβεβαίωση τῶν λόγων τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος θέλει τή σχέση αὐτή, ὅπως τό ἔδειξε καί μέ τήν παρουσία Του στόν γάμο τῆς Κανᾶ. «Ἕνεκεν τούτου καταλήψει ἄνθρωπος τόν πατέρα αὐτοῦ καί τήν μητέρα καί κολληθήσεται τῆ γυναικί αὐτοῦ καί ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν» (Ματθ. 19, 5). Κι ἔρχεται ἐπιπρόσθετα ὁ ἀπόστολος νά ἐπιβεβαιώσει τό χαρισματικό καί ἐσχατολογικό στοιχεῖο τοῦ γάμου πού τέλος δέν πρέπει νά ἔχει τόν θάνατο, ἀλλά τή βοήθεια τοῦ ἑνός πρός τόν ἄλλον γιά τή διατήρηση τῆς σχέσης μέ τόν Θεό: «καί οἱ ἔχοντες γυναῖκας ὡς μή ἔχοντες» (Α΄ Κορ. 7,29), διότι πρόκειται περί χαρίσματος πού ὁ ἴδιος ὁ Θεός δίνει στόν ἄνθρωπο: «ἄλλος ἔχει τό χάρισμα τῆς παρθενίας, ἄλλος τοῦ γάμου» (Πρβλ. Α΄Κορ. 7,7: «ἕκαστος ἴδιον χάρισμα ἔχει ἐκ Θεοῦ, ὅς μέν οὕτως, ὅς δέ οὕτως»).

Στό ἴδιο σκεπτικό βρίσκεται καί τό μυστήριο τῆς μοναχικῆς κουρᾶς. Θεωρώντας δεδομένο ὅτι ὑπερβαίνουμε τή σχολαστική ἀναφορά στά ἑπτά μυστήρια, κατανοοῦμε τόν μοναχισμό, κάτι πού δηλώσαμε ἐκτενῶς καί παραπάνω, ὡς τήν πρωτοπορία τῆς Ἐκκλησίας, τόν κατεξοχή θεσμό στόν ὁποῖο φανερώνεται ἡ ἐσχατολογία αὐτῆς. Κι ἄν μιλᾶμε ἔτσι γιά τόν μοναχισμό, τί θά πρέπει νά ποῦμε γιά τό μυστήριο ἐκεῖνο πού διαιωνίζει θά λέγαμε μέ αἰσθητό τρόπο τό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς καί τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος; Ὅπως στή Θεία Εὐχαριστία ἔχουμε τό κέντρο τῶν μυστηρίων, τήν πιο ἐκφραστική καί «ἀπόλυτη» φανέρωση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ὡς ἐσχατολογικῆς πραγματικότητας, ἔτσι καί στό μυστήριο πιά τῆς ἱερωσύνης. Ἀπαρχῆς ὁ Κύριος καί οἱ ἀπόστολοι στή συνέχεια ἔδειξαν ὅτι προκειμένου νά τελεστεῖ ἡ Θεία Εὐχαριστία ἀπαιτεῖται ὁ ποιμένας καί τό ποίμνιο. Ἡ Ἐκκλησία μας φανερώθηκε ἐξαρχῆς μέ ἱεραρχικό τρόπο. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος «ἐξελέξατο» τούς μαθητές Του καί τούς κατέστηκε ποιμένες ἑνός κόσμου πού βρισκόταν χαμένος, ὅπως τά πρόβατα πού δέν ἔχουν ποιμένα (Πρβλ. Μάρκ. 6, 34). Στήν ἱερωσύνη λοιπόν ἔχουμε ἐπίσης τήν κατεξοχήν φανέρωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, διότι χωρίς αὐτήν δέν μπορεῖ νά πραγματοποιηθεῖ καί ἡ ἴδια ἡ θεία Εὐχαριστία. Οἱ ἀναφορές τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἰδίως μάλιστα τοῦ ἀποστόλου Παύλου καί μάλιστα στίς Ποιμαντικές λεγόμενες ἐπιστολές του, Πρός Τιμόθεον καί πρός Τίτον, γέμουν πολλῶν τέτοιων τοποθετήσεων πού νομίζουμε ὅτι ἁπλῶς θά παρέτειναν τόν λόγο κατά περιττό τρόπο.

Δέν θά θέλαμε ὅμως νά τελειώσουμε τήν ἀναφορά μας στά μυστήρια χωρίς λόγο γιά τό εὐχέλαιο καί γιά τήν κηδεία.

Τό εὐχέλαιο εἶναι ἕνα ἀπό τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, θεμελιωμένο μέσα στήν ἴδια τήν Καινή Διαθήκη, ὅπως ἄλλωστε συμβαίνει καί μέ ὅλα τά ὑπόλοιπα, τό ὁποῖο θά μποροῦσε εἰκονιστικά νά θεωρηθεῖ, μέ βάση μάλιστα τήν ἴδια τήν ἀκολουθία του, ὡς ἡ προέκταση τοῦ θεραπευτικοῦ χεριοῦ τοῦ Χριστοῦ στούς αἰῶνες. Στήν τελευταία εὐχή τοῦ μυστηρίου γιά παράδειγμα ὁ ἱερέας ἀπαγγέλλει μεταξύ ἄλλων: «..Οὐ τίθημι ἐμήν χεῖρα ἁμαρτωλόν ἐπί τήν κεφαλήν τοῦ προσελθόντος σοι ἐν ἁμαρτίαις καί αἰτουμένου παρά σοῦ δι’ ἡμῶν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ἀλλά σήν χεῖρα κραταιάν καί δυνατήν, τήν ἐν τῶ ἁγίῳ εὐαγγελίῳ τούτῳ…ἐπί τήν κεφαλήν τοῦ δούλου σου…ἔκτεινον». Ὁ Κύριος θεράπευε ἀρρώστους καί ἀδύναμους ἀνθρώπους, ἐξεδίωκε τά δαιμόνια, ἀνάσταινε τούς νεκρούς. Κι αὐτό προκειμένου ἀκριβῶς νά φανερώσει ὅτι ὁ ἐρχομός Του στόν κόσμο ἀλλάζει τά δεδομένα: ἀποκαλύπτει τί θά συμβαίνει ἀπό δῶ καί στό ἑξῆς στή Βασιλεία Του. Ἡ ἀσθένεια δέν θά ὑφίσταται πλέον, τά δαιμόνια δέν θά ἔχουν ἰσχύ, ὁ θάνατος θά ὑπερβαθεῖ. Κι ἄν ἀκόμη στόν κόσμο τοῦτο ὑφίστανται, λαμβάνουν ἄλλο περιεχόμενο καί κατανοοῦνται  ὡς μέσα σωτηρίας, διότι καλλιεργοῦν τήν ὑπομονή καί φανερώνουν τό ὄχι ἀκόμη τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Τό ἐσχατολογικό στοιχεῖο λοιπόν καί στό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου εἶναι ἐμφανέστατο. Καί θά πρέπει οἱ ἱερεῖς νά ἐξηγοῦμε τά πράγματα αὐτά στους πιστούς μας, καί μάλιστα μέ τήν προϋπόθεση πάντοτε τῆς μετανοίας, ἡ ὁποία προϋποτίθεται ἔντονα καί στό μυστήριο αὐτό, προκειμένου νά μήν τά ἀντιμετωπίζουν μέ μαγικό τρόπο ἤ μέ μία θρησκευτικότητα, ἡ ὁποία προσιδιάζει ἴσως σέ ἄλλες θρησκεῖες, σίγουρα ὅμως ὄχι στή δική μας πίστη.

Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τό μυστήριο τῆς κηδείας. Ὁ θάνατος παρόλο ὅτι ξεπεράστηκε μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἐξακολουθεῖ καί ὑφίσταται. Ἔχει χάσει ὅμως τήν τρομακτική πρός τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου ὄψη του. Θεωρεῖται ὡς ἁπλή δίοδος, ἡ ὁποία ἐκβάλλει στήν ἀγκαλιά τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. «Ἐάν τε ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (Ρωμ. 14,8). Μετά τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἀνάσταση πού ἔγινε γιά ἐμᾶς καί ὄχι διότι Ἐκεῖνος τήν εἶχε ἀνάγκη, ἀφοῦ εἶναι «ἡ ζωή καί ἡ ἀνάστασις», θάνατος στήν πραγματικότητα δέν ὑφίσταται. Γέμισε μέ τή δική Του παρουσία καί τό δικό Του φῶς, ὥστε καθένας πού φεύγει ἀπό τή ζωή αὐτή, ὄντας βεβαίως πιστός στόν Κύριο, νά φεύγει μέ πίστη καί ἐλπίδα σ’ Ἐκεῖνον. «Ποῦ σου, θάνατε,τό κέντρον; Κατεπόθη ὁ Ἅδης». Γι’ αὐτό καί ὅταν φεύγει ἀπό τόν κόσμο αὐτόν ἕνας πιστός, τά ἄλλα μέλη τῆς Ἐκκλησίας δέν θρηνολογοῦν κατά τόν τρόπο τῶν ἀπίστων. Λυποῦνται μέν διότι χάνουν τήν ἄμεση καί ὀπτική ἐπαφή μέ τόν ἀγαπημένο τους ἄνθρωπο, παρηγοροῦνται ἀπό τήν ἄλλη ὅμως διότι «μετάθεσις γίνεται ἐπί τά θυμηδέστερα καί τά ἀλυπότερα». Ὥστε «μή λυπῆσθε καθώς καί οἱ λοιποί οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα» (Α΄Θεσ. 4, 13).  Ὅλο τό «βάρος» θά λέγαμε τῆς ἐσχατολογίας τῆς Ἐκκλησίας πέφτει ἄμεσα καί «ὁρατά» ἰδίως στό μυστήριο αὐτό, κι ἴσως ἐκεῖ πού βλέπουμε τόν δικό μας ἄνθρωπο μέσα στήν κάσα, «ἄμορφον, ἄδοξον μή ἔχοντα εἶδος» κρίνεται πραγματικά καί ἡ χριστιανική μας συνείδηση καί ἡ πίστη μας στήν ἐσχατολογική ἐλπίδα τῆς Ἐκκλησίας μας.

ν τέλει, ἔχοντας πολλαπλῶς ὑπονοήσει ἤ ἄμεσα ἀναφέρει ὅτι ὅλα τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας προϋποθέτουν γιά τήν κατανόηση καί τή βίωσή τους τήν ἐνεργή συμμετοχή τῶν πιστῶν, δηλαδή τόν ἀσκητικό ἀγώνα τους προκειμένου νά τηροῦν κατά τό δυνατόν τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, διότι ἐκεῖ νομίζουμε φανερώνεται ἡ ἀσκητική καί πνευματική διάθεση τοῦ χριστιανοῦ ἀνθρώπου – μή ξεχνᾶμε ὅτι ἡ διαχρονική προτροπή τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπαρχῆς ἦταν «διά τῶν ἐντολῶν ὅδευσον» - θά θέλαμε  ὡς ἐπίλογο νά ποῦμε τό ἑξῆς. Ἡ θεολογία τῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν, ρωμαιοκαθολικῶν καί προτεσταντῶν, ἀλλά καί πολλῶν ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι σέ κάποιο βαθμό, μεγάλο ἤ μικρό, ἀκολουθοῦσαν κατά πόδας αὐτούς τούς ἑτεροδόξους, ἰδίως στό ἀκαδημαϊκό ἐπίπεδο, δέχτηκε καταλυτική ἐπίδραση ὡς πρός τόν προσανατολισμό της, προσανατολισμό στήν ἐσχατολογική προοπτική, μετά τίς μελέτες πού δημοσίευσαν ὁ Johannes Weiss (τό 1892) καί ὁ Albert Schweitzer (τό 1906), οἱ ὁποῖοι πράγματι «ἦταν ἀπό τούς πρώτους πού τόνισαν τό ἐσχατολογικό περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, χωρίς ὅμως νά ἀποφύγουν ἀκρότητες» (π. Δημήτριος Μπαθρέλλος). Ἔκτοτε θεωρεῖται ὅτι ἡ θεολογία χωρίστηκε στήν πρό Weiss  ἐποχή καί στή μετά ἀπό αὐτόν. Στόν ὀρθόδοξο ὅμως χῶρο, μπορεῖ ἀπό πλευρᾶς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας νά ὑπῆρχε ὄντως ἡ ἀκολουθία τῶν Προτεσταντῶν ἤ Ρωμαιοκαθολικῶν, ὅμως στήν πράξη καί τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας τά πράγματα ἦταν ἀνέκαθεν αὐθεντικῶς εὐαγγελικά καί γνήσια. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὅσο λειτουργοῦσε καί λειτουργεῖ βεβαίως ὁ μοναχικός θεσμός, ὅσο ἡ Ἐκκλησία μας τελοῦσε καί τελεῖ τά ἱερά μυστήρια, κυρίως τό τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὅσο ὑπῆρχαν καί ὑπάρχουν οἱ ἅγιοί μας, αὐτοί πού φανερώνουν αἰσθητά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τόσο τό ἐσχατολογικό στοιχεῖο ὑπῆρχε, ὑπάρχει καί θά ὑπάρχει, κατά ἕνα τρόπο μυστικό, ὑπόγειο καί γι’αὐτό ἴσως κατεξοχήν δυναμικό. Θυμίζει ἡ θέση αὐτή τό παρακάτω περιστατικό, τό ὁποῖο διαβάζουμε στό σπουδαιότατο ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς βιβλίο «Ἅγιος Σιλουανός τοῦ Ἄθω» τοῦ γνωστοῦ καί ἁγίου μακαριστοῦ Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ. Μᾶς λέει λοιπόν ἐκεῖ ὁ Γέροντας ὅτι κάποια φορά ἀνέβηκαν στό Ἅγιον Ὄρος κάποιοι ρωμαιοκαθολικοί ἱερεῖς θεολόγοι. Στήν ἐρώτησή τους τί διαβάζουν οἱ καλόγεροι τοῦ Ὄρους ὁ ἅγιος Σιλουανός ἀπάντησε μέ πολύ φυσικό τρόπο: Φιλοκαλία, ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, ὅσιο Ἰσαάκ τόν Σύρο, ὅσιο Ἐφραίμ τόν Σύρο, ἀββᾶ Βαρσανούφιο κλπ. Ἔκπληκτοι οἱ ρωμαιοκαθολικοί ἀπάντησαν ὅτι στό δικό τους χῶρο, οἱ μόνοι πού διαβάζουν τέτοια κείμενα εἶναι μόνο οἱ καθηγητές Πανεπιστημίου. Κι ὁ ἅγιος ἀπάντησε: Γιά τούς μοναχούς τοῦ Ὄρους αὐτά εἶναι τά καθημερινά τους ἀναγνώσματα. Κι ὄχι μόνο αὐτό. Ὑπάρχουν καλόγεροι, οἱ ὁποῖοι ζοῦν τέτοια ἀσκητική καί πνευματική ζωή, ὥστε ἄν τύχαινε καί χάνονταν ἀπό προσώπου τῆς γῆς ὅλα τά κείμενα αὐτά τῶν Πατέρων, οἱ ἴδιοι εἶναι σέ θέση νά τά γράψουν τό ἴδιο, γιατί ἔχουν τήν ἴδια βιοτή μέ αὐτούς.

Γιατί ἀναφέρουμε τό περιστατικό; Ἀκριβῶς γιά νά δείξουμε ὅτι μπορεῖ καί στόν ὀρθόδοξο ἀκαδημαϊκό χῶρο, ἰδίως τοῦ παρελθόντος, νά μήν ὑπῆρχε ἡ αἴσθηση τοῦ ἐσχατολογικοῦ ἤθους τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο  τήν σφραγίζει κατά τρόπο ἀπόλυτο, ὅμως αὐτό τό ἦθος ἴσχυε, ἰσχύει καί θά ἰσχύει στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, στόν βαθμό πού εἴπαμε ὅτι ἡ ζωή της διαποτίζεται ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων μας, ἀπό τίς ἱερές ἀκολουθίες της, ἀπό τήν ἁπλή πίστη τοῦ λαοῦ της. Κι αὐτό γιατί ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός μας δηλαδή, βρίσκει ἔδαφος καί «ἐπαναπαύεται» ὅπου ὑπάρχει καλή διάθεση καί ἁπλή καρδιά.