Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ (29 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)


«Αὐτός ὁ νέος ἱερομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Φιλούμενος καταγόταν ἀπό τή νῆσο Κύπρο, ἀπό κάποιο χωριό τῆς ἐπισκοπῆς Μόρφου, Ὀροῦντα στό ὄνομα. Γεννήθηκε ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Γεώργιο καί τή Μαγδαληνή, κατά τό ἔτος 1913. Ἐπειδή ἀπό παιδί ἀγαποῦσε τήν ἡσυχία καί τή μοναχική ζωή, ἀναχώρησε σέ ἡλικία 14 ἐτῶν μαζί μέ τόν ἀδελφό του Ἀλέξανδρο καί πῆγε στό Σταυροβούνιο. Ἐκεῖ παρέμεινε στό μοναστήρι τῆς περιοχῆς καί ὑποτάχτηκε στόν γέροντα Βαρνάβα γιά πέντε χρόνια. Ἀναχώρησε ἔπειτα ἀπό τή Μονή καί πῆγε, μαζί καί πάλι μέ τόν ἀδελφό του, στά Ἱεροσόλυμα. Ἔζησε πιά ἐκεῖ, ἔλαβε τό σχῆμα τό μοναχικό καί χειροτονήθηκε ἱερέας. Μετά ἀπό λίγα ἔτη, ἔλαβε καί τό ὀφφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτη. Ὁ μακάριος αὐτός παρέμεινε στήν ἁγία Γῆ σαράντα πέντε ἔτη, ἀφοῦ φύλαξε μέ ἀκρίβεια τούς κανόνες καί τίς συμβουλές πού ἔλαβε ἀπό τούς πρώτους πνευματικούς του πατέρες στό Σταυροβούνιο. Ὑπηρετοῦσε σέ διάφορα προσκυνήματα καί διορίστηκε, τελευταία φορά, στό Φρέαρ τοῦ Ἰακώβ. Ἐκεῖ  ἔλαβε ὁ ἀοίδιμος, κατά τό ἔτος 1979, καί τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἀφοῦ τόν σκότωσαν μέ πέλεκυ κάποιοι Ἑβραῖοι Σιωνιστές. Μετά τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου, τό σῶμα του παρέμεινε γιά κάποιες ἡμέρες εὔκαμπτο, ἐνῶ κατά τήν ἀνακομιδή του, μετά ἀπό τέσσερα ἔτη, βρέθηκε ὅλος ἄφθαρτος καί νά εὐωδιάζει, σέ ἔνδειξη τῆς παρρησίας πού βρῆκε ἀπό τόν Θεό. Μετά ἀπό αὐτό τό θαυμαστό γεγονός, τό σκήνωμα τοῦ μάρτυρα τοποθετήθηκε στήν ἁγία Σιών, στόν ἐκεῖ εὑρισκόμενο ναό, καί ἐπιτελεῖ πολλά θαύματα σέ ὅσους τόν ἐπικαλοῦνται μέ πίστη».
Ὁ ἅγιος νέος ἱερομάρτυς τῆς Ἐκκλησίας Φιλούμενος μπορεῖ νά σχετίζεται ἰδιαιτέρως μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου καί τῶν Ἱεροσολύμων, ὅμως ἀποτελεῖ καύχημα καί καλλώπισμα ὅλης τῆς ἀνά τήν Ὑφήλιο Ἐκκλησίας. Διότι ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ εἶναι μία καί ἑνιαία ὅπου γῆς, διότι ἀκριβῶς Ἕνας εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός πού ἀποτελεῖ τήν παναγία κεφαλή της, συνεπῶς ὅ,τι συμβαίνει σέ μία τοπική φανέρωσή της ἔχει διαστάσεις οἰκουμενικές, κι ἀκόμη περισσότερο, ἀφοῦ ἀναφέρεται καί σ’ αὐτόν τόν κόσμο τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας, στόν κόσμο τῶν ἁγίων ἀγγέλων καί ὅλων τῶν ἁγίων. Ἐπανειλημμένως ὁ καλός ὑμνογράφος τῆς ἀκολουθίας τοῦ νέου ἁγίου Δρ. Χαράλαμπος Μπούσιας ἐπισημαίνει τή διάσταση αὐτή: Ὁ ἅγιος ἀποτελεῖ «τῆς Ὀρούντης ἐκβλάστημα νήσου Κύπρου, καλλώπισμα καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σιωνίτιδος», ἀλλά «φωτίζει τήν ὁμήγυρη τῶν Ὀρθοδόξων τῆς ὑφηλίου» (στιχ. μικρ. ἑσπερ.). Καί ἐπίσης: «εἶδε τό φῶς τοῦ ἥλιου στήν Ὀροῦντα τῆς Κύπρου, ἀλλά ἐξέλαμψε στόν κόσμο μέ τίς ἀκτίνες τῆς εὐσέβειας καί τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἄριστης ἄθλησης» (στιχ. ἑσπερ.). Καί σπεύδει βεβαίως ὁ ὑμνογράφος νά τονίσει γιά τόν ἅγιο Φιλούμενο ὅ,τι εἶχε ἐπισημάνει καί ὁ νεώτερος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης ὅταν ἔγραφε γιά τούς νεομάρτυρες τῆς πίστεως στό Μαρτυρολόγιό του: ὅτι οἱ νέοι αὐτοί ἅγιοι δέν ὑπολείπονται σέ τίποτε ὡς πρός τούς παλαιούς μεγάλους μάρτυρες, γιατί τόν ἴδιο μ’ ἐκείνους ἀγώνα ἐπέδειξαν καί τά ἴσα γι’ αὐτό βραβεῖα ἔλαβαν ἀπό τόν στεφανοδότη Κύριο. «Φιλούμενε, συναγωνίστηκες μέ τούς κόπους τοῦ μαρτυρίου σου μέ τούς παλαιούς μάρτυρες, γι’ αὐτό κι ἔγινες μέτοχος τῶν ἴσων βραβείων μ’ ἐκείνους» (λιτή). «Φιλούμενε,  ἀφοῦ ἔλαβες τά βραβεῖα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν συναγάλλεσαι μαζί μέ τούς ὁσίους ἱερεῖς καί τούς μάρτυρες» (δοξαστικό ἑσπερ.).
Τό ἰσάξιο καί τό ἰσότιμο τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἁγίου Φιλουμένου πρός τό μαρτύριο τῶν παλαιῶν μεγάλων μαρτύρων καταφαίνεται, κατά τόν σπουδαῖο ὑμνογράφο, καί ἀπό τό γεγονός ὅτι καί στίς δύο περιπτώσεις ποιητικό αἴτιο τοῦ μαρτυρίου ὑπῆρξε ἡ σφοδρή ἀγάπη πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἄν τιμῶνται τόσο πολύ οἱ μάρτυρες στήν Ἐκκλησία μας, εἶναι γιατί ἐκεῖνο πού τούς ὁδήγησε πρός αὐτό δέν ἦταν ἁπλῶς ἕνας ἰδεολογικός ψυχαναγκασμός ἤ ἕνας ἐγωϊσμός τοῦ τύπου «τό ‘πα καί θά τό κάνω», ἀλλά ὁ πόθος καί ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Δέν παύει ὁ ὑμνογράφος νά μᾶς λέει ὅτι ὁ ἅγιος Φιλούμενος χαρακτηριζόταν ἀπό τή μεγάλη αὐτή ἀγάπη, καί μάλιστα «παιδιόθεν». «Ὁ θεοφόρος Φιλούμενος ἀποτελεῖ τόν πολύφωτο πυρσό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ» σημειώνει  ἀπό τή μία (στιχ. ἑσπ.), «ἀπό παιδί αὐτός διψοῦσε τήν ἀγάπη καί τή δικαιοσύνη τοῦ Κυρίου» (δοξαστικό ἑσπ.), ὅπως καί ἦταν «τοῦ Ὑψίστου ὁ γνησιότατος φίλος» (ἀπολ.) καί «αὐτός πού ἀγάπησε τόν Κύριο παραπάνω ἀπό τόν ἑαυτό του καί ἀπό ὅλα τά προσφιλῆ καί τά ρέοντα τοῦ βίου αὐτοῦ» (δοξαστικό ἑσπερ.) ἐπισημαίνει ἀπό τήν ἄλλη.
Ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό ὅμως δέν ἔρχεται, πλήν σπανίων ἴσως περιπτώσεων, κατά αὐτοματικό τρόπο. Ξεκινᾶ ἀπό τήν ἕλξη πού ἀσκεῖ πάνω στήν ψυχή ὁ ἴδιος ὁ Θεός Πατέρας, ἀλλά ἀναπτύσσεται καί ἐξελίσσεται μέσα ἀπό τούς κόπους τῆς ἄσκησης τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Καί ὁ κατεξοχήν τόπος, ὄχι ἀσφαλῶς ὁ μόνος, πού καλλιεργεῖται αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πού μπορεῖ νά φθάσει μέχρι καί τή θυσία τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματος, εἶναι τό μοναστήρι. Αὐτό βλέπουμε καί στόν ἅγιο Φιλούμενο. Ἡ ἀγάπη του πρός τόν Χριστό τόν ὁδήγησε σέ πρώτη φάση στό εὐλογημένο μοναστήρι τοῦ Σταυροβουνίου στήν Κύπρο - στό μοναστήρι πού ἵδρυσε ἡ ἁγία Ἑλένη καί στό ὁποῖο, (γι’ αὐτό καί εἶναι ἀφιερωμένο στόν Τίμιο Σταυρό), ὑπάρχει τεμάχιο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖ λοιπόν ἀσκήθηκε ὡς ἔφηβος ἀκόμη ὁ νεαρός Φιλούμενος μαζί μέ τόν ἀδελφό του Ἐλπίδιο, διακρινόμενος γιά τήν ἀπόλυτη ὑπακοή του στόν Γέροντά του καί γιά τή θεάρεστη καθ’ ὅλα διαγωγή του, τήν εὐσέβεια καί τή σεμνότητά του. «Ἐγκατέλειψες τό πατρικό σπίτι σου καί προσήλθες, θεοφόρε Φιλούμενε, μαζί μέ τόν ἀδελφό σου, στό Σταυροβούνι, στό ὁποῖο διακρίθηκες ὡς πυξίδα ὑπακοῆς καί ὡς κρηπίδα  θεάρεστης διαγωγῆς, εὐσέβειας καί σεμνότητας» (στιχ. ἑσπερ.). Ἐκεῖ δηλαδή «διδάχτηκε τήν ὑπακοή καί τή νήψη» (στιχ. ἑσπ.) κι «ἔγινε τό πρότυπο τῆς μοναχικῆς ζωῆς» (ὠδή α΄).
Ὁ ὑμνογράφος μας μάλιστα δέν παραλείπει νά ὑπογραμμίσει κάτι πού προκαλεῖ ἰδιαιτέρως τή συγκίνηση τῶν πιστῶν, ὅταν μάλιστα αὐτοί διαπνέονται ἀπό τήν ἀγάπη τους καί γιά τόν ὅσιο Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη. Ὁ ἅγιος Φιλούμενος, γράφει, «ἄφησε μέ σοφό τρόπο ὅλα τά εὐχάριστα τοῦ κόσμου τούτου, ὅπως ἔκανε ἀπό παλιά καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καλυβίτης, τόν ὁποῖο αὐτός εἶχε ὡς πρότυπο βίου» (αἶνοι). Καί ὁ ἅγιος Φιλούμενος δηλαδή καί ὁ ὅσιος Πορφύριος ὄχι μόνο ἀπό μικρά παιδιά θέλχθηκαν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά εἶχαν καί οἱ δύο τό ἴδιο πρότυπο, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Καλυβίτη. Τόν βίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου δέν διάβαζε ἀπό παιδί καί ὁ μεγάλος ὅσιος Γέροντας Πορφύριος καί αὐτός δέν τοῦ κέντρισε τήν ἀγάπη τῆς πλήρους ἀφιέρωσης πρός τόν Θεό; Ἴδια ἐποχή, ἴδια ἀγάπη, μεγάλα χαρίσματα, στέφανοι ἀπό τόν Κύριο. Προφανῶς, μαζί καί ἀγάλλονται στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.  
Ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ ἁγίου Φιλουμένου πρός τόν Χριστό τόν φέρνει μέ τή σύμφωνη γνώμη τῶν Γερόντων τῆς Μονῆς Σταυροβουνίου στά ἅγια χώματα τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ, στήν ἁγιοταφική ἀδελφότητα,  ἀποφασίζει νά ζήσει καί νά πεθάνει ὡς ἀκόλουθος τῶν ἰχνῶν τοῦ Κυρίου. Καταλήγει στό προσκύνημα παρά τό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, κι ἐκεῖ ὁ Χριστός τόν χαριτώνει μέ τό μεγάλο χάρισμα τοῦ μαρτυρίου. «Ἡμῖν ἐδόθη οὐ μόνον τό εἰς Αὐτόν (τόν Χριστόν) πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ πάσχειν» (ἀπ. Παῦλος). Πολλά τροπάρια τῆς ἀκολουθίας πιά εἶναι ἀφιερωμένα ἀκριβῶς στόν ἐκεῖ τόπο τῆς διακονίας καί τοῦ μαρτυρίου του. «Ἔφτασες στό θεῖο τάγμα τοῦ Ἁγίου Τάφου, θεσπέσιε πάτερ, ποθώντας πανευλαβῶς νά διακονήσεις στά ἱερά προσκυνήματα κατά τούς ἔσχατους χρόνους, καί νά βαδίσεις στά βήματα τοῦ Παντοκράτορα Ἰησοῦ» (αἶνοι). Καί ὁ Χριστός τόν χαριτώνει μέ τό μαρτύριο, πού ὁ ὑμνογράφος τό θεωρεῖ ὡς μετοχή στό Πάθος τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί ὡς συνέχεια τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἁγίου Ζαχαρίου, τοῦ πατέρα τοῦ ἁγίου Προδρόμου. «Ὑπέμεινες ἀπό ἄνομα χέρια τά θανατηφόρα τραύματα τοῦ πέλεκυ, ὡς ἄμωμος ἀμνός κι ἐσύ καί θειότατο σφάγιο, παρά τό πανάγιο φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, μιμούμενος τό Πάθος τοῦ Σταυρωθέντος Χριστοῦ τοῦ Παντοκράτορος, κατά τά ἔσχατα χρόνια» (στιχ. ἑσπερ.). «Σφαγιάστηκες μεταξύ τοῦ Φρέατος τοῦ Ἰακώβ καί τοῦ Θυσιαστηρίου, ὅπως παλιά καί ὁ Ζαχαρίας, καί πρόσφερες ἔτσι τόν ἑαυτό σου ὡς ἱερό σφάγιο στόν Χριστό» (λιτή).
Ἡ ὥρα τοῦ μαρτυρικοῦ τέλους τοῦ ἁγίου Φιλουμένου, ἡ ὥρα τῆς σφαγῆς του, γίνεται γιά τόν ὑμνογράφο ἀντικείμενο ξεχωριστῆς ἀναφορᾶς. Ὁ ἅγιος «φονεύτηκε μέ τόν σκληρό τρόπο τοῦ πελεκισμοῦ του κατά τήν ὥρα τῆς ἑσπερινῆς προσευχῆς, κι ἔτσι  ἀνέβηκε τροπαιοῦχος στόν Χριστό πού ποθοῦσε» (λιτή). Γιά νά προχωρήσει ὁ εὐλαβής ὑμνογράφος μέ μία εἰκόνα πού καί μόνη αὐτή θά ἀποκάλυπτε τό σπουδαῖο ποιητικό του χάρισμα. Παραθέτουμε σέ μετάφραση ὁλόκληρο τό τροπάριο ἀπό τούς αἴνους: «Μόνος στό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, πανσεβάσμιε, ἀναπέμποντας δόξα στόν Δημιουργό καί Παντοκράτορα Θεό, καταπληγώθηκες, μακάριε, μέ πολύ θρασύ τρόπο ἀπό τόν πέλεκυ τῶν μισοχρίστων καί κατακοκκίνισες τή στολή τῆς ἱερωσύνης σου ἀπό τή ροή τῶν αἱμάτων σου, μέ ἀποτέλεσμα νά τρέξεις νά ἀναγνώσεις τό «ἑσπέρας προκείμενον» στά οὐράνια δώματα» (αἶνοι). Σάν σκηνοθέτης ὁ ὑμνογράφος ἐπικεντρώνει τόν φακό του σκηνή-σκηνή στό μαρτυρικό τέλος. Τά κτυπήματα τοῦ θράσους, τό αἷμα πού χύνεται καί κοκκινίζει τήν ἱερατική στολή, ἀλλά καί τό βάθος πού μόνο ἡ πίστη μπορεῖ νά τό ἐπισημάνει: ὁ ἅγιος δέν σταματᾶ τή δέηση. Ὁ ἑσπερινός συνεχίζεται λαμπρῶς καί θαυμαστῶς πιά στό ἄνω θυσιστήριο, μαζί μέ τούς ἁγίους καί τούς ἀγγέλους. «Ἑσπέρας προκείμενον», δέν διακόπτει ὁ ἅγιος μάρτυρας, «Σοφία, πρόσχωμεν», σάν νά ἀκοῦμε πιά ἀπό τήν οὐράνια χορωδία.
Κι αὐτήν τή χαρισματική σκηνή τήν προεκτείνει ὁ ὑμνογράφος μας: ὁ ἅγιος «σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό», δέν φοβᾶται τούς ἄνομους. Πεπληρωμένη ἡ καρδιά του ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία «ἔξω βάλλει τόν φόβον» (ἅγ. Ἰωάννης Θεολόγος), μέ θάρρος καί τόλμη πού φανερωνόταν ἤδη ἀπό τή στάση του καί στίς παλαιότερες ἀπειλές τῶν μισοχρίστων, ἀντιμετωπίζει παρομοίως καί τά τελικά κτυπήματα. «Εἶχες τή δύναμη, Φιλούμενε, τοῦ Κυρίου, πού παρέχει τά γεμάτα ζωή νάματα, γι’ αὐτό καί δέν φοβήθηκες καθόλου τίς ἀπειλές τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως» (ὠδή στ’). Κι ἀκόμη: ἐν πνεύματι, μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ ὑμνογράφος, ὁ ἅγιος φανερώθηκε στόν ἀδελφό του, εὑρισκόμενο στό Ἅγιον Ὄρος,  γιά νά τοῦ πεῖ τό τί διαδραματίζεται τήν ὥρα τοῦ μαρτυρίου του. «Σέ ὑμνοῦμε, ἱερόαθλε Φιλούμενε, καί γιά τό ὅτι φανερώθηκες στόν ἀδελφό σου πού βρισκόταν στό Ἅγιον Ὄρος, καί τοῦ εἶπες τό ἱερό σου μαρτύριο στόν τόπο ἐκεῖνο» (ὠδή στ΄). (Κατά ἀκρίβεια, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ μακαριστοῦ καί αὐτοῦ Γέροντος π. Ἐλπιδίου, διδύμου ἀδελφοῦ τοῦ ἁγίου: "ἀδελφέ μου, μέ σκοτώνουν πρός δόξαν Θεοῦ. Μην 'αγανακτήσεις").
Ἡ παρρησία πού ἀπέκτησε ὁ ἅγιος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου πιά ἀποτελεῖ τή συνέπεια τῆς ὅλης ἀγιασμένης βιωτῆς του, ἐνῶ φανερώθηκε περίτρανα, κατά τόν ὑμνογράφο του, καί ἀπό τήν ἀφθαρσία καί εὐωδία τοῦ λειψάνου του, ἀλλά καί ἀπό τά πολλά πιά θαύματά του (ὠδή η΄ κ.ἀ.). Ὁ Κύριος θέλησε ὁ ἅγιος Φιλούμενος νά εἶναι ἕνας ἀκόμη πρεσβευτής τῶν ἀνθρώπων ἐνώπιόν Του, γι’ αὐτό καί ὅσοι τόν ἐπικαλοῦνται βλέπουν ἄμεσα τήν ἰαματική ἐπέμβασή του. Εἶναι πολύ ὡραῖος ὁ χαρακτηρισμός μάλιστα πού χρησιμοποιεῖ ὁ ὑμνογράφος γιά τούς πιστούς πού καταφεύγουν σ’ αὐτόν: «πρόσφυγες» - κάτι πού ἴσως πρέπει νά μᾶς δώσει τήν εὐκαιρία νά βλέπουμε καί τούς πρόσφυγες γενικά τῶν χειμαζομένων χωρῶν μέ «ἄλλο μάτι». «Ὅσοι γιορτάζουμε τή μνήμη τῆς τελειώσεώς σου, δοξασμένε Φιλούμενε,… κραυγάζουμε: ἀπό τόν οὐρανό πού βρίσκεσαι σκέπε καί διάσωζε ἀπό κάθε ἀνάγκη «σούς πρόσφυγας», ἐμᾶς πού προσφεύγουμε σέ σένα» (ὠδή θ΄).

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΝΕΟΣ (28 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)


«Ο όσιος Στέφανος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 715 μ.Χ., από γονείς ευσεβείς, τον Ιωάννη και την Άννα. Ασκήθηκε από τη νεότητά του στη μονή του αγίου Αυξεντίου, που ήταν στη Βιθυνία. Η μονή βρισκόταν σε υψηλό τόπο, που ονομαζόταν Βουνό του αγίου Αυξεντίου. Έγινε ηγούμενος των μοναχών εκεί. Η φήμη των πνευματικών του αγώνων ακούστηκε παντού και η ευωδία των αρετών του οδήγησε πολλούς σ’  αυτόν. Απέθανε με μαρτυρικό θάνατο λόγω της προσκύνησης των αγίων εικόνων, επί Κωνσταντίνου του καλουμένου Κοπρωνύμου. Προ του μαρτυρικού τέλους του, ο Κοπρώνυμος τον κατεδίκασε επί ένδεκα μήνες σε δεσμά και φυλακές. Έπειτα διέταξε και τον έσυραν κατά γης και τον λιθοβόλησαν σαν τον πρωτομάρτυρα Στέφανο, εξ ου και επονομάστηκε νέος Στέφανος. Τον κτύπησαν στη συνέχεια με ξύλο στα μηνίγγια και αφού του συνέτριψαν το κεφάλι, άφησε το πνεύμα του το 767 μ.Χ.».
Ο όσιος Στέφανος οδηγήθηκε στο μαρτύριο λόγω της επιμονής του στην ορθόδοξη πίστη, που την εποχή εκείνη (8ος μ.Χ. αιώνας) αποδεικνυόταν με την αποδοχή των εικόνων («μαρτυρήσας ως αυτού εικόνα σεβαζόμενος πάντων τε των αγίων»). Ήταν από εκείνους που κατεξοχήν με την πράξη της ζωής του συνέβαλε στη στερέωση του ορθοδόξου φρονήματος – μη ξεχνάμε ότι η εικονομαχία ήταν στην πραγματικότητα χριστολογική αίρεση, δηλαδή αμφισβητούσε την αληθινή εικόνα του Χριστού ως Θεού και ανθρώπου – γι’  αυτό είχε και ο ίδιος εικόνες: του Κυρίου, της Παναγίας, των άλλων αγίων, τις οποίες σεβόταν, ασπαζόταν, προσκυνούσε, απονέμοντας βεβαίως τιμητική προσκύνηση σ’ αυτές. Ένας ύμνος μάλιστα του υμνογράφου μας αποδίδει «ζωγραφικά» τη στάση του οσίου απέναντι στις εικόνες. Ο όσιος γονατιστός προφανώς μπροστά στην εικόνα της Παναγίας Μητέρας του Κυρίου μας, τον Οποίο βαστάζει στην αγκαλιά της, κατασπάζεται ένδακρυς Εκείνη και τον Υιό Της, προσευχόμενος να δώσουν λύση στο πρόβλημα που ταλάνιζε την Εκκλησία και νιώθοντας αισθητά τη χάρη του αγίου Πνεύματος, η οποία τον ενδυνάμωνε να βδελυχθεί το δυσσεβές δόγμα του δυσσεβούς βασιλιά, συνεπώς και να δώσει και την ίδια τη ζωή υπέρ της αληθούς πίστεως. «Σεπτήν εικόνα του Χριστού και της Τούτον τεκούσης ασπαζόμενος, μάκαρ, βασιλέως δυσσεβούς το δόγμα το δυσσεβές εβδελύξω, σθένει Θείου Πνεύματος». Η περιγραφή του υμνογράφου εν προκειμένω γίνεται σημείο προσανατολισμού. Στο κάθε πρόβλημα, δικό μας ή των άλλων, η προσευχητική στάση μας μπροστά στην εικόνα του Κυρίου και της Παναγίας μας είναι το κατεξοχήν όπλο μας. Η προσευχή αυτή, ενδυναμούμενη και από κάποια προσπάθεια εφαρμογής των εντολών του Κυρίου μας, μας οδηγεί στη διέξοδο των προβλημάτων μας. Κι η σπουδαιότερη διέξοδος τις περισσότερες φορές είναι η από τον Κύριο προσφορά της χάρης της υπομονής, ώστε να αντέχουμε τα προβλήματα.

 


Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ π. ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΔΗ «ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΠΑΞΙΩΣΗ»


Αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για εμένα το γεγονός ότι κλήθηκα να παρουσιάσω το εξαιρετικό πόνημα του π. Αδαμαντίου Αυγουστίδη «Ανθρώπου απαξίωση», με υπότιτλο «Σχόλιο στην Ποιμαντική του ήθους». Κι αυτό όχι μόνο γιατί η πρόταση του π. Αδαμαντίου να ανήκω στους παρουσιαστές φανερώνει την εμπιστοσύνη του απέναντί μου – χαρακτηριστικό της πολυχρόνιας καλής φιλίας μας – αλλά γιατί πρωτίστως τα κείμενα που περιέχονται στο νέο βιβλίο του αποτελούν καρπό υψηλής πνοής, όπως  και βαθιάς γνώσης της γύρω μας πραγματικότητας, κοσμικής και εκκλησιαστικής. Αυτό σημαίνει ότι η παρουσία μου εδώ δεν συνιστά μία απλή ανταπόκριση στο αίτημα ενός φίλου, αλλά και την  οφειλόμενη μαρτυρία μου, ενός δηλαδή απλού πιστού που ήλθε σε επαφή με τα κείμενα του συγγραφέα, διαπίστωσε τον πλούτο των ιδεών και της στέρεας θεολογικής και πνευματικής γραφής του, ένιωσε τον παλμό της ποιμαντικώς αγωνιώσας καρδιάς του, και γι’ αυτό θέλησε να μοιραστεί τα συναισθήματά του και με όσους αδελφούς θα έχουν τη χάρη να πάρουν στα χέρια τους το ευλογημένο αυτό βιβλίο.  
Και παίρνουμε στα χέρια μας πράγματι το βιβλίο. Και διαπιστώνουμε εν πρώτοις την εξαιρετική ποιότητα της έκδοσης, η οποία αναλήφθηκε από τις εκδόσεις «Επιστροφή», καρπό της ποιμαντικής αγωνίας του Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Νεκταρίου, και που έχει να επιδείξει μέχρι τώρα πλειάδα ποιοτικών πνευματικών βιβλίων. Σχήμα και μέγεθος βιβλίου, στήσιμο κειμένου, γραμματοσειρά, σχεδιασμός εξωφύλλου, όλα φανερώνουν ότι κατεβλήθη προσπάθεια ώστε τα κείμενα να προσφερθούν όχι απλώς στηριγμένα στην ποιότητα του περιεχομένου τους, αλλά και στην πολύ καλή εξωτερική παρουσία τους. Και πολύ δικαίως. Διότι η εποχή μας, καλώς ή κακώς, επικεντρώνει το ενδιαφέρον της σ’ ένα μεγάλο ποσοστό στην εξωτερική εμφάνιση, τόσο που συχνά παραθεωρείται το περιεχόμενο υπέρ μόνης της μορφής και της επιφάνειας. Στο προκείμενο βιβλίο του π. Αδαμαντίου έχουμε αυτόν τον άριστο συνδυασμό: εξαιρετική ποιότητα περιεχομένου, που προσφέρεται με εξαιρετική ποιότητα μορφής.
Ανοίγοντας το βιβλίο κοντοστέκεται κανείς και στην αφιέρωση: Στη Ζέφη. Πρόκειται, όπως οι περισσότεροι ίσως γνωρίζουν, για την πρεσβυτέρα του π. Αδαμαντίου, κι έχω την εντύπωση πως η λιτότητα της έκφρασης κρύβει έναν τεράστιο πλούτο συναισθημάτων του συγγραφέα. Εν ολίγοις πολλά! Και δικαιολογημένα: ο Αδαμάντιος συνάντησε τη Ζαφειρία!
Η ίδια λιτότητα κυριαρχεί και στον τίτλο του βιβλίου: «Ανθρώπου απαξίωση». Συνεσκιασμένα, φανερώνει τον αναλυτικό τίτλο του, που τον συναντά κανείς σε κάποιες φράσεις του βιβλίου διάσπαρτα: «Στον άνθρωπο δεν αρμόζει η απαξίωση». Ή αλλιώς: «Στον άνθρωπο δεν αρμόζει ο ξεπεσμός». Κι είναι ακριβώς ο τίτλος αυτός που σε κάνει να καταλάβεις τι πρόκειται να συναντήσεις στα περιεχόμενα των κειμένων:  έναν ύμνο για το μεγαλείο του ανθρώπου, ο οποίος ναι μεν λόγω της πτώσης του στην αμαρτία αμαυρώθηκε και ζοφώθηκε, αλλά με τον ερχομό του Χριστού αποκαταστάθηκε κι υψώθηκε στο σημείο εκείνο που να μπορεί να ζει στον κόσμο τούτο ως ένας δεύτερος Χριστός, ως «εν σαρκί περιπολών Θεός». Κι αυτή η διπολικότητα: διαπίστωση της αμαύρωσης του ανθρώπου σε όλες τις διαστάσεις της ζωής, υπέρβαση και βίωση της φωτοφόρας χάρης του Θεού με την αποδοχή του Χριστού, πράγματι κυριαρχεί ως μοτίβο σε όλα τα κείμενα του συγγραφέα.
 «Η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα», διαβάζουμε ήδη από την εισαγωγή του, «δέσμια στις εμμονές της νεωτερικότητας, συρρικνώνει την προσωπική αξία του ατόμου στα απρόσωπα, συλλογικά συμφέροντα, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση του ανθρώπου σε αναλώσιμο είδος. Απέναντι σε αυτή τη λαίλαπα απογύμνωσης του ανθρώπου από την ιερότητα της ύπαρξής του, η Ορθόδοξη Εκκλησία παραμένει ακλόνητη στις ανθρωπολογικές της αρχές, ότι ο άνθρωπος είναι δημιούργημα «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» (σελ. 21).
Σε δύο μέρη διαρθρώνει την ύλη του ο π. Αδαμάντιος. Στο πρώτο μέρος, που είναι πιο γενικό, και που περιλαμβάνει τέσσερα κεφάλαια, πάντοτε με τη διάθεση να δώσει το στίγμα του ήθους της έννοιας στην οποία αναφέρεται, αφού άλλωστε όλη η θεματολογία του είναι ένα σχόλιο στην ποιμαντική του ήθους: Στην πίστη, στην εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία, στο χωρίς όραμα εκπαιδευτικό πλαίσιο, στην αυτοσυνειδησία της πολιτικής. Κεφάλαια που αγκαλιάζουν ολόκληρο το πλαίσιο της ζωής και της ελλαδικής κοινωνίας μας, με προσπάθεια από τον συγγραφέα κριτικής αποτίμησης του τι υφίσταται ως πραγματικότητα στην πατρίδα μας και όχι μόνο, που θα πει  προβολή των ορθών στοιχείων όπου αυτά υπάρχουν, αλλά και έλεγχος των στρεβλώσεων που αλλοιώνουν την προσωπικότητα του έλληνα και την κοινωνία. Και η κριτική αυτή ματιά του γίνεται με το απόλυτο γι’ αυτόν κριτήριο που δεν είναι άλλο από τον Ιησού Χριστό και τη μόνη πραγματικότητα που Τον διασώζει ακέραιο, την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση της αγίας Του Εκκλησίας.
Στο δεύτερο μέρος, που είναι πιο ειδικό, και που περιλαμβάνει άλλα τέσσερα κεφάλαια, αναφερόμενα στον «έτερο», δηλαδή στον συνάνθρωπο και το ήθος που διέπει τη σχέση με αυτόν, στην ιατρική διακονία, δηλαδή το ήθος της σχέσης που προσδιορίζει ο πόνος, στον ψυχικώς πάσχοντα συνάνθρωπο, με σχόλιο πάνω στη φροντίδα για τον συγκεκριμένο ασθενή, και τέλος στο μυστήριο της Εξομολόγησης, με σχόλιο πάνω στο ήθος της μετανοίας. Σ’ αυτό το δεύτερο μέρος αποκαλύπτεται η πράγματι ποιμαντική αγωνία του συγγραφέα και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που έχει, και ως κληρικός βεβαίως και ποιμένας, αλλά και λόγω της εξειδίκευσής του στην ποιμαντική ψυχολογία και την ψυχιατρική. Εδώ είναι που η εξειδίκευση της πρώτης επιστήμης του, της ψυχιατρικής, συνδυασμένη με την ορθόδοξη πίστη του, γίνεται το όχημα για να προβεί στις δέουσες εκτιμήσεις και προτάσεις, με μοναδικό σκοπό τη βοήθεια του συνανθρώπου, και μάλιστα του πάσχοντος, είτε κατεξοχήν ψυχικώς αλλ’ είτε και σωματικώς, συνανθρώπου.
Το παρουσιαζόμενο βιβλίο δεν είναι ένα τυπικά ακαδημαϊκό βιβλίο, όπως θα περίμενε ίσως κανείς από έναν πανεπιστημιακό δάσκαλο, όπως είναι ο π. Αδαμάντιος. Στην περίπτωση αυτή θα υπερείχε μάλλον το γνωσιολογικό και νοησιαρχικό στοιχείο, η έγνοια των παραπομπών, η μέριμνα της αποδοχής από την ακαδημαϊκή μόνον κοινότητα. Δεν είναι αυτή η πρόθεση του συγγραφέα. Τον συγγραφέα τον συνέχει η αγωνία – χωρίς να σημαίνει ότι δεν λειτουργεί σε όλα τα κείμενά του κατά τρόπο επιστημονικό – να καταδείξει σε όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας, αλλά και σε κάθε καλοπροαίρετο αναγνώστη του όλου φάσματος της σύγχρονης κοινωνίας, ότι όλα τα προβλήματα που υφίσταται ο κόσμος, απαρχής της υπάρξεώς του μέχρι σήμερα, οφείλονται τελικώς στο πνευματικό έλλειμμά του που δεν είναι άλλο από την έλλειψη του Χριστού στη ζωή του. Ο Χριστός ως ο μοναδικός Σωτήρας και Λυτρωτής είναι Αυτός που λείπει από τον άνθρωπο και από την κοινωνία σε όλες τις δομές και τις λειτουργίες της τονίζει ο συγγραφέας, γι’ αυτό και εισπράττουν, άνθρωπος και κοινωνία, το τίμημα από αυτό που μένει χωρίς τον Χριστό, δηλαδή η αμαρτία με τα συνακόλουθά της, τη θλίψη, τη στενοχώρια, το πνευματικό σκοτάδι, τον ίδιο τον θάνατο.
Με απόλυτη σαφήνεια και κρυστάλλινη διαύγεια ο συγγραφέας, έχοντας και την ίδια την ιστορία ως βέβαιο σύμμαχό του, επισημαίνει στα κείμενά του ότι μπορεί η σύγχρονη εποχή να χαρακτηρίζεται από μεγάλες τεχνολογικές προόδους, αλλά όλες αυτές οι πρόοδοι, όλα τα ανθρώπινα επιτεύγματα, ακριβώς διότι ελλείπει τις περισσότερες φορές ο Λυτρωτής Χριστός, αμαυρώνονται από τις καταστροφές που προκαλεί «η φίλαυτη ιδιοτέλεια» του ανθρώπου. Κι αυτή η αμαύρωση παρατηρείται ακόμη κι εκεί που δεν θα το περίμενε κανείς, δηλαδή και στο ίδιο το θρησκευτικό φαινόμενο, όταν η θρησκεία αποτελεί έκφραση της μη αναγεννημένης από το Πνεύμα του Θεού που έφερε ο Χριστός καρδιάς του ανθρώπου.
Ας ακούσουμε τον ίδιο τον συγγραφέα σε μία αποστροφή ενός λόγου του, να λέει τα εξής χαρακτηριστικά, και μάλιστα για τη σύγχρονη εποχή: «Ποτέ άλλοτε, ίσως, στην ιστορία της ανθρωπότητας ο κίνδυνος ενός ολοκληρωτικού αφανισμού, πυρηνικού ή οικολογικού, δεν ήταν τόσο απτός και πραγματικός. Ποτέ άλλοτε οι συνέπειες της ανταρσίας του πεπτωκότος ατομοκεντρικού ανθρώπου και της αποστασιοποίησής του από τον «εξ ουκ όντων» Δημιουργό της κτίσης και τον «εμπιπλώντα» τα σύμπαντα χρηστότητος Θεό δεν ήταν τόσο εμφανείς… Η αποξένωση του ανθρώπου από τον «εκ του μη όντος εις το είναι παραγαγόντα τα σύμπαντα» αποκόπτει την κτίση από την πηγή της ζωής, οδηγώντας την σε μια σταθερά εξελισσόμενη επιβίωση. Ακριβώς όμως για αυτόν τον λόγο σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, η Εκκλησία καλείται να δείξει την Οδό, την Αλήθεια και τη Ζωή. Τον όντως Όντα. Τον παρόντα και τον ερχόμενο Κύριο» (σελ. 60-61).
Με άλλα λόγια εκείνο που τελικώς αποτελεί το πρόβλημα του σύμπαντος κόσμου – απότοκο της πτώσεως στην αμαρτία -  είναι η ανυπαρξία της αγάπης, η ανυπαρξία δηλαδή του εν Τριάδι Θεού που φανέρωσε ο Ιησούς Χριστός, αφού «ο Θεός αγάπη εστί». Γι’ αυτό και την αγάπη προβάλλει ο π. Αδαμάντιος ως την ανακαινιστική εκείνη δύναμη, που θα κάνει τον άνθρωπο να νιώσει την αλήθεια της ανθρωπινότητάς  του, λόγω ακριβώς της θεοείδειάς του ως κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού δημιουργημένος. Αυτή η αγάπη θα σώσει τον άνθρωπο και την κοινωνία, θα δώσει όραμα στην Παιδεία, θα αποκαθάρει την πολιτική από τα σκοτεινά της σημεία, θα ορίσει τη διακονία της ιατρικής ως φιλεύσπλαχνη στάση προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο, και μάλιστα τον ψυχικώς πάσχοντα. Όπου δηλαδή εισέρχεται η δύναμη της αγάπης, εκεί εισέρχεται η θεραπευτική δύναμη του Θεού, που δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο αφενός να αξιοποιεί κάθε δική του, του ανθρώπου, προσφορά, αφετέρου να μην αλαζονεύεται απέναντι στον Δημιουργό του.  
Κι είναι πολύ σημαντικές οι επισημάνσεις του π. Αδαμαντίου επί του προκειμένου  ότι σε ένα μεγάλο βαθμό η αλλοίωση στο ήθος της αγάπης που παρατηρήθηκε στο παρελθόν και που παρατηρείται σ’ ένα βαθμό και μέχρι σήμερα και που οδήγησε σε καταστροφικά αποτελέσματα οφείλεται στη στρεβλή μαρτυρία της αγάπης αυτής από τους θεωρουμένους εκφραστές της, τους ίδιους τους χριστιανούς. Αν ο κόσμος έχασε την εμπιστοσύνη του στον Θεό εν Χριστώ, γι’ αυτό φταίνε πολύ συχνά οι ίδιοι οι χριστιανοί, που τον Θεό της αγάπης Τον παρουσίασαν ως Θεό εκδικητή, γι’ αυτό και είναι επείγουσα η ανάγκη πρώτα από όλα αυτοκριτικής στους χριστιανούς, κι έπειτα της όποιας μαρτυρίας και ιεραποστολής τους. Την αυτοκριτική ως ήθος της αληθινής μετάνοιας τονίζει επανειλημμένως ο συγγραφέας, δηλώνοντας έτσι το γνήσιο ορθόδοξο φρόνημά του. Και αυτοκριτική μάλιστα στα πεδία του κηρύγματος και της ποιμαντικής πρακτικής. Έτσι μόνον μπορεί να γίνει αξιόπιστη η αλήθεια του Χριστού και του αγίου σώματός Του, της Εκκλησίας. Τι να την κάνει κανείς την θεωρούμενη ορθή πίστη, διερωτάται συχνά ο συγγραφέας, αν δεν αλλάζει τον άνθρωπο και δεν τον κάνει γνήσιο ακόλουθο του Χριστού;
Με άλλα λόγια η αυτοκριτική αποσκοπεί στο να αρχίσει να ζει ο χριστιανός το περιεχόμενο της πίστης του και να μη μένει απλώς δέσμιος του περιέχοντός της. Δυστυχώς οι πολλοί εξ ημών κρατάμε το περιέχον, το περίβλημα, την επιφάνεια, τον τύπο, «τον ένδοξο βυζαντινισμό», για να θυμηθούμε τον Καβάφη, και χάνουμε εκείνο που συνιστά το «Εν ου εστί χρεία», δηλαδή την αγάπη, συνεπώς τον ίδιο τον Τριαδικό Θεό. Σημειώνει ο π. Αδαμάντιος: «Η παράδοσή μας είναι θησαυρός και κλήρος πολυδάπανος μιας παρακαταθήκης αδαπάνητης. Ανά τους αιώνες διέσωσε και διασώζει το πρωτεύον και κυριαρχικό: «Ενός δε εστί χρεία». Μεταφράζει το αιώνιο στο πρόσκαιρο… Αυτό όμως που κυρίως μας ενδιαφέρει και αποτελεί χρέος είναι η διατήρηση του περιεχομένου της και δευτερευόντως του περιέχοντος.  Όταν το περιέχον λειτουργεί σε βάρος της φανέρωσης του περιεχομένου, βρισκόμαστε μπροστά στον κίνδυνο μιας αλλοτρίωσης, που υποβαθμίζει την παράδοση από ζωοποιό και σωστική δύναμη σε τυπολατρία, όπου η προτεραιότητα του στόχου έναντι του μέσου έχει χαθεί» (σελ. 66).
Αλλά αν η ορθή πίστη φανερώνεται ως ορθή πράξη, με την έννοια της δημιουργίας του ήθους της αγάπης, εξίσου η αλλοίωση της πίστης οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην αλλοίωση και του ήθους αυτού. Οπότε η αλλοιωμένη πίστη, η αίρεση δηλαδή, πάντοτε διαστρέφει τον άνθρωπο, ενώ η ορθή πίστη δεν νοείται ποτέ ως ιδεολογία ή ως καύχηση για ένα δοξασμένο παρελθόν, αλλά ως διαρκής ευθύνη για ενεργοποίησή της στο εκάστοτε παρόν.
Θέλουμε να τονίσουμε έντονα εδώ, εκείνο το στοιχείο που θα επισημάνει και κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης του βιβλίου: σε κάθε κεφάλαιο, είτε του πρώτου μέρους είτε του δεύτερου, κάθε κριτική ματιά και αποτίμηση στην οποία προβαίνει ο π. Αδαμάντιος, γίνεται μ’ ένα ταπεινό και ανεπιτήδευτο ήθος, αποτέλεσμα νομίζουμε και των πολυετών σπουδών του, αλλά και της καλλιεργημένης από τη χάρη του Θεού ψυχής του. Και το λέμε αυτό, διότι ναι μεν η χάρη του Θεού πάντοτε υπάρχει και ενεργεί εκεί που όντως υφίσταται καρδιά ταπεινή, κατά το «ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν», αλλά υφίσταται ανθρωπίνως κι εκεί που οι σπουδές του ανθρώπου είναι πράγματι βαθιές και ειλικρινείς, τόσο που αξιωματικά πια κηρύσσεται ότι ο αληθινός επιστήμονας οδηγείται μέσα από την επιστήμη του σε μία ταπείνωση, η οποία συνήθως είναι ανύπαρκτη στον ημιμαθή και τον ελλιπώς προσεγγίζοντα τον κόσμο θεωρούμενο επιστήμονα.
Δεν είναι τυχαίο που ο συγγραφέας, κληρικός, ψυχίατρος, καταξιωμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος, εν Ελλάδι και στο εξωτερικό, με πλούσια παρουσία σε ελληνικές αλλά και διεθνείς επιστημονικές συνάξεις,  πάντοτε έχει την έγνοια όταν διαπιστώνει κάτι, ακόμη και στρεβλό, να το κριτικάρει με φιλεύσπλαχνη διάθεση, προσπαθώντας να το κατανοήσει όσο είναι δυνατόν, αλλά και όταν προτείνει κάτι, να το προτείνει με ταπείνωση, γιατί ξέρει ότι κάθε αλαζονεία και υπερφίαλη πρόταση, στην πραγματικότητα όχι μόνο δεν βοηθάει τον άνθρωπο, αλλά και σωστή να είναι, λειτουργεί παραμορφωτικά και θα έλεγε κανείς και δαιμονικά γι’ αυτόν. «Ο προβληματισμός μας», γράφει ο π. Αδαμάντιος, «δεν εστιάζει στην απαισιοδοξία και τη μεμψιμοιρία. Η προσπάθεια είναι να διατυπωθεί ένας λόγος που τουλάχιστον επιθυμεί να «συγχαίρει τη αληθεία», δηλαδή κυρίως ένας λόγος αγαπητικός» (σελ. 59). Και τούτο γιατί έχει αποδεχτεί ως πίστη του ότι το ήθος που σώζει και θεραπεύει είναι το ήθος το ευχαριστιακό, που δεν είναι άλλο από το ήθος του σαρκωμένου ταπεινού Θεού μας. Με τη δική του μάλιστα διατύπωση: «Εκεί, στον τόπο και τον χρόνο της ευλογημένης βασιλείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, στο πλαίσιο που ορίζει η λατρευτική ευχαριστιακή σύναξη του λαού του Θεού, η φιλαυτία και η ιδιοτέλεια δεν έχουν μέρος να σταθούν και τρόπο να επιβιώσουν» (σελ. 53). Κι ακόμη περισσότερο και πιο έντονα επί του θέματος αυτού είναι τα λόγια του στον επίλογο, με τα οποία κατακλείει και το βιβλίο του: «Το καίριο πρόβλημα της σύγχρονης ποιμαντικής και θεολογικής μας νοοτροπίας είναι ότι έχουμε μάθει να μιλάμε και όχι να ακούμε, να κηρύττουμε και όχι να κατανοούμε και, το χειρότερο, να συγχέουμε το παραδοσιακό με το στάσιμο. Μοναδική πρόταση που αποτολμούμε είναι να χρησιμοποιείται ως απλός και εύχρηστος οδηγός για την προσέγγιση των σχολίων επί της ποιμαντικής του ήθους η προτροπή του αποστόλου Παύλου «πάντα δε δοκιμάζετε το καλόν κατέχετε» (259).
Δεν θέλουμε να μακρηγορήσουμε περισσότερο. Θεωρούμε πάντως ότι ο π. Αδαμάντιος με το συγκεκριμένο αυτό βιβλίο του, το εκλαϊκευμένο αλλά και επιστημονικά τεκμηριωμένο, μας παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί στο ξάγναντο της θέασης της σύγχρονης πραγματικότητας: μας ανοίγει τα μάτια για να δούμε – και πάλι το λέμε -  τα ανθρώπινα και κοινωνικά προβλήματα με τη ματιά και του πεσμένου αλλά και του αναγεννημένου στην Εκκλησία ανθρώπου, του αγίου δηλαδή, γιατί αυτός είναι το κριτήριό του. Και μας λέει: ο κόσμος είναι ξεπεσμένος, ναι! Λόγω της αμαρτίας. Όμως δεν πρέπει να μείνουμε εκεί. Γιατί; Διότι «στον άνθρωπο δεν αρμόζει η απαξίωση κι ούτε ο ξεπεσμός»! Και δεν αρμόζει, γιατί έχει έλθει ο Χριστός, ο Λυτρωτής, ο Σωτήρας, ο ανακαινιστής και ανορθωτής των ανθρώπων και σύμπαντος του κόσμου. Αρκεί να Τον αφήσουμε να διαποτίσει τη ζωή μας σε όλες τις διαστάσεις της.
Κι από την άποψη αυτή η θεολογία του π. Αδαμαντίου λειτουργεί και αυτή ως «παραμυθητική θεολογία». Αρέσκεται να τονίζει ο π. Αδαμάντιος ότι η παραμυθητική θεολογία είναι κυρίως η αφηγηματική θεολογία: να προσφέρεις την πίστη μέσα από περιστατικά της ζωής. Αλλά και η κάθε θεολογία της Εκκλησίας μας, είτε λόγος είναι είτε ύμνος είτε και εικόνα, όταν προσφέρεται γνήσια στον άνθρωπο, λειτουργεί παραμυθητικά σ’ αυτόν, γιατί του προκαλεί ρωγμές να δράσει η χάρη του Θεού που σώζει τον άνθρωπο. Τέτοια παραμυθία πιστεύουμε ότι είναι και τα κείμενα του παρόντος βιβλίου.
(Παρουσίαση του βιβλίου "Ανθρώπου απαξίωση" του π. Αδαμαντίου Αυγουστίδη, που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017, στον Ι.Ναό του Αγίου Αντωνίου Αθηνών).

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΠΕΡΣΗΣ


 
«Ο άγιος Ιάκωβος ήταν επί των βασιλέων Ονωρίου και Αρκαδίου, χριστιανός από γονείς χριστιανούς, κατοικούσε στην πόλη Βηθλαβά, στη χώρα των Ελουζησίων, από γένος έντιμο και λαμπρό, και ετιμάτο πολύ από τον βασιλιά Ισδιγέρδο. Γι’  αυτόν τον λόγο, επειδή δηλαδή τον αγαπούσε πολύ ο βασιλιάς των Περσών, απομακρύνθηκε από την πίστη των Χριστιανών και ακολούθησε τον βασιλιά, οδηγούμενος έτσι στην απώλεια με την άρνηση του Χριστού. Όταν όμως η μητέρα του και η σύζυγός του διέκοψαν την κοινωνία τους με αυτόν, διότι προτίμησε την αγάπη του βασιλιά από την αγάπη του Χριστού, και για την πρόσκαιρη δόξα επέλεξε την αιώνια ντροπή και κατάκριση – κάτι που του το μήνυσαν με γράμματα που του έστειλαν – πληγώθηκε στην ψυχή και απομακρύνθηκε από τη μάταια θρησκεία του βασιλιά, οπότε άρχισε να κλαίει για όσα αμάρτησε, καθώς αποστάτησε από τον Χριστό. Για τον λόγο αυτό οδηγείται σε εξέταση, ενώ ο βασιλιάς δυσαρεστήθηκε  πάρα πολύ από το γεγονός. Αποτέλεσμα ήταν να υποστεί πικρό θάνατο, με την κατάτμηση λίγο λίγο της αρμονίας του σώματος: των χεριών και των ποδιών και των βραχιόνων, ώστε να μείνει μόνον σ’  αυτόν το κεφάλι με την κοιλιά. Έπειτα του αφαίρεσαν και το κεφάλι με μαχαίρι».

Το τρομερό μαρτύριο  που υπέστη ο άγιος Ιάκωβος – «των δακτύλων και των χειρών, και βραχιόνων εκκοπέντων σου, ομοίως και ποδών και κνημίδων σου, μέχρι μηρών εκαρτέρησας» - δηλωτικό της γνήσιας μεταστροφής και μετάνοιάς του, τον έκανε να αναφανεί ως νέο αστέρι εκ Περσίδος, καθοδηγητικό των υπολοίπων χριστιανών. Ο άγιος Θεοφάνης,  ο υμνογράφος του αγίου Ιακώβου, έκθαμβος μπροστά στα φοβερά μαρτύριά του, τον θεωρεί ως αντίστοιχο με το αστέρι που καθοδήγησε κατά τη Γέννηση του Κυρίου τους εκ Περσίδος μάγους. Ο άγιος Ιάκωβος μάς φέρνει μπροστά στον Χριστό μέσω του μαρτυρίου του. Εκείνον προβάλλει το πάθος του, το οποίο βεβαίως κατανοείται ως μαρτύριο «κοινωνίας των παθημάτων του Χριστού». «… Καθώς άστραψε για μας ο Ιάκωβος από την Περσία, σαν τ’ αστέρι που φάνηκε στους μάγους και τους καθοδήγησε προς την επίγνωση της αλήθειας…»· και: «Ο Χριστός ανέτειλε στους ανθρώπους τον θείο Ιάκωβο ως νεοφανή αστέρα…και δι’  αυτού έδιωξε τη σκοτεινιά της πλάνης». Ο παραλληλισμός που κάνει ο υμνογράφος, λόγω της αφορμής που του δίνει η εκ Περσίας καταγωγή του Ιακώβου, είναι καταπληκτικός. Διότι έτσι τονίζει με μοναδικό τρόπο τη δύναμη του χριστιανικού μαρτυρίου: ο θάνατος ενός χριστιανού δίνει τη μεγαλύτερη ώθηση στην πίστη των ανθρώπων. Είναι όντως ένα φως που καθοδηγεί τους εν σκότει ευρισκομένους.

 

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΧΙΟΠΟΛΙΤΗΣ (26 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)


«Ο Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε στη Χίο. Ο πατέρας του ονομαζόταν Παρασκευάς, η δε μητέρα του Αγγερού. Σε ηλικία 18 μηνών, ορφανός από μητέρα, παραδόθηκε από τον πατέρα του να τον αναθρέψει η μητριά του. Σε παιδική ηλικία οι γονείς, παρέδωσαν τον Γεώργιο σε κάποιο λεπτουργό (ξυλογλύπτη), Βισσετζή ονομαζόμενο, για να του μάθει την τέχνη του. Όταν κάποτε με το αφεντικό του ήλθε στα Ψαρά, για να φιλοτεχνήσουν το τέμπλο του ναού του Αγίου Νικολάου, ο Γεώργιος έφυγε με ορισμένους νέους στην Καβάλα. Εκεί συνελήφθη να κλέβει από έναν κήπο και παραδόθηκε στον κριτή. Για ν' αποφύγει την τιμωρία δέχτηκε τον Ισλαμισμό, περιτμήθηκε και ονομάστηκε Αχμέτ. Σε ηλικία 10 χρονών, επέστρεψε στη Χίο κλαίγοντας και ομολογώντας τον Χριστό. Ο πατέρας του για να τον προφυλάξει τον μετέφερε σ' ένα κτήμα του στις Κυδωνιές. Αργότερα, 22 χρονών, αρραβωνιάστηκε και ο αδελφός της μνηστής του, επειδή είχε μαζί του χρηματικές διαφορές, τον πρόδωσε στον Τούρκο διοικητή, ότι ενώ έγινε Μουσουλμάνος επανήλθε στον Χριστιανισμό. Βασανίστηκε σκληρά και αφού μέσα στη φυλακή κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων, το πρωί της 26ης Νοεμβρίου 1807 μ.Χ. του έκοψαν - με μαρτυρικό τρόπο - το κεφάλι λίγο-λίγο. Έτσι έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου, από τον αθλοθέτη Χριστό» (Από το ιστολόγιο: «Ορθόδοξος Συναξαριστής»).
Δεν είναι μόνον ο μεγαλομάρτυς Γεώργιος που κατέχει εξέχουσα θέση στο στερέωμα της Εκκλησίας του Χριστού. Υπάρχουν και αρκετοί άλλοι με το ίδιο όνομα, που ικανώθηκαν από τον Θεό να ακολουθήσουν τα χνάρια της μαρτυρικής θεαρέστου βιωτής του – που θα πει τα χνάρια βεβαίως του ίδιου του αρχηγού της πίστεως Ιησού Χριστού -  γι’ αυτό και αυτοί λαμπρύνουν εξίσου την αγία Εκκλησία Του και δοξάζουν το άγιο όνομά Του. Διότι πάντοτε «θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις Αυτού». Τέτοιος άγιος Γεώργιος είναι και ο σήμερα εορταζόμενος νεομάρτυς Γεώργιος ο Χιοπολίτης, ο οποίος έστω και ακροθιγώς  παραλληλίζεται από τον υμνογράφο του αγίου, όσιο Νικηφόρο τον Χίο, με τον μεγαλομάρτυρα Γεώργιο όχι μόνο για το κοινό τους όνομα,  - «συνωνυμήσας τω πάλαι μεγαλομάρτυρι, Γεώργιε τρισμάκαρ» λέει σ’ ένα τροπάριο των αίνων -   αλλά και για το «σύσκηνον» αυτών στον Παράδεισο. «Ο λαμπρός Γεώργιος φάνηκε ένδοξος ανάμεσα στους αρχαίους μάρτυρες, αλλά εσύ, νέε Γεώργιε, ομώνυμε και σύσκηνε μ’ εκείνον, (φάνηκες ένδοξος) ανάμεσα στους νεομάρτυρες, γι’ αυτό σε τιμούμε όλοι» (μεγαλυνάριο).
Ο νέος αυτός άγιος Γεώργιος ανήκει λοιπόν στην ομάδα των νεομαρτύρων της Εκκλησίας, αυτών δηλαδή που έζησαν την εποχή της Τουρκοκρατίας, και μάλιστα στην ομάδα εκείνων που έχουν χαρακτηριστεί ως αρνησίχριστοι. Διότι κι αυτός, όπως και κάποιοι άλλοι σαν τον άγιο Κωνσταντίνο τον Υδραίο για παράδειγμα, κατόπιν κάποιας πιέσεως από τους Τούρκους ή κάποιας ιδιαίτερης υπόσχεσης που τους έδωσαν, αρνήθηκαν τον Χριστό κι έγιναν για ένα διάστημα Μουσουλμάνοι. Τι έγινε όμως αργότερα; Ήρθε η στιγμή που κατάλαβαν την πτώση τους, μετάνιωσαν γι’ αυτήν και αποφάσισαν να επανορθώσουν με θυσία της ίδιας της ζωής τους. Μπορεί η Εκκλησία μας να ήταν και να είναι πάντοτε επιφυλακτική απέναντι στο φαινόμενο που λέγεται «εισπήδηση», δηλαδή την εξ οικείας βουλήσεως προσέλευση στο μαρτύριο, αλλά ιδίως κατά την Τουρκοκρατία είχε παγιωθεί η συγκεκριμένη τακτική του ξεπλύματος της αμαρτίας της αλλαξοπιστίας με την προσφορά της ίδιας της ζωής του αρνησιχρίστου, και μάλιστα τις περισσότερες φορές στον ίδιο τόπο που είχε συμβεί η πτώση του. Προϋπόθεση για το εκούσιο αυτό μαρτύριο ήταν και η κατάλληλη προετοιμασία του υποψηφίου μάρτυρα, την οποία ανελάμβαναν ειδικοί πνευματικοί, κυρίως στο Άγιον Όρος, οι οποίοι λειτουργούσαν ως ένα είδος αλειπτών, δηλαδή πνευματικών γυμναστών, και οι οποίοι υπέβαλλαν τους μετανοημένους αρνησιχρίστους σε κατάλληλες ασκήσεις μετανοίας, ώστε να δυναμωθούν για να αντιμετωπίσουν όλα τα δεινά που επισύρει το μαρτύριο του αίματος.
Το ίδιο συμβαίνει κι εδώ με τον άγιο Γεώργιο, πλην του στοιχείου του τόπου και της προετοιμασίας που συνήθως υπήρχε. Η αλλαξοπιστία του συνέβη στην Καβάλα, εκείνος μαρτύρησε στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας (το σημερινό Αϊβαλί)· ο ίδιος παραμένει για να μαρτυρήσει, ενώ μπορεί να αποφύγει το μαρτύριο, χωρίς να υπάρχει ο συγκεκριμένος αλείπτης.  Κι ακόμη: δεν φαινόταν η εξαρχής απόφαση του μαρτυρίου του, δεδομένου ότι είχε εξομολογηθεί την αμαρτία του και μάλλον είχε αναπαυτεί συνειδησιακά. Το μαρτύριο κατά πάσα περίπτωση του «προέκυψε», όταν προδόθηκε από τον αδελφό της αρραβωνιαστικιάς του για λόγους οικονομικούς, οπότε τότε ήλθε στην επιφάνεια όλη η κρυμμένη φλόγα της πίστης και της αγάπης του προς τον Χριστό. Ο άγιος υμνογράφος του επισημαίνει αρκετές πλευρές της όλης αυτής καταστάσεώς του και προβαίνει σε πολύ ενδιαφέρουσες εκτιμήσεις:
Την άρνηση του Χριστού καταρχάς την χαρακτηρίζει ως «βόθρον» που τον έριξε ο αρχέκακος εχθρός, λόγω της νηπιακής πίστεώς του, και από τον οποίο ξέφυγε όταν ανδρώθηκε. «Ο εχθρός ο αρχέκακος σε υποσκέλισε και σε έριξε σε βόθρο, όταν ήσουν με φρόνημα νηπίου. Αλλά όταν δυνάμωσες το φρόνημά σου αυτό υψώθηκες, αθλητή, σε ύψος θείας άθλησης» (ωδή α΄). Το «εθελούσιον» (ωδή γ΄) του μαρτυρίου του, έπειτα, το χαρακτηρίζει ως νόμιμη άθληση (ωδή γ΄), σύμφωνη δηλαδή με το θέλημα του Θεού, κυρίως δε ως εχεφροσύνη, γιατί δείχνει τη βαθειά πίστη του και το ίδιο φρόνημα με εκείνο του αποστόλου Παύλου.  Όπως ο απόστολος έλεγε ότι ζωή γι’ αυτό σημαίνει Χριστός – «εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος» - κατά τον ίδιο τρόπο και ο άγιος Γεώργιος: επέλεξε να πεθάνει για τον Χριστό παρά να ζήσει χωρίς την πίστη σ’ Εκείνον: «Έχοντας το μυαλό σου επέλεξες να πεθάνεις για χάρη του Χριστού από το να ζεις (χωρίς Εκείνον), μάρτυς Γεώργιε, γι’ αυτό με χαρά σ’ αυτούς που σε ζητούσαν να σε συλλάβουν για να σε θανατώσουν παρέδωσες τον εαυτό σου εθελούσια» (στιχ. εσπερ.).
Κι ακόμη: ο άγιος υμνογράφος αποκαλύπτει τη γενναιότητα της καρδιάς του νεομάρτυρα, και κατά τη διάρκεια της ανακρίσεώς του από τον δικαστή, αλλά προπαντός κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του και της φρικτής ώρας του μαρτυρίου του. «Απτόητος παραστάθηκες μπροστά στον άνομο δικαστή», σημειώνει, «και κήρυξες με δύναμη τη δική σου πίστη, χωρίς να υποχωρήσεις στις κολακείες του» (ωδή δ΄). Η φυλάκισή του λοιπόν αποτελεί μονόδρομο. Αλλά κι εκεί, «παραμένοντας πολλές ημέρες,  τον Θεό δοξολογούσε με όλη την ψυχή, την καρδιά και τη διάνοιά του» (ωδή δ΄). Η γενναία και σταθερή αυτή στάση του όμως  δεν σημαίνει ότι δεν είχε και «ανθρώπινα» στοιχεία, μάλλον εξαιτίας αυτών φανερώθηκε σε όλο το μεγαλείο της. Τι θέλουμε να πούμε; Ο άγιος κάποια στιγμή πρέπει να πέρασε από  δοκιμασία πειρασμών, και μάλιστα ψυχικών πειρασμών που είναι και οι σκληρότεροι και ίσως οι οδυνηρότεροι. Ο διάβολος του υπέβαλε λογισμούς δειλίας και ίσως απιστίας, τους οποίους όμως τους αντιμετώπισε και με την ενίσχυση ενός ιερέα που βρέθηκε κοντά του ως φυλακισμένος κι αυτός – ήταν στη συγκεκριμένη στιγμή ο αλείπτης του – και με τη θεία κοινωνία που του έδωσε, αλλά και με τη συνδρομή όλης της τοπικής εκκλησίας, η οποία είχε κινητοποιηθεί στον κοινό αγώνα της υπέρ αυτού προσευχής. «Τους ψυχοφθόρους λογισμούς του σατανά, θεόφρον Γεώργιε, τους έκανε πέρα από σένα η θεία ευχαριστία των πάνσεπτων και ουρανίων μυστηρίων του Σωτήρα Χριστού, όταν την έλαβες με ευλάβεια» (ωδή δ΄). «Ο πιστός λαός ζητούσε καθημερινά με τις προσευχές και τις δεήσεις του να κατέλθει θεϊκή δύναμη στην καρδιά σου, παναοίδιμε, την οποία και έλαβες από τον Θεό» (ωδή ε΄). Ο Κύριος πράγματι ανταποκρίθηκε στις δυσκολίες του μάρτυρα, όπως κάνει πάντοτε άλλωστε, ιδίως στις στιγμές της αδυναμίας του ανθρώπου, γι’ αυτό και τελικά «τροπαιοφόρος» έγινε ο μάρτυρας.  «Μάρτυρα Γεώργιε,  Χριστός ο Θεός, Αυτός που γνωρίζει την αδυναμία της σάρκας, σε έντυσε με εξ ύψους ισχυρή δύναμη, καθώς αγωνιζόσουν με άξιο τρόπο» (ωδή ε΄).
Δεν πρέπει να αφήσουμε ασχολίαστη την παραπάνω επισήμανση, όπου ο πιστός λαός προσεύχεται ενωμένος για χάρη του μάρτυρα. Φανερώνει τη δύναμη της προσευχής της Εκκλησίας, που παραπέμπει στην πρωτοχριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων. Στα Ιεροσόλυμα δεν ήταν που η προσευχή των πιστών στον Κύριο, τότε που ήταν φυλακισμένος ο απόστολος Πέτρος, τράνταξε με σεισμό τα θεμέλια της φυλακής και απελευθερώθηκε ο απόστολος; Το ίδιο γίνεται και με τον νεομάρτυρα Γεώργιο, οπότε η Εκκλησία των Κυδωνιέων, σε τόση δύσκολη και κρίσιμη εποχή, αναδεικνύεται σε πρότυπο και όριο και για τη δική μας εποχή. Πόσα όντως προβλήματα θα επιλύονταν αν ενεργοποιούσαμε την κοινή προσευχή, η δύναμη της οποίας θεμελιώνεται στα λόγια του ίδιου του Κυρίου που λέει «όπου εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμι εν μέσω αυτών». Γι’ αυτό και ο όσιος υμνογράφος επανέρχεται σ’ αυτό το θέμα της Εκκλησίας των Κυδωνιέων και στην ωδή θ΄, για να δηλώσει: «Η πόλη των Κυδωνιέων, αφού σε είδε με τα μάτια της, μακάριε Γεώργιε, να αγωνίζεσαι με δύναμη και να νικάς, χάρηκε, και γι’ αυτό εορτάζει τη μνήμη σου κάθε χρόνο με ωδές» (ωδή θ΄).
Ο άγιος έμεινε σταθερός με τη χάρη του Κυρίου και τη συνδρομή της προσευχής των πιστών και εισήλθε ένδοξα στη Βασιλεία του Θεού. Η λαμπρή κατάστασή του στη θριαμβεύουσα πια Εκκλησία περιγράφεται αρκούντως από τον όσιο υμνογράφο. «Προστέθηκε (ο Γεώργιος) στη χορεία των μαρτύρων και μαζί τους δοξολογεί τον Θεό» (ωδή ζ΄). «Ντυμένος πορφυρά από τα δικά του αίματα, παρίσταται με λαμπρότητα ενώπιον του Χριστού» (ωδή ζ΄), ενώ κατά την είσοδό του στη Βασιλεία Εκείνου άνοιξαν οι ουρανοί. «Σήμερα ανοίγονται οι ουρανοί και εισέρχεται ένδοξα ο νεοφανής αθλητής Γεώργιος και παρίσταται ενώπιον του Χριστού που ποθούσε με παρρησία» (δοξαστικό λιτής).
Είναι ευνόητο συνεπώς για τον υμνογράφο ότι «όχι μόνο η Χίος, η πατρίδα του αγίου, όχι μόνο η πόλη των Κυδωνιέων που τον έχει πολιούχο και φρουρό, αλλά και όλη η Εκκλησία των πιστών αγάλλεται, γιατί απέκτησε ένα νέο πρεσβευτή προς τον Θεό» (λιτή). Τις πρεσβείες του αγίου νεομάρτυρα Γεωργίου ζητάμε με πίστη, πέρα από τον υμνογράφο (ωδή θ΄), και όλοι οι πιστοί, για να μας λυτρώνει από κάθε είδους κινδύνων (ωδή θ΄).

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΠΑΦΛΑΓΩΝ



«Ο όσιος Στυλιανός αγιάστηκε ήδη από τη μήτρα της μητέρας του και έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Έδωσε μάλιστα ό,τι περιουσία  είχε στους πτωχούς και ακολούθησε τον μοναχικό βίο, ξεπερνώντας όλους στην επίπονη άσκηση και τη σκληραγωγία. Έπειτα πήγε στην έρημο, κι αφού βρήκε ένα σπήλαιο ως τόπο κατοικίας, δεχόταν τροφή από θείο άγγελο κι έγινε θεραπευτής ποικίλων ανιάτων παθών. Όταν κάποτε ο φθοροποιός θάνατος, προσβάλλοντας  νεογνά, έκανε άτεκνες αυτές που είχαν γεννήσει, οι μητέρες επικαλούνταν το όνομα του αγίου και φτιάχνοντας το τίμιο εικόνισμά του ξαναγίνονταν και πάλι ικανές προς τεκνοποιία. Όταν πέθανε, το σώμα του κατατέθηκε στη χώρα των Παφλαγόνων, επιτελώντας πολλές ιάσεις και θαυματουργίες».

Ο όσιος Στυλιανός είναι γνωστός ως προστάτης, κυρίως, των παιδιών: των νηπίων, των βρεφών, των νεογνών. «Εξαιρέτως νεογνών και νηπίων και βρεφών προστάτης εδείχθης θερμότατος». Ο περιορισμός όμως των χαρισμάτων του μεγάλου Στυλιανού μόνο στον κόσμο των παιδιών θα ήταν μία συρρίκνωση μη αληθινή της θαυμαστής παρουσίας του στην Εκκλησία. Και τούτο διότι η Εκκλησία μας τον προβάλλει, πέρα από προστάτη των παιδιών, και ευρύτερα ως έναν από τους στύλους της, ως ένα από τα στηρίγματά της: «στύλος άσειστος της Εκκλησίας, Στυλιανέ, ανεδείχθης, μακάριε», κατά το γνωστό απολυτίκιό του. Χρειάζεται να το εξηγήσουμε. Η Εκκλησία μας βεβαίως στηρίζεται στον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της, γι’  αυτό και ως θεοΐδρυτη «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής», όμως ο ίδιος ο Χριστός θέλησε να μαρτυρείται στον κόσμο και να στερεώνονται οι άνθρωποι και μέσω των πιστών Του. Εκείνος ήταν που είπε ότι οι μαθητές Του θα αποτελούν τους μάρτυρές Του στον κόσμο όλο, όπως και ότι το όνομά Του θα βλασφημείται ή όχι εξαιτίας τους. Από την άποψη αυτή, ο πιστός που με συνέπεια ακολουθεί τον Κύριο, σαν τον όσιο Στυλιανό – «τω Χριστώ ηκολούθησας τελείω φρονήματι» - γίνεται και αυτός ένας στύλος της Εκκλησίας, κατά το θέλημα του ίδιου του Χριστού: οι άνθρωποι μπορούν να στηρίζονται επάνω του, βλέποντας σαν σε διαφάνεια την παρουσία Εκείνου.


Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΟΦΟΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑ


 
«Η αγία Αικατερίνα ήταν από την πόλη της Αλεξάνδρειας, κόρη κάποιου άρχοντα, ονόματι Κώνστα, πάρα πολύ ωραία, αξεπέραστης μάλιστα ομορφιάς, ψηλή και λεπτή κατά το σώμα, ετών δεκαοκτώ. Αυτή λοιπόν αφού σπούδασε, στο ανώτερο δυνατό σημείο, όλη τη ελληνική και ρωμαϊκή παιδεία, δηλαδή τον Όμηρο και τον Βιργίλιο, τον μέγιστο ποιητή των Ρωμαίων, τον Ασκληπιό και τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό από τους ιατρούς, τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, τον Φιλιστίωνα και τον Ευσέβιο από τους φιλοσόφους, τον Ιαννή και τον Ιαμβρή από τους μεγάλους μάγους, τον Διόνυσο και τη Σύβιλλα, όπως και κάθε ρητορική τέχνη που είχε εφευρεθεί στον κόσμο, ακόμη όμως αφού έμαθε  και κάθε λέξη από τις διάφορες γλώσσες, εξέπληξε όχι μόνο αυτούς που την έβλεπαν, αλλά και αυτούς που άκουγαν για τη φήμη, τη σοφία και την παιδεία της. Λόγω της ομολογίας της για τον Χριστό, βασανίστηκε πολύ από τον βασιλιά Μαξέντιο, ενώ στο τέλος της έκοψαν και το κεφάλι, δεχόμενη έτσι και το στεφάνι του μαρτυρίου από τον αθλοθέτη Χριστό, τον αληθινό Θεό μας».
Μας δίνει την ευκαιρία η πάνσοφος αυτή νύμφη του Κυρίου, εν σχέσει και με τη σοφία των ρητόρων που αντιμετώπισε, να σημειώσουμε αυτό που επισημαίνει και ο υμνογράφος και που έχει αξία διαχρονική: η κοσμική σοφία των ρητόρων, επειδή ακριβώς δεν διαπνεόταν από τη χάρη του Θεού και στηριζόταν μόνον στις πλοκές των ανθρωπίνων ματαίων συλλογισμών, τελικώς ήταν «ανάπλεως απαιδευσίας», εντελώς γεμάτη από απαιδευσία. «Χαίροις, (Αικατερίνα), η των φληνάφων ρητόρων την θρασυστομίαν ελέγξασα, ως απαιδευσίας ανάπλεως». (Να χαίρεσαι, Αικατερίνα, σύ που έλεγξες το θρασύ στόμα των ρητόρων σαν κάτι που ήταν γεμάτο από έλλειψη παιδείας). Αληθινά: μία παιδεία χωρίς Χριστό, δηλαδή χωρίς χάρη Θεού, τι μπορεί να είναι; Κατά τη ρήση του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου: ένας έξυπνος δαιμονισμός. Πόσο πρέπει να προβληματιστούμε όλοι πάνω σ’  αυτήν την παρατήρηση του αγίου υμνογράφου! Ιδίως σήμερα, που χωρίς αιδώ και σκέψη πολλοί «υπεύθυνοι με θέση και εξουσία» αποδύονται σε αγώνα εξοβελισμού από την ελληνική εκπαίδευση κάθε χρώματος χριστιανικού.
Ο άγιος υμνογράφος μας καθοδηγεί και σε άλλες διαστάσεις της πολυτάλαντης προσωπικότητάς της. Σημειώνει μεταξύ άλλων στο εξαποστειλάριο της ακολουθίας: «Ενεύρωσας το φρόνημα γυναικών, ω παρθένε, Αικατερίνα πάντιμε, αθλοφόρων η δόξα». (Ισχυροποίησες το φρόνημα των γυναικών, παρθένε και πάντιμε Αικατερίνα, συ που είσαι η δοξα των αθλοφόρων μαρτύρων). Η αίσθηση του υμνογράφου, αίσθηση της όλης Εκκλησίας, ότι η αγία Αικατερίνα με ό,τι έζησε και έκανε έδωσε νεύρο στο φρόνημα των γυναικών, τις έκανε πιο ισχυρές, είναι κάτι σημαντικό. Σε εποχή που τονίζονται τα δικαιώματα των γυναικών, που ο λεγόμενος φεμινισμός, ως κίνημα για να αποκτήσουν οι γυναίκες εκείνα που δικαιούνται μέσα σε μία ανδροκρατούμενη κοινωνία,  έρχεται συχνά πυκνά στην επικαιρότητα, η διαπίστωση ότι οι γυναίκες μάρτυρες, σαν την αγία Αικατερίνα, είναι αυτές που ουσιαστικά και δραστικά δυναμώνουν το φρόνημά τους, πρέπει να εξαγγέλλεται. Νομίζουμε ότι εδώ βρισκόμαστε σε ό,τι ανώτερο έχει δοθεί ως ώθηση  για τον φεμινισμό. Διότι αυτός δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στο παράδειγμα. Και δυναμικότερο παράδειγμα από μία γυναίκα που έδωσε και τη ζωή της για την πίστη στον Θεό και στον άνθρωπο δεν υπάρχει.

 

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΚΛΗΜΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΩΜΗΣ


"Ο μακάριος και σοφότατος Κλήμης ήταν Ρωμαίος, καταγόμενος από βασιλική γενιά, υιός του Φαύστου και της Ματθιδίας, και απέκτησε όλη την παιδεία της ελληνικής γνώσεως. Όταν σώθηκε κάποτε με παράδοξο τρόπο από ναυάγιο και έτυχε να συναντήσει τον κορυφαίο των Αποστόλων Πέτρο, κατηχήθηκε από αυτόν στην αληθινή πίστη του Χριστού. Έγινε  κήρυκας του Ευαγγελίου και συνέγραψε τις διατάξεις των Αποστόλων, οπότε και καταστάθηκε επίσκοπος Ρώμης. Συνελήφθη όμως από τον Δομιτιανό και βασανίστηκε. Και επειδή δεν πειθόταν στα προστάγματά του, εξορίστηκε σε έρημη πόλη, κοντά στη Χερσώνα. Από εκεί πάλι, αφού του έδεσαν στον αυχένα σιδερένια άγκυρα, τον έριξαν στον βυθό της θάλασσας και έτσι τελειώθηκε.
Ο των θαυμασίων πραγμάτων όμως Θεός, δοξάζοντας και μετά θάνατον τον δικό Του δούλο, κάνει ένα μεγάλο και τεράστιο υπερφυσικό θαύμα. Από τότε δηλαδή που τον έριξαν στη θάλασσα, το νερό της θάλασσας υποχωρούσε τρία μίλια κάθε φορά στη μνήμη του αγίου και γινόταν ξηρά, που υποδεχόταν επί επτά ημέρες  αυτούς που πήγαιναν εκεί, στο συγκεκριμένο σημείο της ρίψεώς του. Το θαύμα αυτό δημιουργούσε ευφροσύνη σ’ αυτούς που έλπιζαν στον Κύριο. Κάποτε λοιπόν που υποχώρησε πάλι η θάλασσα και εισήλθε στην αποκαλυφθείσα ξηρά ο λαός, έτυχε να εγκαταλειφθεί στον τόπο εκείνο ένα μικρό παιδάκι, καθώς το ξέχασαν οι γονείς του. Μόλις το αντελήφθησαν, τα νερά της θάλασσας είχαν επανέλθει στη θέση τους, οπότε εκείνοι κίνησαν θρήνους και οδυρμούς σε όλη την πόλη. Την επόμενη χρονιά που το κύμα και πάλι υποχώρησε, πήγαν οι γονείς και βρήκαν το παιδί τους υγιές, να παρακάθεται στη λάρνακα του αγίου. Στις ερωτήσεις τους τι και πώς συνέβη, έμαθαν από το παιδί τους ότι τρεφόταν από τον ευρισκόμενο εκεί άγιο, που το προφύλασσε και από τη βλάβη των ψαριών. Γεμάτοι χαρά πήραν το παιδί τους, ευχαρίστησαν με τον δέοντα τρόπο τον άγιο και αναχώρησαν για το σπίτι τους, δοξάζοντας τον Θεό για το θαύμα Του αυτό".
Δεν είναι η γνωριμία του αγίου Κλήμεντα με τον απόστολο Πέτρο το μόνο στοιχείο, κατά τον υμνογράφο άγιο Ιωσήφ, για τη σπουδαία θέση που κατέχει στο εκκλησιαστικό στερέωμα. Κάτι τέτοιο θα μας έβγαζε εκτός της χριστιανικής παραδόσεως. Αν κάποιος θεωρείται γνωστός των αποστόλων και γι’ αυτό σημαντικός, είναι διότι και εκείνος αγωνίστηκε να πολιτευτεί κατά την πίστη και τη ζωή των αποστόλων. Κι αυτό διαπιστώνει και ο άγιος Ιωσήφ: ο Κλήμης καταστάθηκε επίσκοπος Ρώμης, διότι η ζωή του τον έφτασε εκεί. Καθοδηγήθηκε από το άγιο Πνεύμα, εισήλθε στη ζωή του Πνεύματος και έτσι κατανόησε και τον ίδιο τον Κύριο, τον Οποίο κήρυσσε λόγω και έργω διαπαντός, και χάριν του Οποίου έδωσε και την ίδια του τη ζωή. «Έσκυψες μέσα στα βάθη του αγίου Πνεύματος με το πνεύμα σου, όσιε, κατά όσιο τρόπο, και κατανόησες έτσι, όσο μπόρεσες, τον ακατάληπτο στη νόησή Του Κύριο, Μακαριώτατε». Κι εκείνο που επιβεβαίωσε ότι όντως με όσιο τρόπο μυήθηκε στα του Πνεύματος του Θεού, είναι και το μαρτύριό του: να δώσει και τη ζωή του  για την πίστη του Κυρίου. Σαν κλήμα, κυριολεκτικά, (ως Κλήμης στο όνομα), στο αμπέλι του Χριστού, που έχει σταφύλια της γνώσης του Θεού, τα οποία, αφού πατήθηκαν στο ληνάρι του μαρτυρίου, έβγαλαν  καλό κρασί που ευφραίνει τις καρδιές των πιστών. «Το κατάκαρπο αμπέλι, δηλαδή ο Ιησούς, μακάριε Κλήμη,  σε βλαστάνει σαν κλήμα, φέρνοντας σταφύλια της γνώσης του Θεού. Αυτά τα σταφύλια, πατημένα στο πατητήρι του μαρτυρίου σου, ανέβλυσαν οίνο, που ευφραίνει τις καρδιές όλων των πιστών».

 

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΚΟΝΙΟΥ


Ο τονισμός του αγίου Αμφιλοχίου ως «ιερωτάτου οργάνου της θεολογίας» από τον εκκλησιαστικό ποιητή δεν είναι αυθαίρετος. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, όπως παρατηρούν διαπρεπείς Πατρολόγοι,  η ίδια η Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδος (381 μ.Χ.) αναγνώρισε το κύρος του και τον ευρύτερο ρόλο του στην Εκκλησία, ενώ από την άλλη με τη θεολογία που άσκησε, βρισκόμαστε μέσα στο κλίμα και την ατμόσφαιρα της θεολογίας των μεγάλων Καππαδοκών Πατέρων, δηλαδή του Μεγάλου Βασιλείου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του αγίου Γρηγορίου Νύσσης. Είναι εξόχως σημαντικό και συγκινητικό να μαθαίνει κανείς ότι ο άγιος Αμφιλόχιος ήταν πνευματικό τέκνο του Μ. Βασιλείου, πρώτος εξάδελφος του Γρηγορίου του Θεολόγου, φίλος του Γρηγορίου Νύσσης. Και ναι  μεν δεν ήταν ο ίδιος παφλασμός θεολογίας, σαν τους τρεις αυτούς μεγίστους Πατέρες, έδρασε όμως ως απαλός φλοίσβος, ως ήρεμη δύναμη, η οποία ερχόταν να εδραιώνει, εκεί που βρέθηκε ως ποιμένας, την ορθόδοξη πίστη και ζωή. Θα έλεγε κανείς ότι λόγω ακριβώς της καλής του προαίρεσης, του έδωσε ο Θεός τη χάρη της πλήρους αφομοίωσης της ορθόδοξης θεολογίας, και μάλιστα της χαρισματικής μεταποίησης αυτής σε ποιητικούς στίχους. Για παράδειγμα, ο άγιος Αμφιλόχιος έγραψε ένα εκτενές συμβουλευτικό ποίημα, το «Ίαμβοι  προς Σέλευκον», που απηύθυνε στον νεαρό Σέλευκο προς κατήχηση και καθοδήγησή του, μέσα στο οποίο ενσωμάτωσε πολλά στοιχεία από το έργο του πνευματικού του πατέρα Μ. Βασιλείου «Προς τους νέους πώς μπορούν να ωφεληθούν από τα ελληνικά-ειδωλολατρικά γράμματα».

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Με τον μακαριστό Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη


Ο νέος ιερέας διάβηκε την κεντρική θύρα του μοναστηριού και προχώρησε προς το εσωτερικό της αυλής. Συνόδευε έναν σεβαστό καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος διατηρούσε ιδιαίτερες σχέσεις με τον άγιο Γέροντα της Μονής. Σεβόταν εξαιρετικά  ο καθηγητής τον Γέροντα κι εκείνος με τη σειρά του ανταπέδιδε τον δικό του σεβασμό, λέγοντας πάντοτε ότι αισθάνεται ανάξιος να έρχονται να τον χαιρετούν, να τον προσκυνούν άνθρωποι ξεχωριστής μόρφωσης, με μεγάλες θέσεις στην κοινωνία, ενώ ο ίδιος είναι ένα «μουρλόπραμα». Ο άγιος Γέροντας της μονής του οσίου Δαβίδ Ευβοίας, ο πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης! Αυτός που και Πατριάρχες και Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι και ένα σωρό άλλοι κληρικοί, μαζί με τον απλό κόσμο, έπιναν νερό στο όνομά του. Κι όσο τον προσήγγιζαν και τον τιμούσαν, τόσο και αυτός ήθελε να φεύγει, να μην αυξάνει τις αμαρτίες του, να μη σωρεύει οργή κατά την ημέρα της κρίσεως. Γιατί, αν τώρα με τιμούν – τόνιζε - ο Χριστός μας θα μου πει την ημέρα της κρίσεως:  «εσύ απέλαβες τον μισθόν σου».

Ο νέος κληρικός αισθανόταν κατανυγμένος. Είχε προετοιμαστεί για το προσκύνημα στον αγιασμένο τόπο -  είχε προηγηθεί μάλιστα και το άλλο μεγάλο προσκύνημα, στον όσιο Ιωάννη τον Ρώσο, στο Προκόπι Ευβοίας. Και τώρα βρισκόταν εκεί που άγιασε η μεγάλη μορφή του αγίου Δαβίδ του Γέροντος, εκεί που αγιάζει ο σπουδαίος Γέροντας π. Ιάκωβος, εκεί που προκαλούνται σε μετάνοια και αγιασμό χιλιάδες άνθρωποι προσκυνητές από όλα τα πέρατα της οικουμένης. Γιατί ο Γέροντας εδώ και χρόνια, χωρίς να το επιδιώκει καθόλου, είχε γίνει γνωστός στον πολύ κόσμο. Τον έκαναν γνωστό η αγιότητά του και τα θαυμαστά έργα που επιτελούσε δι᾽ αυτού ο Κύριος και ο όσιος Δαβίδ. Όσοι τον είχαν γνωρίσει είχαν και κάτι να διηγηθούν για τη λύση ενός προβλήματός τους, για την υπέρβαση ενός αδιεξόδου στο οποίο είχαν βρεθεί, για το στήριγμά τους στην πίστη και μόνο από τη θέα του ταπεινού προσώπου του.
Θυμόταν ο προσκυνητής παπάς την εντύπωση των νέων παιδιών, που είχαν επισκεφτεί το Μοναστήρι από μια κοντινή Κατασκήνωση που βρίσκονταν: μόλις εμφανίστηκε ο π. Ιάκωβος τα παιδιά σαν να μαγνητίστηκαν. Στράφηκαν όλα προς αυτόν και άρχισαν να φωνάζουν σε κατάσταση σχεδόν έκστασης:  «ο άγιος, ο άγιος!» Κι εκείνος, ενώ πήγε να κρυφτεί στην αρχή, δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει την αγάπη του προς τα παιδιά. Τα πλησίασε, τα ευλόγησε, «χάθηκε» ανάμεσά τους… Ένα παιδί κι αυτός ανάμεσα στα άλλα… Συνέβη εκείνο που συνέβαινε με τον όσιο Σεραφείμ τον Σάρωφ:  απέφευγε τους ανθρώπους, για να μην τον τιμούν. Αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στην παρουσία των παιδιών. Και το ξέρανε οι μεγάλοι και έπαιρναν παιδιά μαζί τους, τα οποία έβαζαν να τον φωνάζουν, «παγιδεύοντάς» τον με τον τρόπο αυτό…
Ο Γέροντας, ειδοποιημένος από τους καλογέρους του ότι είχε έλθει ο καθηγητής της Θεολογίας, ο σεβαστός του καθηγητής, εμφανίστηκε στην αυλή, μπροστά από το Κυριακό της Μονής. Και μόλις εμφανίστηκε τι έκανε και συγκλόνισε τον κληρικό;  Πριν προλάβει ο κληρικός να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση, μάλλον την ώρα που ήταν έτοιμος να σκύψει και να φιλήσει το αγιασμένο χέρι, ο Γέροντας με ταχύτητα νεανική έσκυψε πρώτος και προσκύνησε τον παπά. Του άρπαξε το χέρι και το ᾽φερε στα άγια χείλη του. Και για να δικαιολογηθεί, μάλλον για να μην αισθανθεί άβολα ο κληρικός, του είπε:  «Παπάς δεν είστε;»
Θα μπορούσε ο τριανταπεντάρης ιερέας, ο οποίος αριθμούσε στην ιερωσύνη περίπου τρία χρόνια, να τραβήξει το χέρι του από σεβασμό στον Γέροντα. Να μην αφήσει τον ηγούμενο, τον φημισμένο, τον άγιο, να ασπαστεί το δικό του. Μα δεν το έκανε. Με επίγνωση. Γιατί αστραπιαία του ήλθε στο μυαλό ένα παρόμοιο περιστατικό από το Γεροντικό με τον άγιο Πατέρα και Οικουμενικό Δάσκαλο της Εκκλησίας Μέγα Βασίλειο. Βρέθηκε, λέει η ιστορία, σε ένα Μοναστήρι από αυτά που ήταν στη δικαιοδοσία του, της αρχιεπισκοπής της Καισαρείας. Και ζήτησε από τον ηγούμενο να του στείλει, προκειμένου να τον διακονήσει όσο θα έμενε εκεί, έναν καλόγερο με ταπεινό φρόνημα.  Θέλησε να τον δοκιμάσει ο μέγας άγιος. Και τι έκανε;  Αφού τον έβαλε να του χύσει νερό από την κανάτα για να πλυθεί, με πολύ φυσικό τρόπο την πήρε έπειτα ο ίδιος και είπε στον καλόγερο να του ρίξει κι αυτός νερό για να πλυθεί. Κι ο καλόγερος, χωρίς ψευτοταπεινώσεις και ταπεινολογίες, με σιωπή, άπλωσε τα χέρια του και δέχθηκε τη διακονία απέναντί του του αρχιεπισκόπου Καισαρείας, του φωστήρα της Οικουμένης, Μεγάλου Βασιλείου. Τόσο εντυπωσιάστηκε ο άγιος, ώστε την επομένη είπε στον ηγούμενο ότι θα τον χειροτονήσει διάκονό του και θα τον πάρει μαζί του.
Η εικόνα αυτή που ήλθε στο μυαλό του ιερέα συνοδεύτηκε και με έναν λογισμό:  ο Γέροντας είναι ένας άγιος άνθρωπος. Έκρινε ότι έτσι έπρεπε να φερθεί απέναντί μου:  να μου φιλήσει πρώτος το χέρι. Προφανώς το έκανε σε όλους τους κληρικούς, ανεξαρτήτως βαθμού και ηλικίας. Λοιπόν, γιατί να μην υπακούσω στην κρίση του και στην ταπείνωση της πράξης του; Το χέρι του λοιπόν δεν το… τράβηξε. Τα άγια χείλη του π. Ιακώβου ακούμπησαν με ευλάβεια σ᾽ αυτό, κι ένιωσε ο ιερέας σαν να το ασπάστηκαν χιλιάδες άγγελοι του ουρανού.
Με περισσή κατάνυξη, αλλά… δεύτερος, φίλησε κι αυτός με άπειρο σεβασμό το τίμιο μέλος του Χριστού, κι άκουσε την ουράνια φωνή του Γέροντα να τον προσφωνεί με το όνομά του και να του λέει γεμάτος χαρά:  «Ελάτε ένα Σάββατο να μας λειτουργήσετε, σας παρακαλώ». Τον έπιασε ο Γέροντας έπειτα απαλά από το μπράτσο. «Πάτερ», είπε, «πόσοι άλλοι ιερείς είναι στον ναό που υπηρετείτε;» «Πέντε, Γέροντα», απάντησε ο παπάς με συστολή. «Υπομονή, παιδί μου, υπομονή».
Δεν του είπε κάτι άλλο. Οδήγησε τον καθηγητή, τον ιερέα και μια μικρή συνοδεία που είχανε μέσα στο Κυριακό να προσκυνήσουν. Έφεραν  και την αγία κάρα του οσίου Δαβίδ. Προσκύνησαν με συναίσθηση όλοι τους, ενώ ο Γέρων ηγούμενος εξηγούσε το πόσο θαυματουργός είναι ο άγιος και πόσο κοντά τους βρίσκεται. Κι όχι μόνο στους μοναχούς του μοναστηριού, αλλά και σε καθένα που εν πίστει θα τον επικαλεστεί.
Σε λίγη ώρα παρακάθισαν για γεύμα στην Τράπεζα. Ο Γέροντας, ο παπάς, ο καθηγητής, ένας νεαρός θεολόγος από τη συνοδεία του καθηγητή, κάποιοι άλλοι ακόμη προσκυνητές. Ο Γέροντας έκανε τάχα πως έτρωγε. Στην πραγματικότητα «ανακάτευε» το φαγητό, βάζοντας ελάχιστες μπουκιές στο στόμα του. Και μιλούσε, κι εξηγούσε κι αποκάλυπτε τα θαυμάσια του Θεού και του οσίου της Μονής. Με τον δικό του μοναδικό και σεμνό τρόπο. Σε καταιγιστικό ρυθμό. Και με τη βροντώδη φωνή του, που έκανε να σείεται και η πιο κρυμμένη χορδή της καρδιάς του όποιου μακάριου ακροατή του…
Και τι δεν έλεγε;  Αλλά με επίκεντρο πάντοτε την αγάπη του Θεού και των αγίων Του. Στην αγάπη αυτή εστίαζε ο μακαριστός Γέρων, η οποία τον έκανε να δακρυρροεί και να προσπαθεί απεγνωσμένα να κρύψει τα δάκρυά του… Κι εκεί που έλεγε και τα χείλη του έσταζαν το μέλι της ορθόδοξης πίστης, διέκοπτε, για να στραφεί, όχι μια, αλλά δυο και τρεις φορές,  στον νεαρό θεολόγο της συντροφιάς. «Ποιος είναι ο νεαρός;» ρωτούσε τον καθηγητή, κι ένιωθες τη ματιά του να αστράφτει  από χαρά όταν άκουγε την απάντηση:  «Είναι γνωστός μου, συγγενής μου, καθηγητής θεολόγος».  «Πολύ καθαρή καρδιά», σαν να μονολογούσε ο Γέροντας. Για να συνεχίσει τις ουράνιες διηγήσεις του, και να επανέλθει και πάλι στον θεολόγο. Στο τέλος είπε:  «Δεν ξέρω πώς τον βλέπετε εσείς, εγώ τον βλέπω διαφορετικά!» Μυστήριο ο λόγος που εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε κανείς να αποκρυπτογραφήσει. Μόνο μετά από κάποια χρόνια το κατάλαβαν οι μέτοχοι τότε της πνευματικής αλλά και υλικής εκείνης πανδαισίας. Ο νεαρός θεολόγος εισήλθε στον κλήρο. Έγινε ιερέας, κι αυτό ήταν εκείνο που «έβλεπε» διορατικά ο αγιασμένος Γέρων:  «εγώ τον βλέπω διαφορετικά…!»

Μετά το γεύμα ο ιερέας έκανε ένα γύρο την αυλή του μοναστηριού. Ρουφούσε την όλη ατμόσφαιρα. Τα μάτια του αναπαύονταν εκεί που και οι πέτρες ανέβλυζαν το μύρο του ουρανού. Στ᾽ αυτιά του ηχούσαν ακόμη τα λόγια του Γέροντα. Θαρρούσε πως από κάποια γωνιά θα ξεπροβάλλει και ο όσιος Δαβίδ.
«Πάτερ, πάτερ», μια φωνή τον επανέφερε στην πραγματικότητα! «Πάτερ, εδώ». Πλησίασε. Ένας μεσήλικας με πυτζάμες και με πατερίτσες ήταν στο κιόσκι της αυλής  και τον φώναζε.
«Χαίρετε», είπε ο παπάς και χαμογέλασε στον άνθρωπο. Είδε ότι δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του. «Μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι;» είπε λίγο αναστατωμένος, βλέποντας τον δακρυσμένο άνθρωπο. «Σας συμβαίνει τίποτε;»  
«Πάτερ, ο Θεός μού έκανε μέσα από τον άγιο Γέροντα και τον όσιο Δαβίδ ένα μεγάλο θαύμα. Τα δάκρυά μου είναι δάκρυα χαράς και αγαλλίασης».
Ο ιερέας πλησίασε περισσότερο. «Τι έγινε;» ρώτησε κι η προσοχή του εντάθηκε για να ακούσει το θαύμα.
 «Βλέπετε, πάτερ, το πόδι μου; Είναι κομμένο, γι᾽ αυτό και είμαι με τις πατερίτσες. Ένα ατύχημα δυστυχώς στη δουλειά μου, με έφερε σ᾽ αυτήν την κατάσταση. Το πρόβλημα όμως δεν είναι τόσο αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι η πληγή δεν έκλεινε. Παρ᾽ όλα τα φάρμακα που έπαιρνα και τις ιατρικές φροντίδες, παρέμενε ανοικτή. Ο γιατρός στο νοσοκομείο που πήγαινα μου είπε ότι δεν θα αποφύγω την εγχείρηση, αλλά και πάλι με αμφίβολα αποτελέσματα. Απογοητεύτηκα. Όχι μόνο δεν είχα ολόκληρο το πόδι μου, αλλά επιπλέον είχα και την πυορροούσα πληγή. Μου είπαν για τον όσιο Δαβίδ και τον άγιο Γέροντα Ιάκωβο. Τους  θεώρησα ως την τελευταία ελπίδα μου. Ήλθα στον Γέροντα, του είπα το πρόβλημα, μου έδωσε θάρρος, με σταύρωσε με την κάρα του οσίου Δαβίδ. Πήγα την προγραμματισμένη ημέρα για την εγχείρηση. Καθώς με ετοιμάσανε κι ήλθε ο γιατρός για να επιχειρήσει το κλείσιμο της πληγής, τον είδα να ασπρίζει. Ταραγμένος με ρώτησε, πού πήγα και έκανα την επέμβαση, και γιατί τότε ήλθα και σ᾽ αυτόν. «Μα τι λέτε, γιατρέ;» του απάντησα. «Τώρα ήλθα στο νοσοκομείο, χωρίς να έχω πάει πουθενά αλλού».
 »Πάτερ, τα λόγια του τα θυμάμαι ακριβώς όπως μου τα είπε: «Εδώ  έχει γίνει εγχείρηση, και μάλιστα με τέλειο τρόπο. Ούτε ο Κούλεϊ στην Αμερική δεν θα έκανε τόσο τέλεια τομή! Το πόδι είναι… εγχειρισμένο. Δεν χρειάζεται απολύτως τίποτε άλλο».
…Εγώ έπεσα από τα σύννεφα. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Ή μάλλον άρχισα κάτι να υποψιάζομαι. «Γιατρέ», του είπα επιφυλακτικά. «Πριν έλθω εδώ, είχα πάει σ᾽ ένα μοναστήρι και μου σταύρωσε το πόδι ένας άγιος Γέροντας, εκεί στην Εύβοια. Στο μοναστήρι του οσίου Δαβίδ». Ο γιατρός άκουγε εκστατικός. «Επιστημονικά δεν μπορώ να  εξηγήσω αυτό που βλέπω», μουρμούρισε. «Την πληγή την θυμάμαι, έχουμε άλλωστε και τα ιατρικά αποδεικτικά, και λογικά δεν μπορεί να συμβεί ό,τι συνέβη».
«Προφανώς, πάτερ», κατέληξε ο μεσήλικας με τις πατερίτσες και το κομμένο πόδι, «ο γιατρός κάτι θα πίστευε σε Θεό, γιατί με τον συγκλονισμό ακόμη στα μάτια του, πρόσθεσε: - Το μόνο που πρέπει λοιπόν να κάνεις είναι να πας στο μοναστήρι αυτό και πάλι, και να ανάψεις ένα κερί σαν το μπόι σου. Γιατί μάλλον βρισκόμαστε μπροστά σ᾽ ένα θαύμα». Κι έτσι, πάτερ, βρέθηκα εδώ. Πήρα ταξί μαζί με τη γυναίκα μου κι ήρθαμε να ευχαριστήσουμε από την καρδιά μας τον όσιο και τον άγιο Γέροντα».
Ο ιερέας δεν μιλούσε. «Ο Θεός σάς ευλόγησε πράγματι», βρήκε μόνο να πει, «μέσα από τον όσιό του Δαβίδ, αλλά και μέσα όντως από τον άγιο ηγούμενο. Γιατί για να ενεργήσει μ᾽ έναν τέτοιο άμεσο τρόπο ο όσιος, έπρεπε κάποιος με μεγάλη παρρησία προς αυτόν και τον Θεό να τον παρακινήσει. Κι αυτός είναι ο καλός υπηρέτης του, ο π. Ιάκωβος. Ευλογημένο το όνομα του Κυρίου».
Ο ιερέας χαιρέτισε και απομακρύνθηκε. Ο Γέρων Ιάκωβος ήταν και πάλι έξω με τον καθηγητή και τη λοιπή συνοδεία του. Συζητούσαν και τα πρόσωπα όλων έλαμπαν. Ο ιερέας πλησίασε. Ο άγιος Γέροντας τον είδε να πλησιάζει και να κρατάει μάλιστα στα χέρια του μία φωτογραφική μηχανή. «Γέροντα», είπε με μεγάλη συστολή ο ιερέας, «μπορούμε να βγάλουμε κάποια φωτογραφία εδώ μαζί σας;» Δέχτηκε. Οι φωτογραφίες βγήκαν. Μαζί με τους άλλους, μαζί και με τον ίδιο τον ιερέα. Αλλά, η αγάπη του π. Ιακώβου ήταν ανεξάντλητη. Βλέποντας ότι η φωτογράφιση μαζί του προκαλεί χαρά σε όλους, πήρε τον ιερέα από το χέρι και τον προέτρεψε να βγάλει κι άλλες φωτογραφίες:  στο ένα σημείο της αυλής, στο άλλο πιο κάτω, ακόμη πιο πέρα… «Γέροντα, φτάνει, δεν πειράζει. Βγάλαμε πια αρκετές. Σας ευχαριστούμε πολύ», είπε και πάλι ο κληρικός, ξέροντας ότι ο άγιος ηγούμενος κινείται στον θυσιαστικό ρυθμό αγάπης του Κυρίου Ιησού.
Βάλανε όλοι μετάνοια, ασπάστηκαν τη δεξιά του Γέροντα, δέχτηκαν τους ασπασμούς του καθώς τους ξεπροβόδιζε, έφυγαν.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο και γύρισαν «πετώντας». Η αίσθηση της συνάντησης και της επικοινωνίας μ᾽ έναν σύγχρονο άγιο τούς συνείχε και τους έκανε να μη θέλουν να πούνε πολλά κατά την επιστροφή. Η εικόνα του αγίου Γέροντα γέμιζε τον νου και την καρδιά τους. Το προσκύνημα χαράχθηκε βαθιά μέσα τους.
Ένα μόνο δεν μπόρεσαν τότε να δουν και να καταλάβουν:  ότι ο άγιος ηγούμενος θα κρατούσε κι αυτός τη συγκεκριμένη συντροφιά στη μνήμη και την καρδιά του. Και δεν θα έπαυε να τους μνημονεύει και να τους «παρακολουθεί» με τους νοερούς οφθαλμούς του, ερχόμενος αρωγός τους κάθε φορά που θα είχαν κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα να αντιμετωπίσουν στη ζωή τους…