Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ Ο ΔΙΚΑΙΟΣ (31 ΙΟΥΛΙΟΥ)


 

"Αυτός ο μακάριος έζησε επί της βασιλείας του Θεοφίλου του μισόχριστου, τον ένατο μ.Χ. αι.Οι γονείς του ήταν πατρίκιοι, καταγόταν δηλαδή ο άγιος από αρχοντική οικογένεια, κι ήταν γνωστοί ορθόδοξοι, Βασίλειος και Ευδοκία στο όνομα και Καππαδόκες στο γένος. Γι’ αυτό και ο Ευδόκιμος ανατράφηκε με πολύ ενάρετο τρόπο, παίρνοντας το τιμητικό αξίωμα του κανδιδάτου από τον Θεόφιλο, γενόμενος στρατοπεδάρχης πρώτα της γης των Καππαδοκών, κι έπειτα ολόκληρης της γης των Ρωμαίων. Ήταν εξαιρετικά δίκαιος, διαφυλάττοντας την ισότητα απέναντι σε όλους και κάνοντας πολλές ελεημοσύνες καθημερινά. Ζούσε έντονα την εκκλησιαστική ζωή, φροντίζοντας τις χήρες και τα ορφανά και ενεργοποιώντας κάθε είδος αρετής. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο μακάριος πολιτεύτηκε κατά Θεόν, μέχρις ότου αρρώστησε βαριά και παρέθεσε έτσι το πνεύμα του σ’ Εκείνον. Μετά την τελευτή του, κατόπιν εντολής που είχε δώσει όσο ζούσε, έθαψαν το τίμιο σώμα του με τα ενδύματα και τα υποδήματά του, το οποίο σώμα του δοξάσθηκε από τον Θεό με θαύματα πολλά, τα οποία τώρα αδυνατούμε να τα διηγηθούμε λεπτομερώς. Η μετακομιδή του λειψάνου του προς το Βυζάντιο έγινε στις 6 Ιουνίου, η δε αγία κοίμησή του, στις 31 Ιουλίου».


      
     Το τέλος του μηνός Ιουλίου καταυγάζεται από τη φωτεινή μνήμη, όπως λάμπει ο ήλιος που ανατέλλει, του αγίου και δικαίου Ευδοκίμου. «Ως όρθρος, ως ήλιος ανέτειλε η μνήμη σου», διατρανώνει ο υμνογράφος της εορτής του. Ο ίδιος διαρκώς τονίζει το πόσο ο άγιος ευδοκίμησε πνευματικά στη ζωή του, τόσο που τον θεωρεί ως τύπο του ορθοδόξου πιστού. Στο πρόσωπο και τη ζωή δηλαδή του αγίου Ευδοκίμου κατανοούμε το τι σημαίνει να είναι κανείς αληθινά ορθόδοξος, κάτι που μας δίνει το δικαίωμα να κρίνουμε με ορθά κριτήρια τις διάφορες «εκδόσεις» ορθοδοξίας που προβάλλονται σήμερα, με την απαίτηση μάλιστα από ορισμένες να θεωρούνται και οι μοναδικά αυθεντικές. Τι τονίζει λοιπόν εν προκειμένω ο υμνογράφος; «Τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα, ορθόδοξον φρόνημα συ εκ νεότητος έσχηκας, βίον ακηλίδωτον και ευσυμπάθητον γνώμην, αξιάγαστε». Δηλαδή: Φύλαξες τα δόγματα (την πίστη) των Πατέρων καθαρά και ανόθευτα, αξιοθαύμαστε Ευδόκιμε, γι’ αυτό και απέκτησες από τη νεότητά σου ορθόδοξο φρόνημα, βίο αγνό και ακηλίδωτο και διάθεση γεμάτη αγάπη στους συνανθρώπους σου.


      
     Ο άγιος Ευδόκιμος λοιπόν από τη νεότητά του είχε ορθόδοξο φρόνημα. Σπεύδει αμέσως όμως ο ποιητής να μας πει ότι η ορθοδοξία του δεν ήταν ένα είδος ιδεολογίας: μία αποδοχή προτάσεων πίστεως, έστω και αληθινών, αλλά εμψυχωνόταν από την ίδια τη ζωή του, την οποία ζούσε καθημερινώς με αγνότητα και αγάπη. Με άλλα λόγια, η ορθοδοξία του αγίου ναι μεν είχε όλα τα στοιχεία της ορθής στον Χριστό πίστεως – ό,τι τελικώς ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως – αλλά την πίστη αυτή τη ζούσε στο εκάστοτε παρόν με έλεγχο των επιθυμιών του, ώστε η εγκράτεια και η σωφροσύνη να τον καθοδηγούν, και με πλήρωση της καρδιάς του από αγάπη. Διότι μία πίστη που δεν ζωντανεύει με την αγάπη, μέσα στα πλαίσια της εγκρατείας, σταματάει να είναι χριστιανική και μπορεί μάλιστα να θεωρείται και δαιμονική: Διότι «και τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίττουσι».

      
     Ο υμνογράφος όμως με τον λιτό κι επιγραμματικό του τρόπο, μας λέει το πώς ο άνθρωπος, όπως το βλέπουμε στον άγιο Ευδόκιμο, μπορεί να λειτουργεί έτσι ορθόδοξα: «τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα». Μόνον εκείνος που βρίσκεται στον ίδιο δρόμο με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, δηλαδή κρατάει καθαρή τη δική τους παράδοση, συνεπώς και τη δική τους αγιασμένη ζωή, μπορεί τελικώς να είναι ορθόδοξος. Εκείνος που θα πιστέψει ότι είναι ορθόδοξος, διαγράφοντας την Πατερική παράδοση και στήνοντας μία δική του κατανόηση της χριστιανικής πίστεως, πλανάται πλάνην οικτράν. Και τούτο γιατί η ακολουθία των Πατέρων συνιστά ακολουθία του ίδιου του Χριστού, δεδομένου ότι αυτοί έζησαν με τον πιο δυνατό και αυθεντικό τρόπο, και μάλιστα τις περισσότερες φορές δίνοντας και την ίδια τη ζωή τους, τη ζωή Εκείνου. Γι’ αυτό και τονίζεται ποικιλοτρόπως ότι η Εκκλησία μας είναι μεταξύ των άλλων Πατερική, άρα και ορθά αποστολική. Ο άγιος Ευδόκιμος λοιπόν αναδείχθηκε άγιος και δίκαιος, γιατί έζησε σωστά ως ορθόδοξος: πατερικά και εκκλησιαστικά. Κι αυτό μας προτρέπει να κάνουμε κι εμείς, αν επιθυμούμε τον αγιασμό μας.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΕΚ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ ΣΙΛΑΣ, ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ, ΚΡΗΣΚΗΣ, ΕΠΑΙΝΕΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ (30 ΙΟΥΛΙΟΥ)





«Οι άγιοι αυτοί απόστολοι, από τον ευρύτερο κύκλο των μαθητών του Κυρίου, τους εβδομήντα, κήρυξαν στη Καρχηδόνα, την Ιταλία και σε όλο τον κόσμο, με πολλή δύναμη και παρρησία, τον λόγο της πίστεως του Χριστού, κι αφού δίδαξαν πολλούς από τους ειδωλολάτρες και τους βάπτισαν, εν ειρήνη παρέδωσαν τα πνεύματά τους στον Θεό».


       Ο Κύριος είναι γνωστό ότι δεν είχε μόνο τους δώδεκα αποστόλους ως μαθητές, αλλά και έναν ευρύτερο κύκλο, τους εβδομήντα. Πέραν αυτών, Τον ακολουθούσαν περιστασιακά και διάφοροι άλλοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ώστε να μπορούμε να λέμε ότι είχε και έναν ακόμη μεγαλύτερο κύκλο ακολούθων Του. Οι δώδεκα βεβαίως είναι αναντικατάστατοι, αποτελώντας τα «θεμέλια της Εκκλησίας», αλλά και οι εβδομήντα εξίσου θεωρούνται απόστολοι, μέτοχοι του αποστολικού αξιώματος, άμεσοι συνεργάτες των δώδεκα μαθητών του Κυρίου. Το χαρισματικό τους στοιχείο κατανοείται από το γεγονός ότι και αυτοί υπήρξαν εξίσου μέτοχοι του αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, αναλαμβάνοντας το έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων, εν υπακοή πάντοτε προς τους μεγάλους αποστόλους και καθοδηγούμενοι από εκείνους. Έτσι και οι σήμερα εορταζόμενοι άγιοι έδωσαν τη ζωή τους ακριβώς γι’ αυτόν τον ευαγγελισμό των ανθρώπων, κηρύσσοντας τη σάρκωση του Χριστού, το Πάθος και την Ανάστασή Του, τη σωτηρία δηλαδή την οποία έφερε στον κόσμο ο Ιησούς Χριστός. 

       
     Ένας ύμνος από την τετάρτη ωδή του κανόνα της εορτής τους μάλιστα, μάς δίνει το στίγμα συγκεκριμένα του έργου που επιτελούσαν, σε σχέση με τους δώδεκα. Αναφέρεται κυρίως στον άγιο Σίλα, συνεργάτη του αποστόλου Παύλου, αλλ’ εξίσου φωτίζει το έργο και των υπολοίπων. «Στηρίζων παρειμένας, ένδοξε, διανοίας τω λόγω, Σίλα, συν Παύλω τω κήρυκι, πεπόρευσαι εις πάντα κόσμον…». Δηλαδή: Γύρισες όλον τον κόσμο, Σίλα, μαζί με τον Παύλο τον κήρυκα, στηρίζοντας τις παραλυμένες διάνοιες με τον λόγο του Θεού. Ο υμνογράφος ξεκινά με το βασικό ανθρωπολογικό δεδομένο: ο άνθρωπος μετά την πτώση του στην αμαρτία αλλοιώθηκε και η εικόνα του Θεού μέσα του σκοτείνιασε. Αυτό σημαίνει το «παρειμένας διανοίας». Η διάνοια του ανθρώπου, εκείνο που αναφέρεται κατεξοχήν στο λογιστικό της ψυχής του, έχασε τη δύναμή της, διότι ενώ ο Θεός είχε δημιουργήσει τον άνθρωπο ενοποιημένο, δηλαδή όλες οι ψυχικές του δυνάμεις: η διάνοιά του, οι επιθυμίες του, τα συναισθήματά του, να λειτουργούν σε συντονισμό μεταξύ τους και σε αναφορά προς Αυτόν, με αποτέλεσμα και το σώμα να λειτουργεί εν υπακοή σε μια τέτοια ψυχή, ώστε ολόκληρος ο άνθρωπος ως ψυχοσωματική οντότητα να είναι μία διαρκής δοξολογία προς τον Θεό με συνεχή αυξητική πορεία, η αμαρτία ήρθε με τη θέληση του ανθρώπου και με την προτροπή του διαβόλου και τραυμάτισε καίρια αυτήν την ενότητα. Έκτοτε οι ψυχικές δυνάμεις, χάνοντας την αναφορά προς τον Θεό, αποσυντονίστηκαν: η διάνοια «επιμελώς έγκειται εκ νεότητος επί τα πονηρά», το επιθυμητικό στράφηκε μόνο στις επίγειες ηδονές, αγόμενο και φερόμενο από τα σαρκικά πάθη, και το θυμοειδές, τα συναισθήματα δηλαδή, κυριαρχήθηκαν από το έλλειμμα της αγάπης, το μίσος συνεπώς και την έχθρα, ώστε οι ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι να γίνουν «φυσική» κατάσταση πια των ανθρώπων. Γι’ αυτό και οι Πατέρες, ιδίως οι νηπτικοί, με τα δεδομένα αυτά, θεωρούν ότι «νόμος της ανθρώπινης διάνοιας έγινε η πλάνη», θέτοντας συνεπώς εν αμφιβόλω οτιδήποτε αυτή συλλαμβάνει μέσα στη διάσπαση του νου και της ψυχής.

      
     Οι άγιοι λοιπόν απόστολοι, μετά τον ερχομό του Χριστού, ο Οποίος ακριβώς ήλθε για να αποκαταστήσει τον άνθρωπο, ενώνοντάς τον με τον Εαυτό Του και δι’ Εαυτού με τον Θεό Πατέρα, συνεπώς φέρνοντας και την αρχική ενότητα στον ίδιο τον άνθρωπο – η ενότητα με τον Θεό αποκαθιστά και τον ίδιο τον άνθρωπο, δηλαδή ο άνθρωπος βρίσκει την κανονική, φυσική του πορεία ως κατ’ εικόνα Θεού δημιουργημένος – κλήθηκαν από Εκείνον για να μαρτυρήσουν αυτήν την ενότητα που έφερε ο Χριστός. Τις παραλυμένες διάνοιές τους να τις στηρίξουν με αυτό που φέρνει τη δύναμη του Θεού, τον ίδιο τον λόγο Του, και συνεπώς ο άνθρωπος να βρει τη σωτηρία του. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευεργεσία στο ανθρώπινο γένος, δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσφορά στον άνθρωπο από τη μαρτυρία του λόγου του Θεού: τη σάρκωση του Χριστού, το Πάθος, την Ανάστασή Του. Αυτά που κηρύσσει δηλαδή πάντοτε η Εκκλησία μας και τα ζούμε, εάν θέλουμε, μέσα στα άγια μυστήριά της.


Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

Η ΑΓΙΑ ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΜΑΡΙΑ Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ Η ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (22 ΙΟΥΛΙΟΥ)




«Η αγία καταγόταν από τα Μάγδαλα στα όρια της Συρίας. Προσήλθε στον Χριστό και θεραπεύτηκε με τη χάρη Του από επτά δαιμόνια που την ενοχλούσαν. Τον ακολούθησε έκτοτε μέχρι το Πάθος Του κι έγινε Μυροφόρος, ενώ αξιώθηκε να δει πρώτη την Ανάσταση του Κυρίου, μαζί με την Παναγία Μητέρα Του, καθώς άκουσε γι’ αυτήν από άγγελο Κυρίου, και πάλι το πρωί από δύο αγγέλους «εν λευκοίς καθεζομένους». Και πάλι είδε τον Κύριο, νομίζοντάς Τον για κηπουρό, και άκουσε από Αυτόν «μη μου άπτου», μη μ’ αγγίζεις. Μετά λοιπόν τη θεία και αγία Ανάληψη, πήγε στην Έφεσο προς τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και απόστολο, όπου εκεί οσίως κοιμήθηκε και ετάφη δίπλα στην είσοδο του σπηλαίου, στο οποίο οι άγιοι μακάριοι επτά παίδες είχαν κοιμηθεί. Ύστερα, επί Λέοντος του μακαριστού Βασιλιά, το λείψανό της ανακομίστηκε στη μονή του Αγίου Λαζάρου που ιδρύθηκε από τον Λέοντα, στην οποία ετησίως τελείται και η σύναξή της».



Προκαλεί συγκίνηση σε κάθε χριστιανό πιστό η μνήμη της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, η οποία αναδείχτηκε μυροφόρος και ισαπόστολος. Και τούτο γιατί εκτός του ότι έζησε την παρουσία του Κυρίου εν πνεύματι, όπως άλλωστε και όλοι οι άγιοι – παρουσία βεβαίως που είναι η ανώτερη δυνατή, αφού ζει κανείς τον Χριστό με τον τρόπο αυτό ως μέλος Του, δηλαδή στα όρια της ύπαρξής του – αυτή αξιώθηκε να Τον ζήσει και κατά την ιστορική Του παρουσία επί της γης, να Τον δει, να Τον ακούσει, να Τον παρατηρήσει, να Τον ψηλαφήσει και με τις σωματικές της αισθήσεις. Ό,τι συνέβη με άλλα λόγια με τους αποστόλους, οι οποίοι μάλιστα βαπτίστηκαν κατά την Πεντηκοστή με το άγιον Πνεύμα, το ίδιο συνέβη και με την αγία Μαγδαληνή, η οποία είχε πέραν αυτών και την εξαιρετική ευλογία να είναι φίλη και «αδελφή» με την ίδια την Παναγία μας. Αν η γνωριμία μας με έναν άγιο μάς κάνει να νιώθουμε ιδιαιτέρως ευλογημένοι και τιμημένοι, πόσο περισσότερο τούτο πρέπει να συμβαίνει και με την αγία Μαγδαληνή;

Γι’ αυτό και ο Κύριος, βλέποντας την ολοκάρδια ανταπόκρισή της στην προσφορά καταρχάς της χάρης Του, με την οποία την θεράπευσε από επτά ενοχλητικά δαιμόνια – ανταπόκριση που εκφράστηκε με την πιστή έκτοτε ακολουθία Του, ακόμη και μετά τον θάνατό Του – την τίμησε με το να γίνει η πρώτη, μαζί με την Παναγία Μητέρα Του, που δέχτηκε το μήνυμα της Ανάστασης, κι η πρώτη, στη συνέχεια, η οποία ευαγγελίστηκε το χαρμόσυνο τούτο γεγονός στους φοβισμένους και δυσπίστους μαθητές Του. Οι ύμνοι της Εκκλησίας τονίζουν πολλαπλώς αυτήν την τιμή της από τον Χριστό, όπως για παράδειγμα το δοξαστικό του εσπερινού της εορτής της, που λέει: «Πρώτη κατιδούσα την θείαν ανάστασιν, Μαρία η Μαγδαληνή,…πρώτη και ευαγγελίστρια εδείχθης…». Κι αλλού, στον όρθρο: «Γεγηθυία τον τάφον του Λυτρωτού έφθασας, πρώτη κατιδούσα την θείαν Κόρη Ανάστασιν. Ευαγγελίστρια, όθεν, εδείχθης βοώσα: ο Χριστός εγήγερται, χείρας κροτήσατε». Με χαρά έφτασες τον τάφο του Λυτρωτή, κι είδες πρώτη, Κόρη, τη θεία Ανάσταση. Γι’ αυτό αναδείχτηκες ευαγγελίστρια, φωνάζοντας δυνατά: ο Χριστός αναστήθηκε, κτυπήστε παλαμάκια.

Έτσι, η αγία Μαγδαληνή, έμεινε στην ιστορία και στη μνήμη της Εκκλησίας, μεταξύ των άλλων, και ως άγγελος των καλών ειδήσεων, ως εκείνη δηλαδή που μετέστρεψε την αθυμία των μαθητών σε ευθυμία – «την αθυμίαν αποθέμενοι, την ευθυμίαν αναλάβετε» - ως εκείνη που τα λόγια της υπήρξαν δροσιά κι αναψυχή στους μαθητές, που καίγονταν από τον καύσωνα της αθυμίας – «ρημάτων σου δροσισμώ, της αθυμίας τον καύσωνα εξήρας των μαθητών» - κάτι που βεβαίως συνέχισε με τη διδασκαλία και τη ζωή της, μέχρι την αγία τελευτή της. Και άφησε ισχυρό παράδειγμα και σε μας, να ξέρουμε ότι ο μόνος τρόπος για να φέρνουμε στους θλιμμένους συνανθρώπους μας την ευθυμία και να τους δροσίζουμε, ευρισκομένους μέσα στο οποιοδήποτε καμίνι των θλίψεων και των δοκιμασιών τους, είναι να ζούμε οι ίδιοι την ανάσταση του Χριστού με την καλή ζωή μας και αυτήν την αναστημένη ζωή μας να την καταθέτουμε ως μαρτυρία σ’ αυτούς.

ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ (21 ΙΟΥΛΙΟΥ)



    «Οι άγιοι κατάγονταν από την Έδεσσα της Συρίας κι έζησαν επί βασιλείας Ιουστίνου του νέου. Κινούμενοι από θείο πόθο έφτασαν στα Ιεροσόλυμα, κι αφού προσκύνησαν το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού, πήγαν στο μοναστήρι του αγίου Γερασίμου, για να γίνουν καλόγεροι. Πράγματι έλαβαν το σχήμα το μοναχικό από τον ηγούμενο Νίκωνα, αλλά πριν τη συμπλήρωση επτά ημερών, έφυγαν και κατοίκησαν στην έρημο, όπου και παρέμειναν επί σαράντα ολόκληρα χρόνια, ζώντας με μεγάλη άσκηση και σκληραγωγία. Έπειτα, ο μεν Ιωάννης παρέμεινε εκεί, ενώ ο μακάριος Συμεών επέστρεψε στην αγία Πόλη, παρακαλώντας στην προσευχή του να ζήσει εντελώς αφανής, γι’ αυτό και αφού προσποιήθηκε ότι είναι μωρός, έφτασε στην πόλη της Εμέσης. Στην κατάσταση αυτή της προσποίησης της σαλότητας έκανε πολλά θαύματα κι έπειτα αναπαύθηκε εν Κυρίω. Μετά το τέλος του όμως έγινε φανερό ένα ακόμη από τα θαύματά του, το οποίο και αναφέρουμε: Καθώς τον οδηγούσαν για να τον θάψουν δύο άνδρες, χωρίς καμία φροντίδα, χωρίς καθαρισμό και χωρίς θυμιάματα και ψαλμωδίες, έτυχε να περάσουν κάτω από τον οίκο ενός Εβραίου. Εκείνη την ώρα λοιπόν που περνούσε το λείψανο του αγίου, ακούστηκαν γλυκύτατες δοξολογίες από πλήθος ανθρώπων, σαν να τον προέπεμπαν και να τον περιτείχιζαν όλοι αυτοί, τόσο που ο Εβραίος έσκυψε να δει τι γίνεται. Αυτός τότε είδε ότι προπέμπεται ο Συμεών, κρατούμενος μόνον από δύο φτωχούς άνδρες, οπότε είπε: «Είσαι μακάριος, σαλέ, γιατί μη έχοντας ανθρώπους να σε ψάλουν, είχες επουράνιες Δυνάμεις να σε τιμούν με ύμνους». Αμέσως τότε κατέβηκε και με τα ίδια του τα χέρια τον φρόντισε και τον κήδευσε. Μετά από ημέρες, ήλθε ο φίλος και συνασκητής του Ιωάννης, που τον βρήκε να έχει εκδημήσει προς τον Κύριον».


   
Το θαυμαστό και παράδοξο από το συναξάρι των οσίων αυτών δεν εξαντλείται ίσως στη διά Χριστόν σαλότητα του Συμεών: όντως, η επιλογή αυτού του δρόμου – της σαλότητας – ως τρόπου τελειώσεως του ανθρώπου είναι πέραν αυτών που γνωρίζουμε από τη συνήθη πνευματική ζωή των αγίων. Είναι, θα λέγαμε, μία νόμιμη οδός «παρανομίας». Γι’ αυτό και δεν μπορούν οι περισσότεροι να ακολουθήσουν ουδ’ επ’ ελάχιστον την οδό αυτή, ενώ όσοι την ακολούθησαν ανήκουν σε μία πολύ μικρή ομάδα, που έλαβαν από τον Θεό το χάρισμα τούτο. Εκείνοι οι οποίοι χωρίς την ιδιαίτερη κλήση από τον Θεό θέλησαν να υπάγουν «εμπαίξαι τον κόσμον», διεπίστωσαν πολύ σύντομα ότι απατήθηκαν από τον διάβολο και εμπαίχτηκαν από αυτόν.


   
Αιτία για τον δαιμονικό εμπαιγμό τους ήταν το γεγονός ότι μάλλον δεν μέτρησαν σωστά τις αντοχές τους. Η σαλότητα απαιτεί τεράστια ψυχική δύναμη, εκτός από αυτήν που δίνει η χάρη του Θεού, διότι ο εμπαίζων τον κόσμο σημαίνει ότι έρχεται αντιμέτωπος με την ενυπάρχουσα στον άνθρωπο ανάγκη κοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους – ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό να είναι κοινωνικό ον. Πρέπει ο διά Χριστόν σαλός να έχει βάλει τον εαυτό του στο κατώτερο δυνατό σημείο σε σχέση με τους άλλους, να ζει δηλαδή ορθά την κατά Χριστόν ταπείνωση, για να μη «διαλυθεί» ψυχικά από την περιφρόνηση των ανθρώπων που συνοδεύει μία τέτοια επιλογή ζωής. Κι αυτό σημαίνει ότι ένας τέτοιος άνθρωπος νιώθει διαρκώς συνδεδεμένος με τον Θεό, ο Οποίος Αυτός μόνος τον στηρίζει και τον παρηγορεί.


    Είπαμε, όμως, ότι δεν είναι η σαλότητα του αγίου Συμεών το μόνο θαυμαστό και παράδοξο από τη ζωή και των δύο αγίων. Θαυμαστό και παράδοξο είναι και το γεγονός ότι ούτε επτά ημέρες δεν πέρασαν από την κουρά τους σε μοναχούς, κι οι άγιοι εγκατέλειψαν το μοναστήρι τους για να πάνε στα ενδότερα της ερήμου και να μονάσουν. Γιατί είναι παράδοξο τούτο; Διότι κατά την κανονική παράδοση της Εκκλησίας μας και την κανονική πνευματική ζωή, ένας μοναχός για να φύγει και να μονάσει μόνος, πρέπει να έχει διέλθει αρκετά έως πολλά χρόνια μοναχικής ζωής σε κοινόβιο. Διαφορετικά, τον παραλαμβάνει ο διάβολος και τον εμπαίζει και στη φάση αυτή. Στην κανονικότητα όμως υπάρχουν πάντοτε και οι εξαιρέσεις. Και στους αγίους βλέπουμε πράγματι την εξαίρεση. Προφανώς, ήταν τέτοια η αγάπη τους στον Θεό, ενεργούσε τόσο θαυμαστά η χάρη Του στην καρδιά τους, ώστε έλαβαν πληροφορία για την έξοδό τους αυτή.


   
Μα, υπάρχει και τρίτο θαυμαστό και παράδοξο στη ζωή τους, και μάλιστα από το συναξάρι του αγίου Συμεών: ο Θεός θέλησε να φανερώσει τη μεγάλη αγιότητά του όχι σε έναν ή περισσοτέρους χριστιανούς, αλλά σε έναν Εβραίο. Δεν είναι βεβαίως το σύνηθες. Προφανώς όμως και πάλι, ο Εβραίος αυτός δεν ήταν τυχαίος άνθρωπος. Πρέπει να ήταν καλοδιάθετος, όχι φανατισμένος, με γνησιότητα αναζήτησης της αλήθειας, γι’ αυτό και ο Θεός τον κάλεσε στη χριστιανική πίστη μέσα από το θαυμαστό περιστατικό της εξοδίου πορείας του Συμεών, τον οποίο φαίνεται ότι γνώριζε, αλλ’ ως σαλό. «Τις έγνω νουν Κυρίου ή σύμβουλος αυτού εγένετο;» Ο Θεός είναι ο κατεξοχήν εφευρετικός στις κλήσεις των ανθρώπων, γιατί βεβαίως είναι ο μόνος «γινώσκων τα εγκάρδια». Με άλλα λόγια η παραδοξότητα της ζωής των αγίων αυτών, και μάλιστα του Συμεών, συνεχίστηκε και μετά τον θάνατό του.


    Θαυμάζουμε τον τρόπο ζωής των αγίων Ιωάννη και Συμεών του διά Χριστόν σαλού. Δεν μπορούμε όμως να ακολουθήσουμε τη συγκεκριμένη τους επιλογή. Ιδιαιτέρως το χάρισμα της διά Χριστόν σαλότητας στην εποχή μας παρα…είναι σπάνιο, διότι, ίσως, όπως έλεγε και ο μακαριστός όσιος γέροντας Παΐσιος ο αγιορείτης, η εποχή μας βρίθει γενικώς σαλών. Η αγάπη τους όμως προς τον Θεό και η τεράστια ταπείνωσή τους, ναι, είναι αρετές που πρέπει πάντοτε να έχουμε κατά νου και ενώπιόν μας.