Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΝΔΟΞΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ


«Ο άγιος Ανδρέας ήταν από την πόλη της Βηθσαϊδά, υιός κάποιου Εβραίου Ιωνά και αδελφός του Πέτρου του αποστόλου και κορυφαίου των μαθητών του Χριστού. Αυτός προηγουμένως μαθήτευσε στον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη, κι έπειτα, όταν άκουσε από τον διδάσκαλό του, που δακτυλοδεικτούσε τον Ιησού,  το, Ίδε ο αμνός του Θεού, τον άφησε και ακολούθησε τον Χριστό. Είπε και στον Πέτρο το, Ευρήκαμεν Ιησούν τον από Ναζαρέτ, και αποσπάστηκε στην αγάπη του Χριστού. Και πολλά άλλα είναι γραμμένα γι’  αυτόν στη θεόπνευστη Γραφή. Αυτός λοιπόν με τον τρόπο αυτό  ακολούθησε τον Χριστό. Μετά την Ανάληψη Εκείνου, για τον κάθε απόστολο κληρώθηκε και διαφορετική χώρα. Στον πρωτόκλητο έτυχε η χώρα των Βιθυνών και ο Εύξεινος Πόντος, τα μέρη της Προποντίδας, μαζί με τη Χαλκηδόνα και το Βυζάντιο και τη Θράκη και τη Μακεδονία, που έφθαναν μέχρι τον Ίστρο ποταμό, η Θεσσαλία και η Ελλάδα και τα μέρη της Αχαΐας. Αλλά και η Αμινσός, η Τραπεζούντα, η Ηράκλεια και η Άμαστρις. Αυτές τις χώρες δεν τις πέρασε, σαν λόγια που χάνονται, αλλά σε κάθε πόλη υπέστη πολλές δυσκολίες, συνάντησε πολλές δυσχέρειες, μολονότι με τη βοήθεια του Χριστού τις ξεπερνούσε όλες. Θα θυμηθούμε το τι πέρασε σε μία πόλη, αφήνοντας τις άλλες στους γνώστες του έργου του.
Όταν ο Ανδρέας έφτασε στη Σινώπη και κήρυξε εκεί τον λόγο του ευαγγελίου, υπέστη πολλές θλίψεις. Δηλαδή τον έριξαν στη γη και τον τραβούσαν από τα χέρια και τα πόδια, τον κατασπάρασσαν με τα δόντια και τον κτυπούσαν με ξύλα, τον λιθοβολούσαν και τον τράβηξαν μακριά από την πόλη, αφού του έκοψαν το δάκτυλο με τα δόντια. Αλλά αυτός φάνηκε και πάλι άρτιος και υγιής από τις πληγές του, με επέμβαση του Σωτήρα και Διδασκάλου του. Από εκεί σηκώθηκε και επισκέφτηκε πολλές πόλεις και χώρες, όπως τη Νεοκαισάρεια, τα Σαμόσατα, τους Αλανούς, τους Αβασγούς, τους Ζήκχους, του Βοσποριανούς και τους Χερσωνίτας. Έπειτα διέπλευσε στο Βυζάντιο, χειροτόνησε τον Στάχυ επίσκοπο, πέρασε από τις υπόλοιπες χώρες, και έφτασε προς την ένδοξη Πελοπόννησο. Εκεί φιλοξενήθηκε από τον Σωσίο, τον οποίο, επειδή ήταν βαριά άρρωστος, τον θεράπευσε. Και αμέσως όλη η πόλη εκείνη των Πατρών προσήλθε στον Χριστό. Τότε ήταν που και η γυναίκα του ανθυπάτου Μαξιμίλλα λύθηκε από τα χαλεπά δεσμά της αρρώστιας της και έγινε γρήγορα καλά, οπότε πίστεψε και αυτή.  Και ο σοφότατος Στρατοκλής, ο αδελφός του ανθυπάτου Αιγέατου, και άλλοι πολλοί που ταλαιπωρούνταν από ποικίλα νοσήματα,  βρήκαν την υγεία τους με το ακούμπισμα των χεριών του αποστόλου.  Για όλα αυτά, περιέπεσε σε μανία ο Αιγεάτης και προσήλωσε σε σταυρό τον απόστολο, οπότε και ο απόστολος έφυγε από τη ζωή αυτή. Ο ίδιος δε, έπεσε στη γη από ψηλό γκρεμό και συνετρίβη. Το λείψανο του αποστόλου, μετά από πολύ χρόνο, μετατέθηκε στη Κωνσταντινούπολη, επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, με δική του διαταγή, από τον άγιο Αρτέμιο τον μάρτυρα. Και κατατέθηκε μαζί με τον άγιο Λουκά και τον άγιο Τιμόθεο στο περίβλεπτο τέμενος των Αγίων Αποστόλων».

Ο άγιος Ανδρέας ο πρωτόκλητος, ο πρώτος δηλαδή που κλήθηκε από τον Χριστό να γίνει μαθητής Του, δεν κλήθηκε απροϋπόθετα και ως έτυχε. Υπήρξε από εκείνους που είχαν αναζητήσεις σχετικά με τον Μεσσία, που ο πόθος τους για τον Θεό ήταν έντονος. Κι αυτό φάνηκε κ α ι  από το γεγονός ότι ανήκε στην ομάδα των μαθητών του Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος προετοίμαζε τους ανθρώπους ακριβώς προς υποδοχή του Μεσσία, κ α ι  από το γεγονός ότι μετά την κλήση του ένιωσε την ανάγκη να καλέσει τον αδελφό του Πέτρο, με τη διαπίστωση ότι «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Ο υμνογράφος του, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, επισημαίνει και τα δύο αυτά γεγονότα. «Ο τω Προδρόμου φωτί μεμορφωμένος, ότε το απαύγασμα το ενυπόστατον της πατρικής δόξης έφανεν…τότε πρώτος ένδοξε, τούτω προσέδραμες». (Συ που μορφώθηκες από το φως του Προδρόμου, όταν ο Χριστός, το ενυπόστατο απαύγασμα της δόξας του Θεού Πατέρα φάνηκε…τότε πρώτος, ένδοξε, έτρεξες σ’  αυτόν). Και: «Τον ποθούμενον Θεόν εν σαρκί κατιδών επί γης βαδίζοντα, θεόπτα Πρωτόκλητε, τω μεν ομαίμονι εβόας αγαλλόμενος∙ Ευρήκαμεν ω Σίμων τον ποθούμενον». (Όταν είδες τον Θεό που ποθούσες να βαδίζει ως άνθρωπος στη γη, θεόπτη πρωτόκλητε, φώναζες με χαρά στον αδελφό σου: Βρήκαμε, Σίμων, τον ποθούμενο».

Ο συναξαριστής του αυτήν την αναζήτηση, η 
οποία αποτέλεσε προφανώς και την προϋπόθεση για να γίνει άμεσος συνεργάτης του απολυτρωτικού στον κόσμο έργου του Κυρίου, την καταγράφει ως εξής: «Ένας από τους μαθητές  του Ιωάννη Προδρόμου ήταν και ο Ανδρέας, άνδρας κατά τα άλλα σεμνός και αξιοσέβαστος, που έψαχνε την αλήθεια πίσω από το γράμμα του νόμου με βαθύ φρόνημα, και που αναζητούσε στον λόγο, σαν πίσω από παραπέτασμα, τις κρυμμένες προφητείες για τον Χριστό, ακολουθώντας μέσω αυτών αυτό που δηλωνόταν». Τα παραπάνω σημαίνουν ότι η αφελής πεποίθηση πολλών ότι οι μαθητές του Κυρίου ήταν απλοϊκοί άνθρωποι, διότι ήταν ψαράδες, δεν ισχύει. Ψαράδες ήταν, απλοί άνθρωποι μπορεί, όχι όμως απλοϊκοί, με την έννοια του απροβλημάτιστου και επιφανειακού ανθρώπου. Καθώς τα πράγματα φανερώνουν, η ύπαρξή τους φλεγόταν από το ερώτημα περί της αληθείας, περί του Θεού και των ενεργειών Του, περί των δηλουμένων από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Κι είναι φυσικό: ο Κύριος δεν θα μπορούσε να έχει ως αμέσους συνεργάτες Του ανθρώπους χωρίς πάθος για την αλήθεια. Ο ίδιος άλλωστε το είχε επισημάνει: Θα με ακολουθήσουν και θα με ακούσουν όσοι αγαπούν την αλήθεια. «Πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής». Ένας τέτοιος λοιπόν άνθρωπος, σοβαρός και σεβαστός, με βαθειά αναζήτηση ήταν και ο απόστολος Ανδρέας. Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας διαπιστώνουν και αυτοί την παραπάνω πραγματικότητα: «Εζήτησας Χριστόν την όντως ζωήν,  και ζητήσας πρώτος εύρες» (Ζήτησες τον Χριστό, που είναι η πραγματική ζωή, και επειδή την ζήτησες, πρώτος και την βρήκες).

Η βαθύτητα της αναζήτησης του Ανδρέα περί τα τίμια και αληθή της ζωής κάνει τον άγιο υμνογράφο να επικεντρώσει την προσοχή του και στο ιεραποστολικό πια έργο του αποστόλου. Όπως δηλαδή ο ίδιος στρεφόταν πάντα στο βάθος των πραγμάτων, εκεί που «η αλήθεια κρύπτεσθαι φιλεί», εκεί που αγαπά να κρύβεται η αλήθεια, κατά τον Έλληνα φιλόσοφο, έτσι και η δράση του ως αποστόλου λειτουργούσε στο βάθος της καρδιάς των ανθρώπων. Αυτό ήταν το ζητούμενο από τον άγιο Ανδρέα: πώς ο λόγος του θα κρούσει τις βαθειές χορδές της καρδιάς του ανθρώπου, πώς ο λόγος του σαν αγκίστρι θεϊκό θα σαγηνεύσει τον αληθινό άνθρωπο. «Ο τη τέχνη αλιεύς και τη πίστει μαθητής, ως βυθόν διερευνών τας καρδίας των πιστών, το άγκιστρον χαλά του λόγου, και σαγηνεύει ημάς». (Ο αλιέας κατά την τέχνη και μαθητής κατά την πίστη, διερευνώντας τις καρδιές των πιστών σαν να είναι βυθός, ρίχνει το αγκίστρι του λόγου και μας σαγηνεύει).

Κι αυτό βεβαίως επιτυγχανόταν με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος που είχε λάβει κατά την Πεντηκοστή ο άγιος Ανδρέας, με τη φλόγα που προσέλαβε και έγινε θεόληπτος. «Του Πνεύματος την φλόγα τη γλώσση προσλαβών, γέγονας, Απόστολε, θεόληπτος ανήρ, των ουρανίων τα κάλλη περιπολεύων». Ο σεμνός και αξιοσέβαστος από τη φύση του χαρακτήρας του αγίου, ενισχυόμενος από τη φλόγα της Πεντηκοστής τον έκανε, κατά τον υμνογράφο, σαν τεντωμένο βέλος, που τραυμάτιζε τους δαίμονες και θεράπευε τους τραυματισμένους από την απιστία ανθρώπους. «Εντείνας σε δυνατόν, ώσπερ βέλος, μακάριε, επαφήκεν εις τον σύμπαντα κόσμον ο Κύριος, τραυματίζων δαίμονας και δυσσεβεία τους ανθρώπους τραυματισθέντας ιώμενος».

Ο «αδίστακτος πόθος του να ακολουθεί θερμά τον Χριστό» έκανε τον άγιο Ανδρέα, σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο υμνογράφος του, να προσθέτει πόθο πάνω στον πόθο αυτό, τόσο ώστε να  μιμηθεί τον Κύριό Του και στον τρόπο του διά Σταυρού θανάτου Του. Με σταυρικό θάνατο τελειώθηκε και ο απόστολος, διαβαίνοντας πια κοντά σ’  Εκείνον τον οποίο πράγματι επόθησε σαν αληθινός μαθητής και σοφός μιμητής Του. «Πόθω πόθον προσθείς, διά σταυρού διαβαίνεις προς ον επόθησας, ως αληθής μαθητής και σοφός μιμητής γενόμενος του διά Σταυρού αυτού πάθους». Μακάρι «η φωτιά της αγάπης του Χριστού που περιέφερε στην καρδιά του» ο άγιος Ανδρέας, να ανάψει λίγο και στη δική μας καρδιά. Θα είναι η απόδειξη ότι πράγματι ο ερχομός του Χριστού που ευαγγελίστηκαν οι απόστολοι, σαν τον άγιο Ανδρέα, βρήκε την εκπλήρωσή του και σε εμάς.



Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΑΡΑΜΟΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ (29 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)



«Οι άγιοι ζούσαν επί Δεκίου του βασιλιά και του άρχοντα Ακυλίνου. Η αφορμή γι’ αυτούς της πίστεώς τους στον Χριστό και της τελειώσεώς τους είναι η παρακάτω: Σε τόπο της Βαλσατίας, που ονομαζόταν Ιερό, υπήρχε πολλή και πλούσια ανάδυση θερμών υδάτων, η οποία θεράπευε κατά παράδοξο τρόπο τις αρρώστιες. Εδώ λοιπόν έφτασε για θεραπεία του σώματός του ο άρχοντας της Ανατολής Ακυλίνος, ο οποίος είχε διατάξει να τον ακολουθήσουν δέσμιοι από τη Νικομήδεια και οι αθλητές που είχαν συλληφθεί για την πίστη τους στον Χριστό. Όταν πήγε στο τέμενος της Ίσιδος και πρόσφερε τις βδελυρές θυσίες του, διέταξε και τους αγίους να θυσιάσουν στα είδωλα και να τα προσκυνήσουν. Επειδή βεβαίως εκείνοι αρνήθηκαν να το κάνουν, έδωσε προσταγή να τους σκοτώσουν όλους με ξίφη. Έτσι οι γενναίοι γίνανε θαυμαστοί μάρτυρες του παμβασιλέως Χριστού του Θεού, με τη βοήθεια Εκείνου, τριακόσιοι εβδομήντα τον αριθμό.
Βλέποντας αυτούς ο άγιος Παράμονος, με μεγάλη φωνή φώναξε και είπε: «Βλέπω μεγίστη ασέβεια. Διότι ο μιαρός αυτός κατασφάζει τόσους δικαίους και ξένους με παράλογο τρόπο». Ο άρχοντας, όταν το άκουσε, καταλήφθηκε από μανία και διέταξε αμέσως να τον σκοτώσουν. Οι απεσταλμένοι του άρχοντα αφού συνέλαβαν τον Παράμονο, ο οποίος δεν γνώριζε τη διαταγή και συνέχιζε να βαδίζει στον τόπο που βρισκόταν, δεν ήθελαν ένας να διαπράξει τον φόνο, αλλά όλοι. Έτρεξαν λοιπόν να χύσουν αίμα αθώο, μπροστά στα μάτια του άρχοντα, με τα ίδια τους τα χέρια και με τα δικά τους όπλα. Άλλοι τότε τον κτυπούσαν με λόγχες, άλλοι με μυτερά καλάμια, περνώντας τα μέσα από τη γλώσσα και τα λοιπά μέλη του αγίου, μέχρις ότου μπροστά στον τύραννο τον σκότωσαν στον τόπο που είπαμε, και τον έστειλαν έτσι στις ουράνιες σκηνές. Στον ίδιο χώρο με τους αγίους τριακοσίους εβδομήντα μάρτυρες και στις ίδιες θήκες με αυτούς συγκαταριθμήθηκε και ο άγιος και κατατέθηκε το λείψανό του».
Αυτό που θαυμάζει κανείς στον άγιο Παράμονο εξαρχής, είναι η αντίδρασή του μπροστά σε μία εξώφθαλμη αδικία. Μπροστά στο τρομερό γεγονός του μαρτυρικού θανάτου τόσων ανθρώπων, η ψυχή του «πνίγεται» και αντιδρά. Δεν κρύβεται, δεν κάνει τον «ανήξερο», δεν ακολουθεί τον δρόμο της «σύνεσης», για να μην πάθει κι εκείνος τίποτε – έβλεπε οπλισμένους στρατιώτες και την εξουσία του τόπου, συνεπώς ανθρωπόμορφα θηρία που μπορούσαν να του κάνουν κακό – με άλλα λόγια, δεν ακολουθεί την «πεπατημένη» του ιερέα και του λευίτη της παραβολής του καλού Σαμαρείτη – «ύπτιος εν καιρώ των αγώνων ου γέγονας, εγηγερμένος δε μάλλον και προς θείαν άθλησιν ρωμαλέος», δηλαδή: δεν ήσουνα ξαπλωμένος στον καιρό των αγώνων, αλλά μάλλον όρθιος και ρωμαλέος για τη θεία άθληση -  αλλά αφήνει να εκφραστεί η αγανάκτησή του, με τρόπο  που να ακουστεί. Κι αυτή η αντίδρασή του, η οποία τελικώς θα στοιχίσει και τη δική του ζωή, φανέρωσε την υπάρχουσα μέσα του καλή διάθεση της ψυχής. Ο άγιος Παράμονος είχε καλή καρδιά, που διατηρούσε μέσα της ανθρωπιά, δηλαδή αγάπη. Μας το αποκαλύπτει ο απόστολος Παύλος, όταν θα πει μεταξύ των άλλων ότι «η αγάπη ου χαίρει επί τη αδικία». Έτσι ο άγιος Παράμονος λειτούργησε σαν τον καλό  Σαμαρείτη, που ναι μεν δεν μπορούσε να βοηθήσει τους σφαγιαζομένους μάρτυρες, αν είχε όμως τη δυνατότητα, θα το έκανε.
Ο άγιος υμνογράφος κινείται σ’ αυτό το σκεπτικό. Θεωρεί μάλιστα ότι όχι μόνον η αντίδρασή του αγίου ήταν θέμα αληθινής ανθρωπιάς, αλλά και χάρης Θεού, θεϊκού ζήλου. Διότι μόνον  ένας που η καρδιά του νύττεται από ζήλο Θεού, μπορεί και αυτός να θελχθεί από το μαρτύριο των αγίων, πολύ περισσότερο να γίνει και ο ίδιος μάρτυρας. «Δια τον πάντων Θεόν και Βασιλέα, δήμον πολυάριθμον κατασφαττόμενον κατανοήσας, Παράμονε, τω θείω ζήλω όλως εθέλχθης και ανεβόησας∙ Χριστού δούλος γνήσιος υπάρχω πάντοτε∙ γνώτε παράνομοι τύραννοι∙ και ως αρνίον άκακον θύεσθαι νυν αυτόκλητος παρεγενόμην». (Μόλις κατενόησες, Παράμονε, ότι ο πολυάριθμος δήμος των μαρτύρων κατασφάττεται για την πίστη του πάντων Θεού και βασιλέα, θέλχθηκες εντελώς από τον ζήλο του Θεού και φώναξες δυνατά: Είμαι πάντοτε κι εγώ γνήσιος δούλος Χριστού. Μάθετέ το παράνομοι τύραννοι. Και να, τώρα, παρευρίσκομαι από μόνος μου, προκειμένου να θυσιαστώ σαν άκακο αρνί).
Εκείνο που κινητοποίησε τον άγιο Παράμονο, ώστε να προκληθεί και να θεριέψει η πίστη του στον Χριστό, ήταν βεβαίως το παράδειγμα των πολυαρίθμων μαρτύρων. Δεν άκουσε λόγια περί Χριστού – αναγκαία ασφαλώς κι αυτά – δεν διάβασε κάτι για Εκείνον. Είδε σαρκωμένη και έμπρακτη την πίστη. Και ζήλεψε. Και κινητοποιήθηκε. Και αντέδρασε. Και έγινε και αυτός μάρτυρας. «Υπομονήν εκπληττόμενος των μαρτύρων και την αυτών τελείωσιν, ένδοξε, θαυμάζων, τούτοις εκοινώνησας του ζήλου της πίστεως και της υπερτίμου αθλήσεως». (Μένοντας έκπληκτος, ένδοξε, από την υπομονή των μαρτύρων, και θαυμάζοντας το τέλος τους, έγινες κοινωνός μ’ αυτούς στον ζήλο της πίστεώς τους και της υπέρτιμης άθλησής τους). Για να αποδειχτεί για μία ακόμη φορά ότι μεγαλύτερο μάθημα πίστεως από το προσωπικό παράδειγμα, από την πράξη της ζωής, δεν υπάρχει. Που σημαίνει: αν θέλουμε να βοηθήσουμε κι εμείς τον παραπαίοντα κόσμο μας, που ταλαντεύεται διαρκώς μεταξύ πίστεως και απιστίας, αν θέλουμε η πίστη του Χριστού να φουντώσει, πέρα από τη χάρη Εκείνου που έτσι κι αλλιώς μας τη δίνει πλουσιοπάροχα κάθε στιγμή, χρειάζεται και η δική μας συνέργεια. Κι αυτό σημαίνει πρωτίστως: λιγότερα λόγια και προσωπικό παράδειγμα. Την ώρα που ο κάθε πιστός μένει σταθερός στην πίστη του Χριστού, εκείνην την ώρα προσφέρεται ο ουρανός στους άλλους ανθρώπους και λάμπει ο ήλιος της πίστεως.

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ



῾῏Ην δέ ᾽Ανδρέας...᾽ (᾽Ιωάν. 1, 41)

α. Τά συγκεκριμένα ἀναγνώσματα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, ἀποστολικό καί εὐαγγελικό, ἀντιστοιχοῦν στήν ἑορτή τοῦ ἁγίου ἀποστόλου ᾽Ανδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου. ῞Ο,τι συμβαίνει γενικῶς ὅταν πρόκειται γιά ἑορτές ἀποστόλων ἡμέρα Κυριακή, ὅπου ἀφήνονται κατά μέρος τά ἀναγνώσματα τοῦ Κυριακοδρομίου, τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν Κυριακή αὐτή. Εἶναι τόσο μεγάλη ἡ προσωπικότητα τοῦ ἁγίου ᾽Ανδρέου, ἑνός ἀπό ῾τούς θεμελίους᾽ τῆς ᾽Εκκλησίας, ὥστε ἡ κλήση του ἀπό τόν Κύριο καί ἡ ἀποστολική του ἰδιότητα προβάλλονται στήν ἐκκλησιαστική σύναξη.

β. 1. Καταρχάς, πρίν ποῦμε ὁτιδήποτε γιά τήν  πνευματική πορεία του, θά πρέπει νά θυμηθοῦμε ὅτι ὁ ἅγιος ᾽Ανδρέας σχετίζεται ἰδιαιτέρως, περισσότερο ἴσως ἀπό ὅλους τούς ἄλλους ἀποστόλους, μέ ἐμᾶς τούς ῞Ελληνες. Τό ἴδιο τό ἑλληνικό ὄνομά του ἀποτελεῖ τήν ἐπιβεβαίωση. Κι ἴσως φαίνεται ὅτι γνώριζε, ὅπως καί ὁ ἄλλος μέ ἑλληνικό ὄνομα ἀπόστολος, ὁ Φίλιππος, τήν ἑλληνική γλώσσα. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὅταν προσῆλθαν ῞Ελληνες ὀλίγον πρό τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου στόν Φίλιππο, προκειμένου νά τοῦ ζητήσουν νά δοῦν τόν Διδάσκαλό τους, στόν ᾽Ανδρέα ἀπευθύνθηκε ὁ Φίλιππος καί ἐκεῖνος στόν ᾽Ιησοῦ, γιά νά ἀκουστεῖ τό μεγαλειῶδες ῾ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου᾽.  ῞Οπως τό σημειώνει καί ὁ μεγάλος Φώτης Κόντογλου: ῾Συμπεραίνω πὼς οἱ Ἕλληνες πήγανε καὶ τὄπανε στὸν Φίλιππο γιατὶ θἄξερε ἑλληνικά, ἀφοῦ καὶ τὄνομά του ἤτανε ἑλληνικό, μακεδονικό. Κι᾿ αὐτὸς πάλι τὸ εἶπε στὸν Ἀνδρέα, ποὺ εἶχε κι᾿ αὐτὸς ἑλληνικὸ ὄνομα, κ᾿ ἴσως γνώριζε καὶ τὴ γλώσσα. Ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, μοναχὰ αὐτοὶ οἱ δυὸ εἴχανε ἑλληνικὰ ὀνόματα᾽. Κι ἀκόμη περισσότερο: μετά πολλές ἱεραποστολικές ὁδοιπορίες, ὁ ᾽Ανδρέας κατέληξε στήν ᾽Αχαΐα, κι ἰδίως στήν Πάτρα, ὅπου ὄχι μόνο κήρυξε ἀλλά καί παρέδωσε ἐκεῖ μέ μαρτυρικό θάνατο τήν ἁγιασμένη του ψυχή. Ξεχωριστή σχέση λοιπόν μέ τούς ῞Ελληνες ὁ θεωρούμενος ἁπλός ψαράς, στήν πραγματικότητα ὅμως σοφός, ὀλιγόλογος, βαθύς ἀναζητητής τῆς ἀλήθειας ἅγιος ᾽Ανδρέας.

2. Καταγόταν ἀπό τή Βηθσαϊδά τῆς Γαλιλαίας ὁ πρωτόκλητος ἀπόστολος καί μαζί μέ τόν ἀδελφό του πρωτοκορυφαῖο καί πρωτόθρονο ἀπόστολο Πέτρο ὑπῆρξε πρῶτα μαθητής τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου κι ἔπειτα τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. Μετά τήν ᾽Ανάληψη ᾽Εκείνου κι ἰδίως μετά τήν πλήρωση τοῦ ᾽Ανδρέα ἀπό τό πυρφόρο Πνεῦμα τῆς Πεντηκοστῆς τόν βλέπουμε νά κηρύσσει καί νά θαυματουργεῖ στή Βιθυνία, στόν Εὔξεινο Πόντο, στίς περιοχές τοῦ Βυζαντίου, στή Θράκη, στή Μακεδονία, στήν Ἤπειρο, στήν ᾽Αχαΐα. Στήν ᾽Αχαΐα μάλιστα παρέμεινε ἐπ᾽ ἀρκετόν καί ἐκεῖ θεράπευσε μεταξύ ἄλλων τή Μαξιμίλλα, σύζυγο τοῦ Ρωμαϊκοῦ ἐπάρχου Αἰγεάτη. ῾Ο Αἰγεάτης ἦταν ἐκεῖνος μάλιστα πού ἐπειδή ἡ γυναίκα του πίστεψε στόν Χριστό ὁδήγησε στά βανιστήρια καί στό τελικό μαρτύριο τόν ἅγιο ᾽Ανδρέα. Κατά πῶς τό ἀναφέρει καί πάλι ὁ Κόντογλου: ῾Γυρίζοντας στὴν Πάτρα ὁ Αἰγεάτης καὶ μαθαίνοντας αὐτὰ ποὺ γινήκανε, πρόσταξε νὰ πιάσουνε τὸν Ἀνδρέα καὶ νὰ τὸν βάλουνε στὴ φυλακή, καὶ σὲ λίγες μέρες, ἀφοῦ τὸν δίκασε, ἔβγαλε ἀπόφαση νὰ σταυρωθεῖ…Σὰν ξημέρωσε ἡ μέρα ποὺ θὰ τὸν σταυρώνανε, οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες, ἀφοῦ τὸν βασανίσανε, τὸν πήγανε στὴν ἀκροθαλασσιά, στὸν τόπο ποὺ εἶναι σήμερα χτισμένη ἡ ἐκκλησιά του καὶ ποὺ τότες ἤτανε χτισμένος ὁ ναὸς τῆς Δήμητρας. Γύρισε καὶ κοίταξε ἀτάραχος τὸ σταυρὸ καὶ τὸν βλόγησε, βλόγησε καὶ τὸν κόσμο, κ᾿ ὕστερα τὸν σταυρώσανε, γέρον, παραπάνω ἀπὸ ἑβδομήντα χρονῶν. Ὁ σταυρὸς ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἤτανε κανωμένος ἀπὸ δυὸ ἴσια σταυρωτὰ ξύλα σὲ σχέδιο X, καὶ κατὰ τὴν παράδοση ἤτανε ἀπὸ ξύλο τῆς ἐληᾶς. Μαρτύρησε βασιλεύοντας στὴ Ρώμη ὁ Νέρωνας. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἐπιφάνιο, «ἤτανε μεγαλόσωμος, λίγο σκυφτός, μὲ γυριστή μύτη καὶ μὲ πυκνὰ φρύδια᾽. Γι᾽ αὐτό εἶναι εὐνόητο πού ἡ  Πάτρα καυχᾶται, γιατί ὄχι μόνο τά χώματά της ἁγιάσθηκαν ἀπό τό τίμιο αἷμα τοῦ μαθητῆ τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί γιατί κατέχει, μετά ἀπό πολές περιπέτειες βέβαια, τμῆμα ἀπό τήν κάρα του καί τόν ἅγιο σταυρό του.

3. Δέν χρειάζονται πολλά λόγια γιά τόν ἅγιο ᾽Ανδρέα. Κάποια καίρια στοιχεῖα ὅμως πρέπει νά ἐπισημανθοῦν:

(1) ῾Ο ἅγιος ἀπόστολος ὑπῆρξε ὅπως εἴπαμε βαθύς ἀναζητητής τῆς ἀλήθειας. Ψαράς στό ἐπάγγελμα ἀλλά μέ μεγάλο πόθο νά βρεῖ ἀπαντήσεις γιά τό νόημα τῆς ζωῆς. Μαθητής τοῦ ἁγίου Προδρόμου μελετᾶ τόν Νόμο καί τούς προφῆτες, κι ὅταν ὁ δάσκαλός του ὑποδεικνύει τόν Μεσσία πού ῾αἴρει τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου᾽, τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, ἐγκαταλείπει τόν ᾽Ιωάννη γιά νά ἀφοσιωθεῖ ἔκτοτε στόν Κύριο τῆς ζωῆς του. Στόν πρῶτο πού κλήθηκε ἀπό τόν Κύριο ἐπισημαίνουμε τήν ἀλήθεια ὅτι ὅποιος μέ γνησιότητα ἀναζητεῖ αὐτήν, τήν ἀλήθεια, θά βρεῖ τόν ἴδιο τόν Θεό νά γίνεται ὁ ῾κυνηγός᾽ τῆς ὕπαρξής του, ὁ ῾Οποῖος τοῦ διανοίγει τά πνευματικά ὦτα γιά Τόν ἀκούσει. ῾Πᾶς ὁ ὤν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς᾽.

(2) ῾Ο ἀπόστολος διακατείχετο ἀπό τόλμη, καρπό τῶν πνευματικῶν του ἀναζητήσεων. Δέν διστάζει νά γίνει μαθητής τοῦ ἀσκητικοῦ καί αὐστηροῦ ᾽Ιωάννη, δέν διστάζει καί νά τόν ἀφήσει γιά νά ἀκολουθήσει τόν ῾ἄγνωστο᾽ Δάσκαλο, δέν διστάζει νά ἐπιμείνει στήν ἀκολουθία ᾽Εκείνου, ἔστω καί μέ θυσία τῆς ζωῆς του. Στόν ἀπόστολο ᾽Ανδρέα διαπιστώνουμε λόγω καί τῆς παρουσίας πιά τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὅ,τι διεκήρυξε ὁ ἄλλος μεγάλος ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος: ῾οὐκ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ᾽.

(3) ῾Ο ἅγιος ᾽Ανδρέας ἀπαρχῆς νιώθει τήν ἀνάγκη νά μαρτυρήσει γιά τόν Χριστό. ῎Οχι μόνο μέ τήν ἔννοια τῆς προσφορᾶς τῆς ζωῆς – αὐτό θά ἔλθει ἀρκετά ἀργότερα - ἀλλά πρωτίστως μέ τήν ἔννοια τῆς κατάθεσης τῆς ἐμπειρίας ἀπό τή συνάντηση μαζί Του. Καλεῖται ἀπό τόν Κύριο κι εὐθύς σπεύδει νά προσκαλέσει καί τόν ἀδελφό του Σίμωνα Πέτρο. Τήν προσωπική του χαρμόσυνη ἐμπειρία θέλει νά τή μοιραστεῖ, κι ὁ πρῶτος γι᾽ αὐτό εἶναι ὁ ἀδελφός του. ῞Ολη ἡ μετέπειτα ζωή του βεβαίως συνιστᾶ τήν ἐπιβεβαίωση τῆς ἀνάγκης του αὐτῆς, ἡ ὁποία ταυτοχρόνως ἀποτελεῖ καί τήν ὑπακοή του στόν Κύριο καί Διδάσκαλό Του. ῾Καί ὑμεῖς μαρτυρεῖτε περί ἐμοῦ᾽. ῾Καί ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς᾽.

(4) Κι ἀκριβῶς καί στόν ἅγιο ᾽Ανδρέα ἐπισημαίνουμε τόν πνευματικό νόμο ὅτι ἡ μαρτυρία τῆς πίστεως στόν Χριστό ὡς κατάθεσης ἐμπειρίας συνυπάρχει συνήθως καί μέ τό μαρτύριο τοῦ αἵματος. ῾Ο Κύριος ῾ἔδεσε᾽ τίς δύο αὐτές συνιστῶσες τῆς ἀκολουθίας Του: ὅποιος Τόν ἀκολουθεῖ καί τόν ἐξαγγέλλει, ὁ ἴδιος καί θά γεύεται τόν καρπό: τή φονική διάθεση τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντί του. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσι᾽. Κι αὐτό βεβαίως θά εἶναι ἡ σωτηρία καί ἡ ἀνάστασή του, ὅπως καί ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία πού μπορεῖ νά προσφέρει στό ἀνθρώπινο γένος. 

γ. ῾Η ζωή τοῦ ἁγίου ᾽Ανδρέα ἀποτελεῖ παράδειγμα καί γιά μᾶς. ῞Οπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος καλοῦσε σέ μίμηση τῆς ζωῆς του - ῾μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς κἀγώ Χριστοῦ᾽ - τό ἴδιο καλεῖ καί ὁ ἑορταζόμενος σήμερα ἀπόστολος ᾽Ανδρέας. Πού σημαίνει: δέν πρέπει νά αὐταπατόμαστε ὅτι εἴμαστε χριστιανοί χωρίς καθ᾽ ἡμέραν ἀναζήτησης τοῦ Χριστοῦ πρός συνάντησή Του – τό νά βρίσκουμε τόν Χριστό, κατά τούς Πατέρες μας, εἶναι τό ῾ἀεί ζητεῖν Αὐτόν᾽ -, χωρίς παράλληλα μαρτυρίας ᾽Εκείνου πρωτίστως ἔργῳ καί ὕστερα λόγῳ, ὅταν μᾶς ζητεῖται κάτι τέτοιο, χωρίς ἑτοιμότητα θυσίας καί τῆς ζωῆς μας γι᾽ Αὐτόν. 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)



῾῾Ο Θεός ἡμᾶς τούς ἀποστόλους ἐσχάτους  ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους᾽ (Α´ Κορ. 4, 9)

Δραματική ἔνταση χαρακτηρίζει τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου στό συγκεκριμένο ἀπόσπασμα ἀπό τήν Α´ πρός Κορινθίους ἐπιστολή  του. Κι αὐτό γιατί ὁ ἀπόστολος ἀπευθύνεται ὡς πατέρας στά πνευματικά του παιδιά προκειμένου νά τούς δώσει νά καταλάβουν ὅτι εἶναι ἕτοιμοι, αὐτός καί οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι, νά ὑποστοῦν τά πάντα, ἀκόμη καί ἐξευτελισμούς καί θάνατο, γιά νά γνωρίσουν τόν Χριστό πού εἶναι ἡ σωτηρία τους. Παιδαγωγούς μπορεῖ νά ἔχετε μύριους, σημειώνει ὁ ἀπόστολος, ἀλλά ἐγώ εἶμαι ὁ πνευματικός πατέρας σας. Γιατί σᾶς γέννησα ἐν Χριστῷ μέ τό εὐαγγέλιο. Τούς καλεῖ γι᾽ αὐτό νά τόν ἀκολουθήσουν στή ζωή του πού εἶναι βεβαίως ζωή Χριστοῦ. ῾Η συγκεκριμένη φράση του μάλιστα ὅτι ῾ὁ Θεός ἔδωσε στούς ἀποστόλους τήν ἐλεεινότερη θέση, σάν νά εἶναι καταδικασμένοι νά πεθάνουν στήν ἀρένα᾽ - ῾ὁ Θεός ἡμᾶς τούς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους᾽ - ἀκούγεται προκλητική καί παράδοξη καί χρήζει κάποιας διασαφάνισης.

1. Πράγματι, πῶς νά μήν ἠχεῖ παράδοξος ὁ λόγος ὅταν γνωρίζουμε ὅτι οἱ ᾽Απόστολοι εἶναι αὐτοί πού συνιστοῦν ῾τά θεμέλια τῆς ᾽Εκκλησίας᾽, κατά τόν λόγο τοῦ ἴδιου τοῦ ἀποστόλου Παύλου; Βασικός θεμέλιος λίθος εἶναι ὁ Κύριος, ἄλλοι θεμέλιοι κατά τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ μαθητές Του, οἱ ᾽Απόστολοι. Ἡ θέση τους λοιπόν ὄχι μόνο δέν φαίνεται νά εἶναι ῾ἐσχάτη᾽ καί ἐλεεινή, ἀλλά πρώτη καί διαπρεπής. Κι οἱ ᾽Απόστολοι δέν εἶναι ἐπίσης ἐκεῖνοι πού κλήθηκαν ἀπό τόν Κύριο γιά νά εἶναι οἱ μάρτυρες τῆς ζωῆς Του, ἔχοντας μάλιστα τίς δοσμένες ἀπό Αὐτόν δυνάμεις Του, ὥστε ὅ,τι ἔκανε κι ᾽Εκεῖνος νά κάνουν ἀντιστοίχως κι αὐτοί; ῾᾽Ιδού δίδωμι ὑμῖν τήν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί οὐδέν ὑμᾶς οὐ μή ἀδικήσει᾽, τούς εἶπε. Μέ ἀποκορύφωση τήν πνευματική ἐξουσία, ἐξουσία κυριολεκτικά θεϊκή, ῾τοῦ δεσμεῖν καί λύειν τάς ἁμαρτίας τῶν ἀνθρώπων᾽. ῾Λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον. ῎Αν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς. ῎Αν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται᾽. Νά ἔχεις τή δύναμη νά κυριαρχεῖς πάνω στά θηρία, ἀκόμη καί στόν Πονηρό διάβολο καί στόν θάνατο, καί νά θεωρεῖσαι τελευταῖος καί ἐλεινός, εἶναι πράγμα ἀνάποδο.

2. Κι ὅμως! Ὁ ἀπόστολος μέ ἐπίγνωση τῶν ἐξουσιῶν τοῦ ἴδιου καί τῶν λοιπῶν ἀποστόλων στόν κόσμο, φυσικό καί πνευματικό, φανερώνει τήν  παράδοξη θέση πού τούς ἔχει ἐπιφυλάξει ὁ Θεός: ῾ἐσχάτους ἀπέδειξεν ὡς ἐπιθανατίους᾽. Γιατί ῾θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καί ἀγγέλοις καί ἀνθρώποις᾽. Γίναμε θέαμα σ᾽ ἀγγέλους καί ἀνθρώπους. Ἡ ἀπαρίθμηση πού κάνει προκειμένου νά ἐξηγήσει τό ῾ἀνεξήγητο᾽ εἶναι ἀναλυτική: Γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ παρουσιαζόμαστε ἀνόητοι, περιφρονημένοι, πεινασμένοι καί διψασμένοι, ξυλοδαρμένοι, διωγμένοι, κυριολεκτικά σκουπίδια καί ἀποβράσματα τοῦ κόσμου.
Ποιό τό ἑρμηνευτικό κλειδί τῆς κατάστασης αὐτῆς; Πῶς οἱ προικισμένοι μέ τίς δυνάμεις τοῦ Θεοῦ θεωροῦνται τόσο ἐξευτελισμένοι; ῾Η ἑρμηνεία βρίσκεται ἀφενός στό ῾διά Χριστόν᾽ καί ἀφετέρου στό ὅτι ῾ὁ κόσμος κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ᾽. Σ᾽ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία πού δέν δίστασε νά ἀπορρίψει καί νά σκοτώσει καί τόν ἴδιο τόν Δημιουργό Του, δέν ὑπάρχει ἄλλη στάση ἔναντι τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. ῞Ο,τι στάση ἐπεφύλαξε ὁ πονηρός κόσμος στόν Χριστό, τήν ἴδια στάση κράτησε καί κρατάει καί γιά τούς δικούς Του πιστούς. Δηλαδή τόν διωγμό καί τόν θάνατο. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν, καί ὑμᾶς διώξουσι᾽. Καί: ῾πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ, διωχθήσονται᾽. Κι εἶναι ῾λογικό᾽: ὁ ἁμαρτωλός κόσμος δέν ἀνέχεται ὁποιονδήποτε τόν ἀρνεῖται καί τόν ἐλέγχει. ῾Η παρουσία τοῦ Κυρίου ὡς ἡ φανέρωση τῆς ἀλήθειας συνιστοῦσε ἀποκάλυψη τοῦ σκότους καί τῆς πονηρίας. ῾Νῦν κρίσίς ἐστιν τοῦ κόσμου τούτου᾽. ῎Επρεπε λοιπόν νά ἐξαφανισθεῖ. Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ὅπως παλαιότερα τό ἴδιο διώχθηκαν καί τέλος θανατώθηκαν καί οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

3. Αὐτό συμβαίνει διαχρονικά καί μέ τήν ᾽Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ. ῞Οσο ἡ ᾽Εκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ φανερώνει τή ζωή τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀρχηγοῦ της ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, θά ὑφίσταται, κατά παραχώρηση πάντοτε βεβαίως τοῦ Θεοῦ, διωγμούς καί βασανιστήρια. ῞Ολη ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας ἀποτελεῖ ἐπιβεβαίωση  τῆς πραγματικότητας αὐτῆς: τῆς μαρτυρίας καί τοῦ μαρτυρίου τῶν συνεπῶν μελῶν της. Δέν ὑπάρχει σχεδόν ἡμέρα στό καθημερινό ἑορτολόγιό της πού νά μήν ἔχει ὄχι ἕναν ἀλλά περισσοτέρους ἁγίους μάρτυρες πού ἑορτάζουν, γιατί κράτησαν ἀνοικτή τήν ψυχή τους στό ὀξυγόνο τοῦ οὐρανοῦ καί ὑπέστησαν γι᾽ αὐτό τή φονική ἔκφραση τοῦ πνιγμοῦ τῶν ὀργάνων τοῦ Πονηροῦ. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ᾽Εκκλησία μας οὐδέποτε αἰσθάνθηκε ἄνετα μέ τίς πρωτοκαθεδρίες τοῦ κόσμου τούτου, καλύτερα: θεωροῦσε ὁποιεσδήποτε τιμές τοῦ κόσμου πρός αὐτήν ὡς ἀπάδουσες πρός τό πνεῦμα τοῦ ᾽Αρχηγοῦ της καί ὡς προδοσία τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς της. Τό ῾περιθώριο᾽  λοιπόν εἶναι ἡ φυσιολογική θέση τῆς ᾽Εκκλησίας, ὅπως περιθωριοποιημένο εἶχαν οἱ ἄρχοντες τοῦ κόσμου τούτου τόν ἴδιο τόν Κύριο.

4. Κι ἐκεῖ ἀρχίζει τό ἄλλο παράδοξο: στό περιθώριο ἡ ᾽Εκκλησία, ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ ἀτίμωση τοῦ Σταυροῦ καί τῆς ἀμφισβήτησης, προβάλλει τήν ἀναστημένη ζωή τοῦ ἀρχηγοῦ της. Στό περιθώριο κυοφοροῦνται οἱ δυνάμεις τῆς ζωῆς πού τελικῶς θέτουν τήν ᾽Εκκλησία, δηλαδή τόν ἴδιο τόν Χριστό, στό κέντρο ὄχι τοῦ κόσμου, ἀλλά στό κέντρο τῶν ἀνθρωπίνων καρδιῶν, ἐφόσον αὐτές διακρατοῦν κάποια γνήσια ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας. ῾Λίθον ὅν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλήν γωνίας᾽. ῾Ο Κύριος ἐπάνω στόν Σταυρό ἦταν ὁ παντοδύναμος ἐν σαρκί Θεός. ῾Ο Σταυρός φανέρωνε τή δόξα Του. Στόν τάφο διέλυσε τό βασίλειο τοῦ ῞Αδου καί ἀνέστη τριήμερος, φανερώνοντας ὅτι ἡ ζωή κυριεύει τοῦ θανάτου. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν ᾽Εκκλησία: ὅσο ὁ πονηρός κόσμος θά τήν ἀμφισβητεῖ καί θά τήν θέτει στόν τάφο, τόσο ὁ Θεός θά τήν ἀναδεικνύει, θά τήν ἀνασταίνει καί θά τήν καθιστᾶ ζωή τῶν ἀνθρώπων. Γιά τόν ἁπλούστατο λόγο ὅτι τόν τελευταῖο λόγο πάντοτε τόν ἔχει ὄχι ὁ παρερχόμενος καί ἐν θανάτῳ κόσμος, ἀλλά ὁ παντοδύναμος Θεός.

᾽Ελεεινοί οἱ ἀπόστολοι λοιπόν σ᾽ ἕναν κόσμο φθορᾶς καί θανάτου. ᾽Αλλά γι᾽ αὐτό καί πλήρεις δόξης καί δυνάμεως καί σωφρονισμοῦ. ῾Ο ἀπόστολος ἀποκαλύπτει ἐν Πνεύματι κρυμμένα μυστήρια, πού δόξα τῷ Θεῷ οἱ πιστοί φωτιζόμαστε λίγο νά τά καταλαβαίνουμε καί νά τά κατανοοῦμε. ᾽Αλλά πρέπει νά εἴμαστε κι ἐμεῖς συντονισμένοι στήν ἴδια συχνότητα μ᾽ ἐκείνους, πού σημαίνει νά εἴμαστε ἕτοιμοι καί γιά τό μαρτύριο πρός χάρη τῆς πίστης μας. 

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΝΕΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ (28 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)


«Ο όσιος Στέφανος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 715 μ.Χ., από γονείς ευσεβείς, τον Ιωάννη και την Άννα. Ασκήθηκε από τη νεότητά του στη μονή του αγίου Αυξεντίου, που ήταν στη Βιθυνία. Η μονή βρισκόταν σε υψηλό τόπο, που ονομαζόταν Βουνό του αγίου Αυξεντίου. Έγινε ηγούμενος των μοναχών εκεί. Η φήμη των πνευματικών του αγώνων ακούστηκε παντού και η ευωδία των αρετών του οδήγησε πολλούς σ’  αυτόν. Απέθανε με μαρτυρικό θάνατο λόγω της προσκύνησης των αγίων εικόνων, επί Κωνσταντίνου του καλουμένου Κοπρωνύμου. Προ του μαρτυρικού τέλους του, ο Κοπρώνυμος τον κατεδίκασε επί ένδεκα μήνες σε δεσμά και φυλακές. Έπειτα διέταξε και τον έσυραν κατά γης και τον λιθοβόλησαν σαν τον πρωτομάρτυρα Στέφανο, εξ ου και επονομάστηκε νέος Στέφανος. Τον κτύπησαν στη συνέχεια με ξύλο στα μηνίγγια και αφού του συνέτριψαν το κεφάλι, άφησε το πνεύμα του το 767 μ.Χ.».

Ο άγιος Ιωσήφ, ο υμνογράφος του οσίου, δεν μπορεί να μην τονίσει αφενός το διπλό στεφάνι που έλαβε ο Στέφανος από τον αγωνοθέτη Κύριο: της μοναχικής ασκήσεως και της μαρτυρικής αθλήσεως («διπλούς τους στεφάνους έλαβες ασκήσεως και αθλήσεως, Πάτερ» ), αφετέρου το παρόμοιο τέλος που είχε με τον ομώνυμό του πρωτομάρτυρα Στέφανο, δηλαδή το τέλος διά λιθοβολισμού και κτυπημάτων («λαός ο παράνομος…λίθοις σε ως τον πρώταθλον αφειδώς έβαλε και την κάραν, πάτερ, την αγίαν σου συνέτριψε», δηλαδή: ο παράνομος λαός σε κτύπησε με λίθους σκληρά σαν τον πρώταθλο Στέφανο, και την κάρα σου, πάτερ, την αγία τη συνέτριψε).  Κατά πάγια μάλιστα τακτική των Πατέρων της Εκκλησίας μας, κάτι που ακολουθεί και ο άγιος Ιωσήφ, τα δύο στεφάνια, της άσκησης και του μαρτυρίου,  συνδέονται αρρήκτως μεταξύ τους με τη σχέση αιτίου και αιτιατού: η ασκητική του άθληση οδήγησε και στο μαρτύριο, σαν να ήταν το μαρτύριο το επιστέγασμα των ασκητικών του καμάτων. «Μαρτυρικαίς έστεψε τιμαίς τους ασκητικούς σου αληθώς καμάτους, όσιε Στέφανε, ο αγωνοθέτης μόνος Θεός ημών».(Ο αγωνοθέτης μόνος Θεός μας, ο Χριστός, όσιε Στέφανε, στεφάνωσε με μαρτυρικές τιμές τους ασκητικούς σου πράγματι κόπους). Κι είναι αλήθεια: πλην εξαιρέσεων, το μαρτύριο του αίματος μπορεί να το περάσει μόνον εκείνος που έχει αθληθεί στο μαρτύριο της συνειδήσεως, κάτι που κατεξοχήν φανερώνεται με τους ασκητικούς καμάτους.

Ο όσιος Στέφανος οδηγήθηκε στο μαρτύριο λόγω της επιμονής του στην ορθόδοξη πίστη, που την εποχή εκείνη (8ος μ.Χ. αιώνας) αποδεικνυόταν με την αποδοχή των εικόνων («μαρτυρήσας ως αυτού εικόνα σεβαζόμενος πάντων τε των αγίων»). Ήταν από εκείνους που κατεξοχήν με την πράξη της ζωής του συνέβαλε στη στερέωση του ορθοδόξου φρονήματος – μη ξεχνάμε ότι η εικονομαχία ήταν στην πραγματικότητα χριστολογική αίρεση, δηλαδή αμφισβητούσε την αληθινή εικόνα του Χριστού ως Θεού και ανθρώπου – γι’  αυτό και είχε και ο ίδιος εικόνες: του Κυρίου, της Παναγίας, των άλλων αγίων, τις οποίες σεβόταν, ασπαζόταν, προσκυνούσε, απονέμοντας βεβαίως τιμητική προσκύνηση σ’ αυτές. Ένας ύμνος μάλιστα του υμνογράφου μας αποδίδει «ζωγραφικά» τη στάση του οσίου απέναντι στις εικόνες. Ο όσιος γονατιστός προφανώς μπροστά στην εικόνα της Παναγίας Μητέρας του Κυρίου μας, τον Οποίο βαστάζει στην αγκαλιά της, κατασπάζεται ένδακρυς Εκείνη και τον Υιό Της, προσευχόμενος να δώσουν λύση στο πρόβλημα που ταλάνιζε την Εκκλησία και νιώθοντας αισθητά τη χάρη του αγίου Πνεύματος, η οποία τον ενδυνάμωνε να βδελυχθεί το δυσσεβές δόγμα του δυσσεβούς βασιλιά, συνεπώς και να δώσει και την ίδια τη ζωή υπέρ της αληθούς πίστεως. «Σεπτήν εικόνα του Χριστού και της Τούτον τεκούσης ασπαζόμενος, μάκαρ, βασιλέως δυσσεβούς το δόγμα το δυσσεβές εβδελύξω, σθένει Θείου Πνεύματος».

Η περιγραφή του υμνογράφου εν προκειμένω γίνεται σημείο προσανατολισμού. Στο κάθε πρόβλημα, δικό μας ή των άλλων, η προσευχητική στάση μας μπροστά στην εικόνα του Κυρίου και της Παναγίας μας είναι το κατεξοχήν όπλο μας. Η προσευχή αυτή, ενδυναμούμενη και από κάποια προσπάθεια εφαρμογής των εντολών του Κυρίου μας, μας οδηγεί στη διέξοδο των προβλημάτων μας. Κι η σπουδαιότερη διέξοδος τις περισσότερες φορές είναι η από τον Κύριο προσφορά της χάρης της υπομονής, ώστε να αντέχουμε τα προβλήματα.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΠΕΡΣΗΣ (27 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)


«Ο άγιος Ιάκωβος ήταν επί των βασιλέων Ονωρίου και Αρκαδίου, χριστιανός από γονείς χριστιανούς, κατοικούσε στην πόλη Βηθλαβά, στη χώρα των Ελουζησίων, από γένος έντιμο και λαμπρό, και ετιμάτο πολύ από τον βασιλιά Ισδιγέρδο. Γι’  αυτόν τον λόγο, επειδή δηλαδή τον αγαπούσε πολύ ο βασιλιάς των Περσών, απομακρύνθηκε από την πίστη των Χριστιανών και ακολούθησε τον βασιλιά, οδηγούμενος έτσι στην απώλεια με την άρνηση του Χριστού. Όταν όμως η μητέρα του και η σύζυγός του διέκοψαν την κοινωνία τους με αυτόν, διότι προτίμησε την αγάπη του βασιλιά από την αγάπη του Χριστού, και για την πρόσκαιρη δόξα επέλεξε την αιώνια ντροπή και κατάκριση – κάτι που του το μήνυσαν με γράμματα που του έστειλαν – πληγώθηκε στην ψυχή και απομακρύνθηκε από τη μάταια θρησκεία του βασιλιά, οπότε άρχισε να κλαίει για όσα αμάρτησε, καθώς αποστάτησε από τον Χριστό. Για τον λόγο αυτό οδηγείται σε εξέταση, ενώ ο βασιλιάς δυσαρεστήθηκε  πάρα πολύ από το γεγονός. Αποτέλεσμα ήταν να υποστεί πικρό θάνατο, με την κατάτμηση λίγο λίγο της αρμονίας του σώματος: των χεριών και των ποδιών και των βραχιόνων, ώστε να μείνει μόνον σ’ αυτόν το κεφάλι με την κοιλιά. Έπειτα του αφαίρεσαν και το κεφάλι με μαχαίρι».
Η μητέρα και η σύζυγος του αγίου Ιακώβου έπαιξαν τον ρόλο του αλείπτη, δηλαδή του πνευματικού προπονητή του, όταν η συναισθηματική προσκόλληση του αγίου στον βασιλιά των Περσών τον απομάκρυνε από την πίστη του Χριστού. Όπως σημειώνει ο υμνογράφος: «Νουθεσίαν εμφρόνως δεξάμενος των οικειοτάτων σου χαίρων εχώρησας προς τους αγώνας». (Δέχτηκες τη νουθεσία των πιο οικείων προσώπων σου με φρόνηση, και με χαρά προχώρησες προς τους μαρτυρικούς αγώνες). Και: «πεισθείς τη καλή συζύγω…ανεδείχθης μάρτυς θαυμαστός».  Όπως συνέβαινε ιδίως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οπότε και αναφάνηκε ο συγκεκριμένος αυτός θεσμός: να καθοδηγούνται από έμπειρους πνευματικούς, τους αλείπτες ονομαζομένους,  οι αρνησίχριστοι, ώστε μετά από προετοιμασία να πηγαίνουν στο μαρτύριο, ομολογώντας την πίστη τους εκεί που αρνήθηκαν τον Χριστό, έτσι και με τον Ιάκωβο: χωρίς να έχουν συνείδηση επακριβώς του συγκεκριμένου ρόλου τους η μητέρα και η γυναίκα του, αυθόρμητα, έγιναν το όργανο του Θεού για να μεταστραφεί και πάλι εκείνος, και μάλιστα να φτάσει στο μαρτύριο. Και τι μαρτύριο; Τέτοιο που ο υμνογράφος μάς προτρέπει να στενάξουμε και να κλάψουμε, βλέποντας το τι πέρασε με την ομολογία του Χριστού. «Από ψυχής στενάξωμεν πάντες, δάκρυα εκχέοντες, καθορώντες πικρώς τον Μάρτυρα μελιζόμενον».
Το τρομερό αυτό μαρτύριο όμως που υπέστη – «των δακτύλων και των χειρών, και βραχιόνων εκκοπέντων σου, ομοίως και ποδών και κνημίδων σου, μέχρι μηρών εκαρτέρησας» - δηλωτικό της γνήσιας μεταστροφής και μετάνοιάς του, τον έκανε να αναφανεί ως νέο αστέρι εκ Περσίδος, καθοδηγητικό των υπολοίπων χριστιανών. Ο άγιος Θεοφάνης δηλαδή, ο υμνογράφος του αγίου Ιακώβου, έκθαμβος μπροστά πια στα φοβερά μαρτύριά του, τον θεωρεί ως αντίστοιχο με το αστέρι που καθοδήγησε κατά τη Γέννηση του Κυρίου τους εκ Περσίδος μάγους. Ο άγιος Ιάκωβος μάς φέρνει μπροστά στον Χριστό μέσω του μαρτυρίου του. Εκείνον προβάλλει το πάθος του, το οποίο βεβαίως κατανοείται ως μαρτύριο «κοινωνίας των παθημάτων του Χριστού». «…Ιακώβου του εκ Περσίδος ημίν αστράψαντος, δίκην αστέρος του τοις Μάγοις φανέντος, και προς την αληθή επίγνωσιν καθοδηγήσαντος». Και: «Εκ Περσίδος αστέρα νεοφανή ο Χριστός ανατείλας τοις επί γης, τον θείον Ιάκωβον…δι’ αυτού τον ζόφον της πλάνης απήλασε». (Ο Χριστός ανέτειλε στους ανθρώπους τον θείο Ιάκωβο ως νεοφανή αστέρα…και δι’  αυτού έδιωξε τη σκοτεινιά της πλάνης). Ο παραλληλισμός που κάνει ο υμνογράφος, λόγω της αφορμής που του δίνει η εκ Περσίας καταγωγή του Ιακώβου, είναι καταπληκτικός. Διότι έτσι τονίζει με πράγματι μοναδικό τρόπο τη δύναμη του χριστιανικού μαρτυρίου: ο θάνατος ενός χριστιανού δίνει τη μεγαλύτερη ώθηση στην πίστη των ανθρώπων. Είναι όντως ένα φως που καθοδηγεί τους εν σκότει ευρισκομένους.
Ο Θεοφάνης όμως, πέραν των ανωτέρω, κάνει και δύο ακόμη σημαντικές επισημάνσεις.  Πρώτον∙ ο άγιος Ιάκωβος τελικώς με τη μεταστροφή του αποδεικνύεται πράγματι έξυπνος. Ενώ ένας κοσμικός άνθρωπος, με κριτήρια απιστίας, θα έλεγε ότι εκμεταλλευόμενος τη σχέση του με τον βασιλιά, όπως και τη θέση και τα πλούτη που του εξασφάλιζε η γνωριμία του αυτή, τότε ήταν πραγματικά έξυπνος, με τα κριτήρια της πίστεως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Και δικαίως: έξυπνος τελικώς είναι εκείνος που προκρίνει το αιώνιο από το πρόσκαιρο και το φθαρτό. Κι αυτό έκανε ο άγιος Ιάκωβος. «Ρεόντων το φθαρτόν και ευδιάλυτον παρείδες εμφρόνως, Στεφανηφόρε∙ ως αγχίνους δε προέκρινας των αεί προσμενόντων  το ασάλευτον». (Περιφρόνησες, στεφανηφόρε Ιάκωβε, γιατί είχες φρόνηση, το φθαρτό και το ευδιάλυτο των πρόσκαιρων πραγμάτων. Σαν έξυπνος δε άνθρωπος προτίμησες το ασάλευτο των αιωνίων πραγμάτων). Πόσο πρέπει να τονίζουμε την αλήθεια αυτή και σήμερα, που δυστυχώς δεν μπορούμε να δούμε το προέχον των αιωνίων από τα προσωρινά και φθαρτά. Και είμαστε και χριστιανοί.
Δεύτερον∙ ο άγιος Ιάκωβος, όπως τον παρουσιάζει ο υμνογράφος, εξαγγέλλει επίσης μία αλήθεια που δεν λαμβάνεται υπόψη όσο πρέπει: ό,τι υφίσταται ένας πιστός χάριν της πίστεώς του, τόσο αυτό που υφίσταται αναπληρώνεται αντιστοίχως από τον Θεό και γίνεται η δόξα του. Σαν τον Σταυρό του Κυρίου: το Πάθος έγινε η δόξα Του. Με τη διατύπωση του ιδίου του υμνογράφου: «Ει και τα μέλη μου αισθητά όντα τέμνετε, αλλ’ έχω Χριστόν, νοητώς μοι τα πάντα γινόμενον». (Αν και τα μέλη μου που είναι αισθητά τα κομματιάζετε, όμως έχω τον Χριστό, που νοητά γίνεται τα πάντα για μένα). Με άλλα λόγια: ο πιστός, έστω κι αν βλέπει να του παίρνουν τα πάντα (για παράδειγμα σήμερα, τον μισθό, τη σύνταξη, τις κοινωνικές παροχές, την εργασία),  όσο έχει τον Χριστό, όσο η πίστη του είναι ζωντανή, θα βλέπει Εκείνον να του αναπληρώνει ό,τι έχασε με τρόπο θαυμαστό. Αλλά καταντάμε κουραστικοί κάθε φορά: έχουμε την πίστη Του; Κρατάμε τον Χριστό;