Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΜΥΡΟΒΛΗΤΗΣ (26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ)




«Ο άγιος Δημήτριος έζησε επί των βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού. Καταγόταν από την πόλη της Θεσσαλονίκης, ήταν ευσεβής χριστιανός ήδη από τους γονείς του και διδάσκαλος της πίστεως στον Χριστό. Όταν ήλθε ο Μαξιμιανός στη Θεσσαλονίκη, συνελήφθη ο άγιος ως πολύ γνωστός για την ευσέβειά του χριστιανός. Ο βασιλιάς υπερηφανευόταν  για κάποιον άνδρα του, Λυαίο στο όνομα, ο οποίος ήταν τεράστιος στο σώμα και με φοβερή δύναμη,  και παρακινούσε όλους τους κατοίκους της χώρας να βγουν και να τον αντιμετωπίσουν σε μάχη. Κάποιος νεαρός, Χριστιανός στην πίστη, ονόματι Νέστωρ, προσήλθε στον άγιο Δημήτριο, που ήταν φυλακισμένος, και του είπε: Δούλε του Θεού, θέλω να παλέψω με τον Λυαίο∙ προσευχήσου για μένα. Αυτός δε, αφού σφράγισε με το σημείο του Σταυρού το μέτωπο του Νέστορα, του λέγει: «Και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ του Χριστού θα μαρτυρήσεις». Πήρε θάρρος ο Νέστωρ από τα λόγια αυτά και αντιμετώπισε τον Λυαίο, με αποτέλεσμα να τον σκοτώσει, ταπεινώνοντας την αλαζονεία του. Για τον λόγο αυτό ο βασιλιάς ντροπιάστηκε, κι όταν ερεύνησε και έμαθε ότι αίτιος της σφαγής του Λυαίου ήταν ο Δημήτριος, διέταξε να πάνε πρώτα  στρατιώτες στη φυλακή του και με λόγχες να του κατατρυπήσουν την πλευρά. Μόλις έγινε αυτό, αμέσως ο άγιος άφησε την ψυχή του, ενώ από τότε άρχισε να κάνει πολλά και παράδοξα θαύματα και ιάσεις. Έπειτα, με τη διαταγή του βασιλιά πάλι, έκοψαν την κεφαλή του αγίου Νέστορα». 

Απορία, έκπληξη, θάμβος, δοξολογία, πλησμονή θείου έρωτα! Οι πρώτες εντυπώσεις που αποκομίζει κανείς ερχόμενος σ’  επαφή με τους ύμνους της Εκκλησίας μας για τον μεγαλομάρτυρα, μυροβλήτη, θαυματουργό άγιο Δημήτριο. Είναι τόσος ο πνευματικός πλούτος του αγίου, ώστε δεν άρκεσε ο υμνογράφος Θεοφάνης με τον κανόνα του, για να υμνολογήσει την όλη βιοτή του Δημητρίου,  αλλά επιστρατεύτηκε και ο άγιος Φιλόθεος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος  και με δεύτερο κανόνα επικεντρώνει κυρίως την προσοχή μας στη μυροβολία του αγίου.  «Ο δεύτερος κανών, υπόθεσιν έχων εγκωμίων ομού και δεήσεως το ιερόν αυτού μύρον», κατά το διευκρινιστικό σημείωμα του κανόνα αυτού. Μπρος λοιπόν στη θαυμαστή προσωπικότητα του αγίου Δημητρίου, η Εκκλησία μας διά των υμνογράφων νιώθει την ανεπάρκεια επακριβούς εξυμνήσεως των αγώνων και των τιμών που απολαμβάνει ο άγιος εν ουρανοίς. «Νους ουκ εξαρκεί και λόγος ανθρώπινος εκδιηγήσασθαι τας υπερφυείς τιμάς και δόξας, Μάρτυς, ας περ απείληφας». (Ο νους και ο ανθρώπινος λόγος δεν εξαρκούν, Μάρτυς, για να διηγηθούν τις υπερφυσικές τιμές και δόξες, τις οποίες έχεις λάβει).

Και δικαίως. Πώς να εξυμνηθεί σωστά και με ακρίβεια, εκείνος που συμβασιλεύει πια με τον Κύριο του παντός; Ντυμένος το πορφυρό ρούχο του βασιλιά, λόγω των μαρτυρικών αιμάτων του, κρατώντας στα χέρια αντί σκήπτρου τον σταυρό, συμβασιλεύει πράγματι με τον Χριστό. «Ως πορφυρίδι κεκοσμημένος τω σω αίματι, έχων αντί σκήπτρου, ένδοξε, τον Σταυρόν, τω Χριστώ συμβασιλεύεις νυν».  Ποιο εγκώμιο μπορεί να είναι υψηλότερο και μεγαλύτερο από αυτό; Κατά συνέπεια, οι ύμνοι τονίζουν ότι η εορτή του αγίου Δημητρίου δεν έχει τοπικό, αλλά παγκόσμιο χαρακτήρα. Κι η παγκοσμιότητα αυτή δεν αναφέρεται στον κόσμο μόνον τούτο, στους πιστούς δηλαδή όλου του κόσμου, αλλά και στους ίδιους τους αγγέλους. «Σήμερον συγκαλείται ημάς του αθλοφόρου η παγκόσμιος πανήγυρις». «Εν ουρανώ και εν γη, αγαλλίαμα σήμερον, εν τη μνήμη ηύγασται Δημητρίου του Μάρτυρος∙ εκ των Αγγέλων επαίνοις στέφεται, και εξ ανθρώπων άσματα δέχεται». (Στον ουρανό και στη γη σήμερα φάνηκε ως φως αγαλλιάσεως η μνήμη Δημητρίου του Μάρτυρος. Οι άγγελοι τον στεφανώνουν με επαίνους και οι άνθρωποι τον δοξολογούν με άσματα).

Εκεί που ο λυρισμός φθάνει στο απώγειό του είναι με τον κανόνα του αγίου Φιλοθέου, ο οποίος τονίζει, όπως είπαμε, τη μυροβολία του αγίου. Οι εικόνες που επιστρατεύει μας εκπλήσσουν, φανερώνοντας και το μεγαλείο του ίδιου, νηπτικού και ασκητικού Πατέρα κατά τα άλλα, ως σπουδαίου ποιητή. Πώς ερμηνεύει καταρχάς τη μυροβολία του μεγαλομάρτυρα; «Ώριμον ως βότρυν σε μάκαρ Χριστός, θείας εξ αμπέλου δρεψάμενος, εναποθλίβει, Μαρτυρίου τοις ληνοίς∙ το καταρρεύσαν γλεύκος δε, μύρου θείαν βρύσιν ειργάσατο». (Μακάριε Δημήτριε, ο Χριστός σε μάζεψε σαν ώριμο σταφύλι από το θεϊκό αμπέλι. Και σε συνθλίβει στο πατητήρι του Μαρτυρίου. Το γλεύκος, ο χυμός που έρρευσε, το έκανε θεϊκή βρύση του μύρου). Κι αλλού με άλλη εικόνα: «Ο μέγας εν μάρτυσι, Δημήτριος, τοις αίμασιν ιδρώτας κεράσας των αγώνων, μύρον το θείον ημίν εσκεύασε, πυρί τω του Πνεύματος, καλώς εψήσας το φάρμακον, εις ψυχών καινήν κάθαρσιν». (Ο μέγας μεταξύ των μαρτύρων Δημήτριος, αφού ανάμειξε τους πνευματικούς ιδρώτες με τα αίματα των αγώνων του και έψησε καλά το φάρμακο με τη φωτιά του αγίου Πνεύματος, ετοίμασε προς χάρη μας το θεϊκό μύρο, για νέα κάθαρση (μετά την κάθαρση βεβαίως του βαπτίσματος) των ψυχών μας). Δεν είναι μόνον όμως ο άγιος Φιλόθεος, ο οποίος δοξολογεί τον Κύριο για τη δωρεά του μύρου του αγίου, το οποίο θεραπεύει τις ψυχές και τα σώματα των πιστών. Είναι και άλλος υμνογράφος, ο Γερμανός, ο οποίος και αυτός προβαίνει σε έναν παραλληλισμό σπουδαίας ποιητικής συλλήψεως, προκειμένου να εξηγήσει τη χάρη της μυροβολίας του Δημητρίου και την ενέργεια έτσι των θαυμάτων του: «Λογχευθείς την πλευράν, την ακήρατόν σου, πανσεβάσμιε Δημήτριε, μιμούμενος τον επί ξύλου τανυσθέντα, εις σωτηρίαν παντός του κόσμου, των θαυμάτων είληφας την ενέργειαν, ανθρώποις παρέχων τας ιάσεις αφθόνως». (Αφού λογχεύτηκες στην σεβάσμια και αγνή πλευρά σου,  πανσεβάσμιε Δημήτριε, μιμούμενος τον Κύριο που και Αυτός κρεμάστηκε στον Σταυρό και λογχεύτηκε στην πλευρά για τη σωτηρία όλου του κόσμου, έλαβες την ενέργεια των θαυμάτων, παρέχοντας τις ιάσεις αφθόνως).

Ποια η αιτία όμως της καταπλήσσουσας προσωπικότητας του αγίου Δημητρίου και των θαυμαστών δωρεών που του έδωσε ο Κύριος; Τίποτε περισσότερο από την υπακοή του στο θέλημα του Θεού. Η προτεραιότητα του αγίου Δημητρίου σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και κατά το μαρτύριό του ήταν να ευαρεστεί τον Κύριο, φανερώνοντας έτσι ότι υπεράνω όλων λειτουργούσε γι’  αυτόν η αγάπη Εκείνου, έστω και με θυσία της ζωής του. «Βασιλεί των αιώνων ευαρεστών, βασιλέως ανόμου πάσαν βουλήν εξέκλινας, ένδοξε, και γλυπτοίς ουκ επέθυσας∙ δια τούτο θύμα σαυτόν προσενήνοχας, τω τυθέντι Λόγω, αθλήσας στερρότατα». (Θέλοντας να ευαρεστείς τον Βασιλέα των αιώνων Χριστό, απομακρύνθηκες από κάθε θέλημα του άνομου βασιλιά, ένδοξε, και δεν θυσίασες στα είδωλα. Γι’  αυτό προσέφερες τον εαυτό σου ως θύμα στον Υιό και Λόγο του Θεού, που θυσιάστηκε  για εμάς, με την άθλησή σου την ακλόνητη). Κι όπως είπαμε: εκείνο που κινούσε τον άγιο Δημήτριο στο να επιλέγει πάντοτε το θέλημα του Θεού, ήταν η σφοδρή σαν φωτιά αγάπη του στον Κύριο: «τω θείω πόθω τον νουν πυρπολούμενος». «Πυρ πόθου θεϊκού εν καρδία δεξάμενος».

Κι είναι πράγματι η βασικότερη αλήθεια για όλους τους αγίους μας: δεν μπορεί να κατανοηθεί η θαυμαστή ζωή τους, όπως του μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, χωρίς την κινητήρια αυτή δύναμη, της μεγάλης αγάπης προς τον Κύριο. Είναι τόσο καίριας σημασίας τούτο, ώστε ο υμνογράφος άγιος Φιλόθεος, προκειμένου να αποδώσει αυτήν την αγάπη του Δημητρίου, δανείζεται εικόνες και σχήματα από το περίφημο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, το «Άσμα Ασμάτων». Όπως δηλαδή εκεί, η νύμφη ψυχή, πυρπολουμένη από αγάπη προς τον Νυμφίο Χριστό, Τον κυνηγά και εκφράζει με ερωτικούς στεναγμούς την αγάπη της, όπως και το αντίστροφο, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ με τον άγιο: διαμείβεται διάλογος αυτού με τον Χριστό, που φανερώνει τον βαθύ έρωτα του αγίου προς Εκείνον, όπως και Εκείνου προς τον άγιο:  «Πού μένεις, Νυμφίε μου; Πού την σκηνήν σου εν μεσημβρία κατέπηξας; Ο στεφανίτης ανεβόα τω Χριστώ». (Πού μένεις, νυμφίε μου; Πού έφτιαξες τη σκηνή σου; Φώναζε στον Χριστό ο στεφανωμένος μάρτυρας). «Ανάστα, δεύρο πλησίον μου, ψυχή του Δημητρίου προσφθέγγεται νυμφίος Χριστός∙ οίκον του νάρδου εισέλθωμεν, και της οσμής του μύρου μου μεταλάβωμεν». (Σήκω, έλα κοντά μου, λέει ο νυμφίος Χριστός, στην ψυχή του Δημητρίου. Ας μπούμε στο σπίτι του μύρου, και ας μεταλάβουμε την οσμή του μύρου μου). «Εγώ φησίν ο ερώμενος, εγώ, Νυμφίε, σπεύδω οπίσω σου∙ οσμή γαρ μύρων σου, πάντων των μύρων υπέρκειται, ήτις ημών το αίμα μύρον ειργάσατο». (Εγώ λέει ο αγαπώμενος, εγώ, Νυμφίε, τρέχω πίσω σου. Διότι η οσμή των μύρων σου είναι μεγαλύτερη από όλα τα μύρα. Κι αυτή η οσμή σου έκανε το αίμα μου μύρο).

Ένα πια απομένει: να παρακαλέσουμε τον άγιο μεγαλομάρτυρα να μας επισκεφθεί με συμπάθεια. Και να μας βοηθήσει, πρεσβεύοντας στον Κύριο, ώστε να σωθούμε από όλα τα δεινά που περνάμε ως άνθρωποι και έθνος, από τις απειλές των συγχρόνων τυράννων, όπως και από κάθε απειλή αιρετικών. «Δεύρο, μάρτυς Χριστού, προς ημάς, σου δεομένους συμπαθούς επισκέψεως∙ και ρύσαι κεκακωμένους, τυραννικαίς απειλαίς, δεινή μανία της αιρέσεως». (Έλα, μάρτυς του Χριστού, σε μας, που έχουμε ανάγκη από τη συμπαθή επίσκεψή σου. Και σώσε μας, που πληγωνόμαστε από τις απειλές των τυράννων και από τη φοβερή μανία της αιρέσεως).

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΗΤΟΥ) (2)



Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽ (Β´ Τιμ. 2, 8)

α. Τόν ῾καλόν στρατιώτην ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ μεγαλομάρτυρα καί μυροβλήτη ἅγιο Δημήτριο πού τιμᾶ ἐνδόξως σήμερα ἡ ᾽Εκκλησία μας φωτίζει τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, παρμένο ἀπό τήν ποιμαντική λεγόμενη ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου τήν Β´ πρός Τιμόθεον. ῞Οσα προτρεπτικά λέει ὁ ἀπόστολος γιά τόν μαθητή καί συνεργάτη του ἅγιο Τιμόθεο τά βλέπουμε ἐφαρμοσμένα ἤδη στόν ἅγιο Δημήτριο: ἡ δύναμή του ἦταν ἡ χάρη τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, κακοπάθησε ὡς καλός στρατιώτης ᾽Εκείνου, ἀθλήθηκε νόμιμα, ἡ διαρκής μνήμη του ἦταν ὁ ἀναστημένος ᾽Ιησοῦς Χριστός. Κι ἡ ᾽Εκκλησία μας βεβαίως τά στοιχεῖα αὐτά πού μᾶς ὁδηγοῦν στή σωτηρία μας μᾶς τά προβάλλει ἔντονα, προκειμένου νά κρίνουμε τόν ἑαυτό μας πάνω σ᾽ αὐτά καί νά πορευόμαστε ἀντιστοίχως στή ζωή μας. Κατεξοχήν μάλιστα ἡ μνήμη μας πρέπει νά εἶναι διαρκῶς στόν ἀναστημένο ἀπό τούς νεκρούς ᾽Ιησοῦ Χριστό καί ἀπόγονο τοῦ Δαβίδ. ῾Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽.

β. 1. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος δέν μᾶς καλεῖ μέσω τῆς προτροπῆς του στόν ἅγιο Τιμόθεο νά μνημονεύουμε τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς ἕνα πρόσωπο τῆς ἱστορίας γιά παιδαγωγικούς σκοπούς. ῾Η προτροπή του δηλαδή δέν ἔχει τήν ἔννοια μίας ἀνάμνησης πού ἀναπλάθει ἀπό τό παρελθόν ἕνα πρότυπο γιά παραδειγματισμό, ὅπως τό βλέπουμε νά συμβαίνει στίς διάφορες ἐπετείους σπουδαίων ἱστορικῶν γεγονότων ἤ ἀκόμη καί στή μνήμη τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας. Κι αὐτό γιατί μία τέτοια μνημόνευση σημαίνει ὅτι τό πρόσωπο ἤ τό γεγονός ἀνήκει στό παρελθόν κι ἐπειδή ἔχει κάποια ἰδιαίτερη ἀξία θέλουμε νά τό προβάλλουμε ὡς καθοδηγητικό στοιχεῖο καί γιά τή δική μας ζωή στό παρόν.
῾Η προτροπή τοῦ ἀποστόλου ἔχει πολύ μεγαλύτερο βάθος κι ἐκφράζει τήν πίστη τοῦ ἴδιου καί τῆς ᾽Εκκλησίας γιά τό ποιός εἶναι ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός καί ποιά εἶναι ἡ σχέση μας μέ ᾽Εκεῖνον. ῾Ο ᾽Ιησοῦς Χριστός πού πρέπει νά μνημονεύουμε εἶναι ὁ ῾ἐγηγερμένος ἐκ νεκρῶν᾽, δηλαδή εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού μέ τήν ἀνάστασή Του φανέρωσε τή θεότητά Του ὡς Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, καί ταυτοχρόνως εἶναι τέλειος ἄνθρωπος ὡς καταγόμενος ῾ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἀπόστολος καλεῖ νά μνημονεύουμε ᾽Εκεῖνον πού εἶναι ζωντανός καί διαρκῶς παρών στή ζωή μας καί τή ζωή σύμπαντος τοῦ κόσμου, συνεπῶς καλεῖ νά ἔχουμε ἀνοικτά τά μάτια τῆς πίστης, γιά νά βλέπουμε τήν πραγματικότητα πού ζοῦμε στήν ᾽Εκκλησία: τόν Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο πού μᾶς προσέλαβε στόν ῾Εαυτό Του καί μᾶς ἕνωσε μέ τόν Θεό.

2.  Μέ ἄλλα λόγια ἡ μνημόνευση αὐτή τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ συνιστᾶ τήν αὐτονόητη ἐν πίστει κίνηση τοῦ μέλους τῆς ᾽Εκκλησίας, τοῦ βαπτισμένου καί χρισμένου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ζώντας τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ὕπαρξή του ὡς ἐνδεδυμένος ᾽Εκεῖνον - ῾ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽ - Τόν ἀναπνέει ὅπως ἀναπνέει κανείς τόν ἀέρα γιά νά ζήσει. ῞Οταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σημειώνει ὅτι πρέπει νά μνημονεύουμε περισσότερο τόν Θεό ἀπό τό νά ἀναπνέουμε - ῾μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον᾽ -, δηλαδή ἡ μνημόνευσή του εἶναι περισσότερο κι ἀπό θέμα ζωῆς καί θανάτου, αὐτό ἀκριβῶς σημειώνει: χωρίς Χριστό δέν ὑπάρχει ἀληθινή καί πραγματική ζωή. Χωρίς Χριστό ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ζωντανό πτῶμα. Τήν ἴδια ἔννοια ἔχει καί τό ῾ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε᾽ πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σέ κάποια ἄλλη ἐπιστολή του.
Κι εἶναι περιττό βεβαίως νά τονίσουμε καί πάλι ὅτι μία τέτοια μνημόνευση ὡς ἀναγκαία γιά τήν ἴδια τήν πνευματική ζωή προϋποθέτει τήν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ πιστός δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναφερθεῖ στόν Κύριο ὡς Θεό καί ἄνθρωπο, ἄν δέν τόν φωτίζει ἐν προκειμένῳ τό ἴδιο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Μόνον ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τή χάρη ᾽Εκείνου φθάνει στό ὑπέρ φύσιν σημεῖο πίστης καί ἀποδοχῆς τῆς θεανθρωπότητάς Του, κάτι πού ἐξόχως σημειώνει ὁ ἀπόστολος: ῾Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽.  ῎Ετσι ἡ μνημόνευση τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, κατά τόν ἀπόστολο, εἶναι ἡ  ἐπιβεβαίωση τῆς ὕπαρξης στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τόν καθοδηγεῖ νά βιώνει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ ὡς Πατέρα: τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ᾽ παραπέμπει εὐθέως στό ῾ἀββᾶ ὁ Πατήρ᾽.

3. Τά παραπάνω ἐξηγοῦν εὔκολα  γιατί ἡ ᾽Εκκλησία μας ἀπαρχῆς μέ τούς ἁγίους θεοπνεύστους Πατέρες της θεώρησε ὅτι ἡ κατεξοχήν προσευχή πού συμπυκνώνει κάθε προσευχή της καί συνιστᾶ μία συνοπτική ὁμολογία πίστης της εἶναι τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽ ἤ μέ τήν πιό ἀνεπτυγμένη μορφή του τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν᾽. Σ᾽ αὐτήν τή μονολόγιστη λεγόμενη προσευχή ἔχουμε τήν ἐπακριβή ἐπιβεβαίωση τῆς προτροπῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου: μνημονεύουμε καί ἐπικαλούμαστε τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο, ὁ ῾Οποῖος ἦλθε στόν πεσμένο στήν ἁμαρτία κόσμο, προκειμένου νά μᾶς σώσει. Τό ἔλεός Του εἶναι ἡ ἀπάντηση στή διαστροφή τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει μάλιστα συναίσθηση αὐτῆς καί τοποθεῖται ἐν ταπεινώσει ἀπέναντί Του. Γι᾽ αὐτό καί ὄχι μόνο στίς ἀκολουθίες τῆς ᾽Εκκλησίας ἀλλά καί σέ κάθε ἐπίπεδο τῆς ζωῆς τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽ συνοδεύει ὄχι μόνο τόν μοναχό – ἡ ῾ἀποκλειστικότητα᾽ αὐτή δέν συνάδει πρός τήν ἐκκλησιαστική πίστη - ἀλλά καί τόν κάθε βαπτισμένο χριστιανό. Σέ διαφωνία πάνω στό θέμα αὐτό γιά παράδειγμα ἑνός μοναχοῦ μέ τόν  μεγάλο Πατέρα τῆς ᾽Εκκλησίας ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἐν ἀντιθέσει πρός τόν μοναχό ὑποστήριζε ὅτι ἡ μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ εἶναι γιά ὅλους τούς πιστούς μικρούς καί μεγάλους, ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίστηκε στόν μοναχό γιά νά τοῦ πεῖ ὅτι ἡ ἀλήθεια βρίσκεται στόν ἅγιο Γρηγόριο.

4. Τό μόνο πού ἀπαιτεῖται νά κατανοήσουμε οἱ πιστοί εἶναι ὅτι ἡ μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ δέν γίνεται κατά τρόπο ἐξωτερικό καί τυπικό. Οἱ ῾τεχνικές᾽ τῆς εὐχῆς τοῦ Χριστοῦ ἤ ἡ ἐπανάληψη τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του σάν κάτι τό μαγικό πόρρω ἀπέχουν ἀπό αὐτό πού ζεῖ ἡ ᾽Εκκλησία μας καί λέει ὁ ἀπόστολος. ῾Η μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, ὅπως εἴπαμε, καί μέ θερμότητα ἀγάπης πρός τό πανάγιο πρόσωπό Του. ῾Η ἀγάπη μας πρός τόν Χριστό, τόν ᾽ἐξ Οὗ καί δι᾽ Οὗ καί εἰς ῞Ον τά πάντα ἔκτισται᾽, θέτει σέ ἐνέργεια κατά τρόπο αὐξητικό τή χάρη τῆς μνήμης Του καί ἡ ἀγάπη αὐτή ἀποτελεῖ τό ῾κλειδί᾽ τῆς συνεχοῦς ἐπανάληψης τοῦ ὀνόματός Του. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ μνήμη Του καί ἡ ἀδιάκοπη ἐπίκλησή Του προϋποθέτει τήν τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. Πιστός πού ἐπικαλεῖται τόν Κύριο χωρίς νά ὁδεύει κατά τίς ἐντολές Του, κατεξοχήν τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπό του, μᾶλλον δουλεύει σέ ἀλλότριο δεσπότη καί ὄχι στόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῾Ο λόγος τοῦ μεγάλου Πατέρα ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ ἐν προκειμένῳ εἶναι καταπέλτης: ῾᾽Εκεῖνος πού μπόρεσε νά ἀποκτήσει τήν τέλεια ἀγάπη καί νά ρυθμίσει σύμφωνα μέ αὐτήν ὄλην τή ζωή του, αὐτός ἐπικαλεῖται τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽ (4η ἑκατ. Περί ἀγάπης).

γ. Δέν ὑπάρχει πιό ἰσχυρό ὅπλο στά χέρια μας ἀπό ῾τό ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα᾽ τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἐκφράζοντας καί τή δική του ζωή μᾶς παρακινεῖ σ᾽ αὐτό, ἡ ᾽Εκκλησία μας τό ἔχει ὡς τόν πιό μεγάλο καί ὑπερθαύμαστο θησαυρό της, τό θεμέλιο τῆς ὕπαρξής της. ῎Ας μάθουμε νά ἀναπνέουμε Αὐτόν πού συνιστᾶ τήν ἴδια τή ζωή μας καί ῾τήν ψυχή τῆς ψυχῆς μας᾽ (ὅσιος Μακάριος). Τότε θά μάθουμε ἐμπειρικά τό τί σημαίνει δύναμη πίστης καί φανέρωση τῆς Βασιλείας Του ἤδη ἀπό τόν κόσμο αὐτόν.



ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΗΤΟΥ)



Μήν οὖν ἐπαισχυνθῇς τό μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν
(Β´ Τιμ. 1, 8)

α. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς ἀπό τήν Β´ πρός Τιμόθεον ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶναι ἐν σχέσει πρός τόν ἅγιο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο. ῾Η ζωή τοῦ ἁγίου ὑπῆρξε μία ζωή μαρτυρίας καί ὁμολογίας τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, τέτοιας πού κατέληξε καί στό δικό του αἱματηρό μαρτύριο, κάτι πού σημειώνει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν ἐπιστολή γιά τή δική του πορεία, στή μίμηση τῆς ὁποίας καλεῖ καί τόν μαθητή του Τιμόθεο. Ἡ ᾽Εκκλησία μας ἔτσι μέ τό συγκεκριμένο ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ὑπομνηματίζει θά λέγαμε τή ζωή τοῦ ἁγίου Δημητρίου καί εἶναι σάν νά μᾶς λέει ὅτι ὁ ἅγιος πορεύτηκε σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, γενόμενος μιμητής καθ᾽ ὅλα τῆς ζωῆς του. Ἡ προτροπή μάλιστα τοῦ ἀποστόλου πρός τόν μαθητή του Τιμόθεο ῾νά μήν ντρέπεσαι νά ὁμολογεῖς τόν Κύριό μας᾽ (῾μή ἐπαισχυνθῇς τό μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν᾽) ἔχει σπουδαία σημασία ἰδίως γιά τήν ἐποχή μας.

β. 1. Τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀποστόλου γιά τόν Τιμόθεο εἶναι νά μή χάσει τή ζωντανή σχέση του μέ τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῾Ο Χριστός εἶναι ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ὅπως θά τό σημειώσει ἀμέσως παρακάτω, γι᾽ αὐτό καί ἡ προτροπή του στήν πραγματικότητα συνιστᾶ ὑπενθύμιση στόν Τιμόθεο γιά προσωπική καί ἄμεση στάση του ἔναντι τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ. Γιατί αὐτό; Διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε πεῖ ὅτι ῾πᾶς ὅς ἄν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ αὐτόν ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. ῞Ος δ᾽ ἄν ἀρνήσηταί μοι ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι κἀγώ αὐτόν᾽. ῎Ετσι ἡ ὁμολογία πίστεως στόν Χριστό ἀφενός ἀποτελεῖ ὅρο γιά νά εἴμαστε δικοί Του καί νά εἰσέλθουμε δικαιωμένοι δι᾽ Αὐτοῦ στή Βασιλεία τοῦ Πατέρα Του, ἀφετέρου προϋποθέτει πώς κέντρο βάρους γιά τόν πιστό εἶναι ὄχι ὁ κόσμος μέ τίς ἐπιθυμίες του, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μέ ἑτοιμότητα μάλιστα θυσίας καί τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς πρός χάρη Του, ἀφοῦ ὁ κόσμος διάκειται ἐχθρικά πρός τόν Κύριο καί τήν πίστη Του.

2. ῾Η προτροπή ὅμως τοῦ ἀποστόλου πρός τόν Τιμόθεο νά μή ντρέπεται γιά τήν πίστη του στόν Χριστό φανερώνει ταυτοχρόνως  ἔμμεσα καί τόν ἀπόλυτο ρεαλισμό τοῦ ἀποστόλου. Γνωρίζει ὁ ἀπόστολος ὅτι ὡς ἄνθρωπος ὁ Τιμόθεος ἐνόψει μάλιστα τοῦ ἐχθρικά διακείμενου κόσμου  μπορεῖ νά δειλιάσει. ῎Εχει ὑπόψη του πολλές παρόμοιες περιπτώσεις, ὅπου ἄνθρωποι τῆς πίστεως τελικῶς ὑποχώρησαν εἴτε ἀρνούμενοι τήν πίστη εἴτε κρυπτόμενοι κάτω ἀπό τόν μανδύα τῆς ἀδιαφορίας. Ἡ περίπτωση χριστιανῶν γιά παράδειγμα,  ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἐπιστολή του πρός τούς Γαλάτες, εἶναι μία τέτοια περίπτωση, κατά τήν ὁποία παρουσιάζονταν κάποιοι ὑπέρμαχοι τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ, ἁπλῶς καί μόνον ῾ἵνα μή τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται᾽. Λοιπόν ὁ ἀπόστολος καλεῖ τόν μαθητή του σέ θαρραλέα ὁμολογία τῆς πίστεώς του, ὑπενθυμίζοντάς του μάλιστα ὅτι ἀφενός τήν πίστη του αὐτή τήν εἶδε ὁ Τιμόθεος ἐνσαρκωμένη ὄχι μόνο στόν ἴδιο, ἀλλά καί στήν ἁγία γιαγιά του Λωΐδα καί τήν ἁγία μητέρα του Εὐνίκη, ἀφετέρου ῾ὁ Θεός οὐκ ἔδωκεν ἡμῖν πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ᾽, Πνεῦμα τό ὁποῖο ἤδη ἔχει λάβει ὁ Τιμόθεος ἀπό τό βάπτισμά του καί τήν ἱερωσύνη του. 

3. ῎Ετσι ὁ ἀπόστολος σχετίζει ἄμεσα τή μαρτυρία καί τήν ὁμολογία τῆς πίστεως στόν Χριστό μέ τό μαρτύριο ὑπέρ ᾽Εκείνου. Δέν ὑπάρχει οὔτε ὑποψία στόν ἅγιο Παῦλο ὅτι μπορεῖ ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ νά συνιστᾶ μία θεωρία ἤ μία ἰδεολογία πού ἐξαντλεῖται μόνο στά λόγια χωρίς νά ἀγκαλιάζει τή ζωή. Καί πῶς θά μποροῦσε νά συμβεῖ τοῦτο, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπέκλεισε τήν κατάσταση αὐτή, ὅπως γιά παράδειγμα μέ τόν λόγο του ῾οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου᾽; ῾῾Ο ποιήσας καί διδάξας᾽ εἶναι πάντοτε αὐτός πού δικαιώνεται καί σώζεται, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη ὁ ἄλλος μεγάλος ἀπόστολος ᾽Ιάκωβος ὁ ἀδελφόθεος ἔχει χαρακτηρίσει τήν κατάσταση αὐτή ὡς σχεδόν δαιμονική. Διότι ῾καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι᾽, ἀλλά βεβαίως δέν πράττουν. Ἡ ἴδια μάλιστα ἡ ζωή τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀποτελεῖ τήν ἄμεση ἐπιβεβαίωση γιά τόν Τιμόθεο τῆς ἀλήθειας αὐτῆς. Ὁ ἀπόστολος καταρχάς εἶναι φυλακισμένος γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ εὐαγγελίου Του: αὐτή εἶναι ἡ αἰτία ῾δι᾽ ἥν πάσχει᾽ αὐτός, ἐνῶ καλεῖ τόν μαθητή του καί ἐκεῖνος ῾νά εἶναι ἕτοιμος νά κακοπαθήσει μαζί του κι ὁ Θεός θά τοῦ δώσει τή δύναμη᾽.

4. Ἡ τελευταία φράση τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅτι ὁ Θεός θά δώσει τή δύναμη στόν Τιμόθεο γιά τό μαρτύριο πού θά ὑποστεῖ λόγω τῆς μαρτυρίας του γιά τόν Χριστό πηγαίνει παραπέρα τόν λόγο του. Καί ἡ πίστη στόν Χριστό δηλαδή ὡς ὁμολογία καί μαρτυρία γι᾽ Αὐτόν καί ἡ πίστη ὡς μαρτύριο καί κακοπάθεια ὑπέρ Αὐτοῦ συνιστοῦν χαρισματική κατάσταση. Δέν εἶναι οἱ ἀνθρώπινες δυνάμεις μέ ἄλλα λόγια πού καθιστοῦν κάποιον ἀληθινό χριστιανό, ἀλλά ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού βρίσκει ἁπλῶς ἑτοιμότητα διάθεσης καί καρδιᾶς ἀπό πλευρᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Διαφορετικά, μία ὁμολογία ἤ ἕνα μαρτύριο, βασιζόμενα στίς ἀνθρώπινες δυνατότητες, πού σημαίνει σ᾽ ἕνα ὑπερφίαλο ἐγώ: ῾ἐγώ μπορῶ καί τά καταφέρνω μόνος μου᾽, μπορεῖ νά θεωροῦνται ἡρωϊκές ἴσως καταστάσεις, δέν χαρακτηρίζονται ὅμως χριστιανικές κι οὔτε γίνονται ἀποδεκτές ἀπό τόν Θεό, διότι προφανῶς ἐλλείπει τό βασικότερο στοιχεῖο χριστιανοσύνης πού εἶναι ἡ ἀγάπη.  Δέν λέει τυχαῖα γιά παράδειγμα ὁ ἀπόστολος καί πάλι Παῦλος ὅτι ῾ἐάν παραδώσει κάποιος καί τό σῶμα του γιά νά καεῖ λόγω τῆς πίστης του, δέν ἔχει ὅμως ἀγάπη, δέν ὑπάρχει ὠφέλεια ἀπό τή θυσία του αὐτή᾽. Κι  ἔρχεται ἀκριβῶς ὁ ἀπόστολος νά διατυπώσει τήν ἀλήθεια αὐτή ξεκάθαρα καί σέ ἄλλο σημεῖο τῶν ἐπιστολῶν του. ῾῾Ημῖν ἐδόθη οὐ μόνον τό εἰς Αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ πάσχειν᾽. Μᾶς δόθηκε σάν χάρισμα ἀπό τόν Θεό, λέει, ὄχι μόνο νά πιστεύουμε σ᾽ Αὐτόν, ἀλλά καί νά πάσχουμε γιά χάρη Του. ῎Ετσι στή δωρεά τῆς μαρτυρίας καί τοῦ μαρτυρίου του ὁ χριστιανός πάντοτε βρίσκεται στό σημεῖο ῾μηδέν᾽ ἀπό πλευρᾶς δικῆς του. ῾Η ταπείνωση δηλαδή ἀποτελεῖ τό μόνιμο βάθρο πάνω στό ὁποῖο κινεῖται, διατηρώντας μέ τόν τρόπο αὐτό τήν ἤδη ὑπάρχουσα χάρη πού ἔχει.

γ. Ἡ προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου – προτροπή  τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου – νά μή ντρέπεται ὁ Τιμόθεος νά ὁμολογεῖ τήν πίστη του ἰσχύει ἀσφαλῶς διαχρονικά. Καί τοῦτο γιατί σέ ὅλες τίς ἐποχές τό ἀντίχριστο πνεῦμα ὑπάρχει παρόν σέ μεγάλο βαθμό, ἰδίως δέ στήν ἐποχή μας πού λόγω τῆς αὐξημένης ὑποκρισίας της ξέρει νά παίρνει πολυποίκιλες μορφές. Καί σήμερα χρειάζεται τόλμη καί θάρρος νά ὁμολογήσει κανείς τήν χριστιανική πίστη του, ἀρκεῖ βεβαίως νά ἔχει ῾δέσει᾽ τήν ὕπαρξή του μέ τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, πού σημαίνει νά βρίσκεται σέ ἑτοιμότητα νά ῾πάθει ὑπέρ Αὐτοῦ᾽. Προϋπόθεση γι᾽ αὐτό εἶναι ὁ βαθμός ἐκκλησιαστικότητάς μας, δηλαδή ὁ βαθμός τῆς ροῆς μέσα μας τοῦ ποταμοῦ τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως. ῞Οσο μένουμε στά λόγια τῶν ἀποστόλων ἐν ᾽Εκκλησίᾳ, τόσο μένουμε ἐν Χριστῷ, τόσο Τόν φανερώνουμε  ἐν τοῖς πράγμασι καί τοῖς λόγοις. Τό σημερινό παράδειγμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου μάλιστα γίνεται καθοριστικό ὅριο τῆς πορείας αὐτῆς. Γιατί καί ὁ ἅγιος ζοῦσε τήν παράδοση τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού τόν ὁδήγησε κατά φυσικό τρόπο καί στή μαρτυρία γιά τόν Χριστό καί στό μαρτύριο γιά χάρη Του.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ



Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ῾Ο δέ εἶπε: Λεγεών᾽ (Λουκ. 8, 30)

α. Γνωστό τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, τό ὁποῖο ἡ ᾽Εκκλησία μας τό ἐπαναφέρει καί μέσω τοῦ ἁγίου Ματθαίου ἄλλη Κυριακή, προκειμένου προφανῶς νά τονισθεῖ ἡ κεντρική ἀλήθεια τῆς πίστεως ὅτι ὁ Κύριος ἦλθε στόν κόσμο ῾ἵνα λύσῃ τά ἔργα τοῦ διαβόλου᾽.  ῾Ο Κύριος συγκεκριμένα πηγαίνει στή χώρα τῶν Γεργεσηνῶν, ὅπου ἔρχεται ἀντιμέτωπος μέ τή φοβερή κατάσταση πού εἶχαν δημιουργήσει σ᾽ ἕναν ταλαίπωρο ἄνθρωπο τά δαιμόνια, τόν ὁποῖο καί ἀπαλλάσσει ἀπό τήν καταδυναστεία τους, γιά νά ὁδηγηθεῖ τελικῶς αὐτός σέ δοξολογική ἀνάληψη ἱεραποστολικοῦ ἔργου.  Ὁ διάλογος μάλιστα πού διαμείβεται μεταξύ τοῦ Κυρίου καί τοῦ δαιμονισμένου ἀνθρώπου εἶναι ἐξόχως ἐνδιαφέρων. ῾Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ῾Ο δέ εἶπε: Λεγεών᾽.

β. 1. Δέν εἶναι τυχαία βεβαίως ἡ ἐρώτηση τοῦ Κυρίου. Τόν ἐρωτᾶ καταρχάς ὄχι διότι δέν γνώριζε ἀσφαλῶς ὁ παντογνώστης τόν ἄνθρωπο -  γι᾽ αὐτόν ἄλλωστε βρέθηκε στή χώρα του - ἀλλά διότι ἤθελε νά προκαλέσει τό δαιμόνιο ἤ μᾶλλον τά δαιμόνια νά φανερώσουν τήν ἀδυναμία τους ἐνώπιόν Του. Κι ἀκόμη τόν ἐρωτᾶ γιά τό ὄνομά του, διότι τό ὄνομα σέ ὅλους τούς λαούς, ἰδιαιτέρως ὅμως στούς ῾Εβραίους, ἦταν καί εἶναι κατεξοχήν δηλωτικό  τοῦ χαρακτήρα τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἴδιου θά λέγαμε τοῦ βάθους καί τοῦ ἐσώτερου πυρήνα τῆς προσωπικότητάς του, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος μέ τόν τρόπο αὐτόν πίεζε τά δαιμόνια νά φανερωθοῦν, ὥστε νά ἀποκαλυφθεῖ ἡ τραγωδία τοῦ ὑπό κατάληψη αὐτῶν εὑρισκομένου ἀνθρώπου: ὁ δαιμονισμένος δέν ἦταν ὁ ἑαυτός του. ῎Αλλοι ἔκαναν ῾κουμάντο᾽ στήν ψυχοσωματική ὕπαρξή του.

2. Κι ἐδῶ ἀκριβῶς πρέπει νά σταθοῦμε περισσότερο. Συνηθίζουμε εἶναι ἀλήθεια νά ἐπικεντρώνουμε τήν προσοχή μας στά ἐξωτερικά συμπτώματα τοῦ δαιμονισμοῦ του: τίς τάσεις αὐτοκαταστροφῆς καί καταστροφῆς τῶν ἄλλων, τήν ἀντικοινωνικότητά του, τήν ἔλλειψη ὁποιασδήποτε αἰδοῦς, ἀλλά μέ τήν ἐρώτηση τοῦ Κυρίου φανερώνεται ἡ κόλαση τήν ὁποία βιώνει ὁ τραγικός αὐτός ἄνθρωπος. ῾Ο δαιμονισμένος δέν ἔχει ταυτότητα. Ξένες καί ἐχθρικές πρός αὐτόν καί τούς ἄλλους δυνάμεις τόν διακατέχουν καί τόν προσδιορίζουν, οἱ ὁποῖες δέν τοῦ ἐπιτρέπουν οὔτε νά σκεφτεῖ ὅπως πρέπει οὔτε νά ἐπιθυμεῖ τά ὀρθά καί δίκαια οὔτε κἄν νά αἰσθάνεται ὡς ἄνθρωπος. Πρόκειται λοιπόν γιά μία ψυχική κατάσταση πλήρους ἀλλοιώσεώς του πού μόνο ἡ νέκρωση καί ἡ ἀπώλεια μποροῦν νά τήν χαρακτηρίσουν. ῎Αν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος χαρακτήρισε ἔτσι τήν κατάσταση στήν ὁποία βρέθηκε ὁ ἄσωτος τῆς ὁμώνυμης παραβολῆς Του - ῾νεκρός  καί ἀπολωλός᾽ - πολύ περισσότερο ἰσχύει τοῦτο κι ἐδῶ: νά ζεῖ καί νά ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά σέ κατάσταση κυριολεκτικά θανάτου καί πνευματικῆς ἀνυπαρξίας. Διότι εἶναι ἀποκομμένος ἀπό τόν Θεό, ἀπό τόν συνάνθρωπο, ἀπό τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό.

3. Τή χαμένη, νεκρή, διεστραμμένη καί γι᾽ αὐτό τραγική αὐτήν κατάσταση, σημειώνει ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ὁ εὐαγγελιστής στήν ᾽Αποκάλυψή του, θά ζοῦν δυστυχῶς οἱ ἄνθρωποι πάντοτε καί διαχρονικά, ἰδιαιτέρως στούς χρόνους τοῦ ἀντιχρίστου πρό τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του, ὅταν θά ἐπιλέγουν τρόπο ζωῆς ἀντίθετο πρός τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ. ῞Οσο ὁ ἄνθρωπος θά ἐναντιώνεται πρός τόν Θεό καί τό ἅγιο θέλημά Του, τόσο καί θά ὑποδουλώνεται στόν ἀντικείμενο, τόν σατανᾶ, μέ ἀποτέλεσμα νά ζεῖ μία κόλαση, θεωρώντας ὅτι ζεῖ ἕναν ῾παράδεισο᾽. Αὐτή εἶναι ἡ τραγωδία τοῦ ἀποκομμένου ἀπό τόν Χριστό ἀνθρώπου: νά βρίσκεται στά ῾νύχια᾽ τοῦ κατεξοχήν ἐχθροῦ του, νά τρέφεται ὁ ἐχθρός αὐτός, ὁ διάβολος, ἀπό τίς σάρκες τοῦ ὑποτακτικοῦ καί δούλου του, καί νά νομίζει ὅτι ῾λατρεύει τῷ Θεῷ᾽. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζει τόν Πονηρό ὡς ῾ἀνθρωποκτόνον᾽ ἀπαρχῆς, πού σημαίνει ὅτι χαρά τοῦ Πονηροῦ εἶναι νά ταλαιπωρεῖ τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ, κατεξοχήν δέ τόν ἄνθρωπο. Καί πρῶτο θῦμα του εἶναι ὁ ἴδιος ὁ δοῦλος του. Πῶς ἄλλωστε εἶναι δυνατόν ἀπό ῾δένδρον σαπρόν᾽ νά βγεῖ καλός καρπός; ῾Ο Πονηρός διάβολος συμπεριφέρεται πάντοτε μέ τόν τρόπο πού γνωρίζει: νά μεταφέρει τή δυστυχία του καί στούς ἄλλους.

4. Τή φοβερή αὐτή ἀλήθεια βεβαίως ἀγωνίζεται ὁ διάβολος νά τήν ἀποκρύπτει ἀπό τούς ἀνθρώπους, κυρίως δέ ἀπό τούς δικούς του. Κατά παραχώρηση μάλιστα τοῦ Θεοῦ - προκειμένου νά ἀποκαλύπτονται οἱ ἀληθινοί πιστοί ἀπό τούς ψευδεῖς – παρουσιάζει τά πράγματα ἐντελῶς διαφορετικά: ὡραιοποιημένα καί φανταχτερά. Κι αὐτό τό ζοῦμε ἔντονα στήν ἐποχή μας εἴτε μέ τήν ἔξαρση τοῦ λεγόμενου σατανισμοῦ εἴτε μέ τήν προβολή τοῦ διαβόλου ὡς τάχα σωτήρα τοῦ κόσμου ἀκόμη καί μέσα ἀπό τραγούδια καί ἀπό ῾λαμπρές᾽ εἰκόνες εἴτε  μέ τήν ἐξαγγελία ὅτι αὐτός εἶναι ὁ δυνατός μπροστά στόν ῾ἀδύναμο᾽ ἐσταυρωμένο. Καί δυστυχῶς ὑπάρχουν ἀφελεῖς πού πιστεύουν τά ψεύδη αὐτά καί καταστρέφονται, ὅπως βεβαίως ὑπάρχουμε καί οἱ πολλοί ἄλλοι πού μπορεῖ ἴσως νά μήν τά δεχόμαστε, ἀλλά νά μήν ἀντιδροῦμε ὅπως πρέπει, ἀφήνοντας τά ῾δαιμονικά᾽ αὐτά νά φαίνεται ὅτι κυριαρχοῦν.

5. ῾Η ἀλήθεια εἶναι βεβαίως πέρα ἀπό αὐτά καί τήν μαρτυρεῖ πάντοτε ἡ ᾽Εκκλησία μας. Μᾶς καλεῖ νά θυμόμαστε καί κυρίως νά ζοῦμε ἀδιάκοπα αὐτό πού σημαίνει τό ὄνομά μας: τό γενικό τοῦ χριστιανοῦ καί τό συγκεκριμένο πού πήραμε κατά τή βάπτισή μας. Διότι τό ἀληθινό ὄνομα πρωτίστως κάθε πιστοῦ εἶναι τό ῾χριστιανός᾽. ῞Ολοι γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἀπάντηση τῶν ἁγίων μαρτύρων τῆς πίστεώς μας κατά τήν περίοδο τῶν διωγμῶν, ὅταν τούς ρωτοῦσαν γιά τό ὄνομά τους, ἦταν: ῾χριστιανός εἶναι τό ὄνομά μου᾽. ῎Ηξεραν οἱ ἅγιοι ὅτι ἡ ἔνταξή τους στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ἡ χριστιανικότητά τους ἔκτοτε ἦταν ὅ,τι ἀνώτερο καί ἱερότερο ὑπῆρχε στή ζωή τους, αὐτό πού πράγματι χάραζε καί χαρακτήριζε τήν ὕπαρξή τους. Τό κέντρο βάρους τους ἦταν ὁ Χριστός καί ὄχι ὁτιδήποτε ἐπίγειο, ὅσο σπουδαῖο καί μεγάλο κι ἄν φάνταζε αὐτό. Γι᾽ αὐτό καί κατέθεταν καί τήν ἴδια τή ζωή τους. Κι ἔπειτα καί τό βαπτιστικό μας ὄνομα: εἶναι τό ὄνομα τοῦ ἁγίου μας, τό ὁποῖο καί αὐτό παραπέμπει στόν ἴδιο τόν Κύριο, τοῦ ῾Οποίου ἄλλωστε μιμητής ὑπῆρξε  ὁ ἅγιος καί γι᾽ αὐτό καί ἅγιασε. Εἴτε λοιπόν μέ τό ὄνομα χριστιανός εἴτε μέ τό ὄνομα τοῦ ἁγίου μας θυμόμαστε ὅτι εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, εἰκόνες δικές Του, ναοί τοῦ ἁγίου Του Πνεύματος. Κι αὐτό δέν εἶναι φαντασία, ἀλλά ἡ ἀληθινή πραγματικότητα. ῞Οπως ὁ δαιμονισμένος ζοῦσε δυστυχῶς τήν ξενική κατοχή χωρίς ὄνομα δικό του, τό ἴδιο κι ἐμεῖς ἐκ τοῦ ἀντιθέτου: ζοῦμε τήν κατοχή μας ἀπό τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τόν Θεό μας, ὁ ῾Οποῖος ὅμως μᾶς ἐλευθερώνει (῾οὗ τό Πνεῦμα Κυρίου ἐκεῖ καί ἐλευθερία᾽) καί μᾶς κάνει νά νιώθουμε παιδιά τοῦ Θεοῦ, μέ διαρκή μέσα μας τήν κραυγή: ῾᾽Αββᾶ, ὁ Πατήρ!᾽. Νά νιώθω παιδί τοῦ Θεοῦ καί νά Τόν προσφωνῶ ῾Πατέρα᾽ εἶναι αὐτό πού μοῦ προσφέρει τό ὄνομά μου. Τό χριστιανικό ἀσφαλῶς ὄνομά μου καί ὄχι ὁποιοδήποτε περίεργο, παράδοξο, ὑποκοριστικό τέτοιο πού λειτουργεῖ ἐντελῶς κατά ἀποπροσανατολιστικό τρόπο.

γ. Νά καλλιεργοῦμε τή συναίσθηση τῆς ἀξίας τῆς χριστιανικῆς πίστεώς μας, νά καλλιεργοῦμε τή συναίσθηση αὐτοῦ πού δηλώνει τό χριστιανικό ὄνομά μας. Καί κυρίως: νά μάθουμε γιά τή ζωή τοῦ ἁγίου μας, ὥστε νά τόν νιώθουμε πιό κοντά μας καί πιό οἰκεῖο μας. Κατεξοχήν ὅμως νά τόν ἀκολουθοῦμε στήν κατά Χριστόν πολιτεία του. Τότε ἡ κραυγή μας στόν Κύριο καί σ᾽ ἐκεῖνον θά φέρνει τήν ἄμεση ἀπάντησή τους καί τήν παρουσία τους.