Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ, ΗΤΟΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ (1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)





«Σήμερα 1η Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας εορτάζει την Αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή την αρχή του νέου Εκκλησιαστικού έτους. Για την ημέρα αυτή, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει στον Συναξαριστή του:
«Πρέπει να ηξεύρωμεν, αδελφοί, ότι η του Θεού αγία Eκκλησία εορτάζει σήμερον την Iνδικτιώνα, διά τρία αίτια. Πρώτον, επειδή και αυτή είναι αρχή του χρόνου. Διά τούτο και κοντά εις τους παλαιούς Pωμάνους πολλά ετιμάτο αυτή εξ αρχαίων χρόνων. Iνδικτιών δε κατά την ρωμαϊκήν, ήτοι λατινικήν γλώσσαν, θέλει να ειπή ορισμός. Kαι δεύτερον εορτάζει ταύτην η Eκκλησία, επειδή και κατά την σημερινήν ημέραν, επήγεν ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός μέσα εις την Συναγωγήν των Iουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το Bιβλίον του Προφήτου Hσαΐου, καθώς γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. δ΄). Tο οποίον Bιβλίον ανοίξας ο Kύριος, ω του θαύματος! ευθύς εύρε τον τόπον εκείνον, ήτοι την αρχήν του εξηκοστού πρώτου κεφαλαίου του Hσαΐου, εις το οποίον είναι γεγραμμένον διά λόγου του τα λόγια ταύτα: «Πνεύμα Kυρίου επ’ εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Kυρίου δεκτόν». Aφ’ ου δε ανέγνωσεν ο Kύριος τα περί αυτού λόγια ταύτα, εσφάλισε το Bιβλίον και το έδωκεν εις τον υπηρέτην. Έπειτα καθίσας, είπεν εις τον λαόν «ότι σήμερον ετελειώθησαν οι λόγοι της Προφητείας ταύτης εις τα εδικά σας αυτία». Όθεν ο λαός ταύτα ακούων, εθαύμαζε διά τα χαριτωμένα λόγια, οπού εύγαινον εκ του στόματός του, ως τούτο γράφει ο αυτός Eυαγγελιστής Λουκάς (αυτόθι).
Eίναι δε και τρίτη αιτία, διά την οποίαν η Eκκλησία του Xριστού κάμνει σήμερον ενθύμησιν της Iνδίκτου, και εορτάζει την αρχήν του νέου χρόνου: ήγουν, ίνα διά μέσου της υμνωδίας και ικεσίας, οπού προσφέρομεν εις τον Θεόν εν τη εορτή ταύτη, γένη ο Θεός ίλεως εις ημάς, και ευλογήση τον νέον χρόνον, και χαρίση τούτον εις ημάς ευτυχή και γεμάτον από όλα τα σωματικά αγαθά. Kαι ίνα φωτίση τας διανοίας μας, εις το να περάσωμεν όλον τον χρόνον καθαρώς και με αγαθήν συνείδησιν, και εις το να ευαρεστήσωμεν τω Θεώ, με την φύλαξιν των εντολών του. Kαι ούτω να τύχωμεν των εν Oυρανοίς αιωνίων αγαθών».

Αρχή της νέας εκκλησιαστικής χρονιάς η 1ηΣεπτεμβρίου, γι’  αυτό και όλη η εκκλησιαστική ακολουθία, πέραν βεβαίως εκείνης που αναφέρεται και στους άλλους αγίους που εορτάζουμε σήμερα, όπως τον όσιο Συμεών τον στυλίτη, τις άγιες σαράντα γυναίκες μάρτυρες, αποτελεί στην πραγματικότητα μία ευχή: να ευλογήσει ο Κύριος τη χρονιά αυτή – «ευλόγησον τον στέφανον του ενιαυτού της χρηστότητός Σου, Κύριε» - που σημαίνει να δώσει τη χάρη Του, ώστε να ζήσουμε οι άνθρωποι με ειρήνη και ομόνοια, ακολουθώντας τις άγιες εντολές Εκείνου. Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι η Εκκλησία μας μόνο με τον τρόπο αυτό θεωρεί ότι υπάρχει ευλογία στον κόσμο: όχι αν οι άνθρωποι απλώς ευημερούν οικονομικά, όχι αν όλα τους έρχονται βολικά, όπως λέμε, αλλά  αν βρισκόμαστε «εν ομονοία και ειρήνη», κυρίως όμως, αν τηρούμε τις άγιες εντολές του Θεού. Η προτεραιότητα του συντονισμού μας με το θέλημα του Θεού, η πραγματοποίηση, όπως σημειώνουν οι ύμνοι σήμερα, των αιτημάτων του «Πάτερ ημών», για να έχουμε την ευλογία του Θεού, δεν σημαίνει βεβαίως υποτίμηση και υποβάθμιση και των οικονομικών μεγεθών: χωρίς αυτά δεν μπορεί ο άνθρωπος να επιβιώσει σ’  αυτόν τον κόσμο. Σημαίνει ότι τα οικονομικά δεν έχουν την προτεραιότητα. Το πρώτο στη ζωή μας είναι το «ελθέτω η βασιλεία Σου», όπως άλλωστε δίδαξε την ορθή ιεράρχηση των πραγμάτων ο ίδιος ο Κύριος: «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και ταύτα πάντα(όλα τα υλικά και επίγεια) προστεθήσεται υμίν».

Δυστυχώς, στην εποχή μας, η ιεράρχηση αυτή, σ’  ένα μεγάλο ποσοστό, έχει ανατραπεί. Ο Θεός και το άγιο θέλημά Του έχει μπει στο περιθώριο, αν δεν έχει διαγραφεί πλήρως, και προτεραιότητα ως αποκλειστικός σχεδόν σκοπός του ανθρώπου έχει γίνει το οικονομικό στοιχείο. Ίνδαλμα για τους πολλούς φαντάζει ο άφρων πλούσιος της γνωστής παραβολής, ο οποίος ναι μεν ευφραινόταν καθ’  ημέραν λαμπρώς, ο θάνατος όμως ήλθε αδυσώπητος και απροειδοποίητα στη ζωή του και του…ανέτρεψε τα σχέδια, βυθίζοντάς τον στην άφατη οδύνη. Από την άποψη αυτή, η εποχή μας είναι εποχή αφροσύνης, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνον πολλούς πλουσίους, αλλά και ένα πολύ μεγάλο μέρος των πτωχών. Γιατί και οι πτωχοί, αν επιθυμούν ως προτεραιότητα της ζωής τους τα χρήματα και τα υλικά αγαθά, έστω κι αν δεν τα έχουν, ως άφρονες πλούσιοι αντιμετωπίζονται από τον λόγο του Θεού. Το περιεχόμενο της καρδιάς μας είναι εκείνο που έχει πάντοτε προ οφθαλμών Του ο Θεός, κατά την αποκάλυψη του ίδιου του Θεού.

Η Εκκλησία μας σήμερα, με την πρωτοχρονιά που εορτάζει, υπενθυμίζοντάς μας και την έναρξη της δημόσιας δράσης του Κυρίου, με το κήρυγμά Του στη συναγωγή της ιδιαίτερης πατρίδας Του Ναζαρέτ, όπου μεταξύ των άλλων αποκαλύπτει για τον εαυτό Του ότι ήλθε «κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν», να κηρύξει δηλαδή την έναρξη μίας καινούργιας εποχής, δεκτής και ευάρεστης στον Θεό, η Εκκλησία μας λοιπόν μας φέρνει σε ισορροπία, διότι μας προτείνει αυτό που συνιστά το αιώνιο θέλημα του Θεού: πάνω από όλα να θέτουμε ακριβώς Εκείνον και τον λόγο Του. Μας ανοίγει και πάλι τα μάτια, σε μία εποχή σύγχυσης και θόλωσης της διάνοιας, για να συνειδητοποιούμε ότι στη ζωή βρισκόμαστε κατά χάριν Θεού, ότι Εκείνος παρατείνει τον χρόνο της διαμονής μας σ’ αυτόν, ως «καιρούς και χρόνους εν τη ιδία εξουσία θέμενος», προκειμένου να ζούμε κατά το θέλημά Του.

Με άλλα λόγια, η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει ότι ο χρόνος αποτελεί δωρεά του Θεού, όχι για να τη σπαταλάμε σε ανοησίες και αμαρτίες, αλλά να την αξιοποιούμε προς ανοδική πορεία πάντοτε προς Αυτόν, δηλαδή σε πορεία αγάπης προς τον συνάνθρωπο. Και τότε, μας λέει, θα δούμε ό,τι υποσχέθηκε ο Κύριος: την ώρα που θα θέτουμε αυτό το θέλημά Του ως βάση της ζωής μας, την ίδια ώρα θα ενεργοποιούνται και οι δυνάμεις Εκείνου, προς υπέρβαση αφενός των όποιων προβλημάτων μας, προς αποκατάσταση αφετέρου και όλης της δημιουργίας. Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ και αρκετά χρόνια, το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο έχει προβάλει την αρχή του εκκλησιαστικού έτους ως ημέρα προστασίας του περιβάλλοντος. Και εύλογα: το θέλημα του Θεού, όπως είπαμε, βιούμενο από τον 
«βασιλιά» της κτίσεως, τον άνθρωπο, έχει άμεση αντανάκλαση και σε όλη τη φύση και σε όλη τη δημιουργία. Το έχουμε ξαναπεί: η λύση στη σημερινή οικονομική κρίση, που μας την επισείουν ως «μορμολυκείον» αδιάκοπα ενώπιόν μας οι ιθύνοντες και τα Μ.Μ.Ε., θα έλθει, μόλις αρχίσουμε να ζούμε ως πραγματικοί άνθρωποι, με βάση τον νόμο του Θεού. Με απλά λόγια, η κρίση είναι κατ’  ουσίαν πνευματική.  

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

Η ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (31 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)


«Ο υιός του μεγάλου Θεοδοσίου Αρκάδιος, αφού πήρε την τιμία Ζώνη της Υπεραγίας Θεοτόκου από τα Ιεροσόλυμα, που φυλασσόταν εκεί μέχρι τότε, μαζί με την τιμία εσθήτα, από κάποια παρθένο γυναίκα, και την έφερε στην Κωνσταντινούπολη, την κατέθεσε σε λαμπρή θήκη, την οποία ονόμασε Αγία Σορό. Πέρασαν από τότε τριακόσια δέκα χρόνια και ο Λέων ο βασιλιάς άνοιξε την Αγία αυτή Σορό, για χάρη της συζύγου του Ζωής, που ενοχλείτο από ακάθαρτο πνεύμα και που είχε γίνει άξια θείας οπτασίας, ότι, αν βάλουν την τιμία Ζώνη πάνω της, θα θεραπευτεί. Βρέθηκε λοιπόν η τιμία Ζώνη να λάμπει, σαν να μόλις είχε υφανθεί, και να έχει σφραγίδα με χρυσή βούλλα και κωδίκελλο (δηλαδή σύντομο υπόμνημα), που έλεγε με λεπτομέρεια τον χρόνο, την ινδικτιώνα και την ημέρα, κατά την οποία προσκομίσθηκε η αγία Ζώνη στην Κωνσταντινούπολη, και πώς τοποθετήθηκε μέσα στη θήκη από τα χέρια του βασιλιά, η οποία σφραγίστηκε από αυτόν. Αυτήν (την τιμία Ζώνη) τότε ο βασιλιάς Λέων την ασπάστηκε και διά της χειρός του Πατριάρχη εκείνης της εποχής, την άπλωσε πάνω από τη βασίλισσα, οπότε και η Αγία Ζώνη την ελευθέρωσε από το νόσημά της. Τότε όλοι, αφού δόξασαν τον Σωτήρα Χριστό και απέδωσαν ευχαριστήριους ύμνους στην Πάναγνο Μητέρα Του, κατέθεσαν την αγία Ζώνη στην Αγία Σορό, στην οποία και προϋπήρχε».

Ο μήνας Αύγουστος είναι πράγματι ο μήνας της Υπεραγίας Θεοτόκου. Όχι μόνον γιατί καταυγάζεται από την ένδοξη Κοίμηση και Μετάστασή Της στα χέρια του Κυρίου και Θεού της, αλλά και για την εορτή της καταθέσεως της τιμίας Ζώνης της. Οι δύο αυτές εορτές, οι οποίες σφραγίζουν τον μήνα, η μεν πρώτη το πρώτο ήμισυ (15 Αυγούστου), η δε δεύτερη το δεύτερο (31 Αυγούστου), δεν θεωρούνται ξεχωριστά από την Εκκλησία μας, αλλά συνάπτοντα και συν- ορώνται ως κάτι το ενιαίο. Και διότι αναφέρονται και οι δύο στο πάντιμο πρόσωπο της Θεοτόκου, και διότι η δεύτερη, μολονότι επιφανειακά είναι κάτι διαφορετικό από την Κοίμηση, αποτελεί επιβεβαίωση της πίστεως της Εκκλησίας για τη συνεχή παρουσία της Παναγίας στον κόσμο μας, ως σκέπης, προστασίας και ασφάλειάς μας. Με άλλα λόγια, ό,τι εξαγγέλλει το απολυτίκιο της Κοιμήσεως: «εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε», το βλέπουμε να πραγματοποιείται στη σημερινή εορτή: η Παναγία μας μάς άφησε τη Ζώνη της και την εσθήτα της, ως μία αδιάκοπη υπενθύμισή της,  αλλά και αισθητή παρουσία της μέσα από δικά της αντικείμενα.

Η παραπάνω εκτίμηση της συν-όρασης των δύο εορτών,  δηλαδή κατά κάποιο τρόπο της υπόσχεσης και της υλοποίησης, δεν είναι αυθαίρετη ούτε καρπός ενός αφαιρετικού συλλογισμού. Συνιστά πεποίθηση της Εκκλησίας, η οποία το ζει και το υμνολογεί στην ακολουθία της ημέρας (ωδή δ΄): «Ήρθης προς φως άδυτον μεταχωρήσασα. Έλιπες δε τοις σε μακαρίζουσιν, αντί του σώματός σου Αγνή, την τιμίαν Ζώνην». Δηλαδή: Αναχώρησες από τον κόσμο αυτό και ανέβηκες (με την κοίμησή σου) στο παντοτινό φως (της Βασιλείας του Υιού σου), Αγνή, άφησες όμως σε μας που σε μακαρίζουμε, αντί του σώματός σου, την τιμία (σου) Ζώνη. Και αλλού (ωδή ζ΄ ): «Η πάντων βασίλισσα προς ουρανίους σκηνάς απαίρουσα, καταλέλοιπεν όλβον, τη βασιλίδι πασών των πόλεων, την ταύτης Ζώνην». Δηλαδή: Η βασίλισσα όλων (η Θεοτόκος), καθώς ανέρχεται στις ουράνιες σκηνές, άφησε θησαυρό στη βασίλισσα των πόλεων (την Κωνσταντινούπολη), τη Ζώνη της.

Ποια η αιτία της σχεδόν ταυτίσεως της Ζώνης (αλλά και της εσθήτος) της Παναγίας με την ίδια την Παναγία; Βεβαίως, κατά πρώτον, το γεγονός ότι την φορούσε Εκείνη, η οποία είχε τόση χάρη και περίσσια χάρης Θεού, ώστε μεταγγιζόταν η χάρη αυτή και στα ρούχα της και σε όλα τα αντικείμενά της. «Την τιμίαν σου Ζώνην, τιμητικώς άπαντες…περιπτυσσόμεθα, τιμήν υπάρχουσαν, πάντων πιστών, Θεοτόκε, ως τω υπερτίμω σοτυ, ψαύσασα σώματι». Όλοι ανεξαιρέτως αγκαλιάζουμε με τιμή την τιμία σου Ζώνη, που είναι η τιμή όλων των πιστών, διότι άγγιξε το υπέρτιμο σώμα σου. «Τιμήσωμεν οι πιστοί, ως συναφείας προς Θεόν σύνδεσμον, την της Αγνής σήμερον Ζώνην, και πιστώς προσκυνήσωμεν». Ας τιμήσουμε σήμερα οι πιστοί τη Ζώνη της Αγνής (Θεοτόκου), σαν σύνδεσμο σχέσεως προς τον Θεό, και ας την προσκυνήσουμε με πίστη.

Κι είναι γνωστή η διδασκαλία της Εκκλησίας μας επ’  αυτού: τα υλικά πράγματα αγιάζονται από τον άγιο που τα έχει -  κάτι που δικαιολογεί τη γενική τιμή των αντικειμένων όλων των αγίων, πολύ περισσότερο των ιερών λειψάνων τους – όπως το επισημαίνουμε μεταξύ των άλλων και στην εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, κατά την οποία και τα ενδύματά Του έλαμψαν κι έγιναν πιο λευκά και από το χιόνι, αλλά και σε άλλα περιστατικά από την αγία ζωή Του, που και το άγγιγμα των ενδυμάτων Του έφερε ως αποτέλεσμα τη θεραπεία από όλες τις ασθένειες (π.χ. το περιστατικό με την αιμορροούσα γυναίκα). Κι είναι τούτο μία κραυγαλέα διακήρυξη του πόσο και η ύλη εξαγιάζεται με τον ερχομό του Χριστού, μετέχοντας και αυτή στη διαδικασία σωτηρίας του ανθρώπου. Πρόκειται για έναν υλισμό της Εκκλησίας, όπως έχει τονιστεί, που υπερβαίνει οποιοδήποτε δυαλισμό που δαιμονοποιεί την ύλη και καταρρίπτει οποιοδήποτε μύθο περί πνευματοκρατίας και ιδεολογίας της χριστιανικής πίστεως. Ο Χριστός σώζει ολόκληρο τον άνθρωπο, με την ψυχή και το σώμα του, και μαζί με αυτόν ολόκληρη τη δημιουργία.

Ο υμνογράφος όμως, ως στόμα της Εκκλησίας, φρίττοντας μπροστά στο μυστήριο που περικλείει, αναφέρει και άλλον λόγο για την τιμή της αγίας Ζώνης, πέραν της ψαύσεως του αγίου σώματος της Παναγίας: την ψαύση, κατά κάποιον τρόπο, και του σώματος του ίδιου του Χριστού. Πώς; Ζωσμένη η Παναγία την εν κυήσει κοιλιά της με τη ζώνη της, έζωνε κατ’  επέκταση και τον Υιό και Θεό της. «Η ση, άχραντε Δέσποινα, σεβασμία και τιμία σορός, Ζώνην κατέχει την αυτόν, τον νομοθέτην εν σοι, συγκατασχούσαν. Φρικτόν το μυστήριον!» Άχραντε Δέσποινα, η σεβάσμια και τίμια σορός σου κατέχει τη Ζώνη σου, η οποία συγκρατούσε τον ίδιο τον νομοθέτη (Θεό) μέσα στη μήτρα σου. Φρίττουμε για το μυστήριο! Γι’  αυτό και ο ποιητής λαμβάνει αφορμή, με την εορτή, για να εξαγγείλει όχι μόνον όλες τις χαρές που προχέονται από τα άγια αντικείμενα της Παναγίας, όπως συνέβη και με τη βασίλισσα Ζωή, αλλά και το ύψος της αγιότητας Εκείνης.

Ως καλός θεολόγος μάλιστα και γνώστης όλης της θείας οικονομίας βλέπει στο πρόσωπο της Θεοτόκου να πραγματοποιούνται όλες οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης περί του Ιησού Χριστού ως Λυτρωτή του κόσμου. Η Παναγία δηλαδή αποτελεί Εκείνην την οποία προτυπώνουν, για παράδειγμα, ο Παράδεισος της Εδέμ, η Θεία Νεφέλη που περιέσκεπε τους Ισραηλίτες στην έρημο, η Κιβωτός της Διαθήκης με τις πλάκες του Νόμου, η ράβδος του Ααρών που βλάστησε, η στάμνα με το μάννα. Αλλά και από την άλλη εξαγγέλλει ότι για να δει κανείς και πολύ περισσότερο να γευτεί τις χάρες και τα θαυμάσια που σαν ποταμοί ρέουν από τη Ζώνη της Θεοτόκου, απαιτείται η πίστη του ανθρώπου, ο ένθεος πόθος του για την Παναγία, η διάθεσή του για μετάνοια. «Πιστώς προσκυνήσωμεν» είναι η διαρκής προτροπή του, «η τιμία Ζώνη σου, πανύμνητε, γέγονε μεγίστης εορτής, Θεοτόκε, τοις θερμώς σε ποθούσιν υπόθεσις» είναι η διαπίστωσή του, «φιλίας με  δολίας της των παθών, και εχθρού καθ’  εκάστην πειράζοντος…τω σω προσπεφευγότα ελέει διά τάχους, ως συμπαθής Αγνή απάλλαξον» είναι η σεμνή και ταπεινή προσευχή του.
 «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς».

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ)



Εἶχε μέν οὖν καί ἡ πρώτη σκηνή δικαιώματα λατρείας τό τε ῞Αγιον κοσμικόν᾽ (῾Εβρ. 9, 1)

α. ῾Η ἑορτή τῆς καταθέσεως τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καταυγάζει τή σημερινή Κυριακή ΙΒ´ Ματθαίου καί κατακλείει τόν κατεξοχήν Θεομητορικό μήνα Αὔγουστο. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα γι᾽ αὐτό ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα ἀπό τήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού ἀναφέρεται στή Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλά παραπέμπει στή Θεοτόκο μέ βάση τήν τυπολογική ἑρμηνεία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τά πρόσωπα καί τά γεγονότα τῆς Γραφῆς ἀποτελοῦν προεικονίσεις, δηλαδή προφητεῖες χωρίς λόγια, προσώπων και γεγονότων τῆς Καινῆς Διαθήκης. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί μάλιστα ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης καί τά ἐντός αὐτῆς εὑρισκόμενα: ἡ στάμνα μέ τό μάννα, τό ραβδί τοῦ ᾽Ααρών καί οἱ πλάκες τοῦ Δεκαλόγου, συνιστοῦν προφητεῖες γιά τήν Παναγία μας, πού σημαίνει ὅτι ὅλα αὐτά τά ἱερά ἀντικείμενα τοῦ ᾽Ισραήλ εὕρισκαν τό νόημά τους στό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου.

β. 1. Πρίν δοῦμε συγκεκριμένα τό πῶς ἡ Παναγία ἀποτελεῖ τήν ἐκπλήρωση τῶν προεικονίσεων αὐτῶν, ἴσως πρέπει γιά πολλοστή φορά νά ὑπενθυμίσουμε τό αὐτονόητο, ἀλλά δυστυχῶς διαρκῶς παραθεωρούμενο καί μή γινόμενο κατανοητό, ὅτι ἡ Παλαιά καί ἡ Καινή Διαθήκη συνιστοῦν τά ἰσόκυρα καί ἰσάξια μέρη τῆς μιᾶς ῾Αγίας Γραφῆς. Εἶναι δηλαδή βασική πεποίθηση τῆς ᾽Εκκλησίας μας ὅτι ὅταν μιλᾶμε γιά τήν Παλαιά Διαθήκη δέν μιλᾶμε γιά ἕνα ξένο πρός τήν Παράδοσή της κείμενο, ἀλλά γι᾽ αὐτό πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός προϋπέθετε καί ἀνέφερε ὡς πράγματι ῾Αγία Γραφή, στήν ὁποία ῾ὑπό Πνεύματος ῾Αγίου φερόμενοι ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι᾽ κατέγραψαν ὅσα τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τούς ἐνέπνευσε πρός προετοιμασία τοῦ ἐρχομοῦ Αὐτοῦ. ῎Οχι λίγες φορές ὁ Χριστός τόνισε πώς ῾ὅ,τι ἔγραψαν  ὁ Μωϋσῆς καί οἱ προφῆται περί ᾽Εκείνου τό ἔγραψαν᾽, ὅπως καί κάθε καταγραφή τῶν κειμένων τῆς Καινῆς Διαθήκης περί ῾Αγίας Γραφῆς  εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἀναφερόταν στήν Παλαιά Διαθήκη. Συνεπῶς δέν μπορεῖ κανείς νά διαγράψει τήν Παλαιά Διαθήκη χωρίς νά διαγράψει ταυτοχρόνως καί τήν Καινή, ὅπως καί δέν μπορεῖ νά διαγράψει τήν Καινή, χωρίς ταυτόχρονη διαστρέβλωση τοῦ νόηματος καί τῆς Παλαιᾶς. Κατά τόν λόγο τοῦ ἱεροῦ Χρυσόστομου ῾οἱ δύο διαθῆκες εἶναι δύο ἀδελφές καί δύο ὑπηρέτριες πού ὑπηρετοῦν τόν ῞Ενα Κύριο᾽, γι᾽ αὐτό ῾καί τά παλαιά δέν εἶναι παλαιά, ἀφοῦ φανερώθηκαν στά καινούργια, ὅπως καί τά καινούργια δέν εἶναι καινούργια, γιατί προαναγγέλθηκαν ἤδη ἀπό τά παλαιά᾽.  Κέντρο λοιπόν καί τῶν δύο Διαθηκῶν εἶναι τό πρόσωπο τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτό καί ἡ Παλαιά Διαθήκη, πέραν αὐτονοήτως τῆς Καινῆς,  κατανοεῖται μόνον χριστολογικά.

2. Μέ τήν ὑπενθύμιση αὐτή κατανοοῦμε καλύτερα τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου στό συγκεκριμένο ἀπόσπασμα τῆς πρός ῾Εβραίους ἐπιστολῆς: ἡ Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης, ὅπως καί ὅλες οἱ λατρευτικές πράξεις σέ σχέση μέ αὐτές, βρίσκουν τόν λόγο τους στόν ἴδιο τόν Κύριο καί σέ ὅ,τι σχετίζεται πιά μέ Αὐτόν. Γιά παράδειγμα: ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης ἀποτελεῖ προεικόνιση τῆς Παναγίας Μητέρας Του, ἀφοῦ ὅπως ἡ πρώτη ἔφερε τίς πλάκες τοῦ Νόμου καί τή στάμνα μέ τό μάννα, έτσι καί ἡ δεύτερη, ἡ Παναγία, ἔφερε τόν ἴδιο τόν Νομοδότη καί τό πραγματικό μάννα πού τρέφει τούς ἀνθρώπους, τόν Χριστό. Κι ἀκόμη: ἡ ράβδος τοῦ ᾽Ααρών πού βλάστησε ὑπερφυῶς συνιστᾶ προεικόνιση καί προφητεία γιά τήν Παναγία, διότι ἀκριβῶς καί ἡ Παναγία ῾ἄνευ σπορᾶς ἀνδρικῆς᾽, συνεπῶς ὡς ξύλο ἄνικμο βλάστησε ὑπερφυῶς τόν ἐνανθρωπήσαντα Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι σέ ὅλους γνωστό ἰδίως μέσα ἀπό τήν ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας τό πόσες φορές ἀκοῦμε καί ψέλνουμε τίς προεικονίσεις αὐτές. Κατεξοχήν στά λεγόμενα ῾Θεοτοκία᾽, δηλαδή στά τροπάρια-καταλήξεις τῶν ὠδῶν τῶν κανόνων πού ἔχουν ὡς περιεχόμενο τό πρόσωπο τῆς Παναγίας μας, ὅπως καί σέ ὅλους τούς ὕμνους τῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν καί τῶν ἀφιερωμένων σέ ἐκείνην ἀκολουθιῶν – π.χ. τοῦ ᾽Ακαθίστου ῞Υμνου ἤ τῶν Παρακλητικῶν Κανόνων – οἱ παραπάνω προεικονίσεις μαζί καί μέ πλῆθος ἄλλων πράγματι ἀποτελοῦν τό εὐλογημένο περιεχόμενό τους. ῾Χαῖρε κιβωτέ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι᾽ (χαῖρε σύ Παναγία, πού χρυσώθηκες ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ), ἀκοῦμε αἴφνης στόν ᾽Ακάθιστο ῞Υμνο - χαιρετισμός πού κατανοεῖται ἀπό τή φράση τοῦ σημερινοῦ ἀποστόλου πού λέει ὅτι ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης ἦταν χρυσωμένη ἀπό ὅλες τίς πλευρές της: ῾καί τήν κιβωτόν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ᾽. ῾Χαῖρε λυχνία καί στάμνε Μάννα φέρουσα, τό γλυκαῖνον τά τῶν εὐσεβῶν αἰσθητήρια᾽ (Χαῖρε σύ Παναγία πού εἶσαι ἡ ἀληθινή λυχνία (σέ σχέση μέ τήν παλαιά τῶν ῾Αγίων τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου) καί ἡ στάμνα πού φέρεις τό ἀληθινό Μάννα, τόν Χριστό, πού γλυκαίνει τίς αἰσθήσεις τῶν εὐσεβῶν καί πιστῶν ἀνθρώπων), ἀκοῦμε ἀπό τόν κανόνα τοῦ ἀκαθίστου ὕμνου (ὠδή δ´). Κι ἑκατοντάδες φορές ῾θεοτοκίον᾽ σάν τό παρακάτω πού συναντᾶμε στούς ὄρθρους ὅλων τῶν ἑορτῶν: ῾Σέ κιβωτόν καί τράπεζαν καί λυχνίαν καί στάμνον, καί ὄρος καί παλάτιον, θρόνον κλίνην καί πύλην τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης, τήν ῾Αγίαν Παρθένον καί Θεοτόκον ἅπαντες ἀνυμνοῦμεν ἐκ πόθου᾽ (῞Ολοι μέ πόθο ὑμνολογοῦμε ᾽Εσένα τήν ἁγία Παρθένο καί Θεοτόκο, πού εἶσαι κιβωτός καί τράπεζα καί λυχνία καί στάμνα καί ὄρος καί παλάτι, θρόνος καί κλίνη καί πύλη τοῦ Βασιλέα τῆς δόξης Χριστοῦ).

3. Καί βεβαίως ἡ χριστολογική κατανόηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διαπιστώνουμε ὅτι κατά τήν ᾽Εκκλησία μας περιλαμβάνει πάντοτε μαζί μέ τόν Χριστό καί τήν ἴδια τήν Παναγία Μητέρα Του. Κάθε δηλαδή ἐκπλήρωση προφητείας τῆς Παλαιᾶς συναντᾶ εἴτε ἀπευθείας τόν ἴδιο τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ (καί κατ᾽ ἐπέκταση καί τό ζωντανό σῶμα Του τήν ᾽Εκκλησία) εἴτε Αὐτόν μέσω τῆς Μητέρας Του. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι Χριστός καί Παναγία εἶναι πάντοτε συνδεδεμένοι ἀδιάσπαστα κατά τήν πίστη μας σέ βαθμό πού τυχόν παραθεώρηση τῆς Παναγίας συνιστᾶ παραθεώρηση καί διαστροφή τοῦ προσώπου καί τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. ῾Η ᾽Εκκλησία μας μάλιστα εἶδε ἐν Πνεύματι ὅτι ἡ θεοτοκία τῆς Παναγίας  – νά γεννήσει ὡς ἄνθρωπο τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ - ἀποτελεῖ ὅρο δογματικό, συνεπῶς ἡ μή ἀποδοχή τῆς θεοτοκίας αὐτῆς ἐκτρέπει τόν μή δεχόμενο αὐτήν στήν πλάνη τῆς αἱρέσεως (π.χ. νεστοριανισμός ἤ προτεσταντισμός).

4. Κατά συνέπεια ὁ ὀρθόδοξος πιστός ὄχι μόνον δέν ἐκπλήσσεται ἀπό τίς δοξολογικές ἀναφορές τῆς ᾽Εκκλησίας πρός τό πάντιμο πρόσωπο τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου, ἀλλά χαίρεται καί εὐφραίνεται, γιατί γνωρίζει ὅτι οἱ δοξολογίες αὐτές στοχεύουν στήν πραγματικότητα στό λατρευτό πρόσωπο τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι πλῆθος ἁγίων μας, ὅπως ὁ ἅγιος Νεκτάριος γιά παράδειγμα, συγκινεῖτο καί κατενύσσετο καί μόνο μέ τό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματός Της, ὅπως κι ὅτι οἱ περισσότεροι πιστοί σταυροκοπιοῦνται καί σηκώνονται ὄρθιοι μέ τήν ἀναφορά σέ Αὐτήν. ῾῾Αγιόπρωτε σεμνή, ἐγκώμιον οὖσα τῶν οὐρανίων Ταγμάτων, ᾽Αποστόλων ὑμνωδία, Προφητῶν περιοχή᾽ ψάλλει ἀδιάκοπα ἡ ᾽Εκκλησία μας.  ῞Οπως βεβαίως καί ἀντιστρόφως καί μόνο τό ὄνομά Της κατακαίει τούς δαίμονες καί κάθε ταλαίπωρο ὄργανό του.
῾Η δύναμή Της λοιπόν εἶναι τεράστια γιά χάρη τοῦ κόσμου, διότι στήν πραγματικότητα διοχετεύεται μέσω Αὐτῆς τῆς εὐλογημένης ἡ παντοδυναμία τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. ῾Πολύ ἰσχύει δέησις Μητρός πρός εὐμένειαν Δεσπότου᾽. Κι εἶναι ἀκριβῶς ἡ δύναμη αὐτή τοῦ Θεοῦ διά τῆς Θεοτόκου πού βιώνει κάθε ὀρθόδοξος πιστός, ὅταν μέ πίστη ἐπικαλεῖται τήν ἅγια μεσιτεία Της. Τό πλῆθος τῶν ἁγίων εἰκόνων Της, τά ἄπειρα προσκυνήματα ἐπ᾽ ὀνόματί Της, τί ἄλλο φανερώνουν παρά τά θαυμαστά γεγονότα τῆς ἐπεμβάσεώς Της στήν πάλλουσα ἀπό πίστη καρδιά τοῦ χριστιανοῦ; Πόσο πράγματι ἐπιβεβαιώνεται καθημερινά ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀπολυτικίου της κατά τή μεγάλη ἑορτή τῆς Κοιμήσεώς Της, ῾ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε᾽!

γ. Ζοῦμε κρίση μεγάλη, οἰκονομική καί κυρίως πνευματική. ῾Η διαπίστωση εἶναι δεδομένη. ῾Η διέξοδος καί ἡ λύση μᾶς διαφεύγουν. ῾Η κάθε ἑορτή τῆς Παναγίας μας ὅπως ἡ σημερινή, δίνει τήν ἀπάντηση: ἡ Παναγία Μητέρα μας εἶναι πάντοτε παροῦσα καί πρόθυμη νά μᾶς βοηθήσει. ῾Η δύναμη τῆς μεσιτείας Της πρός τόν Θεό εἶναι ἄπειρη. Τό θέμα εἶναι νά προσανατολιστοῦμε πρός Αὐτήν, πού σημαίνει νά στραφοῦμε πρός τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό καί τήν ἁγία ᾽Εκκλησία Του. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα πού ἐπέλεξε σήμερα ἡ ᾽Εκκλησία μας αὐτόν τόν σκοπό ἔχει.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)



«ακούσας δε ο νεανίσκος τον λόγον απήλθε λυπούμενος∙ ην γαρ έχων κτήματα πολλά».

α. Μία πολύ αξιοσυμπάθητη περίπτωση ανθρώπου καταγράφει το σημερινό ευαγγέλιο. Έναν νεαρό, ο οποίος πλησιάζει τον Κύριο, προκειμένου Αυτός ως διδάσκαλος να τον καθοδηγήσει στην είσοδό του στη βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος τον παραπέμπει στις εντολές της Μωσαϊκής νομοθεσίας, και όταν αυτός επιμένει, λέγοντας ότι αυτές τις τηρεί εκ νεότητός του, ο Κύριος τον προσανατολίζει στην τελειότητα: να ακολουθεί Εκείνον, κάνοντας πέρα όλα τα υλικά αγαθά του. Η αντίδραση του νεαρού είναι απογοητευτική: «ακούσας τον λόγον απήλθε λυπούμενος». Γιατί είχε πολλά κτήματα, είχε πολλά υλικά αγαθά.

β. 1. Ο νεαρός δεν φαινόταν να κοροϊδεύει τον Κύριο, όπως σε μία παρόμοια περίπτωση ενός νομοδιδασκάλου, ο οποίος Τον πλησίασε «πειράζων Αυτόν». Μολονότι το ερώτημα και των δύο είναι το ίδιο: η είσοδος στη Βασιλεία του Θεού, εδώ έχουμε μία εκ πρώτης όψεως γνήσια αναζήτηση. Διότι ο νεανίσκος και πιστεύει στον Θεό και κάνει έναν «πνευματικό» αγώνα, με την τήρηση του Νόμου, πυρήνας του οποίου ήταν οι Δέκα Εντολές. «Ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου». Παρ’ όλον όμως τον αγώνα του αυτόν, διεπίστωνε στο βάθος της ψυχής του ότι η καρδιά του δεν γέμιζε. Ένιωθε ότι υπολείπεται σε κάτι, το οποίο θα του έδινε την ώθηση να ζήσει σε πληρότητα τη χάρη του Θεού. Για τα δεδομένα βεβαίως της πίστεώς μας, η έλλειψη αυτή είναι δικαιολογημένη: η πλήρωση της καρδιάς, αυτό που ολοκληρώνει τον άνθρωπο έρχεται μόνον εν Χριστώ. Ο Χριστός είναι Εκείνος που επαναφέρει τον άνθρωπο στην κανονική πορεία του, αυτήν για την οποία είχε δημιουργηθεί από τον Θεό. Ο Μωσαϊκός Νόμος, οι Προφήτες, η Παλαιά Διαθήκη δηλαδή, αποτελούσαν το προκαταρκτικό στάδιο ετοιμασίας προς αποδοχή του Χριστού. Η Παλαιά Διαθήκη, μέσα στην οποία βρισκόταν και ο νεαρός αυτός, είχε το νόημα της διαπαιδαγώγησης του ανθρώπου. «Ώστε ο Νόμος παιδαγωγός ημίν γέγονεν εις Χριστόν».

2. Η αναζήτηση όμως του νεαρού για τη Βασιλεία του Θεού, μετά την επισήμανση του Κυρίου, τελικώς φαίνεται ότι δεν ήταν και τόσο γνήσια. Και τούτο γιατί στον προσανατολισμό που του δίνει ο Κύριος, εκείνος αντιδρά: υπάρχει κάτι που τον δένει στη γη, υπάρχει ένα «βαρίδι» στη ζωή του. Κι αυτό, όπως φανερώνεται στη συνέχεια, ήταν τα πολλά υλικά αγαθά του, τα πλούτη του. Αν ο νεαρός είχε ως προτεραιότητα τη σχέση του με τον Θεό, την ένταξή του στη Βασιλεία Εκείνου, θα ανέτρεπε τα πάντα στη ζωή του, προκειμένου να το επιτύχει. Με άλλα λόγια, η διαπαιδαγώγηση του Νόμου σ’ αυτόν δεν κατέληξε στον σκοπό της: την εύρεση του Χριστού. Στην πρόσκληση του Ίδιου να Τον ακολουθήσει, εκεί που παρέπεμπε ο Νόμος, τον οποίο φαινόταν ότι ο νεαρός τηρεί, αυτός έστρεψε τα νώτα και έφυγε. Ο λόγος του Χριστού λειτούργησε προκλητικά και αφυπνιστικά, για να φανερωθεί ο βαθύτερος και αληθινός εαυτός του. Μία αντίδραση εντελώς διαφορετική από εκείνην που συναντάμε στους γνήσιους αναζητητές, όπως το είδαμε στους μαθητές του Κυρίου: “αφέντες άπαντα ηκολούθησαν Αυτώ”.

3. Έτσι με την περίπτωση του νεανίσκου σήμερα έρχεται ανάγλυφα ενώπιόν μας το φαινόμενο του ψευδούς και αληθινού εαυτού. Ο νεαρός πιστεύει ότι ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, ίσως να έχει τη βεβαιότητα ότι θα κερδίσει τη Βασιλεία του Θεού – τι άλλο να σημαίνει η ερώτησή του: «τι άλλο υστερώ;» - ζει επομένως σ’ ένα φαντασιακό επίπεδο, το οποίο συναντάμε στους Φαρισαίους της εποχής του Χριστού, όπως και στους Φαρισαίους της κάθε εποχής. Ο ψευδής εαυτός του έχει κατακλύσει τη συνείδησή του και αυτόν βιώνει ως πραγματικότητα. Η αλήθεια όμως τελικώς πόρρω απέχει από αυτόν. ´Ερχεται ο λόγος του Χριστού, για να τον βγάλει από την πλάνη: Θεός του αληθινός ήταν τα πολλά κτήματά του, αυτά συνιστούσαν την προτεραιότητά του, μπροστά στα οποία όλα τα υπόλοιπα έρχονταν δεύτερα. Ο αληθινός του εαυτός δηλαδή δούλευε με συνέπεια στην ειδωλολατρία. Η επισήμανση του Κυρίου, «όπου ο θησαυρός ημών, εκεί και η καρδία ημών έσται», βρίσκει στον νεαρό την πλήρη εκπλήρωσή της.

4. Η κατάσταση αυτή συνιστά και τη μεγαλύτερη τραγικότητα του ανθρώπου: ο άνθρωπος «πετάει» κυριολεκτικά στα σύννεφα. Νιώθει ότι έχει τον Θεό, και ο Θεός απέχει εντελώς από αυτόν. Νιώθει βέβαιος και παραπαίει. Το ακόμη τραγικότερο όμως για τον νεαρό του Ευαγγελίου είναι το γεγονός ότι του δίνεται η ευκαιρία να «προσγειωθεί», να βρει τον εαυτό του και με τον τρόπο αυτό να βρει και τον Θεό, αλλά αυτός απορρίπτει την ευκαιρία. Ο λόγος του Χριστού ήταν η ώρα της χάρης γι’ αυτόν, δηλαδή η ώρα της μετανοίας του. Αν τον αποδεχόταν, θα γινόταν μέτοχος της βασιλείας του Θεού, θα γινόταν άγιος. Δεν το έκανε, γιατί τελικώς δεν είχε γνήσια αναζήτηση: ζούσε στην επιφανειακότητα μίας απλής θρησκευτικής ζωής. Γι’ αυτό βεβαίως και το αδιέξοδο που ζούσε και που τον οδήγησε στην προσέγγιση, ανεπιτυχώς όμως, του Χριστού.

γ. Ο νεανίσκος του Ευαγγελίου δυστυχώς αποτελεί τον τύπο και για πολλούς από εμάς τους θεωρούμενους χριστιανούς. Πόσοι από τους χριστιανούς δεν ζούμε στο επίπεδο ενός ψεύτικου εαυτού, δεν νομίζουμε δηλαδή ότι πορευόμαστε σωστά και έχουμε τον Θεό και τους αγίους μαζί μας, διότι προσευχόμαστε, διότι εκκλησιαζόμαστε, διότι κοινωνούμε ίσως, διότι κάνουμε κάποιες ελεημοσύνες, ενώ η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική; Κι αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε, αν ελέγξουμε τον εαυτό μας σ’ αυτά που αποτελούν κεντρικά πάθη της ανθρώπινης ύπαρξης: στη φιληδονία, στη φιλαργυρία, στη φιλοδοξία, στους κλάδους του εφάμαρτου εγωισμού. Ο νεαρός του ευαγγελίου διακατεχόταν από το πάθος της φιλαργυρίας και της φιλοκτημοσύνης: τα υλικά αγαθά του ήταν το «βαρίδι» της ψυχής του. Σε άλλον το «βαρίδι» αυτό μπορεί να είναι η φιληδονία του, με όλες τις διακλαδώσεις της, της λαιμαργίας, της γαστριμαργίας, της λαγνείας, της πορνείας, της μοιχείας, της τεμπελιάς. Σε άλλον το «βαρίδι» μπορεί να είναι η φιλοδοξία του, ως κενοδοξία, ως υπερηφάνεια, ως τάση αγωνιώδους αποδοχής από τους άλλους, ως κατακτητικότητα, ως φιλαρχία και αρχομανία. Ο καθένας πρέπει να κοιτάξει μέσα του και να επισημάνει το δικό του πάθος, το δικό του βάρος που τον δένει εμπαθώς με τον κόσμο τούτο. Ο λόγος του Χριστού λειτουργεί για όλους και για όλες τις περιπτώσεις αφυπνιστικός, κοφτερός, «τομώτερος υπέρ πάσαν δίστομον μάχαιραν», που αποκαλύπτει τον αληθινό εαυτό μας. Όσο θα βάζουμε τον εαυτό μας πάνω σ’ αυτόν τον λόγο, τόσο θα καθαρίζει το βλέμμα μας και το έδαφος μπροστά στα πόδια μας. Ο προσανατολισμός είναι σαφής: η τελειότητά μας ως ακολουθία του Χριστού. Αυτό ζει η Εκκλησία μας και αυτό είναι το έργο της. Πόσοι από εμάς είναι έτοιμοι να το ακολουθήσουν;

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ (30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)



῾Ο άγιος Αλέξανδρος γεννήθηκε περί το 240 μ.Χ. και έγινε γνωστός για πρώτη φορά από τη συμμετοχή του στην Α´ Οικουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ.), εκπροσωπώντας ως πρεσβύτερος τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως άγιο Μητροφάνη, ο οποίος αδυνατούσε να παρευρεθεί λόγω γήρατος. Τον άγιο Αλέξανδρο, προχωρημένο και αυτόν στην ηλικία, πρότεινε ο άγιος Μητροφάνης ως διάδοχό του στον αυτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι που έγινε, οπότε και μένοντας στο αξίωμα πια του αρχιεπισκόπου επ᾽ αρκετόν, ετελεύτησε σε ηλικία 98 ετών. Αγωνίστηκε πάρα πολύ για την ορθόδοξη πίστη και μάλιστα για όσα απεφάσισε η Α´ Οικουμενική Σύνοδος κατά της αίρεσης του αρειανισμού, ενώ αντιμετώπισε τον ίδιο τον αιρεσιάρχη Άρειο στα μετά την καταδίκη του. Προσευχόμενος μάλιστα έντονα να δώσει λύση ο Κύριος στην επάνοδο του Αρείου, είδε αυτός και όλοι στην Κωνσταντινούπολη ότι τελικώς ο Άρειος έτυχε κακού τέλους, τέτοιου που έκανε μεγάλη αίσθηση και έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων για πολύ καιρό. Εκτός από τους αγώνες του για την ορθοδοξία, έδρασε και στον τομέα της ιεραποστολής, όπως και άφησε παράδειγμα αρίστου ποιμένος στην Εκκλησία. Η δύναμη του λόγου του και της προσευχής του ήταν μεγάλη, όπως είπαμε,  κάτι που επίσης φάνηκε και σε έναν διάλογο με φιλοσόφους αιρετικούς, κατά τον οποίο, πριν ξεκινήσει την ομιλία του ένας φιλόσοφος, ο άγιος του είπε: ῾Στο όνομα του Χριστού, να μην μπορείς να πεις λέξη᾽. Και ώ, του θαύματος! Το στόμα του φιλοσόφου κλείστηκε, μη μπορώντας να αρθρώσει ούτε λέξη. Στη μνήμη της Εκκλησίας ο άγιος Αλέξανδρος έμεινε ως σημείο αναφοράς πίστεως και αγίας ζωής, γεγονός που επισημαίνει αργότερα και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος σε ομιλία του, λέγοντας ότι τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως κόσμησαν άνθρωποι σπουδαίοι, σαν τον σήμερα εορταζόμενο άγιο᾽. 

Ο άγιος Αλέξανδρος μπορεί να μην ανήκει στους οικουμενικούς πατέρες και δασκάλους της Εκκλησίας, σαν τον άγιο Αθανάσιο, τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον άγιο Βασίλειο κλπ., όμως αποτελεί και αυτός αστέρα πρώτου μεγέθους στο στερέωμα της Εκκλησίας. Ήδη στο συναξάρι του προηγουμένως αναφέρθηκε η δύναμη του λόγου του και η αγία βιοτή του, κι αυτό σημαίνει ότι μπορεί να μην ήταν από αυτούς του Πατέρες που έδωσαν άμεσα και με έκτακτο φωτισμό του αγίου Πνεύματος τη λύση στα δογματικά προβλήματα της Εκκλησίας, όμως ήταν από εκείνους που με φωτισμό του ίδιου Πνεύματος κατανόησαν αμέσως και διέκριναν την πλάνη από την αλήθεια, την οποία έπειτα υπερασπίστηκαν με πάθος και ζήλο. Ο αγώνας του για την αλήθεια της πίστεως είχε επίγνωση ότι ήταν αγώνας για τη διακράτηση του αληθινού Χριστού, άρα για τη σωτηρία του ανθρώπου: την ένταξη του ανθρώπου στο σώμα Εκείνου, την πραγματική δηλαδή παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου.

Προϋπόθεση του φωτισμού του για τη διάκριση της πλάνης από την αλήθεια ήταν ο όλος πνευματικός του αγώνας. Ο άγιος Αλέξανδρος δεν έφτασε σ᾽ αυτό το σημείο φωτισμού ξαφνικά και ῾ως έλαχε᾽. Κατά τον άγιο υμνογράφο του ῾μυστιπόλος της άνω, υπερθέου Τριάδος ώφθης πανένδοξε, αγνώς ταύτην λατρεύων᾽, δηλαδή φάνηκες πανένδοξε, να ζεις στην καρδιά σου την υπέρθεη αγία Τριάδα, λατρεύοντάς την με τρόπο αγνό, που σημαίνει ότι ο άγιος βρισκόταν διαρκώς πάνω στις εντολές του Κυρίου, με αποτέλεσμα να έχει γίνει κατοικητήριο του Θεού, αναπέμποντας διαρκώς ύμνους και δοξολογίες προς Αυτόν. Μόνον ένας που ζει με αδιάκοπη προσευχή και τηρεί τον νόμο του Θεού, φωτίζεται έντονα από Αυτόν, ώστε να έχει το χάρισμα της διακρίσεως. Κι αλλού ο ποιητής θα τονίσει με άλλον τρόπο την παραπάνω αλήθεια: ῾Έννομος γενόμενος, ο θείος όντως φοιτητής σου, και σοις ζωηφόροις λόγοις, πειθαρχήσας Αλέξανδρος, Ιεράρχης πεφηνώς, Κύριε, όσιος, πράος, σώφρων, νυν επαξίως μακαρίζεται᾽. Κύριε, ο Αλέξανδρος, ο πράγματι θείος φοιτητής σου, που ζούσε σύμφωνα με τον νόμο σου και πειθαρχούσε στα δικά σου ζωηφόρα λόγια, αποδείχτηκε Ιεράρχης όσιος, πράος, σώφρων, γι᾽ αυτό και τώρα μακαρίζεται επάξια.

Ο άγιος Αλέξανδρος αποτελεί παράδειγμα για τους πιστούς,  όπως όλοι βεβαίως οι άγιοι, ιδιαιτέρως όμως για την εποχή μας, εποχή υποχώρησης στην πίστη, με έντονα τα σημάδια γι᾽ αυτό του ατομισμού, της δειλίας και της ανασφάλειας. Η μεγάλη του πίστη, το θάρρος και ο ζήλος του για την ομολογία της πίστεως αυτής, συνδυασμένα όμως με την αγία ζωή του, ζωή αγάπης προς τον συνάνθρωπο -  πρότυπο καλού ποιμένος, είπαμε, ήταν άλλωστε – τον κάνουν ορόσημο για εμάς. Κατεξοχήν δε αποτελεί παράδειγμα η έκφραση της ζωντανής πίστεώς του, με την  αδιάλειπτη και ζωντανή προσευχή του. Στον άγιο Αλέξανδρο, μάλλον και σ᾽ αυτόν τον άγιο, διαπιστώνουμε ό,τι ο ίδιος ο Κύριος είχε υποσχεθεί: ῾εάν μείνητε εν εμοί, και τα ρήματά μου εν υμίν μείνη, ο εάν θέλητε αιτήσασθε, και γενήσεται υμίν᾽. Να μένουμε ενωμένοι με τον Χριστό, ως μέλη Του μέσα στην αγία Του Εκκλησία, να κρατάμε τις άγιες εντολές Του, και θα βλέπουμε την παντοδυναμία του Χριστού να διοχετεύται και σε εμάς, όπως και στον άγιο σήμερα.
Ταις αυτού  αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς᾽.