Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)




῾᾽Αποθώμεθα τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός᾽ (Ρωμ. 13, 12)

α. Μετά τήν προετοιμασία τῶν τριῶν εἰσαγωγικῶν γιά τήν Μ. Τεσσαρακοστή ἑβδομάδων, ὅπου διαρκῶς ἡ ᾽Εκκλησία μας πρόβαλλε τήν μετάνοια ὡς τόν μοναδικό δρόμο ὀρθῆς βίωσης τῆς εὐλογημένης αὐτῆς περιόδου, ἔρχεται σήμερα, παραμονή τῆς εἰσόδου μας στήν Τεσσαρακοστή μέ τήν Κυριακή τῆς Τυροφάγου καί μάλιστα διά τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος νά διασαλπίσει ἔντονα ἐκεῖνο κυρίως τό λόγιο τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἡ σφραγίδα τῆς περιόδου, τό ῾σύνθημα᾽ κυριολεκτικά  τῶν πιστῶν πού πρέπει διαπαντός νά ἔχουμε πρό ὀφθαλμῶν καί μέσα στήν καρδιά μας: ἡ κλήση γιά ἀποτίναξη τῶν σκοτεινῶν ἁμαρτωλῶν ἔργων μας καί γιά ἔνδυσή μας μέ τά ὅπλα τοῦ φωτός. ῾᾽Αποθώμεθα τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός᾽.

β. 1. Τό πρῶτο βεβαίως πού μᾶς ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος εἶναι νά ἀποδεχθοῦμε ὅτι πολύ συχνά βρισκόμαστε σέ κατάσταση σκότους, δηλαδή ἁμαρτίας, γι᾽ αὐτό καί τά ἔργα μας εἶναι ἔργα ἁμαρτωλά. Κι εἶναι γεγονός ὅτι δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος καί μάλιστα Χριστιανός, πού νά μήν ὁμολογεῖ μέ εὐκολία τήν ἁμαρτωλότητά του σ᾽ ἕνα γενικό καί ἀόριστο ἐπίπεδο. ῾Καί ποιός δέν εἶναι ἁμαρτωλός;᾽ ἀκοῦμε ἀπό τόν καθένα στήν ὅποια συζήτηση πού μποροῦμε νά κάνουμε μαζί του. Μία τέτοια ὁμολογία ὅμως πού καλύπτεται κάτω ἀπό τήν ἀοριστολογία καί τήν γενικολογία δέν φαίνεται νά εἶναι αὐτό πού ἔχει κατά νοῦ ὁ ἀπόστολος. Καί τοῦτο γιατί ἡ ἀόριστη ἀποδοχή τῆς ἁμαρτωλότητός μας κατά πᾶσα πιθανότητα λειτουργεῖ ὡς ἄλλοθι τῆς ἴδιας τῆς ἁμαρτίας μας, ἀφοῦ τελικά ὅλοι τό...ἴδιο κάνουμε καί στήν ἴδια κατάσταση βρισκόμαστε. Μέ ἄλλα λόγια ὁμολογοῦμε τήν ἁμαρτωλότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης μας γιά νά τή δικαιώσουμε ὡς κάτι τό φυσικό!

2. Ὁ ἀπόστολος ὅμως μέ τήν πρόσκλησή του ν᾽ ἀποτινάξουμε τά ἔργα τοῦ σκότους καί τῆς ἁμαρτίας δίνει δραματικό χαρακτήρα στόν λόγο του:  ὅ,τι κάνουμε, ὅ,τι λέμε, ὅ,τι ἀκόμη σκεφτόμαστε, ἄν εἶναι ἀποκομμένο ἀπό τόν Χριστό, τήν πηγή τοῦ φωτός, εἶναι ἁμαρτία καί ἄρα σκοτάδι. Τελικῶς, ὁ μή ἐν Χριστῷ ἐνεργῶν ζεῖ καί κινεῖται στήν ἀνυπαρξία, ἔστω κι ἄν φαίνεται σπουδαῖο καί σημαντικό αὐτό πού ἐπιτελεῖ στόν κόσμο. Κι ἴσως ἡ ἐποχή μας εἶναι τέτοια ἐποχή ἀνυπαρξίας ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς, ἀφοῦ ὄχι μόνον οἱ ἐκτός τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀλλά πολλές φορές καί οἱ ἴδιοι οἱ Χριστιανοί ζοῦμε καί συμπεριφερόμαστε σά νά μήν ἔχουμε καμμία σχέση μέ τόν Χριστό, σάν νά εἴμαστε στήν πρό Χριστοῦ ἀκόμη ἐποχή. Πρόκειται δυστυχῶς γιά τήν κατάσταση τῆς ἐκκοσμίκευσης, ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ πρό πολλοῦ, κατά τήν ὁποία ἔχει ἀποδεσμευτεῖ ἡ ζωή μας ἀπό τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί συνεπῶς ἡ ἀθεΐα μέ τήν πρακτική της μορφή εἶναι τό γνώρισμα τῆς ζωῆς μας.
Ἡ τραγικότητα ὅμως τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἔχει ὑποδειχθεῖ ἤδη ἀπό τόν Κύριο: εἶναι ζωή ἐν θανάτῳ. ᾽Εκεῖνος πού δέν προσδιορίζεται στή ζωή του ἀπό τίς προϋποθέσεις τοῦ Χριστοῦ στήν πραγματικότητα εἶναι νεκρός. Τά λόγια τοῦ ῎Ιδιου ἐν προκειμένῳ ἠχοῦν πολύ ξερά καί πένθιμα: ῾῎Αφες τούς νεκρούς θάψαι τούς ἑαυτῶν νεκρούς᾽. Εἶναι νεκρός ὅποιος δέν Τόν ἀποδέχεται καί δέν θέλει νά Τόν ἀκολουθεῖ ὡς μαθητής Του. Σάν τήν περίπτωση τοῦ ἀσώτου υἱοῦ πού ὄντως ἡ κατάστασή του λόγω τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἀπό τόν Πατέρα του ἦταν κατάσταση ἀνυπαρξίας καί θανάτου. Νά ἀποθέσουμε λοιπόν τά ἔργα τοῦ σκότους σημαίνει νά πετάξουμε ἀπό πάνω μας κάθε τι πού ἀποτελεῖ κεντρί τοῦ θανάτου, κάθε τι πού μᾶς στερεῖ τήν ἰκμάδα τῆς ζωῆς.

3. Πῶς θά γίνει αὐτό; Μέ ποιόν τρόπο μποροῦμε νά ξεφύγουμε ἀπό τά θανατερά αὐτά δίχτυα; Ὁ ἀπόστολος εἶναι σαφής καί κατηγορηματικός: μόνο μέ τή στροφή μας πρός τό φῶς. ῾᾽Ενδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός᾽. Μόνο μέ τό θετικό ξεπερνιέται τό ἀρνητικό. Τό σκοτάδι δέν... σκοτώνεται πυροβολώντας το. Κατά φυσικό τρόπο ἐξαφανίζεται, μόλις ἔρχεται τό φῶς. Ἡ νύχτα πάντα ὑποχωρεῖ, μόλις ξεπροβάλλει ἡ αὐγή καί ὁ ἥλιος. ῎Ετσι καί τό σκότος τῆς ἁμαρτίας ἐξαφανίζεται, μόλις ὁ ἄνθρωπος στραφεῖ πρός τό φῶς τό πνευματικό, πρός τόν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. Καί στροφή πρός τό φῶς σημαίνει ἔνδυση τοῦ ᾽Ι. Χριστοῦ, ὅπως τό λέει καί ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος: ῾᾽Ενδύσασθε τόν Κύριον ᾽Ιησοῦ Χριστόν᾽.
Πῶς νά ντυθῶ ὅμως τόν Χριστό, τόν ῾Οποῖο ἤδη ἔχω ἐνδυθεῖ διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματός μου; Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀποκαλύψει ὅτι ῾ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽. Πῶς λοιπόν νά ντυθῶ τό ἴδιο ἔνδυμα μέ τό ὁποῖο ἤδη εἶμαι καλυμμένος; Γιά μᾶς τούς Χριστιανούς λοιπόν πού εἴμαστε ἐνδεδυμένοι τόν Κύριο, ἡ προτροπή τοῦ ἀπ. Παύλου πρέπει νά ἐννοηθεῖ ὡς ἐπανεύρεση τοῦ ἐνδύματός μας. Καί μετά τό βάπτισμα δυστυχῶς ἁμαρτάνουμε. Ἡ ἀμέλειά μας μᾶς κάνει νά ξεφτίζουμε αὐτό πού πάντα ἔπρεπε νά διατηρεῖται καινούργιο. ῎Αρα ντύνομαι τόν Χριστό σημαίνει, γιά μένα τόν βαπτισμένο, ζωή μετάνοιας. Καλοῦμαι νά ζῶ ἐν μετανοίᾳ, γιά νά καθαρίζω τό ἔνδυμα πού ἔλαβα στό βάπτισμα. Γι᾽ αὐτό ἄλλωστε οἱ Πατέρες μας χαρακτηρίζουν τήν μετάνοια ὡς ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματος καί δεύτερο βάπτισμα. Σταματῶ λοιπόν νά εἶμαι στό σκοτάδι, ὅταν παίρνω τό δρόμο τῆς μετάνοιας, μέ τήν ὁποία καί πάλι ξαναβρίσκω τόν ἀληθινό μου ἑαυτό, τό φῶς πού μέ πλημμύρισε τήν ἡμέρα τῆς ἀναγεννήσεώς μου μέ τήν ἔνταξή μου στήν ᾽Εκκλησία.

4. Κι αὐτή ἡ ἐπανεύρεση τοῦ ἐνδύματος διά τῆς μετανοίας εἶναι ζωή δύναμης καί ἐξουσίας. Γιατί, λέει, ῾ἐνδύσασθε τά ὅ π λ α τοῦ φωτός᾽. Τό φῶς τοῦ Χριστοῦ μᾶς δίνει ὅπλα καί φανερώνει τήν ἐξουσία πού λάβαμε ὡς τέκνα πιά Θεοῦ. ῾Ὅσοι ἔλαβον τόν Χριστόν ἔδωκεν αὐτοῖς τήν ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι᾽. Ποιά εἶναι αὐτά τά ὅπλα; Εἶναι ἡ πανοπλία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἡ πανοπλία τοῦ Σταυροῦ. Ὁ ὑμνογράφος τῆς ᾽Εκκλησίας μας, βασισμένος σέ ἀνάλογη περιγραφή τοῦ ἀπ. Παύλου, θά ἀναγγείλει: ῾Τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται. Οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε...Καί ἀναλαβόντες τήν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, τῷ ἐχθρῷ ἀντιμαχησώμεθα, ὡς τεῖχος ἄρρηκτον κατέχοντες τήν πίστιν, καί ὡς θώρακα τήν προσευχήν, καί περικεφαλαίαν τήν ἐλεημοσύνην. ᾽Αντί μαχαίρας τήν νηστείαν, ἥτις ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν᾽. (Τό στάδιο τῶν ἀρετῶν ἔχει ἀνοίξει. Ὅσοι θέλετε νά ἀγωνιστεῖτε εἰσέλθετε... Καί ἀφοῦ φορέσαμε τήν πανοπλία τοῦ Σταυροῦ, ἄς πολεμήσουμε τόν ἐχθρό, ἔχοντας τήν πίστη σάν στέρεο τεῖχος καί σάν θώρακα τήν προσευχή καί περικεφαλαία τήν ἐλεημοσύνη. Στήν θέση τοῦ μαχαιριοῦ τήν νηστεία, ἡ ὁποία βγάζει ἀπό τήν καρδιά κάθε κακία).

γ.  Πίστη, προσευχή, ἀγάπη κι ἐλεημοσύνη, νηστεία: νά τά ὅπλα τῆς πνευματικῆς μας πανοπλίας, μέ τά ὁποῖα καλούμαστε νά βαδίσουμε κατά τήν εὐλογημένη περίοδο τῆς Μ. Σαρακοστῆς, ἀλλά καί καθ᾽ ὅλη τήν ζωή μας. Δέν ἔχουμε παρά νά συναισθανθοῦμε τήν ἐξουσία πού μᾶς ἔχει δοθεῖ καί νά τήν ἐνεργοποιήσουμε. Τό τέλος προβάλλει ἐμπρός μας λαμπρό καί γεμάτο χάρη: ἡ συμμετοχή μας στήν ᾽Ανάσταση, ἡ πληρότητα τῆς ἔνταξής μας στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν ἀληθινή πατρίδα μας!

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)



«᾽Εάν μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτών, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. 6, 15)

α. Στο τελευταίο σκαλοπάτι για την είσοδό μας στην Μεγάλη Σαρακοστή η Εκκλησία μας έρχεται διά του ευαγγελικού αναγνώσματος – τμήματος της επί του Όρους ομιλίας του Κυρίου από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο – να επιτείνει ό,τι ετόνισε στις προηγούμενες εισαγωγικές Κυριακές του Τριωδίου: ότι δεν είναι δυνατόν να πορευτούμε την ευλογημένη αυτήν περίοδο, που εκβάλλει στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου, ότι δεν μπορούμε να έχουμε δηλαδή πραγματική σχέση με τον Θεό μας, αν δεν πετάξουμε από πάνω μας τις «μάσκες» της υποκρισίας και δεν σταθούμε έναντι Αυτού με το αυθεντικό πρόσωπό μας, αυτό που δημιουργεί η αληθινή μετάνοια: χωρίς τις επακαλύψεις της μνησικακίας, με αληθινή νηστεία που γίνεται για εμάς τους ίδιους, με συναίσθηση ότι το κέντρο βάρους της ζωής μας, ο αληθινός θησαυρός μας, βρίσκεται όχι στα ασφυκτικά πλαίσια του κόσμου τούτου του παρερχομένου, αλλά στη Βασιλεία του Θεού. Κι αυτό σημαίνει ότι η Μεγάλη Σαρακοστή λειτουργεί ως τύπος όλης της ζωής μας, αφού ο καθημερινός αγώνας του χριστιανού είναι πώς να διατηρηθεί ακέραιο το αυθεντικό του πρόσωπο, εκείνο που βγήκε από την αγία κολυμβήθρα της Εκκλησίας μας ως μέλος Χριστού. Ο Κύριος λοιπόν τονίζει: κανείς δεν μπορεί να είναι με τον Θεό και να διατηρεί το δώρο της χάρης Του, χωρίς  πρώτα από όλα να δίνει αδιάκοπα τη συγγνώμη του στον συνάνθρωπό του. Κατά τη διατύπωση του Ίδιου: «᾽Εάν μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν».

β. 1. Κι είναι αλήθεια ότι η επισήμανση του Κυρίου είναι καίριας και αποφασιστικής σημασίας, δεδομένου ότι η μνησικακία, ως μνήμη της κακίας των άλλων και αδυναμία συνεπώς προσφοράς της συγγνώμης μας για τα τυχόν παραπτώματά τους απέναντί μας, αποτελεί ένα από τα βασικά και μόνιμα σχεδόν προβλήματα στις σχέσεις μας με αυτούς. Λόγοι προσβλητικοί, κακές συμπεριφορές, στάσεις αδιαφορίας του άμεσου ή ευρύτερου περίγυρού μας, έρχονται πολλές φορές να προκαλέσουν τον υπάρχοντα εγωισμό μας, ο οποίος απαιτεί την αποδοχή και τον έπαινο, ίσως μάλιστα και την κυριαρχία επί των άλλων, ακυρώνοντας έτσι τη μοναδική και αποκλειστική σχεδόν προϋπόθεση παρουσίας του Θεού στη ζωή μας: την αγάπη. Με άλλα λόγια η μνησικακία αποτελεί το μεγαλύτερο φράγμα για να παραμένουμε εν τω Θεώ, αφού «ο Θεός αγάπη εστί», ενώ αποκαλύπτει περίτρανα τον εγωισμό που έχει θρονιαστεί ως βασιλιάς στην καρδιά μας, συνεπώς και την κατίσχυση της αμαρτίας πάνω μας.

2. Ο Κύριος λοιπόν είναι σαφής: αν δεν αποτινάξουμε από την καρδιά μας, δηλαδή από τον βαθύτερο εαυτό μας, την όποια μνησικακία μας, αν δεν αγωνιζόμαστε να είμαστε ανεξίκακοι με αγάπη μέσα μας, πρόσωπο Θεού δεν πρόκειται να δούμε, ούτε εν τω νυν ούτε εν τω μέλλοντι αιώνι. Κι από την άποψη αυτή καταλαβαίνουμε ότι ο αγώνας αυτός δεν είναι μία απομείωσή μας: χάνουμε κάτι,  αλλά ο κατεξοχήν εμπλουτισμός μας: διώχνουμε αυτό που συνιστά δηλητήριο της ψυχής μας και ενέργεια δαιμονική και κρατάμε και αυξάνουμε τη χάρη του Θεού. Την αλήθεια αυτή ο Κύριος δεν την κήρυξε μόνον με τα παραπάνω λόγια, με θετική και αρνητική διατύπωση, που και μόνον αυτά ήταν βεβαίως υπεραρκετά για τη συνειδητοποίηση της φοβερής σημασίας της ανεξικακίας, αλλά και με τα λόγια της προσευχής που μας έμαθε να λέμε, στην Κυριακή λεγόμενη προσευχή, στο γνωστό «Πάτερ ημών»: «και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών»: συγχώρησε τις αμαρτίες μας, όπως και εμείς συγχωρούμε τις αμαρτίες των άλλων. Η συγγνώμη του Θεού προς εμάς έχει ως μοναδική προϋπόθεση τη συγγνώμη τη δική μας προς τους συνανθρώπους μας. Ο Κύριος δηλαδή «έδεσε» τη σωτηρία μας με την καλή σχέση μας προς τους άλλους. Αυτό που τόνισε το ευαγγέλιο της κρίσεως της προηγουμένης Κυριακής, έρχεται σήμερα να τονιστεί και με έναν άλλον τρόπο.

3. Εκεί όμως που ο Κύριος έδωσε το συγκλονιστικότερο «μάθημα» της ανεξικακίας ήταν με την ίδια τη ζωή Του, όταν βρισκόταν μάλιστα πάνω στον Σταυρό. Ο Σταυρός Του, που περικλείει όλη την τελειότητα (όσιος Μάρκος ο ασκητής),  ήταν η αποκάλυψη της άπειρης αγάπης Του και της ανεξικακίας Του, απέναντι μάλιστα σε μία ανθρωπότητα, η οποία τόσο είχε εκτροχιαστεί, ώστε θέλησε να σκοτώσει τον ίδιο τον Δημιουργό και Ευεργέτη της. «Πάτερ, άφες αυτοίς• ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» είναι τα λόγια προσευχής Του υπέρ των σταυρωτών Του. Και το παράδειγμα αυτό συγγνώμης και ανεξικακίας συνέχισαν, με τη βοήθεια και τη χάρη βεβαίως του Ίδιου, και οι απόστολοι και οι μάρτυρες και οι λοιποί άγιοι της Εκκλησίας. Ο άγιος Στέφανος για παράδειγμα: τι άλλο κάνει όταν την ώρα που λιθοβολείται από τους εξαγριωμένους Ιουδαίους επαναλαμβάνει, απλώς παραλλαγμένα, τα ίδια λόγια του Κυρίου; «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην»; Το ίδιο και ο νεώτερος άγιος, για να μνημονεύσουμε και έναν ακόμη, Διονύσιος Αιγίνης: κρύβει και καλύπτει από το απόσπασμα που τον κυνηγά, τον φονιά του αδελφού του και στη συνέχεια τον φυγαδεύει.
Έτσι όρος, προϋπόθεση για να είναι κανείς Χριστιανός, είναι η βίωση της ανεξικακίας και της συγγνώμης. Δεν μπορεί κανείς να λέγεται Χριστιανός, χωρίς να συγχωρεί τους πάντες, έστω κι αν αυτοί είναι εχθροί του. Κι αυτό άλλωστε, ως γνωστόν, είναι το διακριτικό που ξεχωρίζει τον χριστιανό μάρτυρα από οποιοδήποτε άλλο είδος μάρτυρα: ο χριστιανός πεθαίνει προσευχόμενος υπέρ των διωκτών του, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό τη γνησιότητα της πίστης του στον Χριστό.

4. Βεβαίως η απόκτηση της ανεξικακίας δεν είναι κάτι εύκολο. Απαιτεί αγώνα διαρκή και επίπονο. Χρειάζεται να «ματώσει» κανείς εσωτερικά, για να μπορέσει να σταθεί με καθαρή καρδιά απέναντι στον συνάνθρωπό του. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα του ασκητή εκείνου στο Γεροντικό, που έφτυνε αίμα τη στιγμή που τον πλησίασε ένας άλλος αδελφός. Και στην ερώτηση του αδελφού τι συνέβη, εκείνος απάντησε: Πριν από λίγο ένας αδελφός με πίκρανε. Και παρακάλεσα τον Θεό να μου βγάλει την πίκρα από μέσα μου. Και να, ο Θεός με άκουσε και έκανε αίμα την πίκρα μου και την έβγαλα.
Θα πρέπει μάλιστα να διέλθει ο πιστός από ορισμένα στάδια, που μας τα έχουν υποδείξει και καθορίσει οι ασκητικοί Διδάσκαλοι και Πατέρες της Εκκλησίας. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, για παράδειγμα, ο επονομαζόμενος της Κλίμακος, μας μιλάει για τρεις βαθμίδες στην ανεξικακία. Πρώτη βαθμίδα, γράφει, είναι να αποδέχεται κανείς τις προσβολές και τις ατιμίες, έστω με οδύνη και πικρία ψυχής. Στη δεύτερη βαθμίδα φθάνουν αυτοί που έχοντας πια περάσει από την πρώτη, δεν θλίβονται  για τις προσβολές και τις αναποδιές που τους συμβαίνουν, αλλά και δεν χαίρονται βεβαίως. Και η τρίτη βαθμίδα, το στάδιο των τελείων, είναι γι’ αυτούς που όχι μόνον δεν πονούν και δεν πικραίνονται, αλλά θεωρούν ως επαίνους τις ατιμίες. Πρόκειται για στάδιο τελείωσης που χαρακτηρίζεται από το σύγχρονο λογικοκρατούμενο και αυτονομημένο άνθρωπο ως τρέλα. «Αρχή ανεξικακίας – λέει επακριβώς –εν πικρία και οδύνη ψυχής τας ατιμίας καταδέχεσθαι. Μεσότης, αλύπως εν ταύταις διακείσθαι. Τέλος δε, ως ευφημίας ταύτας λογίζεσθαι».

5. Ο ίδιος μάλιστα άγιος προβαίνει και σε άλλα σημεία των λόγων του και σε συγκεκριμένες συμβουλές, που μπορούν να βοηθήσουν κάποιον να ξεπεράσει τη μνησικακία. Μερικά παραδείγματα.
- Αν αισθάνεσαι πικρία και μίσος απέναντι σε κάποιον αδελφό και δεν έχεις τη δύναμη να τον αγαπήσεις με την καρδιά σου, τουλάχιστον να μετανοείς απέναντί του και να τον πλησιάζεις με τα λόγια, με το στόμα. Ίσως έτσι ντραπείς τα λόγια σου και τον αγαπήσεις πραγματικά.
- Αν ακούσεις ότι κάποιος αδελφός σε κατηγόρησε, μην αφεθείς εσύ στο πάθος της μνησικακίας, αλλά ξεπέρασέ το λέγοντας γι’ αυτόν επαινετικά λόγια.
- Αν δεις ή ακούσεις κάτι που σου κινεί το πάθος της κατακρίσεως (καρπού της μνησικακίας), μη λες ότι από αγάπη κατακρίνεις, διότι η αγάπη οδηγεί σε κρυφή προσευχή υπέρ αυτού που έσφαλε, και όχι σε κατηγόρια. Αυτός ο τρόπος αντιδράσεως μάλιστα – προσευχή υπέρ αυτών που μας φταίνε – αποτελεί κατά τον άλλον μεγάλο ασκητικό διδάσκαλο όσιο Μάρκο τον ασκητή, «κτύπημα και πληγή των δαιμόνων».

γ. Η ανεξικακία, ενόψει μάλιστα της Σαρακοστής που μας ωθεί με όλες τις εκφράσεις της στην αποκάλυψη του γνήσιου εαυτού μας, όπως είπαμε, παρ’ όλες τις δυσκολίες αποκτήσεως και βιώσεώς της, είναι ό,τι πιο απαραίτητο για την πορεία μας ως χριστιανών. Δεν θα σωθούμε από τις τυχόν νηστείες ή τις ελεημοσύνες ή τις προσευχές μας, αν όλα αυτά δεν βρίσκουν την κατάληξή τους στην ανεξικακία ή και δεν την έχουν ως προϋπόθεσή τους. Διότι, και πάλι θα το πούμε, η αρετή αυτή είναι έκφραση της αγάπης και η αγάπη είναι και θα είναι το απόλυτο κριτήριο της ζωής μας.





Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, ΣΥΝΑΣΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ (28 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)




«Ο όσιος Βασίλειος έζησε επί της βασιλείας Λέοντος του εικονομάχου. Άφησε τον κόσμο και τα εν τω κόσμω κι έγινε μοναχός. Κι αφού ασκήθηκε πρώτα με τρόπο θεάρεστο, ύστερα, όταν άρχισε η μάχη κατά των αγίων εικόνων, αντιστάθηκε δυνατά στους εικονομάχους. Αποτέλεσμα ήταν να συλληφθεί και να υποστεί πολλές τιμωρίες, αλλά δεν υποχώρησε. Αντιθέτως, κήρυσσε την αλήθεια μέχρι θανάτου, έχοντας ως σύμμαχο και τον θείο Προκόπιο τον Δεκαπολίτη. Γι’ αυτόν τον λόγο και ξέσχισαν με σιδερένια νύχια όλο το σώμα του και τον τράχηλό του και τον έριξαν στη φυλακή. Έτυχε όμως και πέθανε ο τύραννος, οπότε ο όσιος ελευθερώθηκε. Κι από τη φυλακή βγαίνοντας, συνέχισε τον ίδιο τρόπο ζωής. Προετοίμαζε και καθοδηγούσε πολλούς στον δρόμο της αρετής και επανέφερε τους πλανηθέντες στην ορθόδοξη πίστη, μέχρις ότου με χαρά και με ευχαριστία εκδήμησε προς τον Θεό, τον Οποίο ποθούσε από βρέφους».  

Πάντοτε η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας προβάλλει ως τρόπο ζωής κάτι που προκαλεί τη λογική του κοσμικού μη εν Θεώ ζώντος ανθρώπου, έστω κι αν χαρακτηρίζεται επιφανειακά χριστιανός: ότι δηλαδή η εγκράτεια ως περιορισμός των σαρκικών ηδονών αποτελεί την τρυφή του πιστού, η πτωχεία ως συνειδητή επιλογή συνιστά τον πλούτο του, η ακτημοσύνη ως άρνηση κατοχής οιωνδήποτε υλικών πραγμάτων, κυρίως δε εσωτερικής δέσμευσης σε αυτά, είναι η μεγάλη περιουσία του, η ταπείνωση είναι ο έπαινός του. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο χριστιανός αγωνίζεται κατά του κεντρικού πάθους του ανθρώπου, της φιλαυτίας με όλα τα παρακλάδια της: της φιληδονίας, της φιλαργυρίας, της φιλοδοξίας, ώστε να τη μεταστρέψει και να την κάνει φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Δηλαδή κτυπά τα πάθη του με τις αντίστοιχες αρετές, ώστε μεταστρέφοντας με τη χάρη του Θεού τη φιλαυτία σε φιλοθεΐα και φιλανθρωπία, να βρει  το σημείο συντονισμού του με τη χάρη του Θεού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ζητούμενο πάντοτε είναι ο ίδιος ο Θεός και η χάρη Του στη ζωή του ανθρώπου και το μόνο σημείο που ο άνθρωπος βρίσκει όντως τον Θεό είναι η αγάπη. Από την άποψη αυτή δεν δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε ό,τι στο Γεροντικό για παράδειγμα διαβάζουμε για οσίους μας, που έλεγαν: «Πηγαίνω όπου υπάρχει κόπος και εκεί βρίσκω ανάπαυση».
Το παραπάνω σκεπτικό επισημαίνουμε και στην ασκητική ζωή του οσίου Βασιλείου. Ο υμνογράφος μας καθοδηγεί και μας λέει: «Επιθύμησες την πάνω από τον ανθρώπινο νου μακαριότητα του Θεού, γι’ αυτό και θεώρησες, θεσπέσιε, την εγκράτεια ως τρυφή σου, την πτωχεία ως πλούτο σου, την ακτημοσύνη ως μεγάλη περιουσία, την ταπείνωση ως έπαινό σου» («Της μακαριότητος της υπέρ νουν ορεγόμενος, ελογίσω, θεσπέσιε, τρυφήν την εγκράτειαν, την πτωχείαν πλούτον, την ακτημοσύνην περιουσίαν δαψιλή, και ευδοξίαν την μετριότητα») (στιχηρό εσπερινού).  Με άλλα λόγια κανείς δεν μπορεί να συναντηθεί αληθινά με τον Θεό, να νιώσει ζωντανή μέσα του τη χάρη του Πνεύματός Του, έχοντας μέσα του ενεργό το πάθος του εγωισμού με τα παρεπόμενά του. Κι από την άποψη αυτή καταλαβαίνει και την ευλογία της περιόδου της Σαρακοστής, που δίνει πάμπολλες αφορμές ελέγχου των ψεκτών παθών μας και μεταστρέψεώς τους σε ένθεα πάθη, δηλαδή σε αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο.
Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, εκτός βεβαίως από την ασκητική διαγωγή του οσίου Βασιλείου, τονίζει σε αρκετούς ύμνους του κανόνα του και την ιδιαίτερη άθληση του οσίου στο θέμα των αγίων εικόνων. Η εποχή του οσίου Βασιλείου αυτό κυρίως αντιμετώπιζε, τη χριστολογική αίρεση των εικονομάχων με την τεράστια πολεμική που είχαν εξαπολύσει κατά των ορθοδόξων,  και εκεί αθλήθηκε ο όσιος: και με τη διδασκαλία του, αλλά και με το μαρτύριό του, από το οποίο πήρε και τον χαρακτηρισμό του ομολογητή. Ο υμνογράφος λοιπόν, συνθεωρώντας μαζί με τον όσιο Βασίλειο και τον μαθητή αυτού Προκόπιο Δεκαπολίτη (27 Φεβρουαρίου), σημειώνει κάτι πολύ ωραίο για τον αγώνα τους αυτόν υπέρ των αγίων εικόνων: σέβονταν οι όσιοι τις εικόνες, γιατί κρατούσαν όρθιο το κατ’ εικόνα Θεού της ψυχής τους. Η τιμή που απένειμαν δηλαδή στις εικόνες της Εκκλησίας μας ήταν η συνέχεια της τιμής που έδιναν στην εικόνα του Θεού μέσα στην καρδιά τους. Κι αυτό σημαίνει: αυτός που έχει ανοικτά τα μάτια της ψυχής του και βλέπει με σεβασμό τον χαρισματικό εαυτό του, τον αναγεννημένο από τη χάρη του Θεού στην Εκκλησία διά του αγίου βαπτίσματος και των λοιπών μυστηρίων, αυτός και μόνον μπορεί να στέκεται σωστά και απέναντι στις εικόνες, οι οποίες αισθητοποιούν τη ζωντανή παρουσία του Χριστού, της Παναγίας, των αγίων μέσα στην Εκκλησία μας. Συνεπώς κατά αντίστροφο τρόπο: οι πολέμιοι των εικόνων, αυτοί που ισχυρίζονται ότι πρόκειται περί «ειδωλολατρικών» πραγμάτων, είναι οι ίδιοι που πρώτα από όλα έχουν γκρεμίσει μέσα τους την εικόνα του Θεού και την αληθινή εικόνα και του ανθρώπου. «Τηρήσατε με ευσέβεια το κατ’ εικόνα της ψυχής, όσιοι, γι’ αυτό και αθληθήκατε στο μαρτύριο, σεβόμενοι την άχραντη εικόνα του Χριστού» («Τηρήσαντες ευσεβώς το κατ’ εικόνα της ψυχής, όσιοι, την του Χριστού άχραντον σέβοντες εικόνα ηθλήσατε» (ωδή γ΄).
Ο άγιος Θεοφάνης δεν φείδεται ύμνων, προκειμένου να προβάλει, όπως είπαμε, τη συνάθληση με τον όσιο Βασίλειο και του μαθητή του, οσίου Προκοπίου. Όχι ένας ή δύο, αλλά έξι ύμνοι μέσα στον κανόνα μιλούν για τον μαθητή, τον σύναθλο, τον σύμπνοο, τον ισόρροπο του οσίου Βασιλείου Προκόπιο. Για παράδειγμα: «Πέτυχες, πάτερ, τον συναθλητή και έμφρονα στρατιώτη, που πρόκοβε πάντοτε στις αρετές, μαζί με τον οποίο με χαρά αγωνίστηκες στο μαρτύριο της σταθεράς άθλησης» («Συνάθλου και στρατιώτου έμφρονος, Πάτερ, επέτυχες, ταις αρεταίς προκόπτοντος αεί μεθ’ ου χαίρων, πανόλβιε, της σταθηράς αθλήσεως διηγωνίσω το μαρτύριον») (ωδή α΄)∙ «Έχοντας την επωνυμία της ουράνιας βασιλείας, πορεύτηκες την οδό που οδηγεί σ’ αυτήν, αφού βρήκες σύμπνοο, δηλαδή ομόψυχο και ομόπιστο τον Προκόπιο» («Βασιλείας ως επώνυμος ουρανίου, την προς αυτήν απάγουσαν οδόν επορεύθης, σύμπνοον ευράμενος Προκόπιον») (ωδή δ΄). Γιατί ο ιδιαίτερος αυτός τονισμός; Χωρίς να αναφέρει επ’ αυτού κάτι ο άγιος Θεοφάνης, προφανώς έχει υπόψη του αυτό που ο λόγος του Θεού πάντοτε σημειώνει: «Αδελφός υπ’ αδελφού βοηθούμενος ως πόλις οχυρά», ο αδελφός όταν βοηθείται από αδελφό είναι σαν οχυρωμένη πόλη. Γιατί αν συμβεί οποιοδήποτε στραβοπάτημα, ο άλλος θα σπεύσει αμέσως σε βοήθεια. Γι’ αυτό «ουαί τω ενί». Αλίμονο στον ένα.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΓΑΖΗΣ (26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)



῾῾Ο ὅσιος Πορφύριος καταγόταν ἀπό τήν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης καί ἦταν υἱός εὐσεβῶν καί πλουσίων γονέων. ᾽Αφοῦ ἔφυγε ἀπό τήν πόλη του ἦλθε στήν Αἴγυπτο, ὅπου εἰσῆλθε σέ σκήτη καί ἀκολούθησε τόν μοναχικό βίο. Μετά ἀπό πέντε χρόνια πῆγε  στά ῾Ιεροσόλυμα κι ἐκεῖ φώτισε πλούσια πολλούς ἀνθρώπους μέ τόν λόγο του. Γι᾽ αὐτό καί χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπό τόν Πατριάρχη ῾Ιεροσολύμων Πραΰλιο. ῎Επειτα χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Γάζης ἀπό τόν ᾽Ιωάννη πού ἦταν ἐπίσκοπος τῆς Καισάρειας τῆς Παλαιστίνης. Στή Γάζα ἔκανε πολλά θαύματα, στήριξε τούς πιστούς καί ἐπέστρεψε στήν ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ πολλούς ἀπό τούς ἀπίστους. ᾽Αναχωρεῖ ὅμως πρός τήν Κωνσταντινούπολη, γιατί ἔβλεπε τούς πιστούς νά ἀδικοῦνται ἀπό τούς ἀνθρώπους τῆς ἐξουσίας στή χώρα αὐτή (πού ἦταν εἰδωλολάτρες καί αἱρετικοί). Καί καθώς συνάντησε τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν Χρυσόστομο, τόν ἀρχιεπίσκοπο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καί τοῦ διηγήθηκε τά σχετικά μέ τόν ἴδιο, γιά ποιό λόγο δηλαδή βρέθηκε ἐκεῖ, ὁδηγήθηκε ἀπό τόν ἅγιο στόν ᾽Αμάντιο τόν κουβικουλάριο.
᾽Από τόν ᾽Αμάντιο λοιπόν ἔμαθε τά περί αὐτοῦ ἡ βασίλισσα (Εὐδοξία), γι᾽ αὐτό τόν δέχτηκε μέ εὐμένεια, ἐνῶ ἀνέφερε στόν βασιλιά τόν ἐρχομό του καί τή προφητεία του γιά τό ἄρρεν παιδί πού ἐπρόκειτο νά γεννήσει. ῾Ο βασιλιάς τότε, ἐπειδή χάρηκε γιά τήν εἴδηση, εὐχαρίστησε ὅπως ἔπρεπε τόν Θεό. ῎Επειτα ἡ βασίλισσα γέννησε τόν νέο Θεοδόσιο. Κι ἀφοῦ προσκάλεσε τόν ὅσιο, εὐλογήθηκε ἀπό αὐτόν καί τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θά ἐκπληρώσει ὅλα ὅσα ζήτησε ὁ ὅσιος, καθώς παρεκάλεσε τόν βασιλιά. ῾Ο βασιλιάς ὅμως, ὅταν πῆρε καί διάβασε τά αἰτήματα, ἦλθε σέ δύσκολη θέση, λέγοντας ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά διωχθοῦν οἱ εἰδωλολάτρες λόγω τῆς μεγάλης χρησιμότητάς τους. ῾Η βασίλισσα τότε εἶπε πρός τόν βασιλιά: πράγματι εἶναι βαρειά ἡ αἴτηση, εἶναι βαρύτερη ὅμως ἡ παραίτηση ἀπό αὐτήν. Γιά τόν λόγο αὐτό καί συμφώνησε ὁ βασιλιάς νά ἐκπληρωθοῦν τά ζητούμενα, ὁπότε καί στέλονται γραπτές διαταγές κατά τῶν αἱρετικῶν πού πρόσταζαν νά ἐκδιωχθοῦν αὐτοί ἀπό τήν Γάζα.
῾Ο δέ μακάριος Πορφύριος παίρνει ἀπό τήν Αὐγούστα δύο κεντηνάρια χρυσοῦ γιά νά κτίσει ἐκκλησία καί διακόσια νομίσματα γιά δαπάνες. Κι ἀφοῦ ἐπέστρεψε στήν ἐκκλησία του, κατέστρεψε ὅλους τούς ἄλλους ναούς τῶν εἰδώλων, ἐνῶ ἔδιωξε τούς αἱρετικούς. Καί τόν ναό τοῦ Δία, τόν ναό τοῦ Μαρνά κατά τή γλώσσα τῶν Γαζαίων, ἀφοῦ τόν κατεύκασε μέ φωτιά, ἀνήγειρε στή θέση του ἐκκλησία κατά τό σχῆμα πού εἶχε διατάξει ἡ βασίλισσα Εὐδοξία. Λοιπόν, ἀφοῦ διέπρεψε στήν ἐκκλησία του μέ τήν ὁσία ζωή του καί ἔκανε πάρα πολλά θαύματα, σέ εἰκοσιτέσσερα ἔτη καί ἕντεκα μῆνες καί ὀκτώ ἡμέρες, ἐκδήμησε πρός τόν Κύριο᾽.

Δέν θά ἦταν δυνατόν, ὅπως ἔχει κάνει σέ πολλές ἄλλες ἀντίστοιχες περιπτώσεις ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ᾽Ιωσήφ, νά μήν ἀξιοποιήσει τήν πρόκληση πού τοῦ δίνει τό ὄνομα τοῦ ὁσίου Πορφυρίου, προκειμένου νά προβάλει τήν ἁγιότητά του. ῾Ο ὅσιος κατά τόν ὑμνογράφο εἶναι ἐκεῖνος καταρχάς πού διακρίνεται μεταξύ τῶν ἁγίων Ποιμένων τῆς ᾽Εκκλησίας, γιατί συνιστᾶ τό ἄνθος τους πού λαμπυρίζει μέσα στή φωτεινότητα καί τό πορφυροῦν τοῦ χρώματός του. Ἡ ἀκροστιχίδα τοῦ κανόνα πού ἔγραψε γι᾽ αὐτόν αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἀλήθεια τονίζει: ῾Σέβομαι τό ἄνθος τῶν Ποιμένων, πού λάμπει σάν πορφύρα᾽ (῾Τό πορφυρίζον Ποιμένων ἄνθος σέβω. ᾽Ιωσήφ.) Κι ἀκόμη: ὁ ὅσιος κινεῖται πάντοτε στούς οὐρανούς μέ χαρά, γιατί φορᾶ τήν ὁλοφώτεινη καί λαμπρή σάν πορφύρα στολή τῆς ψυχῆς, πού τήν ἀπέκτησε λόγω τῆς κάθαρσης τῆς ψυχῆς του ἀπό τά πάθη μέ τούς ποταμούς τῶν δακρύων του. ῾Τοῖς τῶν δακρύων σου ρείθροις, μάκαρ Πορφύριε, τόν τῆς ψυχῆς καθάρας ρύπον ἔσβεσας φλόγα παθῶν τῆς ἁμαρτίας· καί τήν στολήν ἐν πορφύρᾳ χρωννύμενος, ἐν οὐρανίοις πολεύῃ διά παντός, εἰς αἰῶνας ἀγαλλόμενος᾽ (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

᾽Εκεῖ πού ὁ ᾽Ιωσήφ ἐν κεφαλαίῳ συμπυκνώνει τά βασικά στοιχεῖα τῆς ζωῆς τοῦ ὁσίου Πορφυρίου, ἐκεῖ δηλαδή πού κινεῖται καί ὁ ἴδιος σέ ὅλη τήν ἔκταση τοῦ ποιήματος γι᾽ αὐτόν, εἶναι στό κοντάκιο τῆς ἀκολουθίας. ῾Ο ὅσιος, κατά τόν ὑμνογράφο, ἦταν στολισμένος μέ ἱερότατους τρόπους, ζοῦσε δηλαδή ἁγία ζωή· ἦταν δοξασμένος ὡς ἱερέας· διακρινόταν γιά τό πλούσιο χάρισμα τῆς θαυματουργίας του· ἀδιάκοπα πρεσβεύει γιά χάρη μας στόν Κύριο καί Θεό μας. ῾᾽Επειδή ἤσουν κοσμημένος μέ τούς ἱερότατους τρόπους σου, δοξάστηκες πολύ ἀπό τίς στολές τῆς ἱερωσύνης, παμμάκαρ θεόφρον Πορφύριε. Γι᾽ αὐτό καί διαπρέπεις στά ὑψώματα τῶν ἰαμάτων, πρεσβεύοντας ἀδιάκοπα ὐπέρ ὅλων ἡμῶν᾽ (῾῾Ιερωτάτοις σου τρόποις κοσμούμενος, ἱερωσύνης στολαῖς κατηγλάϊσαι, παμμάκαρ θεόφρον Πορφύριε, καί ἰαμάτων ἐμπρέπεις ὑψώμασι, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπέρ πάντων ἡμῶν᾽).

Πράγματι, ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ἐπικεντρώνει ἰδιαιτέρως τήν προσοχή του σ᾽ αὐτό πού συνιστᾶ τήν προϋπόθεση καί τῆς ἱερωσύνης καί τῆς θαυματουργίας  ἑνός ἁγίου καί τῆς ὅλης ἁγιότητας τῆς ζωῆς του: τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. ῎Ηδη τό μνημονεύσαμε καί προηγουμένως: ὁ ὅσιος ῾ἔσβησε τή φλόγα τῶν παθῶν τῆς ἁμαρτίας, γιατί καθάρισε τόν ρύπο τῆς ψυχῆς του μέ τούς ποταμούς τῶν δακρύων του᾽. Δέν εἶναι δυνατόν νά μιλᾶμε γιά ἕναν ἱερέα τοῦ Χριστοῦ, πολύ περισσότερο γιά ἕναν ἅγιο, ἄν δέν δοῦμε τόν ἐσωτερικό ἀγώνα του γιά κάθαρση τῆς καρδιᾶς του. Στήν καρδιά, στόν ἐσωτερικό κόσμο ῾παίζεται᾽ τό ὅλο παιχνίδι τῆς σωτηρίας, γιατί ἐκεῖ κερδίζει ἤ χάνει κανείς τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ῾῾Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι᾽. ῾Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται᾽. Καί χρειάζεται νά ἐπιμένουμε σ᾽ αὐτήν τήν ἀλήθεια, γιατί πολλοί μπορεῖ νά ἔχουμε εἰσέλθει στήν ἱερωσύνη, δέν σημαίνει ὅμως ὅτι καί πράγματι θεωρούμαστε ἱερεῖς τοῦ Κυρίου. ῎Ηδη ἀπό τήν πρώτη ὠδή τοῦ κανόνα του ὁ ἅγιος ᾽Ιωσήφ τό ἐπισημαίνει: ῾Προθανάτωσες ὅλα τά πάθη μέ τήν ἄσκησή σου, Πορφύριε, γι᾽ αὐτό καί ἀναδείχθηκες ἱερέας αὐτοῦ πού δεσπόζει τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου᾽ (῾Πάθη προθανατώσας πάντα δι᾽ ἀσκήσεως, Πορφύριε, ἱερεύς ἀνεδείχθης τοῦ ζωῆς καί θανάτου δεσπόζοντος᾽). Κι ἀλλοῦ: ῾Μέ τίς ὁλονύκτιες δεήσεις καί τίς ὁλοήμερες στάσεις προσευχῆς, ὅσιε, κατέστησες τήν καρδιά σου κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ τῶν ὅλων᾽ (῾῾Ολονύκτοις δεήσεσι, καί ταῖς πανημέροις ὅσιε στάσεσι, τήν καρδίας ἀπετέλεσας τοῦ Θεοῦ τῶν ὅλων καταγώγιον᾽) (ὠδή δ´).

῾Ο λόγος εἶναι φοβερός. Ὁ ἀληθινός ἱερέας εἶναι αὐτός πού ἔχει κεκαθαρμένη καρδία καί συνεπῶς ἀντιφεγγίζει τό φῶς τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἡ ζωή του ἔτσι, ὁ λόγος του, ἡ ὕπαρξή του ὅλη συνιστᾶ μία φανέρωση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιά τήν ἴδια ἀλήθεια πού τονίζουν ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες μας ὅταν μιλοῦν γιά τήν ἱερωσύνη, ὅπως ὁ ἅγιος Χρυσόστομος γιά παράδειγμα, ὁ ὁποῖος μιλώντας κι αὐτός γιά τόν ἱερέα σημειώνει ὅτι πρέπει νά εἶναι καθαρός περισσότερο καί ἀπό τήν ἀκτίνα τοῦ ἥλιου. Κι ἡ ἀλήθεια αὐτή ἀποκτᾶ δραματικότερο χαρακτήρα, ὅταν κατά τόν ὑμνογράφο ἰσχύει καί γιά τόν ὅσιο Πορφύριο, ὁ ὁποῖος ἀπό σπαργάνων ἀφιερώθηκε στόν Θεό καί ῾κόλλησε᾽ τήν ψυχή του σ᾽ Αὐτόν. ῎Αν μέ ἄλλα λόγια ἀπαιτήθηκε τόσος ἀγώνας πνευματικός καί τόσα δάκρυα γιά νά καθαρίσει τήν ψυχή του ὁ ὅσιος Πορφύριος προκειμένου νά εἰσέλθει σωστά στήν ἱερωσύνη, αὐτός πού ἀπαρχῆς τῆς ζωῆς του ζοῦσε τόν Θεό, πόσο περισσότερο ἰσχύει γιά ὅλους ἐμᾶς τούς ἱερεῖς; ῾᾽Ανέθεσες ὅλο τόν ἑαυτό σου ἀπό τά σπάργανά σου στόν Κύριο, καί κολλήθηκες σ᾽ Αὐτόν καί κατά τήν ψυχή καί κατά τήν καρδία, Πορφύριε᾽ (῾῞Ολον ἀπό σπαργάνων σεαυτόν Κυρίῳ προσανέθηκας, καί αὐτῷ ἐκολλήθης, καί ψυχῇ καί καρδίᾳ, Πορφύριε᾽) (ὠδή α´). Εἴθε ὁ Κύριος νά εἶναι ἵλεως γιά ἐμᾶς τούς ἱερεῖς. Μπροστά σέ τέτοια φαινόμενα σάν τοῦ ὁσίου Πορφυρίου τό μόνο πού μποροῦμε νά κάνουμε εἶναι νά κλίνουμε τό γόνυ τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος καί νά πενθοῦμε διαρκῶς γιά τίς ἁμαρτίες μας.

Δέν πρέπει ὅμως νά διαλάθει τῆς προσοχῆς μας καί κάτι πολύ σημαντικό πού τονίζει μέσα στή συνάφεια αὐτή γιά τήν ἱερωσύνη καί τίς προϋποθέσεις της ὁ ἅγιος ὑμνογράφος. ῾Ο ὅσιος Πορφύριος ὡς ἀληθινός ἱερέας μέ τόν τρόπο πού τονίστηκε, ἀφενός εἶχε μεγάλη ἐπίδραση στόν λαό πού τοῦ ἐνεπιστεύθη τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί ἡ ᾽Εκκλησία, πού σημαίνει βεβαίως ὅτι τότε ἐπιδροῦμε οἱ ἱερεῖς στό ποίμνιό μας, ὅταν ἡ ζωή μας εἶναι ἀπαύγασμα τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. ῾Κατεύθυνες μέ τή δύναμη τοῦ Θείου Πνεύματος ὁλόκληρο τόν λαό καί τήν πόλη σου στό λιμάνι τῆς ζωῆς, ἀφοῦ ξέφυγε τήν ταραχή τῆς ἀθεΐας᾽ (῾῎Ιθυνας ροπῇ Θείου Πνεύματος ὁλόκληρον, λαόν καί πόλιν, εἰς λιμένα ζωῆς, διεκφυγόντα ἀθεΐας τό κλυδώνιον᾽) (ὠδή ε´). Καί ἀφετέρου, ἡ διαποίμανση τοῦ ποιμνίου ἀπό τούς ἱερεῖς δέν πρέπει νά τούς ὁδηγεῖ στή λήθη τῆς βασικωτάτης ἀλήθειας ὅτι καί αὐτοί συνιστοῦν ῾ἄρνες᾽ γιά τόν Κύριο. Καί ὁ πιστός λαός δηλαδή καί οἱ κληρικοί τελικῶς ἀποτελοῦμε ποίμνιο τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ᾽Εκεῖνος εἶναι ὁ ἀληθινός ποιμήν καί ὁ ἀληθινός ἀρχιερέας, στήν ἱερωσύνη τοῦ ῾Οποίου μετέχουμε ὅλοι, κληρικοί καί λαϊκοί. Εἶναι λοιπόν ἀνθρώπινη ἡ διάκριση σέ ποιμένες καί ποιμαινόμενους, ἐνῶ ἀπό πλευρᾶς τοῦ Κυρίου ὅλοι εἴμαστε ἕνα μπροστά Του. Πρόκειται γιά ἀλήθεια πού τονίζουν οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας, σάν τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο γιά παράδειγμα, τήν τονίζει δέ καί ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ᾽Ιωσήφ στήν ὠδή ς´ τοῦ κανόνα του: ῾Ποίμανες τά ἀρνιά στή χλόη τῆς ἀλήθειας, γι᾽ αὐτό καί σύ ὁδηγήθηκες σάν ἀρνί στόν Ποιμένα Χριστό, Πορφύριε᾽ (῾῎Αρνας ποιμάνας ἐπί χλόην ἀληθείας, ὡς ἀρνίον τῷ ποιμένι προσηνέχθης Χριστῷ, Πορφύριε᾽).