Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ (2 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)



Μικρό ευλαβικό (και δοξολογικό πια) μνημόσυνο
(1906 έως 2 Δεκεμβρίου 1991)

Στη διεθνή πια ορθοδοξία το όνομα του Γέροντος Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου, και προ ολίγων μόλις ημερών νέου επισήμου οσίου της Εκκλησίας μας, λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, ως αυθεντικός όρος φανέρωσης της ορθόδοξης πνευματικής ζωής, ως επί πλέον απόδειξη ορατής παρουσίας σήμερα εν τω κόσμω του αγίου Πνεύματος. Αυτός, όπως και οι σύγχρονοί του Γέρων Παΐσιος Αγιορείτης, Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης, Γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ, θεωρούνται από εκείνους που η Εκκλησία μας έχει χαρακτηρίσει «Γέροντες», πνευματικούς δηλαδή καθοδηγητές, οι οποίοι ζώντας τον συνάνθρωπο μέσα στην καρδιά τους ως οργανικό στοιχείο της ύπαρξής τους, άνοιγαν σ’  αυτόν προοπτικές ελπίδας και ζωής, εκεί που όλα φάνταζαν σ’  αυτόν αδιέξοδα. Κι αυτό γιατί η πλατειά αγάπη τους στον άνθρωπο – αποτέλεσμα της σκληρής ασκητικής προσπάθειας να καθαρίσουν την καρδιά τους από κάθε εμπαθή κίνηση και νόημα – τους έκανε να φωτίζονται από τον Θεό, ώστε να διαβλέπουν (διόραση) και να προβλέπουν (προόραση) τα «κλειστά» στους κοινούς ανθρώπους πράγματα και νοήματα του κόσμου τούτου. Με άλλα λόγια, οι Γέροντες αυτοί ήταν στα σύγχρονα με εμάς χρόνια που έζησαν ένα διαφανές πέρασμα, ώστε στο πρόσωπό τους να ψαύουμε τον ίδιο τον Θεό μας. Τον Χριστό ζούσαν, Αυτόν φανέρωναν, Αυτόν εξέπεμπαν, χωρίς πολλά λόγια τις περισσότερες φορές, αλλά πρωτίστως με το παράδειγμά τους.

Προ ολίγων μόλις ημερών είπαμε διακηρύχθηκε επισήμως από το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο η αγιότητα του Γέροντος Πορφυρίου. Ποιος όμως που τον είδε ή που άκουσε και διάβασε γι’ αυτόν, και προ της αγιοκατατάξεώς του, είχε την παραμικρή αμφιβολία περί της αγιότητάς του; Εν προκειμένω είχαμε μία πανορθόδοξη αποδοχή για την αγιότητα του ανδρός, τέτοια που ήταν πια θέμα ολίγου πράγματι χρόνου η ένταξή του στο εορτολόγιο της Εκκλησίας μας, όταν μάλιστα είχε μαρτυρηθή από όλα τα σημεία του πλανήτη η απειρία των θαυμάτων του. Κι είναι τούτο βεβαίως το σημαντικότερο αποδεικτικό στοιχείο: η συνείδηση του πιστού λαού. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας, ως γνωστόν, δεν είναι ένα εκκλησιαστικό ιεραρχικό όργανο που καθορίζει την ένταξη στις δέλτους των αγίων, μία κίνηση εκ των άνω, θα λέγαμε, αλλά ο ίδιος ο πιστός λαός, που έχει ζήσει τον άγιο άνθρωπο και βεβαιώνει εμπειρικά την αγιότητά του. Το εκκλησιαστικό όργανο έρχεται στη συνέχεια να επικυρώσει αυτό που ο λαός έχει διαπιστώσει. Τέτοιος άγιος λοιπόν, μαρτυρημένος από όλους, ήταν και είναι και ο Γέρων Πορφύριος.

Οι καταγραφές της θαυμαστής επέμβασής του στους ανθρώπους που τον πλησίαζαν και ζητούσαν τη βοήθειά του όσο ζούσε, αλλά και σ’ εκείνους που τον επικαλέστηκαν και μετά την κοίμησή του, είναι τόσες πολλές, ώστε πρέπει κανείς να προβληματιστεί πολύ για το ποιο βιβλίο να επιλέξει από τα κυκλοφορούμενα γι’  αυτόν. Υπάρχουν πάντως εκείνα που φαίνεται η αυθεντική καταγραφή για τον όσιο Γέροντα και που επιβεβαιώνεται η γνησιότητά τους και από τους υπευθύνους του Ησυχαστηρίου του στη Μαλακάσα Αττικής, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Κι είναι πάντοτε μία ώρα χάριτος η επαφή του πιστού, ακόμη και του μη πιστού θα έλεγε κανείς, με κάποιο από αυτά τα βιβλία. Είναι σαν να διαβάζει τα παλαιά Γεροντικά, με τις ασκητικές ιστορίες και τα αγιασμένα λόγια των παλαιών μεγάλων αββάδων και οσίων. Η αίσθηση που αποκομίζει κανείς είναι η αύρα της παρουσίας του αγίου Πνεύματος: η παρηγορία της καρδιάς, η αύξηση της προσευχητικής διαθέσεως, η ενίσχυση της κλονισμένης θελήσεως, η ανάγκη αγαπητικής σχέσεως με τον συνάνθρωπο.

Δεν πρόκειται να αναφερθούμε σε περιστατικά των παραπάνω βιβλίων. Ο καθένας, είπαμε, μπορεί να τα βρει και να τα μελετήσει. Ας  επιτραπεί όμως να καταγράψουμε μερικά από εκείνα που ακούσαμε από πολύ γνωστό και αγαπητό κληρικό της Ι. Μ. Πειρ., τον π. Γ.Κ., Γέροντα και αυτόν όχι μόνον κατά την ηλικία, αλλά και κατά τον τρόπο της ζωής, που έτυχε να γνωρίσει τον Γέροντα Πορφύριο και να τον έχει μάλιστα και ως πνευματικό του από το 1947. ´Ελεγε λοιπόν ότι στα πρώτα χρόνια της σχέσεώς του με εκείνον δεν τον είχε καταλάβει επακριβώς. Ο όσιος Γέρων Πορφύριος απεκάλυπτε κατά καιρούς στοιχεία και περιστατικά από την προσωπική και οικογενειακή ζωή του ιδίου (του γέροντος ιερέως), αλλά εκείνος στα περισσότερα θεωρούσε  ότι ο ίδιος του τα είχε πει και απλώς τα ενθυμείτο ο άγιος. Για παράδειγμα, κάποια φορά ο διορατικός όσιος Γέρων έφερε χαρτί και μολύβι και ζωγράφισε  επακριβώς το πατρικό σπίτι του ιερέως στην επαρχία, αναφέροντας λεπτομέρειες που τον έκαναν να μείνει έκθαμβος. Σιγά σιγά συνειδητοποιούσε περί τίνος επρόκειτο, ποιον είχε ενώπιόν του.

Άλλη φορά έλεγε ο όσιος σ’ εκείνον και σε συγγενείς του που τον είχαν επισκεφθή, ότι πολλές φορές «του ανοίγεται μπροστά του σαν ένα παράθυρο, από το οποίο βλέπει και παρακολουθεί τη ζωή των ανθρώπων μέχρι και την Αφρική». Κι αυτό είναι απειράκις βεβαιωμένο από πάμπολλους ανθρώπους, οι οποίοι αν και ζούσαν σε άλλες ηπείρους από εκείνον, τους έπαιρνε ξαφνικά τηλέφωνο ο Γέροντας, για να τους πει ότι τους βλέπει και ότι πρέπει να προφυλαχτούν από συγκεκριμένους κινδύνους ή και συγκεκριμένα πρόσωπα, ακόμη δε και να τους επαινέσει για κάποιες ενέργειές τους.

Κάποια φορά, μετά την κοίμηση του αγίου Γέροντα, ο π.Γ.Κ. πηγαίνοντας σε κάποια εργασία κοντά στο μοναστήρι του π. Πορφυρίου, σκέφτηκε να περάσει να προσκυνήσει. Ήταν προχωρημένη όμως η ώρα και γι’ αυτό, μολονότι κτύπησε τη θύρα, δεν του άνοιξαν. «Γέροντα», είπε νοερά, «σε επισκέφτηκα, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να περιμένω άλλο. Συγχώρεσέ με». Κι έφυγε. Την επομένη ημέρα, τον επισκέφτηκε η κόρη του, η οποία παραξενεμένη του είπε: «Πατέρα, είδα ένα περίεργο όνειρο. Παρουσιάστηκε ο Γέρων Πορφύριος, ο οποίος μου είπε να σου ειπώ πως χάρηκε πολύ από την επίσκεψη που του έκανες χθές». Δάκρυσε ο καλός ιερέας. Διότι βεβαίως δεν είχε αναφέρει σε κανέναν ότι έκανε παράκαμψη για το μοναστήρι του Γέροντος.

Ο μακαριστός πια κι αυτός, γαμπρός του π.Γ.Κ., σύζυγος της αναφερθείσης κόρης του, με μεγάλη πράγματι αγάπη στον όσιο Γέροντα, είχε τη συνήθεια το πρωί που ξυπνούσε να φιλά το μέτωπο του π. Πορφυρίου από μία φωτογραφία του που είχε κρεμασμένη. Πολύ συγγενικό πάλι πρόσωπο του π.Γ.Κ. είδε εξίσου με το προηγούμενο «περίεργο» όνειρο, χωρίς βεβαίως να γνωρίζει κι αυτός τη συνήθεια του ανθρώπου. Είδε τον Γέροντα να είναι μαζί με τον ιερέα Γ.Κ. και με τον περί ου ο λόγος γαμπρό του. Κι απόρησε, όταν άκουσε τον π. Πορφύριο να λέει σ’ αυτόν: «Εσύ, έλα να με φιλήσεις εδώ», δείχνοντας το μέτωπό του.

Ο όσιος Πορφύριος είναι ολοζώντανος, έστω κι αν έχει φύγει από τη ζωή αυτή εδώ και αρκετά χρόνια. «Δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσι» μας βεβαιώνει ο λόγος του Θεού, κι αυτό ισχύει για όλους τους αγίους μας, ισχύει και για τον άγιο Πορφύριο βεβαίως τον Καυσοκαλυβίτη. Και δεν εννοούμε τη ζωντάνια του, λόγω του ότι ζει απλώς στις καρδιές των ανθρώπων ούτε ότι ευρίσκεται όπως όλοι οι κεκοιμημένοι «εν χειρί Θεού». Εννοούμε τη ζωντάνια που έχουν οι άγιοι, οι οποίοι μέτοχοι της δόξας του Θεού και της αγάπης Του, εν Πνεύματι και χάριτι βλέπουν την κατάσταση του κόσμου, ακούνε τις προσευχές των ανθρώπων, επεμβαίνουν με την παρρησία που έχουν στον Κύριο να δώσει λύση στα προβλήματά τους. Ο ίδιος ο Γέροντας Πορφύριος το είχε βεβαιώσει όσο ζούσε: «Μετά τον θάνατό  μου θα βρίσκομαι περισσότερο κοντά σας. Αν τώρα, έχοντας το σώμα μου μπορώ και  σας παρακολουθώ, τότε ακόμη πιο πολύ».

Άγιε του Θεού Πορφύριε, πρέσβευε και υπέρ ημών.



Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ (1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)



«Ο άγιος Φιλάρετος ζούσε επί της βασιλείας Κωνσταντίνου και Ειρήνης, καταγόμενος από τη χώρα των Παφλαγόνων, υιός Γεωργίου και Άννης, οι οποίοι τον νύμφευσαν με μία σεμνή γυναίκα. Ασχολείτο με τη γεωργία και από εκεί ζούσε πολύ καλά, ενώ ήταν  και πάρα πολύ ελεήμων. Όμως από κάποιες συγκυρίες τα πράγματα άλλαξαν και κατάντησε σε τόση φτώχεια, ώστε να στερείται και από την αναγκαία τροφή. Ο Θεός όμως βλέποντας την υπομονή και την πίστη του σ’  Εκείνον, δεν τον άφησε να ταλαιπωρείται μέχρι τέλους από τη φτώχεια. Διότι οικονόμησε και ο υιός της βασίλισσας Κωνσταντίνος πήρε ως γυναίκα του την εγγονή του Φιλαρέτου Μαρία, η οποία ήταν πολύ όμορφη και ευπρεπής, ενώ τον ίδιο τον Φιλάρετο τον τίμησε με το αξίωμα του Υπάτου, οπότε απέκτησε και πάλι πολλά χρήματα και περιουσία, τα οποία  όμως συνέχισε να τα προσφέρει άφθονα στους φτωχούς. Όταν λοιπόν έφτασε ο καιρός να φύγει από τον κόσμο αυτό και ο Θεός του έδωσε την πληροφορία της αναχωρήσεώς του, συγκάλεσε όλους τους συγγενείς του, τους προείπε όσα επρόκειτο να συμβούν σ’ αυτούς και πρόσθεσε τα παρακάτω: «Παιδιά μου, μη ξεχνάτε τη φιλοξενία, να επισκέπτεσθε τους αρρώστους και τους φυλακισμένους, να προστατεύετε τις χήρες και τα ορφανά. Ξένα πράγματα ποτέ μην επιθυμήσετε, μην απομακρύνεστε από τις εκκλησιαστικές συνάξεις, και μ’  έναν λόγο: όπως είδατε εμένα να πράττω, έτσι και εσείς μη παύετε να πράττετε. Κι αφού είπε αυτά, αναπαύτηκε εν ειρήνη».

Ο στίχος του συναξαρίου του αγίου Φιλαρέτου δίνει το στίγμα της κατά Χριστόν βιοτής του, παίρνοντας αφορμή από το όνομά του και την προσωνυμία του: φιλάρετος και ελεήμων. «Θνήσκει ο πάσαν αρετήν φερωνύμως, πάτερ, φιλήσας, τον γε μην οίκτον πλέον». Δηλαδή: Πεθαίνει αυτός που αγάπησε κάθε αρετή, όπως λέει και το όνομά του, περισσότερο όμως από όλα, την αγάπη. Πράγματι, οι ύμνοι της Εκκλησίας μας, όπως κατεξοχήν φαίνεται και από το απολυτίκιό του, θεωρούν ότι εκείνο που αποτελεί το απολύτως ίδιον κόσμημα του Φιλαρέτου, είναι η ευσπλαχνία του προς τους συνανθρώπους του, και μάλιστα τους έχοντες ανάγκη. «Ευσπλαγχνία κοσμήσας τον βίον σου». Κι αυτό σημαίνει ότι ο Φιλάρετος έγινε κατεξοχήν θεοφιλής, αφού δεν υπάρχει σπουδαιότερη αρετή, στην οποία να αναπαύεται ο Θεός, από αυτήν που συνιστά και του Ίδιου την ύπαρξη. «Ο Θεός γαρ αγάπη εστί». Κι αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι η οποιαδήποτε αρετή, ή και το σύνολο ακόμη των αρετών, αν δεν καταλήγει στην αγάπη και δεν την προϋποθέτει, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Μερικές φορές μάλιστα μπορεί να λειτουργεί και αρνητικά για τον κάτοχό της, με το να του δημιουργεί καύχηση και υπερηφάνεια, η οποία τον οδηγεί σε ευθεία αντίθεση προς τον Δημιουργό του. «Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται».

Έτσι ο άγιος Φιλάρετος, γενόμενος «κατοικητήριον του φιλευσπλάγχνου Θεού» φανέρωνε καθημερινώς, έστω και στις στιγμές της απόλυτης ένδειάς του, του Χριστού την ύπαρξη και ζωή, με αποτέλεσμα και χωρίς να ομιλεί, να δακτυλοδεικτεί τον Ουρανό. Ο άγιος με άλλα λόγια ακολούθησε «τοις ίχνεσιν Αυτού», γι’ αυτό και θα μπορούσε να πει σαν τον απόστολο Παύλο: «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού». Και πράγματι, όπως σημειώνει και το συναξάρι του, τα τελευταία λόγια του, η τελευταία παρακαταθήκη του ήταν αυτή: «ως εμέ είδετε ποιούντα, και υμείς ποιούντες μη παύσησθε». Ποιος μπορεί να πει τέτοια λόγια, αν δεν έχει πλήρη συναίσθηση της πλούσιας εγκατοίκησης του Κυρίου μέσα του; Κι είναι σαν να αποκαλύπτει ο άγιος και τα μέτρα στα οποία είχε φτάσει: τα μέτρα των αποστόλων και μαθητών του Κυρίου. Γι’ αυτό και ο υμνογράφος του διαπιστώνει ότι τέτοια αγία βιοτή τελικώς ήταν μία δοξολογία του ίδιου του Θεού, που χορηγεί τη χάρη της αληθινής αγάπης και στον πιστό άνθρωπο. «Τον χορηγόν του ελέους εδόξασας».

Η αγάπη αυτή του αγίου Φιλαρέτου,  που έπαιρνε αδιάκοπα τη μορφή της προσφοράς και της ελεημοσύνης προς τους αναγκεμένους συνανθρώπους του, χρειάζεται και πάλι να τονίσουμε ότι δεν ήταν ένας καρπός απλώς της από τη φύση του ευαίσθητης καρδιάς του. Χωρίς να αρνούμαστε το γεγονός ότι πράγματι και ως χαρακτήρας είχε μία φυσική συμπάθεια προς τους συνανθρώπους του, την ευσπλαχνία του την απέκτησε με τους πνευματικούς αγώνες που έκανε, προκειμένου τα εμπαθή στοιχεία που ταλαιπωρούσαν και αυτόν να τα μεταστρέψει στο ένθεο πάθος της αγάπης. «Θείας πίστεως περιουσία, διεσκόρπισας τοις δεομένοις τον προσιόντα σοι πλούτον, Φιλάρετε», επισημαίνει ο υμνογράφος, που  θα πει: Σκόρπισες στους πτωχούς τον υλικό πλούτο που είχες, Φιλάρετε, ορμώμενος από την πίστη σου στον Θεό. Η πίστη του λοιπόν στον Θεό ήταν εκείνη που τον έκανε να στραφεί με αγάπη προς τον συνάνθρωπο, κατανοώντας ότι η αγάπη προς αυτόν αποτελεί την ενεργοποίηση της πίστεως. «Πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» που λέει και ο απόστολος Παύλος. Με άλλα λόγια, με τον άγιο Φιλάρετο, και όχι μόνον βεβαίως με αυτόν, κατανοούμε ότι η αγάπη συνιστά το εκάστοτε παρόν της πίστεως, δηλαδή η πίστη είναι ζωντανή, όταν φανερώνεται με την αγάπη.

Γι’  αυτό και ο άγιος Φιλάρετος παραπέμπει, όπως είπαμε, στη ζωή των αγίων αποστόλων, αλλά και στη ζωή του αγίου Ιωάννη του Ελεήμονα, του έχοντος την ίδια με αυτόν προσωνυμία. Κι ακόμη: φέρνει στον νου  μας μεγάλες προσωπικότητες της Παλαιάς Διαθήκης, σαν τον άγιο Αβραάμ και τον δίκαιο Ιώβ. Όπως δηλαδή ο Αβραάμ έμεινε στην ιστορία για το μεγάλο χάρισμα της φιλοξενίας που τον διακατείχε, όπως ο δίκαιος Ιώβ έγινε ονομαστός για την υπομονή την οποία επέδειξε, ακόμη και στις σκληρότερες περιστάσεις, το ίδιο και ο Φιλάρετος: φιλόξενος στο έπακρον και αυτός, υπομονετικός και ο ίδιος. Διότι και στην περίοδο της μεγαλύτερης ανέχειάς του δεν γόγγυσε, δεν στράφηκε κατά του Θεού, δεν έχασε την πίστη του. Αλλά επαναλαμβάνοντας και αυτός τα λόγια του δικαίου Ιώβ «ο Κύριος έδωκε, ο Κύριος αφείλετο, είη το όνομα του Κυρίου ευλογημένον», έμεινε σταθερά προσκολλημένος σ’  Εκείνον, αποδεικνύοντας έμπρακτα την πίστη του.


Και γίνεται και για εμάς σήμερα όχι απλώς ένα παράδειγμα, αλλά το κατεξοχήν παράδειγμα. Διότι και εμείς σήμερα με ό,τι υφιστάμεθα λόγω της γενικευμένης κρίσεως: οικονομικής, κοινωνικής, πνευματικής, μπορεί να αντιμετωπίσουμε  τον πειρασμό του γογγυσμού και της απώλειας της πίστεως στον Θεό. Κι έρχεται ακριβώς το παράδειγμα του αγίου Φιλαρέτου για να θυμίσει ότι όσο επιμένει κανείς στην πίστη και την αγάπη, όσο υπομένει κανείς με ελπίδα στον Θεό, τόσο και «μαγνητίζει» τον Θεό, ο Οποίος, χωρίς να το ξέρουμε, ήδη έχει ανοίξει τις θύρες της διεξόδου. Διότι βεβαίως μη ξεχνάμε ότι ο Κύριος «ουκ εάσει ημάς πειρασθήναι υπερ ο δυνάμεθα, αλλά ποιήσει συν τω πειρασμώ και την έκβασιν του δύνασθαι ημάς υπενεγκείν». Δεν θα μας αφήσει να δοκιμαστούμε παραπάνω από όσο αντέχουμε, αλλά θα δώσει και τη διέξοδο, προκειμένου να αντέξουμε.


Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ



«Ο άγιος Ανδρέας ήταν από την πόλη της Βηθσαϊδά, υιός κάποιου Εβραίου Ιωνά και αδελφός του Πέτρου του αποστόλου και κορυφαίου των μαθητών του Χριστού. Αυτός προηγουμένως μαθήτευσε στον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη, κι έπειτα, όταν άκουσε από τον διδάσκαλό του, που δακτυλοδεικτούσε τον Ιησού,  το, Ίδε ο αμνός του Θεού, τον άφησε και ακολούθησε τον Χριστό. Είπε και στον Πέτρο το, Ευρήκαμεν Ιησούν τον από Ναζαρέτ, και αποσπάστηκε στην αγάπη του Χριστού. Και πολλά άλλα είναι γραμμένα γι’  αυτόν στη θεόπνευστη Γραφή. Αυτός λοιπόν με τον τρόπο αυτό  ακολούθησε τον Χριστό. Μετά την Ανάληψη Εκείνου, για τον κάθε απόστολο κληρώθηκε και διαφορετική χώρα. Στον πρωτόκλητο έτυχε η χώρα των Βιθυνών και ο Εύξεινος Πόντος, τα μέρη της Προποντίδας, μαζί με τη Χαλκηδόνα και το Βυζάντιο και τη Θράκη και τη Μακεδονία, που έφθαναν μέχρι τον Ίστρο ποταμό, η Θεσσαλία και η Ελλάδα και τα μέρη της Αχαΐας. Αλλά και η Αμινσός, η Τραπεζούντα, η Ηράκλεια και η Άμαστρις. Αυτές τις χώρες δεν τις πέρασε, σαν λόγια που χάνονται, αλλά σε κάθε πόλη υπέστη πολλές δυσκολίες, συνάντησε πολλές δυσχέρειες, μολονότι με τη βοήθεια του Χριστού τις ξεπερνούσε όλες. Θα θυμηθούμε το τι πέρασε σε μία πόλη, αφήνοντας τις άλλες στους γνώστες του έργου του.
Όταν ο Ανδρέας έφτασε στη Σινώπη και κήρυξε εκεί τον λόγο του ευαγγελίου, υπέστη πολλές θλίψεις. Δηλαδή τον έριξαν στη γη και τον τραβούσαν από τα χέρια και τα πόδια, τον κατασπάρασσαν με τα δόντια και τον κτυπούσαν με ξύλα, τον λιθοβολούσαν και τον τράβηξαν μακριά από την πόλη, αφού του έκοψαν το δάκτυλο με τα δόντια. Αλλά αυτός φάνηκε και πάλι άρτιος και υγιής από τις πληγές του, με επέμβαση του Σωτήρα και Διδασκάλου του. Από εκεί σηκώθηκε και επισκέφτηκε πολλές πόλεις και χώρες, όπως τη Νεοκαισάρεια, τα Σαμόσατα, τους Αλανούς, τους Αβασγούς, τους Ζήκχους, του Βοσποριανούς και τους Χερσωνίτας. Έπειτα διέπλευσε στο Βυζάντιο, χειροτόνησε τον Στάχυ επίσκοπο, πέρασε από τις υπόλοιπες χώρες, και έφτασε προς την ένδοξη Πελοπόννησο. Εκεί φιλοξενήθηκε από τον Σωσίο, τον οποίο, επειδή ήταν βαριά άρρωστος, τον θεράπευσε. Και αμέσως όλη η πόλη εκείνη των Πατρών προσήλθε στον Χριστό. Τότε ήταν που και η γυναίκα του ανθυπάτου Μαξιμίλλα λύθηκε από τα χαλεπά δεσμά της αρρώστιας της και έγινε γρήγορα καλά, οπότε πίστεψε και αυτή.  Και ο σοφότατος Στρατοκλής, ο αδελφός του ανθυπάτου Αιγέατου, και άλλοι πολλοί που ταλαιπωρούνταν από ποικίλα νοσήματα,  βρήκαν την υγεία τους με το ακούμπισμα των χεριών του αποστόλου.  Για όλα αυτά, περιέπεσε σε μανία ο Αιγεάτης και προσήλωσε σε σταυρό τον απόστολο, οπότε και ο απόστολος έφυγε από τη ζωή αυτή. Ο ίδιος δε, έπεσε στη γη από ψηλό γκρεμό και συνετρίβη. Το λείψανο του αποστόλου, μετά από πολύ χρόνο, μετατέθηκε στη Κωνσταντινούπολη, επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, με δική του διαταγή, από τον άγιο Αρτέμιο τον μάρτυρα. Και κατατέθηκε μαζί με τον άγιο Λουκά και τον άγιο Τιμόθεο στο περίβλεπτο τέμενος των Αγίων Αποστόλων».

Ο άγιος Ανδρέας ο πρωτόκλητος, ο πρώτος δηλαδή που κλήθηκε από τον Χριστό να γίνει μαθητής Του, δεν κλήθηκε απροϋπόθετα και ως έτυχε. Υπήρξε από εκείνους που είχαν αναζητήσεις σχετικά με τον Μεσσία, που ο πόθος τους για τον Θεό ήταν έντονος. Κι αυτό φάνηκε κ α ι  από το γεγονός ότι ανήκε στην ομάδα των μαθητών του Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος προετοίμαζε τους ανθρώπους ακριβώς προς υποδοχή του Μεσσία, κ α ι  από το γεγονός ότι μετά την κλήση του ένιωσε την ανάγκη να καλέσει τον αδελφό του Πέτρο, με τη διαπίστωση ότι «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Ο υμνογράφος του, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, επισημαίνει και τα δύο αυτά γεγονότα. «Ο τω Προδρόμου φωτί μεμορφωμένος, ότε το απαύγασμα το ενυπόστατον της πατρικής δόξης έφανεν…τότε πρώτος ένδοξε, τούτω προσέδραμες». (Συ που μορφώθηκες από το φως του Προδρόμου, όταν ο Χριστός, το ενυπόστατο απαύγασμα της δόξας του Θεού Πατέρα φάνηκε…τότε πρώτος, ένδοξε, έτρεξες σ’  αυτόν). Και: «Τον ποθούμενον Θεόν εν σαρκί κατιδών επί γης βαδίζοντα, θεόπτα Πρωτόκλητε, τω μεν ομαίμονι εβόας αγαλλόμενος∙ Ευρήκαμεν ω Σίμων τον ποθούμενον». (Όταν είδες τον Θεό που ποθούσες να βαδίζει ως άνθρωπος στη γη, θεόπτη πρωτόκλητε, φώναζες με χαρά στον αδελφό σου: Βρήκαμε, Σίμων, τον ποθούμενο».

Ο συναξαριστής του αυτήν την αναζήτηση, η 
οποία αποτέλεσε προφανώς και την προϋπόθεση για να γίνει άμεσος συνεργάτης του απολυτρωτικού στον κόσμο έργου του Κυρίου, την καταγράφει ως εξής: «Ένας από τους μαθητές  του Ιωάννη Προδρόμου ήταν και ο Ανδρέας, άνδρας κατά τα άλλα σεμνός και αξιοσέβαστος, που έψαχνε την αλήθεια πίσω από το γράμμα του νόμου με βαθύ φρόνημα, και που αναζητούσε στον λόγο, σαν πίσω από παραπέτασμα, τις κρυμμένες προφητείες για τον Χριστό, ακολουθώντας μέσω αυτών αυτό που δηλωνόταν». Τα παραπάνω σημαίνουν ότι η αφελής πεποίθηση πολλών ότι οι μαθητές του Κυρίου ήταν απλοϊκοί άνθρωποι, διότι ήταν ψαράδες, δεν ισχύει. Ψαράδες ήταν, απλοί άνθρωποι μπορεί, όχι όμως απλοϊκοί, με την έννοια του απροβλημάτιστου και επιφανειακού ανθρώπου. Καθώς τα πράγματα φανερώνουν, η ύπαρξή τους φλεγόταν από το ερώτημα περί της αληθείας, περί του Θεού και των ενεργειών Του, περί των δηλουμένων από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Κι είναι φυσικό: ο Κύριος δεν θα μπορούσε να έχει ως αμέσους συνεργάτες Του ανθρώπους χωρίς πάθος για την αλήθεια. Ο ίδιος άλλωστε το είχε επισημάνει: Θα με ακολουθήσουν και θα με ακούσουν όσοι αγαπούν την αλήθεια. «Πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής». Ένας τέτοιος λοιπόν άνθρωπος, σοβαρός και σεβαστός, με βαθειά αναζήτηση ήταν και ο απόστολος Ανδρέας. Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας διαπιστώνουν και αυτοί την παραπάνω πραγματικότητα: «Εζήτησας Χριστόν την όντως ζωήν,  και ζητήσας πρώτος εύρες» (Ζήτησες τον Χριστό, που είναι η πραγματική ζωή, και επειδή την ζήτησες, πρώτος και την βρήκες).

Η βαθύτητα της αναζήτησης του Ανδρέα περί τα τίμια και αληθή της ζωής κάνει τον άγιο υμνογράφο να επικεντρώσει την προσοχή του και στο ιεραποστολικό πια έργο του αποστόλου. Όπως δηλαδή ο ίδιος στρεφόταν πάντα στο βάθος των πραγμάτων, εκεί που «η αλήθεια κρύπτεσθαι φιλεί», εκεί που αγαπά να κρύβεται η αλήθεια, κατά τον Έλληνα φιλόσοφο, έτσι και η δράση του ως αποστόλου λειτουργούσε στο βάθος της καρδιάς των ανθρώπων. Αυτό ήταν το ζητούμενο από τον άγιο Ανδρέα: πώς ο λόγος του θα κρούσει τις βαθειές χορδές της καρδιάς του ανθρώπου, πώς ο λόγος του σαν αγκίστρι θεϊκό θα σαγηνεύσει τον αληθινό άνθρωπο. «Ο τη τέχνη αλιεύς και τη πίστει μαθητής, ως βυθόν διερευνών τας καρδίας των πιστών, το άγκιστρον χαλά του λόγου, και σαγηνεύει ημάς». (Ο αλιέας κατά την τέχνη και μαθητής κατά την πίστη, διερευνώντας τις καρδιές των πιστών σαν να είναι βυθός, ρίχνει το αγκίστρι του λόγου και μας σαγηνεύει).

Κι αυτό βεβαίως επιτυγχανόταν με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος που είχε λάβει κατά την Πεντηκοστή ο άγιος Ανδρέας, με τη φλόγα που προσέλαβε και έγινε θεόληπτος. «Του Πνεύματος την φλόγα τη γλώσση προσλαβών, γέγονας, Απόστολε, θεόληπτος ανήρ, των ουρανίων τα κάλλη περιπολεύων». Ο σεμνός και αξιοσέβαστος από τη φύση του χαρακτήρας του αγίου, ενισχυόμενος από τη φλόγα της Πεντηκοστής τον έκανε, κατά τον υμνογράφο, σαν τεντωμένο βέλος, που τραυμάτιζε τους δαίμονες και θεράπευε τους τραυματισμένους από την απιστία ανθρώπους. «Εντείνας σε δυνατόν, ώσπερ βέλος, μακάριε, επαφήκεν εις τον σύμπαντα κόσμον ο Κύριος, τραυματίζων δαίμονας και δυσσεβεία τους ανθρώπους τραυματισθέντας ιώμενος».

Ο «αδίστακτος πόθος του να ακολουθεί θερμά τον Χριστό» έκανε τον άγιο Ανδρέα, σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο υμνογράφος του, να προσθέτει πόθο πάνω στον πόθο αυτό, τόσο ώστε να  μιμηθεί τον Κύριό Του και στον τρόπο του διά Σταυρού θανάτου Του. Με σταυρικό θάνατο τελειώθηκε και ο απόστολος, διαβαίνοντας πια κοντά σ’  Εκείνον τον οποίο πράγματι επόθησε σαν αληθινός μαθητής και σοφός μιμητής Του. «Πόθω πόθον προσθείς, διά σταυρού διαβαίνεις προς ον επόθησας, ως αληθής μαθητής και σοφός μιμητής γενόμενος του διά Σταυρού αυτού πάθους». Μακάρι «η φωτιά της αγάπης του Χριστού που περιέφερε στην καρδιά του» ο άγιος Ανδρέας, να ανάψει λίγο και στη δική μας καρδιά. Θα είναι η απόδειξη ότι πράγματι ο ερχομός του Χριστού που ευαγγελίστηκαν οι απόστολοι, σαν τον άγιο Ανδρέα, βρήκε την εκπλήρωσή του και σε εμάς.



Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ´ ΛΟΥΚΑ



῾Καί ὁ ᾽Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ᾽Ανάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε᾽ 
(Λουκ. 18, 42)

α. ῾Ο τυφλός ζητιάνος τῆς πόλεως τῆς ῾Ιεριχοῦς μαθαίνοντας γιά τή διέλευση ἀπό τήν περιοχή του τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ κραυγάζει γιά τό ἔλεος τοῦ Κυρίου. ῾῾Υιέ Δαυΐδ, ἐλέησόν με᾽. ᾽Επιμένει στό αἴτημά του καί μάλιστα ἐντονότερα, ὅταν οἱ γύρω του τόν ἀποπαίρνουν λόγω τῶν κραυγῶν του, προκειμένου νά σιωπήσει. ῾Καί οἱ προγάντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ᾽.  Πετυχαίνει τό σκοπό του: νά βρεῖ τό φῶς του, γιατί ἐπιβλέπει σ᾽ αὐτόν τελικῶς ὁ Κύριος. ῾᾽Ανάβλεψον᾽. Κι ἐκφράζει τήν εὐχαριστία του πρός Αὐτόν, ἀκολουθώντας Τον καί δοξολογώντας τόν Θεό μαζί μέ τόν ὑπόλοιπο λαό.
Συνιστᾶ τύπο γιά κάθε πιστό ὁ συγκεκριμένος τυφλός ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς. Διότι τό ῾ἀνάβλεψον᾽ τοῦ Κυρίου σ᾽ αὐτόν ἀποτελεῖ τό ζητούμενο καί γιά καθένα ἀπό ἐμᾶς. Νά ἀνοιχτοῦν τά μάτια μας ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς δέν ζητᾶμε διακαῶς στίς προσευχές μας;  

β. 1. Πάμπολλα ἀσφαλῶς ἦταν τά προβλήματα τοῦ τυφλοῦ τῆς ῾Ιεριχοῦς. Δέν ἦταν μόνο ἡ τύφλωσή του, ἀλλά ἐξαιτίας αὐτῆς καί ἡ μεγάλη φτώχεια του πού τόν ἔκανε νά ῾προσαιτῇ᾽ στίς ἄκρες τῶν δρόμων, ὅπως καί ἡ καταφρόνια τῶν συμπατριωτῶν του, οἱ ὁποῖοι δέν ἀνέχονταν νά τούς ἐνοχλεῖ μέ τίς κραυγές του. Τό αἴτημά του ὅμως, ὅταν κατορθώνει νά τραβήξει τήν προσοχή τοῦ Κυρίου, δέν ἦταν νά τοῦ δώσει χρήματα – ζητιάνος ἦταν – οὔτε νά τόν τραβήξει ἀπό τήν ἀφάνεια. Ζητᾶ αὐτό πού ἦταν τό κεντρικό του πρόβλημα, τό πιό οὐσιαστικό: νά ξαναβρεῖ τό φῶς του. Στήν ἐρώτηση τοῦ Κυρίου ῾τί σοι θέλεις ἵνα ποιήσω;᾽ τό μόνο πού λέει εἶναι ῾Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω᾽.
Νά ἐπικεντρώνουμε στό πραγματικό καί πρώτιστο πρόβλημά μας: τήν τύφλωσή μας, νά τό παραδειγματικό στοιχεῖο γιά ἐμᾶς τοῦ τυφλοῦ. ᾽Από πνευματικῆς ἀπόψεως ὅμως οἱ ἄνθρωποι, καί μιλᾶμε γιά τούς θεωρουμένους πιστούς στόν Χριστό, δέν φαίνεται νά ἐπικεντρώνουμε στήν τύφλωση πού ἔχουμε. Στό ἐρώτημα ἄν θεωροῦμε ὡς κεντρικό πρόβλημά μας τήν ὅποια τύφλωσή μας ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι αὐτονόητα θετική. Κι αὐτό γιατί δέν νιώθουμε τυφλοί. ῾Η βεβαιότητά μας ὅτι ῾βλέπουμε᾽, ὅτι ἡ ὅρασή μας λειτουργεῖ καλά καί ἀποτελεσματικά εἶναι παραπάνω ἀπό δεδομένη. Εἶναι ὅμως ἔτσι τά πράγματα;
- Δέν ἀποδεικνυόμαστε πολλές φορές ἄπιστοι ἤ στήν καλύτερη περίπτωση ὀλιγόπιστοι, ὅταν ζοῦμε στόν κόσμο τοῦτο ἐνθυμούμενοι τόν Θεό περιστασιακά - ἴσως τό πρωΐ καί τό βράδυ σέ κάποιες προσευχές μας - συνεπῶς  θέτοντάς Τον στό περιθώριο καί ὄχι στό κέντρο τῆς ζωῆς μας;
- Δέν ἀποδεικνυόμαστε ἄπιστοι ἤ ὀλιγόπιστοι, ὅταν ἡ σχέση μέ τόν συνάνθρωπό μας παίρνει τή μορφή τῆς ἐπίθεσης ἤ τῆς ἄμυνας ἀπέναντί του, συνεπῶς τῆς ἐχθρότητας, γιατί βλέπουμε ὅτι δέν ἐξυπηρετοῦνται ἀπό αὐτόν τά συμφέροντά μας, πολλῷ μᾶλλον γιατί νομίζουμε ὅτι ἀδικούμαστε ἀπό αὐτόν;
- Δέν ἀποδεικνυόμαστε ἄπιστοι ἤ ὀλιγόπιστοι, ὅταν στίς φωνές τῆς ἴδιας τῆς καρδιᾶς μας, πού διψάει γιά εἰρήνη καί γαλήνη, ἐμεῖς κωφεύουμε καί μεταθέτουμε διαρκῶς τίς ὅποιες ἀπαντήσεις μας, γιατί δέν προλαβαίνουμε ἀπό τό πλῆθος τῶν ἀσχολιῶν μας;
Δέν εἶναι ὅμως ἡ ἀπιστία ἤ ἡ ὀλιγοπιστία ἡ κατεξοχήν τύφλωση τοῦ νοῦ, ἀφοῦ ἡ πίστη θεωρεῖται ὡς ἡ ὄραση τῆς ψυχῆς; ῾Πίστις ἐστίν ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων᾽ μᾶς λέει θεόπνευστα ὀ ἀπόστολος Παῦλος. ῾Διά πίστεως περιπατοῦμεν᾽ λέει κάπου ἀλλοῦ. Καί κλονίζεται βεβαίως ἡ πίστη ὡς ὅραση τῆς ψυχῆς καί μειώνεται καί χάνεται μέ ἀποτέλεσμα νά μή βλέπει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀκριβῶς κατά τά παραπάνω διαγράφει τόν Θεό ἀπό τή ζωή του γιατί δέν Τόν θέτει κέντρο τῆς ὕπαρξής του, διαγράφει τόν συνάνθρωπό του γιατί δέν τόν ἀγαπᾶ, διαγράφει τήν ἴδια τή συνείδησή του γιατί τήν περιφρονεῖ καί δέν θέλει νά τήν ἀκούει.

2. Θεραπεία ὅμως καί ῾ἀνάβλεψις᾽ δέν εἶναι μόνον ἡ διαπίστωση τῆς πνευματικῆς τύφλωσης: τῆς ἀπιστίας καί τῆς ὀλιγοπιστίας. Αὐτό εἶναι ἡ ἀρχή. ῞Οπως ὑποδεικνύει καί πάλι ὁ τυφλός χρειάζεται ἡ ἐν πίστει ἀληθινῇ καί γνησίᾳ ταπεινώσει στροφή πρός τόν Χριστό. ῞Οπως ἐκεῖνος ἔστρεψε τό νοερό βλέμμα του στόν Κύριο – μολονότι δέν μποροῦσε νά Τόν ἀναγνωρίσει ὡς Θεό, γι᾽ αὐτό καί τόν χαρακτήρισε ῾Υἱόν Δαυΐδ᾽- κι ἄρχισε νά Τόν καλεῖ γιά νά τόν ἐλεήσει πιστεύοντας ὅτι Αὐτός εἶναι ἡ λύση τοῦ προβλήματός του, ἔτσι πολύ περισσότερο ὁ χριστιανός, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖται ὅτι δέχεται τόν Χριστό ὄχι μόνο ὡς ἄνθρωπο ἀλλά καί ὡς Θεό: ἀπαιτεῖται νά πιστέψει πραγματικά ὅτι ὁ Χριστός ὡς Θεός εἶναι ῾τό φῶς τοῦ κόσμου᾽ καί ῾ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης᾽, ὁ ῾Οποῖος μέ τό ἔλεός Του μπορεῖ νά ρίξει φῶς στή σκοτεινιά καί τήν τύφλωση τῆς ψυχῆς του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ πιό γνωστή, δυνατή καί εὐθύβολη πρός σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου προσευχή τῆς ᾽Εκκλησίας εἶναι τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽. ῾Η προσευχή αὐτή ἐπαναλαμβάνεται ἀδιάκοπα σέ κάθε ἀκολουθία της καί αὐτή συνιστᾶ καί στήν πιό ἀνεπτυγμένη μορφή της: τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με᾽, τήν προσευχή ὅλων τῶν ἁγίων καί τῶν ἀγωνιζομένων γιά ἁγιασμό τους χριστιανῶν.
Καί πέραν τούτων: ἀπαιτεῖται γιά τό ἄνοιγμα τῶν πνευματικῶν μας ὀφθαλμῶν καί τήν εὕρεση τοῦ φωτός, ἡ ἐπιμονή καί ἡ ἀνδρεία ἐκείνη τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία θά κάνει τόν ἄνθρωπο νά ὑπερβαίνει ὅλες τίς δυσχέρειες καί τά ἐμπόδια πού θά βρίσκει στόν δρόμο του. Καί πάλι ὁ τυφλός γίνεται τό παράδειγμα: Κραύγαζε στόν Κύριο νά τόν ἐλεήσει, ἐπικέντρωνε στό πρόβλημά του, ἀλλά κώφευε στίς ῾ἐπιθέσεις᾽ τῶν ἄλλων πού τόν πίεζαν νά μή κραυγάζει στόν Κύριο. Καί ἡ ἐπιμονή του αὐτή καί ἡ ἀνδρεία του ἐπιβραβεύτηκαν: ἐπέβλεψε ὁ Κύριος καί τόν θεράπευσε. Στή στροφή μας πρός τόν Κύριο, πολύ περισσότερο στίς νοερές κραυγές μας πρός Αὐτόν πρός ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους Του θά συναντήσουμε πειρασμούς καί ἐμπόδια: καί ἀπό τά δικά μας πάθη - ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε ὅτι ἡ ἐσωτερική ἀκαθαρσία μας λόγω τῶν παθῶν μας εἶναι ἐκεῖνο πού μᾶς ἐμποδίζει πρωτίστως γιά νά Τόν δοῦμε: ῾μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται᾽ εἶπε – καί ἀπό τόν πεσμένο στήν ἁμαρτία κόσμο μας καί ἀπό τόν ἴδιο τόν Πονηρό. ῞Οπως τό λέει καί ὁ ἀπόστολος: ῾῾Η πάλη ἡμῶν οὔκ ἐστιν πρός αἶμα καί σάρκα, ἀλλά πρός πρός τά πνευματικά  τῆς πονηρίας, πρός τόν κοσμοκράτορα τοῦ αἰῶνος τούτου᾽.

3. ῞Ωστε: ὁ ἄνθρωπος ἀναβλέπει, βρίσκει τό φῶς του, πού σημαίνει μετέχει στόν ἴδιο τόν Θεό γευόμενος ἤδη ἀπό τόν κόσμο τοῦτο τή σωτηρία του, ὅταν ἀναγνωρίζει τήν πνευματική του φτώχεια, ὅταν στρέφεται πρός τόν Χριστό ὡς τόν Σωτήρα του, ὅταν μέ ἀνδρεία ψυχῆς καί ἐπιμονή ἀντιμετωπίζει τούς διαφόρους πειρασμούς καί τά ἐμπόδια. Πῶς ὅμως ὑπάρχει ἡ ἐπιβεβαίωση γιά ὅλα αὐτά; Πῶς δηλαδή ἀποδεικνύεται ῾ἀντικειμενικά᾽ ὅτι ὁ Χριστός ἄγγιξε τά νοερά μάτια καί ἡ ὀρθή πίστη τοῦ ἀνθρώπου ἔφερε τήν ἀνάβλεψή του; Καί πάλι ὁ θεραπευθείς τυφλός γίνεται τύπος: Μέ ἀνοικτούς ὀφθαλμούς πιά λόγω τῆς ἐπέμβασης τοῦ Κυρίου Τόν ἀκολουθεῖ δοξολογώντας τόν Θεό μαζί μέ τόν ὑπόλοιπο λαό. ῾Καί παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καί ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τόν Θεόν. Καί πᾶς ὁ λαός ἰδών ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ᾽. Κι αὐτό θά πεῖ: κι ἐμεῖς ἐπιβεβαιώνουμε τή θεραπεία μας καί τό ἄνοιγμα τῶν πνευματικῶν ὀφθαλμῶν μας ὅταν ἡ ζωή μας συνιστᾶ πιά μία ἀκολουθία τοῦ Κυρίου ῾σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις᾽, δηλαδή στήν ᾽Εκκλησία Του. Στόν βαθμό πού ἡ ζωή μας κινεῖται δοξολογικά καί τό ῾δόξα Σοι ὁ Θεός᾽ δέν λείπει ἀπό τά χείλη μας, στόν βαθμό πού ἡ θυσιαστική ἀγάπη μας πρός τόν συνάνθρωπο - ὅ,τι ἀποτελεῖ πυρήνα τῆς ἀκολουθίας τῶν ἰχνῶν τοῦ Κυρίου – γίνεται ἡ τροχιά τῆς ζωῆς μας, στόν βαθμό πού δέν αὐτονομούμαστε, ἀλλά νιώθουμε μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τότε ναί! μποροῦμε νά νιώθουμε ὅτι βρισκόμαστε μέσα στή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τά μάτια μας ῾βλέπουν᾽ τίς θαυμαστές ἐνέργειές Του σέ ὅλον τόν κόσμο.

γ. ῾Ο μέγας Πατήρ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς συνήθιζε νά κραυγάζει: ῾Φώτισόν μου τό σκότος, Κύριε᾽. Πρόκειται γιά παραλλαγή τῆς κραυγῆς τοῦ τυφλοῦ τοῦ Εὐαγγελίου. Δέν ὑπάρχει περίπτωση νά εἶναι κανείς χριστιανός χωρίς τήν παρόμοια κραυγή, χωρίς τήν κραυγή τῆς ᾽Εκκλησίας ῾Κύριε ἐλέησον᾽. Εἶναι ἡ μόνη προϋπόθεση μέ τά δεδομένα πού εἴπαμε πού ὁ Κύριος μᾶς ἀκούει καί μᾶς θεραπεύει. Διότι ῾πᾶς ὅς ἄν ἐπικαλέσηται τό ὄνομα Κυρίου σωθήσεται᾽