Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΚΡΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ (1)



῾᾽Απολαύοντες, πάναγνε, τῶν σῶν δωρημάτων εὐχαριστήριον ἀναμέλπομεν ἐφύμνιον, οἱ γινώσκοντές σε Θεομήτορα
(᾽Απολαμβάνουμε, πάναγνη Παναγία, αὐτά πού μᾶς δίνεις ὡς δωρεές, γι᾽ αὐτό καί σοῦ ἀναπέμπουμε εὐχαριστήριο ὕμνο, ἐμεῖς πού σέ γνωρίζουμε ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ).

Ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής τοῦ μικροῦ παρακλητικοῦ κανόνα, εἴτε εἶναι κατά τήν παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας μας ὁ μοναχός Θεοστήρικτος εἴτε ὁ ἅγιος Θεοφάνης, δίνει τό στίγμα τῆς ταυτότητας τοῦ ἀνθρώπου  πού στέκεται παρακλητικά ἔναντι τῆς Θεοτόκου: πρόκειται γιά τόν ὀρθόδοξο πιστό, ὁ ὁποῖος εἶναι μέλος τῆς ἁγίας ᾽Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, συνεπῶς ἀποδέχεται τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων της καί εὑρίσκεται ἔτσι σέ εὐθεῖα σχέση πρός τούς Πατέρες αὐτῆς καί τούς ἁγίους ᾽Αποστόλους. Καί τό λέμε αὐτό, γιατί κανείς χωρίς νά εἶναι μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας δέν μπορεῖ νά ἀναγνωρίσει στό πρόσωπο τῆς Παναγίας τήν Μητέρα τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, τήν Θεομήτορα καί Θεοτόκο Μαρία, σύμφωνα μέ τόν ὅρο τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. ᾽Απαιτεῖται μέ ἄλλα λόγια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἱκανώνει τόν πιστό νά δεῖ στό πάντιμο πρόσωπό της ὄχι μία ἁπλή γυναίκα, ὅπως λένε διάφοροι αἱρετικοί, ἀλλά τήν ἴδια τήν Μάνα τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου. Κι εἶναι ἡ ὁμολογία τῆς Παναγίας ὡς Θεομήτορος ὁμολογία στήν πραγματικότητα τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ὡς τελείου Θεοῦ καί τελείου ἀνθρώπου.

Καί τί λέει ὁ ὑμνογράφος μετά τήν ὁμολογία αὐτή; Σοῦ τραγουδᾶμε, Παναγία, ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι πιστοί εὐχαριστήριο ὕμνο: ῾εὐχαριστήριον ἀναμέλπομεν ἐφύμνιον᾽.  Παράκληση φτιάχνει ὁ ποιητής καί τοῦ βγαίνει εὐχαριστία. Δέν κάνει λάθος. Εἶναι γνήσιος πιστός καί ξέρει ὅτι τότε μία παράκληση εἶναι γνήσια καί ἀληθινή, ὅταν σ᾽ αὐτήν συνυπάρχει καί τό στοιχεῖο τῆς εὐχαριστίας. Διότι πιστεύει ὅτι ἀπευθύνεται σέ ᾽Εκείνην πού ἔχει τήν δύναμη νά μεσιτεύσει στόν Κύριο καί νά τοῦ δώσει Αὐτός τό αἴτημα τῆς καρδιᾶς του πρός χάρη Της. ῾Πολύ ἰσχύει δέησις Μητρός πρός εὐμένειαν Δεσπότου᾽. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι στόν συγκεκριμένο ὕμνο, ὅπως καί σέ πολλούς ἀντίστοιχους ἄλλους βεβαίως καί τῶν δύο Παρακλήσεων, ἔχουμε τήν καθολική θεώρηση τοῦ κάθε παρακλητικοῦ κανόνα πρός τήν Παναγία: δέν εἶναι μόνο παράκληση, ἀλλά καί εὐχαριστία πρός Αὐτήν. Αὐτή εἶναι ἡ διπλή διάσταση κάθε ἱκετευτικῆς ἀναφορᾶς πρός τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου: Τήν παρακαλοῦμε καί Τήν εὐχαριστοῦμε. Γι᾽ αὐτό καί εἴμαστε βέβαιοι γιά τήν προσφορά καί τήν δωρεά τοῦ Χριστοῦ ἀπέναντί μας:  βρισκόμαστε στήν θέση τοῦ λεπροῦ πού μετά τήν θεραπεία του ἀπό τόν Κύριο ἐπαινέθηκε ἀπό Αὐτόν γιά τήν στάση τῆς εὐχαριστίας του καί σώθηκε. ῾Οὐχί οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; Οἱ δέ ἐννέα ποῦ;᾽

Κι ὁ ὑμνογράφος κινεῖται πάνω σ᾽ αὐτό ἐμπειρικά: ἡ ἴδια ἡ ζωή του, ὅπως καί τῶν ἄλλων πιστῶν, ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῶν δωρεῶν τῆς Παναγίας γιά ὅ,τι ζήτησε εἴτε σέ σωματικό πειρασμό εἴτε σέ ψυχικό. Σέ εὐχαριστοῦμε, Παναγία, γιατί ἀπολαμβάνουμε τίς δωρεές σου. ῾᾽Απολαύοντες, πάναγνε, τῶν σῶν δωρημάτων᾽. ῾Ο ὑμνογράφος ἔρχεται νά βεβαιώσει αὐτό πού ζεῖ πάντοτε ἡ ᾽Εκκλησία μας: ἡ Παναγία εἶναι ζωντανή, μᾶς ἀκούει, μᾶς πονᾶ, ἐπεμβαίνει στήν ζωή μας, μᾶς καθοδηγεῖ. ῞Ο,τι ἡ ἴδια εἶπε κατά τήν Κοίμησή της γίνεται ἁπτή πραγματικότητα στήν ζωή τοῦ κάθε πιστοῦ: δέν μᾶς ἔχει ἐγκαταλείψει καί εἶναι συνεχῶς μαζί μας. ῾᾽Εν τῇ Κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε᾽. ῾Υπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΕΣ ΜΑΚΚΑΒΑΙΟΙ, Ο ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΑΥΤΩΝ ΕΛΕΑΖΑΡΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΗΡ ΑΥΤΩΝ ΣΟΛΟΜΟΝΗ (1 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)


«Αυτοί, όταν ο Αντίοχος, ο υιός του Σελεύκου, υπέταξε και αιχμαλώτισε το έθνος των Εβραίων και τους ανάγκαζε να αρνηθούν την παράδοσή τους και να τρώνε απαγορευμένες από τη θρησκεία τους τροφές, απείθησαν στον τύραννο, κρατώντας τους πατρογονικούς νόμους τους, και ο πρεσβύτης Ελεάζαρ, που ήταν διδάσκαλος και εξηγητής του Μωσαϊκού νόμου, και οι επτά παίδες, οι οποίοι μαθήτευαν σε αυτόν. Και ο μεν πρεσβύτης, αφού με δεμένα τα χέρια τον βασάνισαν με πολλούς τρόπους και τον έριξαν στη φωτιά, στο τέλος, μετά από προσευχή που έκανε, ώστε το αίμα του και ο θάνατός του να θεωρηθούν από τον Θεό αντίλυτρο για το έθνος του, εξέπνευσε. Οι δε γενναιότατοι παίδες, αφού κι αυτοί πέρασαν πολλά βασανιστήρια, με τροχούς, με καταπέλτες, με φωτιά, χωρίς να αρνηθούν την πίστη τους ούτε να προδώσουν τον νομοθέτη Θεό για την πρόσκαιρη ζωή, έλαβαν ως αυτοκράτορες των παθών τους, τα στεφάνια της υπομονής. Μαζί τους και η μητέρα τους Σολομονή, όταν ειδε το τέλος των παιδιών της, χωρίς να περιμένει ανθρώπινο χέρι να τη σύρει, ρίχτηκε στην αναμμένη πυρκαϊά, κι έτσι παρέθεσε το πνεύμα της στον Θεό».

Δεν πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι οι άγιοι που εορτάζουμε σήμερα ανήκουν στο χώρο της Παλαιάς Διαθήκης. Εντάσσονται σ’ αυτούς που χαρακτηρίζονται δίκαιοι και που θεωρούνται ότι αναστήθηκαν μαζί με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, κατά την ένδοξη Εκείνου Ανάσταση, οπότε απολαμβάνουν κι αυτοί «συν πάσι τοις αγίοις» τον παράδεισο, ευρισκόμενοι μέσα στους κόλπους του προπάτορά τους Αβραάμ. Η ίδια η ακολουθία τους μάλιστα, με το δεδομένο ότι έδωσαν τη ζωή τους για να μείνουν σταθεροί στον Νόμο του Θεού - λόγω του Αντιόχου, που θέλησε, όπως σημειώνει και παραπάνω το συναξάρι, να μεταστρέψει δια της βίας τους υποταγμένους σ’ αυτόν Ιουδαίους - τους τοποθετεί στην ίδια χορεία με τους μάρτυρες του Χριστού και μάλιστα δοξολογουμένους μαζί τους με χαρμόσυνο τρόπο από όλη την Χριστού Εκκλησία: «συνεορτάσατε τοις μάρτυσι Χριστού, ως προ εκείνων αθλήσαντες υπέρ νόμου και μετ’ εκείνων ευφημούμενοι εννόμως, πάση τη Χριστού Εκκλησία φαιδρώς».

Η επιλογή του Νόμου του Θεού ως προτεραιότητας της ζωής τους αποκαλύπτει το μέγεθος της αγιότητάς τους. Διότι άγιος είναι εκείνος ο οποίος, ως γνωστόν, θέτει υπεράνω όλων το θέλημα του Θεού, άρα φανερώνει την αγάπη την οποία τρέφει προς Εκείνον. Η εντολή του Θεού άλλωστε είναι σαφής και ισχύει και για την Παλαιά και για την Καινή Διαθήκη: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της διανοίας σου, εξ όλης της ισχύος σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Οι άγιοι λοιπόν σήμερα έδειξαν ότι πράγματι αγαπούν με απόλυτο τρόπο τον Θεό, έχοντας μεταθέσει όλο το νου τους σ’ Εκείνον και αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι αληθινή πατρίδα τους είναι η άνω Ιερουσαλήμ, η άφθαρτη και ανώλεθρη, κάτι που αποτελούσε τη μαρτυρία τους και προς τον ίδιο τον Αντίοχο, κατά το δοξαστικό μάλιστα των στιχηρών του εσπερινού: «Ημίν, ω Αντίοχε, εις Βασιλεύς, ο Θεός, παρ’ ου γεγόναμεν, και προς ον επισρέφομεν. Κόσμος μένει άλλος ημίν, του ορωμένου υψηλότερος και μονιμώτερος. Πατρίς δε ημών Ιερουσαλήμ, η κραταιά και ανώλεθρος, πανήγυρις δε, η μετά Αγγέλων διαγωγή».

Μία τέτοια μετάθεση του κέντρου βάρους της ύπαρξής τους στον ίδιο τον Θεό, η οποία τους έδινε και τη δύναμη να υπερβαίνουν τις οδύνες και των μαρτυρίων τους, ήταν βεβαίως χαρισματική κατάσταση, αλλά απαιτούσε και την ανθρώπινη συνέργεια. Εννοούμε ότι συνήργησε για τον αγιασμό και το μαρτύριό τους και ο ανθρώπινος παράγοντας, εκδηλούμενος με το αλειπτικό στοιχείο. Αλείπτες, ως γνωστόν, είναι εκείνοι που προετοιμάζουν και ενισχύουν κάποιον για το μαρτύριο, παίζοντας κατά κάποιο τρόπο το ρόλο του προπονητή τους. Τέτοιους αλείπτες λοιπόν στους αγίους σήμερα έχουμε τριών ειδών: πρώτα, την ίδια τη μάνα των επτά παίδων: από μικρούς τους ανέτρεφε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», και την ώρα του μαρτυρίου τους τους ενίσχυε και με τα λόγια της και με την παρουσία της. Έπειτα, τον ιερέα διδάσκαλό τους άγιο Ελεάζαρο: διαρκώς τους νουθετούσε να παραμένουν σταθεροί στον Νόμο του Θεού, έστω και με θυσία της ζωής τους, κάτι που το δίδαξε και με το άγιο παράδειγμά του. Τέλος δε, και το σημαντικότερο ίσως, αλείπτες για τους Μακκαβαίους παίδες υπήρξαν οι ίδιοι, καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής και του μαρτυρίου τους: ο καθένας παρότρυνε τον άλλον να παραμείνει σταθερός και να μη λυγίσει την ώρα την κρίσιμη. Θα έλεγε κανείς ότι το στοιχείο αυτό κυριαρχεί κυριολεκτικά στα τροπάρια του κανόνα της εορτής: «Αλλήλους οτρύνοντες, ούτως εβόων: Νομίμως αθλήσωμεν και προθύμως θάνωμεν υπέρ πατρώων εθών». «Μη τις υστερείτω σήμερον του καλού αγώνος, μη τις θηρευθήτω, υπό του μανιώδους. Σοφός εστιν ο δράκων, αλλήλους παρώτρυναν της Σολομονής οι υιοί, μη τις υμών γένηται βρώμα αυτού». Ταις αυτών πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ Ο ΔΙΚΑΙΟΣ (31 ΙΟΥΛΙΟΥ)



"Αυτός ο μακάριος έζησε επί της βασιλείας του Θεοφίλου του μισόχριστου, τον ένατο μ.Χ. αι.Οι γονείς του ήταν πατρίκιοι, καταγόταν δηλαδή ο άγιος από αρχοντική οικογένεια, κι ήταν γνωστοί ορθόδοξοι, Βασίλειος και Ευδοκία στο όνομα και Καππαδόκες στο γένος. Γι’ αυτό και ο Ευδόκιμος ανατράφηκε με πολύ ενάρετο τρόπο, παίρνοντας το τιμητικό αξίωμα του κανδιδάτου από τον Θεόφιλο, γενόμενος στρατοπεδάρχης πρώτα της γης των Καππαδοκών, κι έπειτα ολόκληρης της γης των Ρωμαίων. Ήταν εξαιρετικά δίκαιος, διαφυλάττοντας την ισότητα απέναντι σε όλους και κάνοντας πολλές ελεημοσύνες καθημερινά. Ζούσε έντονα την εκκλησιαστική ζωή, φροντίζοντας τις χήρες και τα ορφανά και ενεργοποιώντας κάθε είδος αρετής. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο μακάριος πολιτεύτηκε κατά Θεόν, μέχρις ότου αρρώστησε βαριά και παρέθεσε έτσι το πνεύμα του σ’ Εκείνον. Μετά την τελευτή του, κατόπιν εντολής που είχε δώσει όσο ζούσε, έθαψαν το τίμιο σώμα του με τα ενδύματα και τα υποδήματά του, το οποίο σώμα του δοξάσθηκε από τον Θεό με θαύματα πολλά, τα οποία τώρα αδυνατούμε να τα διηγηθούμε λεπτομερώς. Η μετακομιδή του λειψάνου του προς το Βυζάντιο έγινε στις 6 Ιουνίου, η δε αγία κοίμησή του, στις 31 Ιουλίου».


      
     Το τέλος του μηνός Ιουλίου καταυγάζεται από τη φωτεινή μνήμη, όπως λάμπει ο ήλιος που ανατέλλει, του αγίου και δικαίου Ευδοκίμου. «Ως όρθρος, ως ήλιος ανέτειλε η μνήμη σου», διατρανώνει ο υμνογράφος της εορτής του. Ο ίδιος διαρκώς τονίζει το πόσο ο άγιος ευδοκίμησε πνευματικά στη ζωή του, τόσο που τον θεωρεί ως τύπο του ορθοδόξου πιστού. Στο πρόσωπο και τη ζωή δηλαδή του αγίου Ευδοκίμου κατανοούμε το τι σημαίνει να είναι κανείς αληθινά ορθόδοξος, κάτι που μας δίνει το δικαίωμα να κρίνουμε με ορθά κριτήρια τις διάφορες «εκδόσεις» ορθοδοξίας που προβάλλονται σήμερα, με την απαίτηση μάλιστα από ορισμένες να θεωρούνται και οι μοναδικά αυθεντικές. Τι τονίζει λοιπόν εν προκειμένω ο υμνογράφος; «Τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα, ορθόδοξον φρόνημα συ εκ νεότητος έσχηκας, βίον ακηλίδωτον και ευσυμπάθητον γνώμην, αξιάγαστε». Δηλαδή: Φύλαξες τα δόγματα (την πίστη) των Πατέρων καθαρά και ανόθευτα, αξιοθαύμαστε Ευδόκιμε, γι’ αυτό και απέκτησες από τη νεότητά σου ορθόδοξο φρόνημα, βίο αγνό και ακηλίδωτο και διάθεση γεμάτη αγάπη στους συνανθρώπους σου.


      
     Ο άγιος Ευδόκιμος λοιπόν από τη νεότητά του είχε ορθόδοξο φρόνημα. Σπεύδει αμέσως όμως ο ποιητής να μας πει ότι η ορθοδοξία του δεν ήταν ένα είδος ιδεολογίας: μία αποδοχή προτάσεων πίστεως, έστω και αληθινών, αλλά εμψυχωνόταν από την ίδια τη ζωή του, την οποία ζούσε καθημερινώς με αγνότητα και αγάπη. Με άλλα λόγια, η ορθοδοξία του αγίου ναι μεν είχε όλα τα στοιχεία της ορθής στον Χριστό πίστεως – ό,τι τελικώς ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως – αλλά την πίστη αυτή τη ζούσε στο εκάστοτε παρόν με έλεγχο των επιθυμιών του, ώστε η εγκράτεια και η σωφροσύνη να τον καθοδηγούν, και με πλήρωση της καρδιάς του από αγάπη. Διότι μία πίστη που δεν ζωντανεύει με την αγάπη, μέσα στα πλαίσια της εγκρατείας, σταματάει να είναι χριστιανική και μπορεί μάλιστα να θεωρείται και δαιμονική: Διότι «και τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίττουσι».

      
     Ο υμνογράφος όμως με τον λιτό κι επιγραμματικό του τρόπο, μας λέει το πώς ο άνθρωπος, όπως το βλέπουμε στον άγιο Ευδόκιμο, μπορεί να λειτουργεί έτσι ορθόδοξα: «τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα». Μόνον εκείνος που βρίσκεται στον ίδιο δρόμο με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, δηλαδή κρατάει καθαρή τη δική τους παράδοση, συνεπώς και τη δική τους αγιασμένη ζωή, μπορεί τελικώς να είναι ορθόδοξος. Εκείνος που θα πιστέψει ότι είναι ορθόδοξος, διαγράφοντας την Πατερική παράδοση και στήνοντας μία δική του κατανόηση της χριστιανικής πίστεως, πλανάται πλάνην οικτράν. Και τούτο γιατί η ακολουθία των Πατέρων συνιστά ακολουθία του ίδιου του Χριστού, δεδομένου ότι αυτοί έζησαν με τον πιο δυνατό και αυθεντικό τρόπο, και μάλιστα τις περισσότερες φορές δίνοντας και την ίδια τη ζωή τους, τη ζωή Εκείνου. Γι’ αυτό και τονίζεται ποικιλοτρόπως ότι η Εκκλησία μας είναι μεταξύ των άλλων Πατερική, άρα και ορθά αποστολική. Ο άγιος Ευδόκιμος λοιπόν αναδείχθηκε άγιος και δίκαιος, γιατί έζησε σωστά ως ορθόδοξος: πατερικά και εκκλησιαστικά. Κι αυτό μας προτρέπει να κάνουμε κι εμείς, αν επιθυμούμε τον αγιασμό μας.

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΕΚ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ ΣΙΛΑΣ, ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ, ΚΡΗΣΚΗΣ, ΕΠΑΙΝΕΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ




«Οι άγιοι αυτοί απόστολοι, από τον ευρύτερο κύκλο των μαθητών του Κυρίου, τους εβδομήντα, κήρυξαν στη Καρχηδόνα, την Ιταλία και σε όλο τον κόσμο, με πολλή δύναμη και παρρησία, τον λόγο της πίστεως του Χριστού, κι αφού δίδαξαν πολλούς από τους ειδωλολάτρες και τους βάπτισαν, εν ειρήνη παρέδωσαν τα πνεύματά τους στον Θεό».

       Ο Κύριος είναι γνωστό ότι δεν είχε μόνο τους δώδεκα αποστόλους ως μαθητές, αλλά και έναν ευρύτερο κύκλο, τους εβδομήντα. Πέραν αυτών, Τον ακολουθούσαν περιστασιακά και διάφοροι άλλοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ώστε να μπορούμε να λέμε ότι είχε και έναν ακόμη μεγαλύτερο κύκλο ακολούθων Του. Οι δώδεκα βεβαίως είναι αναντικατάστατοι, αποτελώντας τα «θεμέλια της Εκκλησίας», αλλά και οι εβδομήντα εξίσου θεωρούνται απόστολοι, μέτοχοι του αποστολικού αξιώματος, άμεσοι συνεργάτες των δώδεκα μαθητών του Κυρίου. Το χαρισματικό τους στοιχείο κατανοείται από το γεγονός ότι και αυτοί υπήρξαν εξίσου μέτοχοι του αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, αναλαμβάνοντας το έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων, εν υπακοή πάντοτε προς τους μεγάλους αποστόλους και καθοδηγούμενοι από εκείνους. Έτσι και οι σήμερα εορταζόμενοι άγιοι έδωσαν τη ζωή τους ακριβώς γι’ αυτόν τον ευαγγελισμό των ανθρώπων, κηρύσσοντας τη σάρκωση του Χριστού, το Πάθος και την Ανάστασή Του, τη σωτηρία δηλαδή την οποία έφερε στον κόσμο ο Ιησούς Χριστός. 

       
     Ένας ύμνος από την τετάρτη ωδή του κανόνα της εορτής τους μάλιστα, μάς δίνει το στίγμα συγκεκριμένα του έργου που επιτελούσαν, σε σχέση με τους δώδεκα. Αναφέρεται κυρίως στον άγιο Σίλα, συνεργάτη του αποστόλου Παύλου, αλλ’ εξίσου φωτίζει το έργο και των υπολοίπων. «Στηρίζων παρειμένας, ένδοξε, διανοίας τω λόγω, Σίλα, συν Παύλω τω κήρυκι, πεπόρευσαι εις πάντα κόσμον…». Δηλαδή: Γύρισες όλον τον κόσμο, Σίλα, μαζί με τον Παύλο τον κήρυκα, στηρίζοντας τις παραλυμένες διάνοιες με τον λόγο του Θεού. Ο υμνογράφος ξεκινά με το βασικό ανθρωπολογικό δεδομένο: ο άνθρωπος μετά την πτώση του στην αμαρτία αλλοιώθηκε και η εικόνα του Θεού μέσα του σκοτείνιασε. Αυτό σημαίνει το «παρειμένας διανοίας». Η διάνοια του ανθρώπου, εκείνο που αναφέρεται κατεξοχήν στο λογιστικό της ψυχής του, έχασε τη δύναμή της, διότι ενώ ο Θεός είχε δημιουργήσει τον άνθρωπο ενοποιημένο, δηλαδή όλες οι ψυχικές του δυνάμεις: η διάνοιά του, οι επιθυμίες του, τα συναισθήματά του, να λειτουργούν σε συντονισμό μεταξύ τους και σε αναφορά προς Αυτόν, με αποτέλεσμα και το σώμα να λειτουργεί εν υπακοή σε μια τέτοια ψυχή, ώστε ολόκληρος ο άνθρωπος ως ψυχοσωματική οντότητα να είναι μία διαρκής δοξολογία προς τον Θεό με συνεχή αυξητική πορεία, η αμαρτία ήρθε με τη θέληση του ανθρώπου και με την προτροπή του διαβόλου και τραυμάτισε καίρια αυτήν την ενότητα. Έκτοτε οι ψυχικές δυνάμεις, χάνοντας την αναφορά προς τον Θεό, αποσυντονίστηκαν: η διάνοια «επιμελώς έγκειται εκ νεότητος επί τα πονηρά», το επιθυμητικό στράφηκε μόνο στις επίγειες ηδονές, αγόμενο και φερόμενο από τα σαρκικά πάθη, και το θυμοειδές, τα συναισθήματα δηλαδή, κυριαρχήθηκαν από το έλλειμμα της αγάπης, το μίσος συνεπώς και την έχθρα, ώστε οι ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι να γίνουν «φυσική» κατάσταση πια των ανθρώπων. Γι’ αυτό και οι Πατέρες, ιδίως οι νηπτικοί, με τα δεδομένα αυτά, θεωρούν ότι «νόμος της ανθρώπινης διάνοιας έγινε η πλάνη», θέτοντας συνεπώς εν αμφιβόλω οτιδήποτε αυτή συλλαμβάνει μέσα στη διάσπαση του νου και της ψυχής.

      
     Οι άγιοι λοιπόν απόστολοι, μετά τον ερχομό του Χριστού, ο Οποίος ακριβώς ήλθε για να αποκαταστήσει τον άνθρωπο, ενώνοντάς τον με τον Εαυτό Του και δι’ Εαυτού με τον Θεό Πατέρα, συνεπώς φέρνοντας και την αρχική ενότητα στον ίδιο τον άνθρωπο – η ενότητα με τον Θεό αποκαθιστά και τον ίδιο τον άνθρωπο, δηλαδή ο άνθρωπος βρίσκει την κανονική, φυσική του πορεία ως κατ’ εικόνα Θεού δημιουργημένος – κλήθηκαν από Εκείνον για να μαρτυρήσουν αυτήν την ενότητα που έφερε ο Χριστός. Τις παραλυμένες διάνοιές τους να τις στηρίξουν με αυτό που φέρνει τη δύναμη του Θεού, τον ίδιο τον λόγο Του, και συνεπώς ο άνθρωπος να βρει τη σωτηρία του. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευεργεσία στο ανθρώπινο γένος, δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσφορά στον άνθρωπο από τη μαρτυρία του λόγου του Θεού: τη σάρκωση του Χριστού, το Πάθος, την Ανάστασή Του. Αυτά που κηρύσσει δηλαδή πάντοτε η Εκκλησία μας και τα ζούμε, εάν θέλουμε, μέσα στα άγια μυστήριά της.


Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ


«Ο άγιος Καλλίνικος καταγόταν από την Κιλικία. Ήταν εξαιρετικά αγαθός άνθρωπος, κι αυτό γιατί οικοδόμησε τον εαυτό του με τον φόβο του Θεού. Έγινε για πολλούς δάσκαλος σωτηρίας και νουθετούσε ιδίως τους ειδωλολάτρες να απομακρυνθούν από τα μάταια και να αποκτήσουν επίγνωση του αληθινού Θεού, του Δημιουργού όλων. Γι’ αυτό συνελήφθη κι οδηγήθηκε στον ηγεμόνα Σακερδώνα. Υποβάλλεται λοιπόν από αυτόν σε όλα τα είδη των βασανιστηρίων, κι αφού του φόρεσαν στα πόδια σιδερένιες κρηπίδες που είχαν όρθια καρφιά, διατάσσεται να τρέξει μέχρι την πόλη της Γάγγρας, που απείχε ογδόντα στάδια. Αφού κάλυψε λοιπόν τα εξήντα, επειδή οι στρατιώτες που τον οδηγούσαν δίψασαν πολύ, δεν μπορούσε εξαιτίας τους να προχωρήσει άλλο. Γι’ αυτό προσευχήθηκε και από ξερό βράχο έβγαλε νερό, το οποίο ακόμη και τώρα χρησιμοποιείται ως πηγή. Όταν έφτασε στη Γάγγρα, τον έβαλαν μέσα σε καμίνι φωτιάς, όπου και παρέδωσε στον Θεό το πνεύμα του. Τελείται δε η σύναξή του πλησίον της Γέφυρας του Ιουστινιανού και πλησίον του Πετρίου».

       Στον άγιο μάρτυρα Καλλίνικο βλέπουμε το κύριο στοιχείο της αγιότητας: την υπέρβαση του φόβου του θανάτου, όπως το επισημαίνει ο υμνογράφος του, ήδη από το πρώτο στιχηρό του εσπερινού της εορτής του: « θεόφρον Καλλίνικε, υπέρ το ζην το θανείν, ευσεβώς προελόμενος, του Χριστού τον θάνατον αληθώς εξεικόνισας». Δηλαδή: μάρτυς θεόφρον Καλλίνικε, αφού προτίμησες λόγω της ευσέβειάς σου τον θάνατο παραπάνω από τη ζωή, εξεικόνισες αληθινά τον θάνατο του Χριστού. Η επιλογή του θανάτου παραπάνω από τη ζωή δεν οφείλετο βεβαίως σε λόγους ψυχολογικούς, σε μία βαθειά κατάθλιψη πιθανόν, ούτε και σε κάποια φιλοσοφική θεωρία. Οφείλετο στη μεγάλη αγάπη που είχε ο μάρτυρας για τον Χριστό – αυτό δηλώνει άλλωστε το επίρρημα «ευσεβώς» - η οποία τον έκανε να προτιμά πάντοτε Εκείνον από οτιδήποτε άλλο, έστω και την ίδια τη ζωή του. «Τη του Χριστού αγάπη τετρωμένος ο μάρτυς ανέκραζεν, εν τοις αγώσι εγκαρτερών: Εις οσμήν δραμούμαι μύρων, ακολουθών των πάθει Σου, τη αθλήσει τη δι’ αίματος». Στην πραγματικότητα δεν έκανε τίποτε άλλο, από το να προσπαθεί να παραμένει συνεπής στον λόγο του Χριστού, ο Οποίος προτρέπει και λέγει: «ο φιλών πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος». Δεν υπάρχει δηλαδή μεγαλύτερη αγάπη, από την αγάπη προς τον Χριστό, κι αυτό θέλησε να ζήσει με τρόπο συνεπή ο άγιος Καλλίνικος, όπως βεβαίως και όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας.
      
   Την επιλογή ακόμη και του θανάτου, προκειμένου ο πιστός να μείνει σταθερός στην αγάπη του Χριστού, την βλέπουμε ως το κατεξοχήν στοιχείο αγιότητας και στον απόστολο Παύλο, ο οποίος, πληγωμένος κι αυτός από την ίδια αγάπη, έλεγε: « Έχω την επιθυμίαν εν τω αναλύσαι και συν Χριστώ είναι». Επιθυμώ να πεθάνω και να είμαι μαζί με τον Χριστό. Να πεθάνει όχι γιατί βαρέθηκε τη ζωή, αλλά για να είναι πιο γρήγορα σε βαθύτερη σχέση με τον Χριστό. Κι αλλού: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Πέπεισμαι ότι ούτε θάνατος ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού, της εν Χριστώ Ιησού». Τα δυνατά αυτά συναισθήματα που συνέπαιρναν τον απόστολο Παύλο, ήταν εκείνα που βλέπουμε να διακατέχουν και τον άγιο Καλλίνικο. Κι είναι το στοιχείο τούτο, όπως είπαμε, το στοιχείο που αποκαλύπτει την αληθινή αγιότητα, όπως μας το λέει ωραία και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Ο άγιος επιθυμεί καθ’ ημέραν τον θάνατον». Για τους λόγους βεβαίως που εξηγήσαμε.

       
   Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι μία τέτοια αγάπη, η οποία αποκαλύπτει τα αληθινά όρια της πίστης στον Χριστό, προϋποθέτει τη μετάθεση του κέντρου βάρους του πιστού από τη ζωή αυτή, με όλα τα θέλγητρα και τους πειρασμούς της, στον ίδιο τον Χριστό. Αν κανείς, με άλλα λόγια, δεν έχει πιστέψει – και δεν βιώνει στην ύπαρξή του - ότι η αληθινή ζωή βρίσκεται στον Χριστό, την πηγή της ζωής, και όχι στα περιορισμένα όρια αυτού του κόσμου, ο οποίος «παράγει και παρέρχεται» ως φθαρτός, δεν μπορεί να πει ότι είναι πραγματικά χριστιανός. Και δεν πρέπει να σπεύσει κανείς να πει ότι αυτό είναι για τους λίγους και τους εξαίρετους, γιατί αυτή η σχέση με τον Χριστό δόθηκε σε όλους τους πιστούς ως δωρεά στο άγιο βάπτισμα, που απλώς καλούμαστε διαρκώς να επιβεβαιώνουμε στην καθημερινή μας ζωή. Μη ξεχνάμε ότι δια του βαπτίσματος γινήκαμε μέλη Χριστού και συνεπώς Εκείνος είναι η ρίζα μας και το σπίτι μας.

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ... (13)



Ο ΦΡΙΚΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΑΡΑΚΗΝΟΥ

῾Γέροντα, πάλι μᾶς ἀφήνεις;᾽ τοῦ εἶπε μέ ἀγαθή διάθεση ὁ νεαρός καλόγερος, θέλοντας νά πειράξει λίγο τόν ἀββᾶ ῎Ιανθο. ῾Τόσο πολύ δέν μᾶς ἀγαπᾶς πιά καί κάθε λίγο καί λιγάκι μᾶς ἐγκαταλείπεις;᾽

Χαμογέλασε πλατιά ὁ ἀββᾶς. Χαιρόταν νά βλέπει τά νεαρά καλογέρια τοῦ μοναστηριοῦ νά τόν πλησιάζουν μέ ἄνετη διάθεση, χωρίς νά κρατοῦν ἀπέναντί του τυπικές ἀποστάσεις. Μπορεῖ νά ἦταν γέροντας στήν ἡλικία, ἀλλά ἡ ὅλη βιοτή του στό μοναστήρι δεκαετίες τώρα ἔκανε τούς πάντες νά τόν θεωροῦν ῾τόν δικό τους ἄνθρωπο᾽. ῎Ισως ἦταν τό γλυκό του χαμόγελο, ἡ συγκαταβατικότητα πού ἐπιδείκνυε σέ ὅλους, ἀκόμη κι ἡ διακριτική σοβαρότητά του, ἡ ὁποία  ἐξέπεμπε μία τέτοια συμπάθεια πού ἕλκυε τούς ἄλλους σάν μαγνήτης.

 Ἦταν ἕνα παράδοξο αὐτό πού συνέβαινε μέ τόν ἅγιο αὐτόν ἀββᾶ. ᾽Αφενός παρουσίαζε μία ἀσκητικότητα καί αὐστηρότητα ὡς πρός τόν ἑαυτό του, πού ἔφθανε κάποτε μέχρι σημείου σκληρότητας τέτοιας  πού τόν παρακαλοῦσαν ὁρισμένοι μοναχοί νά μετριάσει τήν ἀσκητική του διαγωγή, ἀφετέρου ἡ καρδιά του ἦταν τόσο τρυφερή, ὥστε ὅλοι ἔνιωθαν μαζί του σάν νά τούς ἀγκάλιαζε ἡ ἴδια ἡ μάνα τους. Μά αὐτή εἶναι ἡ λογική τῆς χριστιανικῆς ἄσκησης: ὑποπιάζει κανείς, κατά τόν ἀπόστολο, τό σῶμα του καί τό δουλαγωγεῖ, γιά νά γίνει δόκιμος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Τά ἀνθρώπινα πάθη δέν ἀντιμετωπίζονται μέ τό ῾σεῖς καί τό σᾶς᾽. ᾽Απαιτοῦν δόσιμο αἵματος, προκειμένου νά καθαρίσει τό ἔδαφος ἀπό τά ἀγκάθια τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί νά φυτρώσει τό ὡραιότερο ἄνθος τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη. ῾Η ἀγάπη του λοιπόν καί ἡ εὐγένεια τοῦ χαρακτήρα του εἶχαν σμιλευτεῖ κάτω ἀπό τήν σμίλη τῆς ἀδιάκοπης μέριμνάς του ῾πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ᾽. Σκληρός μέ τόν ἑαυτό του, ἀνεκτικός καί ἀνοικτός μέ τούς ἄλλους. Νά ἡ εἰκόνα τοῦ ἀββᾶ ῎Ιανθου μέσα στό μοναστήρι τοῦ ὁσίου Θεοδοσίου τοῦ κοινοβιάρχου στούς ῞Αγιους Τόπους τῆς γῆς αὐτῆς.

῎Εδωσε τήν εὐχή στόν νεαρό πού τόν ρώτησε κι ἀπάντησε σάν νά ᾽παιρνε σοβαρά τά λόγια του: ῾῾Ο Θεός γνωρίζει πόσο σᾶς ἀγαπῶ, παιδί μου. Κι ἀκριβῶς ἐπειδή σᾶς ἀγαπῶ τόσο, παίρνω εὐλογία κάθε μήνα γιά νά ἀποσυρθῶ μερικές ἡμέρες στήν ἔρημο. Στήν ἡλικία μου εἶναι ἀπαραίτητη αὐτή ἡ ἀπομόνωση, νά μιλήσω μόνος μόνῳ Θεῷ, νά προσευχηθῶ ἀπερίσπαστος γιά σᾶς καί γιά ὅλον τόν κόσμο. Ἡ ἔρημος, παιδί μου, μοιάζει σάν τήν καρδιά στόν ἀνθρώπινο ὀργανισμό. ῞Οπως τό αἷμα περνάει κάθε φορά ἀπό ἐκεῖ, γιά νά φιλτραριστεῖ, νά ἀνανεωθεῖ, νά διοχετευθεῖ μέ καινούργια δύναμη στό σῶμα μας, ἔτσι συμβαίνει καί μ᾽ αὐτήν γιά ἐκεῖνον πού ξέρει νά τήν ἀξιοποιήσει. ῾Η ἔρημος μᾶς ἀνανεώνει καί μᾶς στέλνει καινούργιους πίσω στό μοναστήρι. Θά τό δεῖς κι ἐσύ ἀργότερα, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός σου θά ζητήσει μία τέτοια κίνηση καί θά τό ἐπιβεβαιώσει ὁ ἅγιος ἡγούμενος᾽.
῾Εὐλόγησον, ἀββᾶ᾽, εἶπε μέ σεμνότητα ὁ καλόγερος, ῾καί νά εὔχεσαι γιά μένα᾽.

῾Ο ἀββᾶς ῎Ιανθος χωρίς βιασύνη καί μέ μυστική χαρά στήν καρδιά του πῆρε τά χρειαζούμενα γι᾽ αὐτό πού ἔκανε χρόνια τώρα, τήν γιά λίγες μέρες ἀπόσυρσή του, καί μέ τό κατευώδιο τοῦ ἡγουμένου προχώρησε στόν Κουτιλᾶ, τήν ἔρημο πού στίς σπηλιές της δεχόταν τούς ἀναχωρητές, οἱ ὁποῖοι μέ βαθύ ἔρωτα πρός τόν Θεό ἀνέπεμπαν τούς ἀλαλήτους στεναγμούς τῆς καρδιᾶς τους πρός Αὐτόν καί τόν ἀδαμιαῖο θρῆνο τους ὄχι μόνο γιά τίς δικές τους ἁμαρτίες, ἀλλά πολύ περισσότερο γιά τίς ἁμαρτίες τοῦ σύμπαντος κόσμου. Αὐτό πού ζοῦσε κι ὁ ἀββᾶς ῎Ιανθος τίς ἡμέρες καί τίς νύκτες ἐκεῖνες δέν μποροῦσε νά περιγραφεῖ μέ λόγια. Οἱ ἐπισκέψεις τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ ἦταν μερικές φορές τόσο δυνατές, ὥστε ἐκεῖνες τίς ὧρες νόμιζε πώς ἡ καρδιά του δέν θά ἀντέξει καί θά σπάσει. Τό σύνηθες ὅμως ἦταν νά στέκει γονατιστός ἤ κι ἐντελῶς μπρούμυτα καί μέ δάκρυα στά μάτια νά παρακαλεῖ διαρκῶς τόν Κύριο νά τόν ἐλεήσει. ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με᾽, ῾῾Υπεραγία Θεοτόκε, σῶσον με᾽ ἐπαναλάμβανε ἀδιάκοπα μέσα στήν καρδιά.

῎Εφτασε κι ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς διαμονῆς του. ῾Η προσευχή του παρατάθηκε ὅλη τήν νύκτα, μέχρις ὅτου ὁ ἥλιος φώτισε μέ τίς ἀκτίνες του τήν ἅγια κατοικία του. ῾Ο Κουτιλᾶς ἔπρεπε γιά μία ἀκόμη φορά - ἤ ἴσως καί τελευταία; σκέφτηκε – νά ἀφεθεῖ πίσω του. ῎Ηδη ἄρχισε πρίν τήν ἀναχώρηση νά τήν νοσταλγεῖ.

῾Μά, τί ᾽ναι αὐτές οἱ φωνές καί ἡ φασαρία;᾽ ἀναρωτήθηκε ξαφνικά, τεντώνοντας τό αὐτί του νά καταλάβει τί γίνεται. ᾽Ανασηκώθηκε καί βγῆκε ἀπό τήν σπηλιά. ῾Στήν ἔρημο τέτοιες φωνές καί τρανταχτά γέλια;᾽ Δέν ἄργησε νά καταλάβει. Μιά ὁμάδα Σαρακηνῶν ληστῶν, καμιά δεκαριά στόν ἀριθμό, ἀνέβαινε τό βουνό χαχανίζοντας μέ ἀπόλυτη αἴσθηση τῆς κυριαρχίας τοῦ χώρου. Δέν πολυκαταλάβαινε τί ἔλεγαν, ἀλλά φαινόταν ὅτι τά λόγια τους ἦταν λόγια προκλητικά, γιατί τούς ἔκαναν νά τραντάζονται ἀπό τά γέλια.

Μιά στιγμή ὁ ἕνας τους σταμάτησε ἀπότομα. ῎Αρχισε νά δείχνει ἀγριεμένος μέ τό δάχτυλό του στούς ἄλλους τόν ἀββᾶ πού στεκόταν σέ μικρή σχετικά ἀπόσταση ἀπό αὐτούς στό ἄνοιγμα τῆς σπηλιᾶς. Κάτι εἶπε στούς ἄλλους πού ἀκούστηκε σάν βρισιά κι ἄρχισε νά προχωρεῖ γρήγορα καί ἀπειλητικά πρός τό μέρος του. Ἡ διάθεσή του δέν ἄργησε νά φανεῖ. ᾽Ερχόμενος πρός τόν Γέροντα γύμνωσε τό ξίφος του μέ σκοπό νά τόν σκοτώσει. Λίγα μέτρα καί ὁ ἀββᾶς θά ἦταν ἕνα παρελθόν γιά τόν κόσμο τοῦτο.

῾Ο ἀββᾶς μεταρσιωμένος ἀπό τήν ὁλονύκτια προσευχή δέν ἔδειξε νά ταράζεται ἰδιαίτερα. ῎Αλλωστε πολύ συχνά παρακαλοῦσε τόν Κύριο νά τόν πάρει ἀπό τήν ζωή αὐτή, γιά νά βρεθεῖ μιά ὥρα ἀρχύτερα  κοντά Του. Κι ἄν δέν ἦταν ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του νά τόν συγκρατεῖ, γιατί ἔνιωθε ὅτι δέν εἶχε βάλει κἄν ἀρχή μετανοίας, θά θεωροῦσε τήν ἔξοδό του ὡς τήν μεγαλύτερη εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

῾Ο Γέροντας ῎Ιανθος βλέποντας μέ συμπόνια τήν κατάντια τοῦ πλάσματος τοῦ Θεοῦ πού ἐρχόταν σάν χάρος νά τοῦ ἀφαιρέσει τήν ζωή, ὕψωσε τό βλέμμα του στόν οὐρανό. ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, γενηθήτω τό θέλημά Σου᾽ εἶπε καί προσπάθησε νά ἀντιμετωπίσει μία φυσική δειλία πού εἶδε νά ἀνεβαίνει στήν καρδιά του.

῾Κύριε, ἐλέησον!᾽ ἀναφώνησε ὅμως ὄχι μέ δειλία ἀλλά μέ τρόμο αὐτήν τήν φορά. Αὐτό πού συνέβη ξεπερνοῦσε κάθε ὅριο φαντασίας του. Τόν ἔκανε νά παγώσει καί νά μήν μπορεῖ οὔτε νά προσευχηθεῖ, ἀλλ᾽ οὔτε καί νά κουνήσει ἀπό τήν θέση του. Τό ἴδιο κι ἀκόμη περισσότερο συνέβη καί μέ τούς ἄλλους Σαρακηνούς. ῾Ο ἴδιος μέ τοῦ Γέροντα τρόμος ζωγραφίστηκε ἀνάγλυφα στά πρόσωπά τους. Κανένας φακός δέν θά μποροῦσε νά ἀποτυπώσει τό τί διαδραματίστηκε στήν στιγμή.

Τήν ὥρα πού μέ λίγες δρασκελιές ἀκόμη ὁ δαιμονοκίνητος Σαρακηνός θά ἔσφαζε τόν ἀββᾶ ἄνοιξε εὐθύς ἡ γῆ μπροστά του καί τόν κατάπιε. Τό μόνο πού ἀκούστηκε ἦταν ἕνα φοβερό βουητό τῆς σχισμένης γῆς καί ἡ ἀπελπισμένη καί τρομοκρατημένη κραυγή τοῦ Σαρακηνοῦ. Ἡ ἴδια ἡ γῆ κατάπιε τόν δαίμονα. Μετά τίποτε.

Γιά ἀρκετή ὥρα δέν κουνιόταν κανείς. Ὁ Γέροντας μέ σταυρωμένα τά χέρια παρακολουθοῦσε καί προσευχόταν. Οἱ Σαρακηνοί σάν νά ᾽χαν πετρώσει στήν θέση τους. Ξαφνικά, σάν νά ἦταν ὅλοι συνεννοημένοι χωρίς καμμία ἄχνα ἔκαναν μεταβολή καί ἐξαφανίστηκαν τρέχοντας.

Ὁ ἀββᾶς γονάτισε καί μέ δάκρυα ἄρχισε νά δοξολογεῖ τόν Κύριο γιά τήν σωτηρία του. Ὁ Κύριος τοῦ εἶχε παρουσιαστεῖ ὄχι μόνο μέ τήν γλυκύτητα τῆς χάρης Του τίς ὧρες τῆς προσευχῆς, ἀλλά μέ τρόπο τώρα ἐντελῶς φυσικό καί ὁρατό. Τά πόδια του σάν νά πῆραν φτερά καί κατάπιαν γρήγορα τήν ἀπόσταση μέχρι τό μοναστήρι. Τό ῾δόξα Σοι ὁ Θεός᾽ ἔγινε ἔκτοτε ἡ διαρκής ἐπωδός τῆς ζωῆς τοῦ ἴδιου ἀλλά  καί ὅλου τοῦ μοναστηριοῦ. Στό πρόσωπο τοῦ ῎Ιανθου οἱ καλόγεροι εἶδαν τήν ζωντανή παρουσία τοῦ Θεοῦ τους. ῾Ζῇ Κύριος ὁ Θεός᾽ ἔλεγαν καί ξανάλεγαν χωρίς σταματημό.

(Πηγή: ῾Λειμωνάριον᾽ ᾽Ιωάννου Μόσχου, κεφ. 99)





ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)



῾᾽Αγνοοῦντες γάρ τήν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην, καί τήν ἰδίαν δικαιοσύνην ζητοῦντες στῆσαι, τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑπετάγησαν᾽ (Ρωμ. 10, 3)

α. Θαυμάζει κανείς γιά μία ἀκόμη φορά στό συγκεκριμένο ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τῆς Κυριακῆς Ε´ Ματθαίου τήν τεράστια ἀφενός ἀγάπη τοῦ ἀποστόλου Παύλου γιά τούς συμπατριῶτες του ᾽Ιουδαίους πού ἐκφραζόταν ὡς σφοδρή ἐπιθυμία καί εὐαρέσκεια τῆς καρδιᾶς του καί δέηση πρός τόν Θεό γιά νά βροῦν τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία - ἀλλοῦ εἶχε πεῖ ὅτι θά προτιμοῦσε νά χωριστεῖ αὐτός ἀπό τόν Χριστό προκειμένου αὐτοί νά εἶναι μαζί Του - ἀλλά καί τήν βαθειά καί ἀπόλυτη πεποίθησή του ἀφετέρου ὅτι ἀκριβῶς ὁ μόνος τρόπος δικαίωσης τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀποδοχή ᾽Εκείνου: ἡ στόματι καί καρδίᾳ ὁμολογία τῆς πίστης στόν Χριστό πού φέρνει τήν σωτηρία. Ἡ ἐξήγηση μάλιστα πού δίνει γιά τήν ἄρνηση τῶν ᾽Ιουδαίων νά δεχθοῦν τόν Κύριο ὡς Σωτήρα τους εἶναι πράγματι ἀποκαλυπτική: Δέν φρόντισαν νά γνωρίσουν τήν δικαίωση πού δίνει ὁ Θεός ἀπό ἀγαθότητα καί ζητοῦν νά στήσουν τήν δική τους ἀντίληψη σχετικά μέ τήν δικαίωση. Γι᾽ αὐτό καί δέν ὑπέταξαν τόν ἑαυτό τους στήν δικαίωση τοῦ Θεοῦ.

β. 1. Τό ζητούμενο γιά τόν ἀπόστολο Παῦλο προκειμένου ὁ ἄνθρωπος νά βρεῖ τήν σωτηρία του: τήν καλή σχέση του μέ τόν Θεό, εἶναι ἡ ἀποδοχή ἀπό αὐτόν τῆς δικαίωσης πού ἔφερε ὁ Χριστός, δηλαδή ἡ ὑποταγή του στήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Κι εἶναι εὐνόητο ὅτι δέν ἐννοεῖ μία ὑποταγή ἐξωτερικοῦ τύπου, σάν αὐτήν πού συναντᾶ κανείς μέσα στά ἀνθρώπινα πλαίσια: ἕναν καταναγκασμό λόγω φόβου ἤ ἀπειλῆς γιά τήν ζωή, ἀλλά ἐκείνην πού συνιστᾶ ὑπακοή σ᾽ Αὐτόν πού εἶναι ὁ Δημιουργός τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Προνοητής κι ὁ Διακυβερνητής καί ὁ Κριτής του, ὁ ῾Οποῖος μάλιστα ῾ἔκλινεν οὐρανούς καί κατέβη᾽ ἀπό ἄπειρη ἀγάπη πρός αὐτόν καί σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε γιά χάρη του. Μιλᾶμε λοιπόν γιά μία ὑπακοή πού κατανοεῖται ὡς ἡ ἀπάντηση τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν προσφερθεῖσα ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σ᾽ αὐτόν, κατά τό ῾ἡμεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς᾽ πού σημειώνει ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης, ἤ μέ τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου ῾ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε᾽. ῾Υποτάσσεται λοιπόν κανείς στήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, στόν ἴδιο τόν Χριστό δηλαδή καί τό ἅγιο θέλημά Του, γιατί ἀγαπᾶ τόν Χριστό, πού θά πεῖ ἔτσι ὅτι κινεῖται μέσα σέ πλαίσια ἀπόλυτης ἐλευθερίας, μέ ἀποτέλεσμα βεβαίως ἡ ὑπακοή αὐτή νά καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, κυριολεκτικά χάριτι καί αὐτόν Θεό, συνεπῶς εὑρισκόμενο μέσα στά πλαίσια τοῦ ῾καθ᾽ ὁμοίωσιν ᾽Εκείνου᾽ προορισμοῦ του. ῾Υπακούω στόν Θεό σημαίνει ἀγαπῶ τόν Χριστό, ζῶ μέσα στήν ἐλευθερία πού μοῦ δίνει, συντονίζομαι μέ τήν ἁγία ζωή Του, καθίσταμαι ὀργανικό κομμάτι τοῦ ζωντανοῦ σώματός Του, τῆς ᾽Εκκλησίας.

2. Τήν χαρισματική αὐτήν κατάσταση δέν θέλησαν νά ἀποδεχτοῦν καί νά ζήσουν οἱ ᾽Ιουδαῖοι, λέει ὁ ἀπόστολος, κι αὐτό συνιστοῦσε καί τήν τραγωδία τῆς ζωῆς τοῦ ἴδιου. Γιατί εἶχαν ζῆλο Θεοῦ οἱ συμπατριῶτες του, ὅπως σημειώνει, ῾ἀλλ᾽ οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν᾽, ὄχι δηλαδή μέ σωστή γνώση γι᾽ Αὐτόν καί γιά τά καθήκοντα πού ἀπαιτοῦνται πρός Αὐτόν. Τί ἐξήγηση προσάγει; ῏Ηταν προσκολημμένοι στόν Νόμο τοῦ Μωϋσῆ, λέει. Δέν μπόρεσαν νά δοῦν ὅτι ὁ ἐρχομός τοῦ Κυρίου σήμαινε καί τό τέλος ῾τῆς σκιᾶς τοῦ Νόμου᾽, δηλαδή τό τέλος τῆς παιδαγωγίας πού ὁδηγοῦσε στόν Χριστό, συνεπῶς καί τόν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας πού ἔφερνε. Κι αὐτό περαιτέρω σήμαινε, ὅπως γράφει ἀλλοῦ, ὅτι δέν κατανοοῦσαν καί τόν ἴδιο τόν Νόμο ἀλλά καί τούς Προφῆτες σωστά. Γιατί κατά τήν ὡραία εἰκόνα πού δίνει, ὅπως οἱ παλαιοί ᾽Ισραηλίτες δέν μποροῦσαν νά δοῦν τό πρόσωπο τοῦ Μωϋσῆ ὅταν κατέβηκε ἀπό τό ὄρος Σινᾶ, λόγω τῆς λάμψης τοῦ προσώπου του ἀπό τήν θεοπτία πού τοῦ δόθηκε, κατά τόν ἴδιο τρόπο κι οἱ ᾽Ιουδαῖοι τῆς ἐποχῆς του: εἶχαν κάλυμμα στόν νοῦ τους γιά νά μήν μποροῦν νά δοῦν τό φῶς ἀπό τό ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ καί τήν διδασκαλία Του. ῾Τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, ἀλλά ὁ κόσμος αὐτό οὐκ ἔγνω᾽, μέ τήν παρεμφερή διατύπωση αὐτήν τήν φορά τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη τοῦ εὐαγγελιστῆ. Καί δέν κατάλαβαν τήν παρουσία τοῦ φωτός, γιατί σέ ἔσχατη ἀνάλυση ῾ἦν πονηρά αὐτῶν τά ἔργα᾽. Δυστυχῶς ὅ,τι ἐκτίμηση κάνει ὁ ἀπόστολος γιά τούς εἰδωλολάτρες τῶν ὁποίων ὁ νοῦς ἦταν σκοτισμένος ἀπό τίς ἁμαρτίες τους, τήν ἴδια ἐκτίμηση κάνει καί γιά ἐκείνους τούς συμπατριῶτες του πού ἀπέρριψαν τόν Χριστό.

3. Τόν σκοτισμένο νοῦ αὐτῶν τῶν ᾽Ιουδαίων λόγω προφανῶς τῆς πονηρίας τῶν ἔργων τους ἐπιβεβαιώνει ὁ ἀπόστολος μέ τήν διατύπωσή του:  τήν ἰδίαν δικαιοσύνην ζητοῦντες στῆσαι᾽ (ζητοῦν νά στήσουν τήν δική τους ἀντίληψη σχετικά μέ τήν δικαίωση). Γιά τόν ἀπόστολο δηλαδή τά πράγματα εἶναι πολύ σαφῆ:  ὅπου ὁ ἄνθρωπος, ἔστω κι ἄν θεωρεῖται πλησίον τοῦ Θεοῦ σάν τούς ᾽Ιουδαίους, ἐπιζητεῖ νά στήσει τήν δική του ἀντίληψη τῶν πραγμάτων παραθεωρώντας αὐτό πού ὁ Θεός φανερώνει, ἐκεῖ ἔχουμε ἀδυναμία συντονισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Κι αὐτό λόγω τοῦ ἐγωϊσμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἐγωϊσμός καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο κυριολεκτικά τυφλό, ὥστε νά μή βλέπει τίποτε πέρα ἀπό τόν ἑαυτό του καί τίς ἐπιλογές του. Τό ἐγωϊστικό στοιχεῖο μή λησμονοῦμε ὅτι εἶναι πλήρως κατακτητικό καί δέν ἀφήνει κανένα περιθώριο ὕπαρξης γιά ὁτιδήποτε ἄλλο, πολύ περισσότερο γιά τόν Θεό. Θεός καί ἐγωϊσμός εἶναι ἀντίθετες πραγματικότητες, διότι ἁμαρτία καί Θεός δέν μποροῦν ποτέ νά συνυπάρξουν. ῾Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν᾽. Οἱ ᾽Ιουδαῖοι λοιπόν πού δέν ἀποδέχθηκαν τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ λειτουργοῦσαν μέσα στά πλαίσια αὐτοῦ τοῦ ἐγωϊσμοῦ τους: τό δικό τους τό ἔθεσαν σέ προτεραιότητα καί προσκολλήθηκαν σέ αὐτό. Ὁ Χριστός λοιπόν καί ἡ ἀποκάλυψή Του ἔπρεπε νά διαγραφεῖ. ῾Ο Χριστός ἔγινε ὁ ὑπ᾽ ἀριθμόν ἕνα ἐχθρός τους.

4. ᾽Εκεῖνο πού χρήζει ἰδιαιτέρας μνείας στήν πρόταση τοῦ ἀποστόλου εἶναι ἡ λέξη ῾ζητοῦντες᾽. Οἱ ἀπορρίψαντες τόν Κύριο δηλαδή ᾽Ιουδαῖοι δέν κινήθηκαν ἁπλῶς ἀπό μία στιγμιαία ἀδυναμία καί ἔστησαν τό δικό τους θέλημα στήν θέση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. ῎Η δέν ἦταν ἡ ἐπιλογή τῆς δικῆς τους ἀντίληψης μία περιστασιακή ἐκτροπή γιά νά ἐπανέλθουν στήν συνέχεια στήν ἀλήθεια. Τό ῾ζητοῦντες᾽ πού λέει ὁ ἀπόστολος σημαίνει τόν σταθερό προσανατολισμό τῆς θέλησής τους σ᾽ αὐτό πού ἦταν ἀντίθετο πρός τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Τοποθετήθηκαν ἀρνητικά πρός τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ πού δικαιώνει τόν ἄνθρωπο καί ἐπέμειναν σ᾽ αὐτό. Θυμίζει ἡ περίπτωσή τους τήν πτώση τῶν πρώτων ἀνθρώπων στήν ἁμαρτία. Δέν ἦταν ἡ ἀνυπακοή στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ πού τούς ὁδήγησε στήν ἔξωση ἀπό τόν Παράδεισο καί τήν βίωση τοῦ θανάτου, ἀλλά ἡ ἐπιμονή πού ἐπέδειξαν μετά τήν κλήση τους ἀπό τόν Θεό γιά μετάνοια. ῎Αν μέ ἄλλα λόγια στό ῾᾽Αδάμ ποῦ εἶ;᾽ τοῦ Θεοῦ μετά τήν παρακοή τους, κλήση στήν οὐσία γιά μετάνοιά τους, ὁ Θεός εἰσέπραττε τήν αἴτηση συγγνώμης τοῦ ᾽Αδάμ καί τῆς Εὔας ὡς ἀναγνώριση τῆς ἁμαρτίας τους, τά πράγματα ἴσως εἶχαν ἐξελιχθεῖ διαφορετικά. ᾽Αλλά δέν ὑπῆρξε ἡ μετάνοια, ὅπως καί στούς ᾽Ιουδαίους ὑπῆρξε ἡ ἐμμονή στόν δικό τους τρόπο κατανόησης τῆς δικαίωσης. Ἡ ἀνυπακοή συνεπῶς τῶν ᾽Ιουδαίων ἀπέναντι στήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἡ ἐνσυνείδητη καί ἐπίμονη ἐπιλογή τους καί ὄχι ἡ περιστασιακή ἤ ἡ ἐπιπόλαιη ἁπλῶς κλίση τῆς βούλησής τους.

γ. Ὅ,τι διαπιστώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς ᾽Ιουδαίους δυστυχῶς διαπιστώνεται διαχρονικά σέ πολλούς συνανθρώπους μας, δυστυχῶς ἀκόμη καί χριστιανούς. Τό βασικό πρόβλημά μας δηλαδή ἔναντι τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἐγωϊσμός μας, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁδηγεῖ στήν δαιμονική αὐτοθεοποίησή μας. Τό ῾ἔτσι μ᾽ ἀρέσει᾽, ῾αὐτό εἶναι τό γοῦστο μου᾽, εἶναι ὄχι λίγες φορές αὐτά πού ἀκοῦμε ἀπό τούς χριστιανούς μας, μέσα στούς ὁποίους βεβαίως ὑπάρχει καί ὁ ἑαυτός μας. ᾽Αλλά ἡ ἐπιλογή αὐτή σημαίνει τήν ἀνυπακοή καί τήν ἐναντίωσή μας στόν Θεό, συνεπῶς καί αὐτό πού φέρει ὡς ἀποτέλεσμα: τήν κόλαση ἤδη ἀπό τήν ζωή αὐτή. Τό ᾽χουμε ξαναπεῖ καί μακάρι νά τό πιστέψουμε καί νά τό ἐφαρμόζουμε: ἡ λύτρωσή μας, ὁ Παράδεισός μας, ἀπό τώρα, εἶναι τό ῾γενηθήτω τό θέλημά σου, Κύριε᾽. Κάποτε πρέπει νά ἀποδεχτοῦμε ὅτι ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι καλύτερη καί ὑπέρτερη ἀπό τήν δική μας.