Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ (6)



Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ᾽.

Αἴτημα τοῦ πιστοῦ εἶναι ἡ ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν. Κύριες ἀρετές εἶναι ἡ σωφροσύνη, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ ὑπομονή καί ἡ ἀγάπη.

Πρίν προβοῦμε σέ σύντομο σχολιασμό τῶν ἐννοιῶν καί τῆς παραπάνω πρότασης, εἶναι καλό νά ἐπισημάνουμε δύο σημεῖα. Τό πρῶτο: ἡ ἐκκλησιαστική πατερική παράδοση, ὅπως φαίνεται ἐδῶ στήν εὐχή τοῦ ὁσίου ᾽Εφραίμ, ὅταν καταδικάζει ἀρνητικές καταστάσεις, τό κάνει μέ τήν προοπτική πάντοτε τῆς θετικῆς ἀναφορᾶς. ᾽Επικαλούμενος δηλαδή ὁ ὅσιος τήν χάρη τῆς ἀποφυγῆς τῶν παθῶν, ταυτοχρόνως ἀναζητεῖ καί τήν δωρεά τῶν ἀρετῶν. Αὐτό συμβαίνει γιατί ποτέ ἡ χριστιανική πίστη δέν τονίζει τήν ἄρνηση παρά στόν βαθμό πού ὑπάρχει καί τό θετικό στοιχεῖο, μᾶλλον ἡ ἄρνηση δικαιολογεῖται, ἐπειδή ὑπάρχει ἡ θέση. Αὐτό ἀκριβῶς βλέπουμε γενικά καί στόν λόγο τοῦ Θεοῦ πού φανέρωσε ὁ Θεός τόσο στήν Παλαιά ὅσο καί στήν Καινή Διαθήκη. ῾Ο ἄνθρωπος καλεῖται νά ὑπακούσει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ πού τοῦ λέει πρωτίστως τί νά κάνει καί κατά δεύτερο λόγο τί νά μή κάνει. Καλύτερα: τό τί δέν πρέπει νά κάνει ὁ ἄνθρωπος εἶναι συνέπεια τῆς γνώσεως τοῦ τί πρέπει νά κάνει. Παράδειγμα: ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ γιά ἀκατακρισία κατανοεῖται μόνον ἄν ληφθῆ ὑπόψη ἡ ἐντολή τῆς ἀγάπης. ῎Ετσι ἡ πνευματική πορεία τοῦ χριστιανοῦ εἶναι πορεία αὐξήσεως καί ἐπεκτάσεως σ᾽ αὐτό πού εἶναι ὁ Θεός. Δέν εἶναι πορεία στερήσεως καί ἀρνήσεως.

Τό δεύτερο σημεῖο: οἱ ἀρετές στήν χριστιανική πίστη δέν νοοῦνται κατά τά ἀρχαιοελληνικά δεδομένα. Οἱ ἀρχαῖοι ῞Ελληνες τίς ἀρετές τίς θεωροῦσαν ὡς προσωπικό καί ἀτομικό ἐπίτευγμα τοῦ ἀνθρώπου, κάτι σάν κατόρθωμα. Χαρακτηριστικό λοιπόν τῆς ἀρετῆς ἦταν ἡ καύχηση: οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου ἦταν τό ποιητικό αἴτιο. Στήν ᾽Ορθοδοξία οἱ ἀρετές νοοῦνται ὡς καρπός τοῦ ἁγίου Πνεύματος στόν ἄνθρωπο. ῾῾Ο δέ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια᾽ (Γαλ. 5, 22). Δέν εἶναι δηλαδή οἱ ἀνθρώπινες δυνάμεις  πού κατακτοῦν τήν ἀρετή, ἀλλά τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πού γεμίζοντας τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου τόν κάνει νά ἐκφράζεται μέ τίς ἀρετές. ῎Ετσι βάση κάθε ἀρετῆς στόν χριστιανισμό ἔχουμε τήν ταπείνωση: ὁ ἄνθρωπος ἀπό μόνος του δέν μπορεῖ τίποτε οὐσιαστικά καλό νά διαπράξει.

᾽Ερχόμαστε τώρα στόν ἐπιμέρους σχολιασμό.

῾Η σωφροσύνη

Τό πρῶτο χάρισμα πού ζητᾶ ὁ πιστός ἀπό τόν Θεό εἶναι ἡ ἀρετή τῆς σωφροσύνης, δηλαδή νά βρίσκεται σέ μία ἰσορροπημένη κατάσταση, ὅπως δηλώνει ἡ ἴδια ἡ λέξη: νά ἔχει σώας τάς φρένας. ῾Η σωφροσύνη κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο ἀποτελεῖ δεῖγμα θεοσεβείας. ᾽Αναφερόμενος συγκεκριμένα (Α´ Τιμ. 2, 9-10) σέ γυναῖκες πού θέλουν νά ζήσουν μέ σεβασμό στόν Θεό θεωρεῖ ὡς ἀπαραίτητο στοιχεῖο γι᾽ αὐτές μεταξύ τῶν ἄλλων τήν σωφροσύνη. ῾Η σωφροσύνη δηλαδή προϋποθέτει κατά κύριο λόγο τήν πίστη στόν Θεό. ῎Αλλωστε ἡ ἀπιστία καί ἡ ἀθεΐα, κατά τήν Γραφή, θεωροῦνται ὡς καρπός ἀφροσύνης. ῾Εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ οὐκ ἔστι Θεός᾽.

῾Η σωφροσύνη ἔπειτα σχετίζεται μέ τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό ὅτι στήν παραβολή τοῦ ἄφρονος, δηλαδή τοῦ ἀνόητου, πλουσίου ἐκεῖνο πού διέπει τόν πλούσιο εἶναι ἀκριβῶς ἡ καύχησή του γιά τά πλούτη του καί ἡ ἐγωϊστική κατοχή τῶν ἀγαθῶν του (Πρβ. Λουκ. 12, 16ἑξ.). ῎Ετσι ἡ σωφροσύνη εἶναι ἐκείνη ἡ ἀρετή πού φανερώνει τήν ὀρθή σχέση τοῦ ἀνθρώπου καί ἔναντι τοῦ Θεοῦ (πίστη) καί ἔναντι τοῦ συνανθρώπου του (ἀγάπη), ἀλλά καί ἔναντι τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του (ταπείνωση). Γι᾽ αὐτό καί κύριο γνώρισμά της ἔχει τήν κοσμιότητα σέ ὅλα. ῾Σωφροσύνης ἴδιον – κατά Κλήμεντα ᾽Αλεξανδρέα – κοσμίαν ἑαυτῷ διά πάντων ἄγειν᾽.

῾Η πατερική παράδοση μέ διεισδυτική ματιά μᾶς ὁδηγεῖ σέ μεγαλύτερο ἑρμηνευτικό βάθος. Βλέπει τήν σωφροσύνη νά σχετίζεται ἰδιαιτέρως μέ τό παθητικό λεγόμενο τμῆμα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, κατεξοχήν δέ μέ τό ἐπιθυμητικό. Εἶναι χαρακτηριστικά τά λόγια τοῦ ἀσκητικοῦ συγγραφέα Εὐαγρίου πού ἐκφράζουν τήν συνολική ἀσκητική γραμματεία ἐπί τοῦ προκειμένου: ῾῞Οταν ἐν τῷ ἐπιθυμητικῷ (γένηται ἡ ἀρετή, καλεῖται) σωφροσύνη καί ἀγάπη καί ἐγκράτεια...σωφροσύνης δέ ἔργον, τό βλέπειν ἀπαθῶς τά πράγματα, τά κινοῦντα ἐν ἡμῖν φαντασίας ἀλόγους᾽ (῞Οταν ἡ ἀρετή ὑπάρχει στόν χῶρο τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ ἀνθρώπου ὀνομάζεται σωφροσύνη καί ἀγάπη καί ἐγκράτεια...῎Εργο δέ τῆς σωφροσύνης εἶναι νά βλέπει μέ ἀπάθεια τά πράγματα πού κινοῦν μέσα μας παράλογες φαντασίες).
Προϋπόθεση τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς εἶναι ἡ γνωστή ἤδη ἀπό τήν πλατωνική φιλοσοφία (ἀλλά μέ χριστιανική ἑρμηνεία ἀπό τούς Πατέρες) ἀποδοχή τῆς διακρίσεως τῆς ψυχῆς σέ τρεῖς δυνάμεις: τό λογιστικό (ὁ χῶρος τῶν λογισμῶν), τό ἐπιθυμητικό (ὁ χῶρος τῶν ἐπιθυμιῶν) καί τό θυμοειδές (ὁ χῶρος τῶν συναισθημάτων). Τό ἐπιθυμητικό καί τό θυμοειδές συνιστοῦν τό παθητικό τῆς ψυχῆς (ἐκεῖ λειτουργοῦν καί ἐνεργοῦν τά πάθη), ἀπό τήν καλή ἤ ὄχι κατάσταση τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται καί τό λογιστικό. ῾Η καλή κατάσταση τοῦ παθητικοῦ εἶναι ἡ ἀπάθεια, κατανοούμενη ὡς ὑπέρβαση τῶν παθῶν καί ὄχι βεβαίως καταστροφή αὐτῶν, πού σημαίνει ὅτι τότε κανείς μπορεῖ νά ἔχει θεωρία τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνηκόντων σέ Αὐτόν, ὅταν ἔχει καθαρθεῖ ὡς πρός τά πάθη του. ῎Ετσι δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά προοδεύσει πνευματικά, δηλαδή νά δεῖ καί νά γνωρίσει τόν Θεό, χωρίς τήν ἀρετή τῆς σωφροσύνης. Αὐτῆς ἔργο εἶναι ῾τό βλέπειν ἀπαθῶς τά πράγματα᾽ καί ἄρα ἡ ἀποφυγή καί τῆς ἀλόγους φαντασίας. Κατά συνέπεια σώφρων εἶναι αὐτός πού κυριαρχεῖ ἐπί τῶν ἐπιθυμιῶν του, ὁ ἐγκρατής, ὁ ἐλεύθερος τῶν κακῶν παθῶν. Μέ ἄλλα λόγια ἡ σωφροσύνη κάνει τόν ἄνθρωπο κύριο καί αὐτοκράτορα. ῾῾Η σωφροσύνη, κατά τήν γνῶσιν τελειουμένη... κύριον καί αὐτοκράτορα τόν ἄνδρα κατασκευάζει᾽ (Κλήμης ᾽Αλεξανδρεύς).

῾Υπό τούς ὅρους αὐτούς ἡ σωφροσύνη δέν πορεῖ νά νοηθεῖ ἀνεξάρτητα ἀπό τήν νηστεία. Κατά τήν ᾽Εκκλησία μας μάλιστα ἡ νηστεία θεωρεῖται ὡς μητέρα τῆς σωφροσύνης. ῾᾽Ελήλυθεν ἡ νηστεία, ἡ μήτηρ τῆς σωφροσύνης᾽ (Τροπάριο Α´ Νηστειῶν). Κι αὐτό γιατί ἡ νηστεία ὡς ἐγκράτεια τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ἀλλά καί τῶν ἁμαρτημάτων ἀποτελεῖ τήν κατεξοχήν ἀπόδειξη τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά δεσμά τῆς ῾γεώδους ὀρέξεώς᾽ του, στά ὁποῖα τόν ἔριξε ἡ ἀπομάκρυνσή του ἀπό τόν Θεό ἤδη ἀπό τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου