Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΟΣΜΑΣ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΗΡ ΑΥΤΩΝ ΘΕΟΔΟΤΗ (1 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)



«Οι άγιοι αυτοί κατάγονταν από την ασιατική γη, με πατέρα ειδωλολάτρη και μάνα Χριστιανή, η οποία λεγόταν Θεοδότη. Όταν έμεινε χήρα, βρήκε την ευκαιρία να εκπαιδεύσει τα παιδιά της με κάθε αρετή. Τα παιδιά της, αφού απέκτησαν πείρα από κάθε επιστήμη, τις έκαναν πέρα όλες, για να ακολουθήσουν την ιατρεία των ψυχών και των σωμάτων, θεραπεύοντας κάθε νόσο και κάθε ασθένεια και φροντίζοντας όχι μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τα ζώα. Ονομάστηκαν Ανάργυροι, διότι δεν ανέχονταν να λάβουν τίποτε και από κανένα, παρέχοντας πάντοτε την ιατρεία δωρεάν και αμισθί. Αφού πέρασαν λοιπόν με τον τρόπο αυτό τη ζωή τους, τελειώθηκαν εν ειρήνη. Τα τίμια λείψανά τους κατατέθηκαν σε τόπο που ονομαζόταν Φερεμάν».

Μολονότι οι σήμερα εορταζόμενοι άγιοι Ανάργυροι, Κοσμάς και Δαμιανός, είναι άλλοι από τους ομώνυμούς τους επίσης Αναργύρους που εορτάζονται την 1η Ιουλίου, η ακολουθία τους είναι ακριβώς η ίδια με εκείνων. Τονίζει δε  το κατεξοχήν στοιχείο της αγιότητας και των δύο ζευγών, το ανάργυρο της δράσεως και βιωτής τους, την παροχή δηλαδή των υπηρεσιών τους, όπως σημειώνει και το συναξάρι τους, δωρεάν και αμισθί. Αυτό σημαίνει ότι οι άγιοι υπήρξαν παντελώς αφιλάργυροι – «της φιλαργυρίας την νόσον αποτεμόντες», σημειώνει ο υμνογράφος – δείγμα της ανυψώσεως της διάνοιάς τους υπέρ τα υλικά πράγματα – «υπέρτερον τον νουν των ενύλων δεικνύντες». Πότε όμως μπορεί κανείς και απεμπλέκεται από τα υλικά αγαθά; Μόνον όταν «εμπλέκεται» με κάτι ανώτερο και υψηλότερο. Κι αυτό δεν είναι άλλο από την αγάπη προς τον Θεό και Χριστό. Μόνον όποιος έχει ζωντανή σχέση με Εκείνον, μόνον όποιος Τον έχει ενεργούντα στην καρδιά του, μπορεί πράγματι να δει με καθαρό, δηλαδή γεμάτο αγάπη, μάτι τους συνανθρώπους του και τον κόσμο όλο. Κι αυτό ακριβώς συνέβη με τους αγίους Αναργύρους:  αγάπησαν τον Χριστό και γι’  αυτό αγάπησαν και τον κάθε συνάνθρωπό τους, και το κάθε πλάσμα του Θεού. «Πάντοτε έχοντες Χριστόν ενεργούντα εν υμίν, άγιοι Ανάργυροι, θαυματουργείτε εν κόσμω, ασθενούντας θεραπεύοντες».

Όλοι ζητάνε μία παρόμοια στάση και από τους σημερινούς ιατρούς: να μην είναι φιλάργυροι∙ να μη ζητάνε υπέρογκα ποσά για την ιατρική τους βοήθεια∙ να μη ζητάνε «φακελάκι». Λογικό και νόμιμο αίτημα. Το υπέρογκο ποσό και το «φακελάκι» φανερώνουν ακριβώς «την νόσον της φιλαργυρίας», συνεπώς μία παθολογική κατάσταση που ακυρώνει τον κοινωνικό ρόλο της ιατρικής επιστήμης. Άλλο όμως η καταδίκη του κακού αυτού φαινομένου – όπου βεβαίως παρουσιάζεται: έχουμε ιατρούς οι οποίοι αρνούνται και τα «νόμιμα» πολλές φορές – και άλλο η άρνηση της αμοιβής τους για την παροχή των υπηρεσιών τους. Κι είναι ορισμένοι που ξεπερνούν τη λογική επ’  αυτού, θεωρώντας ότι όλοι οι ιατροί είναι σαν τους αγίους Αναργύρους. Αλλά εκείνοι δρούσαν και συμπεριφέρονταν μέσα στα πλαίσια της χάρης του Θεού: «ου τέχνη ανθρωπίνη, εν θεία δε χάριτι αποκαθαίρετε νόσους των ανθρώπων».  Η ενοίκηση σ’ αυτούς της αγίας Τριάδος, ο ενεργών, όπως είπαμε, στην καρδιά τους Χριστός, ήταν εκείνο που τους έδινε τη δύναμη της υπέρβασης από οποιαδήποτε υλική δέσμευση. Χωρίς να αρνούμαστε και την ύπαρξη παρόμοιων χαρισματικών και σήμερα φαινομένων – η χάρη του Θεού συνεχίζει να δρα παντού – πρέπει να έχουμε τον νου να καταλαβαίνουμε ότι και οι ιατροί είναι εργαζόμενοι, οι οποίοι περιμένουν να ζήσουν από την άσκηση της εργασίας τους. Και μάλιστα αξιοπρεπώς.  

Η Εκκλησία μας όμως σήμερα, με την εορτή των αγίων Αναργύρων,  μας προσανατολίζει και πέραν της ιατρικής ανθρώπινης επιστήμης. Ενώ τονίζει, και μάλιστα με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, την καταφυγή στους ιατρούς, όταν παρουσιάζεται στη ζωή μας πρόβλημα υγείας – είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε το ανθρώπινο πρωτίστως – μας ανοίγει παράλληλα και την αληθινά παρήγορη προοπτική της καταφυγής μας και στους «άλλους» μεγάλους ιατρούς, τους ίδιους τους αγίους μας, στην πραγματικότητα την καταφυγή μας σε Εκείνον που αρέσκεται να δρα μέσω των αγίων Του.  Οι άγιοί μας, κατεξοχήν οι άγιοι Ανάργυροι, Κοσμάς και Δαμιανός, χαριτώθηκαν από τον Θεό με το χάρισμα της ιατρείας των παθών των ψυχών και των σωμάτων. Και όσοι προσέρχονται στο ιατρείο τους, λαμβάνουν την ίαση, χωρίς να δώσουν απολύτως τίποτε. Διότι η χάρη είναι ακριβώς δωρεά. «Αχρύσως τας ιάσεις τοις νοσούσι παρέχετε». Και το ακόμη πιο παρήγορο: η χάρη της δωρεάς της ίασης από αυτούς δεν εξαντλείται ποτέ. Είναι οι άγιοι σαν μία πηγή ανεξάντλητη, από την οποία όσο κανείς αντλεί, τόσο και βγάζει και περισσότερα νάματα, όσο παίρνει, τόσο και περισσεύει. «Το ιατρείον υμών πηγή υπάρχει ανεξάντλητος∙ αντλουμένη δε μάλλον υπερεκβλύζει, και χεομένη περισσεύεται». Σ’  αυτούς τους ιατρούς μπορούμε να καταφεύγουμε πάντοτε, οποιαδήποτε ώρα και στιγμή, γιατί ξέρουμε ότι εκτός από τη δύναμη που έχουν, έχουν και την αγάπη τους προς εμάς. Είναι κρίμα να είναι δίπλα μας η πηγή και εμείς να μένουμε διψασμένοι.


Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΖΗΝΟΒΙΟΣ ΚΑΙ Η ΑΔΕΛΦΗ ΑΥΤΟΥ ΖΗΝΟΒΙΑ



«Οι άγιοι ζούσαν επί της βασιλείας του Διοκλητιανού και ήταν τέκνα ευσεβών γονέων. Και ο μεν Ζηνόβιος συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του ηγεμόνα. Καθώς λοιπόν ανακρινόταν, παρουσιάστηκε από μόνη της και η αδελφή του Ζηνοβία. Κτυπώνται λοιπόν κα οι δύο και ρίχνονται σε λέβητα πίσσας. Διατηρήθηκαν όμως με τη χάρη του Χριστού αβλαβείς, οπότε και δέχονται τον διά ξίφους θάνατο».

Ο άγιος Ιωσήφ είναι ο υμνογράφος του κανόνα και των σήμερα εορταζομένων αγίων. Εκτός από αυτόν όμως και άλλοι υμνογράφοι εξαίρουν την αγιότητά τους, όπως για παράδειγμα ο Ιωάννης μοναχός, που και αυτός με την εξαίρετη ποιητική του γραφίδα προβάλλει  την ανδρεία των δύο αδελφών, του Ζηνοβίου και της Ζηνοβίας, οι οποίοι μαρτύρησαν υπερμαχώντας για την πίστη τους στην αγία Τριάδα, ενώ έλαβαν το στεφάνι του μαρτυρίου, πνίγοντας μέσα στο αίμα τους τον πονηρό διάβολο. «Ούτοι γαρ της Τριάδος γεγόνασιν υπέρμαχοι∙ και εν σταδίω ανδρείως τον αόρατον εχθρόν, εν τω σεπτώ αυτών αίματι απέπνιξαν, και τον της νίκης στέφανον ενδόξως εκομίσαντο». Η τελευταία επισήμανση είναι σπουδαιότατη. Διότι, πράγματι, δεν υπάρχει, κατά την πίστη μας, ισχυρότερο όπλο που κατακαίει τον διάβολο, από το αίμα των μαρτύρων. Όπου δορυφορούνται μάλιστα τα λείψανά τους, εκεί φυγαδεύεται η όποια δαιμονική ενέργεια. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας εγκαινιασμένος ναός, στον οποίο τελείται η αναίμακτη λατρεία, η Θεία Ευχαριστία, θεωρείται ό,τι ισχυρότερο κατά του Πονηρού. Διότι ακριβώς εκεί υπάρχει το αίμα του Κυρίου μας – το απόλυτο όπλο – και μαζί με Αυτό τα λείψανα των μαρτύρων που είναι κατατεθειμένα μέσα στην αγία Τράπεζα. Μακάρι οι πιστοί να είχαμε επίγνωση των δυνάμεων που έχουμε μαζί μας, ιδιαιτέρως όταν βρισκόμαστε μέσα στον Ναό.

Ο άγιος  Ιωσήφ στον κανόνα του επιμένει πάρα πολύ  στο γεγονός της ιερωσύνης του αγίου Ζηνοβίου, την οποία συνδέει στενότατα με το μαρτύριό του. Ο άγιος, λέει, παρίσταται ενώπιον του θρόνου του Θεού, «ως ιερεύς ευπρόσδεκτος και μάρτυς άριστος»,  ενώ το μαρτύριο του αίματός του έκανε πιο έντονο το χρώμα της ιερατικής του στολής, καθιστώντας την με τη χάρη του Θεού ιερότερη. «Μαρτυρίου εν αίματι, την στολήν σου, Ζηνόβιε, επιχρώσας ένδοξε, απετέλεσας ιερωτέραν εν χάριτι». Ο άγιος υμνογράφος  εν προκειμένω επισημαίνει μία βασική αλήθεια: τη μαρτυρική  διάσταση της ιερωσύνης – απόρροια της μετοχής στην αρχιερωσύνη του ίδιου του Κυρίου -  η οποία επιτείνεται απλώς και με το μαρτύριο του αίματος. Ιερωσύνη και μαρτύριο δηλαδή βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος, δείγμα ότι ο ιερέας του Χριστού βρίσκεται πάντοτε στον Σταυρό: η διακονία του είναι οδύνη και πάθος. Ορθά όμως βιούμενη αποκαλύπτει και την περικλειόμενη σ’ αυτήν ανάσταση. Κι είναι ευνόητο ότι τούτο πρέπει να το εννοήσουμε και ως προς την πνευματική ιερωσύνη του κάθε βαπτισμένου και χρισμένου πιστού. Μη ξεχνάμε ότι ο κάθε πιστός, έστω και ο απλός λαϊκός, είναι μέτοχος και αυτός της ιερωσύνης του Κυρίου.

Εκθέτοντας ο άγιος Ιωσήφ τα της ιερωσύνης του αγίου Ζηνοβίου, μέσα στα πλαίσια της μαρτυρικής διαστάσεώς της στον κόσμο τούτο, αναφέρεται στον τρόπο ασκήσεώς της: «ιεράτευσεν ως άγγελος», με δύναμη προσευχής τέτοια υπέρ του ποιμνίου του, ώστε να γίνεται αυτή δεκτή από τον Κύριο «ως θυμίαμα». Κι αυτή «η δέησις της ενθέου ψυχής του» συνδυαζόταν με τη διδασκαλία του, η οποία λειτουργούσε ως ποτιστική βροχή στις καρδιές των πιστών που του ενεπιστεύθη Εκείνος. Η εικόνα που χρησιμοποιεί ο άγιος ποιητής είναι πολύ ωραία: «Ομβροτόκος νεφέλη γέγονεν η γλώσσά σου ως υετίζουσα ευσεβείας όμβρους, και πιστών τας καρδίας αρδεύουσα, και προς ευκαρπίαν, τας διανοίας οδηγούσα, εναρέτων, Ζηνόβιε, πράξεων». (Η γλώσσα σου, Ζηνόβιε, έγινε σαν σύννεφο που φέρνει βροχή και που βρέχει την ευσέβεια, ποτίζοντας τις καρδιές των πιστών και οδηγώντας τις διάνοιες για να καρποφορούν τις ενάρετες πράξεις).

 Έτσι η ιερατική διακονία του ευσεβούς Ζηνοβίου οδηγούσε σε διπλό αποτέλεσμα. Πρώτον: να σώζονται όλο και περισσότεροι άνθρωποι, αυξανόμενοι στον δρόμο της αρετής∙ Δεύτερον: διαρκώς και να μειώνεται η ασέβεια από την αύξηση της ευσεβείας, δηλαδή της αληθινής πίστεως. «Εστένωσας την ασέβειαν, Μάρτυς, πλατυσμώ της αληθούς ευσεβείας…και έσωσας τους χαλεπώς θαλαττεύοντας πλάνης τοις ύδασιν». (Λιγόστεψες την ασέβεια, Μάρτυς, με την αύξηση της αληθινής ευσέβειας…και έσωσες αυτούς που θαλασσοδέρνονταν από τα κύματα της πλάνης). Είναι ευνόητο πόσο σημαντική είναι αυτή η αλήθεια και για εμάς σήμερα: η μείωση της ασεβείας, ως αίρεσης και ως εγωιστικού τρόπου ζωής έρχεται στον βαθμό που εμείς αυξάνουμε την ευσέβειά μας. Αν σήμερα υπάρχουν τόσες αιρέσεις και τόσες αποκλίσεις από τον ορθό τρόπο ζωής, σε ένα μεγάλο ποσοστό οφείλεται και στο δικό μας έλλειμμα ευσεβείας.

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Η ΡΩΜΑΙΑ (29 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ)



«Η αγία Αναστασία έζησε όταν βασιλείς ήταν οι διώκτες της χριστιανικής πίστης  Δέκιος και  Ουαλλεριανός και ηγεμόνας ο Πρόβος. Ήταν Ρωμαία στην καταγωγή, νέα στην ηλικία και ζούσε σε κάποιο Μοναστήρι. Την συνέλαβαν για την πίστη της κι επειδή ομολόγησε την πίστη αυτή με παρρησία, την κτύπησαν στο πρόσωπο. Στη συνέχεια, την άπλωσαν πάνω σε πυρακτωμένους άνθρακες και τη μαστίγωσαν με ράβδους. Την κρέμασαν έπειτα πάνω σε ξύλο, την πίεσαν σε μέγκενη και την τρύπησαν με σιδερένιες ακίδες. Κρεμασμένη την έξυσαν σε όλο το σώμα, της έκοψαν τους μαστούς και της εκρίζωσαν τα νύχια. Της ακρωτηρίασαν τα χέρια και τα πόδια, της αφαίρεσαν τη γλώσσα και της εκρίζωσαν τα δόντια. Στο τέλος, της έκοψαν και το κεφάλι».

Προξενεί κατάπληξη το μαρτύριο της αγίας Αναστασίας. Δεν υπέστη απλώς κάποια βασανιστήρια χάριν της πίστεώς της στον Χριστό, αλλά το κάθε μέλος του σώματός της δέχτηκε πολλαπλά τραύματα, μέχρι σημείου σχεδόν εξαφανισμού της. Η περιγραφή του μαρτυρίου της φέρνει στη μνήμη το τροπάριο από τη Μ. Παρασκευή για τον ίδιο τον Κύριο: «έκαστον μέλος της αγίας σου σαρκός ατιμίαν δι’ ημάς υπέμεινε». Γι’  αυτό και ο υμνογράφος άγιος Ιωσήφ, ο οποίος ζητεί φωτισμό από την αγία, προκειμένου να δοξολογήσει σωστά την αγιότητά της, καλύπτει ένα μεγάλο  μέρος του κανόνα της με την συγκεκριμένη αναφορά στο κάθε είδος από τα μαρτύριά της. Θυμίζει η περίπτωση της αγίας οσιομάρτυρος τα βασανιστήρια άλλων μεγαλομαρτύρων, όπως της αγίας Ευφημίας, για τα οποία εξέφρασε τον θαυμασμό του και ο Γέροντας Παΐσιος, στην εμφάνισή της στο κελί του το 1987.

Ο άγιος υμνογράφος βεβαίως προσπαθεί να δώσει εξήγηση του πώς μπόρεσε η αγία να αντέξει τόσα βάσανα. Έφτασε, λέει, στο δοξασμένο ύψος του μαρτυρίου, με τη νόμιμη άθλησή της, αφού προηγουμένως είχε υπερβεί τα πάθη της σαρκός με την εγκράτειά της. Κι αυτή η υπέρβαση δεν ήταν θέμα μίας στιγμής ή ολίγου χρόνου, αλλά ολόκληρης της ζωής της, αφού από βρέφος αφιερώθηκε στον Θεό. «Εκ βρέφους τω Θεώ ανετέθης, οσία, νεκρώσασα σαρκός εγκρατεία τα πάθη». Με άλλα λόγια, η αγία Αναστασία με την αγιασμένη βιωτή της προ του μαρτυρίου, ήταν έτοιμη και για τους αγώνες του ίδιου του μαρτυρίου, γεγονός που σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς απροϋπόθετα να γίνει μάρτυρας. Χωρίς να αποκλείσουμε την περίπτωση εκτάκτου εισπηδήσεως στο μαρτύριο – κάποιος εκείνη την ώρα να δεχθεί φωτισμό και χάρη για να δώσει και τη ζωή του για τον Χριστό – η «φυσιολογική» πορεία είναι να έχει κανείς ετοιμασθεί γι’  αυτό. Εδώ έχουν θέση και οι ονομαζόμενοι «αλείπτες», οι πνευματικοί προπονητές δηλαδή των υποψηφίων μαρτύρων, για τους οποίους πολύ συχνά κάνουν λόγο τα συναξάρια και οι ύμνοι της Εκκλησίας: ετοιμάζουν με λόγο και με πνευματικές ασκήσεις τους πιστούς, εν όψει του μαρτυρίου, ώστε να μη βρεθεί στη θέση ο υποψήφιος μάρτυρας να αρνηθεί τον Κύριο. Εν προκειμένω τονίζεται μία γενική και σπουδαία αλήθεια: κανείς δεν κατορθώνει κάτι μεγάλο και σημαντικό, αν προηγουμένως δεν έχει ετοιμαστεί πολύ καιρό γι’  αυτό. Αν ο ίδιος ο Κύριος ετοιμαζόταν επί τριάντα χρόνια, πριν βγει στη δημόσια δράση Του, αν ο απόστολος Παύλος χρειάστηκε αρκετά χρόνια απομόνωσης και προβληματισμού για να ξεκινήσει τις περιοδείες του, πόσο περισσότερο τούτο είναι αναγκαίο για όλους;

Με τα βασανιστήρια της αγίας το σώμα της στρεβλώθηκε, σε σημείο, είπαμε, τελικώς αφανισμού της. Πάνω σ’ αυτό όμως ο εκκλησιαστικός ποιητής προβαίνει σε δύο παρατηρήσεις: Πρώτον, η στρέβλωση του σώματος της αγίας, χάριν του Χριστού, φανέρωνε την ψυχική της σταθερότητα, το όρθιο της προαίρεσής της. Όσο την κτυπούσαν και την «πετσόκοβαν», τόσο το φρόνημά της δυνάμωνε και παρέμενε όρθιο. «Στρεβλούμενον το σώμα αικισμοίς, εδήλου το όρθιον σης προαιρέσεως προς Θεόν, Αναστασία πανεύφημε». Η αγία δηλαδή επιβεβαίωνε έμπρακτα αυτό που είχε πει ο Κύριος: «μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων τι ποιήσαι». Η ψυχή είναι αυτό που μετράει στις δύσκολες στιγμές του βίου, κι αυτό έδειξε η αγία. Δεύτερον, μέσα σε όλα αυτά τα βάσανα, που θα έπρεπε η νεαρή κόρη να έχει αλλοιωμένα και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της από τον πόνο και την οδύνη, εκείνη φαινόταν ακόμη περισσότερο ωραία στη μορφή: «Κάλλος το εγκάρδιον τη ορατή μορφή, ένδοξε, διαδοθέν, σε ωραιοτάτην τοις ορώσιν υπέφαινεν». Δηλαδή: Το κάλλος της καρδιάς σου, η εσωτερική ομορφιά σου, ένδοξε, μεταδόθηκε και στην ορατή, εξωτερική, μορφή σου, και σε έκανε να φαίνεσαι ωραιότατη σ’ αυτούς που σε έβλεπαν. Η αγία φανέρωνε, έστω και στα βάσανα, την υπάρχουσα σ’ αυτήν χάρη του Θεού, η οποία πράγματι κάνει τον άνθρωπο και εξωτερικά να λάμπει και να ομορφαίνει. «Καρδίας ευφραινομένης, πρόσωπον θάλλει» υπενθυμίζει ο λόγος του Θεού. Ο άγιος υμνογράφος με τον ύμνο του αυτό τονίζει ακριβώς τον χαρισματικό χαρακτήρα του μαρτυρίου της αγίας Αναστασίας. Ό,τι υπέστη, το υπέστη με τη δύναμη του Θεού. Αλλά για να λειτουργήσει αυτή η δύναμη, έπρεπε να συναντήσει την καλή προαίρεση της αγίας, για την ύπαρξη της οποίας, όπως είπαμε, εργάστηκε η ίδια ασκητικώς εκ νεότητός της.


Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ´ ΛΟΥΚΑ (Τῆς ῾Αγίας Σκέπης τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου)



Εἶχε μέν οὖν καί ἡ πρώτη σκηνή δικαιώματα λατρείας τό τε ῞Αγιον κοσμικόν᾽ (῾Εβρ. 9, 1)

α. ῾Η μετάθεση τῆς ἑορτῆς τῆς ῾Αγίας Σκέπης τῆς Θεοτόκου (κατόπιν ἀποφάσεως τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ᾽Εκκλησίας μας ἤδη ἀπό τό 1952)  ἀπό τήν 1η ᾽Οκτωβρίου πού κανονικά ἑορτάζεται  στίς 28 ᾽Οκτωβρίου λόγω τῆς ἐθνικῆς μας ἑορτῆς - ἀπόφαση δηλαδή πού ἤθελε νά τονίσει ὅτι ἡ ῾Υπέρμαχος Στρατηγός τοῦ ῎Εθνους μας πού ἔσκεπε τόν Στρατό μας κατά τά συμβάντα τοῦ 1940 ἦταν ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας - ἀποτελεῖ τήν αἰτία τῆς ἐπιλογῆς σήμερα τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος ἀπό τήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή: πρόκειται γιά ἀπόσπασμα πού ἀναφέρεται στή Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλά παραπέμπει στή Θεοτόκο μέ βάση τήν τυπολογική ἑρμηνεία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τά πρόσωπα καί τά γεγονότα τῆς Γραφῆς ἀποτελοῦν προεικονίσεις, δηλαδή προφητεῖες χωρίς λόγια, προσώπων και γεγονότων τῆς Καινῆς Διαθήκης. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί μάλιστα ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης καί τά ἐντός αὐτῆς εὑρισκόμενα: ἡ στάμνα μέ τό μάννα, τό ραβδί τοῦ ᾽Ααρών καί οἱ πλάκες τοῦ Δεκαλόγου, συνιστοῦν προφητεῖες γιά τήν Παναγία μας, πού σημαίνει ὅτι ὅλα αὐτά τά ἱερά ἀντικείμενα τοῦ ᾽Ισραήλ εὕρισκαν τό νόημά τους στό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου.

β. 1. Πρίν δοῦμε συγκεκριμένα τό πῶς ἡ Παναγία ἀποτελεῖ τήν ἐκπλήρωση τῶν προεικονίσεων αὐτῶν, ἴσως πρέπει γιά πολλοστή φορά νά ὑπενθυμίσουμε τό αὐτονόητο, ἀλλά δυστυχῶς διαρκῶς παραθεωρούμενο καί μή γινόμενο κατανοητό, ὅτι ἡ Παλαιά καί ἡ Καινή Διαθήκη συνιστοῦν τά ἰσόκυρα καί ἰσάξια μέρη τῆς μιᾶς ῾Αγίας Γραφῆς. Εἶναι δηλαδή βασική πεποίθηση τῆς ᾽Εκκλησίας μας, δογματική θέση της θά ἔλεγε κανείς, ὅτι ὅταν μιλᾶμε γιά τήν Παλαιά Διαθήκη δέν μιλᾶμε γιά ἕνα ξένο πρός τήν Παράδοσή της κείμενο, ἀλλά γι᾽ αὐτό πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός προϋπέθετε καί ἀνέφερε ὡς πράγματι ῾Αγία Γραφή, στήν ὁποία ῾ὑπό Πνεύματος ῾Αγίου φερόμενοι ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι᾽ κατέγραψαν ὅσα τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τούς ἐνέπνευσε πρός προετοιμασία τοῦ ἐρχομοῦ Αὐτοῦ. ῎Οχι λίγες φορές ὁ Χριστός τόνισε πώς ῾ὅ,τι ἔγραψαν  ὁ Μωϋσῆς καί οἱ προφῆται περί ᾽Εκείνου τό ἔγραψαν᾽, ὅπως καί κάθε καταγραφή τῶν κειμένων τῆς Καινῆς Διαθήκης περί ῾Αγίας Γραφῆς  εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἀναφερόταν στήν Παλαιά Διαθήκη. Συνεπῶς δέν μπορεῖ κανείς νά διαγράψει τήν Παλαιά Διαθήκη χωρίς νά διαγράψει ταυτοχρόνως καί τήν Καινή, ὅπως καί δέν μπορεῖ νά διαγράψει τήν Καινή, χωρίς ταυτόχρονη διαστρέβλωση τοῦ νόηματος καί τῆς Παλαιᾶς. Κατά τόν λόγο τοῦ ἱεροῦ Χρυσόστομου ῾οἱ δύο διαθῆκες εἶναι δύο ἀδελφές καί δύο ὑπηρέτριες πού ὑπηρετοῦν τόν ῞Ενα Κύριο᾽, γι᾽ αὐτό ῾καί τά παλαιά δέν εἶναι παλαιά, ἀφοῦ φανερώθηκαν στά καινούργια, ὅπως καί τά καινούργια δέν εἶναι καινούργια, γιατί προαναγγέλθηκαν ἤδη ἀπό τά παλαιά᾽.  Κέντρο λοιπόν καί τῶν δύο Διαθηκῶν εἶναι τό πρόσωπο τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτό καί ἡ Παλαιά Διαθήκη, πέραν αὐτονοήτως τῆς Καινῆς,  κατανοεῖται μόνον χριστολογικά.

2. Μέ τήν ὑπενθύμιση αὐτή κατανοοῦμε καλύτερα τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου στό συγκεκριμένο ἀπόσπασμα τῆς πρός ῾Εβραίους ἐπιστολῆς: ἡ Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης, ὅπως καί ὅλες οἱ λατρευτικές πράξεις σέ σχέση μέ αὐτές, βρίσκουν τόν λόγο τους στόν ἴδιο τόν Κύριο καί σέ ὅ,τι σχετίζεται πιά μέ Αὐτόν. Γιά παράδειγμα: ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης ἀποτελεῖ προεικόνιση τῆς Παναγίας Μητέρας Του, ἀφοῦ ὅπως ἡ πρώτη ἔφερε τίς πλάκες τοῦ Νόμου καί τή στάμνα μέ τό μάννα, έτσι καί ἡ δεύτερη, ἡ Παναγία, ἔφερε τόν ἴδιο τόν Νομοδότη καί τό πραγματικό μάννα πού τρέφει τούς ἀνθρώπους, τόν Χριστό. Κι ἀκόμη: ἡ ράβδος τοῦ ᾽Ααρών πού βλάστησε ὑπερφυῶς συνιστᾶ προεικόνιση καί προφητεία γιά τήν Παναγία, διότι ἀκριβῶς καί ἡ Παναγία ῾ἄνευ σπορᾶς ἀνδρικῆς᾽, συνεπῶς ὡς ξύλο ἄνικμο βλάστησε ὑπερφυῶς τόν ἐνανθρωπήσαντα Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι σέ ὅλους γνωστό ἰδίως μέσα ἀπό τήν ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας τό πόσες φορές ἀκοῦμε καί ψέλνουμε τίς προεικονίσεις αὐτές. Κατεξοχήν στά λεγόμενα ῾Θεοτοκία᾽, δηλαδή στά τροπάρια-καταλήξεις τῶν ὠδῶν τῶν κανόνων πού ἔχουν ὡς περιεχόμενο τό πρόσωπο τῆς Παναγίας μας, ὅπως καί σέ ὅλους τούς ὕμνους τῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν καί τῶν ἀφιερωμένων σέ ἐκείνην ἀκολουθιῶν – π.χ. τοῦ ᾽Ακαθίστου ῞Υμνου ἤ τῶν Παρακλητικῶν Κανόνων – οἱ παραπάνω προεικονίσεις μαζί καί μέ πλῆθος ἄλλων πράγματι ἀποτελοῦν τό εὐλογημένο περιεχόμενό τους. ῾Χαῖρε κιβωτέ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι᾽ (χαῖρε σύ Παναγία, πού χρυσώθηκες ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ), ἀκοῦμε αἴφνης στόν ᾽Ακάθιστο ῞Υμνο - χαιρετισμός πού κατανοεῖται ἀπό τή φράση τοῦ σημερινοῦ ἀποστόλου πού λέει ὅτι ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης ἦταν χρυσωμένη ἀπό ὅλες τίς πλευρές της: ῾καί τήν κιβωτόν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ᾽. ῾Χαῖρε λυχνία καί στάμνε Μάννα φέρουσα, τό γλυκαῖνον τά τῶν εὐσεβῶν αἰσθητήρια᾽ (Χαῖρε σύ Παναγία πού εἶσαι ἡ ἀληθινή λυχνία (σέ σχέση μέ τήν παλαιά τῶν ῾Αγίων τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου) καί ἡ στάμνα πού φέρεις τό ἀληθινό Μάννα, τόν Χριστό, πού γλυκαίνει τίς αἰσθήσεις τῶν εὐσεβῶν καί πιστῶν ἀνθρώπων), ἀκοῦμε ἀπό τόν κανόνα τοῦ ἀκαθίστου ὕμνου (ὠδή δ´). Κι ἑκατοντάδες φορές ῾θεοτοκίον᾽ σάν τό παρακάτω πού συναντᾶμε στούς ὄρθρους ὅλων τῶν ἑορτῶν: ῾Σέ κιβωτόν καί τράπεζαν καί λυχνίαν καί στάμνον, καί ὄρος καί παλάτιον, θρόνον κλίνην καί πύλην τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης, τήν ῾Αγίαν Παρθένον καί Θεοτόκον ἅπαντες ἀνυμνοῦμεν ἐκ πόθου᾽ (῞Ολοι μέ πόθο ὑμνολογοῦμε ᾽Εσένα τήν ἁγία Παρθένο καί Θεοτόκο, πού εἶσαι κιβωτός καί τράπεζα καί λυχνία καί στάμνα καί ὄρος καί παλάτι, θρόνος καί κλίνη καί πύλη τοῦ Βασιλέα τῆς δόξης Χριστοῦ).

3. Καί βεβαίως ἡ χριστολογική κατανόηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διαπιστώνουμε ὅτι κατά τήν ᾽Εκκλησία μας περιλαμβάνει πάντοτε μαζί μέ τόν Χριστό καί τήν ἴδια τήν Παναγία Μητέρα Του. Κάθε δηλαδή ἐκπλήρωση προφητείας τῆς Παλαιᾶς συναντᾶ εἴτε ἀπευθείας τόν ἴδιο τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ (καί κατ᾽ ἐπέκταση καί τό ζωντανό σῶμα Του τήν ᾽Εκκλησία) εἴτε Αὐτόν μέσω τῆς Μητέρας Του. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι Χριστός καί Παναγία εἶναι πάντοτε συνδεδεμένοι ἀδιάσπαστα κατά τήν πίστη μας σέ βαθμό πού τυχόν παραθεώρηση τῆς Παναγίας συνιστᾶ παραθεώρηση καί διαστροφή τοῦ προσώπου καί τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. ῾Η ᾽Εκκλησία μας μάλιστα εἶδε ἐν Πνεύματι ὅτι ἡ θεοτοκία τῆς Παναγίας  – νά γεννήσει ὡς ἄνθρωπο τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ - ἀποτελεῖ ὅρο δογματικό, συνεπῶς ἡ μή ἀποδοχή τῆς θεοτοκίας αὐτῆς ἐκτρέπει τόν μή δεχόμενο αὐτήν στήν πλάνη τῆς αἱρέσεως (π.χ. νεστοριανισμός ἤ προτεσταντισμός).

4. Κατά συνέπεια ὁ ὀρθόδοξος πιστός ὄχι μόνον δέν ἐκπλήσσεται ἀπό τίς δοξολογικές ἀναφορές τῆς ᾽Εκκλησίας πρός τό πάντιμο πρόσωπο τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου, ἀλλά χαίρεται καί εὐφραίνεται, γιατί γνωρίζει ὅτι οἱ δοξολογίες αὐτές στοχεύουν στήν πραγματικότητα στό λατρευτό πρόσωπο τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι πλῆθος ἁγίων μας, ὅπως ὁ ἅγιος Νεκτάριος γιά παράδειγμα, συγκινεῖτο καί κατενύσσετο καί μόνο μέ τό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματός Της, ὅπως κι ὅτι οἱ περισσότεροι πιστοί σταυροκοπιοῦνται καί σηκώνονται ὄρθιοι μέ τήν ἀναφορά σέ Αὐτήν. ῾῾Αγιόπρωτε σεμνή, ἐγκώμιον οὖσα τῶν οὐρανίων Ταγμάτων, ᾽Αποστόλων ὑμνωδία, Προφητῶν περιοχή᾽ ψάλλει ἀδιάκοπα ἡ ᾽Εκκλησία μας.  ῞Οπως βεβαίως καί ἀντιστρόφως καί μόνο τό ὄνομά Της κατακαίει τούς δαίμονες καί κάθε ταλαίπωρο ὄργανό του.
῾Η δύναμή Της λοιπόν εἶναι τεράστια γιά χάρη τοῦ κόσμου, διότι στήν πραγματικότητα διοχετεύεται μέσω Αὐτῆς τῆς εὐλογημένης ἡ παντοδυναμία τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. ῾Πολύ ἰσχύει δέησις Μητρός πρός εὐμένειαν Δεσπότου᾽. Κι εἶναι ἀκριβῶς ἡ δύναμη αὐτή τοῦ Θεοῦ διά τῆς Θεοτόκου πού βίωσε καί ἡ πατρίδα μας κατά τόν ἀγώνα τοῦ ᾽40, ὅπως συνέβη καί μέ τόν προσευχόμενο λαό στόν Ναό τῶν Βλαχερνῶν (4ος μ.Χ. αἰ.) πού καθιέρωσε καί τήν ἑορτή τῆς ῾Αγίας Σκέπης. Οἱ πυρωμένες προσευχές τῶν ἀγωνιστῶν στρατιωτῶν μας πρός τήν ῾Υπέρμαχο Στρατηγό, συνεπικουρούμενες καί ἀπό τίς ἀντίστοιχες τῶν πιστῶν τῶν μετόπισθεν, ἔφθαναν καί ῾τρυποῦσαν᾽ τά ὦτα τῆς Μεγάλης Μάνας. Κι ἐκείνη ἀνταποκρινόταν: δεόταν στόν Κύριο τοῦ Παντός, ὁ ῾Οποῖος δέν περίμενε καί πολύ γιά νά συνδράμει τούς ἀμυνομένους. ῎Οχι ὅτι δέν θά ἀνταποκρινόταν ἔτσι κι ἀλλιῶς: ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ῾οὐσία᾽ Του. ᾽Αλλά πολλαπλασιαζόταν ἡ ῾πίεση᾽ τῶν παιδιῶν Του πρός Αὐτόν, βρίσκοντας πρόθυμο συμπαραστάτη τήν ἴδια τήν Παναγία Μητέρα Του.
Τήν ἐποχή ἐκείνη (τοῦ ᾽40) – σημειώνει ὁ μακαριστός Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε ὡς ἔφεδρος στά ἑλληνοαλβανικά σύνορα – στίς εἰδήσεις δέν ἔλειπαν οἱ ὁμολογίες τῶν πολεμιστῶν ὅτι ἔβλεπαν τήν Παναγίαν, τόσον ὡς ἄτομα ὅσον καί ὡς ὁμάδες, νά ὑπερίπταται τῶν μαχῶν. Αὐτό πλέον εἶχε τόσον ἐξοικειώσει τούς στρατιῶτες, ὥστε νά φωνάζουν ἐν χορῷ: ῾῾Η Παναγία, ἡ Παναγία᾽. ῾Οπότε ἀπό σεβασμόν φρόντιζαν νά εἶναι πάντοτε καθαροί, γιά νά βλέπουν τήν Παναγίαν, ὄχι σάν μιά ᾽Αθηνά μέ τό δόρυ της, ἀλλά σάν βασίλισσα  τῶν οὐρανῶν, πού τούς προστάτευε θαυματουργικῶς ἀπό τούς κινδύνους, ὡς ῾Υπέρμαχος Στρατηγός τοῦ ῎Εθνους. ῏Ηταν τόσο βέβαιοι γιά τήν προστασία τῆς Κυρίας Θεοτόκου καί γιά τήν ὁρατήν Σκέπην Της, ὥστε νά αἰσθάνωνται χαράν καί αἴσθημα ἀσφαλείας, παρά τίς φοβερές κακοπάθειές των, μέσα στά χιόνια καί μέσα στίς ὀδύνες τῶν κρυοπαγημάτων καί ἄλλων στερήσεων, κάτι πού καί σήμερα ἀκόμη διηγοῦνται στούς νεωτέρους, ὡς κάτι ὑπερφυσικόν...᾽ (Μερόπης Σπυροπούλου, Στήν ἐποποιΐα τοῦ 1940-41 μέ πίστη).

γ. Ζοῦμε κρίση μεγάλη, οἰκονομική καί πνευματική. ῾Η διαπίστωση εἶναι δεδομένη. ῾Η διέξοδος καί ἡ λύση μᾶς διαφεύγουν. ῾Η ἑορτή τῆς ῾Αγίας Σκέπης, τόσο ὡς γεγονός τότε πού συνέβη, ὅσο καί μετέπειτα κατά τό 1940, δίνει τήν ἀπάντηση: ἡ Παναγία Μητέρα μας εἶναι πάντοτε παροῦσα καί πρόθυμη νά μᾶς βοηθήσει. ῾Η δύναμη τῆς μεσιτείας Της πρός τόν Θεό εἶναι ἄπειρη. Τό θέμα εἶναι νά προσανατολιστοῦμε πρός Αὐτήν, πού σημαίνει νά στραφοῦμε πρός τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό καί τήν ἁγία ᾽Εκκλησία Του. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα πού ἐπέλεξε σήμερα ἡ ᾽Εκκλησία μας αὐτόν τόν σκοπό ἔχει. Μακάρι νά τό καταλάβουμε.