Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ


 
"Πάντα υμών εν αγάπη γινέσθω"

      Ο απόστολος Παύλος απευθυνόμενος στους πιστούς της Κορίνθου στην πρώτη του προς αυτούς επιστολή δίνει τις τελευταίες του συμβουλές. Ήδη έχει δώσει απαντήσεις σε πολλά θέματα που τον είχαν ερωτήσει, ήδη έχει εξηγήσει διά μακρών την ενότητα που πρέπει να έχουν μεταξύ τους οι πιστοί ως μέλη Χριστού, και θέλει τελειώνοντας την επιστολή του να τους δώσει κάτι ως σύνθημα, ώστε εύκολα να το απομνημονεύσουν και να το έχουν προ οφθαλμών τους πάντοτε ως γραμμή πορείας τους που θα τους κρατάει πάνω στην πίστη του Χριστού και τη σχέση τους με Εκείνον και μεταξύ τους. "Γρηγορείτε, στήκετε εν τη πίστει, κραταιούσθε. Πάντα υμών εν αγάπη γινέσθω". Λέξεις δυνατές που η καθεμία ενεργοποιούμενη συναντά την άλλη και κάνει τον άνθρωπο να ζει τη ζωντανή παρουσία του Χριστού μέσα στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Κι ιδίως η τελευταία του προτροπή "Πάντα υμών εν αγάπη γινέσθω".

      1. Πρόκειται για το επιστέγασμα όλης της χριστιανικής πίστης και ζωής. Και η εγρήγορση και το στέκεσθαι εν τη πίστει και η κραταίωση είναι πολύ σπουδαίες αρετές, χωρίς τις οποίες πράγματι δεν μπορεί κανείς να είναι χριστιανός. Αλλά η αγάπη αποτελεί τον σκοπό και το κέντρο όλων: τι νόημα έχει η εγρήγορση, αν δεν συνιστά κινητοποίηση της ύπαρξης για να είναι κανείς εν αγάπη; Διότι στην αγάπη βρίσκει κανείς τον Θεό. "Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ". Είμαι σε εγρήγορση σημαίνει έχω ξύπνιες όλες μου τις πνευματικές αισθήσεις, για να μη βρει έδαφος να αναπτυχθεί οτιδήποτε θα με στερήσει από την αγάπη ή θα μου μειώσει την αγάπη. Διότι έτσι θα χάσω τη σχέση μου με τον Θεό. Σαν αυτό που λέει ο Κύριος στην παραβολή των δέκα παρθένων: μην έλθει ξαφνικά ως νυμφίος χωρίς να έχω λάδι στη λαμπάδα μου. Θα μείνω εκτός νυμφώνος. Και το λάδι είναι βεβαίως η αγάπη προς Εκείνον και τον συνάνθρωπο.

Τι νόημα έχει η πίστη και η επιμονή σ' αυτήν, αν δεν είναι στάση πάνω στην αγάπη; Ο ίδιος απόστολος θα σημειώσει αλλού ότι η πίστη είναι ζωντανή μόνον εκεί που υπάρχει αγάπη. "Πίστις δι' αγάπης ενεργουμένη". Μία πίστη έτσι χωρίς αγάπη, χωρίς να θεωρείται δρόμος προς αυτήν, δεν έχει νόημα. Κι όχι μόνον δεν έχει νόημα, αλλά μπορεί να θεωρείται και ως κάτι δαιμονικό. Διότι και "τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίττουσι". Γι' αυτό και προβληματίζεται κανείς σοβαρά και θλίβεται όχι λίγο όταν βλέπει ανθρώπους να διακατέχονται από πίστη, και μεγάλη μάλιστα, που τους κάνει όμως να αγριεύουν και να είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν τον συνάνθρωπό τους, ιδίως τον αντίθετο προς τις δικές τους απόψεις και πεποιθήσεις. Πρόκειται βεβαίως για τους ανθρώπους που η πίστη σε αυτούς λειτουργεί ως ιδεολογία και που οδηγεί δυστυχώς στους διαφόρους φονταμενταλισμούς. Και δεν εννοούμε μόνο τους πιστούς των διαφόρων θρησκειών, που εκείνοι έτσι κι αλλιώς έχουν κάποια δικαιολογία αφού δεν έχουν την πίστη του Χριστού, αλλά και τους πιστούς που θέλουν να πιστεύουν ότι ανήκουν στον Χριστό. Να πιστεύω όμως στον Χριστό και να μην έχω την αγάπη Του που αποτελεί την ενεργοποίηση της πίστης είναι όχι μόνο σόλοικο, αλλά όπως είπαμε και δαιμονικό.

Τι νόημα έχει επίσης μία κραταίωση, μία δύναμη του ανθρώπου χωρίς και πάλι την αγάπη; Θα είναι μία δύναμη καταστροφική για τους άλλους και για τον ίδιο μας τον εαυτό ως ενεργοποίηση των παθών μας και επιρροής δαιμονικής. Για την πίστη μας, όπως το εννοεί και απόστολος, δύναμη θετική και ευεργετική υπάρχει εκεί που υφίσταται αγάπη. Όταν αγαπάς, τότε είσαι δυνατός. Διότι το εξηγήσαμε: εκεί ενεργοποιείται η παρουσία του ίδιου του Θεού μέσα στην καρδιά του ανθρώπου και την όλη ύπαρξή του. Μιλάμε λοιπόν για μία δύναμη χαρισματική που κάνει τον άνθρωπο πρωτίστως να ελέγχει τους λογισμούς και τα πάθη του και να προσφέρεται θυσιαστικά προς όλους τους συνανθρώπους του. "Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ", θα πει και πάλι ο απόστολος Παύλος. Γίνομαι πανίσχυρος με τον Χριστό που με δυναμώνει. Και φθάνει η δύναμη αυτή να φανερώνεται με τη μεγαλύτερη δυνατή έντασή της εκεί που υπάρχει ασθένεια και εξωτερική αδυναμία. Αυτή είναι η παραδοξότητα της αληθινής πίστης: να φαίνεσαι αδύναμος και να έχεις την παντοδυναμία του ίδιου του Χριστού. "Όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμί". Σαν τον Κύριο Ιησού Χριστό που η παντοδυναμία Του φανερώθηκε απόλυτα επάνω στον Σταυρό. Εκεί που εξωτερικά φαινόταν αδύναμος, εκεί στην πραγματικότητα λειτουργούσε η παντοκρατορική Του εξουσία που έλκυε προς Αυτόν τους ανθρώπους, εκεί φανερωνόταν η θεϊκή Του δόξα. "Όταν υψωθώ από της γης, πάντα ελκύσω προς εμαυτόν". Είμαι λοιπόν δυνατός ευεργετικά για εμένα και τους άλλους, μόνον όταν βρίσκομαι εν αγάπη.

      2. Η αγάπη λοιπόν είναι η συγκεφαλαίωση όλων των αρετών. Χωρίς αυτήν τα πάντα μένουν μετέωρα, έστω κι αν φαίνεται ότι επιτελούμε τις άλλες αρετές. Κι ο απόστολος είναι σαφής: "π ά ν τ α - δηλαδή ό,τι κάνετε και πάντοτε - υμών εν αγάπη γινέσθω". Δεν υπάρχουν διακοπές στη στάση πάνω στην αγάπη. Δεν μπορώ τώρα να αγαπώ και λίγο αργότερα με όποια δικαιολογία να διαγράφω την αγάπη. Είτε πρόκειται για τους λογισμούς μας είτε για τα λόγια μας είτε για την όλη συμπεριφορά μας η αγάπη πρέπει να βρίσκεται ως η κινητήρια δύναμή μας που θα διαπερνά την όλη ύπαρξή μας. Διότι όπως εξηγήσαμε μόνον όπου υφίσταται αγάπη υπάρχει και η παρουσία του Θεού. Το ζητούμενο δηλαδή στη ζωή μας είναι η αδιάκοπη σχέση μας με τον Θεό. Εκείνον θέλουμε να κρατήσουμε, για να μη χάσουμε την ολότητά μας ως μέλη Του. Το σκεπτικό με άλλα λόγια είναι απλό: ως βαπτισμένοι στο όνομά Του και μέλη του αγίου σώματός Του μένουμε ενωμένοι μαζί Του, μόνον όταν βρισκόμαστε στον τρόπο της δικής του ζωής, δηλαδή την αγάπη. Τότε διακρατείται ακέραιο το ένδυμά μας, ο Ίδιος δηλαδή, χωρίς να το σκίζουμε και να το καταστρέφουμε. "Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε". Η αδιάκοπη χωρίς παύσεις σχέση μας με τον Χριστό ως ζητούμενο της ζωής μας είναι κάτι άλλωστε που ο Κύριος το είχε τονίσει καθαρά: αν δεν είμαστε μαζί Του είμαστε εναντίον Του. "Ο μη ων μετ' εμού κατ' εμού εστί και ο μη συνάγων μετ' εμού σκορπίζει". Δεν μπορώ συνεπώς πότε να είμαι με τον Χριστό και πότε όχι. Καλούμαστε εμείς να κάνουμε υπακοή σ' Εκείνον και όχι Εκείνος σε εμάς.

      3. Είναι ευνόητο έτσι ότι πρώτον δεν υπάρχουν δικαιολογίες που απλώς ικανοποιούν τα πάθη και τον εγωισμό μας. Κι εχθρός να είναι ο άλλος απέναντί μας και μύρια προβλήματα αν θέτει στην πορεία μας κι αν αδικίες υφιστάμεθα καθημερινώς από αυτόν, δεν δικαιολογούμαστε για να άρουμε την αγάπη μας. Καλούμαστε να κρατάμε την αγάπη του Χριστού και των αγίων μας, που θα πει να κρατάμε την αγάπη και προς τον εχθρό μας. "Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων και διωκόντων υμάς" (ο Κύριος). "Διατί ουχί μάλλον αδικείσθε; Τούτο γαρ χάρις, ει αδικούμενοι αγαθοποιείτε" (απ. Πέτρος). Και δεύτερον μπορούμε να κρατήσουμε τη χαρισματική αυτή αγάπη μόνον ως μέλη Χριστού, δηλαδή ενταγμένοι μέσα στην Εκκλησία και ενισχυόμενοι από τα μυστήρια και τις προσευχές αυτής. Κανείς με άλλα λόγια μόνος του, στηριγμένος στις δικές του δυνάμεις δεν έχει την ισχύ να ζήσει σωστά την αγάπη. Θα τον νικήσει ο εγωισμός του και η θεωρούμενη ανθρώπινη αίσθηση δικαιοσύνης. Μόνον με τον Χριστό και τη δύναμη που μας δίνει από τα μυστήριά Του της Εκκλησίας μπορούμε να ζήσουμε τη ζωή του Χριστού.

      Ο απόστολος Παύλος δεν απευθύνεται στους Κορινθίους και διαχρονικά σε όλους τους πιστούς για να εκπληρώσει ευγενικά ένα τυπικό καθήκον. Τα λόγια του είναι ο καρπός της αγωνιώσας από ποιμαντική ευθύνη και αγάπη καρδιάς του: γράφει ό,τι τον φωτίζει ο Θεός, "κατ' ενώπιον Αυτού", ώστε να βοηθήσει τους πιστούς στην απόκτηση της αιώνιας σωτηρίας τους. Και λέει σε όλους μας: να είστε πάντοτε πνευματικά ξύπνιοι, όλο μάτια, να στέκεστε στην πίστη, να είστε δυνατοί. Δηλαδή πάντοτε και σε όλα να ζείτε με αγάπη. Μακάρι η πυρακτωμένη από την αγάπη του Χριστού και τους ανθρώπους καρδιά του αποστόλου να θερμάνει λίγο και εμάς. Που σημαίνει: μακάρι να κινητοποιηθούμε έστω και λίγο σε μετάνοια, αφού όπου υπάρχει η αμαρτία εκεί έχει σβήσει η φλόγα της αγάπης. "Δια το πληθυνθήναι την αμαρτίαν ψυγήσεται η αγάπη". Τουλάχιστον, αν δεν έχουμε μετάνοια, ας την ζητήσουμε ειλικρινά από τον Κύριο. Θα είναι το πρώτο σκαλοπάτι της ένθεης και σωτήριας αγάπης μας.

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΑΔΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΝΑΤΑΛΙΑ



῾Ο μάρτυς Αδριανός και η Ναταλία, η σύζυγός του, ήταν από τη Νικομήδεια. Κατά τη δεύτερη περίοδο του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, συνελήφθησαν εικοσιτρείς άνδρες Χριστιανοί, που κρύβονταν σε σπήλαια, και υποβλήθηκαν σε πολλά βασανιστήρια. Πριν από το μαρτύριό τους, ο Αδριανός τους ρώτησε, χάριν τίνος υφίσταντο όλες αυτές τις φοβερές τιμωρίες, κι αυτοί απάντησαν: Για να κερδίσουμε αυτά που ο Θεός έχει ετοιμάσει σ᾽αυτούς που Τον υπακούνε, τα οποία δεν μπορεί ούτε ακοή να τα ακούσει ούτε λόγος να τα παραστήσει. Αμέσως ο μακάριος Αδριανός κατανύχθηκε από τη θεία χάρη και ζήτησε από τους ταχυγράφους της εποχής να γράψουν και το δικό του όνομα μαζί με τους Χριστιανούς, λέγοντας ότι ῾και εγώ θα πεθάνω μαζί τους᾽. Πράγματι, τον έγραψαν και τον φυλάκισαν, κι όταν έμαθε τη φυλάκισή του η γυναίκα του Ναταλία, ενώ στην αρχή εθλίβη πολύ, γιατί δεν ήξερε τον λόγο, έπειτα έβαλε χαρούμενη φορεσιά κι έσπευσε στη φυλακή. Εκεί, άρχισε να κατασπάζεται τις αλυσίδες του Αδριανού, να τον μακαρίζει για την προθυμία του και να τον προτρέπει να μείνει ασάλευτος στα βάσανα, ενώ παρακαλούσε και τους αγίους υποψηφίους μάρτυρες που ήσαν μαζί του, να προσεύχονται γι᾽ αυτόν. Ο Αδριανός προέτρεψε τη Ναταλία να γυρίσει στο σπίτι τους, και μετά από λίγο, επειδή θα παρουσιαζόταν την αυριανή ημέρα  μπροστά στον τύραννο, κατώρθωσε δίνοντας χρήματα στους δεσμοφύλακες να πάει κι αυτός στο σπίτι του, προκειμένου να πει στη Ναταλία να παρευρεθεί στην τελείωσή του δια του μαρτυρίου. Αυτή όμως, επειδή νόμισε ότι ο άντρας της φοβήθηκε τα βάσανα κι αρνήθηκε τον Χριστό, γι᾽ αυτό και γύρισε, του έκλεισε τη θύρα μπροστά του, ελέγχοντάς τον για την άρνηση του Χριστού, χαρακτηρίζοντάς τον φιλοζωϊστή και δειλό και θυμίζοντάς του τα φοβερά που θα υποστεί λόγω της αρνήσεώς του αυτής. Τον εαυτό της δε τον αποκαλούσε άθλιο, γιατί ούτε μία ημέρα δεν μπόρεσε να ονομαστεί γυναίκα μάρτυρα, ενώ τη μακαριότητά της τη διαδέχτηκε διαμιάς η δυστυχία. Όταν όμως άκουσε το σκοπό της επισκέψεώς του, η Ναταλία αμέσως με χαρά τού άνοιξε τη θύρα, τον κατασπαζόταν και τον συνόδευσε, όπως ήταν, προς τον τύραννο. Παρουσιάστηκε λοιπόν ο άγιος προς τον βασιλιά, κι αφού ομολόγησε τον Χριστό ως Θεό, τον βάλανε πρηνή και τον κτύπησαν με ξύλα, ενώ έπειτα τον βάλανε ύπτιο, και τόσο τον κτύπησαν πάλι, ώστε να φανούν και τα εντός αυτού υπογάστριά του. Ήταν τότε εικοσιοκτώ ετών. Έπειτα, μαζί με τους υπόλοιπους αγίους, πρώτος αυτός όμως, ακρωτηριάζεται στα χέρια και τα πόδια, ενώ η Ναταλία που βρισκόταν κοντά, έπαιρνε το κάθε μέλος του, παρακαλώντας ταυτόχρονα τον μεν δήμιο να καταφέρνει τα κτυπήματα με δύναμη, τον δε Αδριανό να υπομένει με σταθερότητα και να μην προδώσει λόγω δειλίας την άθλησή του για τον Χριστό. Αφού ετελειώθησαν οι μάρτυρες και τα σώματά τους επρόκειτο να ριχτούν στη φωτιά, η Ναταλία κρατώντας στην αγκαλιά της το χέρι του αγίου Αδριανού, ακολουθούσε τα λείψανα. Καθώς έσταζαν τα αίματα των λειψάνων επάνω της, άλειφε με αυτά τον εαυτό της. Η φωτιά που ανάφθηκε, έσβησε αμέσως από ραγδαία βροχή που άρχισε να πέφτει, και κάποιος πιστός ονόματι Ευσέβιος, μάζεψε γρήγορα τα λείψανα, τα οποία έβαλε σ᾽ ένα πλοιάριο και τα κατέθεσε στην Αργυρούπολη, κοντά στο Βυζάντιο. Εκεί έφτασε ύστερα και η Ναταλία, όπου άφησε και την τελευταία της πνοή, και κατατέθηκε και το δικό της λείψανο πλησίον των μαρτυρικών λειψάνων᾽.

Ένας ύμνος προς τη χριστιανή γυναίκα και προς τη χριστιανική συζυγία, πέραν της συνήθους δοξολογίας προς τους μάρτυρες, είναι η ακολουθία της σημερινής ημέρας. Ο υμνογράφος στέκεται εκστατικός μπροστά στο μεγαλείο πρώτα της αγίας Ναταλίας - ῾ώ, γυναικός θεοφιλούς᾽ θα φωνάξει στο δοξαστικό του εσπερινού – κι έπειτα μπροστά στη συζυγία των αγίων - ῾ώ ζεύγος άμωμον και εκλεκτόν τω Κυρίω! ώ πεποθημένη δυάς και πεφιλημένη Χριστώ! ώ συζυγία αρίστη και μακαρία!᾽ Αιτία για το πρώτο είναι το γεγονός ότι η αγία Ναταλία, ξεπερνώντας τη φυσική τάξη των πραγμάτων, αυτό που θα έκανε μία απλή, συνηθισμένη γυναίκα: να κρατήσει στη ζωή τον άντρα της και να μη μείνει χήρα σε πολύ νεαρή ηλικία μάλιστα, εξυψώνεται στο επίπεδο, με τη χάρη του Θεού, της αληθινής χριστιανής γυναίκας, δηλαδή στο επίπεδο του αληθινού χριστιανού, κατά το οποίο η προτεραιότητα είναι το άγιο θέλημα του Θεού, η βασιλεία του Θεού, όπως ο Κύριος το έχει ζητήσει: ῾ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού᾽.  Και τι κάνει; Προτρέπει τον σύζυγό της να μείνει σταθερός στην αγάπη του Χριστού, έστω και με θυσία της ζωής του.
Έτσι η Ναταλία γίνεται μία μικρή ῾Παναγία᾽, διότι και αυτή σαν την Θεοτόκο, στην πραγματικότητα επαναλαμβάνει με την όλη στάση της το ῾ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου᾽, λοιπόν η στάση της αυτή την εντάσσει στη χορεία όλων των ηρωϊκών και μαρτυρικών γυναικείων μορφών της ιστορίας, οι οποίες αψηφούσαν το δικό τους συμφέρον προς χάριν μίας μεγάλης ιδέας, όπως είναι για παράδειγμα οι Σπαρτιάτισσες μάνες που δίνοντας οι ίδιες τις ασπίδες  στα παιδιά τους τα προέτρεπαν με κατάπνιξη του μητρικού φίλτρου προς χάρη της πατρίδας, ῾ή ταν ή επί τας᾽, ή όπως  οι γυναίκες του Ζαλόγγου που μπροστά στον κίνδυνο ατίμωσής τους επέλεγαν τον ηρωϊκό θάνατο. Ώστε θα λέγαμε ότι η αγία Ναταλία, η οποία βεβαίως δεν κάνει τίποτε άλλο από ό,τι επιτάσσει ο λόγος του Χριστού, γίνεται και αυτή σύμβολο διαχρονικά  της γυναικείας φύσεως, καλύτερα σύμβολο του πραγματικού ανθρώπου. Ο υμνογράφος βεβαίως, γνώστης της Αγίας Γραφής και της όλης Παράδοσης της Εκκλησίας, προβαίνει συνειρμικά και σε μίαν ακόμη εκτίμηση, προκειμένου να τονίσει και με άλλον τρόπο το μεγαλείο της αγίας: την αντιπαραβάλλει με την πρώτη Εύα. Και την μεν Εύα οικτείρει για την ενέργειά της να παρασύρει στην ανυπακοή του Θεού τον άντρα της, την δε αγία επαινεί για το αλειπτικό έργο της απέναντι σ᾽ αυτόν, δηλαδή να μείνει, όπως είπαμε, σταθερός στο θέλημα Εκείνου. ῾Τον Αδάμ η ομόζυγος Παραδείσου εξώρισε, συμβουλία όφεως. Ναταλία δε Αδριανόν προς Παράδεισον πανσόφως εισήγαγεν᾽. ῾Ουχ ως γαρ Εύα τω Αδάμ ήνεγκε φθοράν, αλλά ζωήν άληκτον τω συζύγω προεξένησεν᾽.
Ο υμνογράφος όμως εξηγεί και το δεύτερο από το οποίο έχει μείνει ῾ενεός᾽: τη θαυμαστή συζυγία του Αδριανού και της Ναταλίας. Δεν μπορεί να μη θαυμάσει το νεαρό ζεύγος, το οποίο ῾λειτουργεί᾽ μέσα στα πλαίσια αυτού που ο Χριστός και η αγία Του Εκκλησία έχουν καθορίσει: ο ένας να γίνεται στήριγμα του άλλου, για να φτάσουν στο σκοπό: την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Στο ζεύγος αυτό δηλαδή, επισημαίνουμε περίτρανα ότι ο γάμος είναι εκ Θεού, όταν δεν συνιστά τέλος από μόνος του, αλλά κατανοείται ως μέσον, ως δρόμος, προκειμένου οι σύζυγοι να αλληλοβοηθηθούν στην ένταξή τους στη Βασιλεία του Θεού. Με άλλα λόγια, με τον χριστιανικό γάμο, τύπος του οποίου είναι ο γάμος των σημερινών αγίων, συμβαίνει κάτι αντίστοιχο με τον άγαμο βίο, τον ευλογημένο μοναχισμό. Όπως ο μοναχός εντάσσεται στο μοναστήρι του, για να βοηθηθεί στη σχέση του με τον Θεό, όταν έχει δεχτεί βεβαίως την κλήση από τον Χριστό, κατά τον ίδιο τρόπο και ο έγγαμος: εισέρχεται στον γάμο, για να γίνει ο γάμος εφαλτήριο πνευματικού του ανόδου. Αν ο γάμος δεν κατανοηθεί με τον τρόπο αυτό, τότε αυτονομείται ως στοιχείο του κόσμου τούτου, συνεπώς αντί να βοηθάει τον άνθρωπο, τον οδηγεί στη μεγαλύτερη φθορά του. Μη ξεχνάμε ότι στην παραβολή του μεγάλου δείπνου, που είπε ο Κύριος, ο ένας που δεν παρακάθησε στο δείπνο, ήταν αυτός που συνήψε γάμο. Ο γάμος του λειτούργησε στην περίπτωση αυτή αρνητικά.
Έτσι, μαζί με τον υμνογράφο και εμείς, ῾κραυγάζομεν και λέγομεν᾽: ῾ώ ξυνωρίς αγία, υπέρ ημών τω Θεώ ικετεύσατε, των εκ πόθου τελούντων την μνήμην υμών, πειρασμών ρυσθήναι και πάσης θλίψεως᾽. Αγία δυάδα, ικετεύσατε τον Θεό για εμάς, που τελούμε τη μνήμη σας με πόθο, ώστε να σωθούμε από πειρασμούς και κάθε θλίψη. 

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Χάρις Αλεξίου: "Πρώτη φορά Συγγνώμη..."

 

      Στο εδώ και χρόνια γνωστό τραγούδι της Χαρούλας Αλεξίου "Πρώτη φορά Συγγνώμη", βρισκόμαστε μπροστά στον άνθρωπο που τα έχει όλα, αλλά παρ’ όλα αυτά γκρινιάζει και παραπονιέται.
"Ήταν η ζωή μου πάντοτε γεμάτη, μα εγώ παράπονα της έκανα".
      Πρόκειται για έναν συνηθισμένο τύπο ανθρώπου, που περπατάει στη ζωή αυτή πρώτα από όλα απροβλημάτιστος, θεωρώντας ότι όλα του ανήκουν και όλοι του χρωστάνε, και δεύτερον αιθεροβάμονας, νομίζοντας ότι η εκπλήρωση των ονείρων του είναι δεδομένη κατάσταση. «Όταν ακουμπούσε κάποιος τα φτερά μου, αετός γινόμουνα και πήγαινα. Μα έβλεπα τον κόσμο μέσα απ’ τα όνειρά μου κι όποιος μου τα γκρέμιζε, τον πλήγωνα». Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά στον εγωιστή άνθρωπο που ζει «κοιμισμένος», ανακυκλώνοντας τον ίδιο του τον εαυτό.
 
      Κι έρχεται η ώρα της ευλογίας: του αποκαλύπτεται ξαφνικά η πραγματικότητα, διότι του δίνεται η ευκαιρία να δει τον κόσμο όπως είναι, να προβληματιστεί, να αλλάξει, να ζητήσει συγγνώμη. Πώς; Ερχόμενος σε επαφή με τον πόνο και τον καημό του συνανθρώπου. «Ώσπου κάποια μέρα
 χτύπησε την πόρτα μου ο δικός σου πόνος και καημός». Διότι πράγματι ο πόνος του συνανθρώπου, το πάθος του άλλου λειτουργεί ως καθρέπτης για την πραγματικότητα και της δικής μας ζωής. Μπροστά στον άλλον μπορούμε να δούμε τι έχουμε και τι δεν έχουμε. Να μετρήσουμε τον εαυτό μας. «Και ξαφνικά είδα τον κόσμο να γυρίζει, τι πάει να πει να’ χεις τα χέρια σου αδειανά». Η αποκάλυψη του πραγματικού κόσμου λειτουργεί ανακαινιστικά: ο πριν εγωιστής και αιθεροβάμων μετανοεί, κλαίει πικρά, λέει «συγγνώμη στη ζωή πρώτη φορά».
 
      Δεν είναι τυχαίο που πάντοτε οι άγιοί μας, όταν βρίσκονταν μπροστά σε ανθρώπους που είχαν χάσει την επαφή τους με την αληθινή ζωή, λόγω των
«παροχών» σ’ αυτούς της ίδιας της ζωής, τους παρότρυναν να πάνε σε νοσοκομεία και να βρουν ανθρώπους καταβεβλημένους από τις διάφορες ανάγκες. Γιατί ήξεραν ότι η συνάντηση με τον ανθρώπινο πόνο ταπεινώνει τον εγωισμό, μαλακώνει την καρδιά, κάνει τον άνθρωπο πραγματικό άνθρωπο. Κι από την άποψη αυτή οι θλίψεις και οι δοκιμασίες της ζωής αποτελούν τις περισσότερες φορές ευεργεσία για τους ανθρώπους.
 
      Το τραγούδι της Αλεξίου, εκτός βεβαίως από τη συγκλονιστική απόδοσή του με την αισθαντική φωνή της καλλιτέχνιδος, είναι από τα δυνατότερα σε νόημα τραγούδια που έχουν κυκλοφορηθεί. Η ανθρωπολογία του είναι απολύτως ρεαλιστική που θα τη ζήλευε κι ένας ιεροκήρυκας. Το τραγούδι αποτελεί το καλύτερο κήρυγμα μετανοίας για τον κοσμικό και όχι μόνο άνθρωπο, που μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτό, γιατί ακριβώς γίνεται χωρίς να έχει γραφεί με διάθεση κηρυγματική. Αν μάλιστα συναντήσει και καλοπροαίρετη καρδιά, τότε μπορεί να γίνει και αναβαθμός για να πλησιάσει ο άνθρωπος τον ίδιο τον Χριστό.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ



«ακούσας δε ο νεανίσκος τον λόγον απήλθε λυπούμενος∙ ην γαρ έχων κτήματα πολλά».

Μία πολύ αξιοσυμπάθητη περίπτωση ανθρώπου καταγράφει το σημερινό ευαγγέλιο. Έναν νεαρό, ο οποίος πλησιάζει τον Κύριο, προκειμένου Αυτός ως διδάσκαλος να τον καθοδηγήσει στην είσοδό του στη βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος τον παραπέμπει στις εντολές της Μωσαϊκής νομοθεσίας, και όταν αυτός επιμένει, λέγοντας ότι αυτές τις τηρεί εκ νεότητός του, ο Κύριος τον προσανατολίζει στην τελειότητα: να ακολουθεί Εκείνον, κάνοντας πέρα όλα τα υλικά αγαθά του. Η αντίδραση του νεαρού είναι απογοητευτική: «ακούσας τον λόγον απήλθε λυπούμενος». Γιατί είχε πολλά κτήματα, είχε πολλά υλικά αγαθά.

1. Ο νεαρός δεν φαινόταν να κοροϊδεύει τον Κύριο, όπως σε μία παρόμοια περίπτωση ενός νομοδιδασκάλου, ο οποίος Τον πλησίασε «πειράζων Αυτόν». Μολονότι το ερώτημα και των δύο είναι το ίδιο: η είσοδος στη Βασιλεία του Θεού, εδώ έχουμε μία εκ πρώτης όψεως γνήσια αναζήτηση. Διότι ο νεανίσκος και πιστεύει στον Θεό και κάνει έναν «πνευματικό» αγώνα, με την τήρηση του Νόμου, πυρήνας του οποίου ήταν οι Δέκα Εντολές. «Ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου». Παρ’ όλον όμως τον αγώνα του αυτόν, διεπίστωνε στο βάθος της ψυχής του ότι η καρδιά του δεν γέμιζε. Ένιωθε ότι υπολείπεται σε κάτι, το οποίο θα του έδινε την ώθηση να ζήσει σε πληρότητα τη χάρη του Θεού. Για τα δεδομένα βεβαίως της πίστεώς μας, η έλλειψη αυτή είναι δικαιολογημένη: η πλήρωση της καρδιάς, αυτό που ολοκληρώνει τον άνθρωπο έρχεται μόνον εν Χριστώ. Ο Χριστός είναι Εκείνος που επαναφέρει τον άνθρωπο στην κανονική πορεία του, αυτήν για την οποία είχε δημιουργηθεί από τον Θεό. Ο Μωσαϊκός Νόμος, οι Προφήτες, η Παλαιά Διαθήκη δηλαδή, αποτελούσαν το προκαταρκτικό στάδιο ετοιμασίας προς αποδοχή του Χριστού. Η Παλαιά Διαθήκη, μέσα στην οποία βρισκόταν και ο νεαρός αυτός, είχε το νόημα της διαπαιδαγώγησης του ανθρώπου. «Ώστε ο Νόμος παιδαγωγός ημίν γέγονεν εις Χριστόν».

2. Η αναζήτηση όμως του νεαρού για τη Βασιλεία του Θεού, μετά την επισήμανση του Κυρίου, τελικώς φαίνεται ότι δεν ήταν και τόσο γνήσια. Και τούτο γιατί στον προσανατολισμό που του δίνει ο Κύριος, εκείνος αντιδρά: υπάρχει κάτι που τον δένει στη γη, υπάρχει ένα «βαρίδι» στη ζωή του. Κι αυτό, όπως φανερώνεται στη συνέχεια, ήταν τα πολλά υλικά αγαθά του, τα πλούτη του. Αν ο νεαρός είχε ως προτεραιότητα τη σχέση του με τον Θεό, την ένταξή του στη Βασιλεία Εκείνου, θα ανέτρεπε τα πάντα στη ζωή του, προκειμένου να το επιτύχει. Με άλλα λόγια, η διαπαιδαγώγηση του Νόμου σ’ αυτόν δεν κατέληξε στον σκοπό της: την εύρεση του Χριστού. Στην πρόσκληση του Ίδιου να Τον ακολουθήσει, εκεί που παρέπεμπε ο Νόμος,
τον οποίο φαινόταν ότι ο νεαρός τηρεί, αυτός έστρεψε τα νώτα και έφυγε. Ο λόγος του Χριστού λειτούργησε προκλητικά και αφυπνιστικά, για να φανερωθεί ο βαθύτερος και αληθινός εαυτός του. Μία αντίδραση εντελώς διαφορετική από εκείνην που συναντάμε στους γνήσιους αναζητητές, όπως το είδαμε στους μαθητές του Κυρίου: «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν Αυτώ».


3. Έτσι με την περίπτωση του νεανίσκου σήμερα έρχεται ανάγλυφα ενώπιόν μας το φαινόμενο του ψευδούς και αληθινού εαυτού. Ο νεαρός πιστεύει ότι ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, ίσως να έχει τη βεβαιότητα ότι θα κερδίσει τη Βασιλεία του Θεού – τι άλλο να σημαίνει η ερώτησή του: «τι άλλο υστερώ;» - ζει επομένως σ’ ένα φαντασιακό επίπεδο, το οποίο συναντάμε στους Φαρισαίους της εποχής του Χριστού, όπως και στους Φαρισαίους της κάθε εποχής. Ο ψευδής εαυτός του έχει κατακλύσει τη συνείδησή του και αυτόν βιώνει ως πραγματικότητα. Η αλήθεια όμως τελικώς πόρρω απέχει από αυτόν. Όπως είπαμε, έρχεται ο λόγος του Χριστού, για να τον βγάλει από την πλάνη: Θεός του αληθινός ήταν τα πολλά κτήματά του, αυτά συνιστούσαν την προτεραιότητά του, μπροστά στα οποία όλα τα υπόλοιπα έρχονταν δεύτερα. Ο αληθινός του εαυτός δηλαδή δούλευε με συνέπεια στην ειδωλολατρία. Η επισήμανση του Κυρίου, «όπου ο θησαυρός ημών, εκεί και η καρδία ημών έσται», βρίσκει στον νεαρό την πλήρη εκπλήρωσή της.

4. Η κατάσταση αυτή συνιστά και τη μεγαλύτερη τραγικότητα του ανθρώπου: ο άνθρωπος «πετάει» κυριολεκτικά στα σύννεφα. Νιώθει ότι έχει τον Θεό, και ο Θεός απέχει εντελώς από αυτόν. Νιώθει βέβαιος και παραπαίει. Το ακόμη τραγικότερο όμως για τον νεαρό του Ευαγγελίου είναι το γεγονός ότι του δίνεται η ευκαιρία να «προσγειωθεί», να βρει τον εαυτό του και με τον τρόπο αυτό να βρει και τον Θεό, αλλά αυτός απορρίπτει την ευκαιρία. Ο λόγος του Χριστού ήταν η ώρα της χάρης γι’ αυτόν, δηλαδή η ώρα της μετανοίας του. Αν τον αποδεχόταν, θα γινόταν μέτοχος της βασιλείας του Θεού, θα γινόταν άγιος. Δεν το έκανε, γιατί όπως είπαμε, τελικώς δεν είχε γνήσια αναζήτηση: ζούσε στην επιφανειακότητα μίας απλής θρησκευτικής ζωής. Γι’ αυτό βεβαίως και το αδιέξοδο που ζούσε και που τον οδήγησε στην προσέγγιση, ανεπιτυχώς όμως, του Χριστού.

5. Ο νεανίσκος του Ευαγγελίου δυστυχώς αποτελεί τον τύπο και για πολλούς από εμάς τους θεωρούμενους χριστιανούς. Πόσοι από τους χριστιανούς δεν ζούμε στο επίπεδο ενός ψεύτικου εαυτού, δεν νομίζουμε δηλαδή ότι πορευόμαστε σωστά και έχουμε τον Θεό και τους αγίους μαζί μας, διότι προσευχόμαστε, διότι εκκλησιαζόμαστε, διότι κοινωνούμε ίσως, διότι κάνουμε κάποιες ελεημοσύνες, ενώ η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική; Κι αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε, αν ελέγξουμε τον εαυτό μας σ’ αυτά που αποτελούν κεντρικά πάθη της ανθρώπινης ύπαρξης: στη φιληδονία, τη φιλαργυρία, τη φιλοδοξία, τους κλάδους του εφάμαρτου εγωισμού. Ο νεαρός του ευαγγελίου διακατεχόταν από το πάθος της φιλαργυρίας και της φιλοκτημοσύνης: τα υλικά αγαθά του ήταν το «βαρίδι» της ψυχής του. Σε άλλον το «βαρίδι» αυτό μπορεί να είναι η φιληδονία του, με όλες τις διακλαδώσεις της, της λαιμαργίας, της γαστριμαργίας, της λαγνείας, της πορνείας, της μοιχείας, της τεμπελιάς. Σε άλλον το «βαρίδι» μπορεί να είναι η φιλοδοξία του, ως κενοδοξία, ως υπερηφάνεια, ως τάση αγωνιώδους αποδοχής από τους άλλους, ως κατακτητικότητα, ως φιλαρχία και αρχομανία. Ο καθένας πρέπει να κοιτάξει μέσα του και να επισημάνει το δικό του πάθος, το δικό του βάρος που τον δένει εμπαθώς με τον κόσμο τούτο. Ο λόγος του Χριστού λειτουργεί για όλους και για όλες τις περιπτώσεις αφυπνιστικός, κοφτερός, «τομώτερος υπέρ πάσαν δίστομον μάχαιραν», που αποκαλύπτει τον αληθινό εαυτό μας. Όσο θα βάζουμε τον εαυτό μας πάνω σ’ αυτόν τον λόγο, τόσο θα καθαρίζει το βλέμμα μας και το έδαφος μπροστά στα πόδια μας. Ο προσανατολισμός είναι σαφής: η τελειότητά μας ως ακολουθία του Χριστού. Αυτό ζει η Εκκλησία μας και αυτό είναι το έργο της. Πόσοι από εμάς είναι έτοιμοι να το ακολουθήσουν;



Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΤΡΟ-ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ


       "Ο άγιος Κοσμάς ο αιτωλός, ο νεώτερος αυτός πατέρας και δάσκαλος της Εκκλησίας, γεννήθηκε το 1714 στο Μέγα Δέντρο της Αιτωλίας και μαρτύρησε από τους Τούρκους το 1779 στο Κολικόντασι της Αλβανίας, οι οποίοι τον κρέμασαν σ᾽ ένα δέντρο, και πέταξαν το λείψανό του στον παρακείμενο Άψο ποταμό. Αιτία της θανατικής του καταδίκης υπήρξε το μίσος των Εβραίων, οι οποίοι τον πολεμούσαν, κυρίως για το γεγονός ότι έχασαν ως ημέρα του παζαριού τους την Κυριακή, η οποία μεταφέρθηκε το Σάββατο, λόγω του κηρύγματος του αγίου Κοσμά. Γράμματα έμαθε από την παιδική του ηλικία, τα οποία τα συνέχισε κι άργότερα, αλλά εκεί που τα ολοκλήρωσε ήταν στο Άγιον Όρος, όπου ευτύχησε να έχει σπουδαίους δασκάλους, σαν τον Παναγιώτη Παλαμά, τον Νικόλαο Τζαρτζούλη εκ Μετσόβου, ιδίως δε τον Ευγένιο Βούλγαρη. Στο Άγιον Όρος, κι ιδίως στη Μονή Φιλοθέου, έζησε επί δεκαεπτά χρόνια, κατά την ομολογία του ίδιου, μετά τα οποία δέχτηκε κλήση από τον Θεό να βγει στο κήρυγμα προς χάριν των υπόδουλων και βουτηγμένων στην αμάθεια συμπατριωτών του. Αφού έλαβε την άδεια των Γερόντων του Αγίου Όρους και έπειτα του Οικουμενικού Πατριάρχου Σεραφείμ του Β´, ώστε το κήρυγμά του να μην είναι αδέσποτο, κάτι που επανέλαβε και αργότερα επί πατριάρχου Σωφρονίου, άρχισε τις περιοδείες του, τρεις ή τέσσερις τον αριθμό, κατά τις οποίες διέτρεξε, από ό,τι σημειώνουν οι μελετητές της ζωής και του έργου του, όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, ίσως και το βόρειο μέρος της Πελοποννήσου, καθώς και αρκετά νησιά στο Αιγαίο και το Ιόνιο. Δεν είναι εύκολο να προσδιορίσει κανείς ακριβώς τοπικά και χρονικά τις περιοδείες αυτές, εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι το γεγονός ότι από όπου πέρασε ῾σφράγισε᾽ τον τόπο, ώστε ακόμη και σήμερα να έχει μείνει στη μνήμη των ανθρώπων το αγιασμένο και μαρτυρικό πέρασμά του. Όπου πήγαινε, έμπηγε ένα ξύλινο σταυρό και ανέβαινε πάνω σ᾽ ένα σκαμνάκι – σύμβολο του θανάτου του, καθώς έλεγε, - και από εκεί κήρυσσε, πρωί και βράδυ, στους ανθρώπους, οι οποίοι δεν ήταν μόνον Έλληνες, αλλά και Τούρκοι και άλλοι πολλοί. Πλην των Εβραίων, κάποιων Τούρκων και Ενετών, που τον έβλεπαν καχύποπτα, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, ο κόσμος τον λάτρευε. Είναι χαρακτηριστική η φράση του: ῾χίλιοι Τούρκοι με αγαπώσι, και ένας όχι τόσον᾽. Κι είναι τούτο μία αλήθεια, την οποία επιβεβαιώνουν πολλοί περιηγητές της εποχής, που έβλεπαν την ανταπόκριση του λαού στο κήρυγμα του καλόγερου. Το κήρυγμά του στην πραγματικότητα ήταν μία εξήγηση του συμβόλου της Πίστεως, του γνωστού Πιστεύω, κι αυτό σημαίνει ότι αναφερόταν στη Δημιουργία του κόσμου, των αγγέλων και του ανθρώπου, στην πτώση στην αμαρτία και τις συνέπειές της, αλλά και στην επανένταξη του ανθρώπου δια του ερχομού του Ιησού Χριστού στον Θεό, τη ζωή, τη διδασκαλία και τα θαύματα Εκείνου, το Πάθος και την Ανάστασή Του, αλλά και την Ανάληψή Του, την εις ουρανούς άνοδό Του, την Πεντηκοστή και τη δημουργία της Εκκλησίας, όπως και τη Δευτέρα Παρουσία Του. Μέσα στο πλαίσιο του φωτισμού αυτού των υπόδουλων, ήταν και η ίδρυση πολλών σχολείων, των απλών και των μεγαλυτέρων, έργο που έχει επαινεθεί πολλαπλώς και στη σημερινή εποχή, γι᾽ αυτό και φωτιστής του Γένους μεταξύ των άλλων χαρακτηρίστηκε. Το τέλος του υπήρξε, όπως είπαμε, μαρτυρικό, και η μνήμη του, από το 1961, οπότε και εντάχτηκε επισήμως στις δέλτους των αγίων, τιμάται στις 24 Αυγούστου".


       Η περίπτωση του αγίου Κοσμά δεν είναι τυχαία. Καταρχάς, προβληματίζει από τη ζωή του η απόφασή του να εγκαταλείψει το μοναστήρι του στο Άγιον Όρος, για να κάνει περιοδείες. Είναι όμως συγκινητική η εξήγηση που δίνει για την απόφασή του αυτή: δεν βγήκε από το Όρος, γιατί βαρέθηκε τη ζωή εκεί, δεν έφυγε γιατί ήταν χαμηλό το επίπεδο του μοναχισμού της εποχής, αλλά γιατί υπήρξε ῾νύξη᾽ στην καρδιά του από τον λόγο του Θεού. Ας ακούσουμε τον ίδιο να μας το λέει: ῾Σιμά εις τα άλλα ηύρηκα και τούτον τον λόγον, οπού λέγει ο Χριστός μας, πως δεν πρέπει κανένας χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, να φροντίζη δια του λόγου του μόνον πώς να σωθεί, αλλά να φροντίζη και δια τους αδελφούς του. Και όποιος φροντίζει μόνον δια του λόγου του και δεν φροντίζει και δια τους αδελφούς του εκεινος θα κολαστή. Ακούοντας και εγώ, αδελφοί μου, ετούτον τον γλυκύτατον λόγον, οπού λέγει ο Χριστός μας, να φροντίζωμεν και δια τους αδελφούς μας, με έτρωγε εκείνος ο λόγος μέσα εις την καρδίαν μου τόσους χρόνους ωσαν το σκουλήκι, οπού τρώγει το ξύλον᾽.

       Δεν θεωρεί ο άγιος όμως ότι το δικό του παράδειγμα πρέπει να το ακολουθήσουν και άλλοι καλόγεροι. Κάποια στιγμή που επεσήμανε ότι ένας καλόγερος παρευρισκόταν στο κήρυγμά του, τον έλεγξε για την έξοδό του από το μοναστήρι του, λέγοντας ότι ο ίδιος βγήκε με απόφαση καταδίκης του για την ενέργειά του αυτή. Με άλλα λόγια, η ιεραποστολή που ανέλαβε, έβλεπε ότι ήταν έξω από τα δεδομένα της ζωής που είχε επιλέξει, και θεωρούσε τον εαυτό του ως ένα χαμένο, χάριν όμως των αδελφών του. ῾Μα θέλετε ειπεί: Και εσύ καλόγερος είσαι, διατί συναναστρέφεσαι εις τον κόσμον; Και εγώ, αδελφοί μου, κακά το κάμνω, μα, επειδή το γένος μας έπεσε εις αμάθειαν, είπα: Ας χάση ο Χριστός μας εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαγχνία του Θεού και η ευχή σας σώση και εμένα᾽.

       Κλημένος από τον Θεό απόστολος λοιπόν ο άγιος Κοσμάς. Με κύρια γνωρίσματα της ζωής του, από ό,τι φαίνεται 1) τον έντονο ζήλο του για τον ευαγγελισμό των ανθρώπων, 2) τη μέχρι θυσίας αγάπη του για τους συνανθρώπους του και 3) την τεράστια ταπείνωσή του, η οποία φανερωνόταν και από την έγνοια του να βρίσκεται εν υπακοή προς την ποιμαίνουσα Εκκλησία – δεν ήθελε να δρα, όπως αναφέραμε, αδέσποτα – αλλά και από τη στάση του έναντι των ανθρώπων με τους οποίους ερχόταν σε επαφή: έλεγε ότι δεν ήταν άξιος ούτε και τα πόδια τους να τους φιλήσει. Ο ζήλος του μάλιστα για τον ευαγγελισμό των συμπατριωτών του, και όχι μόνο, στηριζόταν στη βαθειά πίστη του στη δύναμη του λόγου του Θεού. Το είχε ζήσει ο ίδιος στον εαυτό του: ένας λόγος του Ευαγγελίου λειτούργησε μέσα του σαν ατομική βόμβα και του άλλαξε ολόκληρη τη ζωή. Πίστευε λοιπόν ότι, αν οι συμπατριώτες του ακούσουν κι αυτοί τον λόγο του Θεού, ανάλογα με τη δεκτικότητά τους, μπορούν πράγματι να αλλάξουν. Κάτι που έγινε σε μεγάλο βαθμό. Και στην πίστη του αυτή στηριζόταν και ο αγώνας του για την ίδρυση σχολείων. Δεν ήταν μόνον η πολιτιστική ώθηση που ήθελε να δώσει στους Έλληνες με τα σχολεία. Αυτό ίσως ερχόταν δεύτερο. Το πρώτο και κύριο, όπως και πάλι εκείνος το ομολογεί, ήταν ότι με τα σχολεία ανοίγουν τα μάτια των ανθρώπων, προκειμένου να μάθουν για την Αγία Τριάδα, για τον Χριστό ως Σωτήρα του κόσμου, για τους αγγέλους, τους δαίμονες ως εκπεσμένους αγγέλους, την Εκκλησία, τους αγίους. Με άλλα λόγια, τα γράμματα τα ήθελε και παθιαζόταν με αυτά ο άγιος, για να βοηθηθούν οι άνθρωποι στη σχέση τους με τον Χριστό. Άν δεν βρίσκονταν σ᾽ αυτήν την προοπτική, ῾έβλεπε᾽, ως διορατικός που ήταν, ότι αυτά θα στρέφονταν τελικώς κατά του ίδιου του ανθρώπου. Και το ανέφερε και σε μία προφητεία του: ῾το κακό θα έλθει από τους γραμματισμένους᾽, γεγονός που σε μεγάλο βαθμό το ζήσαμε και το ζούμε και σήμερα.

       Για τον άγιο Κοσμά μπορεί κανείς να μιλά με τις ώρες. Προκαλεί μεγάλη χαρά και συγκίνηση το γεγονός ότι τις τελευταίες δεκαετίες προβλήθηκε ιδιαιτέρως η φοβερά μεγάλη προσωπικότητά του, το έργο του, οι διδαχές του. Κι ας ευχηθούμε, ως μικρό αντίδωρο στη μνήμη του, να εγκύψουμε, έστω και λίγο, στις άγιες διδαχές του. Εκεί θα δούμε τη γνήσια και πάλλουσα από θέρμη και αγάπη Ελληνική ψυχή του, η οποία φώναζε και φωνάζει αδιάκοπα και καθοδηγητικά: Παιδιά μου, Χριστός και ψυχή σάς χρειάζονται. Χριστός και Ελλάδα μάς χρειάζονται.



Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ



῾Δούλε πονηρέ… ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα;᾽

Μία πολύ γνωστή παραβολή του Κυρίου, αυτήν του πονηρού δούλου, μας περιγράφει το ευαγγελικό ανάγνωσμα. Πρόκειται για έναν βασιλιά, που θέλησε να αποδώσουν λόγο σ᾽αυτόν οι δούλοι του. Κι ενώ ένας δούλος διαπιστώθηκε ότι ήταν οφειλέτης πολλών χρημάτων, τα οποία αδυνατούσε να τα πληρώσει, με κίνδυνο να φυλακιστεί αυτός και η οικογένειά του, τελικώς του χαρίστηκε το χρέος, γιατί τον σπλαγχνίστηκε ο Κύριός του από τα παρακάλια του. Δεν έκανε το ίδιο όμως εκείνος σ᾽ έναν σύνδουλό του, ο οποίος του χρωστούσε ένα μηδαμινό ποσό, οπότε και τον έκλεισε στη φυλακή. Η δικαιοσύνη αποκαταστάθηκε, όταν ο Κύριος έμαθε τι είχε συμβεί, και οργισμένος διέταξε τον εγκλεισμό του πονηρού δούλου στη φυλακή. Ο Κύριος εξήγησε την παραβολή: το ίδιο θα πάθει οποιοσδήποτε, την ώρα της κρίσεως, από τον Θεό, αν δεν συγχωρήσει από την καρδιά του τα παραπτώματα των συνανθρώπων του.

1. Πρόκειται καταρχάς για παραβολή που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για την κατανόησή της. Διότι υπάρχουν και παραβολές του Κυρίου, τις οποίες είπε προς συσκότιση, προκειμένου να φανερωθεί η ιδιαίτερη διάθεση του ανθρώπου να ερωτήσει και να μάθει, όπως π.χ. η παραβολή του καλού σπορέως. Χρειάστηκε να ερωτήσουν στο τέλος της παραβολής οι μαθητές τον Κύριο, για να μάθουν τη σημασία της, διότι αρχικά δεν κατάλαβαν τίποτε. Εν προκειμένω λοιπόν έχουμε μία παραβολή πολύ ῾καθαρή᾽, που με την ευθυβολία της δεν αφήνει περιθώρια παρεξήγησής της, πολλώ μάλλον που ο ίδιος ο Κύριος δίνει το δίδαγμά της: χωρίς έλεος και συγχωρητικότητα προς τον συνάνθρωπο, ο άνθρωπος το μόνο που θα συναντήσει από τον Θεό, θα είναι η οργή Του.

2. Ο Κύριος την έλλειψη ελέους και συγχωρητικότητας προς τον συνάνθρωπο την ταυτίζει με την πονηρία. ῾Δούλε πονηρέ᾽, λέει. Η πονηρία δηλαδή είναι η ψυχική κατάσταση, κατά την οποία ο άνθρωπος αδιαφορεί για τις όποιες ανάγκες του συνανθρώπου του, μικρές ή μεγάλες, και το μόνο που έχει προ οφθαλμών είναι το ατομικό του συμφέρον. Έτσι η πονηρία αποτελεί σύμπτωμα του εγωισμού, κι επειδή ελλείπει από αυτόν εντελώς το στοιχείο της αγάπης – ό,τι συνιστά τον τρόπο υπάρξεως του Θεού – ισοδυναμεί με την ίδια τη  δαιμονικότητα. Μη λησμονούμε ότι πονηρός κατεξοχήν ονομάζεται ο διάβολος.

3. Ο Κύριος λοιπόν μας αποκαλύπτει τον πιο εύκολο και άμεσο δρόμο, προκειμένου οι άνθρωποι να τύχουμε του ελέους του Θεού, να απαλειφθούν οι όποιες αμαρτίες μας, να έχουμε καλή σχέση μαζί Του. Κι αυτός δεν είναι άλλος από το να είμαστε εύσπλαγχνοι και ελεήμονες απέναντι στον συνάνθρωπό μας. Με άλλα λόγια, η σχέση μας με τον Θεό εξαρτάται από τη σχέση μας με τον συνάνθρωπό μας. Είναι τόσο καίρια και βασική η αλήθεια αυτή, ώστε ο Κύριος την ετόνιζε ποικιλόμορφα, και ως σαφή διδασκαλία και ως παραβολή. Για παράδειγμα, ο τονισμός της αγάπης, καρπός της οποίας είναι το έλεος και η συγχώρηση, ως της πρώτης και αποκλειστικής σχεδόν εντολής του Κυρίου, ή η άλλη γνωστή παραβολή της κρίσεως, ιδίως αυτή, κατά την οποία η στάση μας προς τον συνάνθρωπο συνιστά στάση μας απέναντι στον ίδιο τον Κύριο, τι άλλο τονίζει παρά ακριβώς τη σημασία της σημερινής παραβολής; Κι όλη η αποστολική διδασκαλία στη συνέχεια εκεί τελικώς συγκεφαλαιώνεται: ῾πάντα υμών εν αγάπη γινέσθω᾽ (απ. Παύλος), διότι ῾η κρίσις ανίλεώς εστι τω μή ποιήσαντι έλεος᾽( απ. Ιάκωβος). Κατά συνέπεια, δεν είναι υπερβολή αυτό που οι άγιοι αββάδες του Γεροντικού σημείωναν με επιμονή: ῾Από τον πλησίον εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Αν κερδίσουμε τον αδελφό, τον Θεό κερδίζουμε᾽.

4. Τι είναι εκείνο που αιτιολογεί την εξάρτηση της σωτηρίας μας – τη σχέση με τον Θεό – από τον συνάνθρωπό μας; Γιατί υπάρχει το εκφρασμένο θέλημα του Θεού  για την καλή σχέση μας με τον άλλον; Η απάντηση είναι σαφής: ῾Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ᾽. Δεν μπορώ να είμαι με τον Θεό, που είναι αγάπη, αν δεν βρίσκομαι στην πορεία της αγάπης. Μία διαφορετική επιλογή, μία έχθρα ας πούμε, ένα μίσος, μία πικρία που επιμένει, δημιουργεί ένα τέτοιο κλίμα στην καρδιά, που αυτομάτως φυγαδεύει το Πνεύμα του Θεού από αυτήν. Όπως είναι αδύνατον να συντονίσει κανείς το ραδιόφωνό του μ᾽ έναν σταθμό, σε άλλο μήκος κύματος από αυτό που εκπέμπει ο σταθμός, κατά τον ίδιο τρόπο είναι αδύνατο να συντονιστεί κανείς με τον Θεό, έξω από εκεί που ῾εκπέμπει᾽ πάντοτε: στην αγάπη. Πρέπει συνεπώς να βρίσκομαι σε αναλογία ζωής με τον Θεό, για να Τον έχω στη ζωή μου. Διότι το ζητούμενο βεβαίως – και αυτό αποτελεί το σκοπό του ανθρώπου – είναι να είμαι με τον Θεό. Κι αυτό που θεμελιώνει την πραγματικότητα αυτή είναι η δημιουργία του ανθρώπου ῾κατ᾽ εικόνα και καθ᾽ ομοίωσιν Θεού᾽. Έτσι λοιπόν, φτιαγμένος ο άνθρωπος από τον Θεό, για να ζει τον Θεό και να κατατείνει σε Αυτόν, χρειάζεται να συντονίζεται με ό,τι συνιστά τρόπο ζωής του Θεού. Και αυτός ο τρόπος δεν είναι άλλος, όπως είπαμε,  από την αγάπη.

5. Στην παραβολή του πονηρού δούλου, η αγάπη του Θεού, ταυτοποιημένη στο πρόσωπο του Κυρίου της παραβολής, παίρνει συγκεκριμένο περιεχόμενο: ο Θεός μάς αγαπά και μάς ελεεί, παραβλέποντας τις αμαρτίες και τα σφάλματά μας και μη λαμβάνοντας υπόψη Του τις όποιες οφειλές μας. Με την προϋπόθεση ότι και εμείς θέλουμε την αγάπη Του αυτή, καθώς φανερώνεται από την παράκλησή μας για κάτι τέτοιο: ῾Πάσαν την οφειλήν αφήκά σοι, επεί παρεκάλεσάς με᾽. Κι εδώ ίσως υπονοείται το όλο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία μας, μέσα από τη σταυρική θυσία του Υιού Του. Με άλλα λόγια, στο έλεος του Θεού έχουμε την υπέρβαση της απλής έννοιας της δικαιοσύνης και τη φανέρωση αυτής στα αληθινά, του Θεού, πλαίσια: ο Χριστός μάς ελεεί, γιατί σηκώνει τις δικές μας αμαρτίες και μάς προσφέρει πλούσια την αγάπη Του. Από την άποψη αυτή, το ζητούμενο και από εμάς έλεος προς τους συνανθρώπους μας, η αγάπη που εντέλλεται ο Θεός στη σχέση μας με τον άλλον, δεν τελειώνει μ᾽ ένα απλό συγγνώμη και μ᾽ ένα ῾συγχώρησέ με᾽. Αγαπάμε τον άλλον, τον ελεούμε, όταν κι εμείς είμαστε έτοιμοι να σηκώσουμε αντί για εκείνον το δικό του βάρος, να θυσιάσουμε κάτι – αν όχι όλον – από τον εαυτό μας για τη σωτηρία του. Και τονίζουμε αυτό το όριο της αγάπης και του ελέους, γιατί ο ίδιος ο Κύριος θέτει το δικό Του μέτρο ως μέτρο στάσης μας προς τους άλλους: ῾ως και εγώ σε ηλέησα᾽. Το μέτρο μας για τους άλλους μάς το δίνει ο ίδιος ο Θεός.

6. Εύκολο; Συγκλονιστικά δύσκολο. Θα έλεγε κανείς ακατόρθωτο. Γίνεται όμως κατορθωτό και εύκολο, μόνον μέ τη χάρη του Θεού. Κι αυτό σημειώνεται, από μία άποψη, στην παραβολή: μόνον ένας ῾ηλεημένος Κυρίου᾽, άρα ευρισκόμενος μέσα στη χάρη του Θεού, μπορεί αντιστοίχως και να ελεήσει, κατά τα μέτρα του Θεού, τον συνάνθρωπό του. Κι αυτό βεβαίως σημαίνει ένταξη στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Αν δεν είσαι μέλος Χριστού και οι δυνάμεις Εκείνου δεν επενεργούν μέσα σου, είναι των αδυνάτων αδύνατον να συγχωρήσεις τον άλλον για τα σφάλματά του απέναντί σου, πολύ περισσότερο να σηκώσεις εσύ το δικό του βάρος αμαρτιών.  

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ



Η Κοίμησις της Υπεραγίου Θεοτόκου συνιστά τη μεγαλύτερη από όλες τις Θεομητορικές εορτές της Εκκλησίας μας. Καί τούτο γιατί επιστεγάζει την όλη αγιασμένη επί γης πορεία της. Όπως συμβαίνει με τον Ιησού Χριστό, που η εκ νεκρών Ανάστασή Του νοηματοδοτεί τη Γέννησή Του και τα άλλα γεγονότα της ζωής Του – χωρίς την Ανάσταση ο Κύριος δεν θα ήταν ο Λυτρωτής του κόσμου - , οπότε καταλαβαίνουμε και το γιατί η Ανάσταση θεωρείται και η μεγαλύτερη εορτή της χριστιανοσύνης, όπως συμβαίνει και γενικά με το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου, που ρίχνει φως σε ό,τι προηγήθηκε από τη ζωή του, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ, με την Κοίμηση της Παναγίας: το τέλος της φανέρωσε ότι επρόκειτο πράγματι περί της ῾Κεχαριτωμένης᾽ και της ῾ευλογημένης εν πάσαις ταις γυναιξί᾽.
Διότι το τέλος της δεν απετέλεσε το  τέλος ενός κοινού ανθρώπου. Ναι μεν φεύγει από τη ζωή αυτή, αλλά με θαυμαστό τρόπο παρευρίσκονται όλοι οι Απόστολοι, ῾μετάρσιοι γενόμενοι᾽, ῾συναθροισθέντες εν Γεθσημανή τω χωρίω᾽, αλλά πολύ περισσότερο: παρευρίσκονται όλοι οι άγιοι άγγελοι, και πάνω από όλα: ο ίδιος ο Υιός και Θεός της, ο Οποίος και παραλαμβάνει τη με μορφή παιδούλας παναγία ψυχή της. Έτσι στο γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται με έντονο τρόπο ό,τι συμβαίνει πάντοτε στην Εκκλησία μας στις διάφορες εορτές της: ῾επίγειον το φαινόμενον, ουράνιον το νοούμενον᾽. Στην Εκκλησία μας με άλλα λόγια, τα πάντα προσεγγίζονται μ᾽ ένα διπλό τρόπο: με τις υλικές αισθήσεις, αλλά και με τις πνευματικές αισθήσεις. Στην Εκκλησία ζούμε όλη την πραγματικότητα του κόσμου: την επιφάνεια, αλλά και το βάθος του.  Ας δούμε πιο συγκεκριμένα ορισμένα από τα παραπάνω σημεία.

1. Η Εκκλησία μας επιμένει καταρχάς στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Η Παναγία υπακούει και αυτή στους νόμους της φύσεως: πεθαίνει, όπως όλοι οι άνθρωποι, και κηδεύεται από τους Αποστόλους και όλους τους οικείους της.  Και δεν ήταν δυνατόν να μη συμβεί τούτο, όταν ο ίδιος ο Κύριος, ο Υιός και Θεός της, πέρασε από τη διαδικασία του φυσικού θανάτου. Κατά τον υμνογράφο ῾μιμουμένη τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσεως νόμοις᾽. Απλώς εκείνη δέχεται από άγγελο την πληροφορία περί της εξόδου της από τον κόσμο και ετοιμάζει με θαυμαστό πράγματι τρόπο, πνευματικά και υλικά, τα της κηδείας της, ενώ προτρέπει με στοργή τους πενθούντες αποστόλους, που είχαν συναθροιστεί εκ περάτων της γης: ῾το εμόν σώμα, καθώς εγώ σχηματίσω τη κλίνη, κηδεύσατε᾽.

2. Η φυσική αυτή τάξη όμως συνιστά την επιφάνεια. Η Κοίμηση της Θεοτόκου, όπως είπαμε,  αποκαλύπτει και το βάθος: Καταρχάς, οι απόστολοι γνωρίζουν το γεγονός και συναθροίζονται στη Γεθσημανή υπέρ φύσιν: ο Κύριος επί νεφελών τους φέρνει εκεί που είναι η Παναγία Μητέρα Του, για να πενθήσουν, κυρίως όμως να δοξολογήσουν το γεγονός της κοιμήσεως και της μεταστάσεώς της. Κατά την παρατήρηση μάλιστα που τους κάνει η ίδια η Θεοτόκος, όταν τους βλέπει να θρηνούν για τον επικείμενο θάνατό της: ῾Μη φίλοι μαθηταί, του εμού Υιού και Θεού, μή πένθος εργάσησθε την εμήν χαράν᾽. Μη κάνετε πένθος τη χαρά μου. Και είναι ευνόητο: η Παναγία μας μετατίθεται πλήρως στην αγκαλιά του Χριστού, ο Οποίος της προανήγγειλε διά του αγγέλου: ῾μη ταραχτείς για τον θάνατό σου, αλλά μετ᾽ ευφροσύνης δέξαι τον λόγον. Γιατί έρχεσαι προς την αθάνατη ζωή᾽. Έπειτα, παρευρίσκονται στην κοίμησή της όλοι οι άγιοι άγγελοι, οι οποίοι με πολύ σεβασμό και σεμνότητα ῾ανοίγουν τις πύλες του παραδείσου᾽ για να περάσει η πλατυτέρα των ουρανών, προπέμποντάς την με υπέροχους ύμνους και δοξολογίες. ῾Αξίως ως έμψυχον, σε ουρανόν υπεδέξαντο, ουράνια Πάναγνε, θεία σκηνώματα᾽. ῾Επήρθησαν πύλαι ουράνιαι, και Άγγελοι ανύμνησαν...Χερουβίμ υπείξε σοι, εν αγαλλιάσει, Σεραφίμ δε δοξάζει σε χαίροντα᾽. Και πάνω από όλα: έρχεται ο ίδιος ο Κύριος και Θεός, προκειμένου να παραλάβει την στα χέρια Του παραθεμένη  ψυχή της Παναγίας Μητέρας Του. ῾Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα᾽.

3. Έτσι στην Κοίμηση της Θεοτόκου, πέραν των άλλων συγκλονιστικών, φωτίζεται το μυστηριώδες όριο της ζωής και του θανάτου. Αυτό το μεταίχμιο, που πάντοτε κέντριζε και κεντρίζει τις ανθρώπινες συνειδήσεις και πολλοί πολλά μαρτυρούν, βγαλμένα τις περισσότερες φορές όμως από το χωρίς φωτισμό Θεού μυαλό τους. Εδώ έχουμε τη συγκεκριμένη αποκάλυψη: όταν πρόκειται περί αγίου ανθρώπου, άγγελοι κι ακόμη κι ο ίδιος ο Κύριος, έρχονται να παραλάβουν την ψυχή του ανθρώπου. Κι έχουμε στην ιστορία της Εκκλησίας μας, εκτός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εννοείται,  πολλές τέτοιες καταγραφές που φανερώνουν το τι διαδραματίζεται στην ῾κρίσιμη᾽  αυτή και απρόσιτη στις σωματικές αισθήσεις ώρα. Σαν το τέλος, μεταξύ άλλων, του οσίου Παμβώ, που λέει το Γεροντικό, στο οποίο παραβρέθηκαν άγγελοι, αλλά και η Παναγία, όπως εν τέλει και ο ίδιος ο Κύριος, με την παρουσία του Οποίου άρρητη ευωδία χύθηκε παντού. Κι από την άλλη βεβαίως έχουν καταγραφεί περιπτώσεις αθέων και αρνητών και χλευαστών της πίστεως, που το τέλος τους ήταν τόσο τραγικό και ῾βρωμερό᾽ στην όσφρηση, που οι μετέχοντες ομολόγησαν ότι ποτέ δεν θα ήθελαν να ξαναβρεθούν σε παρόμοιο γεγονός, που φανέρωνε τη δαιμονική παρουσία.

4. Το όλο αυτό ῾σκηνικό᾽ του ενδόξου τέλους της Παναγίας μας, η συμπλοκή της επιφάνειας και του βάθους, η ύπαρξη του φυσικού και του υπερφυσικού, οδηγεί τον υμνογράφο της εορτής, που λειτουργεί ως η συνείδηση της Εκκλησίας, να μιλά για την Κοίμηση ως γεγονός μυστηρίου, το οποίο με φωτισμένη από τον Θεό πίστη προσπαθεί να το κατανοήσει, έστω και εκ μέρους, και να το δει στις αληθινές του διαστάσεις. ῾Ω, του παραδόξου θαύματος᾽ κραυγάζει. ῾Βαβαί των σων μυστηρίων αγνή!᾽ Και δικαιολογημένα: ῾η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται᾽. Ό,τι μυστήριο περικλείει τον θάνατο του Χριστού και την ταφή Του, το ίδιο μυστήριο, κατά τον υμνογράφο που κινείται δοξολογικά σε επίπεδο υπερβολής, περικλείει και την κοίμηση της Παναγίας Μητέρας Του, κάτι που δικαιολογεί και το γιατί οι Χριστιανοί κατ᾽ αντανάκλαση του θανάτου του Κυρίου, ψέλνουν τα εγκώμια και κάνουν περιφορά επιταφίου και στην Θεοτόκο.
Και βεβαίως έτσι συνυπάρχει και η ανάσταση που ακολουθεί. Θέλουμε να πούμε ότι όπως μετά την ταφή του Κυρίου έρχεται η ανάσταση, με την οποία νικήθηκε ο Άδης και ῾ζωής ηξιώθημεν᾽, έτσι και μετά την κοίμηση της Θεοτόκου έρχεται και η δική της ανάσταση. Διότι, κατά την παράδοσή μας, η Παναγία ναι μεν πέθανε και ετάφη, την τρίτη όμως ημέρα, όταν ανοίχτηκε ο τάφος της προς χάρη ενός από τους μαθητές του Κυρίου, που δεν παραβρέθηκε στην κοίμησή της, διαπιστώθηκε η εν σώματι μετάστασή της, συνεπώς η Παναγία βίωσε από τότε αυτό που θα βιώσουμε όλοι μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, την ανάσταση των σωμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι στους Χαιρετισμούς της αδιάκοπα διαλαλείται ότι ῾αναστάσεως τύπον εκλάμπει᾽, όπως εξίσου δεν είναι τυχαίο ότι ο πιστός λαός μας με το αισθητήριο που διαθέτει, χαρακτηρίζει την Κοίμησή της ως το ῾Πάσχα του καλοκαιριού᾽.
Ο υμνογράφος βεβαίως δεν βλέπει το μυστήριο της Κοιμήσεως μεμονωμένα. Θεωρεί ότι η Παναγία μας με όλη τη ζωή της ζει το μυστήριο της παρουσίας του Θεού κατά μοναδικό τρόπο, οπότε και η Κοίμησή της προεκτείνει φυσιολογικά το όλο μυστήριο. ῾Έπρεπε τοις αυτόπταις του Λόγου και υπηρέταις, και της κατά σάρκα Μητρός αυτού, την Κοίμησιν εποπτεύσαι, τελευταίον ούσαν επ᾽ αυτή μυστήριον᾽. Δηλαδή: Έπρεπε οι μαθητές του Χριστού να εποπτεύσουν και την Κοίμηση της κατά σάρκα Μητέρας Του, η οποία αποτελεί το τελευταίο σ᾽ αυτήν μυστήριο. Διότι ασφαλώς και η δική της η Γέννηση ως καρπός έντονης και πολυχρόνιας προσευχής είναι μυστήριο, αλλά πολλαπλασίως περισσότερο ο Ευαγγελισμός της και η Γέννηση δι᾽ αυτής του Θεού στον κόσμο ως ανθρώπου.
Παρ᾽ όλα αυτά! Υπάρχει και συνέχεια του μυστηρίου για την Παναγία. Δεν τελειώνουν δηλαδή γι᾽ αυτήν τα πράγματα με την Κοίμησή της. Το αντίθετο: θα έλεγε κανείς ότι ιδίως τότε, και μέχρι της συντέλειας των αιώνων, το μυστήριο της παρουσίας της θα συνεχίζεται, γεγονός που συνιστά την παρηγοριά και την ελπίδα μας. Κι εννούμε βεβαίως αυτό που όλοι ζούμε και ψάλλει η Εκκλησία μας με το απολυτίκιο ιδίως της εορτής: ῾Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε᾽. Η έξοδός της από τον κόσμο δεν συνιστά μία φυγή, μία λησμονιά από πλευράς της για εμάς. Η Παναγία φεύγει και ταυτοχρόνως παραμένει πιο κοντά μας. Διότι ζώντας καθ᾽ ολοκληρίαν πια μέσα στον Κύριο και Θεό της, μετέχει κατά κάποιον τρόπο της πανταχού παρουσίας Εκείνου. Εκείνος της ανοίγει τα μάτια για να μας βλέπει, να μας ακούει, να συμπάσχει και να συγχαίρει μαζί μας, και κυρίως να έχει τη δύναμη να μας βοηθά. Κι αυτό είναι πια εμπειρία όλης της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι μπορεί να γίνει και γίνεται εμπειρία και του καθενός μας, όπως συνέβη και με τον Άγιο Σιλουανό του Άθω, ο οποίος γράφει στα κείμενα που μας διέσωσε ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, ότι μετανόησε για τις αποκλίσεις της ζωής του, όταν η ίδια η Παναγία του είπε με πόνο ότι θλίβεται για την αμαρτωλή ζωή του. Ποιος άραγε λόγος αιτιολογεί την αγάπη του πιστού λαού προς Εκείνην, παρά η αίσθηση της εγγύτητάς της στη ζωή μας; Και η Παναγία το είχε διαβεβαιώσει, λίγο πριν τον θάνατό της, σκορπώντας την παρηγοριά ήδη από τότε στους πιστούς, με πρώτους τους αποστόλους: ῾Μη θρηνείτε, γιατί με τη μετάστασή μου σας διαβεβαιώνω ότι όχι μόνον εσάς, αλλά και όλον τον κόσμο θα περισκέπω και θα εφορώ᾽. Αν κάτι παρόμοιο έλεγε και ο Γέροντας Πορφύριος στην εποχή μας, ότι δηλαδή μετά τον θάνατό του θα βρίσκεται πιο κοντά στους ανθρώπους, πόσο περισσότερο, ας φανταστούμε, ισχύει τούτο για την Παναγία;

5. Μέσα στο θάμβος της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, μπροστά σε όλα τα θαυμαστά που εξαγγέλλει η χαρά της από τη μετάστασή της στους ουρανούς, προβάλλει επιτακτικά το ερώτημα: τι ήταν αυτό που έκανε την Παναγία να φτάσει σ᾽ αυτό το ύψος; Και τι πρέπει να κάνουμε κι εμείς αντιστοίχως,  ώστε έστω και ελάχιστα, μια που η προοπτική μας είναι να γίνουμε κι εμείς ῾Παναγίες᾽, να σαρκώνουμε δηλαδή στη ζωή μας τον Χριστό, να γευόμαστε λίγο από τη χάρη της, χάρη στην πραγματικότητα του Κυρίου μας; Η απάντηση είναι γνωστή κι αυτήν διαλαλεί διαρκώς η Εκκλησία μας: Αν η Παναγία έγινε ό,τι έγινε, τούτο οφείλεται στην ετοιμότητά της να υπακούει στο θέλημα του Θεού. Το ῾ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου᾽ είναι το ῾μυστικό᾽  της εξυψώσεώς της στα υπερουράνια. Αυτό το ῾μυστικό᾽, ας γίνεται καθημερινά φανερό και στις δικές μας καρδιές. 

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ



«ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη…Φέρετέ μοι αυτόν ώδε»

 Ο Κύριος κατερχόμενος μαζί με τους τρεις μαθητές Του, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη,  από το όρος Θαβώρ όπου είχε συμβεί η θεοφάνεια της Μεταμορφώσεώς Του, έρχεται αντιμέτωπος με δύο θλιβερά και τραγικά γεγονότα: την αγωνία ενός πατέρα που έψαχνε απελπισμένα να βρει θεραπεία για το δαιμονισμένο παιδί του, την απιστία των μαθητών Του, που φανερώνεται με την αδυναμία τους να θεραπεύσουν το παιδί. Θα έλεγε κανείς ότι η εναλλαγή αυτή, από το φως του Θεού στο σκοτάδι των συνεπειών της αμαρτίας, αποτελεί μία εικόνα της καθόδου του Χριστού στον κόσμο: «Θεός ων εκένωσεν εαυτόν ευρεθείς ως άνθρωπος». Κι ο Κύριος αφενός θεραπεύει το παιδί, δηλαδή βγάζει το δαιμόνιο που το διακατείχε, παραδίδοντάς το υγιές στον πατέρα του, αφετέρου ελέγχει με πόνο τους μαθητές Του για την απιστία και τη διαστροφή και αυτών, αλλά και ολόκληρης της γενεάς εκείνης.

 1. Καταρχάς, δεν ξέρει κανείς ποιο από τα δύο γεγονότα να χαρακτηρίσει τραγικότερο: τον δαιμονισμό του παιδιού που προκαλεί την απελπισία του πατέρα του, ή την απιστία των μαθητών του Χριστού που τους συνειδητοποιεί τη μικρότητά τους και τους «προσγειώνει» στα παράλυτα μέτρα τους; Όποιο από τα δύο κι αν επιλέξει κανείς ως τραγικότερο, σημασία έχει ότι ο Κύριος τα θέτει κάτω από κοινό παρανομαστή: συνιστούν και τα δύο εκφράσεις και αποτελέσματα της απιστίας και της διαστροφής της ανθρώπινης γενιάς. Συνεπώς και τα δύο είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους: η έλλειψη πίστεως στον Θεό οδηγεί τον άνθρωπο σε διαστροφή της αληθινής ύπαρξής του, άρα στην εύκολη υποδούλωσή του στην κυριαρχία του Πονηρού. Κι η κυριαρχία αυτή του Πονηρού φανερώνεται και από την παραλυσία που προκαλεί στον άνθρωπο – ο άνθρωπος, έστω στη φάση εκείνη και μαθητής του Χριστού κι αν είναι, δεν έχει τη δύναμη να επιβληθεί στον Πονηρό – και από την κατοχή την οποία έχει κάνει στο συγκεκριμένο παιδί.

2. Ο χαρακτηρισμός του Κυρίου για την ανθρώπινη γενιά ως άπιστη και διεστραμμένη δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με επιπολαιότητα. Ποιος λόγος άλλωστε του Κυρίου μπορεί να αντιμετωπιστεί έτσι; Ο κάθε λόγος Του συνιστά και μία αποκάλυψη, η οποία φωτίζει και το ποιος είναι ο Θεός, αλλά και το ποιος είναι πραγματικά ο άνθρωπος. Εν προκειμένω λοιπόν ο Κύριος μάς φωτίζει και μας «καθρεπτίζει»: είμαστε άπιστοι και διεστραμμένοι. Ήλθε δηλαδή σ’  έναν κόσμο, ο οποίος είχε διαγράψει από τη ζωή του τον αληθινό Θεό – μόνον το «λείμμα» της Παλαιάς Διαθήκης κρατούσε ως «μαγιά» την αλήθεια του Θεού, δηλαδή  οι λίγοι γνήσιοι Ισραηλίτες, σαν τους προφήτες, σαν την Παναγία, σαν τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο – γι’  αυτό και ήταν βουτηγμένος μέσα στη διαστροφή. Διότι η πίστη, όταν είναι αληθινή, κάνει τον άνθρωπο να ζει με σωστό τρόπο τη ζωή του, διότι ζει την παρουσία του ζωντανού Θεού. Διαγραφή λοιπόν της αληθινής πίστεως σημαίνει και τη διαγραφή του αληθινού τρόπου ζωής, άρα διαστροφή και σαπίλα. «Και επειδή ουκ εδοκίμασαν τον Θεόν έχειν εν επιγνώσει, παρέδωκεν ο Θεός αυτούς εις αδόκιμον νουν, ποιείν τα μη καθήκοντα», δηλαδή επειδή οι άνθρωποι δεν προσπάθησαν να έχουν επίγνωση του Θεού, ο Θεός τούς παρέδωσε σε αδόκιμο νου, ώστε να κάνουν αυτά που δεν πρέπει, σημειώνει θεόπνευστα ο απόστολος Παύλος. Δεν είναι βεβαίως η πρώτη φορά που ο Κύριος φώτισε την πραγματική κατάσταση των ανθρώπων. Στην επί του Όρους ομιλία, για παράδειγμα, μεταξύ των άλλων θα περιγράψει την κατάσταση των ανθρώπων ως κατάσταση πονηρίας. «Ει δε και υμείς, πονηροί υπάρχοντες, οίδατε δόματα αγαθά διδόναι τοις τέκνοις υμών, πόσω μάλλον ο Πατήρ ημών ο Ουράνιος;»

3. Ποια καύχηση λοιπόν μπορεί να υπάρξει στο ανθρώπινο γένος; Τι είναι εκείνο που μπορεί να κάνει τον άνθρωπο, όπου γης και όποιας εποχής, να υψώσει κεφάλι και να υπερηφανευθεί; «Πάντες ήμαρτον και πάντες υστερούνται της δόξης του Θεού» θα σημειώσει οριστικά και αξιωματικά, αλλά και πικρόχολα για τις ανθρώπινες υπερβάσεις, ο απόστολος Παύλος. Η μόνη αποδεκτή στάση του ανθρώπου, αν θέλει να «πατάει» στο έδαφος και να μην υπερίπταται, είναι η στάση της ταπείνωσης. Και μπορεί ο άνθρωπος της απιστίας, λόγω ακριβώς ελλείψεως φωτισμού στο νου του, να μην έχει επίγνωση  εαυτού και να κινείται αλαζονικά, νομίζοντας ότι είναι κάτι – ο χωρίς Θεό άνθρωπος δεν έχει μέτρο σύγκρισης πλήν του εαυτού του και γι’ αυτό νομίζει ότι αυτός είναι ο Θεός: αισθάνεται τέλειος και αυτάρκης -, ο άνθρωπος όμως της πίστεως, αυτός που αποδέχτηκε τον Χριστό ως σωτήρα της ζωής του, δεν έχει καμμία δικαιολογία. Ο Χριστός, τον Οποίο πιστεύει, του άνοιξε τα μάτια και του είπε: είσαι πονηρός, είσαι άπιστος, είσαι διεστραμμένος. Κι ακόμη πιο πολύ: του είπε πως ακόμη κι αν τηρήσει όλο τον νόμο του Θεού, αν εφαρμόσει όλες τις άγιες εντολές Του, άρα αν φτάσει σ’  επίπεδα ακόμη θέωσης, δεν παύει να είναι ένας αχρείος δούλος, που απλώς έκανε αυτό που έπρεπε ως δούλος του Θεού να κάνει. «Όταν ποιήσητε πάντα τα διατεταγμένα ημίν, λέγετε, αχρείοι δούλοί εσμέν, ότι ο ωφείλομεν ποιήσαι, πεποιήκαμεν». Γι’  αυτό και η ταπείνωση για τον Χριστιανό δεν είναι μία πολυτέλεια, που ενδεχομένως εύκολα μπορεί να την ξεπεράσει. Συνιστά το βάθρο της πίστεώς του, το έδαφος πάνω στο οποίο περπατάει. Παρέκκλιση από το δρόμο αυτό σημαίνει αυτομάτως και απώλεια του Θεού, όπως  και τραγικό δαιμονισμό του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κύριος πρόβαλε ως τύπο του αγίου ανθρώπου τον μετανοημένο άσωτο της ομώνυμης παραβολής, όπως και τον μετανοημένο τελώνη: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», είναι η προσευχή του αληθινού πιστού, είναι η προσευχή της Εκκλησίας.

4. Στην τραγικότητα της απιστίας και της διαστροφής του ανθρώπου, λόγω της αμαρτίας στην οποία είχε περιπέσει, η λύση βεβαίως είναι μία: η στροφή προς τον Κύριο και η αληθινή πίστη προς Αυτόν. Ο Κύριος ήλθε να μας δώσει πρώτα από όλα την αληθινή όραση του Θεού, η οποία κάνει τον άνθρωπο να ζει μέσα στο φως Εκείνου, άρα και να έχει τη δύναμη Εκείνου: «Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω, μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν». Η αληθινή πίστη δηλαδή αποτελεί  συμμετοχή στον ίδιο τον Κύριο και κάνει τον άνθρωπο που την αποκτά, με τη χάρη του Θεού, να ζει στον κόσμο ως παντοδύναμος. «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ» (απ. Παύλος). Και βεβαίως ο Κύριος, δίνοντας την αλήθεια της πίστεως στον Θεό, καταργεί «και τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστιν τον διάβολον». Ο Κύριος «ήλθεν, ίνα λύση τα έργα του διαβόλου». Ένταξη στον Θεό, δια της εντάξεως του ανθρώπου στον Εαυτό Του, κατάργηση του διαβόλου: να το έργο του Κυρίου, με το οποίο σωθήκαμε και σωζόμαστε. Αν ο διάβολος και μετά τον ερχομό του Χριστού βλέπουμε ότι έχει ακόμη δύναμη, είναι γιατί εμείς οι άνθρωποι του δίνουμε τέτοιο δικαίωμα. Δεν πιστεύουμε όπως πρέπει, δηλαδή συνεχίζουμε να είμαστε «γενεά άπιστος και διεστραμμένη», γι’  αυτό και βρίσκει συνεχείς διόδους ο Πονηρός για να αλώνει δυστυχώς την ψυχή και τη ζωή μας. Κι αυτή είναι η τραγικότερη κατάσταση όλων: να έχει έλθει ο Ελευθερωτής, να μην υπάρχουν πια δεσμά φυλακής, κι εμείς να είμαστε ακόμη δέσμιοι και φυλακισμένοι.

 Ο Κύριος πάντοτε μας καλεί. Το «φέρετέ μοι αυτόν ώδε», είναι η πρόσκληση που απευθύνει στον καθένα μας. Να πάμε κοντά Του. Και πλησίασμα στον Χριστό σημαίνει, όπως όλοι καταλαβαίνουμε, ένταξη στο ζωντανό σώμα Του, την Εκκλησία. Τον Χριστό στην Εκκλησία Τον βλέπουμε και Τον ζούμε. Κι ακόμη: εκεί Τον τρώμε «υπό τα είδη του άρτου και του οίνου», στη Θεία Ευχαριστία, και γινόμαστε ένα μαζί Του. Η εκκλησιοποίησή μας συνιστά τη χριστοποίησή μας, κι είναι κρίμα να μην το καταλαβαίνουμε. Και αυτό όχι μόνο για εμάς, αλλά και για τους άλλους: να φέρνουμε τα παιδιά μας, τους συγγενείς μας, τους συνεργάτες μας, τους εχθρούς μας, στον Χριστό. Πώς; Μέσω της προσευχής μας. Είναι η μεγαλύτερη ευεργεσία που μπορούμε να  προσφέρουμε και σε εμάς και σε εκείνους.