Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ

«Ο άγιος Ανδρέας ήταν από την πόλη της Βηθσαϊδά, υιός κάποιου Εβραίου Ιωνά και αδελφός του Πέτρου του αποστόλου και κορυφαίου των μαθητών του Χριστού. Αυτός προηγουμένως μαθήτευσε στον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη, κι έπειτα, όταν άκουσε από τον διδάσκαλό του, που δακτυλοδεικτούσε τον Ιησού,  το, Ίδε ο αμνός του Θεού, τον άφησε και ακολούθησε τον Χριστό. Είπε και στον Πέτρο το, Ευρήκαμεν Ιησούν τον από Ναζαρέτ, και αποσπάστηκε στην αγάπη του Χριστού. Και πολλά άλλα είναι γραμμένα γι’  αυτόν στη θεόπνευστη Γραφή. Αυτός λοιπόν με τον τρόπο αυτό  ακολούθησε τον Χριστό. Μετά την Ανάληψη Εκείνου, για τον κάθε απόστολο κληρώθηκε και διαφορετική χώρα. Στον πρωτόκλητο έτυχε η χώρα των Βιθυνών και ο Εύξεινος Πόντος, τα μέρη της Προποντίδας, μαζί με τη Χαλκηδόνα και το Βυζάντιο και τη Θράκη και τη Μακεδονία, που έφθαναν μέχρι τον Ίστρο ποταμό, η Θεσσαλία και η Ελλάδα και τα μέρη της Αχαΐας. Αλλά και η Αμινσός, η Τραπεζούντα, η Ηράκλεια και η Άμαστρις. Αυτές τις χώρες δεν τις πέρασε, σαν λόγια που χάνονται, αλλά σε κάθε πόλη υπέστη πολλές δυσκολίες, συνάντησε πολλές δυσχέρειες, μολονότι με τη βοήθεια του Χριστού τις ξεπερνούσε όλες. Θα θυμηθούμε το τι πέρασε σε μία πόλη, αφήνοντας τις άλλες στους γνώστες του έργου του.
Όταν ο Ανδρέας έφτασε στη Σινώπη και κήρυξε εκεί τον λόγο του ευαγγελίου, υπέστη πολλές θλίψεις. Δηλαδή τον έριξαν στη γη και τον τραβούσαν από τα χέρια και τα πόδια, τον κατασπάρασσαν με τα δόντια και τον κτυπούσαν με ξύλα, τον λιθοβολούσαν και τον τράβηξαν μακριά από την πόλη, αφού του έκοψαν το δάκτυλο με τα δόντια. Αλλά αυτός φάνηκε και πάλι άρτιος και υγιής από τις πληγές του, με επέμβαση του Σωτήρα και Διδασκάλου του. Από εκεί σηκώθηκε και επισκέφτηκε πολλές πόλεις και χώρες, όπως τη Νεοκαισάρεια, τα Σαμόσατα, τους Αλανούς, τους Αβασγούς, τους Ζήκχους, του Βοσποριανούς και τους Χερσωνίτας. Έπειτα διέπλευσε στο Βυζάντιο, χειροτόνησε τον Στάχυ επίσκοπο, πέρασε από τις υπόλοιπες χώρες, και έφτασε προς την ένδοξη Πελοπόννησο. Εκεί φιλοξενήθηκε από τον Σωσίο, τον οποίο, επειδή ήταν βαριά άρρωστος, τον θεράπευσε. Και αμέσως όλη η πόλη εκείνη των Πατρών προσήλθε στον Χριστό. Τότε ήταν που και η γυναίκα του ανθυπάτου Μαξιμίλλα λύθηκε από τα χαλεπά δεσμά της αρρώστιας της και έγινε γρήγορα καλά, οπότε πίστεψε και αυτή.  Και ο σοφότατος Στρατοκλής, ο αδελφός του ανθυπάτου Αιγέατου, και άλλοι πολλοί που ταλαιπωρούνταν από ποικίλα νοσήματα,  βρήκαν την υγεία τους με το ακούμπισμα των χεριών του αποστόλου.  Για όλα αυτά, περιέπεσε σε μανία ο Αιγεάτης και προσήλωσε σε σταυρό τον απόστολο, οπότε και ο απόστολος έφυγε από τη ζωή αυτή. Ο ίδιος δε, έπεσε στη γη από ψηλό γκρεμό και συνετρίβη. Το λείψανο του αποστόλου, μετά από πολύ χρόνο, μετατέθηκε στη Κωνσταντινούπολη, επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, με δική του διαταγή, από τον άγιο Αρτέμιο τον μάρτυρα. Και κατατέθηκε μαζί με τον άγιο Λουκά και τον άγιο Τιμόθεο στο περίβλεπτο τέμενος των Αγίων Αποστόλων».
Ο άγιος Ανδρέας ο πρωτόκλητος, ο πρώτος δηλαδή που κλήθηκε από τον Χριστό να γίνει μαθητής Του, δεν κλήθηκε απροϋπόθετα και ως έτυχε. Υπήρξε από εκείνους που είχαν αναζητήσεις σχετικά με τον Μεσσία, που ο πόθος τους για τον Θεό ήταν έντονος. Κι αυτό φάνηκε και από το γεγονός ότι ανήκε στην ομάδα των μαθητών του Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος προετοίμαζε τους ανθρώπους ακριβώς προς υποδοχή του Μεσσία, και από το γεγονός ότι μετά την κλήση του ένιωσε την ανάγκη να καλέσει τον αδελφό του Πέτρο, με τη διαπίστωση ότι «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Ο υμνογράφος του, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, επισημαίνει και τα δύο αυτά γεγονότα. «Ο τω Προδρόμου φωτί μεμορφωμένος, ότε το απαύγασμα το ενυπόστατον της πατρικής δόξης έφανεν…τότε πρώτος ένδοξε, τούτω προσέδραμες». (Συ που μορφώθηκες από το φως του Προδρόμου, όταν ο Χριστός, το ενυπόστατο απαύγασμα της δόξας του Θεού Πατέρα φάνηκε…τότε πρώτος, ένδοξε, έτρεξες σ’  αυτόν). Και: «Τον ποθούμενον Θεόν εν σαρκί κατιδών επί γης βαδίζοντα, θεόπτα Πρωτόκλητε, τω μεν ομαίμονι εβόας αγαλλόμενος∙ Ευρήκαμεν ω Σίμων τον ποθούμενον». (Όταν είδες τον Θεό που ποθούσες να βαδίζει ως άνθρωπος στη γη, θεόπτη πρωτόκλητε, φώναζες με χαρά στον αδελφό σου: Βρήκαμε, Σίμων, τον ποθούμενο».
Ο συναξαριστής του αυτήν την αναζήτηση, η οποία αποτέλεσε προφανώς και την προϋπόθεση για να γίνει άμεσος συνεργάτης του απολυτρωτικού στον κόσμο έργου του Κυρίου, την καταγράφει ως εξής: «Ένας από τους μαθητές  του Ιωάννη Προδρόμου ήταν και ο Ανδρέας, άνδρας κατά τα άλλα σεμνός και αξιοσέβαστος, που έψαχνε την αλήθεια πίσω από το γράμμα του νόμου με βαθύ φρόνημα, και που αναζητούσε στον λόγο, σαν πίσω από παραπέτασμα, τις κρυμμένες προφητείες για τον Χριστό, ακολουθώντας μέσω αυτών αυτό που δηλωνόταν». Τα παραπάνω σημαίνουν ότι η αφελής πεποίθηση πολλών ότι οι μαθητές του Κυρίου ήταν απλοϊκοί άνθρωποι, διότι ήταν ψαράδες, δεν ισχύει. Ψαράδες ήταν, απλοί άνθρωποι μπορεί, όχι όμως απλοϊκοί, με την έννοια του απροβλημάτιστου και επιφανειακού ανθρώπου. Καθώς τα πράγματα φανερώνουν, η ύπαρξή τους φλεγόταν από το ερώτημα περί της αληθείας, περί του Θεού και των ενεργειών Του, περί των δηλουμένων από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Κι είναι φυσικό: ο Κύριος δεν θα μπορούσε να έχει ως αμέσους συνεργάτες Του ανθρώπους χωρίς πάθος για την αλήθεια. Ο ίδιος άλλωστε το είχε επισημάνει: Θα με ακολουθήσουν και θα με ακούσουν όσοι αγαπούν την αλήθεια. «Πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής». Ένας τέτοιος λοιπόν άνθρωπος, σοβαρός και σεβαστός, με βαθειά αναζήτηση ήταν και ο απόστολος Ανδρέας. Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας διαπιστώνουν και αυτοί την παραπάνω πραγματικότητα: «Εζήτησας Χριστόν την όντως ζωήν,  και ζητήσας πρώτος εύρες». (Ζήτησες τον Χριστό, που είναι η πραγματική ζωή, και επειδή την ζήτησες, πρώτος και την βρήκες).
Η βαθύτητα της αναζήτησης του Ανδρέα περί τα τίμια και αληθή της ζωής κάνει τον άγιο υμνογράφο να επικεντρώσει την προσοχή του και στο ιεραποστολικό πια έργο του αποστόλου. Όπως δηλαδή ο ίδιος στρεφόταν πάντα στο βάθος των πραγμάτων, εκεί που «η αλήθεια κρύπτεσθαι φιλεί», εκεί που αγαπά να κρύβεται η αλήθεια, κατά τον Έλληνα φιλόσοφο, έτσι και η δράση του ως αποστόλου λειτουργούσε στο βάθος της καρδιάς των ανθρώπων. Αυτό ήταν το ζητούμενο από τον άγιο Ανδρέα: πώς ο λόγος του θα κρούσει τις βαθειές χορδές της καρδιάς του ανθρώπου, πώς ο λόγος του σαν αγκίστρι θεϊκό θα σαγηνεύσει τον αληθινό άνθρωπο. «Ο τη τέχνη αλιεύς και τη πίστει μαθητής, ως βυθόν διερευνών τας καρδίας των πιστών, το άγκιστρον χαλά του λόγου, και σαγηνεύει ημάς». (Ο αλιέας κατά την τέχνη και μαθητής κατά την πίστη, διερευνώντας τις καρδιές των πιστών σαν να είναι βυθός, ρίχνει το αγκίστρι του λόγου και μας σαγηνεύει).
Κι αυτό βεβαίως επιτυγχανόταν με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος που είχε λάβει κατά την Πεντηκοστή ο άγιος Ανδρέας, με τη φλόγα που προσέλαβε και έγινε θεόληπτος. «Του Πνεύματος την φλόγα τη γλώσση προσλαβών, γέγονας, Απόστολε, θεόληπτος ανήρ, των ουρανίων τα κάλλη περιπολεύων». Ο σεμνός και αξιοσέβαστος από τη φύση του χαρακτήρας του αγίου, ενισχυόμενος από τη φλόγα της Πεντηκοστής τον έκανε, κατά τον υμνογράφο, σαν τεντωμένο βέλος, που τραυμάτιζε τους δαίμονες και θεράπευε τους τραυματισμένους από την απιστία ανθρώπους. «Εντείνας σε δυνατόν, ώσπερ βέλος, μακάριε, επαφήκεν εις τον σύμπαντα κόσμον ο Κύριος, τραυματίζων δαίμονας και δυσσεβεία τους ανθρώπους τραυματισθέντας ιώμενος».
Ο «αδίστακτος πόθος του να ακολουθεί θερμά τον Χριστό» έκανε τον άγιο Ανδρέα, σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο υμνογράφος του, να προσθέτει πόθο πάνω στον πόθο αυτό, τόσο ώστε να  μιμηθεί τον Κύριό Του και στον τρόπο του διά Σταυρού θανάτου Του. Με σταυρικό θάνατο τελειώθηκε και ο απόστολος, διαβαίνοντας πια κοντά σ’  Εκείνον τον οποίο πράγματι επόθησε σαν αληθινός μαθητής και σοφός μιμητής Του. «Πόθω πόθον προσθείς, διά σταυρού διαβαίνεις προς ον επόθησας, ως αληθής μαθητής και σοφός μιμητής γενόμενος του διά Σταυρού αυτού πάθους». Μακάρι «η φωτιά της αγάπης του Χριστού που περιέφερε στην καρδιά του» ο άγιος Ανδρέας, να ανάψει λίγο και στη δική μας καρδιά. Θα είναι η απόδειξη ότι πράγματι ο ερχομός του Χριστού που ευαγγελίστηκαν οι απόστολοι, σαν τον άγιο Ανδρέα, βρήκε την εκπλήρωσή του και σε εμάς.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΑΡΑΜΟΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

«Οι άγιοι ζούσαν επί Δεκίου του βασιλιά και του άρχοντα Ακυλίνου. Η αφορμή γι’ αυτούς της πίστεώς τους στον Χριστό και της τελειώσεώς τους είναι η παρακάτω: Σε τόπο της Βαλσατίας, που ονομαζόταν Ιερό, υπήρχε πολλή και πλούσια ανάδυση θερμών υδάτων, η οποία θεράπευε κατά παράδοξο τρόπο τις αρρώστιες. Εδώ λοιπόν έφτασε για θεραπεία του σώματός του ο άρχοντας της Ανατολής Ακυλίνος, ο οποίος είχε διατάξει να τον ακολουθήσουν δέσμιοι από τη Νικομήδεια και οι αθλητές που είχαν συλληφθεί για την πίστη τους στον Χριστό. Όταν πήγε στο τέμενος της Ίσιδος και πρόσφερε τις βδελυρές θυσίες του, διέταξε και τους αγίους να θυσιάσουν στα είδωλα και να τα προσκυνήσουν. Επειδή βεβαίως εκείνοι αρνήθηκαν να το κάνουν, έδωσε προσταγή να τους σκοτώσουν όλους με ξίφη. Έτσι οι γενναίοι γίνανε θαυμαστοί μάρτυρες του παμβασιλέως Χριστού του Θεού, με τη βοήθεια Εκείνου, τριακόσιοι εβδομήντα τον αριθμό.
Βλέποντας αυτούς ο άγιος Παράμονος, με μεγάλη φωνή φώναξε και είπε: «Βλέπω μεγίστη ασέβεια. Διότι ο μιαρός αυτός κατασφάζει τόσους δικαίους και ξένους με παράλογο τρόπο». Ο άρχοντας, όταν το άκουσε, καταλήφθηκε από μανία και διέταξε αμέσως να τον σκοτώσουν. Οι απεσταλμένοι του άρχοντα αφού συνέλαβαν τον Παράμονο, ο οποίος δεν γνώριζε τη διαταγή και συνέχιζε να βαδίζει στον τόπο που βρισκόταν, δεν ήθελαν ένας να διαπράξει τον φόνο, αλλά όλοι. Έτρεξαν λοιπόν να χύσουν αίμα αθώο, μπροστά στα μάτια του άρχοντα, με τα ίδια τους τα χέρια και με τα δικά τους όπλα. Άλλοι τότε τον κτυπούσαν με λόγχες, άλλοι με μυτερά καλάμια, περνώντας τα μέσα από τη γλώσσα και τα λοιπά μέλη του αγίου, μέχρις ότου μπροστά στον τύραννο τον σκότωσαν  στον τόπο που είπαμε, και τον έστειλαν έτσι στις ουράνιες σκηνές. Στον ίδιο χώρο με τους αγίους τριακοσίους εβδομήντα μάρτυρες και στις ίδιες θήκες με αυτούς συγκαταριθμήθηκε και ο άγιος και κατατέθηκε το λείψανό του».
Αυτό που θαυμάζει κανείς στον άγιο Παράμονο εξαρχής, είναι η αντίδρασή του μπροστά σε μία εξώφθαλμη αδικία. Μπροστά στο τρομερό γεγονός του μαρτυρικού θανάτου τόσων ανθρώπων, η ψυχή του «πνίγεται» και αντιδρά. Δεν κρύβεται, δεν κάνει τον «ανήξερο», δεν ακολουθεί τον δρόμο της «σύνεσης», για να μην πάθει κι εκείνος τίποτε – έβλεπε οπλισμένους στρατιώτες και την εξουσία του τόπου, συνεπώς ανθρωπόμορφα θηρία που μπορούσαν να του κάνουν κακό – με άλλα λόγια, δεν ακολουθεί την «πεπατημένη» του ιερέα και του λευίτη της παραβολής του καλού Σαμαρείτη – «ύπτιος εν καιρώ των αγώνων ου γέγονας, εγηγερμένος δε μάλλον και προς θείαν άθλησιν ρωμαλέος», δηλαδή: δεν ήσουνα ξαπλωμένος στον καιρό των αγώνων, αλλά μάλλον όρθιος και ρωμαλέος για τη θεία άθληση -  αλλά αφήνει να εκφραστεί η αγανάκτησή του, με τρόπο  που να ακουστεί. Κι αυτή η αντίδρασή του, η οποία τελικώς θα στοιχίσει και τη δική του ζωή, φανέρωσε την υπάρχουσα μέσα του καλή διάθεση της ψυχής. Ο άγιος Παράμονος είχε καλή καρδιά, που διατηρούσε μέσα της ανθρωπιά, δηλαδή αγάπη. Μας το αποκαλύπτει ο απόστολος Παύλος, όταν θα πει μεταξύ των άλλων ότι «η αγάπη ου χαίρει επί τη αδικία». Έτσι ο άγιος Παράμονος λειτούργησε σαν τον καλό  Σαμαρείτη, που ναι μεν δεν μπορούσε να βοηθήσει τους σφαγιαζομένους μάρτυρες, αν είχε όμως τη δυνατότητα, θα το έκανε.
Ο άγιος υμνογράφος κινείται σ’ αυτό το σκεπτικό. Θεωρεί μάλιστα ότι όχι μόνον η αντίδρασή του αγίου ήταν θέμα αληθινής ανθρωπιάς, αλλά και χάρης Θεού, θεϊκού ζήλου. Διότι μόνον  ένας που η καρδιά του νύττεται από ζήλο Θεού, μπορεί και αυτός να θελχθεί από το μαρτύριο των αγίων, πολύ περισσότερο να γίνει και ο ίδιος μάρτυρας. «Δια τον πάντων Θεόν και Βασιλέα, δήμον πολυάριθμον κατασφαττόμενον κατανοήσας, Παράμονε, τω θείω ζήλω όλως εθέλχθης και ανεβόησας∙ Χριστού δούλος γνήσιος υπάρχω πάντοτε∙ γνώτε παράνομοι τύραννοι∙ και ως αρνίον άκακον θύεσθαι νυν αυτόκλητος παρεγενόμην». (Μόλις κατενόησες, Παράμονε, ότι ο πολυάριθμος δήμος των μαρτύρων κατασφάττεται για την πίστη του πάντων Θεού και βασιλέα, θέλχθηκες εντελώς από τον ζήλο του Θεού και φώναξες δυνατά: Είμαι πάντοτε κι εγώ γνήσιος δούλος Χριστού. Μάθετέ το παράνομοι τύραννοι. Και να, τώρα, παρευρίσκομαι από μόνος μου, προκειμένου να θυσιαστώ σαν άκακο αρνί).
Εκείνο που κινητοποίησε τον άγιο Παράμονο, ώστε να προκληθεί και να θεριέψει η πίστη του στον Χριστό, ήταν βεβαίως το παράδειγμα των πολυαρίθμων μαρτύρων. Δεν άκουσε λόγια περί Χριστού – αναγκαία ασφαλώς κι αυτά – δεν διάβασε κάτι για Εκείνον. Είδε σαρκωμένη και έμπρακτη την πίστη. Και ζήλεψε. Και κινητοποιήθηκε. Και αντέδρασε. Και έγινε και αυτός μάρτυρας. «Υπομονήν εκπληττόμενος των μαρτύρων και την αυτών τελείωσιν, ένδοξε, θαυμάζων, τούτοις εκοινώνησας του ζήλου της πίστεως και της υπερτίμου αθλήσεως». (Μένοντας έκπληκτος, ένδοξε, από την υπομονή των μαρτύρων, και θαυμάζοντας το τέλος τους, έγινες κοινωνός μ’ αυτούς στον ζήλο της πίστεώς τους και της υπέρτιμης άθλησής τους). Για να αποδειχτεί για μία ακόμη φορά ότι μεγαλύτερο μάθημα πίστεως από το προσωπικό παράδειγμα, από την πράξη της ζωής, δεν υπάρχει. Που σημαίνει: αν θέλουμε να βοηθήσουμε κι εμείς τον παραπαίοντα κόσμο μας, που ταλαντεύεται διαρκώς μεταξύ πίστεως και απιστίας, αν θέλουμε η πίστη του Χριστού να φουντώσει, πέρα από τη χάρη Εκείνου που έτσι κι αλλιώς μας τη δίνει πλουσιοπάροχα κάθε στιγμή, χρειάζεται και η δική μας συνέργεια. Κι αυτό σημαίνει πρωτίστως: λιγότερα λόγια και προσωπικό παράδειγμα. Την ώρα που ο κάθε πιστός μένει σταθερός στην πίστη του Χριστού, εκείνην την ώρα προσφέρεται ο ουρανός στους άλλους ανθρώπους και λάμπει ο ήλιος της πίστεως.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΝΕΟΣ

«Ο όσιος Στέφανος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 715 μ.Χ., από γονείς ευσεβείς, τον Ιωάννη και την Άννα. Ασκήθηκε από τη νεότητά του στη μονή του αγίου Αυξεντίου, που ήταν στη Βιθυνία. Η μονή βρισκόταν σε υψηλό τόπο, που ονομαζόταν Βουνό του αγίου Αυξεντίου. Έγινε ηγούμενος των μοναχών εκεί. Η φήμη των πνευματικών του αγώνων ακούστηκε παντού και η ευωδία των αρετών του οδήγησε πολλούς σ’  αυτόν. Απέθανε με μαρτυρικό θάνατο λόγω της προσκύνησης των αγίων εικόνων, επί Κωνσταντίνου του καλουμένου Κοπρωνύμου. Προ του μαρτυρικού τέλους του, ο Κοπρώνυμος τον κατεδίκασε επί ένδεκα μήνες σε δεσμά και φυλακές. Έπειτα διέταξε και τον έσυραν κατά γης και τον λιθοβόλησαν σαν τον πρωτομάρτυρα Στέφανο, εξ ου και επονομάστηκε νέος Στέφανος. Τον κτύπησαν στη συνέχεια με ξύλο στα μηνίγγια και αφού του συνέτριψαν το κεφάλι, άφησε το πνεύμα του το 767 μ.Χ.».
Ο άγιος Ιωσήφ, ο υμνογράφος του οσίου, δεν μπορεί να μην τονίσει αφενός το διπλό στεφάνι που έλαβε ο Στέφανος από τον αγωνοθέτη Κύριο: της μοναχικής ασκήσεως και της μαρτυρικής αθλήσεως («διπλούς τους στεφάνους έλαβες ασκήσεως και αθλήσεως, Πάτερ» ), αφετέρου το παρόμοιο τέλος που είχε με τον ομώνυμό του πρωτομάρτυρα Στέφανο, δηλαδή το τέλος διά λιθοβολισμού και κτυπημάτων («λαός ο παράνομος…λίθοις σε ως τον πρώταθλον αφειδώς έβαλε και την κάραν, πάτερ, την αγίαν σου συνέτριψε», δηλαδή: ο παράνομος λαός σε κτύπησε με λίθους σκληρά σαν τον πρώταθλο Στέφανο, και την κάρα σου, πάτερ, την αγία τη συνέτριψε).  Κατά πάγια μάλιστα τακτική των Πατέρων της Εκκλησίας μας, κάτι που ακολουθεί και ο άγιος Ιωσήφ, τα δύο στεφάνια, της άσκησης και του μαρτυρίου,  συνδέονται αρρήκτως μεταξύ τους με τη σχέση αιτίου και αιτιατού: η ασκητική του άθληση οδήγησε και στο μαρτύριο, σαν να ήταν το μαρτύριο το επιστέγασμα των ασκητικών του καμάτων. «Μαρτυρικαίς έστεψε τιμαίς τους ασκητικούς σου αληθώς καμάτους, όσιε Στέφανε, ο αγωνοθέτης μόνος Θεός ημών». (Ο αγωνοθέτης μόνος Θεός μας, ο Χριστός, όσιε Στέφανε, στεφάνωσε με μαρτυρικές τιμές τους ασκητικούς σου πράγματι κόπους). Κι είναι αλήθεια: πλην εξαιρέσεων, το μαρτύριο του αίματος μπορεί να το περάσει μόνον εκείνος που έχει αθληθεί στο μαρτύριο της συνειδήσεως, κάτι που κατεξοχήν φανερώνεται με τους ασκητικούς καμάτους.
Ο όσιος Στέφανος οδηγήθηκε στο μαρτύριο λόγω της επιμονής του στην ορθόδοξη πίστη, που την εποχή εκείνη (8ος μ.Χ. αιώνας) αποδεικνυόταν με την αποδοχή των εικόνων («μαρτυρήσας ως αυτού εικόνα σεβαζόμενος πάντων τε των αγίων»). Ήταν από εκείνους που κατεξοχήν με την πράξη της ζωής του συνέβαλε στη στερέωση του ορθοδόξου φρονήματος – μη ξεχνάμε ότι η εικονομαχία ήταν στην πραγματικότητα χριστολογική αίρεση, δηλαδή αμφισβητούσε την αληθινή εικόνα του Χριστού ως Θεού και ανθρώπου – γι’  αυτό και είχε και ο ίδιος εικόνες: του Κυρίου, της Παναγίας, των άλλων αγίων, τις οποίες σεβόταν, ασπαζόταν, προσκυνούσε, απονέμοντας βεβαίως τιμητική προσκύνηση σ’ αυτές. Ένας ύμνος μάλιστα του υμνογράφου μας αποδίδει «ζωγραφικά» τη στάση του οσίου απέναντι στις εικόνες. Ο όσιος γονατιστός προφανώς μπροστά στην εικόνα της Παναγίας Μητέρας του Κυρίου μας, τον Οποίο βαστάζει στην αγκαλιά της, κατασπάζεται ένδακρυς Εκείνη και τον Υιό Της, προσευχόμενος να δώσουν λύση στο πρόβλημα που ταλάνιζε την Εκκλησία και νιώθοντας αισθητά τη χάρη του αγίου Πνεύματος, η οποία τον ενδυνάμωνε να βδελυχθεί το δυσσεβές δόγμα του δυσσεβούς βασιλιά, συνεπώς και να δώσει και την ίδια τη ζωή υπέρ της αληθούς πίστεως. «Σεπτήν εικόνα του Χριστού και της Τούτον τεκούσης ασπαζόμενος, μάκαρ, βασιλέως δυσσεβούς το δόγμα το δυσσεβές εβδελύξω, σθένει Θείου Πνεύματος».
Η περιγραφή του υμνογράφου εν προκειμένω γίνεται σημείο προσανατολισμού. Στο κάθε πρόβλημα, δικό μας ή των άλλων, η προσευχητική στάση μας μπροστά στην εικόνα του Κυρίου και της Παναγίας μας είναι το κατεξοχήν όπλο μας. Η προσευχή αυτή, ενδυναμούμενη και από κάποια προσπάθεια εφαρμογής των εντολών του Κυρίου μας, μας οδηγεί στη διέξοδο των προβλημάτων μας. Κι η σπουδαιότερη διέξοδος τις περισσότερες φορές είναι η από τον Κύριο προσφορά της χάρης της υπομονής, ώστε να αντέχουμε τα προβλήματα.

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΠΕΡΣΗΣ

«Ο άγιος Ιάκωβος ήταν επί των βασιλέων Ονωρίου και Αρκαδίου, χριστιανός από γονείς χριστιανούς, κατοικούσε στην πόλη Βηθλαβά, στη χώρα των Ελουζησίων, από γένος έντιμο και λαμπρό, και ετιμάτο πολύ από τον βασιλιά Ισδιγέρδο. Γι’  αυτόν τον λόγο, επειδή δηλαδή τον αγαπούσε πολύ ο βασιλιάς των Περσών, απομακρύνθηκε από την πίστη των Χριστιανών και ακολούθησε τον βασιλιά, οδηγούμενος έτσι στην απώλεια με την άρνηση του Χριστού. Όταν όμως η μητέρα του και η σύζυγός του διέκοψαν την κοινωνία τους με αυτόν, διότι προτίμησε την αγάπη του βασιλιά από την αγάπη του Χριστού, και για την πρόσκαιρη δόξα επέλεξε την αιώνια ντροπή και κατάκριση – κάτι που του το μήνυσαν με γράμματα που του έστειλαν – πληγώθηκε στην ψυχή και απομακρύνθηκε από τη μάταια θρησκεία του βασιλιά, οπότε άρχισε να κλαίει για όσα αμάρτησε, καθώς αποστάτησε από τον Χριστό. Για τον λόγο αυτό οδηγείται σε εξέταση, ενώ ο βασιλιάς δυσαρεστήθηκε  πάρα πολύ από το γεγονός. Αποτέλεσμα ήταν να υποστεί πικρό θάνατο, με την κατάτμηση λίγο λίγο της αρμονίας του σώματος: των χεριών και των ποδιών και των βραχιόνων, ώστε να μείνει μόνον σ’  αυτόν το κεφάλι με την κοιλιά. Έπειτα του αφαίρεσαν και το κεφάλι με μαχαίρι».
Η μητέρα και η σύζυγος του αγίου Ιακώβου έπαιξαν τον ρόλο του αλείπτη, δηλαδή του πνευματικού προπονητή του, όταν η συναισθηματική προσκόλληση του αγίου στον βασιλιά των Περσών τον απομάκρυνε από την πίστη του Χριστού. Όπως σημειώνει ο υμνογράφος: «Νουθεσίαν εμφρόνως δεξάμενος των οικειοτάτων σου χαίρων εχώρησας προς τους αγώνας». (Δέχτηκες τη νουθεσία των πιο οικείων προσώπων σου με φρόνηση, και με χαρά προχώρησες προς τους μαρτυρικούς αγώνες). Και: «πεισθείς τη καλή συζύγω…ανεδείχθης μάρτυς θαυμαστός».  Όπως συνέβαινε ιδίως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οπότε και αναφάνηκε ο συγκεκριμένος αυτός θεσμός: να καθοδηγούνται από έμπειρους πνευματικούς, τους αλείπτες ονομαζομένους,  οι αρνησίχριστοι, ώστε μετά από προετοιμασία να πηγαίνουν στο μαρτύριο, ομολογώντας την πίστη τους εκεί που αρνήθηκαν τον Χριστό, έτσι και με τον Ιάκωβο: χωρίς να έχουν συνείδηση επακριβώς του συγκεκριμένου ρόλου τους η μητέρα και η γυναίκα του, αυθόρμητα, έγιναν το όργανο του Θεού για να μεταστραφεί και πάλι εκείνος, και μάλιστα να φτάσει στο μαρτύριο. Και τι μαρτύριο; Τέτοιο που ο υμνογράφος μάς προτρέπει να στενάξουμε και να κλάψουμε, βλέποντας το τι πέρασε με την ομολογία του Χριστού. «Από ψυχής στενάξωμεν πάντες, δάκρυα εκχέοντες, καθορώντες πικρώς τον Μάρτυρα μελιζόμενον».
Το τρομερό αυτό μαρτύριο όμως που υπέστη – «των δακτύλων και των χειρών, και βραχιόνων εκκοπέντων σου, ομοίως και ποδών και κνημίδων σου, μέχρι μηρών εκαρτέρησας» - δηλωτικό της γνήσιας μεταστροφής και μετάνοιάς του, τον έκανε να αναφανεί ως νέο αστέρι εκ Περσίδος, καθοδηγητικό των υπολοίπων χριστιανών. Ο άγιος Θεοφάνης δηλαδή, ο υμνογράφος του αγίου Ιακώβου, έκθαμβος μπροστά πια στα φοβερά μαρτύριά του, τον θεωρεί ως αντίστοιχο με το αστέρι που καθοδήγησε κατά τη Γέννηση του Κυρίου τους εκ Περσίδος μάγους. Ο άγιος Ιάκωβος μάς φέρνει μπροστά στον Χριστό μέσω του μαρτυρίου του. Εκείνον προβάλλει το πάθος του, το οποίο βεβαίως κατανοείται ως μαρτύριο «κοινωνίας των παθημάτων του Χριστού». «…Ιακώβου του εκ Περσίδος ημίν αστράψαντος, δίκην αστέρος του τοις Μάγοις φανέντος, και προς την αληθή επίγνωσιν καθοδηγήσαντος». Και: «Εκ Περσίδος αστέρα νεοφανή ο Χριστός ανατείλας τοις επί γης, τον θείον Ιάκωβον…δι’ αυτού τον ζόφον της πλάνης απήλασε». (Ο Χριστός ανέτειλε στους ανθρώπους τον θείο Ιάκωβο ως νεοφανή αστέρα…και δι’  αυτού έδιωξε τη σκοτεινιά της πλάνης). Ο παραλληλισμός που κάνει ο υμνογράφος, λόγω της αφορμής που του δίνει η εκ Περσίας καταγωγή του Ιακώβου, είναι καταπληκτικός. Διότι έτσι τονίζει με πράγματι μοναδικό τρόπο τη δύναμη του χριστιανικού μαρτυρίου: ο θάνατος ενός χριστιανού δίνει τη μεγαλύτερη ώθηση στην πίστη των ανθρώπων. Είναι όντως ένα φως που καθοδηγεί τους εν σκότει ευρισκομένους.
Ο Θεοφάνης όμως, πέραν των ανωτέρω, κάνει και δύο ακόμη σημαντικές επισημάνσεις.  Πρώτον∙ ο άγιος Ιάκωβος τελικώς με τη μεταστροφή του αποδεικνύεται πράγματι έξυπνος. Ενώ ένας κοσμικός άνθρωπος, με κριτήρια απιστίας, θα έλεγε ότι εκμεταλλευόμενος τη σχέση του με τον βασιλιά, όπως και τη θέση και τα πλούτη που του εξασφάλιζε η γνωριμία του αυτή, τότε ήταν πραγματικά έξυπνος, με τα κριτήρια της πίστεως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Και δικαίως: έξυπνος τελικώς είναι εκείνος που προκρίνει το αιώνιο από το πρόσκαιρο και το φθαρτό. Κι αυτό έκανε ο άγιος Ιάκωβος. «Ρεόντων το φθαρτόν και ευδιάλυτον παρείδες εμφρόνως, Στεφανηφόρε∙ ως αγχίνους δε προέκρινας των αεί προσμενόντων  το ασάλευτον». (Περιφρόνησες, στεφανηφόρε Ιάκωβε, γιατί είχες φρόνηση, το φθαρτό και το ευδιάλυτο των πρόσκαιρων πραγμάτων. Σαν έξυπνος δε άνθρωπος προτίμησες το ασάλευτο των αιωνίων πραγμάτων). Πόσο πρέπει να τονίζουμε την αλήθεια αυτή και σήμερα, που δυστυχώς δεν μπορούμε να δούμε το προέχον των αιωνίων από τα προσωρινά και φθαρτά. Και είμαστε και χριστιανοί.
Δεύτερον∙ ο άγιος Ιάκωβος, όπως τον παρουσιάζει ο υμνογράφος, εξαγγέλλει επίσης μία αλήθεια που δεν λαμβάνεται υπόψη όσο πρέπει: ό,τι υφίσταται ένας πιστός χάριν της πίστεώς του, τόσο αυτό που υφίσταται αναπληρώνεται αντιστοίχως από τον Θεό και γίνεται η δόξα του. Σαν τον Σταυρό του Κυρίου: το Πάθος έγινε η δόξα Του. Με τη διατύπωση του ιδίου του υμνογράφου: «Ει και τα μέλη μου αισθητά όντα τέμνετε, αλλ’ έχω Χριστόν, νοητώς μοι τα πάντα γινόμενον». (Αν και τα μέλη μου που είναι αισθητά τα κομματιάζετε, όμως έχω τον Χριστό, που νοητά γίνεται τα πάντα για μένα). Με άλλα λόγια: ο πιστός, έστω κι αν βλέπει να του παίρνουν τα πάντα (για παράδειγμα σήμερα, τον μισθό, τη σύνταξη, τις κοινωνικές παροχές, την εργασία),  όσο έχει τον Χριστό, όσο η πίστη του είναι ζωντανή, θα βλέπει Εκείνον να του αναπληρώνει ό,τι έχασε με τρόπο θαυμαστό. Αλλά καταντάμε κουραστικοί κάθε φορά: έχουμε την πίστη Του; Κρατάμε τον Χριστό;

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ


«Διδάσκαλε αγαθέ…». «Τι με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός, ει μη εις∙ ο Θεός»
α. Μία αξιολογική κρίση για τον Ίδιο και μία ερώτηση περί της αιώνιας ζωής δέχεται ο Κύριος από έναν άρχοντα, στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα του Λουκά, το οποίο είναι καθ’  όλα ίδιο – πλην της προσθήκης  ότι πρόκειται περί πλουσίου νεαρού – με το αντίστοιχο ευαγγέλιο του  Ματθαίου. Και προξενεί εντύπωση  το γεγονός ότι ο Κύριος δεν μένει μόνο στο θεωρούμενο βασικό ερώτημα – ποιο ερώτημα μπορεί να θεωρηθεί πιο ουσιαστικό από αυτό της αιώνιας ζωής; - αλλά σχολιάζει και την κρίση γι’  Αυτόν: «Διδάσκαλε αγαθέ». Γιατί άραγε; Ποιος ο λόγος ο Κύριος να μην αφήσει κατά μέρος την προσφώνησή Του από τον προσελθόντα άρχοντα;
β. 1. Ο Κύριος καταρχάς δεν αμφισβητεί τον ρόλο Του ως διδασκάλου. Δεν σχολιάζει το γεγονός ότι πράγματι ήλθε στον κόσμο και ως Διδάσκαλος. Όλοι όσοι Τον προσήγγιζαν, όντως Τον αποδέχονταν με τον συγκεκριμένο τρόπο, χωρίς ο Κύριος να απορρίπτει τη συγκεκριμένη Του ιδιότητα. Κι είναι ευνόητο: ήταν ο Ίδιος ο Λόγος του Θεού, που και ως άνθρωπος λειτούργησε με τον συγκεκριμένο τρόπο. «Εγώ ήλθον ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία». «Με αποκαλείτε Διδάσκαλο και Κύριο. Και πράγματι είμαι». Ο λόγος συνεπώς και η διδασκαλία Του περιέκλειε την παντοδυναμία του Θεού, ήταν το όχημα, θα έλεγε κανείς, να καλέσει η χάρη του Θεού την καρδιά του ανθρώπου, ή, με τη διατύπωση του αποστόλου Παύλου, το ευαγγέλιό Του ήταν και είναι  «η δύναμις του Θεού εις σωτηρίαν παντί τω πιστεύοντι». Το «ουδέποτε ελάλησεν άνθρωπος ως ούτος ο άνθρωπος» θα αποτελεί πάντοτε σε όλους τους αιώνες την αντίδραση των ακροατών Του, ακόμη και των θεωρουμένων αρνητών και εχθρών Του. Και βεβαίως, ως γνωστόν, ο Κύριος λειτουργούσε ως διδάσκαλος και μέσα από τα θαύματά Του. Τα θαύματά Του δεν ήταν «μαγικά», προς θάμπωμα των ανθρώπων, αλλά άλλου είδους φανέρωση και μαρτυρία της νέας πραγματικότητας που έφερνε στον κόσμο.
2. Η αντίδρασή Του είναι για τον χρωματισμό που δίδει σ’  Αυτόν ως διδάσκαλο ο προσελθών άρχων: «Τι με λέγεις αγαθόν;» Για να συμπληρώσει με ό,τι αποκαλύπτει για την έννοια του αγαθού η Παλαιά Διαθήκη: «ουδείς αγαθός, ει μη εις, ο Θεός». Το δεύτερος σκέλος, η αξιωματική θέση ότι ο Θεός είναι ο μόνος αγαθός φωτίζει την άρνηση της αποδοχής του χαρακτηρισμού και για τον Ίδιο. Τι θέλουμε να πούμε; Ο Κύριος προφανώς δεν αρνείται αυτό που ήλθε να φανερώσει: ότι είναι ο ενανθρωπήσας Θεός. Αλλά η φανέρωση αυτή γινόταν σταδιακά, διότι απαιτούσε την ανάλογη πίστη των ανθρώπων. Ας θυμηθούμε ότι και οι μαθητές Του, ακόμη δε και η ίδια η Παναγία Μητέρα Του, δεν έφτασαν στο σημείο αυτό φωτισμού – να Τον πιστεύουν και ως Θεό – παρά μόνον μετά την Ανάληψή Του, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Με τη δύναμη της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος θα διανοίγονταν τα μάτια της ψυχής τους, για να Τον δουν στην ολοκληρία Του: τον Θεό που ενανθρώπησε. Ακόμη και η ομολογία του αποστόλου Πέτρου ότι είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος, λίγο καιρό προ των Παθών Του, ήταν μία περιστασιακή ομολογία, η οποία μετά από λίγο θα γινόταν τριπλή άρνηση. Και περισσότερο: η αποκάλυψη της θεϊκής Του δόξας στο όρος Θαβώρ στους «προκρίτους» των μαθητών Του, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, θα συνοδευόταν από την εντολή να μην πουν τίποτε για όσα είδαν και άκουσαν, παρά μόνον μετά την εκ νεκρών Ανάστασή Του.
3. Έτσι, η ερωτηματική άρνησή Του ότι είναι  και Αυτός αγαθός αποτελεί το προστατευτικό κάλυμμα σ’ εκείνον – τον άρχοντα, αλλά και όλους τους ακροατές Του της ώρας εκείνης – που έτσι κι αλλιώς δεν Τον προσήγγισε ως τον Μεσσία  και που δεν είχε τους ανάλογους οφθαλμούς και τη δύναμη να Τον αποδεχτεί ως Θεό, πολλώ μάλλον που η εξέλιξη του διαλόγου απέδειξε και τη μη γνησιότητα της αναζήτησης του άρχοντα: στην υπόδειξη του Κυρίου να Τον ακολουθήσει για να βρει το «ένα που του έλειπε», ώστε να κερδίσει την αιώνια ζωή, με απόρριψη του βάρους του πλούτου του, εκείνος «απήλθε λυπούμενος». Διότι προφανώς η αγάπη για τα πλούτη του ήταν μεγαλύτερη από την αγάπη του για τον Θεό. Η πλάγια αυτή άρνηση του Κυρίου ότι είναι αγαθός, γι’ αυτούς που δεν μπορούν να Τον δουν ως Θεό, θυμίζει την περίπτωση του Μωυσή, όταν κατέβηκε από το όρος Σινά με τις πλάκες του Νόμου: είχε κάλυμμα στο πρόσωπό του, διότι οι συμπατριώτες του αδυνατούσαν να αντέξουν τη λάμψη που εξέπεμπε. Αντιστοίχως λοιπόν και ο Κύριος: δρα με τρόπο φιλάνθρωπο, προκειμένου να προστατέψει τους αδύναμους πνευματικούς οφθαλμούς του προσελθόντος σ’ αυτόν άρχοντα.
4. Είπαμε όμως ότι ο Κύριος προσανατολίζει στον μόνο Αγαθό, τον αληθινό Θεό. «Ουδείς αγαθός, ει μη εις, ο Θεός». Μία αλήθεια που καταλαβαίνει κανείς τη σημασία της, όταν σκεφτεί ότι όλες οι φιλοσοφίες και οι προβληματισμοί του ανθρώπου στο διάβα των αιώνων το περί αγαθού ερώτημα είχαν ως επίκεντρο των αναζητήσεών τους. Διότι ανάλογα με το τι προσδιόριζε κανείς ως αγαθό, αντιστοίχως καθόριζε και το πρακτέο της ζωής του. Με άλλα λόγια, η αξιολογία – ο λόγος περί του αγαθού – οδηγούσε και στην ανάλογη δεοντολογία. Δύο απλά παραδείγματα νομίζουμε μπορούν να φωτίσουν τα πράγματα. Το ένα: Ο άφρων πλούσιος της προηγουμένης Κυριακής – που σημειωτέον στο βάθος δεν διαφέρει και πολύ από τον σημερινό άρχοντα – ως αγαθό της ζωής του είχε τα πλούτη του και τα υλικά αγαθά του. Η αξιολογία του αυτή: ο πλούτος είναι ό,τι αξίζει στη ζωή, τον οδήγησε και στην ανάλογη πράξη: να είναι ένας ατομιστής, που δεν βλέπει τίποτε στη ζωή του πέρα από τον εαυτό του. Κι από την άλλη: Ο Ζακχαίος του γνωστού περιστατικού της Καινής Διαθήκης, πλούσιος και αυτός, έχει διαφορετική αξιολογική κλίμακα. Η συνάντησή του με τον Κύριο αλλάζει τις προτεραιότητές του και αγαθό γι’ αυτόν γίνεται ο Θεός και το θέλημά Του. Η πράξη έπειτα της ζωής του επιβεβαιώνει την αλλαγή: αποκαθιστά τις αδικίες που είχε διαπράξει, μοιράζει την περιουσία του στους πτωχούς.
Έτσι, ο τονισμός από τον Κύριο του Θεού ως του μόνου Αγαθού προσανατολίζει τον άνθρωπο σ’  Εκείνον που (πρέπει να) συνιστά κέντρο της ζωής του και κινητήρια δύναμη των ενεργειών του. Είναι σαν να υπενθυμίζει ο Κύριος ότι ο Θεός δεν είναι το περιθώριο της ζωής, αλλά η βάση και το θεμέλιο, η πηγή όλων των αξιών, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα ότι ο άνθρωπος δεν είναι ο ίδιος αγαθός, δηλαδή δεν είναι και δεν μπορεί να είναι η αξιακή αναφορά του κόσμου, μπορεί όμως να γίνει αγαθός, στο βαθμό που αποδέχεται τον αγαθό Θεό και σχετίζεται με Αυτόν.
γ. Ως χριστιανοί είμαστε σε προνομιούχο θέση: πιστεύουμε στον Χριστό, ως Θεό και άνθρωπο, συνεπώς Τον θεωρούμε ως τον όντως Αγαθό, την μόνη και απόλυτη αξία της ζωής μας. Όλη η εκκλησιαστική ζωή πλέκεται γύρω από αυτήν την πραγματικότητα, που καθορίζει και την πορεία μας ως χριστιανών. Είμαστε όμως, ακριβώς για τον ίδιο λόγο, και στη δεινότερη θέση: αν δεν γινόμαστε μαζί Του αγαθοί, αν δεν είμαστε κι εμείς ως μέλη Του αγαθοί, σημαίνει ότι δεν έχουμε καμία πραγματική σχέση μ’  Εκείνον. Και αγαθός, κατά το πρότυπο του Κυρίου, θα πει: άνθρωπος πίστεως και αγάπης προς τον Θεό, άνθρωπος πίστεως και αγάπης προς τον συνάνθρωπο. Αγαθός μ’  ένα λόγο γίνεται εκείνος που διαπνέεται πραγματικά από αγάπη, διότι ο φύσει Αγαθός, ο Θεός, «αγάπη εστί».

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΠΑΦΛΑΓΩΝ

«Ο όσιος Στυλιανός αγιάστηκε ήδη από τη μήτρα της μητέρας του και έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Έδωσε μάλιστα ό,τι περιουσία  είχε στους πτωχούς και ακολούθησε τον μοναχικό βίο, ξεπερνώντας όλους στην επίπονη άσκηση και τη σκληραγωγία. Έπειτα πήγε στην έρημο, κι αφού βρήκε ένα σπήλαιο ως τόπο κατοικίας, δεχόταν τροφή από θείο άγγελο κι έγινε θεραπευτής ποικίλων ανιάτων παθών. Όταν κάποτε ο φθοροποιός θάνατος, προσβάλλοντας  νεογνά, έκανε άτεκνες αυτές που είχαν γεννήσει, οι μητέρες επικαλούνταν το όνομα του αγίου και φτιάχνοντας το τίμιο εικόνισμά του ξαναγίνονταν και πάλι ικανές προς τεκνοποιία. Όταν πέθανε, το σώμα του κατατέθηκε στη χώρα των Παφλαγόνων, επιτελώντας πολλές ιάσεις και θαυματουργίες».
Ο όσιος Στυλιανός είναι γνωστός ως προστάτης, κυρίως, των παιδιών: των νηπίων, των βρεφών, των νεογνών. «Εξαιρέτως νεογνών και νηπίων και βρεφών προστάτης εδείχθης θερμότατος». Το ιδιαίτερο αυτό χάρισμά του ως προς τα παιδιά, όπως σημειώνει το συναξάρι του,  δεν του δόθηκε αυθαίρετα. Ο ίδιος ο Θεός φανέρωσε τη θέλησή Του να θεραπεύονται τα παιδιά μέσω αυτού: η επίκληση του ονόματός του γινόταν ίαμα σ’ αυτά και στις μητέρες τους. «Ο Χριστός σε εμεγάλυνε, χάριτι πολλή, και θείοις θαύμασι, και νεογνών και νηπίων ακέστορα (=θεραπευτή, σωτήρα), Πάτερ, τω κόσμω σε έδειξε». Ποια η αιτία που πρέπει να εννοήσουμε για το χάρισμα αυτό; Γιατί κατεξοχήν αυτός να θεωρείται ο ευεργέτης των παιδιών; Η απάντηση μάλλον σχετίζεται με αυτό που κατά κόρον θίγει ο υμνογράφος της ακολουθίας του, εν προκειμένω ο μακαριστός γέροντας π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης: ότι αγιάστηκε ήδη από την κοιλιά της μητέρας του. «Θεώ από παιδός ανετέθη»∙ «ηγίασε, Πάτερ,  σε ο Θεός μητρός εκ κοιλίας»∙ «αγιασθείς από μητρώας νηδύος». Και τούτο διότι ο Θεός προείδε, μέσα στα πλαίσια της παγγνωσίας Του, τη θετική προς Αυτόν στάση του, οπότε τον χαρίτωσε με πλούσια χαρίσματα και σημεία. «Απαλών εξ ονύχων σε ο Θεός προσελάβετο, προειδώς του βίου σου την χρηστότητα». Η από τόσο νωρίς κλήση του από τον Θεό μάλιστα κάνει τον υμνογράφο να τον παραλληλίζει με γιγάντια από το παρελθόν αναστήματα, που και αυτά είχαν κληθεί με αντίστοιχο τρόπο: τον προφήτη Σαμουήλ, τον προφήτη Ιερεμία, τον προφήτη και Πρόδρομο του Κυρίου, Ιωάννη τον Βαπτιστή («Σαμουήλ ως ένθεος», «ως ο κλεινός Ιερεμίας», «ώσπερ ο μέγας Βαπτιστής»).
Ο περιορισμός όμως των χαρισμάτων του μεγάλου Στυλιανού μόνο στον κόσμο των παιδιών θα ήταν μία συρρίκνωση μη αληθινή της θαυμαστής παρουσίας του στην Εκκλησία. Και τούτο διότι η Εκκλησία μας τον προβάλλει, πέρα από προστάτη των παιδιών, και ευρύτερα ως έναν από τους στύλους της, ως ένα από τα στηρίγματά της: «στύλος άσειστος της Εκκλησίας, Στυλιανέ, ανεδείχθης, μακάριε», κατά το γνωστό απολυτίκιό του. Χρειάζεται να το εξηγήσουμε. Η Εκκλησία μας βεβαίως στηρίζεται στον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της, γι’  αυτό και ως θεοΐδρυτη «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής», όμως ο ίδιος ο Χριστός θέλησε να μαρτυρείται στον κόσμο και να στερεώνονται οι άνθρωποι και μέσω των πιστών Του. Εκείνος ήταν που είπε ότι οι μαθητές Του θα αποτελούν τους μάρτυρές Του στον κόσμο όλο, όπως και ότι το όνομά Του θα βλασφημείται ή όχι εξαιτίας τους. Από την άποψη αυτή, ο πιστός που με συνέπεια ακολουθεί τον Κύριο, σαν τον όσιο Στυλιανό – «τω Χριστώ ηκολούθησας τελείω φρονήματι» - γίνεται και αυτός ένας στύλος της Εκκλησίας, κατά το θέλημα του ίδιου του Χριστού: οι άνθρωποι μπορούν να στηρίζονται επάνω του, βλέποντας σαν σε διαφάνεια την παρουσία Εκείνου.
Ποιο το κύριο γνώρισμα της αγιασμένης ζωής του, κατά τους ύμνους της Εκκλησίας μας; Ο άγιος Στυλιανός «αξίως διέπρεψε ηθών καθαρότητι και αγώσιν ιεροίς αρετών τελειότητος, ώσπερ άγγελος». (Διέπρεψε στην καθαρότητα των ηθών και στους ιερούς αγώνες για να αποκτήσει την τελειότητα των αρετών ως άγγελος). Κι αυτό θα πει ότι αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του, ώστε να ζήσει την αγάπη του Θεού, ήταν η εγκράτεια. Επανειλημμένως η ακολουθία του αναφέρει ότι υπήρξε «στήλη έμψυχος της εγκρατείας», «της εγκρατείας αληθής υποτύπωσις». Δεν είναι τυχαίο ότι προβάλλεται «ως άσαρκος», «φθαρτών την αίσθησιν ολικώς βδελυξάμενος», ζώντας σε ένα σπήλαιο και τρεφόμενος από άγγελο του Θεού. Μιλώντας όμως για εγκράτεια δεν πρέπει να την εννοήσουμε με έννοια αιρετική: ως αποχή των αισθητών από μίσος προς αυτά ή ως μία άρνηση γενικότερα προς τη ζωή. Η εγκράτεια, κατά την πίστη μας, είναι η απομάκρυνση από τη γοητεία που ασκεί ο κόσμος  στον άνθρωπο μέσω των αισθήσεών του, διότι έχει προσανατολίσει εν αγάπη και θείω έρωτι τον νου και την καρδιά του προς τον Θεό. Η εγκράτεια δηλαδή είναι μία γενική αρετή, που χαρακτηρίζει όλη τη ζωή του ανθρώπου. «Ο πιστός πάντα εγκρατεύεται».
Που σημαίνει: δεν είναι δυνατόν να στραφεί κάποιος προς τον Θεό, αν ταυτοχρόνως δεν καταβάλλει προσπάθεια απεγκλωβισμού του από τον μαγνήτη των παθών. «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν». Δεν είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να είναι κανείς με τον Θεό, να ακολουθεί τα ίχνη του Χριστού, χωρίς να θέλει να νηστεύει. Η νηστεία, ως στοιχείο εγκράτειας, δηλώνει το πού έχει ρίξει ο πιστός το κέντρο βάρους της ψυχής του. Αδυναμία νηστείας – εννοείται χωρίς να υπάρχει ιατρικός λόγος – σημαίνει ότι η ψυχή είναι «δεμένη» με τα πράγματα του κόσμου τούτου και όχι με τον Χριστό.  Έτσι η εγκράτεια κατανοείται πρωτίστως με θετική διάσταση. Για να χρησιμοποιήσουμε μία εικόνα: είναι σαν το ελατήριο εκείνο που συμπιεζόμενο, μπορεί να φαίνεται ότι μικραίνει, μαζεύει όμως τεράστια ενέργεια. Κι η ενέργεια αυτή μπορεί να δώσει μεγάλη ώθηση πετάγματος. Η εγκράτεια λοιπόν, ασκούμενη σωστά στην Εκκλησία, δίνει εκείνη την τεράστια ενέργεια, προκειμένου κανείς να «πετάξει», να ακολουθήσει δηλαδή τα χνάρια του Χριστού. Στην πραγματικότητα είναι το «απαρνησάσθω εαυτόν» που είπε ο Κύριος, για να γίνει κάποιος ακόλουθος και μαθητής Του. «Κατεπλάγησαν την σην ασκητικήν διαγωγήν οι ορώντες σε, σοφέ, άσαρκον βίον εν σαρκί πολιτευόμενον έρωτι τω αγίω» θα σημειώσει για τον άγιο Στυλιανό επί του θέματος ο υμνογράφος. Δηλαδή: Αυτοί που σε έβλεπαν, σοφέ, να ζεις από άγιο θεϊκό έρωτα άσαρκο βίο μέσα σε σάρκα, έμειναν έκπληκτοι για την ασκητική σου διαγωγή. Είθε, με τις πρεσβείες του οσίου μεγάλου Στυλιανού, η χάρη του Θεού να δώσει να ζούμε και εμείς με λίγη εγκράτεια, σ’  έναν κόσμο που ταλανίζεται μεν από όλων των ειδών τις κρίσεις, αλλά είναι βουτηγμένος κατά το πλείστον στις διάφορες εμπαθείς ηδονές.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΟΦΟΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑ (25 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

«Η αγία Αικατερίνα ήταν από την πόλη της Αλεξάνδρειας, κόρη κάποιου άρχοντα, ονόματι Κώνστα, πάρα πολύ ωραία, αξεπέραστης μάλιστα ομορφιάς, ψηλή και λεπτή κατά το σώμα, ετών δεκαοκτώ. Αυτή λοιπόν αφού σπούδασε, στο ανώτερο δυνατό σημείο, όλη τη ελληνική και ρωμαϊκή παιδεία, δηλαδή τον Όμηρο και τον Βιργίλιο, τον μέγιστο ποιητή των Ρωμαίων, τον Ασκληπιό και τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό από τους ιατρούς, τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, τον Φιλιστίωνα και τον Ευσέβιο από τους φιλοσόφους, τον Ιαννή και τον Ιαμβρή από τους μεγάλους μάγους, τον Διόνυσο και τη Σύβιλλα, όπως και κάθε ρητορική τέχνη που είχε εφευρεθεί στον κόσμο, ακόμη όμως αφού έμαθε  και κάθε λέξη από τις διάφορες γλώσσες, εξέπληξε όχι μόνο αυτούς που την έβλεπαν, αλλά και αυτούς που άκουγαν για τη φήμη, τη σοφία και την παιδεία της. Λόγω της ομολογίας της για τον Χριστό, βασανίστηκε πολύ από τον βασιλιά Μαξέντιο, ενώ στο τέλος της έκοψαν και το κεφάλι, δεχόμενη έτσι και το στεφάνι του μαρτυρίου από τον αθλοθέτη Χριστό, τον αληθινό Θεό μας».
«Αικατερίνα, και σοφή και παρθένος∙ εκ δε ξίφους, και μάρτυς∙ ώ καλά τρία!» Οι στίχοι αυτοί του συναξαρίου φανερώνουν τα χαρίσματα με τα οποία η Αικατερίνα κέρδισε τον Παράδεισο και απέκτησε τόσο μεγάλη θέση στο στερέωμα της Εκκλησίας. Δεν πρόκειται περί των φυσικών λεγομένων χαρισμάτων, τα οποία λίγο ή πολύ έχουν όλοι οι επί γης άνθρωποι. Μολονότι η αγία, όπως σημειώνει το συναξάρι της, ήταν όντως προικισμένη και με αυτά – διότι και σπάνια σωματική ομορφιά είχε και ιδιοφυής ήταν και σεμνή στο ήθος εκ χαρακτήρος – όμως με τη χάρη του Θεού και την ελεύθερη βούλησή της απέκτησε τα πνευματικά χαρίσματα, με τα οποία και μόνον αγιάζεται κανείς εν Θεώ και εισέρχεται στη Βασιλεία των Ουρανών. Και πνευματικά χαρίσματα είναι αυτά που έρχονται σε φως, όταν ο άνθρωπος αποκτήσει επίγνωση της δωρεάς του Θεού που του έδωσε στο άγιο βάπτισμα, όταν δηλαδή νιώσει ότι έγινε μέλος Χριστού και προσπαθήσει να ενεργοποιήσει τη νέα εν Χριστώ ζωή του τηρώντας τις εντολές του Χριστού.
 Έτσι λοιπόν και με την αγία Αικατερίνα: κατά τον στίχο που αναφέραμε, υπήρξε σοφή, με την έννοια ότι πέραν της ανθρώπινης σοφίας, φωτίστηκε πρωτίστως από τον Θεό και έλαβε Εκείνου τη σοφία. Ο φωτισμός αυτός μάλιστα, κατά τον υμνογράφο της αγίας, τον άγιο Θεοφάνη, δόθηκε με τη μεσολάβηση του αρχαγγέλου Μιχαήλ. Διά στόματος εκείνου έλαβε την όντως σοφία, την εξ ουρανού η αγία. «Την σοφίαν την όντως εξ Ουρανού, διά στόματος, μάρτυς, του Μιχαήλ, λαβούσα, πανεύφημε». Ο υμνογράφος όμως επιμένει στο θέμα αυτό, ιδίως μέ  ένα στίχο που φαίνεται να την παραλληλίζει  και με τον ίδιο τον Σολομώντα. Χωρίς να  κατονομάζει τον θεωρούμενο πράγματι σοφό βασιλιά του Ισραήλ, και μάλιστα από την παιδική του ηλικία, ίσως τον εννοεί, διότι και η Αικατερίνα «την εκ Θεού σοφίαν έλαβε παιδόθεν», κάτι που το απέδειξε, όταν με αυτήν κυρίως τη σοφία, έχοντας ως όργανο βεβαίως και την έξω, δηλαδή την κοσμική σοφία που είχε αποκτήσει, μπόρεσε να μυήσει στην πίστη του Χριστού εκατόν πενήντα διαπρεπείς ρήτορες, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν ως όπλο τους μόνον την κοσμική έννοιά της. Κι όχι μόνον τους μετέστρεψε, αλλά και τους έκανε, με τη χάρη του Θεού, να γίνουν και εκείνοι μάρτυρες Κυρίου. Είναι γνωστό ότι μαζί της εορτάζουν κατά το συναξάρι της ημέρας και «οι άγιοι εκατόν πεντήκοντα ρήτορες, οι διά της Αγίας Αικατερίνης πιστεύσαντες τω Χριστώ, οίτινες ετελειώθησαν πυρί». «Μαρτύρων το καύχημα, της ευσεβείας μύστης γεγένησαι, τω λαμπρώ σου Νυμφίω, Μαρτύρων δήμον προσαγαγούσα Χριστώ». (Αικατερίνα, που είσαι το καύχημα των μαρτύρων, έγινες μύστης της ευσέβειας, διότι οδήγησες στον λαμπρό σου Νυμφίο Χριστό (ολόκληρο) δήμο μαρτύρων).
Και μας δίνει την ευκαιρία η πάνσοφος αυτή νύμφη του Κυρίου, εν σχέσει και με τη σοφία των ρητόρων που αντιμετώπισε, να σημειώσουμε αυτό που επισημαίνει και ο υμνογράφος και που έχει αξία διαχρονική: η κοσμική σοφία των ρητόρων, επειδή ακριβώς δεν διαπνεόταν από τη χάρη του Θεού και στηριζόταν μόνον στις πλοκές των ανθρωπίνων ματαίων συλλογισμών, τελικώς ήταν «ανάπλεως απαιδευσίας», εντελώς γεμάτη από απαιδευσία. «Χαίροις, (Αικατερίνα), η των φληνάφων ρητόρων την θρασυστομίαν ελέγξασα, ως απαιδευσίας ανάπλεως». (Να χαίρεσαι, Αικατερίνα, σύ που έλεγξες το θρασύ στόμα των ρητόρων σαν κάτι που ήταν γεμάτο από έλλειψη παιδείας). Αληθινά: μία παιδεία χωρίς Χριστό, δηλαδή χωρίς χάρη Θεού, τι μπορεί να είναι; Κατά τη ρήση ενός αγίου Γέροντα: ένας έξυπνος δαιμονισμός. Πόσο πρέπει να προβληματιστούμε όλοι πάνω σ’  αυτήν την παρατήρηση του αγίου υμνογράφου! Ιδίως σήμερα, που χωρίς αιδώ και σκέψη πολλοί «υπεύθυνοι με θέση και εξουσία» αποδύονται σε αγώνα εξοβελισμού από την ελληνική εκπαίδευση κάθε χρώματος χριστιανικού.
Η αγία Αικατερίνα όμως υπήρξε και παρθένος και μάρτυς. Είχε δηλαδή εκείνα τα χαρίσματα που θεωρούνται τα πιο ισχυρά προκειμένου κανείς να «κατακτήσει» τον ουρανό. Το αίμα μάλιστα του μαρτυρίου της ήταν η προσφορά της στον Κύριο, κάτι παρόμοιο με την προσφορά της γυναικός του Ευαγγελίου,  που αγόρασε μύρο και το πρόσφερε σ’  Εκείνον, αλείφοντάς το στα πόδια Του, ως έκφραση της αγάπης της. «Ως αλάβαστρον μύρου το αίμα σου προσενήνοχας τω σω Νυμφίω Χριστώ, Αικατερίνα αθληφόρε αήττητε». Κι ήταν σαν μύρο το αίμα της, γιατί υπήρξε καρπός της βαθειάς αγάπης της σε Εκείνον, του πόθου της που την έκαιγε σαν φωτιά. «Πόθω πυρπολουμένη, Μάρτυς παναοίδιμε, τω του Δεσπότου σου». Και βεβαίως η παρθενία της, όπως πολλές φορές έχει τονιστεί, δεν εννοείται ως χάρισμα από πλευράς πρωτίστως σωματικής – υπάρχουν πολλές με το χάρισμα αυτό μακριά από τον Θεό: ας θυμηθούμε την παραβολή των δέκα παρθένων – αλλά από πλευράς ψυχικής και πνευματικής: ως καθαρότητα ψυχική λόγω αγιασμένης ζωής. «Καθάρασα σεαυτήν προθύμως διά πολιτείας». Η δύναμη της διπλής χάρης της αγίας Αικατερίνης ενώπιον του Θεού, της παρθενίας δηλαδή και του μαρτυρίου, διαπιστώνεται από τον υμνογράφο με εντυπωσιακό τρόπο. Βλέπει την αγία να βρίσκεται σε φωτεινούς θαλάμους στον Παράδεισο, κοσμούμενη με νυφικά στολίδια, κρατώντας με το δεξί χέρι της τη λαμπάδα της παρθενίας και με το αριστερό την κομμένη της κεφαλή. Όπως ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος παρίσταται στην εικόνα του με το αποκομμένο κεφάλι του, έτσι και η αγία Αικατερίνα. «Μετέστης προς θαλάμους φωτοειδείς, νυμφικοίς κοσμουμένη στολίσμασι, παρθενικήν έχουσα λαμπάδα τη δεξιά, τη δε ετέρα φέρουσα την αποτμηθείσαν σου κεφαλήν».
Ο άγιος υμνογράφος μας καθοδηγεί και σε άλλες διαστάσεις της πολυτάλαντης προσωπικότητάς της. Κι η διάσταση που δεν πρέπει να μείνει ασχολίαστη είναι ο τονισμός από αυτόν των αποτελεσμάτων της αγιασμένης ζωής και του μαρτυρίου της αγίας. Σημειώνει μεταξύ άλλων στο εξαποστειλάριο της ακολουθίας: «Ενεύρωσας το φρόνημα γυναικών, ω παρθένε, Αικατερίνα πάντιμε, αθλοφόρων η δόξα». (Ισχυροποίησες το φρόνημα των γυναικών, παρθένε και πάντιμε Αικατερίνα, συ που είσαι η δοξα των αθλοφόρων μαρτύρων). Η αίσθηση του υμνογράφου, αίσθηση της όλης Εκκλησίας, ότι η αγία Αικατερίνα με ό,τι έζησε και έκανε έδωσε νεύρο στο φρόνημα των γυναικών, τις έκανε πιο ισχυρές, είναι κάτι σημαντικό. Σε εποχή που τονίζονται τα δικαιώματα των γυναικών, που ο λεγόμενος φεμινισμός, ως κίνημα για να αποκτήσουν οι γυναίκες εκείνα που δικαιούνται μέσα σε μία ανδροκρατούμενη κοινωνία,  έρχεται συχνά πυκνά στην επικαιρότητα, η διαπίστωση ότι οι γυναίκες μάρτυρες, σαν την αγία Αικατερίνα, είναι αυτές που ουσιαστικά και δραστικά δυναμώνουν το φρόνημά τους, πρέπει να εξαγγέλλεται. Νομίζουμε ότι εδώ βρισκόμαστε σε ό,τι ανώτερο έχει δοθεί ως ώθηση  για τον φεμινισμό. Διότι αυτός δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στο παράδειγμα. Και δυναμικότερο παράδειγμα από μία γυναίκα που έδωσε και τη ζωή της για την πίστη στον Θεό και στον άνθρωπο δεν υπάρχει.

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΚΛΗΜΗΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΩΜΗΣ (24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

«Ο μακάριος και σοφότατος Κλήμης ήταν Ρωμαίος, καταγόμενος από βασιλική γενιά, υιός του Φαύστου και της Ματθιδίας, και απέκτησε όλη την παιδεία της ελληνικής γνώσεως. Όταν σώθηκε κάποτε με παράδοξο τρόπο από ναυάγιο και έτυχε να συναντήσει τον κορυφαίο των Αποστόλων Πέτρο, κατηχήθηκε από αυτόν στην αληθινή πίστη του Χριστού. Έγινε  κήρυκας του Ευαγγελίου και συνέγραψε τις διατάξεις των Αποστόλων, οπότε και καταστάθηκε επίσκοπος Ρώμης. Συνελήφθη όμως από τον Δομιτιανό και βασανίστηκε. Και επειδή δεν πειθόταν στα προστάγματά του, εξορίστηκε σε έρημη πόλη, κοντά στη Χερσώνα. Από εκεί πάλι, αφού του έδεσαν στον αυχένα σιδερένια άγκυρα, τον έριξαν στον βυθό της θάλασσας και έτσι τελειώθηκε.
Ο των θαυμασίων πραγμάτων όμως Θεός, δοξάζοντας και μετά θάνατον τον δικό Του δούλο, κάνει ένα μεγάλο και τεράστιο υπερφυσικό θαύμα. Από τότε δηλαδή που τον έριξαν στη θάλασσα, το νερό της θάλασσας υποχωρούσε τρία μίλια κάθε φορά στη μνήμη του αγίου και γινόταν ξηρά, που υποδεχόταν επί επτά ημέρες  αυτούς που πήγαιναν εκεί, στο συγκεκριμένο σημείο της ρίψεώς του. Το θαύμα αυτό δημιουργούσε ευφροσύνη σ’ αυτούς που έλπιζαν στον Κύριο. Κάποτε λοιπόν που υποχώρησε πάλι η θάλασσα και εισήλθε στην αποκαλυφθείσα ξηρά ο λαός, έτυχε να εγκαταλειφθεί στον τόπο εκείνο ένα μικρό παιδάκι, καθώς το ξέχασαν οι γονείς του. Μόλις το αντελήφθησαν, τα νερά της θάλασσας είχαν επανέλθει στη θέση τους, οπότε εκείνοι κίνησαν θρήνους και οδυρμούς σε όλη την πόλη. Την επόμενη χρονιά που το κύμα και πάλι υποχώρησε, πήγαν οι γονείς και βρήκαν το παιδί τους υγιές, να παρακάθεται στη λάρνακα του αγίου. Στις ερωτήσεις τους τι και πώς συνέβη, έμαθαν από το παιδί τους ότι τρεφόταν από τον ευρισκόμενο εκεί άγιο, που το προφύλασσε και από τη βλάβη των ψαριών. Γεμάτοι χαρά πήραν το παιδί τους, ευχαρίστησαν με τον δέοντα τρόπο τον άγιο και αναχώρησαν για το σπίτι τους, δοξάζοντας τον Θεό για το θαύμα Του αυτό».
Με τον άγιο Κλήμεντα (92-101 μ.Χ.) μεταφερόμαστε στο κλίμα της αποστολικής εποχής. Μαθητής και διάδοχος του αποστόλου Πέτρου ο Κλήμης θεωρείται ένας από τους αποστολικούς Πατέρες της Εκκλησίας,  εκείνους που ευτύχησαν να μαθητεύσουν παρά τους πόδας αυτών και να καταστούν μάλιστα συνεχιστές του έργου και της διακονίας τους. Μολονότι η κυριαρχούσα παράδοση της Εκκλησίας μας είναι ότι υπήρξε τρίτος επίσκοπος Ρώμης, μετά τους αγίους Λίνο και Ανέγκλητο – αυτό μας παραδίδει ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνων – ο υμνογράφος της ακολουθίας του άγιος Ιωσήφ ακολουθεί μία άλλη παράδοση, στηριζομένη στον εκκλησιαστικό συγγραφέα Τερτυλλιανό, ο οποίος ισχυρίζεται ότι ο Κλήμης διαδέχτηκε τον απόστολο Πέτρο στη Ρώμη, συνεπώς υπήρξε ο πρώτος επίσκοπος αυτής. «Πέτρου Κορυφαίου μαθητής, Πάτερ, γεγονώς, επί πέτραν τούτου εδόμησας λίθον ώσπερ τίμιον σαυτόν». «Πέτρος ο Απόστολος σε τα θεία μεμύηκε και αυτού διάδοχον καταλέλοιπεν άξιον».
 Όπως κι αν είναι  το πράγμα όμως, εκείνο που έχει σημασία είναι το γεγονός ότι όντως υπάρχει μία ιδιαίτερη και στενή σχέση του αποστόλου Πέτρου με τον άγιο Κλήμεντα, την οποία με πολλή δύναμη διακηρύσσει ο υμνογράφος, σε βαθμό που χρησιμοποιεί και τη μαθηματική σκέψη, προκειμένου να την προβάλει. Τι κάνει δηλαδή ο άγιος Ιωσήφ; Στοιχώντας στην αρχή της λογικής που λέει «τα προς τρίτον ίσα και μεταξύ τους ίσα», εφαρμόζει την αρχή αυτή στους Κύριο Ιησού Χριστό, απόστολο Πέτρο και άγιο Κλήμεντα, για να πει πόσο μακάριος από τον ίδιο τον Κύριο είναι και ο άγιος Κλήμης. «Μεμακάρισαι γνησίως, μαθητεύσας τω κήρυκι, μεμαθητευμένω Λόγω μακαρίσαντι, πάνσοφε, τούτον αξίως λαβόντα αποκάλυψιν εκ Πατρός ουρανίου». Δηλαδή: Έχεις μακαριστεί κατά γνήσιο τρόπο, διότι μαθήτευσες στον κήρυκα (του Χριστού, δηλαδή τον Πέτρο), ο οποίος υπήρξε μαθητής του Λόγου (Χριστού), που τον μακάρισε, πάνσοφε, για την αποκάλυψη που έλαβε από τον ουράνιο Πατέρα. Με άλλα λόγια: ο Πέτρος υπήρξε μαθητής του Κυρίου∙ ο Κλήμης υπήρξε μαθητής του Πέτρου∙ ο Κύριος μακάρισε τον Πέτρο∙ συνεπώς ο Κύριος μακάρισε κατ’  επέκταση και τον Κλήμεντα.
Δεν είναι όμως η γνωριμία του αγίου Κλήμεντα με τον απόστολο Πέτρο το μόνο στοιχείο, κατά τον υμνογράφο, για τη σπουδαία θέση του στο εκκλησιαστικό στερέωμα. Κάτι τέτοιο θα μας έβγαζε εκτός της χριστιανικής παραδόσεως. Αν κάποιος θεωρείται γνωστός των αποστόλων και γι’ αυτό σημαντικός, είναι διότι και εκείνος αγωνίστηκε να πολιτευτεί κατά την πίστη και τη ζωή των αποστόλων. Κι αυτό διαπιστώνει και ο άγιος Ιωσήφ: ο Κλήμης καταστάθηκε επίσκοπος Ρώμης, διότι η ζωή του τον έφτασε εκεί. Καθοδηγήθηκε από το άγιο Πνεύμα, εισήλθε στη ζωή του Πνεύματος και έτσι κατανόησε και τον ίδιο τον Κύριο, τον Οποίο κήρυσσε λόγω και έργω διαπαντός, και χάριν του Οποίου έδωσε και την ίδια του τη ζωή. «Εις βάθη του Πνεύματος, μετά του πνεύματος, όσιε, οσίως ενέκυψας, και κατενόησας, ως εχώρησας, τον ακαταληψία νοούμενον Κύριον, Μακαριώτατε». (Έσκυψες μέσα στα βάθη του αγίου Πνεύματος με το πνεύμα σου, όσιε, κατά όσιο τρόπο, και κατανόησες έτσι, όσο μπόρεσες, τον ακατάληπτο στη νόησή Του Κύριο, Μακαριώτατε). Κι εκείνο που επιβεβαίωσε ότι όντως με όσιο τρόπο μυήθηκε στα του Πνεύματος του Θεού, είναι και το μαρτύριό του: να δώσει και τη ζωή του  για την πίστη του Κυρίου. Σαν κλήμα, κυριολεκτικά, (ως Κλήμης στο όνομα), στο αμπέλι του Χριστού, που έχει σταφύλια της γνώσης του Θεού, τα οποία, αφού πατήθηκαν στο ληνάρι του μαρτυρίου, έβγαλαν  καλό κρασί που ευφραίνει τις καρδιές των πιστών. «Η κατάκαρπος, ως κλήμα εκβλαστάνει σε άμπελος, Ιησούς, παμμάκαρ, φέρων επιγνώσεως βότρυας, εν τοις ληνοίς μαρτυρίου, οίνον βλύζοντας, τας καρδίας πάντων πιστών τον ευφραίνοντα». (Το κατάκαρπο αμπέλι, δηλαδή ο Ιησούς, μακάριε Κλήμη,  σε βλαστάνει σαν κλήμα, φέρνοντας σταφύλια της γνώσης του Θεού. Αυτά τα σταφύλια, πατημένα στο πατητήρι του μαρτυρίου σου, ανέβλυσαν οίνο, που ευφραίνει τις καρδιές όλων των πιστών).

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΚΟΝΙΟΥ (23 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

«Ο άγιος Αμφιλόχιος, αφού πέρασε από νεαρή ηλικία κάθε εκκλησιαστικό βαθμό, και λάμποντας  από την άσκηση και τη θεία γνώση, με την ψήφο του λαού προχειρίζεται επίσκοπος της πόλης των Ικονιέων, στους χρόνους των βασιλέων Ουαλεντινιανού και Ουάλεντα, ενώ  η ζωή του παρατάθηκε μέχρι του Θεοδοσίου του μεγάλου βασιλιά και των υιών του. Αυτός, επειδή έγινε διδάσκαλος της ορθόδοξης πίστης και αντιτάχθηκε δυνατά κατά της αιρετικής πλάνης του Αρείου, υπέμεινε πολλούς διωγμούς και θλίψεις από τους ασεβείς, γενόμενος συναγωνιστής των μακαρίων Πατέρων κατά της βλασφημίας του Ευνομίου. Ο Αμφιλόχιος υπήρξε ένας από τους εκατόν πενήντα Πατέρες της Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου (381 μ.Χ.) και αγωνίστηκε πολύ κατά του πνευματομάχου Μακεδονίου και των μαθητών του Αρείου. Μετά την επικράτηση  στη βασιλεία του Θεοδοσίου του Μεγάλου και την παράδοση από αυτόν πάλι όλης της εξουσίας της Δύσεως στον Ουαλεντινιανό τον νέο, και μετά την επάνοδο του Θεοδοσίου ως νικητή, αφού κατέστρεψε  τον τύραννο Μάξιμο, προσήλθε σ’  αυτόν ο μέγας Αμφιλόχιος και τον παρότρυνε  να απομακρύνει τους Αρειανούς και να δώσει τις εκκλησίες πίσω στους ορθοδόξους. Επειδή όμως ο βασιλιάς δεν έκανε τίποτε, μηχανεύτηκε ο θαυμάσιος το εξής: Πήγε στα ανάκτορα και τον μεν βασιλιά Θεοδόσιο τον χαιρέτισε, τον δε υιό του Αρκάδιο περιφρονώντας τον δεν τον χαιρέτισε. Ο Βασιλιάς δυσανασχετώντας  από το γεγονός αυτό, χαρακτήριζε δικιά του προσβολή την ατιμία που έδειξε ο Αμφιλόχιος στο παιδί του. Αυτός τότε με πολύ σοφό τρόπο αποκάλυψε τον σκοπό της ενέργειάς του και είπε: Βλέπεις, βασιλιά, πώς δεν υποφέρεις εσύ την ατίμωση του παιδιού σου, αλλά δυσανασχετείς; Πίστεψε λοιπόν ότι κατά παρόμοιο τρόπο και ο Θεός αποστρέφεται και μισεί αυτούς που βλασφημούν τον Υιό του Θεού. Τότε κατάλαβε ο βασιλιάς και έγραψε νόμους που απαγόρευαν τους συλλόγους των αιρετικών. Αυτός ο αοίδιμος άνδρας, αφού ποίμανε για πολλά χρόνια το ποίμνιο του Χριστού και συνέταξε ορθόδοξους λόγους, έφτασε σε βαθύ γήρας και αναπαύτηκε εν ειρήνη».
Το συντριπτικό ποσοστό των ύμνων για τον άγιο Αμφιλόχιο, γραμμένων από τον υμνογράφο της Εκκλησίας άγιο Θεοφάνη, έχει ως κύριο περιεχόμενο  το ύψος της θεολογίας του Αμφιλοχίου, θεολογίας τέτοιας με την οποία αφενός διατράνωσε την ορθόδοξη πίστη, ιδίως για την αγία Τριάδα (π.χ.: «πανάγνοις διδαχαίς την Τριάδα εκήρυξας»∙ «η θεολόγος σου γλώσσα και θεηγόρος, της αρχικής Τριάδος το μονόσεπτον κράτος πάσι διετράνωσε και μίαν Θεότητα σέβειν εν τρισίν Υποστάσεσιν»),  αφετέρου κατατρόπωσε τους δυσσεβείς αιρετικούς, ιδίως τους Αρειανούς και τους Πνευματομάχους (π.χ. «η θεία και φωταυγής των σων δογμάτων λαμπηδών έσβεσε την δυσσεβή φάλαγγα των αιρετικών, Αμφιλόχιε»), γενόμενος έτσι «πέλεκυς των αιρέσεων». Γι’  αυτόν τον λόγο ο άγιος υμνογράφος θεωρεί τον εκκλησιαστικό αυτόν Πατέρα ως «νυμφαγωγό της Εκκλησίας του Χριστού, την οποία κόσμησε με το κάλλος των λόγων του και την ωραιότητα της ορθοδοξίας του», στου οποίου τους λόγους όποιος εντρυφά αποκτά δύναμη και νεύρο πνευματικό («τοις τούτου διδάγμασι και θεολογίαις νευρούμενοι»). Φτάνει μάλιστα ο ποιητής  Θεοφάνης να χαρακτηρίζει τον άγιο Πατέρα, χωρίς όμως να τον κατονομάζει με το συγκεκριμένο όνομα, ως νέο Σολομώντα, δεδομένου ότι «η ενυπόστατη Σοφία, ο Χριστός, του έδωσε πλούτο και δόξα μεγάλη, ακριβώς γιατί θεολόγησε ορθόδοξα και κατέβαλε την αλαζονεία των αιρέσεων».
Ο τονισμός του αγίου Αμφιλοχίου ως «ιερωτάτου οργάνου της θεολογίας» από τον εκκλησιαστικό ποιητή δεν είναι αυθαίρετος. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, όπως παρατηρούν διαπρεπείς Πατρολόγοι,  η ίδια η Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδος (381 μ.Χ.) αναγνώρισε το κύρος του και τον ευρύτερο ρόλο του στην Εκκλησία, ενώ από την άλλη με τη θεολογία που άσκησε, βρισκόμαστε μέσα στο κλίμα και την ατμόσφαιρα της θεολογίας των μεγάλων Καππαδοκών Πατέρων, δηλαδή του Μεγάλου Βασιλείου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του αγίου Γρηγορίου Νύσσης. Είναι εξόχως σημαντικό και συγκινητικό να μαθαίνει κανείς ότι ο άγιος Αμφιλόχιος ήταν πνευματικό τέκνο του Μ. Βασιλείου, πρώτος εξάδελφος του Γρηγορίου του Θεολόγου, φίλος του Γρηγορίου Νύσσης. Και ναι  μεν δεν ήταν ο ίδιος παφλασμός θεολογίας, σαν τους τρεις αυτούς μεγίστους Πατέρες, έδρασε όμως ως απαλός φλοίσβος, ως ήρεμη δύναμη, η οποία ερχόταν να εδραιώνει, εκεί που βρέθηκε ως ποιμένας, την ορθόδοξη πίστη και ζωή. Θα έλεγε κανείς ότι λόγω ακριβώς της καλής του προαίρεσης, του έδωσε ο Θεός τη χάρη της πλήρους αφομοίωσης της ορθόδοξης θεολογίας, και μάλιστα της χαρισματικής μεταποίησης αυτής σε ποιητικούς στίχους. Για παράδειγμα, ο άγιος Αμφιλόχιος έγραψε ένα εκτενές συμβουλευτικό ποίημα, το «Ίαμβοι  προς Σέλευκον», που απηύθυνε στον νεαρό Σέλευκο προς κατήχηση και καθοδήγησή του, μέσα στο οποίο ενσωμάτωσε πολλά στοιχεία από το έργο του πνευματικού του πατέρα Μ. Βασιλείου «Προς τους νέους πώς μπορούν να ωφεληθούν από τα ελληνικά-ειδωλολατρικά γράμματα».
Ο εκκλησιαστικός μας ποιητής όμως Θεοφάνης, ως καλός γνώστης και αυτός της όλης πνευματικής ζωής και της θεολογίας, δεν μένει σε μία απλή περιγραφή της θεολογικής δεινότητας του αγίου Αμφιλοχίου και της επιδράσεώς της στον κόσμο. Επιχειρεί και μία «διείσδυση» στα άδυτα της ψυχής του, για να αποκαλύψει το πώς έφθασε να γίνει «θεολόγος γλώσσα» και «όργανον θεολογίας». Κι αυτά που ανασύρει είναι πράγματι πολύ εποικοδομητικά. Τι μας λέει επ’ αυτού λοιπόν ο Θεοφάνης; Προϋπόθεση της θεολογίας του Αμφιλοχίου ήταν η εμπειρία της πνευματικής ζωής. Οικοδόμησε, σημειώνει, τον εαυτό του με τον φόβο του Θεού, καθάρισε την ψυχή του έτσι από τους μολυσμούς της αμαρτίας, φωτίστηκε από τον Θεό. Μία διαδικασία δηλαδή, την οποία κανείς που θέλει να είναι θεολόγος δεν μπορεί να παρακάμψει. Όποιοι επιχείρησαν να θεολογήσουν χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις καθάρσεως της ψυχής, απλώς «ετεχνολόγησαν», για να θυμηθούμε έκφραση και πάλι των Καππαδοκών Πατέρων. «Τω φόβω στοιχειωθείς τω θείω, θεόληπτε, και την ψυχήν μολυσμάτων καθαράν τηρήσας, θεολογίας ανεδείχθης ιερώτατον όργανον, όσιε». Κι αλλού: «Ολόκληρον σαυτόν τω Θεώ καθιέρωσας και γέγονας θεοκήρυξ μεγαλόφωνος, Πάτερ, παμμάκαρ Αμφιλόχιε». (Αφιέρωσες ολοκληρωτικά τον εαυτό σου στον Θεό και έγινες μεγαλόφωνος θεοκήρυκας,  Πάτερ, παμμακάριστε Αμφιλόχιε). Είθε η άφθονη χάρη που προσφέρει ο άγιος Αμφιλόχιος – Πατέρας με μεγάλη ευαισθησία στην οικοδομή των πιστών – να έλθει και σε εμάς, φέρνοντάς μας και τη λύση των πταισμάτων μας. «Νέμοις μοι την άφθονον χάριν…την των πταισμάτων λύσιν αιτούμενος, ως ιερεύς πιστότατος, όσιε Πάτερ Αμφιλόχιε».

Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ (1920-1991)


Μικρό κι ευλαβικό μνημόσυνο
Ο μακαριστός γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης εκοιμήθη εν Κυρίω την 21η Νοεμβρίου 1991, εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, την ώρα μάλιστα που εξομολογούσε κάποιον πιστό.
Ο γέρων Ιάκωβος, καθηγούμενος της ιεράς Μονής Οσίου Δαυίδ του Γέροντος στην Εύβοια, ήταν σπάνια προσωπικότητα, που, όσο ζούσε, αποτελούσε το στήριγμα και την ελπίδα για χιλιάδες ανθρώπους ανά τον κόσμο. Ήταν κυριολεκτικά αυτό που η Εκκλησία μας ονομάζει «Γέροντας», δηλαδή ο πνευματικός καθοδηγητής, ο χαρισματούχος ηγέτης, που ανοίγει δρόμους και μονοπάτια, εκεί που η ανθρώπινη λογική αδυνατεί να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν να καταθέσουν πάμπολλες μαρτυρίες σχετικά με την επίλυση διαφόρων προβλημάτων τους, που αναφέρονταν όχι μόνο στη σφαίρα της ψυχικής τους ζωής, μα και της ίδιας της καθημερινότητας και αμεσότητας.
Τι ήταν εκείνο που έκανε τον μακαριστό γέροντα να έχει αυτές τις ικανότητες; Μήπως κάποιος ιδιαίτερος ψυχισμός ή κάποια φυσικά άλλα προσόντα; Ασφαλώς όχι. Η απάντηση βρίσκεται σε συνάρτηση με ό,τι αποτελούσε προσόν κάθε αγίου κάθε εποχής στην Εκκλησία μας: τη χάρη του Θεού. Με άλλα λόγια ο π. Ιάκωβος, είμαστε βέβαιοι, υπήρξε ο ένθεος άνθρωπος, η χαριτωμένη ψυχή που αρδευόταν πλούσια από τις χάρες του αγίου Πνεύματος. Αυτή η παρουσία του Πνεύματος του Θεού μέσα του τον έκανε να διακρίνει τα δυσδιάκριτα, αλλιώς, προβλήματα των ανθρώπων. Διότι είναι κοινή πεποίθηση της Εκκλησίας μας ότι, όταν το Πνεύμα του Θεού φωτίζει τους ανθρώπους, τότε εκείνοι αποκτούν την αρετή της διακρίσεως, που τους ικανώνει να διαβλέπουν με τρόπο άμεσο το καλό από το κακό, την ενέργεια του Θεού από τη δαιμονική ενέργεια.
Έτσι καθένας που συναντάτο μαζί του έφευγε με τη βεβαιότητα ότι συνάντησε τον άνθρωπο του Θεού, ότι η απάντηση που του έδωσε σε κάποιο πρόβλημά του ήταν η απάντηση Εκείνου, ότι ο λόγος που του απηύθυνε ήταν χαιρετισμός της χάρης του Θεού. Γι’ αυτό και η γαλήνη και η ειρήνη της συνείδησης ήταν τα στοιχεία τα οποία απεκόμιζε ο κάθε προσκυνητής της Μονής.
Βεβαίως δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε αυτό που έλεγε ο Γέροντας, όταν ενθουσιασμένοι οι προσκυνητές τού ανέφεραν τα καλά αποτελέσματα της επίσκεψής τους. «Ο όσιος Δαυίδ το έκανε, παιδί μου». Αλλά για να δράσει ο όσιος με τόσο άμεσο κάθε φορά τρόπο, έπρεπε να «πιεστεί» τρόπον τινά, από κάποιου την προσευχή, που είχε μεγάλη δύναμη. Κι αυτός ήταν ο Γέρων Ιάκωβος. Όλοι άλλωστε γνώριζαν το πόσο μεγάλη παρρησία στον όσιο Δαυίδ και στον Θεό και στους λοιπούς αγίους είχε ο μακαριστός ηγούμενος. Του μιλούσε ιδίως του οσίου Δαυίδ, όπως κανείς μιλάει στον πιο καλό του φίλο. Κι η απάντηση ερχόταν τις περισσότερες φορές άμεση.
Θυμάμαι κι εγώ προσωπικά -  όταν πριν αρκετά χρόνια βεβαίως είχα την ιδιαίτερη ευλογία από τον Θεό να συμφάγω μαζί του και με άλλους - την περίπτωση μίας κυρίας που μας ανέφερε. Αλαφιασμένη είχε πάρει τηλέφωνο, επειδή είχε χάσει τα κοσμήματά της που άξιζαν ολόκληρη περιουσία. Η απόγνωσή της την έκανε να καταφύγει στον πατέρα Ιάκωβο. Κι εκείνος δεν αρνήθηκε να βοηθήσει το πλάσμα του Θεού. Πήγε στην εικόνα του αγίου Δαυίδ μέσα στον ναό και του εξέθεσε το πρόβλημα. Του είπε όμως, για να ξέρει αν πρέπει να συνεχίσει την προσευχή για το θέμα αυτό, να έχει την απάντηση γρήγορα. Του έθεσε μάλιστα και όριο: «Μέχρι να πάω στο κελί μου ας πάρει τηλέφωνο η κυρία ότι βρήκε τα κοσμήματα. Διαφορετικά, θα ξέρω ότι δεν πρέπει να επιμένω στο αίτημα». Πράγματι, μέχρι να μπει στο κελί του, η κυρία πήρε τηλέφωνο και κλαίγοντας ευχαριστούσε τον Θεό και τον π. Ιάκωβο, διότι βρήκε τα χρυσαφικά της. Δεν θα μνημονεύσουμε πάμπολλες άλλες παρόμοιες περιπτώσεις – γραμμένες άλλωστε και στα βιβλία που έχουν ήδη κυκλοφορηθεί γι’  αυτόν – πλην δύο ακόμη, στις οποίες έτυχε κι εγώ να παρευρίσκομαι και που αποκαλύπτουν το διορατικό χάρισμα του Γέροντα και τη δύναμη της προσευχής του.
Η πρώτη. Στο τραπέζι που τρώγαμε, βρισκόταν κι ένας νεαρός θεολόγος, ο Δ.Κ.,  με την οικογένειά του. Ο θεολόγος αυτός καθηγητής, άνθρωπος πραγματικά πίστεως και χάρης Θεού, είχε τότε λογισμούς για να γίνει κληρικός. Ο Γέροντας πρώτη φορά τον συναντούσε. Ερώτησε λοιπόν ποιος είναι. Του είπαν κι εκείνος επεσήμανε: «Δεν ξέρω πώς εσείς τον βλέπετε, εγώ όμως τον βλέπω διαφορετικά». Δεν έπαυσε μάλιστα μέχρι το τέλος του φαγητού να μιλά για την καλή καρδιά του νέου θεολόγου. Προφανώς ο Γέροντας τον έβλεπε ήδη με το σχήμα του κληρικού (σημ.: έχει γίνει ήδη, εδώ και πολλά χρόνια, ιερέας), γι’ αυτό και είπε ότι τον βλέπει διαφορετικά. Το γεγονός της διόρασης και προόρασης που είχε, επιβεβαιώνεται και από άλλες παρόμοιες μαρτυρίες, διότι ο ίδιος είχε εκμυστηρευτεί σε πνευματικούς ανθρώπους που τον επισκέπτονταν, ότι ο Θεός τού έδινε τη δυνατότητα να βλέπει τους ανθρώπους ανάλογα με την ψυχική τους κατάσταση: μαύρους, αν ήταν αμετανόητοι, λευκούς αν ήταν μετανοημένοι.
Το δεύτερο περιστατικό.  Στο μοναστήρι που βρισκόμουν εκείνη την ημέρα, και μάλιστα στην αυλή έξω από τον ναό, είδα κάποιον άνθρωπο με πυτζάμες και με πατερίτσα, γιατί το πόδι του ήταν κομμένο. Ο άνθρωπος αυτός βλέποντάς με ιερέα, με κάλεσε, κι όταν τον πλησίασα, άρχισε να μου αποκαλύπτει το μεγάλο θαύμα που του είχε συμβεί. Ενώ δηλαδή είχε μεγάλη πληγή στο κομμένο πόδι που δεν έκλεινε, παρ’  όλες τις διάφορες ιατρικές απόπειρες, στην τελευταία του επίσκεψη στο νοσοκομείο, τότε που είχε αποφασιστεί να εγχειριστεί, κι αφού είχε επισκεφτεί τον όσιο Δαυίδ και είχε πάρει την ευλογία του Γέροντα Ιακώβου, ο ιατρός διαπίστωσε με έκπληξη ότι η πληγή είχε ήδη κλείσει κατά ένα ανεξήγητο τρόπο, σαν να είχε γίνει σπουδαιότατη ακριβής εγχείριση. «Ούτε ο Κούλεϊ στην Αμερική δεν θα την έκλεινε έτσι», ήταν τα λόγια του ιατρού, που μου τα επανέλαβε ο άνθρωπος. Ο ιατρός βεβαίως, όπως και ο ασθενής, δεν μπόρεσαν να εξηγήσουν το γεγονός, το θεώρησαν δε ως θαύμα. Ο ασθενής αισθάνθηκε τόση ευγνωμοσύνη προς τον όσιο Δαυίδ και τον πατέρα Ιάκωβο, ώστε πήρε ταξί από την Αθήνα που βρισκόταν (το νοσοκομείο των Αγίων Αναργύρων), και ήλθε κατευθείαν με τις πυτζάμες στο Μοναστήρι.
Είναι αυτονόητο βέβαια ότι τα τόσα χαρίσματα του Γέροντα Ιακώβου δεν δόθηκαν σ’ αυτόν από τον Θεό τυχαία. Για να φθάσει στο σημείο τόσης αγάπης προς τους συνανθρώπους του προηγήθηκε από μέρους του σκληρή άσκηση, εγκράτεια κατά πάντα, τήρηση των αγίων εντολών του Κυρίου, φύλαξη του νου και της καρδιάς από κάθε εμπαθή λογισμό, και μάλιστα από νεαρή ηλικία. Διότι, κατά την πνευματική παράδοση της Εκκλησίας μας, αν δεν καθαριστεί ο άνθρωπος με την άσκηση από κάθε κακία και ψεκτό πάθος, δεν μπορεί να φθάσει στο σημείο του φωτισμού και μετέπειτα της θέωσής του. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι η αγάπη του μακαριστού πατρός προς τους συνανθρώπους του ήταν η έκφραση της αγάπης του Θεού, τον Οποίο ζούσε έντονα στην καρδιά του. Καθάρισε δηλαδή τον αγρό της καρδιάς του, όσο ήταν ανθρωπίνως δυνατόν, από κάθε είδους ζιζάνια, οπότε η χάρη του Θεού βρήκε πρόσφορο έδαφος για να καρποφορήσει τις αρετές, και μάλιστα την αγάπη.
Είμαστε γι’  αυτό βέβαιοι ότι και τώρα εκεί που βρίσκεται στις αιώνιες μονές, κοντά στον αγαπημένο του Κύριο, δεν παύει να πρεσβεύει και για εμάς, ίσως δραστικότερα και αποτελεσματικότερα από όσο ζούσε. Διότι «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (Α΄Κορ. 13, 8). Είθε να έχουμε την ευχή του και τώρα και πάντα.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ (22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

«Ο άγιος Φιλήμων, όπως και οι σήμερα μαζί του εορταζόμενοι άγιοι απόστολοι Απφία (σύζυγος μάλλον του Φιλήμονος), Άρχιππος (ίσως υιός του Φιλήμονος και της Απφίας)  και Ονήσιμος (δούλος του Φιλήμονος, που δραπέτευσε και τον έστειλε πίσω ως χριστιανό όμως ο απόστολος Παύλος),  έζησαν επί της βασιλείας του Νέρωνος και υπήρξαν μαθητές του αποστόλου Παύλου. Μαρτύρησαν στην πόλη των Κολοσσών της Φρυγίας, κοντά στη Λαοδίκεια. Όταν δηλαδή οι ειδωλολάτρες εόρταζαν την Άρτεμη στο ναό της στις Κολοσσές, οι απόστολοι αυτοί δοξολογούσαν τον Θεό στην αγιοτάτη Εκκλησία, μαζί με άλλους χριστιανούς. Από έφοδο που έκαναν οι ειδωλολάτρες εκεί, οι χριστιανοί υποχώρησαν και κρύφτηκαν, έμειναν όμως οι απόστολοι μόνοι τους, μαζί με την Απφία που ήταν και αυτή πιστή χριστιανή, γιατί ποθούσαν το κατά Χριστόν μαρτύριο. Συνελήφθησαν λοιπόν και οδηγήθηκαν στον Ανδροκλέα, τον ηγεμόνα Εφέσου. Κτυπώνται λοιπόν  από αυτόν, και επειδή δεν πείσθηκαν να θυσιάσουν στο είδωλο που ονομαζόταν Μηνάς, ρίχνονται μέσα σε βόθρο μέχρι τη μέση τους. Στην κατάσταση αυτή λιθοβολούνται, αφού προηγουμένως κατατρυπήθηκαν από παιδιά με βελόνες».
Δύο αινιγματικά παράδοξα υπάρχουν στην ακολουθία του αγίου Φιλήμονος και των συν αυτώ αποστόλων, ποίημα του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου. Πρώτον, το παράδοξο της ιστορικής ανακολουθίας, δεδομένου ότι, ενώ οι απόστολοι αυτοί προσήλθαν στην πίστη του Χριστού από τον απόστολο Παύλο, συνεπώς αρκετά χρόνια μετά την Ανάληψη του Κυρίου,  ο άγιος υμνογράφος τους παρουσιάζει  ως «αυτόπτας του Λόγου και μύστας των θαυμάτων αυτού», ανήκοντας μάλιστα στους εβδομήντα μαθητές του Κυρίου («και Μαθηταίς συντάξαντος Εβδομήκοντα»)∙ δεύτερον, το παράδοξο της πλήρους απουσίας αναφοράς στην επιστολή του αποστόλου Παύλου «Προς Φιλήμονα»: δεν φαίνεται λογικό η ακολουθία να έχει ως «αντικείμενο» κυρίως τον άγιο Φιλήμονα και να ελλείπει το πιο γνωστό ιερό κείμενο γι’ αυτόν, η συγκεκριμένη επιστολή που του απηύθυνε ο άγιος Παύλος. Λογική εξήγηση επί των παραδόξων αυτών δεν μπορούμε να δώσουμε, δεν βοηθά δε σ’ αυτό και η ίδια η ακολουθία. Το μόνο που μπορούμε να πούμε ως προς το δεύτερο παράδοξο είναι ίσως η απόλυτη προτεραιότητα που δίνει ο άγιος Ιωσήφ στην ιεραποστολική δραστηριότητα του αποστόλου Φιλήμονος, στη δράση του ως κήρυκα του λόγου του Θεού, στη μέχρι θυσίας προσπάθειά του να ευαγγελισθεί τους ανθρώπους. Να υποθέσουμε ως προς το πρώτο ότι επίτηδες υποβαθμίζει τα ιστορικά στοιχεία, για να τονίσει την αμεσότητα σχέσης και των αποστόλων αυτών με τον ίδιο τον Κύριο – κάτι παρόμοιο ίσως με αυτό που κάνει η αγιογραφία, η οποία βλέπει παροντικά όλα τα γεγονότα, έστω κι αν είναι του παρελθόντος ή του μέλλοντος;
Εκείνο πάντως που είναι αδιαμφισβήτητο στην ακολουθία είναι το γεγονός ότι όντως το κύριο  μέλημα του υμνογράφου φαίνεται να είναι η κηρυκτική δράση των αποστόλων, και μάλιστα του αγίου Φιλήμονος. Επιμένει στη δύναμη των λόγων του, οι οποίοι  άρδευσαν τις καρδιές των ανθρώπων, ώστε να καρποφορήσουν ουράνια νοήματα («ρείθροις των σων λόγων, καρδίας κατήρδευσας και γεωργείν ουράνια, μάκαρ, νοήματα παρεσκεύασας πίστει, απόστολε Φιλήμον). Και τα ουράνια αυτά νοήματα δεν ήταν ασφαλώς άλλα από αυτά που οδηγούσαν τον πλανεμένο άνθρωπο στον δρόμο του ουρανού: την αγάπη για τον Χριστό. («Τας ουρανίους οδούς τοις πλανηθείσι χαλεπώς έδειξας, ως απλανής οδηγός, Φιλήμον, και μόνην την οδόν, Χριστόν αγαπήσαι, οσίως ωδήγησας»).    Τι συγκεκριμένα εκήρυσσε  ο απόστολος Φιλήμων, κατά τον ποιητή, ώστε να έχει τέτοια δύναμη ο λόγος του; Μα, ασφαλώς ό,τι αποτελεί διαχρονικό κήρυγμα της Εκκλησίας: την προβολή των Παθών του Χριστού και της Αναστάσεώς Του. «Τα πάθη του Χριστού και την ανάστασιν κηρύττων, ανέστησας ως εκ τάφου απιστίας και νεκρώσεως τους ανθρώπους, Φιλήμον αξιάγαστε». (Κήρυττες τα πάθη του Χριστού και την Ανάστασή Του, Φιλήμον αξιοθαύμαστε, γι’ αυτό και ανέστησες σαν από τάφο της απιστίας και της νέκρωσης τους ανθρώπους). Δεν θα ήμασταν εκτός πραγματικότητας αν ισχυριζόμασταν ότι στο σημείο αυτό έχουμε μία «αδιόρατη» προβολή του αποστόλου Παύλου ως διδασκάλου του Φιλήμονος: ο απόστολος Παύλος είναι ο κατεξοχήν «ζωγράφος» του κηρύγματος της Εκκλησίας, ως εξαγγελίας των Παθών και της Αναστάσεώς Του.
Ο άγιος Ιωσήφ όμως δεν μένει μόνον στο έργο του αγίου Φιλήμονος ως ευαγγελιστή των ανθρώπων. Αν ο λόγος του ήταν σαν λυχνάρι φωτεινό που άναβε το φως στις σβησμένες από την πλάνη καρδιές των ανθρώπων («Λόγον ως λύχνον φαεινόν επανάπτοντα τη ση καρδία φέρων, τους το πριν εσβεσμένους και εν σκοτία πολλή κειμένους αγνωσίας»), ήταν διότι ο ίδιος αγάπησε πολύ τον Κύριο, που πρώτος Αυτός μας αγάπησε («φιλήσας Χριστόν, τον φιλήσαντα βροτούς δι’ ευσπλαγχνίαν»), και διότι βεβαίως, όπως και οι άλλοι απόστολοι, αγωνίστηκε στο να καθαρίσει το οπτικό της ψυχής του και να γίνει έτσι θεόπτης. Κι είναι αλήθεια: κανείς δεν μπορεί να μιλά για αγάπη προς τον Χριστό, έχοντας ρυπαρή καρδιά. Η αγάπη σ’  Εκείνον φυτρώνει σε έδαφος που έχει αποκαθαρθεί από τα ζιζάνια των παθών. «Νοός το οπτικόν ανακαθάραντες, της θείας ετύχετε θεοπτίας, και καρδίας επεστρέψατε πλανωμένας, προς γνώσιν, ιερώτατοι».