Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Η ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

«Ο γιος του μεγάλου Θεοδοσίου Αρκάδιος, αφού πήρε την τιμία Ζώνη της Υπεραγίας Θεοτόκου από τα Ιεροσόλυμα, που φυλασσόταν εκεί μέχρι τότε, μαζί με την τιμία εσθήτα, από κάποια παρθένο γυναίκα, και την έφερε στην Κωνσταντινούπολη, την κατέθεσε σε λαμπρή θήκη, την οποία ονόμασε Αγία Σορό. Πέρασαν από τότε τριακόσια δέκα χρόνια και ο Λέων ο βασιλιάς άνοιξε την Αγία αυτή Σορό, για χάρη της συζύγου του Ζωής, που ενοχλείτο από ακάθαρτο πνεύμα και που είχε γίνει άξια θείας οπτασίας, ότι, αν βάλουν την τιμία Ζώνη πάνω της, θα θεραπευτεί. Βρέθηκε λοιπόν η τιμία Ζώνη να λάμπει, σαν να μόλις είχε υφανθεί, και να έχει σφραγίδα με χρυσή βούλλα και κωδίκελλο (δηλαδή σύντομο υπόμνημα), που έλεγε με λεπτομέρεια τον χρόνο, την ινδικτιώνα και την ημέρα, κατά την οποία προσκομίσθηκε η αγία Ζώνη στην Κωνσταντινούπολη, και πώς τοποθετήθηκε μέσα στη θήκη από τα χέρια του βασιλιά, η οποία σφραγίστηκε από αυτόν. Αυτήν (την τιμία Ζώνη) τότε ο βασιλιάς Λέων την ασπάστηκε και διά της χειρός του Πατριάρχη εκείνης της εποχής, την άπλωσε πάνω από τη βασίλισσα, οπότε και η Αγία Ζώνη την ελευθέρωσε από το νόσημά της. Τότε όλοι, αφού δόξασαν τον Σωτήρα Χριστό και απέδωσαν ευχαριστήριους ύμνους στην Πάναγνο Μητέρα Του, κατέθεσαν την αγία Ζώνη στην Αγία Σορό, στην οποία και προϋπήρχε».
Ο μήνας Αύγουστος είναι πράγματι ο μήνας της Υπεραγίας Θεοτόκου. Όχι μόνον γιατί καταυγάζεται από την ένδοξη Κοίμηση και Μετάστασή Της στα χέρια του Κυρίου και Θεού της, αλλά και για την εορτή της καταθέσεως της τιμίας Ζώνης της. Οι δύο αυτές εορτές, οι οποίες σφραγίζουν τον μήνα, η μεν πρώτη το πρώτο ήμισυ (15 Αυγούστου), η δε δεύτερη το δεύτερο (31 Αυγούστου), δεν θεωρούνται ξεχωριστά από την Εκκλησία μας, αλλά συνάπτοντα και συν- ορώνται ως κάτι το ενιαίο. Και διότι αναφέρονται και οι δύο στο πάντιμο πρόσωπο της Θεοτόκου, και διότι η δεύτερη, μολονότι επιφανειακά είναι κάτι διαφορετικό από την Κοίμηση, αποτελεί επιβεβαίωση της πίστεως της Εκκλησίας για τη συνεχή παρουσία της Παναγίας στον κόσμο μας, ως σκέπη, προστασία και ασφάλειά μας. Με άλλα λόγια, ό,τι εξαγγέλλει το απολυτίκιο της Κοιμήσεως: «εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε», το βλέπουμε να πραγματοποιείται στη σημερινή εορτή: η Παναγία μας μάς άφησε τη Ζώνη της και την εσθήτα της, ως μία αδιάκοπη υπενθύμισή της,  αλλά και αισθητή παρουσία της μέσα από δικά της αντικείμενα. Η παραπάνω εκτίμηση της συν-όρασης των δύο εορτών,  δηλαδή κατά κάποιο τρόπο της υπόσχεσης και της υλοποίησης, δεν είναι αυθαίρετη ούτε καρπός ενός αφαιρετικού συλλογισμού. Συνιστά πεποίθηση της Εκκλησίας, η οποία το ζει και το υμνολογεί στην ακολουθία της ημέρας (ωδή δ΄): «Ήρθης προς φως άδυτον μεταχωρήσασα. Έλιπες δε τοις σε μακαρίζουσιν, αντί του σώματός σου Αγνή, την τιμίαν Ζώνην». Δηλαδή: Αναχώρησες από τον κόσμο αυτό και ανέβηκες (με την κοίμησή σου) στο παντοτινό φως (της Βασιλείας του Υιού σου), Αγνή, άφησες όμως σε μας που σε μακαρίζουμε, αντί του σώματός σου, την τιμία (σου) Ζώνη. Και αλλού (ωδή ζ΄ ): «Η πάντων βασίλισσα προς ουρανίους σκηνάς απαίρουσα, καταλέλοιπεν όλβον, τη βασιλίδι πασών των πόλεων, την ταύτης Ζώνην». Δηλαδή: Η βασίλισσα όλων (η Θεοτόκος), καθώς ανέρχεται στις ουράνιες σκηνές, άφησε θησαυρό στη βασίλισσα των πόλεων (την Κωνσταντινούπολη), τη Ζώνη της.
Ποια η αιτία της σχεδόν ταυτίσεως της Ζώνης (αλλά και της εσθήτος) της Παναγίας με την ίδια την Παναγία; Βεβαίως, κατά πρώτον, το γεγονός ότι την φορούσε Εκείνη, η οποία είχε τόση χάρη και περίσσια χάρης Θεού, ώστε μεταγγιζόταν η χάρη αυτή και στα ρούχα της και σε όλα τα αντικείμενά της. «Την τιμίαν σου Ζώνην, τιμητικώς άπαντες…περιπτυσσόμεθα, τιμήν υπάρχουσαν, πάντων πιστών, Θεοτόκε, ως τω υπερτίμω σοτυ, ψαύσασα σώματι». Όλοι ανεξαιρέτως αγκαλιάζουμε με τιμή την τιμία σου Ζώνη, που είναι η τιμή όλων των πιστών, διότι άγγιξε το υπέρτιμο σώμα σου. «Τιμήσωμεν οι πιστοί, ως συναφείας προς Θεόν σύνδεσμον, την της Αγνής σήμερον Ζώνην, και πιστώς προσκυνήσωμεν». Ας τιμήσουμε σήμερα οι πιστοί τη Ζώνη της Αγνής (Θεοτόκου), σαν σύνδεσμο σχέσεως προς τον Θεό, και ας την προσκυνήσουμε με πίστη. Κι είναι γνωστή η διδασκαλία της Εκκλησίας μας επ’  αυτού: τα υλικά πράγματα αγιάζονται από τον άγιο που τα έχει -  κάτι που δικαιολογεί τη γενική τιμή των αντικειμένων όλων των αγίων, πολύ περισσότερο των ιερών λειψάνων τους – όπως το επισημαίνουμε μεταξύ των άλλων και στην εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, κατά την οποία και τα ενδύματά Του έλαμψαν κι έγιναν πιο λευκά και από το χιόνι, αλλά και σε άλλα περιστατικά από την αγία ζωή Του, που και το άγγιγμα των ενδυμάτων Του έφερε ως αποτέλεσμα τη θεραπεία από όλες τις ασθένειες (π.χ. το περιστατικό με την αιμορροούσα γυναίκα). Κι είναι τούτο μία κραυγαλέα διακήρυξη του πόσο και η ύλη εξαγιάζεται με τον ερχομό του Χριστού, μετέχοντας και αυτή στη διαδικασία σωτηρίας του ανθρώπου. Πρόκειται για έναν υλισμό της Εκκλησίας, όπως έχει τονιστεί, που υπερβαίνει οποιοδήποτε δυαλισμό που δαιμονοποιεί την ύλη και καταρρίπτει οποιοδήποτε μύθο περί πνευματοκρατίας και ιδεολογίας της χριστιανικής πίστεως. Ο Χριστός σώζει ολόκληρο τον άνθρωπο, με την ψυχή και το σώμα του, και μαζί με αυτόν ολόκληρη τη δημιουργία.
Ο υμνογράφος όμως, ως στόμα της Εκκλησίας, φρίττοντας μπροστά στο μυστήριο που περικλείει, αναφέρει και άλλον λόγο για την τιμή της αγίας Ζώνης, πέραν της ψαύσεως του αγίου σώματος της Παναγίας: την ψαύση, κατά κάποιον τρόπο, και του σώματος του ίδιου του Χριστού. Πώς; Ζωσμένη η Παναγία την εν κυήσει κοιλιά της με τη ζώνη της, έζωνε κατ’  επέκταση και τον Υιό και Θεό της. «Η ση, άχραντε Δέσποινα, σεβασμία και τιμία σορός, Ζώνην κατέχει την αυτόν, τον νομοθέτην εν σοι, συγκατασχούσαν. Φρικτόν το μυστήριον!» Άχραντε Δέσποινα, η σεβάσμια και τίμια σορός σου κατέχει τη Ζώνη σου, η οποία συγκρατούσε τον ίδιο τον νομοθέτη (Θεό) μέσα στη μήτρα σου. Φρίττουμε για το μυστήριο! Γι’  αυτό και ο ποιητής λαμβάνει αφορμή, με την εορτή, για να εξαγγείλει όχι μόνον όλες τις χαρές που προχέονται από τα άγια αντικείμενα της Παναγίας, όπως συνέβη και με τη βασίλισσα Ζωή, αλλά και το ύψος της αγιότητας Εκείνης. Ως καλός θεολόγος μάλιστα και γνώστης όλης της θείας οικονομίας βλέπει στο πρόσωπο της Θεοτόκου να πραγματοποιούνται όλες οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης περί του Ιησού Χριστού ως Λυτρωτή του κόσμου. Η Παναγία δηλαδή αποτελεί Εκείνην την οποία προτυπώνουν, για παράδειγμα, ο Παράδεισος της Εδέμ, η Θεία Νεφέλη που περιέσκεπε τους Ισραηλίτες στην έρημο, η Κιβωτός της Διαθήκης με τις πλάκες του Νόμου, η ράβδος του Ααρών που βλάστησε, η στάμνα με το μάννα. Αλλά και από την άλλη εξαγγέλλει ότι για να δει κανείς και πολύ περισσότερο να γευτεί τις χάρες και τα θαυμάσια που σαν ποταμοί ρέουν από τη Ζώνη της Θεοτόκου, απαιτείται η πίστη του ανθρώπου, ο ένθεος πόθος του για την Παναγία, η διάθεσή του για μετάνοια. «Πιστώς προσκυνήσωμεν» είναι η διαρκής προτροπή του, «η τιμία Ζώνη σου, πανύμνητε, γέγονε μεγίστης εορτής, Θεοτόκε, τοις θερμώς σε ποθούσιν υπόθεσις» είναι η διαπίστωσή του, «φιλίας με  δολίας της των παθών, και εχθρού καθ’  εκάστην πειράζοντος…τω σω προσπεφευγότα ελέει διά τάχους, ως συμπαθής Αγνή απάλλαξον» είναι η σεμνή και ταπεινή προσευχή του.
 «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς».

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ



῾Ο άγιος Αλέξανδρος γεννήθηκε περί το 240 μ.Χ. και έγινε γνωστός για πρώτη φορά από τη συμμετοχή του στην Α´ Οικουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ.), εκπροσωπώντας ως πρεσβύτερος τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως άγιο Μητροφάνη, ο οποίος αδυνατούσε να παρευρεθεί λόγω γήρατος. Τον άγιο Αλέξανδρο, προχωρημένο και αυτόν στην ηλικία, πρότεινε ο άγιος Μητροφάνης ως διάδοχό του στον αυτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι που έγινε, οπότε και μένοντας στο αξίωμα πια του αρχιεπισκόπου επ᾽ αρκετόν, ετελεύτησε σε ηλικία 98 ετών. Αγωνίστηκε πάρα πολύ για την ορθόδοξη πίστη και μάλιστα για όσα απεφάσισε η Α´ Οικουμενική Σύνοδος κατά της αίρεσης του αρειανισμού, ενώ αντιμετώπισε τον ίδιο τον αιρεσιάρχη Άρειο στα μετά την καταδίκη του. Προσευχόμενος μάλιστα έντονα να δώσει λύση ο Κύριος στην επάνοδο του Αρείου, είδε αυτός και όλοι στην Κωνσταντινούπολη ότι τελικώς ο Άρειος έτυχε κακού τέλους, τέτοιου που έκανε μεγάλη αίσθηση και έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων για πολύ καιρό. Εκτός από τους αγώνες του για την ορθοδοξία, έδρασε και στον τομέα της ιεραποστολής, όπως και άφησε παράδειγμα αρίστου ποιμένος στην Εκκλησία. Η δύναμη του λόγου του και της προσευχής του ήταν μεγάλη, όπως είπαμε,  κάτι που επίσης φάνηκε και σε έναν διάλογο με φιλοσόφους αιρετικούς, κατά τον οποίο, πριν ξεκινήσει την ομιλία του ένας φιλόσοφος, ο άγιος του είπε: ῾Στο όνομα του Χριστού, να μην μπορείς να πεις λέξη᾽. Και ώ, του θαύματος! Το στόμα του φιλοσόφου κλείστηκε, μη μπορώντας να αρθρώσει ούτε λέξη. Στη μνήμη της Εκκλησίας ο άγιος Αλέξανδρος έμεινε ως σημείο αναφοράς πίστεως και αγίας ζωής, γεγονός που επισημαίνει αργότερα και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος σε ομιλία του, λέγοντας ότι τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως κόσμησαν άνθρωποι σπουδαίοι, σαν τον σήμερα εορταζόμενο άγιο᾽. 

Ο άγιος Αλέξανδρος μπορεί να μην ανήκει στους οικουμενικούς πατέρες και δασκάλους της Εκκλησίας, σαν τον άγιο Αθανάσιο, τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον άγιο Βασίλειο κλπ., όμως αποτελεί και αυτός αστέρα πρώτου μεγέθους στο στερέωμα της Εκκλησίας. Ήδη στο συναξάρι του προηγουμένως αναφέρθηκε η δύναμη του λόγου του και η αγία βιοτή του, κι αυτό σημαίνει ότι μπορεί να μην ήταν από αυτούς του Πατέρες που έδωσαν άμεσα και με έκτακτο φωτισμό του αγίου Πνεύματος τη λύση στα δογματικά προβλήματα της Εκκλησίας, όμως ήταν από εκείνους που με φωτισμό του ίδιου Πνεύματος κατανόησαν αμέσως και διέκριναν την πλάνη από την αλήθεια, την οποία έπειτα υπερασπίστηκαν με πάθος και ζήλο. Ο αγώνας του για την αλήθεια της πίστεως είχε επίγνωση ότι ήταν αγώνας για τη διακράτηση του αληθινού Χριστού, άρα για τη σωτηρία του ανθρώπου: την ένταξη του ανθρώπου στο σώμα Εκείνου, την πραγματική δηλαδή παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου.
Προϋπόθεση του φωτισμού του για τη διάκριση της πλάνης από την αλήθεια ήταν ο όλος πνευματικός του αγώνας. Ο άγιος Αλέξανδρος δεν έφτασε σ᾽ αυτό το σημείο φωτισμού ξαφνικά και ῾ως έλαχε᾽. Κατά τον άγιο υμνογράφο του ῾μυστιπόλος της άνω, υπερθέου Τριάδος ώφθης πανένδοξε, αγνώς ταύτην λατρεύων᾽, δηλαδή φάνηκες πανένδοξε, να ζεις στην καρδιά σου την υπέρθεη αγία Τριάδα, λατρεύοντάς την με τρόπο αγνό, που σημαίνει ότι ο άγιος βρισκόταν διαρκώς πάνω στις εντολές του Κυρίου, με αποτέλεσμα να έχει γίνει κατοικητήριο του Θεού, αναπέμποντας διαρκώς ύμνους και δοξολογίες προς Αυτόν. Μόνον ένας που ζει με αδιάκοπη προσευχή και τηρεί τον νόμο του Θεού, φωτίζεται έντονα από Αυτόν, ώστε να έχει το χάρισμα της διακρίσεως. Κι αλλού ο ποιητής θα τονίσει με άλλον τρόπο την παραπάνω αλήθεια: ῾Έννομος γενόμενος, ο θείος όντως φοιτητής σου, και σοις ζωηφόροις λόγοις, πειθαρχήσας Αλέξανδρος, Ιεράρχης πεφηνώς, Κύριε, όσιος, πράος, σώφρων, νυν επαξίως μακαρίζεται᾽. Κύριε, ο Αλέξανδρος, ο πράγματι θείος φοιτητής σου, που ζούσε σύμφωνα με τον νόμο σου και πειθαρχούσε στα δικά σου ζωηφόρα λόγια, αποδείχτηκε Ιεράρχης όσιος, πράος, σώφρων, γι᾽ αυτό και τώρα μακαρίζεται επάξια.
Ο άγιος Αλέξανδρος αποτελεί παράδειγμα για τους πιστούς,  όπως όλοι βεβαίως οι άγιοι, ιδιαιτέρως όμως για την εποχή μας, εποχή υποχώρησης στην πίστη, με έντονα τα σημάδια γι᾽ αυτό του ατομισμού, της δειλίας και της ανασφάλειας. Η μεγάλη του πίστη, το θάρρος και ο ζήλος του για την ομολογία της πίστεως αυτής, συνδυασμένα όμως με την αγία ζωή του, ζωή αγάπης προς τον συνάνθρωπο -  πρότυπο καλού ποιμένος, είπαμε, ήταν άλλωστε – τον κάνουν ορόσημο για εμάς. Κατεξοχήν δε αποτελεί παράδειγμα η έκφραση της ζωντανής πίστεώς του, με την  αδιάλειπτη και ζωντανή προσευχή του. Στον άγιο Αλέξανδρο, μάλλον και σ᾽ αυτόν τον άγιο, διαπιστώνουμε ό,τι ο ίδιος ο Κύριος είχε υποσχεθεί: ῾εάν μείνητε εν εμοί, και τα ρήματά μου εν υμίν μείνη, ο εάν θέλητε αιτήσατε, και γενήσεται υμίν᾽. Να μένουμε ενωμένοι με τον Χριστό, ως μέλη Του μέσα στην αγία Του Εκκλησία, να κρατάμε τις άγιες εντολές Του, και θα βλέπουμε την παντοδυναμία του Χριστού να διοχετεύται και σε εμάς, όπως και στον άγιο σήμερα. ῾Ταις αυτού  αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς᾽. 

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


῾Για τον άγιο Ιωάννη έχει μαρτυρηθεί από τον ίδιο τον Κύριο ότι υπήρξε ο μεγαλύτερος από όλους τους ανθρώπους και περισσότερο από  προφήτης. Είναι αυτός που σκίρτησε ήδη μέσα από τη γαστέρα της μητέρας του και κήρυξε και στους ανθρώπους εδώ, αλλά και στον Άδη. Ήταν υιός του αρχιερέα Ζαχαρία και της Ελισάβετ, γεννημένος από υπόσχεση του αρχαγγέλου Γαβριήλ. Η αποτομή της τιμίας κεφαλής του έγινε από τον Ηρώδη, λόγω της παράνομης σχέσης που είχε αυτός με την Ηρωδιάδα. Ο άγιος Ιωάννης ήταν αυτός που είχε αγιωσύνη ήδη από την κοιλία της μητέρας του, που είχε ως κατοικία του την αγνότητα, που ακολούθησε τη σωφροσύνη, που άσκησε τη νηστεία, που απομακρύνθηκε από κάθε ανθρώπινη συναναστροφή και έκανε πόλη του την έρημο, που ζούσε με τα θηρία, έχοντας ως ένδυμα τρίχες καμήλου και δερμάτινη ζώνη στη μέση του, που έτρωγε σαν πουλάκι του ουρανού, ενώ μελετούσε διαρκώς τον νόμο του Θεού, χάριν του οποίου και φυλακίστηκε, θεωρώντας τη φυλάκισή του ως κάτι δεύτερο και μηδαμινό. Ήταν αυτός που ξεπέρασε τους όρους της φύσεως και βάπτισε τον απόλυτα καθαρό και αμόλυντο και πέραν από κάθε φύση Χριστό. Λοιπόν ο πολύ ακόλαστος Ηρώδης, τετράρχης του Ιουδαϊκού εδάφους, ήθελε να έλθει σε γάμο με τη γυναίκα του αδελφού του Φιλίππου. Από θείο ζήλο λοιπόν κινούμενος ο Προφήτης και με όπλο την αλήθεια, έλεγε προς τον τύραννο: ῾Δεν σου επιτρέπεται να έχεις τη γυναίκα του αδελφού σου Φιλίππου᾽. Γι᾽ αυτόν τον λόγο, η μανιώδης γυναίκα παρέσυρε τον εραστή της, ώστε να φυλακίσει τον άγιο. Λοιπόν: όταν τελούνταν τα γενέθλια του Ηρώδη και το πολύ και παρωθητικό προς φιληδονία κρασί τον είχαν οδηγήσει σε παραφροσύνη, γίνεται χορός ενός πορνιδίου, με τίμημα τον φόνο του Προφήτη. Αμέσως λοιπόν έφεραν σε πιάτο την κεφαλή του Δικαίου, η οποία και παραδόθηκε στη μοιχαλίδα γυναίκα, ενώ ακόμη έσταζε το αίμα, και η οποία δεν έπαυε, έστω και έτσι, να κηρύσσει τα ίδια. Αυτά πραγματοποιήθηκαν στη Σεβαστή, μία πόλη που απείχε από τα Ιεροσόλυμα δρόμο μίας ημέρας. Εκεί και ο τετράρχης που ηγεμόνευσε μετά από εκείνον, έφτιαξε τα ανάκτορα, εκεί έγινε και η γιορτή, που οδήγησε στο θάνατο του προφήτη. Εκεί αποκρύφθηκε και το άγιο σώμα του προφήτη, το οποίο μάζεψαν οι δικοί του μαθητές᾽.

Αν δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος ιστορικός λόγος, τον οποίο αγνοούμε, συνιστά κατά πρώτον παραδοξότητα το γεγονός ότι η σημερινή ημέρα είναι ημέρα αυστηρής νηστείας: δεν επιτρέπεται η κατάλυση ούτε ελαίου ούτε οίνου. Και τούτο διότι το μαρτυρικό τέλος ενός αγίου θεωρείται η δόξα και η τιμή του, αφού τότε εισάγεται θριαμβευτικά στη Βασιλεία του Θεού και  τότε, θα λέγαμε, με τη χάρη του Θεού, ῾κατακτά᾽ τον Παράδεισο. Πώς λοιπόν η ημέρα της δόξας και του θριάμβου για τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, η οποία  προκαλεί ύμνους και πανηγυρισμούς για τους αγγέλους και όλη την Εκκλησία, είναι συνδεδεμένη με κάτι πένθιμο, όπως είναι η νηστεία; Μία εξήγηση ίσως είναι ότι η Εκκλησία μας, ναι μεν τονίζει τον θρίαμβο εισόδου του αγίου Ιωάννου στη Βασιλεία του Θεού, διά του μαρτυρίου του που επιβεβαιώνει την απόλυτη πιστότητά του στον νόμο του Θεού, από την άλλη όμως θέλει να προβάλει την πολλαπλάσια, σε σχέση με τους άλλους αγίους, αγιότητά του, σχετίζοντας το τέλος του με το τέλος του ίδιου του Κυρίου πάνω στο Σταυρό. Θέλουμε να πούμε ότι όπως η σταυρική θυσία του Χριστού, παρόλο ότι τότε ουσιαστικά σωθήκαμε - αφού εκεί ο Κύριος ῾κατήργησε το σώμα της αμαρτίας᾽, οπότε έπειτα ήλθε η Ανάστασή Του ως ανάσταση και των ανθρώπων - δεν παύει να είναι ημέρα πένθους με αυστηρότατη νηστεία, κατά τον ίδιο τρόπο, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών,  και με τον Ιωάννη: ναι μεν εισέρχεται μετά δόξης στη Βασιλεία του Θεού, η ημέρα όμως του μαρτυρίου του είναι ημέρα πένθους. Κι ίσως συνηγορεί  σ᾽ αυτήν την εξήγηση και αυτό που η Εκκλησία μας εξαγγέλλει για την ημέρα, μέσα ιδίως από το κοντάκιο, ότι δηλαδή ῾η του Προδρόμου ένδοξος αποτομή οικονομία γέγονέ τι θεϊκή, ίνα και τοις εν Άδη του Σωτήρος κηρύξη την έλευσιν᾽.  Ήταν σχέδιο του Θεού η αποτομή της κεφαλής του, ώστε να προλάβει με το κήρυγμα στον Άδη, την εκεί έλευση του Σωτήρος Χριστού, όταν τέθηκε στον τάφο και μέχρις ότου έλθει η Ανάστασή Του εκ των νεκρών.
Με την αποτομή της κεφαλής του αγίου Ιωάννου η Εκκλησία μας εξαγγέλλει δύο κυρίως πράγματα: Πρώτον, όπως συμβαίνει σε κάθε βεβαίως εορτή του αγίου Ιωάννου, τη μεγάλη αγιότητά του. Δεν προσφέρουμε κάτι καινούργιο, αν υπενθυμίσουμε ότι ο άγιος Ιωάννης υπερακοντίζει κατά πολύ τα μέτρα και των μεγάλων αγίων ακόμη της Εκκλησίας μας. Μόνον η Παναγία Μητέρα του Κυρίου θεωρείται από αυτήν, την Εκκλησία, ως μεγαλύτερη ακόμη και από εκείνον. Διότι πρόκειται για ῾την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και την ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ᾽. Και δικαιολογημένα: υπήρξε το καλύτερο άνθος της ανθρωπότητας, αφού δι᾽ αυτής εισήλθε στον κόσμο ως άνθρωπος ο ίδιος ο Θεός. Αλλά τα περί αγιότητας του αγίου Ιωάννου συνιστούν περίσσια λόγων, όταν έχουμε εκφρασμένη, όπως ήδη αναφέραμε, τη γνώμη του ίδιου του Θεού μας, του Κυρίου Ιησού Χριστού. Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος Ιωάννης έχει τεράστια παρρησία ενώπιον του Θεού, ώστε να πρεσβεύει υπέρ ημών, είναι λοιπόν συμφέρον μας να τον επικαλούμαστε συχνά-πυκνά, αλλά και λόγω της μεγάλης χάρης του Θεού που έχει, έχει και τεράστια αγάπη προς τον λαό του Θεού. Άλλωστε ο βαθμός αγιότητας ενός αγίου από αυτό φαίνεται: από το πόσο αγαπά τον άνθρωπο και συμπάσχει στα διάφορα και ποικίλα προβλήματά του.
Δεύτερον, με τη μνήμη της αποτομής του αγίου, η Εκκλησία μας τονίζει το μέγεθος της ανθρώπινης άνοιας και φρενοβλάβειας, καθώς το βλέπουμε στα πρόσωπα του Ηρώδη, κυρίως όμως της Ηρωδιάδας και της κόρης της Σαλώμης. Ο υμνογράφος πράγματι αδυνατεί να κατανοήσει λογικά αυτό που συνέβη: ο πλέον αξιοσέβαστος σε όλον τον Ισραήλ, αυτός τον οποίο φοβούνταν και οι άρχοντες, αυτός στον οποίο έκλιναν ευλαβικό γόνυ και οι άγγελοι, πεθαίνει μαρτυρικά, από το ῾καπρίτσιο᾽ ενός πορνιδίου και του εγωισμού μίας εξίσου πόρνης γυναίκας, η οποία δεν άντεχε τον λόγο της αλήθειας: τον έλεγχό της, με βάση τον νόμο του Θεού, για τις παρανομίες και τις αμαρτίες της. Στις διάφορες μάχες που διεξάγονται, θεωρείται τιμή για έναν μαχητή να πέσει ηρωικά από το όπλο ενός εξίσου σπουδαίου μαχητή. Υπάρχει εκεί πράγματι ένας  ηρωισμός και μία δόξα. Ο Έκτορας, για παράδειγμα, που φονεύθηκε σε μάχη με τον Αχιλλέα. Και η ήττα εκεί ισοδυναμεί σχεδόν με νίκη, γιατί είναι σπουδαίος ο αντίπαλος. Εδώ όμως στον άγιο Ιωάννη; Ο μεγαλύτερος και αγιότερος άνθρωπος ῾πέφτει᾽ από μία πόρνη, που ῾εκβιάζει᾽ τον θάνατό του. Αλλά ίσως και αυτό αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τον άγιο Ιωάννη, λόγω της ταπείνωσης που περικλείει.  Σημασία πάντως έχει ότι ο υμνογράφος δεν μπορεί να κατανοήσει τα γενόμενα: ῾ώ, του παραδόξου θαύματος! Την ιεράν κεφαλήν και αγγέλοις αιδέσιμον, ασελγές ακόλαστον περιέφερε κόριον᾽. ῾Ώ, της υπέρ νουν εκπλήξεως! Των προφητών η σφραγίς, ο επίγειος Άγγελος, πορνικής ορχήσεως αναδείκνυται έπαθλον!᾽ Όντως πρόκειται περί ανοίας και φρενοβλαβείας, μάλλον όμως περί δαιμονοπληξίας. Όταν ο άνθρωπος έχει χάσει τον Θεό από τη ζωή του, τα πάντα τότε μπορεί να τα επιτελέσει. Γίνεται ένας δεύτερος σατανάς.

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΩΥΣΗΣ Ο ΑΙΘΙΟΨ



῾Αυτός ο μακάριος ήταν κατά το γένος Αιθίοπας, ως προς το χρώμα κατάμαυρος, κι ήταν δούλος ενός άρχοντα. Ο ίδιος ο κύριός του, μην αντέχοντας τον δύστροπο χαρακτήρα του και τη ληστρική διαγωγή του, τον έδιωξε από κοντά του. Ο Μωυσής κάποτε κράτησε κακία σε κάποιο βοσκό, γιατί τον παρεμπόδισε από το να κλέψει, γι᾽ αυτό και σκέφτηκε να τον σκοτώσει. Έμαθε ότι ο βοσκός βρισκόταν πέραν του Νείλου ποταμού και παρόλη την πλημμύρα του ποταμού, αφού έβαλε στα δόντια το μαχαίρι του και τα ρούχα του στο κεφάλι του, κολύμβησε και πέρασε απέναντι. Προαισθάνθηκε όμως ο βοσκός τον ερχομό του και γι᾽ αυτό έφυγε γρήγορα. Από την οργή του ο Μωυσής έσφαξε τέσσερα διαλεκτά κριάρια από το εγκαταλειμμένο κοπάδι, τα έδεσε σε σειρά, και τα πέρασε κολυμπώντας στην αντίπερη και πάλι όχθη του Νείλου. Τα κρέατα τα έφαγε μόνος του, ενώ τα δέρματα τα πούλησε, κι έπειτα επέστρεψε προς τους φίλους του. Αυτά τα διηγήθηκα, για να δείξω ότι είναι δυνατόν, γι᾽ αυτούς που θέλουν, να σωθούν διά της μετανοίας. Ο Μωυσής κάποτε ένιωσε τη νύξη της θείας χάρης, από κάποιο γεγονός,  και θέλησε να πάει σε μοναστήρι να γίνει καλόγερος. Τόσο βαθιά μετανόησε, ώστε και τους συντρόφους του ληστές να οδηγήσει στον Χριστό. Καθώς κάποια φορά καθόταν στο κελλί του, ήλθαν ληστές , χωρίς να ξέρουν ότι αυτός είναι ο Μωυσής. Αυτός ο  μακάριος λοιπόν, με την τεράστια δύναμή του, τους ακινητοποίησε αμέσως και τους έδεσε με σχοινί, όπως δένει κανείς ένα σακκί από άχυρο, τους έβαλε στους ώμους, πήγε στην Εκκλησία και λέει προς τους αδελφούς: Επειδή δεν μου επιτρέπεται πια να αδικώ, κι αυτούς τους βρήκα να έχουν έλθει εναντίον μου, τι με διατάσσετε να τους κάνω; Οι ληστές τότε αναγνώρισαν ότι ο καλόγερος που τους έπιασε, ήταν ο Μωυσής, ο διάσημος και ακαταγώνιστος λήσταρχος, κι αφου εξομολογήθηκαν στον Θεό, άφησαν την προηγούμενη ζωή τους και έγιναν και αυτοί μοναχοί δοκιμότατοι. Αφού έζησε λοιπόν ο άγιος γέρων με θεάρεστο τρόπο και καταπολέμησε τον δαίμονα της ακολασίας, έφτασε στο τέλος του, σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών, αφού είχε γίνει και πρεσβύτερος, αφήνοντας μάλιστα και εβδομήντα μαθητές᾽.

Ο όσιος Μωυσής ο αιθίοψ αποτελεί τον πιο γνωστό έγχρωμο άγιο της Εκκλησίας, έναν από τους πιο αγαπημένους αββάδες του Γεροντικού και βεβαίως την πιο περίτρανη απόδειξη ότι για τη χριστιανική πίστη δεν έχει καμμία σημασία το χρώμα του ανθρώπου, αλλά η εσωτερική, της ψυχής, κατάσταση, στην οποία και μόνον επιβλέπει ο Θεός. ῾Άνθρωπος γαρ εις πρόσωπον, Θεός εις καρδίαν βλέπει᾽. Ο λόγος του αποστόλου Παύλου ῾ουκ ένι Έλλην ή βάρβαρος, δούλος ή ελεύθερος, άρσεν και θήλυ᾽ θα μπορούσε κάλλιστα να συμπληρωθεί και με τη φράση, την οποία οπωσδήποτε θα προσυπέγραφε ο απόστολος, γιατί αυτό ήταν και το νόημά της, ῾ουκ έστιν και έγχρωμος ή λευκός᾽, διότι ῾εν Χριστώ Ιησού πάντες εις εστέ᾽. Το γεγονός ότι σημασία έχει η κατάσταση της καρδιάς του ανθρώπου, δηλαδή η αμαύρωσή της λόγω της αμαρτίας ή η λευκότητά της λόγω της χάρης του Θεού από τη βίωση της μετανοίας, είναι κάτι που το επισημαίνει ιδιαιτέρως και η ακολουθία του οσίου, όπως για παράδειγμα στο πρώτο ήδη τροπάριο της α´ ωδής του κανόνα του όρθρου: ῾Δήγματι αμαρτίας, μεμελανωμένην την καρδίαν μου, καταλεύκανον Πάτερ, μετανοίας τοις όμβροις, πρεσβείαις σου᾽. Πάτερ (Μωυσή), διά των πρεσβειών σου, κάνε κατάλευκη, με τα δάκρυα της μετανοίας μου, την καρδιά μου, που είναι κατάμαυρη από το δάγκωμα της αμαρτίας.
Ο όσιος αποτελεί επίσης και σπουδαιότατο δείγμα της δύναμης της μετανοίας: από ληστής και άσωτος φθάνει στα ύψη της αγιότητας. Δεν είναι μόνον η οσία Μαρία η Αιγυπτία, την οποία προβάλλει η Εκκλησία μας στο θέμα αυτό, αλλά και ο όσιος Μωυσής. Και η δική του η μεταστροφή οφείλεται κατά πρώτο λόγο βεβαίως στη χάρη του Θεού, αλλά και στη συνεργαζόμενη με αυτή θέληση του αγίου. Κι αυτό σημαίνει ότι ο όσιος Μωυσής, παρόλη τη φοβερότητά του, διατηρούσε μέσα στην καρδιά του αγαθά σπέρματα, που ενεργοποιήθηκαν, όταν ήρθε η ώρα της κλήσεώς του από τον Θεό. Από την άποψη αυτή, καταλαβαίνουμε  ότι κανείς δεν μπορεί να καταδικάσει κανέναν άνθρωπο, έστω κι αν τον βλέπει στην έσχατη κατάντια. Όσο είναι ζωντανός ο άνθρωπος, έχει περιθώρια μετανοίας, άρα εξύψωσής του στο επίπεδο της αγιότητας. Με ωραιότατη ποιητική εικόνα,  ο υμνογράφος επισημαίνει ότι ο Μωυσής ανήκε τελικώς, πέραν από τις επιφανειακές κρίσεις, στο καλό έδαφος, για το οποίο μιλά ο Κύριος στην παραβολή του καλού σπορέως: ῾Αύλαξι διανοίας, κρύψας τα του λόγου, Πάτερ, σπέρματα, εγεώργησας σίτον᾽. Έκρυψες, Πάτερ, τους σπόρους του λόγου του Θεού στα αυλάκια της διανοίας σου και καρπορόφησες το σιτάρι (των αρετών).
Η ιδιαιτερότητα της θαυμαστής, μετά τη μεταστροφή του, ζωής του οσίου έγκειται στη γρήγορη πνευματική του ανέλιξη. Ο Μωυσής σε πολύ σύντομο χρόνο γέμισε από τις αρετές του αγίου Πνεύματος και απετέλεσε καθοδηγητικό φάρο και για τους απλούς πιστούς, αλλά και για τους ίδιους του μοναχούς. ῾Τας των πιστών καταλαμπρύνει καρδίας᾽, θα ψάλλει ο υμνωδός, και ῾αλείπτης γέγονας, Πάτερ, των μοναστών προς πάλην εχθρών, έργοις τε και λόγοις᾽. Έγινες δηλαδή πνευματικός γυμναστής, Πάτερ, των μοναχών, με τα έργα και με τα λόγια σου, για να ξέρουν να πολεμούν τους εχθρούς.  Τι εξήγηση μπορεί να δοθεί; Σε παρόμοιες περιπτώσεις, λένε οι άγιοι Πατέρες, όταν δηλαδή βλέπουμε πνευματικούς καρπούς σε μικρό χρονικό διάστημα, μία είναι η εξήγηση: ο άνθρωπος αυτός βρήκε την πιο σύντομη οδό που οδηγεί στη Βασιλεία του Θεού, την αγία ταπείνωση. Ο όσιος πράγματι, όπως σημειώνει αλλού η ακολουθία του, περιέφραξε τον εαυτό του από παντού με την ταπείνωση και έτσι μπόρεσε να διαφύγει τις επιθέσεις του Πονηρού: ῾Τη ταπεινώσει πάντοθεν πεφραγμένος, διέφυγες, Πάτερ, Αιθιόπων νοητών τα τοξεύματα᾽. Την ίδια εκτίμηση – και αυτό είναι το πιο σημαντικό – έκαναν και οι σύγχρονοί του καλόγεροι: ῾ο Μωυσής, έλεγαν, μας έχει κρεμάσει όλους στο μικρό του δαχτυλάκι᾽, εννοώντας τη μεγάλη του ταπείνωση. Και δικαιολογημένα: όσο πιο ταπεινός είναι κάποιος, τόσο και πιο μεγάλος και σπουδαίος γίνεται, λόγω της παρουσίας στην καρδιά του του αγίου Πνεύματος. ῾Επί τινα επιβλέψω – λέγει το Πνεύμα του Θεού - αλλ᾽ ή επί τον ταπεινόν και ησύχιον και ακούοντά μου τους λόγους και τρέμοντα αυτούς;᾽
Ταις πρεσβείας του οσίου Μωυσέως του Αιθίοπος, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. 

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ




῾Δούλε πονηρέ… ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα;᾽

Μία πολύ γνωστή παραβολή του Κυρίου, αυτήν του πονηρού δούλου, μας περιγράφει το ευαγγελικό ανάγνωσμα. Πρόκειται για έναν βασιλιά, που θέλησε να αποδώσουν λόγο σ᾽αυτόν οι δούλοι του. Κι ενώ ένας δούλος διαπιστώθηκε ότι ήταν οφειλέτης πολλών χρημάτων, τα οποία αδυνατούσε να τα πληρώσει, με κίνδυνο να φυλακιστεί αυτός και η οικογένειά του, τελικώς του χαρίστηκε το χρέος, γιατί τον σπλαγχνίστηκε ο Κύριός του από τα παρακάλια του. Δεν έκανε το ίδιο όμως εκείνος σ᾽ έναν σύνδουλό του, ο οποίος του χρωστούσε ένα μηδαμινό ποσό, οπότε και τον έκλεισε στη φυλακή. Η δικαιοσύνη αποκαταστάθηκε, όταν ο Κύριος έμαθε τι είχε συμβεί, και οργισμένος διέταξε τον εγκλεισμό του πονηρού δούλου στη φυλακή. Ο Κύριος εξήγησε την παραβολή: το ίδιο θα πάθει οποιοσδήποτε, την ώρα της κρίσεως, από τον Θεό, αν δεν συγχωρήσει από την καρδιά του τα παραπτώματα των συνανθρώπων του.

1. Πρόκειται καταρχάς για παραβολή που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για την κατανόησή της. Διότι υπάρχουν και παραβολές του Κυρίου, τις οποίες είπε προς συσκότιση, προκειμένου να φανερωθεί η ιδιαίτερη διάθεση του ανθρώπου να ερωτήσει και να μάθει, όπως π.χ. η παραβολή του καλού σπορέως. Χρειάστηκε να ερωτήσουν στο τέλος της παραβολής οι μαθητές τον Κύριο, για να μάθουν τη σημασία της, διότι αρχικά δεν κατάλαβαν τίποτε. Εν προκειμένω λοιπόν έχουμε μία παραβολή πολύ ῾καθαρή᾽, που με την ευθυβολία της δεν αφήνει περιθώρια παρεξήγησής της, πολλώ μάλλον που ο ίδιος ο Κύριος δίνει το δίδαγμά της: χωρίς έλεος και συγχωρητικότητα προς τον συνάνθρωπο, ο άνθρωπος το μόνο που θα συναντήσει από τον Θεό, θα είναι η οργή Του.
2. Ο Κύριος την έλλειψη ελέους και συγχωρητικότητας προς τον συνάνθρωπο την ταυτίζει με την πονηρία. ῾Δούλε πονηρέ᾽, λέει. Η πονηρία δηλαδή είναι η ψυχική κατάσταση, κατά την οποία ο άνθρωπος αδιαφορεί για τις όποιες ανάγκες του συνανθρώπου του, μικρές ή μεγάλες, και το μόνο που έχει προ οφθαλμών είναι το ατομικό του συμφέρον. Έτσι η πονηρία αποτελεί σύμπτωμα του εγωισμού, κι επειδή ελλείπει από αυτόν εντελώς το στοιχείο της αγάπης – ό,τι συνιστά τον τρόπο υπάρξεως του Θεού – ισοδυναμεί με την ίδια τη  δαιμονικότητα. Μη λησμονούμε ότι πονηρός κατεξοχήν ονομάζεται ο διάβολος.
3. Ο Κύριος λοιπόν μας αποκαλύπτει τον πιο εύκολο και άμεσο δρόμο, προκειμένου οι άνθρωποι να τύχουμε του ελέους του Θεού, να απαλειφθούν οι όποιες αμαρτίες μας, να έχουμε καλή σχέση μαζί Του. Κι αυτός δεν είναι άλλος από το να είμαστε εύσπλαγχνοι και ελεήμονες απέναντι στον συνάνθρωπό μας. Με άλλα λόγια, η σχέση μας με τον Θεό εξαρτάται από τη σχέση μας με τον συνάνθρωπό μας. Είναι τόσο καίρια και βασική η αλήθεια αυτή, ώστε ο Κύριος την ετόνιζε ποικιλόμορφα, και ως σαφή διδασκαλία και ως παραβολή. Για παράδειγμα, ο τονισμός της αγάπης, καρπός της οποίας είναι το έλεος και η συγχώρηση, ως της πρώτης και αποκλειστικής σχεδόν εντολής του Κυρίου, ή η άλλη γνωστή παραβολή της κρίσεως, ιδίως αυτή, κατά την οποία η στάση μας προς τον συνάνθρωπο συνιστά στάση μας απέναντι στον ίδιο τον Κύριο, τι άλλο τονίζει παρά ακριβώς τη σημασία της σημερινής παραβολής; Κι όλη η αποστολική διδασκαλία στη συνέχεια εκεί τελικώς συγκεφαλαιώνεται: ῾πάντα υμών εν αγάπη γινέσθω᾽ (απ. Παύλος), διότι ῾η κρίσις ανίλεώς εστι τω μή ποιήσαντι έλεος᾽( απ. Ιάκωβος). Κατά συνέπεια, δεν είναι υπερβολή αυτό που οι άγιοι αββάδες του Γεροντικού σημείωναν με επιμονή: ῾Από τον πλησίον εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Αν κερδίσουμε τον αδελφό, τον Θεό κερδίζουμε᾽.
4. Τι είναι εκείνο που αιτιολογεί την εξάρτηση της σωτηρίας μας – τη σχέση με τον Θεό – από τον συνάνθρωπό μας; Γιατί υπάρχει το εκφρασμένο θέλημα του Θεού  για την καλή σχέση μας με τον άλλον; Η απάντηση είναι σαφής: ῾Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ᾽. Δεν μπορώ να είμαι με τον Θεό, που είναι αγάπη, αν δεν βρίσκομαι στην πορεία της αγάπης. Μία διαφορετική επιλογή, μία έχθρα ας πούμε, ένα μίσος, μία πικρία που επιμένει, δημιουργεί ένα τέτοιο κλίμα στην καρδιά, που αυτομάτως φυγαδεύει το Πνεύμα του Θεού από αυτήν. Όπως είναι αδύνατον να συντονίσει κανείς το ραδιόφωνό του μ᾽ έναν σταθμό, σε άλλο μήκος κύματος από αυτό που εκπέμπει ο σταθμός, κατά τον ίδιο τρόπο είναι αδύνατο να συντονιστεί κανείς με τον Θεό, έξω από εκεί που ῾εκπέμπει᾽ πάντοτε: στην αγάπη. Πρέπει συνεπώς να βρίσκομαι σε αναλογία ζωής με τον Θεό, για να Τον έχω στη ζωή μου. Διότι το ζητούμενο βεβαίως – και αυτό αποτελεί το σκοπό του ανθρώπου – είναι να είμαι με τον Θεό. Κι αυτό που θεμελιώνει την πραγματικότητα αυτή είναι η δημιουργία του ανθρώπου ῾κατ᾽ εικόνα και καθ᾽ ομοίωσιν Θεού᾽. Έτσι λοιπόν, φτιαγμένος ο άνθρωπος από τον Θεό, για να ζει τον Θεό και να κατατείνει σε Αυτόν, χρειάζεται να συντονίζεται με ό,τι συνιστά τρόπο ζωής του Θεού. Και αυτός ο τρόπος δεν είναι άλλος, όπως είπαμε,  από την αγάπη.
5. Στην παραβολή του πονηρού δούλου, η αγάπη του Θεού, ταυτοποιημένη στο πρόσωπο του Κυρίου της παραβολής, παίρνει συγκεκριμένο περιεχόμενο: ο Θεός μάς αγαπά και μάς ελεεί, παραβλέποντας τις αμαρτίες και τα σφάλματά μας και μη λαμβάνοντας υπόψη Του τις όποιες οφειλές μας. Με την προϋπόθεση ότι και εμείς θέλουμε την αγάπη Του αυτή, καθώς φανερώνεται από την παράκλησή μας για κάτι τέτοιο: ῾Πάσαν την οφειλήν αφήκά σοι, επεί παρεκάλεσάς με᾽. Κι εδώ ίσως υπονοείται το όλο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία μας, μέσα από τη σταυρική θυσία του Υιού Του. Με άλλα λόγια, στο έλεος του Θεού έχουμε την υπέρβαση της απλής έννοιας της δικαιοσύνης και τη φανέρωση αυτής στα αληθινά, του Θεού, πλαίσια: ο Χριστός μάς ελεεί, γιατί σηκώνει τις δικές μας αμαρτίες και μάς προσφέρει πλούσια την αγάπη Του. Από την άποψη αυτή, το ζητούμενο και από εμάς έλεος προς τους συνανθρώπους μας, η αγάπη που εντέλλεται ο Θεός στη σχέση μας με τον άλλον, δεν τελειώνει μ᾽ ένα απλό συγγνώμη και μ᾽ ένα ῾συγχώρησέ με᾽. Αγαπάμε τον άλλον, τον ελεούμε, όταν κι εμείς είμαστε έτοιμοι να σηκώσουμε αντί για εκείνον το δικό του βάρος, να θυσιάσουμε κάτι – αν όχι όλον – από τον εαυτό μας για τη σωτηρία του. Και τονίζουμε αυτό το όριο της αγάπης και του ελέους, γιατί ο ίδιος ο Κύριος θέτει το δικό Του μέτρο ως μέτρο στάσης μας προς τους άλλους: ῾ως και εγώ σε ηλέησα᾽. Το μέτρο μας για τους άλλους μάς το δίνει ο ίδιος ο Θεός.
6. Εύκολο; Συγκλονιστικά δύσκολο. Θα έλεγε κανείς ακατόρθωτο. Γίνεται όμως κατορθωτό και εύκολο, μόνον μέ τη χάρη του Θεού. Κι αυτό σημειώνεται, από μία άποψη, στην παραβολή: μόνον ένας ῾ηλεημένος Κυρίου᾽, άρα ευρισκόμενος μέσα στη χάρη του Θεού, μπορεί αντιστοίχως και να ελεήσει, κατά τα μέτρα του Θεού, τον συνάνθρωπό του. Κι αυτό βεβαίως σημαίνει ένταξη στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Αν δεν είσαι μέλος Χριστού και οι δυνάμεις Εκείνου δεν επενεργούν μέσα σου, είναι των αδυνάτων αδύνατον να συγχωρήσεις τον άλλον για τα σφάλματά του απέναντί σου, πολύ περισσότερο να σηκώσεις εσύ το δικό του βάρος αμαρτιών.